Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I Νομικό πλαίσιο και πραγματικά περιστατικά
1. Στο πλαίσιο της υπό κρίση προδικαστικής παραπομπής που προέρχεται από το Βασίλειο του Βελγίου, η Cidrerie Ruwet SA (στο εξής: Cidrerie Ruwet) επιδιώκει να εμποδίσει τη Cidre Stassen SA (στο εξής: Cidre Stassen) (υποστηριζόμενη από την HP Bulmer Ltd, εταιρία αγγλικού δικαίου, στο εξής: HP Bulmer) να εμπορεύεται, κατά παράβαση της βελγικής νομοθεσίας, μηλίτη οίνο σε συσκευασίες των 33 cl. Τα υποβληθέντα ερωτήματα θέτουν ζητήματα ερμηνείας των οδηγιών περί εναρμονίσεως των μεγεθών των φιαλών, καθώς και των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ).
2. Το βασιλικό διάταγμα της 16ης Φεβρουαρίου 1982, σχετικά με τις σειρές ονομαστικών ποσοτήτων και ονομαστικών χωρητικοτήτων που επιτρέπονται για ορισμένα προσυσκευασμένα προϊόντα (στο εξής: βασιλικό διάταγμα), απαγορεύει την εμπορία ορισμένων προϊόντων μηλίτη οίνου σε προσυσκευασίες των 33 cl, εκτός μεταξύ άλλων αν προορίζονται αποκλειστικά για επαγγελματική χρήση (βλ. τα άρθρα 1 και 3 του βασιλικού διατάγματος). Το διάταγμα αυτό αποτελεί το μέτρο με το οποίο μεταφέρθηκε στο βελγικό δίκαιο η οδηγία 75/106/ΕΟΚ του Συμβουλίου , όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 79/1005/ΕΟΚ του Συμβουλίου .
3. αρά την απαγόρευση που προβλέπει το βασιλικό διάταγμα, η Cidre Stassen διέθεσε στο λιανικό εμπόριο (σουπερμάρκετ) φιάλες προϊόντων μηλίτη οίνου των 33 cl, η πώληση των οποίων επιτρέπεται στο Βέλγιο όσον αφορά τον τομέα «horeca» (ξενοδοχεία, εστιατόρια, καφετέριες). Για να δικαιολογηθεί, επικαλείται το ότι, από ορισμένου χρόνου, αλλοδαπές εταιρίες, παραγωγοί μηλίτη οίνου, εξάγουν φιάλες μηλίτη οίνου χωρητικότητας 33 cl σε όλη την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, και ιδίως στο Βέλγιο, γεγονός το οποίο την ώθησε να εισαγάγει στο Βέλγιο φιάλες μηλίτη οίνου των 33 cl και, κατόπιν, να αρχίσει την παραγωγή μηλίτη οίνου σε φιάλες των 33 cl, προοριζόμενες για τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια. Με επιστολή της 29ης Μα_ου 1998, η Cidrerie Ruwet ζήτησε από τη Cidre Stassen να παύσει την εμπορία αυτή.
4. Η Cidre Stassen απάντησε υποστηρίζοντας ότι είτε η οδηγία είχε μεταφερθεί εσφαλμένως στο βελγικό δίκαιο είτε η ίδια η οδηγία αντέβαινε στο άρθρο 30 της Συνθήκης και ήταν, ως εκ τούτου, ανίσχυρη. Η Cidre Stassen και η HP Bulmer άσκησαν μια πρώτη αναγνωριστική αγωγή (στο εξής: πρώτη αγωγή), κατά του Βελγικού Κράτους, προσεπικαλώντας και τη Cidrerie Ruwet, ενώπιον του Tribunal de première instance των Βρυξελλών, ζητώντας από το δικαστήριο αυτό να εκδώσει μη οριστική απόφαση, να υποβάλει αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το συμβιβαστό του βασιλικού διατάγματος με το κοινοτικό δίκαιο, καθώς και να αναγνωρίσει, μεταξύ άλλων, ότι η παραγωγή, η εισαγωγή και η εμπορία, εντός του Βελγίου, φιαλών μηλίτη οίνου των 33 cl δεν συνιστούσε παράβαση του βασιλικού διατάγματος, εφόσον το διάταγμα αυτό ερμηνευόταν σύμφωνα με τους κανόνες και τις αρχές του κοινοτικού δικαίου.
5. Στο πλαίσιο της πρώτης αγωγής, το Βελγικό Κράτος υποστήριξε ότι η κατάργηση του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/106 από την οδηγία 79/1005 είχε ως συνέπεια να μην αποτελεί πλέον η οδηγία αυτή οδηγία πλήρους εναρμονίσεως, αλλά οδηγία προαιρετικής εναρμονίσεως. Το Βελγικό Κράτος επικαλέστηκε τη θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία η προαιρετική αυτή εναρμόνιση παρείχε τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να επιτρέπουν τη χρήση και άλλων μεγεθών και όγκων. Ωστόσο, τα κράτη μέλη που δεν την επέτρεπαν, μπορούσαν να εμποδίσουν την εισαγωγή εμπορευμάτων που δεν ανταποκρίνονταν στα πρότυπα που καθόριζε η οδηγία . Η θέση αυτή εδικαιολογείτο από τον σκοπό της οδηγίας να παράσχει στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις τη δυνατότητα να εξακολουθήσουν τη δραστηριότητά τους στην εθνική αγορά, τείνοντας παράλληλα στην πλήρη εναρμόνιση. Σύμφωνα με τη θέση της Επιτροπής όπως την αντιλαμβανόταν το Βελγικό Κράτος, τα κράτη μέλη που δεν επέτρεπαν παρά μόνο τα πρότυπα που καθορίζονταν στην οδηγία είχαν επιτύχει την πλήρη εναρμόνιση, οπότε δεν είχε εφαρμογή η νομολογία «Cassis de Dijon» . Επιπλέον, το Βελγικό Κράτος υποστήριξε ότι η επίμαχη νομοθεσία δεν αντέβαινε στην αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η επιβολή της χρήσεως των καθορισμένων προτύπων ονομαστικών όγκων συνιστούσε το πλέον πρόσφορο μέσο ώστε να παρέχεται στους καταναλωτές η δυνατότητα να συγκρίνουν τις τιμές των προσυσκευασμένων προϊόντων, εν πάση περιπτώσει εν αναμονή της επιβολής της υποχρεώσεως της διπλής αναγραφής της τιμής πωλήσεως και της τιμής ανά ποσότητα.
6. ολλές ημέρες μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής, η Cidrerie Ruwet προσέφυγε ενώπιον του Tribunal de commerce των Βρυξελλών (στο εξής: εθνικό δικαστήριο) κατά της Cidre Stassen, υποστηρίζοντας ότι το δικαστήριο αυτό όφειλε να αναγνωρίσει ότι η εκ μέρους της Cidre Stassen εμπορία, εντός του Βελγίου, φιαλών μηλίτη οίνου των 33 cl προοριζομένων για το ευρύ κοινό και, ειδικότερα, των ειδών «Pêche», «Classique», «Passion Lime» και «Woodpecker», που παρήγε στο Βέλγιο, συνιστούσε παράβαση του βασιλικού διατάγματος και, κατά συνέπεια, πράξη αντιβαίνουσα στα χρηστά εμπορικά ήθη κατά την έννοια του άρθρου 93 του νόμου της 14ης Ιουλίου 1991 περί των εμπορικών πρακτικών και περί της πληροφορήσεως και προστασίας των καταναλωτών. Η Cidrerie Ruwet ζήτησε να υποχρεωθεί η Cidre Stassen να παύσει, επ' απειλή αποζημιώσεως για κάθε ημέρα συνεχίσεως της παραβάσεως, κάθε εμπορία των φιαλών αυτών στο Βέλγιο.
7. Το αιτούν δικαστήριο παρατήρησε ότι η προβλεπόμενη από την οδηγία 79/1005 μεταβατική περίοδος είχε διαρκέσει επί είκοσι έτη χωρίς ακόμα να έχει επιτευχθεί η εναρμόνιση των διαφόρων νομοθεσιών των κρατών μελών.
8. Εν τω μεταξύ, η πραγματική κατάσταση άλλαξε σημαντικά. Η συσκευασία των 33 cl γινόταν όλο και περισσότερο δημοφιλής και οι καταναλωτές εξοικειώθηκαν με το μέγεθος αυτό. Η συσκευασία αυτή χρησιμοποιείται για όλα τα ποτά που μπορούν να θεωρηθούν ως ανταγωνιστικά του μηλίτη οίνου, ιδίως τη μπίρα και τα soft drinks. Οι φιάλες των 37,5 cl τις οποίες επιβάλλει η βελγική νομοθεσία για την εμπορία του μηλίτη οίνου έχουν σχεδόν καταργηθεί. Αντιθέτως, ο μηλίτης σε συσκευασίες των 33 cl γνωρίζει μεγάλη επιτυχία στην αλλοδαπή και η μεγάλη πλειονότητα των κρατών μελών επιτρέπει και ανέχεται την εμπορία του μηλίτη οίνου σε συσκευασίες των 33 cl.
9. Το γεγονός ότι ορισμένα κράτη μέλη επιτρέπουν την εμπορία του μηλίτη οίνου σε συσκευασίες των 33 cl ενώ άλλα, όπως το Βέλγιο, δεν την επιτρέπουν συνιστά, κατά την άποψη του εθνικού δικαστηρίου, περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Εξάλλου, η ένδειξη της τιμής ανά μονάδα μετρήσεως χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο από τους λιανοπωλητές στο Βέλγιο, ιδίως στα σουπερμάρκετ, οπότε ο καταναλωτής είναι σε θέση να συγκρίνει τις τιμές χωρίς να είναι απαραίτητο να αποκλειστεί από τη βελγική αγορά μια συσκευασία ευρέως διαδεδομένη στα άλλα κράτη μέλη.
ΙΙ Τα προδικαστικά ερωτήματα και οι παρατηρήσεις
10. Το Tribunal de commerce των Βρυξελλών, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ) υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Αντιβαίνει ή όχι στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ το γεγονός ότι η οδηγία 75/106/ΕΟΚ, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στην προσυσκευασία κατ' όγκον ορισμένων προσυσκευασμένων υγρών, που τροποποιήθηκε με την οδηγία 79/1005/ΕΟΚ, της 23ης Νοεμβρίου 1979, και η οποία προβλέπει μεταβατική περίοδο, παρέχει ακόμα σήμερα, ήτοι μετά πάροδο είκοσι περίπου ετών και ενώ, στο χρονικό αυτό διάστημα, οι συνήθειες έχουν μεταβληθεί και η προσυσκευασία των 33 cl είναι πλέον παγκοσμίως δημοφιλής και διαδεδομένη, στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιτρέπουν ή να μην επιτρέπουν, κατά το δοκούν, την εμπορία προσυσκευασιών διαφορετικών από εκείνες που προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας, και τούτο λαμβανομένου υπόψη του ότι μπορούν εξ αυτού να προκύψουν, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, διαφορές μεταξύ των διαφόρων εθνικών νομοθεσιών, με συνέπεια τα κράτη μέλη που περιορίζουν τη σειρά των επιτρεπτών προσυσκευασιών, όπως το Βέλγιο το οποίο περιορίζει τη σειρά των προσυσκευασιών για τον μηλίτη οίνο, να επιβάλλουν με τον τρόπο αυτό ένα μέτρο το οποίο έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων;
2) Ενόψει της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, επιτρέπει η οδηγία 75/106/ΕΟΚ, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στην προσυσκευασία κατ' όγκον ορισμένων προσυσκευασμένων υγρών, που τροποποιήθηκε με την οδηγία 79/1005/ΕΟΚ, της 23ης Νοεμβρίου 1979, στα κράτη μέλη να τη μεταφέρουν στην εσωτερική έννομη τάξη τους θεσπίζοντας εθνική νομοθεσία απαγορεύουσα την εμπορία προσυσκευασιών χωρητικότητας μη προβλεπομένης στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας, εν προκειμένω της προσυσκευασίας των 33 cl για την εμπορία μηλίτη οίνου;»
11. Οι Cidre Stassen και HP Bulmer (στο εξής: Stassen), το Βασίλειο του Βελγίου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, το Συμβούλιο και η Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις. αρατηρήσεις διατύπωσε και η Cidrerie Ruwet κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
ΙΙΙ Επί της ουσίας
Α Το επίδικο ζήτημα δεν είναι καθαρώς εσωτερικής φύσεως
12. Η Cidrerie Ruwet υποστηρίζει ότι το ζήτημα είναι καθαρώς εσωτερικής φύσεως. Ωστόσο, το βασιλικό διάταγμα έχει γενική εφαρμογή και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης δεν έχει εφαρμογή για τον μοναδικό λόγο ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση της οποίας έχει επιληφθεί το εθνικό δικαστήριο, όλα τα στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνου κράτους μέλους . Το βασιλικό διάταγμα είναι προδήλως ικανό να επηρεάσει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών.
Β Τα κύρια χαρακτηριστικά της οδηγίας
13. Εν πρώτοις, είναι απαραίτητο να υπομνησθούν οι κυριότερες σχετικές διατάξεις των οδηγιών που άπτονται του επιδίκου ζητήματος προτού επιστρέψω στην εξέταση του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ. Η οδηγία 75/106/ΕΟΚ είναι η βασική οδηγία. Η οδηγία αυτή έχει τροποποιηθεί επανειλημμένως .
14. Η οδηγία 75/106, όπως προκύπτει από τον τίτλο της και από την πρώτη αιτιολογική σκέψη της, εκδόθηκε βάσει του άρθρου 100 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 94 ΕΚ) με σκοπό την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την πώληση προσυσκευασμένων υγρών, καθόσον οι νομοθεσίες αυτές εμπόδιζαν τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών. Η οδηγία αυτή αφορά την πώληση υγρών προϊόντων «σε μοναδιαίες ποσότητες ίσες ή ανώτερες των 5 χιλιοστολίτρων και κατώτερες ή ίσες των 10 λίτρων» .
15. Η κύρια διάταξη της οδηγίας 75/106 προσδιορίζει τις λεπτομερείς προδιαγραφές για τη χρησιμοποίηση του σήματος ΕΟΚ υπό μορφή μικρού γράμματος «e» το οποίο αναγράφεται επάνω σε κάθε προσυσκευασία. Ωστόσο, η υπό κρίση υπόθεση αφορά αποκλειστικά τη ρύθμιση περί των διαφόρων ονομαστικών όγκων που προβλέπονται για την εμπορία προσυσκευασμένου μηλίτη οίνου εντός της Κοινότητας.
16. Η τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας 75/106/ΕΟΚ έχει ως εξής:
«[Εκτιμώντας] ότι είναι σκόπιμο να περιορισθούν όσο το δυνατόν περισσότερο για ένα δεδομένο προϊόν οι διάφορες χωρητικότητες που πλησιάζουν πολύ η μία την άλλη και είναι δυνατόν να παρασύρουν σε πλάνη τον καταναλωτή· ότι, όμως, λαμβανομένων υπόψη των εξαιρετικά υψηλών ποσοτήτων των αποθεμάτων προσυσκευασιών στην Κοινότητα, ο περιορισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο προοδευτικά».
17. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/106, στην αρχική του διατύπωση, όριζε τα ακόλουθα:
«Για τις προσυσκευασίες αυτές, γίνονται δεκτοί μόνο οι ονομαστικοί όγκοι που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙΙ».
18. Ωστόσο, η πλήρης εναρμόνιση των μεγεθών των συσκευασιών την οποία πρότεινε η διάταξη αυτή αποδείχθηκε ανεφάρμοστη και η ρύθμιση αυτή τροποποιήθηκε αργότερα ριζικά:
Η τρίτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας 79/1005 έχει ως εξής:
«[Εκτιμώντας] ότι, κατά τη θέσπιση της οδηγίας 75/106/ΕΟΚ, το Συμβούλιο, προκειμένου να βελτιωθεί η προστασία του καταναλωτού, κάλεσε την Επιτροπή να του παρουσιάσει προ της 31ης Δεκεμβρίου 1980 μία νέα πρόταση που να επιφέρει μείωση του αριθμού των ονομαστικών όγκων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που υπάρχει στο παράρτημα ΙΙΙ καταργώντας τις πολύ γειτονικές τιμές».
Η έκτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:
«[Εκτιμώντας] ότι για ορισμένα κράτη μέλη η μείωση αυτή του αριθμού των ονομαστικών όγκων παρουσιάζει δυσκολίες· ότι πρέπει συνεπώς να προβλεφθεί γι' αυτά τα κράτη μέλη μία μεταβατική περίοδος που να μην εμποδίζει εν τούτοις το ενδοκοινοτικό εμπόριο των ανωτέρω προϊόντων και να μην παρεμποδίζει τη θέση σε εφαρμογή της οδηγίας αυτής στα άλλα κράτη μέλη».
19. Κατά συνέπεια, το άρθρο 4 τροποποιήθηκε. Η παράγραφος 1 του άρθρου 4 έχει πλέον ως εξής:
«1. Όλες οι προσυσκευασίες που αναφέρονται στο άρθρο 3 πρέπει να φέρουν την ένδειξη του όγκου, ο οποίος καλείται ονομαστικός όγκος, που πρέπει να περιέχουν σύμφωνα με το παράρτημα Ι.»
Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/106/ΕΟΚ καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από διάταξη η οποία δεν έχει σχέση με την υπό κρίση υπόθεση.
20. Το σύνολο των μέτρων αυτών αποσκοπεί στο να διευκολυνθεί η χρήση του «σήματος ΕΟΚ» σαν ένα είδος «διαβατηρίου». Έτσι, το άρθρο 3 ορίζει τα εξής:
«1. Οι προσυσκευασίες που δύνανται να φέρουν το σήμα ΕΟΚ που προβλέπεται στο σημείο 3.3 του παραρτήματος Ι είναι εκείνες που ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές του παραρτήματος Ι.
2. Υπόκεινται σε μετρολογικούς ελέγχους υπό τους όρους που καθορίζονται στο παράρτημα Ι, σημείο 5, και στο παράρτημα ΙΙ».
21. Ο μηλίτης οίνος και ο απίτης οίνος περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας . Το σημείο 1, στοιχείο γ_, του παραρτήματος αυτού μνημονεύει τον όγκο των 375 ml και όχι τον όγκο των 33 cl ως όγκους «οριστικώς δεκτούς» υπό τον τίτλο «ονομαστικοί όγκοι σε λίτρα» για τα προϊόντα αυτά.
22. Κατόπιν της καταργήσεως του άρθρου 4, παράγραφος 2, η νομική έννοια του σημείου αυτού του παραρτήματος ΙΙΙ προκύπτει από το άρθρο 5, παράγραφος 1 , το οποίο έχει ως εξής:
«1. Τα κράτη μέλη δεν δύνανται για λόγους που αφορούν είτε τον προσδιορισμό των όγκων τους ή τις μεθόδους σύμφωνα με τις οποίες ελέγχονται είτε τους ονομαστικούς όγκους στην περίπτωση που αυτοί εμφαίνονται στο παράρτημα ΙΙΙ, να αρνηθούν, να απαγορεύσουν ή να περιορίσουν τη διάθεση στην αγορά προσυσκευασιών οι οποίες πληρούν τις προδιαγραφές της παρούσας οδηγίας.»
Γ Ο βαθμός εναρμονίσεως που προβλέπει η οδηγία
23. Αφ' ης στιγμής η οδηγία 79/1005 κατήργησε το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/106, εγκαταλείφθηκε, τουλάχιστον, προσωρινά, η προσπάθεια επιτεύξεως πλήρους εναρμονίσεως. Βάσει αυτού, γίνεται κοινώς δεκτό ότι η οδηγία αποτελεί οδηγία προαιρετικής εναρμονίσεως. Δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιτρέπουν την εμπορία προϊόντων σε ονομαστικούς όγκους άλλους από τους προβλεπόμενους.
24. Όσον αφορά τους προβλεπόμενους όγκους, το άρθρο 5 της οδηγίας 75/106, όπως έχει τροποποιηθεί, δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να απαγορεύουν την εμπορία προϊόντων σε προσυσκευασίες οι οποίες είναι σύμφωνες κατά τα άλλα με την οδηγία. Ωστόσο, το Βέλγιο, υποστηριζόμενο από τη Cidrerie Ruwet, συνάγει a contrario ότι η οδηγία εξαιρεί από την εφαρμογή του άρθρου 30, ακόμα δε και από την υποχρέωση τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας, την απαγόρευση, από κράτος μέλος, της εμπορίας προϊόντων μη συμφώνων προς την οδηγία.
25. Ωστόσο, κατά την άποψή μου, δεν χωρεί αμφιβολία ότι, αφότου που η οδηγία 79/1005 κατήργησε το άρθρο 4, παράγραφος 2 , η οδηγία 75/106 κατέστη οδηγία μερικής εναρμονίσεως. Αυτό δεν επηρεάζει άμεσα τον έλεγχο που ασκείται δυνάμει του άρθρου 30 της Συνθήκης όσον αφορά τα προϊόντα που πωλούνται σε συσκευασίες ονομαστικών όγκων μη καλυπτομένων από την οδηγία.
26. Η παράγωγη κοινοτική νομοθεσία θεσπίζεται κατ' εφαρμογήν της Συνθήκης· πρέπει να τηρεί τους θεμελιώδεις κανόνες της και, κατά συνέπεια, όπως παρατηρεί η Stassen, πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο σύμφωνο προς τη Συνθήκη και, στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, «υπό το φως των κανόνων της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων» . Έστω και αν το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο μπορεί, αν οι περιστάσεις το απαιτούν, να οδηγήσει το ίδιο σε έμμεσο περιορισμό των συναλλαγών, αυτό θα πρέπει να αποτελεί αποτέλεσμα εσκεμμένης σταθμίσεως των στόχων . Δεν θεωρώ ότι η οδηγία μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καθιστά απρόσβλητο εν προκειμένω τον περιορισμό των συναλλαγών μέσω της a contrario ερμηνείας την οποία επικαλείται το Βέλγιο. Συντάσσομαι με το επιχείρημα της Stassen σύμφωνα με το οποίο η άποψη την οποία υποστηρίζει το Βέλγιο έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται η οδηγία, μόνον από το κράτος αυτό, ως οδηγία πλήρους εναρμονίσεως των μεγεθών των φιαλών. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα τη στεγανοποίηση της βελγικής αγοράς.
27. Επιπλέον, όπως παρατηρεί η Cidrerie Ruwet, το Δικαστήριο έκρινε, στην απόφαση Cassis de Dijon, ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης εφαρμόζεται «ελλείψει κοινής κανονιστικής ρυθμίσεως της παραγωγής και της διαθέσεως στο εμπόριο του οινοπνεύματος» . Αυτό συμβαίνει εν προκειμένω όσον αφορά το μέγεθος των φιαλών. Όπως κρίνει κατά πάγια νομολογία το Δικαστήριο, «ελλείψει εναρμονίσεως των νομοθεσιών, το άρθρο 30 απαγορεύει τα εμπόδια στο ενδοκοινοτικό εμπόριο που ανακύπτουν από την εφαρμογή επί των εμπορευμάτων προελεύσεως άλλων κρατών μελών, όπου αυτά νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο, κανόνων σχετικών με τους όρους στους οποίους πρέπει να ανταποκρίνονται τα εμπορεύματα αυτά, όπως είναι οι κανόνες που αφορούν, για παράδειγμα, την παρουσίαση, τη σήμανση και τη συσκευασία τους, ακόμη και αν οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται αδιακρίτως και επί των εγχωρίων και επί των εισαγομένων προϊόντων» .
28. Εν προκειμένω, δεν συντρέχει περίπτωση, όπως διατείνεται το Βέλγιο, μιας lex specialis η οποία παρεκκλίνει από μια lex generalis, αλλά βρισκόμαστε ενώπιον μιας καταστάσεως η οποία δεν καλύπτεται από την υποχρέωση που προβλέπει το άρθρο 5 της οδηγίας 75/106, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί, και η οποία, ως εκ τούτου, εξακολουθεί να εμπίπτει στο άρθρο 30 της Συνθήκης. Η αντίθετη άποψη την οποία διατύπωσε η Επιτροπή με την απάντησή της σε κοινοβουλευτική ερώτηση και την οποία παραθέτει το Βέλγιο έχει μεταβληθεί με την πάροδο των ετών, όπως αναγνώρισε η Επιτροπή με τις προφορικές παρατηρήσεις της. άντως, αυτό δεν μπορεί να επηρεάσει την ερμηνεία της οδηγίας από το Δικαστήριο.
29. Ενόψει των συμπερασμάτων αυτών, δεν τίθεται θέμα κύρους της οδηγίας 75/106/ΕΟΚ, όπως έχει τροποποιηθεί, υπέρ της οποίας παρενέβη το Συμβούλιο αντικρούοντας το επικουρικό επιχείρημα της Stassen.
Δ Αναλογικότητα
30. Το Βέλγιο, επικουρικώς σε σχέση προς το κύριο επιχείρημά του και υποστηριζόμενο από τη Cidrerie Ruwet, υποστηρίζει ότι το βασιλικό διάταγμα προβλέπει περιορισμό των συναλλαγών δυνάμενο να δικαιολογηθεί και ο οποίος θεσπίστηκε προς το συμφέρον των καταναλωτών. Το συμφέρον αυτό «[περιλαμβάνεται ασφαλώς] μεταξύ των επιτακτικών απαιτήσεων, δυνάμει των οποίων επιτρέπονται εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου» .
31. Το ζήτημα που θέτει το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να αναλυθεί στο πλαίσιο του άρθρου 30 της Συνθήκης, το οποίο απαγορεύει όλους «[τους ποσοτικούς περιορισμούς] επί των εισαγωγών καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος». Το άρθρο αυτό, καθόσον συνιστά μια από τις θεμελιώδεις ελευθερίες που εγκαθιδρύει η Συνθήκης, αποτελεί αντικείμενο ευρείας ερμηνείας:
«Kάθε εμπορική ρύθμιση των κρατών μελών που είναι ικανή να εμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο πρέπει να θεωρείται μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς» .
32. Το αιτούν δικαστήριο διαπίστωσε ότι η βελγική ρύθμιση όντως εμποδίζει τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές μηλίτη οίνου. Κατά συνέπεια, η ρύθμιση αυτή απαγορεύεται, εκ πρώτης όψεως, από το άρθρο 30.
33. Τίθεται, συνεπώς, το ζήτημα κατά πόσον ο περιορισμός τον οποίο προβλέπει η βελγική νομοθεσία όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία φιαλών μηλίτη οίνου των 33 cl είναι απαραίτητη προς εξασφάλιση του επιτακτικού σκοπού της προστασίας του καταναλωτή .
34. ρέπει, ωστόσο, να υπομνησθεί ότι, ακόμα και όταν μια οδηγία προβλέπει πλήρη εναρμόνιση, όταν τα κράτη μέλη καλούνται να λάβουν μέτρα για την προστασία των καταναλωτών, τα μέτρα αυτά πρέπει να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας και να είναι σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης .
35. Όπως επισημαίνουν το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή, το ζήτημα δεν είναι κατά πόσον ο περιορισμός αυτός είναι αναγκαίος in abstracto, αλλά κατά πόσον ο συγκεκριμένος περιορισμός δικαιολογείται, στην πραγματικότητα, ενόψει του συνόλου των σχετικών περιστάσεων . Συναφώς, θα ήθελα να τονίσω, όπως το έπραξα με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Bluhme , ότι ο καθορισμός της πραγματικής αιτιολογίας εμπίπτει, κατά το κοινοτικό δίκαιο, στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου, το οποίο οφείλει να εφαρμόσει τα κριτήρια ερμηνείας που του έχει υποδείξει το Δικαστήριο.
36. Το Δικαστήριο μπορεί να παράσχει τη συνδρομή του υποδεικνύοντας τα στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη και προσδιορίζοντας τη θέση του καταναλωτή από πλευράς κοινοτικού δικαίου .
37. Στοιχείο αναφοράς συνιστά η τεκμαιρόμενη προσδοκία του μέσου καταναλωτή, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος . Το πραγματικό επίπεδο προστασίας ποικίλλει αναλόγως του προϊόντος και της αγοράς. αραδείγματος χάριν, το Δικαστήριο θεώρησε ότι δικαιολογούν την όσο το δυνατόν σαφέστερη πληροφόρηση στην περίπτωση ποιοτικών διαφορών που δεν γίνονται ευκόλως αντιληπτές από τον μέσο καταναλωτή (υαλοκρύσταλλο και κρυσταλλίνη), ιδίως όταν η αγορά του προϊόντος δεν είναι συχνή .
38. Εφόσον συνιστά παρέκκλιση από το άρθρο 30, το εθνικό μέτρο πρέπει να είναι απαραίτητο και ανάλογο σε σχέση προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, εν προκειμένω την προστασία του καταναλωτή, πρέπει δε να μην είναι δυνατόν να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα με μέτρα λιγότερο δεσμευτικά . Τα ζητήματα που μπορεί να εξετάσει το εθνικό δικαστήριο προκειμένου να προσδιορίσει το αναγκαίο του μέτρου αυτού δεν καθορίζονται από τον νόμο ούτε μπορούν να καθοριστούν εκ των προτέρων. Εν προκειμένω, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη πλείονα στοιχεία.
39. ρώτον, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι το γεγονός ότι οι όγκοι των διαφόρων ανταγωνιστικών προϊόντων είναι πολύ συγγενείς μεταξύ τους είναι ικανό να δημιουργήσει σύγχυση. Όπως παρατηρεί το Βέλγιο, η οδηγία λαμβάνει ως δεδομένο ότι ο περιορισμός του αριθμού των συσκευασιών για την εμπορία των προσυσκευασμένων υγρών εμποδίζει κάθε παραπλάνηση του καταναλωτή όσον αφορά την ποσότητα που του προσφέρεται, ιδίως όταν οι όγκοι των συσκευασιών είναι πολύ παραπλήσιοι. Μια πρώτη πλάνη αφορά την αξία σε σχέση προς τον όγκο. .χ., αν στο ράφι ενός καταστήματος εκτίθενται δύο φιάλες μηλίτη οίνου, η φιάλη των 33 cl που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς και η φιάλη των 37,5 cl η οποία έχει οριστικά επιτραπεί κατ' εφαρμογήν του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας 75/106, και αν οι δύο φιάλες πωλούνται στην ίδια τιμή, είναι πιθανόν να μην προσέξει αρκετά ο καταναλωτής ώστε να συνειδητοποιήσει ότι η φιάλη των 37,5 cl είναι περισσότερο συμφέρουσα,καθόσον η διαφορά των 4,5 cl κατ' όγκον δεν είναι αρκετή ώστε να τραβήξει την προσοχή του. Ωστόσο, το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να σκεφθεί λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι ο καταναλωτής έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος.
40. Δεύτερον, άλλα μέτρα είναι ικανά να μετριάσουν ή να εξαλείψουν κάθε κίνδυνο συγχύσεως. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο κλήθηκε να επιλύσει παρόμοιο ζήτημα στην υπόθεση Kelderman . Στην υπόθεση εκείνη, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστήριζε ότι η ολλανδική «Broodbesluit» (απόφαση περί άρτου) καθιέρωνε μια σαφή οριοθέτηση μεταξύ των διαφόρων μεγεθών και βαρών του άρτου και απέκλειε έτσι την παραπλάνηση του καταναλωτή όσον αφορά την ποσότητα του άρτου .Το Δικαστήριο έκρινε ότι «είναι εύκολο να εξασφαλιστεί η κατάλληλη πληροφόρηση του καταναλωτή με κατάλληλα μέσα, όπως η απαίτηση υπάρξεως επιγραφής που να αναφέρει π.χ. το βάρος και τα χαρακτηριστικά της συνθέσεως του εισαγομένου προϊόντος» .
41. Άλλα μέτρα του είδους αυτού που επιτρέπουν τον μετριασμό του κινδύνου παραπλανήσεως μπορούν να συναχθούν από άλλες εκ του νόμου υποχρεώσεις τις οποίες επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο . Συναφώς, όπως προκύπτει από το σύνολο των παρατηρήσεων των διαδίκων και των εμπλεκομένων στην παρούσα διαδικασία, πλην εκείνων του Βελγίου και της Cidrerie Ruwet, υπάρχουν άλλες οδηγίες που προβλέπουν μέτρα αποσκοπούντα στην εξασφάλιση της προστασίας των καταναλωτών από τον κίνδυνο συγχύσεως που μπορεί να προκαλέσει το γεγονός ότι οι όγκοι των ανταγωνιστικών προϊόντων είναι πολύ παραπλήσιοι. Η Επιτροπή επικαλέστηκε την οδηγία 98/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, περί της προστασίας των καταναλωτών όσον αφορά την αναγραφή των τιμών των προϊόντων που προσφέρονται στους καταναλωτές . Η οδηγία αυτή έπρεπε να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών έως τις 18 Μαρτίου 2000 . Το άρθρο 3 της οδηγίας επιβάλλει να αναγράφονται η τιμή πωλήσεως και η μοναδιαία τιμή, πράγμα που θα επιτρέψει την άμεση σύγκριση της κατ' όγκον τιμής μεταξύ των φιαλών μηλίτη οίνου διαφόρων μεγεθών, των οποίων δεν συμπίπτει ο όγκος. Το Ηνωμένο Βασίλειο παρατηρεί, ωστόσο, ότι η ύπαρξη της υποχρέωσεως αναγραφής της μοναδιαίας τιμής δεν προσφέρει, αυτή καθαυτήν, αναγκαστικά επαρκή προστασία στον καταναλωτή, καθόσον εξακολουθούν να υφίστανται άλλα ζητήματα όπως η φύση και το μέγεθος της συσκευασίας.
42. Αν η συσκευασία των 33 cl έχει όντως διαδοθεί πολύ σε βάρος της συσκευασίας των 37,5 cl, αυτό ασφαλώς έχει σημασία για τον καθορισμό του κινδύνου παραπλανήσεως του καταναλωτή, θα πρέπει δε να ληφθούν υπόψη και τα μεγέθη των συσκεασιών που χρησιμοποιούνται για τα ανταγωνιστικά προϊόντα όπως οι μπίρες και τα soft drinks.
43. Κατόπιν των ανωτέρω παρατηρήσεων, είμαι της γνώμης ότι οι οδηγίες 75/106 και 79/1005, όπως έχουν τροποποιηθεί, οι οποίες δεν συνιστούν οδηγίες πλήρους εναρμονίσεως, δεν επιτρέπουν ούτε υποχρεώνουν τα κράτη μέλη να απαγορεύουν την πώληση, εντός της επικράτειάς τους, μηλίτη οίνου σε προσυσκευασίες ονομαστικών όγκων άλλων από τους απαριθμούμενους στο σημείο 1, στοιχείο γ_, του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας 75/106, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί. Οποιοσδήποτε κανόνας περί εφαρμογής μιας τέτοιας απαγορεύσεως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης και δεν δικαιολογείται, ως επιτακτική ανάγκη προς το συμφέρον της προστασίας των καταναλωτών, παρά μόνον αν είναι αναγκαίος και ανάλογος του σκοπού αυτού.
IV ρόταση
ροτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα που του υπέβαλε το Tribunal de commerce των Βρυξελλών:
«1) Η οδηγία 75/106/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στην προσυσκευασία κατ' όγκον ορισμένων προσυσκευασμένων υγρών, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 79/1005/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1979, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 75/106/ΕΟΚ περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στην προσυσκευασία κατ' όγκον ορισμένων προσυσκευασμένων υγρών, δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να απαγορεύουν την εμπορία, εντός της επικράτειάς τους, του μηλίτη οίνου σε συσκευασίες ονομαστικών όγκων άλλων από τους απαριθμούμενους στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας αυτής.
2) Η απαγόρευση αυτή συνιστά μέτρο απαγορευόμενο από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 28 ΕΚ) και είναι ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο, εκτός εάν είναι απαραίτητη προς εξυπηρέτηση επιτακτικού σκοπού γενικού συμφέροντος, εν προκειμένω της προστασίας του καταναλωτή, εφόσον αποδεικνύεται ότι ο μέσος καταναλωτής, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, παραπλανάται συγχέοντας τα προσυσκευασμένα υγρά προϊόντα λόγω του ότι τα μεγέθη των προσυσκευασιών είναι πολύ παραπλήσια.»
Full & Egal Universal Law Academy