Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Νομικό πλαίσιο
1. Το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μα_ου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3193/80 του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1980 , ορίζει:
«1. H δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων που καθορίζεται κατ' εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι η συναλλακτική αξία, δηλαδή η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, μετά από προσαρμογή που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 8 [...].
2. [...]
3. α) Η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή είναι η συνολική πληρωμή που έγινε ή πρόκειται να γίνει από τον αγοραστή προς τον πωλητή, ή υπέρ του πωλητή, για τα εισαγόμενα εμπορεύματα και περιλαμβάνει όλες τις πληρωμές που έγιναν ή πρόκειται να γίνουν ως προϋπόθεση της πωλήσεως των εισαγομένων εμπορευμάτων, από τον αγοραστή προς τον πωλητή ή από τον αγοραστή προς τρίτον για την εκπλήρωση υποχρεώσεως του πωλητή (...).
(...)»
2. Το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80 ορίζει τα εξής:
«Η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων δεν περιλαμβάνει τα έξοδα μεταφοράς μετά την εισαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος, υπό τον όρον ότι τα έξοδα αυτά διακρίνονται από την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαγόμενα εμπορεύματα τιμή.»
3. Το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφηνίσθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών , ορίζει:
«Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να μην προβαίνουν σε ενέργειες εισπράξεως "εκ των υστέρων" ποσού εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν καταβλήθηκε συνεπεία λάθους αυτών των ιδίων των αρμοδίων αρχών που λογικά δεν ηδύνατο να αποκαλυφθεί από τον φορολογούμενο ο οποίος, από μέρους του, ενήργησε καλοπίστως και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, όσον αφορά την κατάθεση της τελωνειακής διασαφήσεως.»
4. Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών , όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3069/86 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 1986 ορίζει:
«1. Επιτρέπεται η επιστροφή ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή η διαγραφή εισαγωγικών δασμών σε ειδικές περιπτώσεις, εκτός αυτών τις οποίες αφορούν τα τμήματα Α έως Δ, οι οποίες ανακύπτουν από συνθήκες για τις οποίες δεν υπήρξε καμιά αμέλεια ή δόλος από μέρους του ενδιαφερομένου.
Οι περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζεται το πρώτο εδάφιο, καθώς και οι διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται για τον σκοπό αυτό, καθορίζονται σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 25 διαδικασία [...].»
5. Οι εφαρμοζόμενες διαδικασίες ορίζονται, από την 1η Ιανουαρίου 1994, από τα άρθρα 905 επ. του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα . Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές όταν η αποφασίζουσα τελωνειακή αρχή στην οποία έχει υποβληθεί αίτηση επιστροφής ή διαγραφής, δεν είναι σε θέση να αποφασίσει, το κράτος μέλος, στο οποίο υπάγεται η αρχή, διαβιβάζει τον φάκελο στην Επιτροπή. Η Επιτροπή απευθύνει την απόφασή της στο κράτος μέλος. Η τελωνειακή αρχή αποφασίζει βάσει αυτής της αποφάσεως.
Ιστορικό και διαφορά της κύριας υπόθεσης
6. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, η εταιρία Hans Sommer GmbH & Co. KG (στο εξής: Sommer), αγόρασε μη εκτελωνισμένο μέλι προελεύσεως πρώην ΕΣΣΔ, από την εταιρία Kessler & Co. Agrarprodukten-Handelsgesellschaft mbH (στο εξής: Kessler).
7. Οι παραδόσεις του εμπορεύματος πραγματοποιήθηκαν βάσει συμβάσεων πωλήσεως CIF Αμβούργου.
8. Οι παραδόσεις αυτές επικυρώθηκαν με προσθήκες στις συμβάσεις. Οι προσθήκες αυτές πρόβλεπαν δαπάνες πραγματοποιήσεως της πράξεως ενός κατ' αποκοπήν ποσού ανά τόνο μελιού. Οι δαπάνες αυτές, που η Kessler τιμολόγησε χωριστά, περιελάμβαναν: τα έξοδα εκφορτώσεως, τα έξοδα παραλαβής μέχρι την αποθήκευση, τα έξοδα μεταφοράς από την αποθήκη με φοργηγά οχήματα, τα έξοδα ελεύθερο στο φορτηγό, τα έξοδα δειγματοληψίας και αναλύσεων καθώς και τα έξοδα αποθηκεύσεως.
9. Στις διασαφήσεις της περί δασμολογητέας αξίας η Sommer δήλωσε τις τιμές CIF που είχε συμφωνήσει με την Kessler, με τις συμβάσεις πωλήσεως. Δεν δήλωσε τις δαπάνες πραγματοποιήσεως της πράξεως που συμφωνήθηκαν με τις προσθήκες των συμβάσεων.
10. Σε ένα πρώτο έλεγχο στα γραφεία της Sommer, οι τελωνειακές αρχές δεν αμφισβήτησαν την πρακτική αυτή. Σε μεταγενέστερο έλεγχο που διενήργησαν οι τελωνειακές αρχές το 1992, το καθού της κύριας δίκης, Hauptzollamt Bremen (στο εξής: ΗΖΑ) θεώρησε τα κατ' αποκοπήν έξοδα που τιμολογήθηκαν βάσει των προσθέτων συμβάσεων ως τμήμα της τιμής πωλήσεως που έπρεπε να περιληθφεί στη δασμολογητέα αξία. Με διορθωτική απόφαση της 29ης Ιουλίου 1992, ζήτησε από τη Sommer το ποσό των 96 352,77 γερμανικών μάρκων (DEM) ως δασμούς για τις εισαγωγές που πραγματοποίησε η εταιρία μεταξύ των ετών 1989 και 1991.
11. Η Sommer υπέβαλε ένσταση κατά της διορθωτικής αυτής αποφάσεως και, όταν η ένσταση απορρίφθηκε, άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht Bremen. Με απόφαση της 12ης Απριλίου 1994, το εν λόγω δικαστήριο ακύρωσε την επίδικη απόφαση. Έκρινε ότι τα κατ' αποκοπήν έξοδα πραγματοποιήσεως της πράξεως αποτελούν μέρος της δασμολογητέας αξίας, πλην όμως το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 δεν επιτρέπει την εκ των υστέρων είσπραξη των δασμών.
12. Μετά την έκδοση της αποφάσεως της 12ης Απριλίου 1994, το ΗΖΑ θεώρησε ότι δεν μπορούσε να ανακαλέσει τις τέσσερις άλλες αποφάσεις περί εκ των υστέρων εισπράξεως της 29ης Απριλίου, της 26ης Αυγούστου και της 9ης Σεπτεμβρίου 1992 για συνολικό ποσό 33 948,72 DEM, κατά των οποίων η Sommer είχε επίσης υποβάλει ενστάσεις. Κατόπιν αιτήσεως του ΗΖΑ, το ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομικών, με έγγραφο της 27ης Μαρτίου 1995 ζήτησε από την Επιτροπή την έκδοση αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79.
13. Με την απόφαση C(95) 2325, της 28ης Σεπτεμβρίου 1995, η Επιτροπή θεώρησε ότι δεν δικαιολογείται η επιστροφή των εισαγωγικών δασμών διότι δεν συντρέχει ειδική περίπτωση κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου και διότι αποδείχθηκε ότι η Sommer είχε επιδείξει προφανή αμέλεια.
14. Με αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1996, το ΗΖΑ απέρριψε τις ενστάσεις που είχε υποβάλει η Sommer κατά των τεσσάρων αποφάσεων περί εκ των υστέρων εισπράξεως της 29ης Απριλίου, της 26ης Αυγούστου και της 9ης Σεπτεμβρίου 1992 και κατά μιας πέμπτης αποφάσεως της ίδιας φύσεως, της 2ας Δεκεμβρίου 1994.
15. Η Sommer άσκησε προσφυγή κατά των απορριπτικών αυτών αποφάσεων ενώπιον του Finanzgericht Bremen. Το δικαστήριο αυτό θεώρησε ότι από τις συμβάσεις πωλήσεως συνάγεται ότι ο πωλητής ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει στη Sommer μέλι ανταποκρινόμενο στις ποιοτικές προδιαγραφές της γερμανικής νομοθεσίας και ότι η πραγματοποίηση των αναλύσεων αποτελούσε «προϋπόθεση της πωλήσεως» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 3, στοιχείο α_, του κανονισμού 1224/80 όπως έχει τροποποιηθεί. Θεώρησε όμως ότι ενδείκνυται να υποβάλει το ερώτημα αυτό στο Δικαστήριο εφόσον η απάντηση σ' αυτό είναι προαπαιτούμενο για την εξέταση των ερωτημάτων που ανακύπτουν στο πλαίσιο των διαδικασιών της εκ των υστέρων εισπράξεων των δασμών. Για τον λόγο αυτό το Finanzgericht Bremen ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) εριλαμβάνονται, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, περί δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, της 28ης Μα_ου 1980 (ΕΕ ΕΚ L 134), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3193/80 του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1980 (ΕΕ ΕΚ L 333, σ. 1), στη συναλλακτική αξία μελιού που εισήχθη από την ΕΣΣΔ κατά τα έτη 1989 έως 1991, τα "έξοδα" (spesen) ή "έξοδα τακτοποιήσεως (Abwicklungskosten)", τα οποία ο Γερμανός εισαγωγέας χρεώνει στον αγοραστή, βάσει χωριστών συμφωνιών, στην περίπτωση που ο εισαγωγέας υποχρεούται μετά την εισαγωγή, κατά τη γερμανική νομοθεσία περί μελιού, να προβεί σε δειγματοληψίες και να υποβάλει τα αποτελέσματα των χημικών αναλύσεων;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Είναι άκυρη η απόφαση της Επιτροπής, της 28ης Σεπτεμβρίου 1995, C(95) 2325;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Οφείλουν οι αρμόδιες αρχές να μην προβούν στην εκ των υστέρων είσπραξη δασμών, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79, όταν επ' ευκαιρία επιτόπιου ελέγχου που αφορούσε εισαγωγές που πραγματοποιήθηκαν σε προγενέστερο χρόνο δεν αμφισβητήθηκε από τις ίδιες αρχές το γεγονός ότι δεν περιελήφθη στη δασμολογητέα αξία, επί παρομοίου είδους εμπορικών πράξεων, κατ' αποκοπήν ποσό εξόδων και δεν προκύπτει ότι ο επιχειρηματίας θα μπορούσε να έχει αμφιβολίες ως προς την ορθότητα των αποτελεσμάτων του ελέγχου;
4) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα:
Δικαιολογούν ειδικές περιπτώσεις, κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79, τη διαγραφή εισαγωγικών δασμών, σε περίπτωση όπως αυτή που εκτίθεται στο τρίτο ερώτημα;»
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
16. Τόσο η Επιτροπή όσο και το αιτούν δικαστήριο φρονούν ότι τα επίδικα έξοδα αναλύσεων περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία. Αντιθέτως, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης καταλήγει στο αντίθετο συμπέρασμα αναπτύσσοντας διάφορα επιχειρήματα.
17. Η προσφεύγουσα επισημαίνει κατ' αρχάς ότι τα επίδικα ποσά δεν περιλαμβάνουν κανένα τμήμα που να αποβαίνει προς όφελος της Kessler και να μπορεί επομένως να ενταχθεί στην τιμή. Συγκεκριμένα, τα ποσά αυτά απλώς καλύπτουν τα έξοδα που πραγματοποίησε η Kessler για την παροχή των επίδικων υπηρεσιών.
18. Η Sommer προσθέτει ότι θα μπορούσε επίσης να αγοράσει τις εν λόγω υπηρεσίες απευθείας από επιχειρήσεις μεταφοράς και αποθηκεύσεως και από χημικούς ειδικευμένους στον τομέα των τροφίμων. Αυτό έπραττε εξάλλου μέχρι το 1984, και η διοίκηση θεωρούσε τότε πάντα ότι η τιμή CIF Αμβούργου αποτελεί τη δασμολογητέα αξία.
19. Η Sommer υπογραμμίζει επίσης ότι ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η Kessler υποχρεούται εκ της συμβάσεως να προμηθεύσει τα πιστοποιητικά περί του ότι το παραδοθέν μέλι ανταποκρίνεται στο γερμανικό Honigverordnung (κανονισμός για το μέλι), αυτό δεν σημαίνει ότι η Sommer δεν μπορούσε να παραλάβει το μέλι με τον όρο CIF Αμβούργου. Συγκεκριμένα, αν οι αναλύσεις που πραγματοποιούνται από δειγματοληψίες που γίνονται ενδεχομένως πριν ή μετά τον εκτελωνισμό αποκαλύψουν ελαττώματα, το μέλι μπορεί πάντα, στο πλαίσιο της συνήθους ασφάλειας κατά των ελαττωμάτων, να επιστραφεί ή η τιμή του μπορεί να μειωθεί. Σε καμία περίπτωση δεν είναι απαραίτητο να διαπιστώνεται η καταλληλότητα του εμπορεύματος πριν από την παράδοση.
20. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υπογραμμίζει επίσης ότι, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80, η συναλλακτική αξία είναι «η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας».
21. Ακριβώς όμως εν προκειμένω, τα επίδικα ποσά καταβλήθηκαν για υπηρεσίες παρασχεθείσες εντός της Κοινότητας από επιχειρήσεις εκεί εγκατεστημένες, υπηρεσίες που αφορούν εμπορεύματα τα οποία «πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας». Η σύμβαση που διέπει αυτές τις παροχές υπηρεσιών δεν αναφέρει κανένα ποσό καταβαλλόμενο για την πώληση μελιού CIF Αμβούργου.
22. Συνεπώς, δεν έχει εφαρμογή η νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η αμοιβή των υπηρεσιών που παρέχονται στον αγοραστή στο πλαίσιο της αγοράς εισαγομένων εμπορευμάτων δεν αποτελεί τμήμα της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων με την επιφύλαξη των προσαρμογών που προβλέπει το άρθρο 8 του κανονισμού 1224/80.
23. Η διάταξη αυτή, όμως, έχει ως στόχο να λαμβάνονται υπόψη τα έξοδα που πραγματοποιούνται μέχρι του σημείου εισαγωγής των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Αντιθέτως, τα έξοδα που προκύπτουν αργότερα για άλλες υπηρεσίες σχετικά με το εμπόρευμα δεν περιλαμβάνονται στη συναλλακτική αξία.
24. Η Sommer υποστηρίζει συναφώς ότι τα επίδικα έξοδα αναλύσεων πρέπει να εξομοιωθούν με τα έξοδα των διαφόρων υπηρεσιών όπως η εκφόρτωση ή η μεταφορά για τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν περιλαμβάνονται στη συναλλακτική αξία . Συγκεκριμένα, δεν υπάρχει κανένας λόγος να αντιμετωπίζεται η μεταφορά στο κοινοτικό έδαφος ή η αποθήκευση διαφορετικά από την ποιοτική ανάλυση του εμπορεύματος.
25. Τέλος, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης παρατηρεί ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ήδη ότι τα έξοδα επαληθεύσεως της ποσότητας του εμπορεύματος που φθάνει στον προορισμό δεν περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία . Συνεπώς, δεν βλέπω γιατί τα έξοδα διαπιστώσεως της ποιότητας του εμπορεύματος που φθάνουν στον προορισμό πρέπει να αντιμετωπιστούν διαφορετικά.
26. Το αιτούν δικαστήριο καθώς και η Επιτροπή παρατηρούν, κατά τα ουσιώδη, ότι ο πωλητής ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει μέλι η ποιότητα του οποίου διευκρινίζεται στη σύμβαση πωλήσεως με αναφορά σε «εμπεριστατωμένη ανάλυση που πραγματοποιεί ο πωλητής σύμφωνα με την ισχύουσα γερμανική νομοθεσία». Επιπλέον, η σύμβαση περιέχει την ακόλουθη ρήτρα: «λοιποί όροι: για θετικό αποτέλεσμα δέκα δειγμάτων ανά B/L (φορτωτική) και υπό την επιφύλαξη του αποτελέσματος των αντιστοίχων αναλύσεων».
27. Κατά το αιτούν δικαστήριο και την Επιτροπή, μόνο μετά τη διενέργεια των εν λόγω αναλύσεων μπορεί να θεωρηθεί ότι ο πωλητής εξεπλήρωσε την υποχρέωσή του να παραδώσει μέλι που πιστοποιείται ως ανταποκρινόμενο στη συμφωνηθείσα ποιότητα δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται ότι το παραδοθέν μέλι προελεύσεως ΕΣΣΔ δεν συνοδευόταν από πιστοποιητικό. Συνεπώς, η πραγματοποίηση των αναλύσεων πρέπει να θεωρείται ως προϋπόθεση της πωλήσεως κατά την έννοια του κανονισμού 1224/80. Άρα η πληρωμή από τη Sommer ενός κατ' αποκοπήν ποσού για την κάλυψη των εξόδων αναλύσεως βάσει των «προσθηκών» της σύμβασης πωλήσεως αποτελεί επίσης προϋπόθεση της αγοράς και το ποσό αυτό πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 1224/80, να περιληφθεί στη δασμολογητέα αξία.
28. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει σαφώς ότι η διχογνωμία μεταξύ Sommer, αφενός, και Επιτροπής και αιτούντος δικαστηρίου, αφετέρου, αφορά την έννοια του όρου «προϋπόθεση πωλήσεως των εισαγομένων εμπορευμάτων», που απαντά στο άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο α_, του κανονισμού 1224/80, που ορίζει ότι η δασμολογητέα αξία περιλαμβάνει «όλες τις πληρωμές που έγιναν ή πρόκειται να γίνουν ως προϋπόθεση της πωλήσεως των εισαγομένων εμπορευμάτων από τον αγοραστή προς τον πωλητή ή από τον αγοραστή προς τρίτον για την εκπλήρωση υποχρεώσεως του πωλητή».
29. Στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων, όπως οι επίδικες στην κύρια δίκη, ανακύπτει το ζήτημα της ορθής ερμηνείας της διάταξης αυτής.
30. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η σύμβαση πωλήσεως έχει ως αντικείμενο μέλι ποιότητας που προσδιορίζεται με αναφορά σε αναλύσεις. Από αυτό συνάγεται, όπως συνάγει η Επιτροπή, ότι η πραγματοποίηση των αναλύσεων αποτελεί «προϋπόθεση της πωλήσεως» κατά την έννοια του κανονισμού 1224/80. Σημαίνει όμως επίσης ότι τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων όσον αφορά την πληρωμή των εξόδων των αναλύσεων αυτών αποτελούν επίσης «προϋπόθεση της πωλήσεως»;
31. Συναφώς, θα μπορούσε κατ' αρχάς να υποστηριχθεί ότι οι συμφωνίες αυτές διακρίνονται από την ίδια τη σύμβαση και συνεπώς δεν αποτελούν προϋπόθεση αυτής.
32. Το καίριο ερώτημα είναι αν η μη καταβολή των εξόδων των αναλύσεων από τον αγοραστή επιφέρει ακυρότητα της πωλήσεως ή τουλάχιστον τη δυνατότητα του πωλητή να επιτύχει την ακύρωσή της.
33. Ακριβώς όμως δεν νομίζω ότι αποδείχθηκε αναμφισβήτητα ότι, αν ο αγοραστής αρνείτο να πληρώσει το κατ' αποκοπήν ποσό που οφείλεται για πρόσθετες υπηρεσίες που του παρέχει ο πωλητής με την αιτιολογία ότι δεν είναι ικανοποιημένος από τη μια ή την άλλη υπηρεσία αλλά, αντιθέτως, πλήρωνε την τιμή για το ίδιο το εμπόρευμα, η πώληση θα ήταν οπωσδήποτε άκυρη. Θα προέκυπτε βέβαια αντιδικία ως προς την πληρωμή του κατ' αποκοπήν ποσού, πλην όμως μπορεί να θεωρηθεί ότι η έκβαση της σχετικής δίκης δεν θα επηρέαζε το κύρος ολόκηρης της συναλλαγής.
34. Η αβεβαιότητα ως προς αυτό το σημείο αυξάνεται αν εξετάσουμε την ακόλουθη περίπτωση: ας υποθέσουμε ότι ο πωλητής παραδίδει το εμπόρευμα, εισπράττει την τιμή του καθώς επίσης και το επίδικο κατ' αποκοπήν ποσό, πριν αποδειχθεί ότι το μέλι δεν μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο διότι δεν ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές. Στην περίπτωση αυτή, είναι σαφές ότι ο αγοραστής μπορεί να επιστρέψει το εμπόρευμα και να ανακτήσει την τιμή του. Είναι εξίσου σαφές ότι μπορεί να επιτύχει την επιστροφή του κατ' αποκοπήν ποσού τη στιγμή που το ποσό αυτό υποτίθεται ότι καλύπτει τα έξοδα υπηρεσιών, όπως η μεταφορά και οι αναλύσεις, που πράγματι παρασχέθηκαν;
35. Ομοίως, αν το μέλι δεν έχει την προβλεπομένη ποιότητα αλλά εν πάση περιπτώσει είναι εμπορεύσιμο, τα μέρη μπορούν να διαπραγματευτούν μια νέα πώληση σε χαμηλότερη τιμή. Το επίδικο κατ' αποκοπήν ποσό δεν επηρεάζεται καθόλου ενώ θα μπορούσε πάντως να θεωρηθεί ότι συνήφθη νέα σύμβαση πωλήσεως.
36. ρέπει, συνεπώς, να θεωρήσουμε ότι η πληρωμή του επίδικου ποσού δεν αποτελεί «προϋπόθεση της πωλήσεως» και ότι το ποσό αυτό δεν ανήκει στη δασμολογητέα αξία κατά την έννοια του κανονισμού 1224/80;
37. Η Sommer επικαλείται συναφώς την προπαρατεθείσα απόφαση Van Houten και υποστηρίζει ότι πρέπει να αντιμετωπιστούν κατά τον ίδιο τρόπο ο επίδικος εν προκειμένω προσδιορισμός της ποιότητας και ο προσδιορισμός της ποσότητας που αποτελούσε το αντικείμενο της διαφοράς στην υπόθεση Van Houten. ρέπει όμως να σημειωθεί ότι, στην υπόθεση εκείνη, ήταν ο αγοραστής αυτός που, κατά την παραλαβή του εμπορεύματος, το ζύγισε με δικά του έξοδα. Εν προκειμένω, η περίπτωση διαφέρει διότι ο αγοραστής ανέθεσε τη διενέργεια των αναλύσεων στον πωλητή και τον αμείβει για την υπηρεσία αυτή.
38. Όπως είδαμε, η Sommer επικαλείται επίσης την προπαρατεθείσα απόφαση Wünsche από την οποία προκύπτει ότι, βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80, «η αμοιβή υπηρεσιών που παρέχονται στον αγοραστή κατά την αγορά εισαγομένων εμπορευμάτων δεν περιλαμβάνεται στη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων» .
39. Στην υπόθεση εκείνη επρόκειτο πάντως για υπηρεσία χρηματοδοτήσεως η οποία διευκόλυνε μεν την απόκτηση των εμπορευμάτων από τον αγοραστή πλην όμως δεν μετέβαλε την πραγματική αξία τους.
40. Η προκειμένη περίπτωση διαφέρει ριζικά από την προαναφερθείσα. Συγκεκριμένα, χωρίς τις αναλύσεις, το εισαχθέν εμπόρευμα είναι απροσδιόριστης ποιότητας και οι δυνατότητες εμπορίας του είναι αβέβαιες. Αντιθέτως, μόλις αποκτήσει πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι ανταποκρίνεται στις διατάξεις του Honigverordnung, το εισαχθέν μέλι παρουσιάζει σαφώς πρόσθετη αξία διότι η ποιότητά του γίνεται πλέον αδιαμφισβήτητη, όπως και η δυνατότητα εμπορίας του.
41. Αυτό ακριβώς το κριτήριο είναι καθοριστικό. ράγματι, κατά πάγια νομολογία , στόχος του κανονισμού 1224/80 είναι να εξασφαλίσει ότι οι δασμολογητέες αξίες δεν θα είναι ούτε πλασματικές ούτε αυθαίρετες αλλά θα ανταποκρίνονται στην οικονομική πραγματικότητα των οικείων συναλλαγών.
42. Όπως είδαμε, όμως, ένα αγαθό του οποίου η ποιότητα πιστοποιείται από τον πωλητή παρουσιάζει μεγαλύτερη οικονομική αξία από την αξία ενός εμπορεύματος που δεν συνοδεύεται από τέτοιο πιστοποιητικό. Αυτή ακριβώς η διαφορά είναι που δικαιολογεί να συμπεριλαμβάνεται στη δασμολογητέα αξία το κόστος αυτής της πιστοποίησης.
43. Θα παρατηρήσω εξάλλου ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει με την απόφαση Malt ότι τα έξοδα τα σχετικά με την έκδοση πιστοποιητικών γνησιότητας για εισαγόμενο βόειο κρέας πρέπει να περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία του εμπορεύματος. Αυτά όμως τα πιστοποιητικά, από την έκδοση των οποίων η κοινοτική νομοθεσία εξαρτά τη δυνατότητα εισαγωγής κρέατος χωρίς εισφορά, ασκούσαν λειτουργία ανάλογη με τη λειτουργία των επιδίκων αναλύσεων διότι αποτελούσαν εγγύση για το ότι το εμπόρευμα ανταποκρίνεται σε ορισμένες προδιαγραφές. Υπάρχει δηλαδή κάποια αναλογία με την υπό κρίση υπόθεση καίτοι είναι αλήθεια ότι το Δικαστήριο στηρίχθηκε σε άλλη σκέψη, διαφορετική από αυτή που εξέθεσα διότι δικαιολόγησε τον συνυπολογισμό στη δασμολογητέα αξία με τον άρρηκτο δεσμό που συνδέει το εμπόρευμα με τα πιστοποιητικά.
44. Τα επίδικα κατ' αποκοπήν ποσά δεν αφορούν αποκλειστικά τα έξοδα αναλύσεων αλλά και τους λιμενικούς φόρους και τα έξοδα ενδοκοινοτικής μεταφοράς. Ανακύπτει λοιπόν το ερώτημα αν το γεγονός ότι τα έξοδα των αναλύσεων εντάσσονται στη δασμολογητέα αξία σημαίνει ότι ολόκληρο το κατ' αποκοπήν ποσό πρέπει να συμπεριληφθεί σ' αυτήν. Θα παρατηρήσω πάντως ότι το ερώτημα που υποβάλλεται στο Δικαστήριο, καίτοι αναφέρεται αόριστα στα εν λόγω κατ' αποκοπήν ποσά, μνημονεύει ρητά το ζήτημα των αναλύσεων.
45. Γι' αυτόν τον λόγο, επικουρικώς μόνον, παρατηρώ ότι η Επιτροπή καθώς και το αιτούν δικαστήριο ορθώς εκθέτουν ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτά τα έξοδα μεταφοράς δεν μπορούν να αφαιρεθούν από τη δασμολογητέα αξία παρά μόνον αν δικαιολογούνται χωριστά από την τιμή των εμπορευμάτων. Δεδομένου ότι αυτό δεν συνέβη στην υπό κρίση υπόθεση, το ζήτημα ποιο τμήμα του κατ' αποκοπήν ποσού έπρεπε να εξαιρεθεί από τη δασμολογητέα αξία, αν δικαιολογείτο χωριστά, δεν ανακύπτει.
46. Φρονώ επομένως ότι στο πρώτο ερώτημα αρμόζει η ακόλουθη απάντηση:
Η συναλλακτική αξία κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3193/80, των παρτίδων μελιού που εισήχθησαν μεταξύ των ετών 1989 και 1991 από την ΕΣΣΔ περιλαμβάνει τα «έξοδα» (Spesen) ή «έξοδα τακτοποιήσεως» (Abwicklungskosten) που ο Γερμανός εισαγωγέας χρεώνει στον αγοραστή βάσει χωριστής συμφωνίας, στην περίπτωση που ο εισαγωγέας υποχρεούται να πραγματοποιήσει δειγματοληψίες μετά την εισαγωγή για να προσδιορίσει την ποιότητα του μελιού σύμφωνα με τη σχετική γερμανική νομοθεσία και να παρουσιάσει τα αποτελέσματα των χημικών αναλύσεων.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
47. Για την περίπτωση που το Δικαστήριο δώσει καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν είναι άκυρη η απόφαση της Επιτροπής της 28ης Σεπτεμβρίου 1995.
48. Η Επιτροπή φρονεί ότι παρέλκει η απάντηση στο ερώτημα αυτό διότι η απόφασή της είναι οριστική. Συγκεκριμένα, ακόμη και αν η πράξη αυτή δεν απευθυνόταν στην προσφεύγουσα της κύριας δίκης αλλά στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, λόγω του περιεχομένου της αφορούσε άμεσα και ατομικά την προσφεύγουσα η οποία όφειλε να την προσβάλει με προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ) μόλις έλαβε γνώση αυτής.
49. Η Επιτροπή επικαλείται συναφώς την απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Μαρτίου 1994 στην υπόθεση TWD Textilwerke Deggendorf (στο εξής: απόφαση TWD), από την οποία προκύπτει ότι αν η ενδιαφερόμενη μπορούσε να αντιταχθεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου στην εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής επικαλούμενη τον παράνομο χαρακτήρα της, αυτό σημαίνει ότι θα της δινόταν η ευκαιρία να παρακάμψει το στοιχείο του οριστικού που αποκτά η απόφαση μετά την εκπνοή της προθεσμίας προσβολής της. Με άλλα λόγια, η προδικαστική παραπομπή δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κακόπιστα αντί της προσφυγής ακυρώσεως που δεν ασκήθηκε. Ο οριστικός χαρακτήρας της απόφασης εμποδίζει την εξέταση του κύρους της στο πλαίσιο προδικαστικής διαδικασίας.
50. Στην παρούσα υπόθεση αποδείχθηκε με τις ερωτήσεις του Δικαστηρίου προς τους διαδίκους της κύριας δίκης ότι η απόφαση της Επιτροπής της 28ης Σεπτεμβρίου 1995 κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα από το καθού, ΗΖΑ, με έγγραφο της 27ης Νοεμβρίου 1995. Με το έγγραφο αυτό εφιστάται επίσης η προσοχή της προσφεύγουσας στη δυνατότητα προσβολής της αποφάσεως της Επιτροπής βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης.
51. ρέπει, παρ' όλ' αυτά, να θεωρηθεί ότι η νομολογία TWD έχει εφαρμογή εν προκειμένω;
52. Επ' αυτού θα παρατηρήσω τα ακόλουθα.
53. Στη σκέψη 25 της αποφάσεως TWD, το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι η ερμηνεία της ισχύει «ενόψει των πραγματικών και νομικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης».
54. Στην υπόθεση TWD επρόκειτο για απόφαση της Επιτροπής απευθυνόμενη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με την οποία επισημαίνεται ότι οι ενισχύσεις που χορηγούσε αυτό το κράτος μέλος στην επιχείρηση Deggendorf συνιστούν παράβαση των διατάξεων του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ) και επομένως, ήταν παράνομες. Η Επιτροπή κάλεσε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να ζητήσει την επιστροφή των ενισχύσεων, πράγμα που έγινε. Στη συνέχεια η εταιρία Deggendorf προσέφυγε ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων κατά της διοικητικής πράξεως που εξέδωσε η εθνική αρχή, κατ' εφαρμογήν της αποφάσεως της Επιτροπής.
55. Θα παρατηρήσω κατ' αρχάς ότι η παρούσα υπόθεση, αντίθετα με την υπόθεση TWD, δεν ανήκει στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων και συνεπώς εκ πρώτης όψεως εντάσσεται σε διαφορετικά «πραγματικά και νομικά περιστατικά».
56. Βεβαίως, σε δύο υποθέσεις που δεν αφορούσαν κρατικές ενισχύσεις το Δικαστήριο αναφέρθηκε στη νομολογία TWD. Από τις αποφάσεις αυτές πάντως δεν συνάγονται συμπεράσματα όσον αφορά το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της νομολογίας αυτής διότι, στις δύο αυτές υποθέσεις, το Δικαστήριο μνημόνευσε την εν λόγω νομολογία απλώς για να διαπιστώσει ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν συντρέχει μια άλλη προϋπόθεση της εφαρμογής της.
57. Ακριβώς όμως ο τομέας των κρατικών ενισχύσεων διαφέρει από πλείονες πλευρές του τομέα της υπό κρίση υπόθεσης. Συγκεκριμένα, η αρχή της ασφάλειας δικαίου, για την οποία το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση TWD ότι συνεπάγεται ότι δεν μπορεί να αμφισβητείται επ' αόριστον το κύρος μιας απόφασης, δεν έχει κατ' ανάγκη το ίδιο περιεχόμενο στην υπό κρίση υπόθεση. ράγματι, στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, η επίδικη απόφαση έχει συχνά καθοριστική σημασία όχι μόνο για την ωφελουμένη επιχείρηση αλλά και για τους ανταγωνιστές της. Στο θέμα της διαγραφής ή επιστροφής δασμών δεν υπάρχει τέτοια επιρροή.
58. Επιπλέον, ένα άλλο επιχείρημα που προβάλλεται υπέρ της νομολογίας TWD, δηλαδή ότι η διαδικασία της άμεσης προσφυγής, με την ανταλλαγή υπομνημάτων, είναι πλέον κατάλληλη σε έναν τομέα όπου ο εκδότης της προσβαλλόμενης πράξης χρειάστηκε να προβεί σε περίπλοκες οικονομικές εκτιμήσεις από τη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, είναι αλυσιτελές εν προκειμένω διότι δεν γίνεται εδώ τέτοια εκτίμηση.
59. Εξάλλου, τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης ομοιάζουν περισσότερο με την υπόθεση Foto-Frost παρά με την υπόθεση TWD. Όμως, και στην υπόθεση εκείνη, ένας επιχειρηματίας αμφισβήτησε το κύρος απόφασης της Επιτροπής ενώπιον εθνικού δικαστηρίου ενώ δεν είχε ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως εντός της προθεσμίας του άρθρου 173 της Συνθήκης. Το Δικαστήριο έκρινε όμως ότι το εθνικό δικαστήριο μπορούσε να παραπέμψει το ζήτημα ελέγχου του κύρους.
60. Βεβαίως, στην υπόθεση Foto-Frost, η επίδικη απόφαση της Επιτροπής στηριζόταν στον κανονισμό περί εκ των υστέρων εισπράξεως και όχι, όπως εν προκειμένω, στον κανονισμό περί διαγραφής και επιστροφής δασμών. Δεν νομίζω πάντως ότι αυτή η διαφορά ασκεί επιρροή όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ της προσφυγής ακυρώσεως και της προδικαστικής παραπομπής.
61. Είναι αλήθεια επίσης ότι στην απόφαση Foto-Frost δεν διευκρινίζεται αν ο επιχειρηματίας είχε ενημερωθεί, όπως εν προκειμένω, για την απόφαση που έθιγε τα συμφέροντά του και για τα μέσα παροχής εννόμου προστασίας. Το στοιχείο αυτό πάντως είναι άνευ σημασίας διότι με την απόφαση εκείνη το Δικαστήριο έκρινε παραδεκτή την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως χωρίς να εξετάσει το ζήτημα αν ο επιχειρηματίας είχε τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως.
62. Εκτός από αυτές τις γενικές θεωρήσεις θα ήθελα να τονίσω και ένα ιδιαίτερο στοιχείο της παρούσας υπόθεσης.
63. Η δίκη πηγάζει από μια διορθωτική απόφαση της 29ης Ιουλίου 1992 που απηύθυνε στην προσφεύγουσα της κύριας δίκης η αρμόδια τελωνειακή αρχή.
64. Στις 11 Αυγούστου 1992, η προσφεύγουσα προσέβαλε την απόφαση αυτή. Η ένστασή της απορρίφθηκε και το Finanzgericht Bremen, εκδικάζοντας την ενώπιόν του ασκηθείσα προσφυγή, ακύρωσε, με απόφαση της 12ης Απριλίου 1994 τη διορθωτική φορολογική απόφαση όπως περιελήφθη στην απόφαση επί της ενστάσεως.
65. Μετά την απόφαση της 12ης Απριλίου 1994, η αρμόδια φορολογική αρχή δεν ανακάλεσε, βάσει της αποφάσεως αυτής και άλλες αποφάσεις περί εκ των υστέρων εισπράξεως που είχε προσβάλει η προσφεύγουσα. Απευθύνθηκε όμως στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας το οποίο, στις 27 Μαρτίου 1995, ζήτησε από την Επιτροπή να διευκρινίσει αν πρέπει να γίνει διαγραφή ή επιστροφή των δασμών.
66. Η Επιτροπή αποφάσισε, στις 28 Σεπτεμβρίου 1995, ότι δεν δικαιολογείται η επιστροφή των εισαγωγικών δασμών. Τότε η τελωνειακή αρχή απέρριψε με τέσσερις αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1996 ως αβάσιμες της ενστάσεις κατά των φορολογικών αποφάσεων.
67. Στις 21 Μαρτίου 1996, δηλαδή μετά την παρέλευση της προθεσμίας του άρθρου 173 της Συνθήκης, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης άσκησε προσφυγή κατά των διορθωτικών φορολογικών αποφάσεων υπό τη μορφή των αποφάσεων επί των ενστάσεών της.
68. Από τις περιστάσεις αυτές προκύπτει ότι δεν πληρούται εν προκειμένω μία από τις καίριες προϋποθέσεις εφαρμογής της νομολογίας TWD. Συγκεκριμένα, στη σκέψη 24 της απόφασης εκείνης, το Δικαστήριο τόνισε ότι η επιχείρηση γνώριζε πλήρως την απόφαση της Επιτροπής και μπορούσε χωρίς αμφιβολία να την προσβάλει βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης.
69. Εν προκειμένω όμως η Sommer προσέκρουσε σε μια απόφαση της Επιτροπής περί διαγραφής δασμών ενώ επιδίωκε την ακύρωση εθνικών αποφάσεων που είχαν διαφορετικό αντικείμενο και αφορούσαν την εκ των υστέρων είσπραξη. Αυτό της δημιούργησε εύλογη αμφιβολία ως προς τη δυνατότητα να προσβάλει την απόφαση αυτή. Σημειωτέον μάλιστα ότι δεν προκύπτει από τη δικογραφία ότι οι εθνικές αρχές πληροφόρησαν τη Sommer ότι είχαν υποβάλει το ερώτημα στην Επιτροπή ούτε επί ποιας βάσεως το έπραξαν.
70. ράγματι, μετά την απόφαση του Finanzgericht της 12ης Απριλίου 1994, η Sommer, θεωρώντας ότι δεν θα χωρήσει εκ των υστέρων είσπραξη, περίμενε μάλλον ότι η Επιτροπή θα εξέδιδε απόφαση βάσει του κανονισμού 1697/99 (εκ των υστέρων είσπραξη) και όχι βάσει του κανονισμού 1430/79 (διαγραφή και επιστροφή).
71. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο η Sommer όχι μόνον μπορούσε να διατηρεί αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητά της να προσβάλει την επίδικη απόφαση αλλά, κατά μείζονα λόγο, ως προς την ανάγκη να το πράξει. Δεν μπορούμε λογικά να θεωρήσουμε ότι όφειλε να αντιληφθεί ότι, αν δεν προσέβαλλε την πράξη αυτή δεν θα υπήρχε πιθανότητα να ευδοκιμήσει η προσφυγή της ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου την οποία είχε ασκήσει βάσει άλλης νομοθεσίας από αυτή στην οποία στηρίχθηκε η απόφαση της Επιτροπής.
72. Αυτή θα ήταν η συνέπεια της εφαρμογής εν προκειμένω της νομολογίας TWD.
73. Εξάλλου, αξίζει να σημειωθεί ότι με την πρόσφατη απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, Επιτροπή κατά AssiDomän Kraft Products κ.λπ. , το Δικαστήριο έκρινε ότι η νομολογία TWD στηρίζεται κυρίως στη σκέψη ότι οι προθεσμίες για την άσκηση προσφυγής σκοπεύουν να κατοχυρώσουν την ασφάλεια δικαίου προλαμβάνοντας την επ' αόριστον αμφισβήτηση των κοινοτικών πράξεων που συνεπάγονται έννομα αποτελέσματα καθώς επίσης και στις επιτακτικές ανάγκες καλής απονομής της δικαιοσύνης και οικονομίας της διαδικασίας (σκέψη 61).
74. Ακριβώς όμως σε μια υπόθεση όπως η υπό κρίση, οι θεωρήσεις περί καλής απονομής της δικαιοσύνης και οικονομίας της διαδικασίας θα πρέπει να σας εμπνεύσουν να μη θεωρήσετε ότι ένας προσφεύγων οφείλει να ασκήσει, εκτός της προσφυγής ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, και προσφυγή ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, αν μη τι άλλο διότι, αν ληφθούν υπόψη οι εύλογες αμφιβολίες του, ο επιχειρηματίας θα είχε ένα κίνητρο να ασκεί προσφυγές ακυρώσεως για λόγους ασφάλειας.
75. Δεν θα ήταν εξάλλου εύλογο, από τη σκοπιά της διάρκειας και των εξόδων της διαδικασίας να υποχρεωθεί ο προσφεύγων να ασκήσει τέτοια προσφυγή. Απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, η Sommer παρατήρησε και νομίζω ορθά ότι λαμβανομένου υπόψη του εν προκειμένου επιδίκου ποσού, τα έξοδα μιας τέτοιας πρόσθετης διαδικασίας θα ήταν στοιχείο αποτρεπτικό. Η Sommer υπογραμμίζει ότι ο διάδικος που ενεργεί με γνώμονα την αποδοτικότητα θα ήταν αναγκασμένος να μην προβάλλει τα δικαιώματά του, πράγμα που θα περιόριζε το δικαίωμά του να διατυπώσει την άποψή του. Η προσφεύγουσα αναφέρει επίσης για ποιο λόγο τα έξοδα μιας προδικαστικής διαδικασίας είναι σαφώς χαμηλότερα από τα έξοδα της άμεσης προσφυγής. ροσθέτει ότι, λόγω της εργασίας που επιτελέστηκε ήδη από το εθνικό δικαστήριο οι διάδικοι μπορούν να παραιτηθούν από την προφορική διαδικασία με πολύ περισσότερη εμπιστοσύνη και κατ' αυτόν τον τρόπο αποφεύγουν τα έξοδα μετακινήσεως για να παραστούν στην επ' ακροατηρίου συζήτηση.
76. Για τους παραπάνω λόγους δεν συμμερίζομαι την ανάλυση της Επιτροπής ως προς την εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση της νομολογίας TWD.
77. Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί το κύρος της απόφασης της Επιτροπής. Το παραπέμπον δικαστήριο διατυπώνει συναφώς τις ακόλουθες θεωρήσεις.
78. Επισημαίνει κατ' αρχάς ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου και του ρωτοδικείου προκύπτει ότι, σε διαδικασίες όπως η επίδικη εν προκειμένω, η προσφεύγουσα είχε το δικαίωμα ακροάσεως. Όμως, το δικαίωμα αυτό προσεβλήθη διότι η Επιτροπή έλαβε την απόφασή της μόνο βάσει παλαιότερης απόφασης του εθνικού δικαστηρίου καθώς επίσης και βάσει ενός σύντομου εγγράφου του Υπουργείου Οικονομικών, του οποίου η προσφεύγουσα δεν έλαβε γνώση. Επιπλέον, η Επιτροπή ουδέποτε έδωσε στην προσφεύγουσα τη δυνατότητα να διατυπώσει παρατηρήσεις.
79. Συμμερίζομαι την ανάλυση αυτή στην οποία εξάλλου η Επιτροπή δεν απαντά.
80. ράγματι, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα δικαιώματα άμυνας πρέπει να γίνονται σεβαστά σε κάθε διαδικασία που ενδέχεται να καταλήξει στην έκδοση απόφασης που θίγει τα δικαιώματα κάποιου προσώπου, ακόμη και αν δεν υπάρχουν ρητές διαδικαστικές διατάξεις. Ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας αποτελεί δηλαδή προϋπόθεση κυρίως των αποφάσεως της Επιτροπής στον τομέα της διαγραφής ή της επιστροφής εισαγωγικών δασμών .
81. Συνεπώς, το γεγονός ότι η επίδικη εν προκειμένω απόφαση της Επιτροπής ελήφθη πριν τροποποιηθεί ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας, με την προσθήκη του άρθρου 906α που προβλέπει διαδικαστικούς κανόνες, δεν σημαίνει ότι η αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω.
82. ρέπει να σημειωθεί εξάλλου, όπως ορθά επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, ότι, με την απόφαση Technische Universitìat Μünchen που αφορούσε δασμολογική απαλλαγή για την εισαγωγή επιστημονικής συσκευής, το Δικαστήριο έκρινε ότι όταν πρόκειται για διοικητική διαδικασία που ενέχει περίπλοκες τεχνικές εκτιμήσεις η ύπαρξη εξουσίας εκτιμήσεως στο πρόσωπο της Επιτροπής δεν μπορεί να διαχωριστεί από τον σεβασμό των εγγυήσεων που παρέχει η κοινοτική έννομη τάξη μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται ιδίως το δικαίωμα του ενδιαφερομένου να διατυπώσει την άποψή του.
83. Βεβαίως, η εφαρμογή του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79 δεν απαιτεί εκ μέρους της Επιτροπής περίπλοκες τεχνικές εκτιμήσεις. Ωστόσο, το στοιχείο που μου φαίνεται καθοριστικό δεν είναι ο τεχνικός ή μη χαρακτήρας των εκτιμήσεων στις οποίες καλείται να προβεί η Επιτροπή αλλά μάλλον αυτή ταύτη η ύπαρξη εξουσίας εκτιμήσεως.
84. Εν προκειμένω όμως, όπως εύστοχα επισημαίνει το ρωτοδικείο με την απόφαση France-aviation κατά Επιτροπής , η εφαρμογή της διάταξης αυτής που το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα χαρακτηρίσει ως «γενική ρήτρα δικαιοσύνης» προϋποθέτει ότι η Επιτροπή διαθέτει κάποιο περιθώριο εκτιμήσεως. Η Επιτροπή οφείλει συγκεκριμένα να διαπιστώσει αν πρόκειται για «ειδική περίπτωση» κατά την έννοια της διάταξης αυτής πράγμα που συνεπάγεται, όπως τονίζει το ρωτοδικείο, τον εντοπισμό και τη στάθμιση όλων των νομικών και πραγματικών στοιχείων που ασκούν επιρροή όσον αφορά την απόφαση που πρέπει να ληφθεί.
85. Η Επιτροπή οφείλει επίσης να διαπιστώσει αν υπάρχει αμέλεια η οποία πρέπει εξάλλου να είναι προφανής, ή δόλος του ενδιαφερομένου. Καλείται δηλαδή να διαμορφώσει εκτιμήσεις ως προς τη συμπεριφορά του οφειλέτη.
86. Εξ αυτού έπεται ότι ο τελευταίος πρέπει κατά μείζονα λόγο να έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει λυσιτελώς την άποψή του.
87. Εν προκειμένω όμως διαπιστώνεται, όπως και στην προαναφερθείσα υπόθεση France-aviation κατά Επιτροπής, ότι η Επιτροπή έκρινε ότι πρέπει να καταλογιστεί προφανής αμέλεια εις βάρος του οφειλέτη χωρίς να του δώσει καθόλου τη δυνατότητα να διατυπώσει παρατηρήσεις.
88. ροκύπτει επίσης ότι η απόφαση της Επιτροπής ελήφθη ιδίως βάσει μιας έκθεσης του Υπουργείου Οικονομικών για την οποία το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι διατυπώνει άποψη αντίθετη από της προσφεύγουσας.
89. Αντιστρόφως, η διάταξη περί παραπομπής δεν αναφέρει ότι τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή έλαβε την απόφασή της βάσει μόνον της προαναφερθείσας έκθεσης και μιας παλαιότερης απόφασης του αιτούντος δικαστηρίου. Βεβαίως μπορούμε να υποθέσουμε ότι η ανάγνωση της απόφασης αυτής θα έδωσε τη δυνατότητα στην Επιτροπή να γνωρίσει ένα μέρος των επιχειρημάτων της αιτούσας. ρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η απόφαση αυτή αφορούσε το κύρος άλλων αποφάσεων περί εισπράξεως εκ των υστέρων. Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή βρήκε στην απόφαση αυτή όλα τα επιχειρήματα που θα μπορούσε να αναπτύξει η αιτούσα στο πλαίσιο του ερωτήματος σχετικά με τη δυνατότητα διαγραφής ή επιστροφής δασμών που υπέβαλε, υπενθυμίζω, μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής το Υπουργείο Οικονομικών.
90. Κατόπιν αυτού συνάγεται το συμπέρασμα ότι η απόφαση της Επιτροπής, που διατυπώνει εις βάρος της προσφεύγουσας τη βαριά αιτίαση της προφανούς αμέλειας, ελήφθη χωρίς να έχει δοθεί στην προσσφεύγουσα η δυνατότητα να αναπτύξει λυσιτελώς τα επιχειρήματά της. Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί άκυρη λόγω προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας.
91. Επικαλούμενο επίσης τη νομολογία του Δικαστηρίου και του ρωτοδικείου, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί στη συνέχεια ότι η αιτιολογία της επίδικης απόφασης είναι ελλιπής.
92. Η Επιτροπή με κάποια λακωνικότητα που θυμίζει κάπως το ύφος της επίδικης απόφασης περιορίζεται στην παρατήρηση ότι θεωρεί την απόφασή της επαρκώς αιτιολογημένη.
93. Και σ' αυτό το σημείο συμφωνώ με την ανάλυση του αιτούντος δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να μη διαπιστωθεί ότι η απόφαση αυτή απαρτίζεται ουσιαστικά από μια σειρά αναιτιολόγητων ισχυρισμών.
94. ρώτον, η διαπίστωση της Επιτροπής ότι τα επίδικα ποσά αποτελούν πράγματι μέρος της δασμολογητέας αξίας, διαπίστωση η οποία εξάλλου κατά το αιτούν δικαστήριο δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής, δεν μπορεί εν πάση περιπτώσει να αιτιολογήσει την άρνηση της διαγραφής ή της επιστροφής.
95. ράγματι, η διαπίστωση αυτή συνεπάγεται ότι οι δασμοί ήταν απαιτητοί, πράγμα που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ενδεχόμενη διαγραφή ή επιστροφή, πλην όμως δεν οδηγεί σε συμπέρασμα όσον αφορά το αν ήταν δικαιολογημένη η διαγραφή ή η επιστροφή.
96. Όσον αφορά την ύπαρξη ειδικών περιπτώσεων από την οποία ο κανονισμός 1430/79 εξαρτά τη δυνατότητα επιστροφής ή διαγραφής των δασμών, η απόφαση της Επιτροπής περιέχει μόνο δύο βραχείες διαπιστώσεις.
97. Αναφέρει κατ' αρχάς ότι το γεγονός ότι οι εθνικές αρχές δεν διαπίστωσαν πλάνη σε παλαιότερο έλεγχο δεν συνιστά ειδική περίπτωση κατά την έννοια του κανονισμού 1430/79.
98. Η Επιτροπή δεν διευκρινίζει ωστόσο πως καταλήγει στο συμπέρασμα αυτό ενώ εδώ ακριβώς τοποθετείται ολόκληρο το ζήτημα. Συγκεκριμένα, ο σκοπός της διαδικασίας είναι να καταστεί δυνατή η ορθή εφαρμογή του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79 στη συγκεκριμένη περίπτωση, πράγμα που προϋποθέτει ότι πρέπει να προσδιοριστεί αν τα πραγματικά περιστατικά που περιγράφουν οι εθνικές αρχές συνιστούν «ειδική περίπτωση» κατά την έννοια της διάταξης αυτής. Η Επιτροπή όμως αρκείται μόνο στη διαπίστωση ότι δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση.
99. Συνεπώς, με την ανάγνωση της απόφασης δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί σε ποιες σκέψεις στηρίζει η Επιτροπή αυτή την ερμηνεία του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79.
100. Με ένα δεύτερο ισχυρισμό εξίσου λακωνικό και αδιαπραγμάτευτο, η Επιτροπή παρατηρεί ότι «η νομική κατάσταση που δημιούργησε το εθνικό δικαστήριο» δεν μπορεί να θέσει ζήτημα εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου ούτε να συνιστά ειδική περίπτωση κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79. Ούτε εδώ υπάρχει η παραμικρή ένδειξη για τον συλλογισμό βάσει του οποίου η Επιτροπή κατέληξε σ' αυτό το συμπέρασμα.
101. Επιπλέον, η επίδικη απόφαση τονίζει και πάλι με μία μόνο φράση ότι «αποδείχθηκε ότι η επιχείρηση επέδειξε προφανή αμέλεια» και δεν περιέλαβε στη δήλωσή της τα επίδικα έξοδα στο πλαίσιο της δασμολογητέας αξίας.
102. Όπως ορθά υπογραμμίζει το αιτούν δικαστήριο, αναλύοντας την παρόμοια άποψη του ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομικών, ο ισχυρισμός αυτός αγνοεί το πραγματικό πρόβλημα. Συγκεκριμένα, η επιχείρηση δεν περιέλαβε τα επίδικα ποσά στη δήλωσή της διότι σε προηγούμενο έλεγχο, κατά τον οποίο έθεσε στη διάθεση της αρμόδιας τελωνειακής αρχής όλα τα σχετικά έγγραφα, δεν επικρίθηκε το γεγονός ότι δεν είχε περιλάβει στη δασμολογητέα αξία τα επίδικα ποσά.
103. Το πραγματικό ζήτημα που ανακύπτει είναι δηλαδή να προσδιοριστούν τα αποτελέσματα αυτής της σιωπής της διοίκησης σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79.
104. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η επιχείρηση επέδειξε «προφανή αμέλεια» αυτός δημιουργεί απορία. Συγκεκριμένα, για να θεμελιώσει αυτή τη βαρεία αιτίαση η επίδικη απόφαση αναφέρει αποκλειστικά το γεγονός ότι τα επίδικα ποσά δεν περιελήφθησαν στη δήλωση της Sommer χωρίς καν να θίξει το ζήτημα της σχέσης με το αποτέλεσμα του παλαιοτέρου ελέγχου.
105. Η Επιτροπή δηλαδή δεν αιτιολόγησε επαρκώς την άποψή της ότι η Sommer επέδειξε «βαρεία αμέλεια». Ακριβώς, όμως, είναι κάθε άλλο παρά προφανές ότι η συμπεριφορά της Sommer εν προκειμένω μπορεί να χαρακτηριστεί κατ' αυτόν τον τρόπο.
106. Συγκεκριμένα, δεν είναι δυνατό να εξομοιωθεί άνευ ετέρου η νομική πλάνη όσον αφορά τις συνέπειες της σιωπής της διοίκησης με αμέλεια και μάλιστα βαριά.
107. Επιπλέον, από την απόφαση δεν προκύπτει επί ποιας βάσεως η Επιτροπή τονίζει ότι «αποδείχθηκε» ότι συντρέχει προφανής αμέλεια αφού η απόφαση δεν περιέχει καμία αναφορά σε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο.
108. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η επίδικη απόφαση κάθε άλλο παρά ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της Συνθήκης και της νομολογίας όσον αφορά την αιτιολογία των κοινοτικών πράξεων. ράγματι, κατά πάγια νομολογία, από την αιτιολογία που επιβάλλει το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 253 ΕΚ) πρέπει να προκύπτει σαφώς και αναμφισβήτητα ο συλλογισμός του συντάκτη της πράξεως κατά τρόπον ώστε να δίνεται η δυνατότητα στους ενδιαφερομένους να γνωρίσουν τους λόγους που υπαγόρευσαν το ληφθέν μέτρο και να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους και στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του .
109. Ακριβώς όμως το κείμενο της επίδικης απόφασης δεν δίνει τη δυνατότητα στον επιχειρηματία ούτε στο Δικαστήριο, ενόψει ασκήσεως του ελέγχου του, να διαπιστώσουν επί ποιας βάσεως εκδόθηκε.
110. Συνεπώς, και για τον λόγο αυτόν, η απόφαση της Επιτροπής πρέπει να κηρυχθεί άκυρη.
111. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα:
Η απόφαση C(95) 2325 της Επιτροπής, της 28ης Σεπτεμβρίου 1995, είναι ανίσχυρη.
Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
112. Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι, παρά την αντίθετη άποψη της Επιτροπής, εξακολουθεί να φρονεί ότι συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις από τις οποίες το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 εξαρτά την παραίτηση από την εκ των υστέρων είσπραξη.
113. Το αιτούν δικαστήριο φρονεί συγκεκριμένα ότι ορθώς η Sommer συνήγαγε από προηγούμενο έλεγχο ότι τα επίδικα έξοδα δεν περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία. Εξ αυτού συνάγει ότι η Sommer δεν μπορούσε λογικά να διαπιστώσει την πλάνη της διοίκησης, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 και παραθέτει τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου .
114. Η Sommer συμφωνεί με την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου και διευκρινίζει ότι η νέα πρακτική που ακολουθεί στις τελωνειακές διασαφήσεις ανατρέχει στο 1984. Συγκεκριμένα, πριν από τη χρονολογία αυτή ανελάμβανε το μέλι CIF Αμβούργου, το αποθήκευε η ίδια και φρόντιζε για τη διενέργεια των δειγματοληψιών και των αναλύσεων. Η σύμβαση πωλήσεως είχε την ίδια διατύπωση όπως εν προκειμένω αλλά η σύμβαση παροχής υπηρεσιών δεν υπήρχε ακόμη. Η σύμβαση αυτή συνήφθη αργότερα, όταν προέκυψε ότι η Kessler μπορούσε να παράσχει τις υπηρεσίες αυτές στη Sommer με ευνοϊκότερους όρους από αυτούς που επιτύγχανε παλαιότερα η τελευταία.
115. Η Sommer προσθέτει ότι, μέχρι το 1984, μόνον η τιμή CIF Αμβούργου συνιστούσε τη συναλλακτική αξία. Μετά την αλλαγή πρακτικής και στη διάρκεια ελέγχου, υπέβαλε στην εκτίμηση των αρχών τόσο τη σύμβαση όσο και τις προσθήκες. Καμία επιφύλαξη δεν διατυπώθηκε όσον αφορά τη δήλωση της δασμολογητέας αξίας.
116. Η Sommer φρονεί τέλος ότι δεν είχε κανένα λόγο να αναμένει επιφυλάξεις δεδομένου ότι η μόνη διαφορά μεταξύ της νέας και της παλαιότερης πρακτικής ήταν το γεγονός ότι τώρα προμηθεύεται τις επίδικες υπηρεσίες από τον πωλητή και όχι από τρίτον όπως στο παρελθόν.
117. Η Επιτροπή εμμένει, πρώτον, στην άποψη ότι το προδικαστικό ερώτημα είναι κακώς διατυπωμένο. Η Sommer θεωρεί ανακριβές να λέγεται ότι δεν προκύπτει ότι ο επιχειρηματίας είχε αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια του αποτελέσματος του ελέγχου. Κατά την άποψή της ένας επιμελής επιχειρηματίας όφειλε να αντιληφθεί το σφάλμα της διοίκησης. Το γεγονός και μόνον ότι το τελωνείο δεν αμφισβήτησε την πρακτική της Sommer στη διάρκεια ελέγχου δεν ασκεί επιρροή συναφώς διότι η σιωπή της διοίκησης δεν μπορεί να εξομοιωθεί με νομικά στοιχεία που δεσμεύουν την αρμόδια αρχή.
118. Η Επιτροπή υποστηρίζει επιπλέον ότι κατά πάγια νομολογία το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 δεν επιτρέπει στις εθνικές αρχές να παραιτηθούν από την εκ των υστέρων είσπραξη παρά μόνον αν πληρούνται ταυτόχρονα τρεις προϋποθέσεις: ότι η μη είσπραξη των δασμών οφείλεται σε σφάλμα των ιδίων των τελωνειακών αρχών· ότι ο καλόπιστος οφειλέτης δεν είχε τη δυνατότητα να εντοπίσει το σφάλμα και ότι έχουν τηρηθεί όλες οι ισχύουσες διατάξεις σχετικά με την τελωνειακή διασάφηση.
119. Όπως είδαμε όμως, η Επιτροπή φρονεί ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνται όλες εν προκειμένω. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι η Sommer δεν ήταν καλόπιστη και όφειλε να εντοπίσει το σφάλμα.
120. Το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατά τα ουσιώδη αν, στην προκειμένη περίπτωση, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 υποχρεώνει τις αρμόδιες αρχές να παραιτηθούν από την εκ των υστέρων είσπραξη. Συγκεκριμένα, το αντικείμενο της κύριας δίκης είναι η προσφυγή της Sommer κατά της αποφάσεως των εθνικών αρχών να προβούν σε είσπραξη εκ των υστέρων.
121. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, καίτοι το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 ορίζει ότι οι εθνικές αρχές «δύνανται» να μην προβαίνουν στην εκ των υστέρων είσπραξη, ο φορολογούμενος δικαιούται αυτή τη μεταχείριση οσάκις πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπει η διάταξη αυτή.
122. Το προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αναφέρεται στη δεύτερη από τις τρεις προϋποθέσεις που προανέφερα και αναφέρει ότι, κατά τη διάρκεια παλαιότερου επιτοπίου ελέγχου των εισαγωγών, οι αρχές δεν αμφισβήτησαν το γεγονός ότι δεν περιελήφθησαν στη δασμολογητέα αξία τα κατ' αποκοπήν έξοδα παρομοίων πράξεων και ότι δεν προκύπτει ότι ο επιχειρηματίας είχε αμφιβολίες ως προς την ορθότητα των αποτελεσμάτων του ελέγχου.
123. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι αν σημειώθηκε σφάλμα των αρχών που δεν μπορούσε να αποκαλυφθεί από τον επιχειρηματία και αν βεβαίως συντρέχει η προϋπόθεση σχετικά με την τήρηση των ισχυουσών διατάξεων, πράγμα που δεν αμφσιβητείται εν προκειμένω, οι αρχές δεν μπορούν να προβούν σε εκ των υστέρων είσπραξη.
124. Η δυσχέρεια εν προκειμένω προέρχεται από το γεγονός ότι, όπως υπογραμμίζει το αιτούν δικαστήριο, η Επιτροπή δεν συμφωνεί με την ανάλυση του Finanzgericht σχετικά με το αν το σφάλμα μπορούσε να ανακαλυφθεί.
125. Από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το ζήτημα αυτό εκτιμάται βάσει τριών κριτηρίων: πρέπει να ληφθεί υπόψη η φύση του σφάλματος, η επαγγελματική πείρα του επιχειρηματία και η επιμέλεια την οποία επέδειξε αυτός.
126. Στις ίδιες αποφάσεις τονίζεται ότι στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει, βάσει αυτών των κριτηρίων, αν στη συγκεκριμένη δίκη, το σφάλμα μπορούσε ή δεν μπορούσε να ανακαλυφθεί. Αυτό ακριβώς έπραξε το Finanzgericht εν προκειμένω. Η διάταξη περί παραπομπής εκθέτει τη συλλογιστική του ως προς αυτό το ζήτημα, η οποία στηρίζεται στα τρία κριτήρια που έχει διατυπώσει το Δικαστήριο.
127. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί εδώ να προβεί, όπως προτείνει η Επιτροπή, σε αναδιατύπωση του ερωτήματος κατά την έννοια ότι πρέπει να επανεξεταστεί το ζήτημα αν το σφάλμα μπορούσε να αποκαλυφθεί. ράγματι, η εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση των κριτηρίων που έχει διατυπώσει το Δικαστήριο εμπίπτει, όπως προανέφερα, στην αρμοδιότητα του αιτούντος δικαστηρίου.
128. ροτείνω, συνεπώς την απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα του Finanzgericth ότι οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να μην προβούν σε εκ των υστέρων είσπραξη των δασμών κατ' εφαρμογήν του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, στην περίπτωση που σε παλαιότερο επιτόπιο έλεγχο των εισαγωγών δεν αμφισβήτησαν το γεγονός ότι δεν περιελήφθησαν στη δασμολογητέα αξία τα κατ' αποκοπήν έξοδα παρομοίων πράξεων και δεν προκύπτει ότι ο επιχειρηματίας είχε αμφιβολίες ως προς την ορθότητα του αποτελέσματος του ελέγχου.
129. Για λόγους πληρότητας, παραθέτω, τέλος, το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1573/80 της Επιτροπής, της 20ής Ιουνίου 1980, περί καθορισμού των διατάξεων εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 , που είναι το ακόλουθο:
«Όταν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο διεπράχθη το σφάλμα, που οδήγησε στην είσπραξη ανεπαρκούς ποσού, είναι σε θέση να διασφαλίσει με τα ίδια της μέσα ότι όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού βάσεως, πληρούνται, η αρχή αυτή αποφασίζει μόνη της να μη προβεί στην είσπραξη εκ των υστέρων των μη εισπραχθέντων δασμών, εφόσον το ποσό των εν λόγω δασμών είναι κατώτερο των 2 000 ΕΛΜ.»
130. Η διάταξη αυτή πρέπει να συσχετιστεί με το άρθρο 4 του ίδιου κανονισμού που ορίζει ότι:
«Οσάκις η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου έλαβε χώρα το σφάλμα, δεν είναι σε θέση να διασφαλίσει με τα ίδια της μέσα ότι όλες οι καθοριζόμενες στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού βάσεως προϋποθέσεις πληρούνται, ή οσάκις το ποσό των εν λόγω δασμών είναι ίσο ή ανώτερο των 2 000 ΕΛΜ, απευθύνεται στην Επιτροπή με αίτηση αποφάσεως που περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία εκτιμήσεως.»
131. Οι διάφοροι κανονισμοί που αντικατέστησαν διαδοχικά τον κανονισμό 1573/80 διατήρησαν αυτό το όριο των 2 000 ΕΛΜ, η υπέρβαση του οποίου υποχρεώνει τις εθνικές αρχές να ζητήσουν από την Επιτροπή την άδεια να μην προβούν σε εκ των υστέρων είσπραξη και το οποίο προβλέπεται εξάλλου στο άρθρο 869 του κανονισμού 2454/93.
132. Η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1677/98 που προβλέπει πλέον όριο 50 000 ΕΛΜ.
133. ροτείνω συνεπώς την ακόλουθη απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα:
Οι αρχές οφείλουν να μην προβούν σε εκ των υστέρω είσπραξη των δασμών κατ' εφαρμογήν του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 όταν σε παλαιότερο επιτόπιο έλεγχο των εισαγωγών δεν αμφισβήτησαν το γεγονός ότι δεν περιελήφθησαν στη δασμολογητέα αξία τα κατ' αποκοπήν έξοδα παρομοίων πράξεων και δεν προκύπτει ότι ο επιχειρηματίας είχε αμφιβολίες ως προς την ορθότητα του αποτελέσματος του ελέγχου.
Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος
134. Το Finanzgericht ερωτά κατά τα ουσιώδη αν, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως του Δικαστηρίου στο προηγούμενο ερώτημα, πρέπει να θεωρηθεί ότι εν πάση περιπτώσει συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79.
135. Δεδομένου ότι προτείνω καταφατική απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα ενώ το εθνικό δικαστήριο υποβάλλει το τέταρτο ερώτημα μόνο για την αντίθετη περίπτωση, προτείνω να θεωρηθεί ότι παρέλκει η απάντηση σ' αυτό. Ωστόσο, θεωρώ σκόπιμο να διατυπώσω επικουρικώς ορισμένες παρατηρήσεις.
136. Όπως ορθά υπογραμμίζει το αιτούν δικαστήριο, το Δικαστήριο έχει ήδη διευκρινίσει τη σχέση που υπάρχει μεταξύ των διατάξεων στις οποίες αναφέρονται αντιστοίχως το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα.
137. Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι «το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79 και το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό, που είναι να περιορίζεται η καταβολή "εκ των υστέρων" των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών στις περιπτώσεις όπου είναι δικαιολογημένη και συμβιβάζεται με τη θεμελιώδη αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Υπό το πρίσμα αυτό, η δυνατότητα διαγνώσεως του λάθους, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, ισοδυναμεί με προφανή αμέλεια ή δόλο κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79, εις τρόπον ώστε οι προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής του κανονισμού 1430/79 πρέπει να εξετάζονται υπό το φως των διατάξεων του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79.»
138. Επομένως, εφόσον το προδικαστικό ερώτημα πρέπει να θεωρηθεί ως αναφερόμενο στην προϋπόθεση της απουσίας δόλου στερείται αντικειμένου διότι η προϋπόθεση αυτή αφορά τη δυνατότητα διαγνώσεως του σφάλματος στην οποία αναφέρεται το προηγούμενο ερώτημα.
139. ρέπει πάντως να σημειωθεί ότι κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79 αποτελεί γενική ρήτρα δικαιοσύνης που σκοπεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο να υποστεί ζημία ο επιχειρηματίας σε ειδικές περιπτώσεις, η οποία θα μπορούσε να αποφευχθεί αν δεν συνέτρεχε η περίπτωση αυτή. Αντιθέτως, στόχος του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 είναι να εξασφαλίσει την τήρηση μιας συγκεκριμένης αρχής, της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, δηλαδή σε περίπτωση σφάλματος των διοικητικών αρχών.
140. ρέπει να σημειωθεί ότι με την προπαρατεθείσα απόφαση Hewlett Packard France, το Δικαστήριο έκρινε ότι μια περίπτωση που δεν συνιστά «σφάλμα των ίδιων των αρμοδίων αρχών», κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 μπορεί πάντως να αποτελεί ειδική περίπτωση κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79.
141. Εξ αυτού έπεται ότι κατά το μέτρο που το προδικαστικό ερώτημα πρέπει να θεωρηθεί ως αναφερόμενο επίσης, όπως δείχνει και η διατύπωσή του, στην έννοια των «ειδικών περιπτώσεων» η απάντηση δεν προδικάζεται οπωσδήποτε από την απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα που αφορά το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79. ρέπει, συνεπώς, να εξεταστεί η έννοια που έχει ο όρος αυτός στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης.
142. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η απαρίθμηση των «ειδικών περιπτώσεων» στον κανονισμό (ΕΟΚ) 3799/86 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1986, για τον καθορισμό των διατάξεων εφαρμογής των άρθρων 4α, 6α, 11α και 13 του κανονισμού 1430/79 δεν είναι περιοριστική και ότι η νομολογία του Δικαστηρίου και του ρωτοδικείου περιλαμβάνει αρκετές περιπτώσεις εφαρμογής αυτής της έννοιας που δεν περιέχονται στην εν λόγω απαρίθμηση.
143. Οι διάφορες περιπτώσεις που απαριθμεί ο κανονισμός 3799/86 παρουσιάζουν σαφώς εξαιρετικό χαρακτήρα δεδομένου ότι πρόκειται για περιπτώσεις όπως η κλοπή των εμπορευμάτων, η εξ αμελείας αφαίρεσή τους από το τελωνειακό καθεστώς, η αδυναμία εκφορτώσεώς τους ή η νομική απαγόρευση της εμπορίας τους.
144. Όσον αφορά τις περιπτώσεις που απαντούν στη νομολογία, φαίνεται ότι το Δικαστήριο τείνει μάλλον να ερμηνεύει συσταλτικά τον όρο «ειδικές περιπτώσεις» κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι το γεγονός ότι ο επιχειρηματίας υπήρξε θύμα πλαστών πιστοποιητικών δεν συνιστά ειδική περίπτωση . Ομοίως στην υπόθεση Ορυζόμυλοι Καβάλας κ.λπ. κατά Επιτροπής στην οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η συμπεριφορά των εθνικών αρχών συνιστούσε ειδική περίπτωση, το ίδιο το Δικαστήριο τη χαρακτήρισε ως εξαιρετική.
145. Βεβαίως στην προπαρατεθείσα υπόθεση Hewlett Packard France, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι μια εσφαλμένη πληροφορία που έδωσαν οι αρχές άλλου κράτους μέλους σε εταιρία που ανήκε στον ίδιο όμιλο με τον εισαγωγέα συνιστούσε ειδική περίπτωση κατά την έννοια του κανονισμού 1430/79.
146. ρέπει άραγε να θεωρηθεί ότι εν προκειμένω συντρέχει επίσης ειδική περίπτωση;
147. Δεν το νομίζω. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι ο στόχος του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79 είναι να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να υποστεί ζημία ο επιχειρηματίας λόγω ειδικής περιπτώσεως που δεν καταλογίζεται εις βάρος του, ζημία την οποία θα μπορούσε να αποφύγει αν δεν υπήρχε αυτή η περίπτωση.
148. Εν προκειμένω όμως ο επιχειρηματίας καλείται να καταβάλει ποσά τα οποία δυνάμει της κοινοτικής νομοθεσίας όφειλε να καταβάλει εν πάση περιπτώσει. Η μόνη διαφορά με μια ομαλή εξέλιξη εισαγωγής εμπορευμάτων είναι το γεγονός ότι το ποσό των δασμών του ζητήθηκε με κάποια καθυστέρηση.
149. Μπορεί βεβαίως να θεωρηθεί ότι αν ο επιχειρηματίας γνώριζε ότι το ποσό των δασμών θα ήταν υψηλότερο από τις προβλέψεις του, θα επέστρεφε στην παλαιότερη πρακτική του και κατ' αυτόν τον τρόπο θα απέφευγε την αύξηση της δασμολογητέας αξίας. Η προσφεύγουσα δέχεται πάντως η ίδια ότι μετέβαλε την πρακτική που ακολουθούσε για να μειώσει τα έξοδά της. ροκύπτει δηλαδή ότι η αλλαγή πρακτικής δεν είχε μόνον αρνητικές επιπτώσεις. Από αυτό δεν συνάγεται ότι θα εγκατέλειπε την πρακτική αυτή αν γνώριζε ότι οι δασμοί υπερέβαιναν τις προβλέψεις της.
150. Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν αποδεικνύεται ότι συντρέχει περίπτωση που προκαλεί στον επιχειρηματία βλάβη η οποία θα μπορούσε να αποφευχθεί αν δεν υπήρχε η συμπεριφορά των εθνικών αρχών που συνιστά την περίπτωση αυτή.
151. Συνεπώς, από την προπαρατεθείσα νομολογία προκύπτει ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω λόγος εφαρμογής του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79.
152. Δεδομένου ότι οι προηγηθείσες παρατηρήσεις είναι απλώς επικουρικές, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι παρέλκει η απάντηση στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα.
ρόταση
153. Κατόπιν των ανωτέρω προτείνω τις ακόλουθες απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα του Finanzgericht Bremen:
Στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα:
«Η συναλλακτική αξία κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μα_ου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3193/80 του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1980, των παρτίδων μελιού που εισήχθησαν μεταξύ των ετών 1989 και 1991 από την ΕΣΣΔ περιλαμβάνει τα "έξοδα" (Spesen) ή "έξοδα τακτοποιήσεως" (Abwicklungskosten) που ο Γερμανός εισαγωγέας χρεώνει στον αγοραστή βάσει χωριστής συμφωνίας, στην περίπτωση που ο εισαγωγέας υποχρεούται να πραγματοποιήσει δειγματοληψίες μετά την εισαγωγή για να προσδιορίσει την ποιότητα του μελιού σύμφωνα με τη σχετική γερμανική νομοθεσία και να παρουσιάσει τα αποτελέσματα των χημικών αναλύσεων.»
Στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα:
«Η απόφαση C(95) 2325 της Επιτροπής, της 28ης Σεπτεμβρίου 1995, είναι ανίσχυρη.»
Στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα:
«Οι αρχές οφείλουν να μην προβούν σε εκ των υστέρω είσπραξη των δασμών κατ' εφαρμογήν του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφηνίσθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών, όταν σε παλαιότερο επιτόπιο έλεγχο των εισαγωγών δεν αμφισβήτησαν το γεγονός ότι δεν περιελήφθησαν στη δασμολογητέα αξία τα κατ' αποκοπήν έξοδα παρομοίων πράξεων και δεν προκύπτει ότι ο επιχειρηματίας είχε αμφιβολίες ως προς την ορθότητα του αποτελέσματος του ελέγχου.»
Στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα:
«αρέλκει η απάντηση στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα.»
Full & Egal Universal Law Academy