Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία λόγω παραβάσεως των υποχρεώσεων που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και από την οδηγία 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (1) (στο εξής: οδηγία). Η Επιτροπή προσάπτει συγκεκριμένα στη Γαλλία ότι δεν θέσπισε εμπροθέσμως ή, επικουρικώς, δεν κοινοποίησε στην Επιτροπή τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί πλήρως προς την οδηγία. Εν προκειμένω, πρόκειται κυρίως για τις διατάξεις σχετικά με την εβδομαδιαία ανάπαυση και τη διάρκεια της νυκτερινής εργασίας. Επιπλέον, η Επιτροπή ζητεί την καταδίκη της καθής στα δικαστικά έξοδα.
2 Το άρθρο 18, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της οδηγίας ορίζει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν προς την οδηγία το αργότερο στις 23 Νοεμβρίου 1996 ή βεβαιώνονται το αργότερο κατά την ημερομηνία αυτή ότι οι κοινωνικοί εταίροι θέτουν σε εφαρμογή κατόπιν συμφωνίας τις αναγκαίες διατάξεις.
3 Με έγγραφο της 13ης Μαρτίου 1997, ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Γαλλίας στην Ευρωπαϋκή Ένωση ενημέρωσε την Επιτροπή ότι οι περισσότερες διατάξεις της οδηγίας είχαν ήδη περιληφθεί στην ισχύουσα γαλλική νομοθεσία, μολονότι η οδηγία δεν είχε ακόμη πλήρως μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη. Ειδικότερα δεν είχαν μεταφερθεί οι ρυθμίσεις σχετικά με την διάρκεια της εβδομαδιαίας αναπαύσεως.
4 Με έγγραφο της 30ής Μαου 1997, και σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 226 ΕΚ), η Επιτροπή όχλησε τη Γαλλική Κυβέρνηση προκειμένου να υποβάλει τις παρατηρήσεις της σχετικά με την προβαλλόμενη παραβίαση της υποχρεώσεώς της να μεταφέρει τις διατάξεις της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη της.
5 Δεδομένου ότι δεν έλαβε απάντηση στο έγγραφο αυτό, η Επιτροπή απηύθυνε στη Γαλλική Δημοκρατία, με έγγραφο της 20ής Ιανουαρίου 1998, αιτιολογημένη γνώμη.
6 Με έγγραφο της 13ης Μαρτίου 1998, οι γαλλικές αρχές απάντησαν στην Επιτροπή ότι η πλήρης μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη της δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί.
7 Ως εκ τούτου, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Φεβρουαρίου 1999.
8 Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί με το υπόμνημά της αντικρούσεως ότι υποχρεούται να μεταφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη της και τις διατάξεις της οδηγίας σχετικά με την εβδομαδιαία ανάπαυση και τη διάρκεια της νυκτερινής εργασίας. Ωστόσο, διαβεβαιώνει ότι τα αντίστοιχα νομοσχέδια ετοιμάζονται και ότι θα κοινοποιηθούν στο Δικαστήριο και στην Επιτροπή το συντομότερο δυνατόν. Οι δε λοιπές διατάξεις της οδηγίας έχουν ήδη μεταφερθεί δεόντως στο γαλλικό δίκαιο.
9 Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς η παράβαση της Συνθήκης την οποία η Επιτροπή προσάπτει στη Γαλλική Δημοκρατία.
10 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, η καθής πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Πρόταση
11 Προτείνω στο Δικαστήριο να δεχτεί την προσφυγή και να αποφανθεί ως εξής:
«1) Η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει εμπροθέσμως όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για να συμμορφωθεί με την οδηγία 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και την οδηγία αυτή.
2) Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.»
(1) - ΕΕ L 307, σ. 18.
Full & Egal Universal Law Academy