Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
10. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επομένως, δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει ζητήσει την καταδίκη της Γαλλικής Δημοκρατίας στα έξοδα αυτά, προτείνω να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα η ηττηθείσα Γαλλική Δημοκρατία.
Πρόταση
11. Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1) Η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 94/33/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1994, για την προστασία των νέων κατά την εργασία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2) Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(1) - ΕΕ L 216, σ. 12.
(2) - Journal officiel de la Rιpublique franηaise της 18ης Νοεμβρίου 1997, σ. 16723.
(3) - Και ιδίως στις διατάξεις που αναφέρονται στο σημείο 3 των παρουσών προτάσεων.
(4) - Απόφαση της 1ης Μαρτίου 1983, 301/81, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1983, σ. 467, σκέψη 18).
(5) - «Οι διατάξεις μιας οδηγίας πρέπει να εφαρμόζονται (...) με την απαιτούμενη ακρίβεια και σαφήνεια, ώστε να πληρούται η απαίτηση της ασφάλειας δικαίου η οποία επιβάλλει (...) να μπορούν οι δικαιούχοι να έχουν πλήρη γνώση των δικαιωμάτων τους» (απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1997, C-207/96, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1997, σ. I-6869, σκέψη 26).
(6) - Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1997, C-137/96, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1997, σ. I-6749, σκέψη 8).
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 16 Φεβρουαρίου 1999, η Επιτροπή προσάπτει στη Γαλλική Δημοκρατία ότι δεν μετέφερε εμπρόθεσμα στην εσωτερική έννομη τάξη την οδηγία 94/33/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1994, για την προστασία των νέων κατά την εργασία (1) (στο εξής: οδηγία), ή - επικουρικώς - ότι δεν ανακοίνωσε τα μέτρα που έλαβε για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη.
Η οικεία κοινοτική και εθνική ρύθμιση
2. Η οδηγία, η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 118 Α της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ), περιλαμβάνει τις ελάχιστες προδιαγραφές για την προστασία των νέων στον χώρο της εργασίας. Το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχεία αα και γγ, ορίζει, αφενός, ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ, «το αργότερο στις 22 Ιουνίου 1996», τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν στις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εν λόγω οδηγία ή βεβαιώνονται, «το αργότερο κατά την ημερομηνία αυτή, ότι οι κοινωνικοί εταίροι έχουν θεσπίσει τις αναγκαίες διατάξεις κατόπιν συμφωνίας» και, αφετέρου, ότι τα κράτη μέλη ενημερώνουν «αμέσως την Επιτροπή». Με το άρθρο 17, παράγραφος 2, υποχρεώνονται τα κράτη αυτά να κάνουν μνεία της οδηγίας στις εθνικές διατάξεις που τη μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο.
3. Το ισχύον στη Γαλλία εργατικό δίκαιο περιλαμβάνει πολλές διατάξεις σχετικές με τoν τομέα που ρυθμίζει η οδηγία. Συγκεκριμένα, ο code du travail (άρθρα D 211, L 211 έως L 213, L 221, R 234 και R 241) αναφέρεται στα θέματα που καλύπτει η οδηγία, ενώ ο νόμος 97-1051 (2) περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις για τον τομέα της ναυτιλίας.
Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία
4. Με έγγραφο οχλήσεως της 16ης Ιανουαρίου 1997, η Επιτροπή, επειδή δεν έλαβε καμία πληροφορία από τη Γαλλική Κυβέρνηση σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, κάλεσε την κυβέρνηση αυτή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), να υποβάλει συναφώς ενδεχόμενες παρατηρήσεις. Η Γαλλική Κυβέρνηση απάντησε με το από 13 Μαρτίου 1997 σημείωμα του μονίμου αντιπροσώπου της, το οποίο η Επιτροπή δεν θεώρησε ικανοποιητικό. Κατά συνέπεια, στις 12 Ιανουαρίου 1998, η Επιτροπή απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη προς τη Γαλλική Δημοκρατία, σύμφωνα με την οποία, «η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας (...) τις αναγκαίες (...) διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία (...), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν οδηγία αυτή» και την κάλεσε να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή εντός δύο μηνών. Η Γαλλική Κυβέρνηση απάντησε στην αιτιολογημένη αυτή γνώμη με το από 13 Μαρτίου 1998 σημείωμα του μονίμου αντιπροσώπου της, το οποίο η Επιτροπή έκρινε επίσης ανεπαρκές.
5. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή κατέθεσε, στις 16 Φεβρουαρίου 1999, δικόγραφο προσφυγής, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 169, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο:
«α) να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας και, επικουρικώς, μη ανακοινώνοντας στην Επιτροπή εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 94/33/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1994, για την προστασία των νέων κατά την εργασία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και την εν λόγω οδηγία·
β) να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα».
6. Η Γαλλική Δημοκρατία δεν διατύπωσε συγκεκριμένα αιτήματα στο υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε στις 4 Μαου 1998, περιορισθείσα στον ισχυρισμό ότι «η Γαλλική Κυβέρνηση θα κοινοποιήσει (...), το ταχύτερο δυνατόν, στο Δικαστήριο καθώς και στην Επιτροπή» σχέδιο νόμου για τη διάρκεια της εργασίας, το οποίο επεξεργάζονται τώρα οι αρμόδιες αρχές.
Επί της υπάρξεως της παραβάσεως
7. Κατά την Επιτροπή, η Γαλλική Δημοκρατία δεν μετέφερε πλήρως την οδηγία στην έννομη τάξη της, παραβαίνοντας κατά τον τρόπο αυτόν τις διατάξεις του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της οδηγίας, οι οποίες ορίζουν την 22α Ιουνίου 1996 ως ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη και, σε κάθε περίπτωση, δεν ανακοίνωσε τα μέτρα που έλαβε για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, παραβιάζοντας έτσι τη σχετική υποχρέωση που απορρέει από το στοιχείο γγ του ίδιου άρθρου.
8. Η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι περισσότερες των διατάξεων της οδηγίας έχουν ήδη ενσωματωθεί στην ισχύουσα εθνική νομοθεσία (3) και ότι, επομένως, η νομοθεσία αυτή πρέπει να τροποποιηθεί σε ορισμένα μόνο σημεία, ήτοι, ακριβώς, όσον αφορά τις διατάξεις της οδηγίας που δεν αντιστοιχούν σε διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας. Η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται επίσης ότι προτίθεται να προβεί προσεχώς στις τροποποιήσεις αυτές και ότι η σχετική πράξη θα ανακοινωθεί το ταχύτερο δυνατόν στο Δικαστήριο και στην Επιτροπή.
9. Θεωρώ εν προκειμένω ότι έχει αποδειχθεί η παράβαση. Πράγματι, η Γαλλική Κυβέρνηση αποδέχεται ρητά ότι, τριάμισι έτη μετά το πέρας της προθεσμίας που τάχθηκε για τη λήψη των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, πολλές διατάξεις της οδηγίας αυτής δεν αντιστοιχούν σε καμία διάταξη της εφαρμοστέας κατά το χρονικό διάστημα που τέθηκε σε ισχύ η οδηγία νομοθεσίας. Πρόκειται, όπως προκύπτει από τα σημειώματα που διαβίβασε στην Επιτροπή ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Γαλλίας στις 13 Μαρτίου 1997 και 13 Μαρτίου 1998, για τη διάρκεια εργασίας, κατά την περίοδο των διακοπών, ανηλίκων ηλικίας δεκατεσσάρων έως δεκαέξι ετών, για την ελάχιστη διάρκεια της καθημερινής αναπαύσεως των ανηλίκων ηλικίας δεκατεσσάρων έως δεκαέξι ετών και των νέων ηλικίας δεκαέξι έως δεκαοκτώ ετών, για την εβδομαδιαία αργία των νεαρών εργαζομένων, για την πρόβλεψη υποχρεωτικού διαλείμματος τριάντα λεπτών ανά τεσσερισήμισι ώρες εργασίας και για την εφαρμογή της οδηγίας στους νέους που πραγματοποιούν περίοδο μαθητείας ή ασκήσεως σε επιχειρήσεις, χωρίς σύμβαση εργασίας. Με βάση αυτά τα στοιχεία, είναι κατά τη γνώμη μου δυνατό να θεωρηθεί βεβαία η ύπαρξη «σαφών παραβάσεων της οδηγίας» (4), υπό την έννοια ότι ορισμένα τμήματα της οδηγίας δεν αποτυπώνονται στην ισχύουσα γαλλική νομοθεσία και ότι, εν πάση περιπτώσει, η θέσπιση των οικείων διατάξεων για τη μεταφορά τους στο εσωτερικό δίκαιο δεν ανακοινώθηκε στην Επιτροπή.
Προσθέτω, όσον αφορά τις ισχύουσες διατάξεις που θα αντιστοιχούσαν στις επιταγές της οδηγίας, ότι σε κάθε περίπτωση η απλή προ$παρξη στην έννομη τάξη ενός κράτους μέλους διατάξεων που αντιστοιχούν στις διατάξεις των οποίων η θέσπιση επιδιώκεται με την οδηγία δεν απαλλάσσει το κράτος αυτό ούτε από τη υποχρέωση να δημιουργήσει το νομικό πλαίσιο που εξασφαλίζει - από απόψεως ασφαλείας δικαίου - την πλήρη και αποτελεσματική μεταφορά της εν λόγω οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, μέσω της προσαρμογής ολοκλήρου του νομικού καθεστώτος στο οποίο αναφέρεται η οδηγία αυτή (5), ούτε από την υποχρέωση να ανακοινώσει στην Επιτροπή τα μέτρα που ενδεχομένως έλαβε.
Πρέπει επιπλέον να παρατηρηθεί ότι, εν προκειμένω, η οδηγία υποχρεώνει τα κράτη μέλη να περιλάβουν στις διατάξεις που τη μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο ρητή παραπομπή στην οδηγία και ότι, κατά πάγια νομολογία (6), το γεγονός ότι έχει προβλεφθεί τέτοια υποχρέωση δύναται αφεαυτού να αποκλείσει τη δυνατότητα να συνιστά η προϋφιστάμενη εθνική νομοθεσία μεταφορά οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Επομένως, η ύπαρξη της εν λόγω παραβάσεως επιβεβαιώνεται ακόμη και υπ' αυτό το πρίσμα.
Επί των δικαστικών εξόδων
10. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επομένως, δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει ζητήσει την καταδίκη της Γαλλικής Δημοκρατίας στα έξοδα αυτά, προτείνω να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα η ηττηθείσα Γαλλική Δημοκρατία.
Πρόταση
11. Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1) Η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 94/33/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1994, για την προστασία των νέων κατά την εργασία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2) Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(1) - ΕΕ L 216, σ. 12.
(2) - Journal officiel de la Rιpublique franηaise της 18ης Νοεμβρίου 1997, σ. 16723.
(3) - Και ιδίως στις διατάξεις που αναφέρονται στο σημείο 3 των παρουσών προτάσεων.
(4) - Απόφαση της 1ης Μαρτίου 1983, 301/81, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1983, σ. 467, σκέψη 18).
(5) - «Οι διατάξεις μιας οδηγίας πρέπει να εφαρμόζονται (...) με την απαιτούμενη ακρίβεια και σαφήνεια, ώστε να πληρούται η απαίτηση της ασφάλειας δικαίου η οποία επιβάλλει (...) να μπορούν οι δικαιούχοι να έχουν πλήρη γνώση των δικαιωμάτων τους» (απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1997, C-207/96, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1997, σ. I-6869, σκέψη 26).
(6) - Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1997, C-137/96, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1997, σ. I-6749, σκέψη 8).
Full & Egal Universal Law Academy