Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Στην παρούσα υπόθεση, οι αναιρεσείουσες (Sadam Zuccherifici Divisione della SECI SpA, Sadam Castiglionese SpA, Sadam Abruzzo SpA, Zuccherificio del Molise SpA και Società Fondiaria Industriale Romagnola SpA) στρέφονται κατά της διατάξεως που εξέδωσε το ρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 8 Δεκεμβρίου 1998 στην υπόθεση T-39/98 με την οποία απέρριψε την προσφυγή τους ως απαράδεκτη.
ΙΙ - ραγματικά περιστατικά, νομικό πλαίσιο και διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου
2. Οι προσφεύγουσες και νυν αναιρεσείουσες είχαν ασκήσει προσφυγή ενώπιον του ρωτοδικείου με την οποία ζητούσαν την ακύρωση του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΚ) 2613/97 του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997 . Η διάταξη αυτή προβλέπει, μεταξύ άλλων, την κατάργηση από της περιόδου εμπορίας 2001/02 των εθνικών ενισχύσεων που είχαν επιτραπεί με το άρθρο 46 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 .
3. Το άρθρο 46 του κανονισμού 1785/81 επέτρεπε στην Ιταλική Δημοκρατία και στο Βασίλειο της Ισπανίας να χορηγήσουν, υπό τις προϋποθέσεις που έθετε, ενισχύσεις προσαρμογής στους παραγωγούς ζαχαρότευτλων.
Ο κανονισμός αυτός τροποποιήθηκε επανειλημμένως. Ο κανονισμός (ΕΚ) 1101/95 προβλέπει την παράταση των ενισχύσεων που είχαν χορηγηθεί σε βόρειες και κεντρικές περιοχές της Ιταλίας μέχρι το τέλος της περιόδου εμπορίας 2000 και των ενισχύσεων που είχαν χορηγηθεί σε περιοχές της νότιας Ιταλίας μέχρι το τέλος της περιόδου εμπορίας 2001. Εξάλλου, το σύστημα ενισχύσεως που ίσχυε για τη νότια Ιταλία ήταν διαφορετικό από εκείνο που ίσχυε για τις άλλες περιοχές της Ιταλίας καθόσον είχε λιγότερο φθίνοντα χαρακτήρα. Ο κανονισμός 2613/97 προβλέπει, κατά συνέπεια, στο άρθρο 2, για τη νότια Ιταλία διάταξη η οποία προκύπτει ήδη από την προθεσμία λήψεως των ενισχύσεων που είχε θέσει ο κανονισμός 1101/95.
4. Οι αναιρεσείουσες έχουν στην κυριτότητά τους επιχειρήσεις μεταποιήσεως και παραγωγής ζαχαρότευτλων στη Νότια Ιταλία κατά την έννοια του άρθρου 46, παράγραφος 4, του κανονισμού 1785/81.
Με τη διάταξη κατά της οποίας στρέφεται η παρούσα αναίρεση το ρωτοδικείο έκρινε απαράδεκτη την ασκηθείσα ενώπιόν του προσφυγή ελλείψει δικαιώματος ασκήσεως προσφυγής. Το ρωτοδικείο έκρινε ότι ο κανονισμός 2613/97 είναι μέτρο γενικής ισχύος που δεν αφορούσε ατομικά καμία από τις αναιρεσείουσες. Το ρωτοδικείο, κρίνοντας ότι οι αναιρεσείουσες δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις παραδεκτού μιας προσφυγής ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 173 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230 ΕΚ), παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΚ, απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη.
ΙΙΙ - Λόγοι αναιρέσεως
5. ρος στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προβάλλουν δύο λόγους: ο πρώτος αφορά την εκ μέρους του ρωτοδικείου σύγχυση μεταξύ της δικής τους προσφυγής και εκείνης που είχε ασκηθεί στο πλαίσιο της υποθέσεως T-38/98 εκ μέρους της Associazione Nazionale Bieticoltori (ANB), ιταλικής ενώσεως παραγωγών ζαχαρότευτλων, και δύο Ιταλών παραγωγών, ο δε δεύτερος λόγος αναφέρεται στην παρανόηση των προϋποθέσεων παραδεκτού μιας προσφυγής ακυρώσεως που ασκούν φυσικά ή νομικά πρόσωπα.
Όσον αφορά τις προϋποθέσεις παραδεκτού, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι πληρούν τα τρία κριτήρια που έθεσε ο γενικός εισαγγελέας Van Gerven στις προτάσεις του επί της υποθέσεως C-213/91 . ρώτον, ο κανονισμός παράγει έννομες συνέπειες αποφασιστικής φύσεως προβλέποντας την πλήρη κατάργηση, από της περιόδου εμπορίας 2001, των ενισχύσεων προσαρμογής που χορηγούνται στους παραγωγούς ζαχαρότευτλων και στις επιχειρήσεις παραγωγής ζάχαρης. Δεύτερον, αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες εις βάρος των αναιρεσειουσών καθόσον οι επιχειρήσεις παραγωγής ζάχαρης της Νότιας Ιταλίας «θίγονται» άμεσα από το εν λόγω μέτρο. Τρίτον, οι έννομες αυτές συνέπειες προκύπτουν άμεσα από τον ίδιο τον κανονισμό και δεν αποτελούν συνέπεια μέτρου ληφθέντος από κοινοτικό όργανο ή από κράτος μέλος. Οι αναιρεσείουσες καταλήγουν, κατά συνέπεια, στο συμπέρασμα ότι η προσφυγή τους πρέπει να κριθεί παραδεκτή και ζητούν από το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση επί της υποθέσεώς τους.
Οι αναιρεσείουσες, προς στήριξη του λόγου που αναφέρεται στη σύγχυση που υπέπεσε το ρωτοδικείο, επικαλούνται αφενός, την αναγραφή στη διάταξη που εκδόθηκε επί της δικής τους υποθέσεως των ονομάτων προσφευγόντων άλλης υποθέσεως. Το γεγονός αυτό ανάγκασε το ρωτοδικείο να εκδώσει διορθωτική διάταξη στις 29 Ιανουαρίου 1999. Αφετέρου, το ρωτοδικείο με τη διάταξή του επανειλημμένως αναφέρθηκε στην κατάσταση των παραγωγών ζαχαρότευτλων αγνοώντας, κατά τον τρόπο αυτό, την πραγματική δραστηριότητα των αναιρεσειουσών. Οι αναφορές αυτές σημαίνουν, κατά την άποψη των αναιρεσειουσών, ότι αγνοήθηκε η ταυτότητά τους, καθόσον δεν είναι παραγωγοί ζαχαρότευτλων, αλλά επιχειρήσεις μεταποιήσεως και παραγωγής ζάχαρης από ζαχαρότευτλα. Συνεπώς, το ρωτοδικείο εφάρμοσε επί της υποθέσεως T-39/98 το σκεπτικό που διατύπωσε σχετικά με τους παραγωγούς ζαχαρότευτλων στην υπόθεση T-38/98, χωρίς να εξετάσει για ποιους λόγους το άρθρο 2 του κανονισμού 2613/97 δεν αφορά άμεσα και ατομικά τις εν λόγω επιχειρήσεις.
6. Το Συμβούλιο αντιτάσσει ότι η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται στην κατά λέξη επανάληψη των λόγων και επιχειρημάτων που οι αναιρεσείουσες είχαν προβάλει ενώπιον του ρωτοδικείου και ότι μέσω αυτής οι αναιρεσείουσες επιδιώκουν επανεξέταση της υποθέσεώς τους από το Δικαστήριο. Αυτό αντιβαίνει προς το άρθρο 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και προς το άρθρο 112 του Κανονισμού του Διαδικασίας, το δε Δικαστήριο καλείται να εφαρμόσει το άρθρο 119 του εν λόγω κανονισμού απορρίπτοντας, με αιτιολογημένη διάταξη, την αίτηση αναιρέσεως ως προφανώς απαράδεκτη.
7. Οι αναιρεσείουσες επικαλούνται κατά του επιχειρήματος αυτού το γεγονός ότι το ρωτοδικείο περιορίστηκε να εξετάσει το παραδεκτό της προσφυγής. Εφόσον δεν προχώρησε σε εξέταση της υποθέσεως επί της ουσίας, δεν μπορεί να γίνει λόγος για επανεξέταση. Δεδομένου ότι το ρωτοδικείο δέχθηκε την ένσταση απαραδέκτου, οι αναιρεσείουσες δυσχερώς θα μπορούσαν, κατά την άποψή τους, να προβάλουν άλλους λόγους με την αίτηση αναιρέσεως εκτός από εκείνους που είχαν προβάλει πρωτοδίκως.
8. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί συγχύσεως εκ μέρους του ρωτοδικείου μεταξύ των δύο υποθέσεων, το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι το ρωτοδικείο ακολούθησε και στις δύο αυτές υποθέσεις την ίδια τεχνική που ακολουθεί κατά παράδοση προκειμένου να εξετάσει το παραδεκτό μιας προσφυγής ακυρώσεως ασκηθείσας από φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Εφόσον οι αναιρεσείουσες προέβαλαν τα ίδια επιχειρήματα και στις δύο υποθέσεις, το ρωτοδικείο δεν μπορούσε παρά να κρίνει - με το ίδιο σκεπτικό - και τις δύο προσφυγές ως απαράδεκτες.
9. Τέλος, το Συμβούλιο υπογραμμίζει ότι μια διάταξη περί απαραδέκτου συνιστά οριστική πράξη η οποία μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνεπώς, παρέλκει να γίνει, όπως προτείνουν οι αναιρεσείουσες, διάκριση μεταξύ των αποφάσεων και των διατάξεων του ρωτοδικείου. Έναντι των δύο αυτών ειδών πράξεων εφαρμόζονται οι ίδιες προϋποθέσεις. Συνεπώς, αίτηση αναιρέσεως η οποία περιορίζεται να επαναλάβει τους λόγους και τα επιχειρήματα που διατυπώθηκαν ενώπιον του ρωτοδικείου πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτη.
IV - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
Α - Επί του παραδεκτού
10. Δυνάμει του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου περιορίζεται σε νομικά ζητήματα, μπορεί δε να στηριχθεί μόνο σε λόγους που αφορούν την αναρμοδιότητα του ρωτοδικείου, τυχόν πλημμέλειες κατά την ενώπιόν του διαδικασία που θίγουν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος και την παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το ρωτοδικείο. Δυνάμει του άρθρου 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως περιλαμβάνει τους προβαλλόμενους νομικούς λόγους και επιχειρήματα .
Από τις δύο αυτές διατάξεις προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να αναφέρει με ακρίβεια τα στοιχεία της διατάξεως κατά των οποίων βάλλει καθώς και τα νομικά επιχειρήματα προς στήριξη του αναιρετικού αιτήματος .
11. Κατά πάγια νομολογία, δεν πληροί τον όρο αυτό η αίτηση αναιρέσεως που περιορίζεται στην επανάληψη ή στην κατά λέξη παράθεση των λόγων ακυρώσεως και των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ήδη ενώπιον του ρωτοδικείου· «συγκεκριμένα, μια τέτοια αίτηση αναιρέσεως συνιστά στην πραγματικότητα αίτηση απλής επανεξετάσεως της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιον του ρωτοδικείου, η οποία κατά το άρθρο 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά του» .
12. Είναι βέβαιον ότι η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε επαναλήψεις, καθόσον επαναλαμβάνει κατά λέξη τα επιχειρήματα και τους λόγους που είχαν ήδη περιληφθεί στο δικόγραφο της προσφυγής.
Το γεγονός ότι οι αναιρεσείουσες στρέφονται εν προκειμένω κατά διατάξεως και όχι αποφάσεως του ρωτοδικείου δεν έχει σχετικώς καμία σημασία.
Εντούτοις, όσον αφορά την αιτίαση περί συγχύσεως του ρωτοδικείου μεταξύ της υπό κρίση υποθέσεως και της διαδικασίας στην υπόθεση T-38/98, τόσο όσον αφορά τον καθορισμό των προσφευγόντων, αλλά και όσον αφορά την ασκούμενη από αυτούς δραστηριότητα, είναι απολύτως αδύνατο να πρόκειται - όπως ευκόλως γίνεται κατανοητό - για απλή επανάληψη ή για επανεξέταση.
13. Οι αναιρεσείουσες προσβάλλουν τη διάταξη αμφισβητούσες τη νομική της βάση. Στηρίζουν την αίτησή τους αναιρέσεως επί επιχειρημάτων τα οποία αναφέρονται στο περιεχόμενο της διατάξεως και επίσης, εμμέσως, στην προηγηθείσα διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου.
B - Επί του βασίμου της αιτήσεως αναιρέσεως
14. Επομένως, επιβάλλεται να εξετασθεί αν το ρωτοδικείο ενήργησε παρανόμως μη αναγνωρίζοντας στις αναιρεσείουσες το δικαίωμα να προσβάλουν τον κανονισμό 2613/97.
15. Επιθυμώ εξ αρχής να τονίσω ότι συμφωνώ με την άποψη κατά την οποία η πρόσβαση στην κοινοτική δικαιοσύνη, ειδικότερα διά της ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως, πρέπει κατ' αρχήν να παρέχεται με σχετική ευκολία .
άντως, η εκδοθείσα από το ρωτοδικείο διάταξη είναι σύμφωνη με πάγια νομολογία σχετική με την ερμηνεία του άρθρου 173, παράγραφος 4, της Συνθήκης, το οποίο θέτει αυστηρές προϋποθέσεις για το παραδεκτό μιας προσφυγής ακυρώσεως ασκούμενης από φυσικά ή νομικά πρόσωπα.
16. Σύμφωνα με το άρθρο 173, παράγραφος 4, της Συνθήκης, το παραδεκτό προσφυγής ακυρώσεως στρεφομένης κατά κανονισμού, την οποία άσκησε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός αποτελεί, από απόψεως αποτελεσμάτων, απόφαση η οποία αφορά τον προσφεύγοντα άμεσα και ατομικά. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, το κριτήριο της διακρίσεως μεταξύ κανονισμού και αποφάσεως πρέπει να αναζητηθεί στη γενική ή όχι ισχύ της συγκεκριμένης πράξεως . Μια πράξη έχει γενική ισχύ όταν εφαρμόζεται επί καταστάσεων αντικειμενικώς καθοριζομένων και αναπτύσσει έννομες συνέπειες έναντι κατηγοριών προσώπων οι οποίες καθορίζονται γενικά και αφηρημένα .
17. Το άρθρο 2 του κανονισμού 2613/97 ορίζει ότι από την περίοδο εμπορίας 2001/02 η ενίσχυση που προβλέπει το άρθρο 1, καθώς και οι ενισχύσεις που προβλέπονται στο άρθρο 46 του κανονισμού 1785/81, καταργούνται. Επομένως, ένα τέτοιο μέτρο εφαρμόζεται επί μιας καταστάσεως αντικειμενικώς καθοριζομένης, δηλαδή επί όλων των περιπτώσεων στις οποίες συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των δύο αυτών συστημάτων ενισχύσεων.
18. Το άρθρο 2 του κανονισμού 2613/97 αναπτύσσει έννομες συνέπειες έναντι κατηγοριών προσώπων οι οποίες ορίζονται γενικά και αφηρημένα, δηλαδή έναντι κρατών μελών καθώς και έναντι φυσικών και νομικών προσώπων που αναπτύσσουν δράση εντός ενός καθορισμένου οικονομικού τομέα. Μεταξύ των τελευταίων περιλαμβάνονται, ακριβώς, και πρόσωπα έχοντα την κυριότητα επιχειρήσεων μεταποιήσεως ζαχαρότευτλων και παραγωγής ζάχαρης από ζαχαρότευτλα, τα οποία αφορά η παρούσα υπόθεση. Το στοιχείο αυτό, εντούτοις, ουδόλως επηρεάζει τη γενική ισχύ του μέτρου.
19. Δυνάμει της νομολογίας του Δικαστηρίου , ένας κανόνας ο οποίος εφαρμόζεται επί του συνόλου των οικείων επιχειρηματιών μπορεί, παρά ταύτα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να αφορά ορισμένους εκ των επιχειρηματιών αυτών κατά τρόπο ατομικό. Σε μια τέτοια περίπτωση, μια κοινοτική πράξη μπορεί να αποτελεί ταυτόχρονα κανόνα γενικής ισχύος και απόφαση έναντι ορισμένων επιχειρηματιών. Αυτό συμβαίνει όταν η συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη επηρεάζει ένα νομικό ή φυσικό πρόσωπο λόγο ορισμένων ειδικών χαρακτηριστικών του ή μιας πραγματικής καταστάσεως που το χαρακτηρίζει σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.
20. Ενόψει της νομολογίας επιβάλλεται, κατά συνέπεια, να εξεταστεί αν το άρθρο 2 του κανονισμού 2613/97 αφορά, παρά ταύτα, τις αναιρεσείουσες, λόγω ορισμένων ειδικών χαρακτηριστικών τους ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τις χαρακτηρίζει σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.
Στην προκειμένη περίπτωση έχει εφαρμογή το κριτήριο της κατ' ουσίαν επιρροής. Εντούτοις, από τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι αναιρεσείουσες δεν προκύπτει αν και κατά πόσο το άρθρο 2 του κανονισμού 2613/97 επηρεάζει ειδικώς ή αποκλειστικώς τη νομική τους κατάσταση.
21. Βεβαίως, ο κανονισμός επηρεάζει τις αναιρεσείουσες, αυτό όμως δεν αρκεί να τις χαρακτηρίσει σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο επί του οποίου εφαρμόζεται ο κανονισμός. Η επίμαχη διάταξη τις αφορά λόγω της αντικειμενικής τους ιδιότητας των επιχειρηματιών που ασκούν τη δραστηριότητά τους στον τομέα της μεταποιήσεως ζαχαρότευτλων, τις αφορά δε, κατ' αρχήν, ακριβώς όπως και οποιοδήποτε άλλον επιχειρηματία που ασκεί την ίδια δραστηριότητα σε μια από τις γεωγραφικές περιοχές τις οποίες αφορά ο κανονισμός .
Αν συγκριθεί η εκ του κανονισμού 1101/95 κατάσταση με την ισχύουσα σε ορισμένα άλλα μέρη της Ιταλίας ρύθμιση, προκύπτει, βεβαίως, ότι οι συνέπειες του άρθρου 2 του κανονισμού 2613/97 είναι περισσότερο έντονες στη Νότια Ιταλία και, κατά συνέπεια, για τις αναιρεσείουσες, ενώ η σταδιακή κατάργηση των ενισχύσεων που προβλέπει ο κανονισμός 1101/95 δεν έχει τόσο έντονο ρυθμό σε άλλες περιοχές. Εντούτοις, το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει στην παρούσα υπόθεση διαφορετικές συνέπειες για διαφορετικά υποκείμενα δικαίου, ουδόλως επηρεάζει τον νομικό της χαρακτήρα .
22. Το γεγονός ότι οι αναιρεσείουσες κατέχουν επιχειρήσεις μεταποιήσεως ζαχαρότευτλων και παραγωγής ζάχαρης από ζαχαρότευτλα και δεν είναι επιχειρήσεις παραγωγής ζαχαρότευτλων, καθώς και οι εντεύθεν ιδιομορφίες της δραστηριότητάς τους, δεν σημαίνει ότι η πράξη αυτή τις αφορά ατομικά.
Ενόψει του συστήματος των επιτρεπομένων ενισχύσεων, κατά την έννοια του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1785/81 και της απαγορεύσεως που προβλέπει το άρθρο 2 του κανονισμού 2613/97, οι αναιρεσείουσες βρίσκονται, εν πάση περιπτώσει, σε κατάσταση παρόμοια με εκείνη των υπολοίπων επιχειρήσεων μεταποιήσεως ζαχαρότευτλων και παραγωγής ζάχαρης από ζαχαρότευτλα .
23. Το γεγονός και μόνον ότι οι αναιρεσείουσες, σύμφωνα με τα όσα οι ίδιες υποστηρίζουν, είναι οι μόνες ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις μεταποιήσεως ζαχαρότευτλων και παραγωγής ζάχαρης από ζαχαρότευτλα στη Νότια Ιταλία δεν σημαίνει ότι ο επίμαχος κανονισμός τις αφορά ατομικά. Αποτελεί πάγια νομολογία ότι το γεγονός ότι μια νομική πράξη αφορά περιορισμένο κύκλο αποδεκτών δεν σημαίνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως .
24. Εξάλλου, το επιχείρημα των αναιρεσειουσών ότι θα στερηθούν αποτελεσματικής ένδικης προστασίας σε περίπτωση που δεν τους αναγνωριστεί το δικαίωμα να προσβάλουν τον κανονισμό 2613/97 είναι ανακριβές. ράγματι, σε περίπτωση ένδικης διαφοράς ενώπιον εθνικού δικαστηρίου σχετικής με την εφαρμογή του κανονισμού, «τίποτε δεν εμποδίζει να αμφισβητηθεί το κύρος του κοινοτικού κανονισμού βάσει του οποίου εκδόθηκε η πράξη αυτή» .
25. Επομένως, το ρωτοδικείο ορθώς ερμήνευσε το άρθρο 173, παράγραφος 4, της Συνθήκης, αποφαινόμενο ότι ο κανονισμός (ΕΚ) 2613/97 δεν αφορά ατομικώς τις αναιρεσείουσες και ότι, επομένως, αυτές δεν ικανοποιούν τις προϋποθέσεις του παραδεκτού μιας προσφυγής ακυρώσεως.
26. Εφόσον δεν πληρούται η προϋπόθεση κατά την οποία το προσβαλλόμενο μέτρο πρέπει να αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα, παρέλκει να εξετασθεί αν το μέτρο αυτό αφορά άμεσα τις αναιρεσείουσες.
Βάσει αυτών των σκέψεων, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η προσαπτόμενη στο ρωτοδικείο αιτίαση περί συγχύσεως δεν επηρεάζει το κύρος της διατάξεώς του.
V - Επί των δικαστικών εξόδων
27. Σύμφωνα με τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 69, παράγραφος 2, και 118 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, οι αναιρεσείοντες καταδικάζονται στα δικαστικά έξοδα σε περίπτωση απορρίψεως της αιτήσεως αναιρέσεως.
VI - ρόταση
28. Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
2) να καταδικάσει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy