Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Σε αμφότερες τις υποθέσεις της κύριας δίκης (οι οποίες είναι εκκρεμείς από το 1987), η διαφορά αφορούσε κατ' αρχάς το ποσό των επίδικων συντάξεων, κατόπιν της εφαρμογής των ρητρών περί μειώσεως που προβλέπονται από τις εθνικές διατάξεις περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως. Το εν προκειμένω σχετικό άρθρο 46 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 τροποποιήθηκε όμως με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1248/92 , ο οποίος άρχισε να ισχύει την 1η Ιουνίου 1992, κατά τρόπον ώστε οι διάδικοι θεωρούν εφεξής ως δεδομένο, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, ότι οι προσφεύγουσες είναι δικαιούχοι μη μειωμένης συντάξεως. Το επίμαχο σημείο είναι πλέον, κατ' ουσίαν, η ημερομηνία από της οποίας οι προσφεύγουσες έχουν το εν λόγω δικαίωμα, διότι αυτό μπορεί να εξαρτάται από τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν τέτοια αίτηση, με την οποία επιδιώκεται η χορήγηση υψηλότερης συντάξεως, μπορεί να υποβληθεί μόνον από τους δικαιούχους συντάξεως για την οποία η απόφαση χορηγήσεως ήταν οριστική κατά την έναρξη της ισχύος της τροποποιήσεως του 1992 ή αν μπορεί επίσης να υποβληθεί από εκείνους οι οποίοι είχαν ήδη ασκήσει προσφυγή πριν από την έναρξη της ισχύος των νέων διατάξεων.
2. Στην παρούσα υπόθεση, πρόκειται για την ερμηνεία και την εφαρμογή της μεταβατικής διατάξεως του άρθρου 95α του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1248/92 .
ΙΙ - Το νομικό πλαίσιο
3. Η μεταβατική διάταξη του άρθρου 95α του κανονισμού 1408/71 έχει την ακόλουθη διατύπωση:
«1. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1248/92 δεν δημιουργεί κανένα δικαίωμα για τις περιόδους πριν από την 1η Ιουνίου 1992.
2. Όλες οι περίοδοι ασφάλισης ή κατοικίας που συμπληρώθηκαν υπό τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους πριν από την 1η Ιουνίου 1992, λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων που γεννώνται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1248/92.
3. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1, δικαίωμα γεννάται, δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1248/92, ακόμη και αν αναφέρεται σε ασφαλιστικό κίνδυνο που επήλθε πριν από την 1η Ιουνίου 1992.
4. Τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων, οι οποίοι επέτυχαν πριν από την 1η Ιουνίου 1992 την εκκαθάριση συντάξεως, δύνανται να αναθεωρούνται, κατόπιν αιτήσεώς τους, αφού ληφθούν υπόψη οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1248/92.
5. Αν η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 υποβληθεί εντός δύο ετών από την 1η Ιουνίου 1992, τα δικαιώματα που γεννώνται δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1248/92 αποκτώνται από την ημερομηνία αυτή, χωρίς να είναι δυνατόν να αντιτάσσονται στους ενδιαφερόμενους οι διατάξεις της νομοθεσίας κράτους μέλους περί εκπτώσεως ή παραγραφής δικαιωμάτων.
6. Αν η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 υποβληθεί μετά το τέλος της διετούς περιόδου από την 1η Ιουνίου 1992, τα δικαιώματα εκ των οποίων δεν εξέπεσε ο δικαιούχος ή τα οποία δεν παραγράφονται, αποκτώνται από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως, με την επιφύλαξη τυχόν ευνοϊκότερων διατάξεων της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους.»
ΙΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά
1. Υπόθεση C-52/99 (G. Camarotto)
4. Το 1984, κοινοποιήθηκε στον E. Sutto - αποθανόντα το 1994 σύζυγο της G. Camarotto, η οποία συνέχισε τη δίκη - απόφαση περί χορηγήσεως βελγικής συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου βάσει περιόδου ασφαλίσεως αξιολογηθείσας σε 37/45. Ο E. Sutto άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής και ζήτησε τη χορήγηση βελγικής συντάξεως χωρίς μειώσεις, ύψους 42/45. Το αίτημά του έγινε πρωτοδίκως δεκτό. Το Office national des pensions (εθνικό ταμείο συντάξεων, στο εξής: ONP), καθού και εφεσείον στην κύρια δίκη, άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής. Η διαδικασία, η οποία περιεστράφη κυρίως περί την εφαρμογή εθνικών κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, ανεστάλη εν αναμονή της εκβάσεως άλλων «πιλοτικών» διαδικασιών που ήταν εκκρεμείς ενώπιον άλλων δικαστηρίων. Στις 5 Ιανουαρίου 1996, η διαδικασία επανελήφθη.
5. Το ζήτημα που τίθεται πλέον στην κύρια δίκη είναι αν, κατόπιν της τροποποιήσεως της νομικής καταστάσεως το 1992, οι ουσιαστικές διατάξεις μπορούν να εφαρμοστούν για την περίοδο προ της 1ης Ιουνίου 1992, αν η εφαρμογή των διατάξεων αυτών εξαρτάται από την υποβολή αιτήσεως - και, αν ναι, με ποιον τύπο - (άρθρο 95α, παράγραφος 4) και αν τέτοια αίτηση παράγει αποτελέσματα ex tunc (άρθρο 95α, παράγραφος 5) ή ex nunc (άρθρο 95α, παράγραφος 6).
6. Στην προκειμένη περίπτωση υποβλήθηκε πράγματι αίτηση, αλλά υποβλήθηκε στο ONP μόλις στις 12 Νοεμβρίου 1997, με συνέπεια το ONP να είναι διατεθειμένο να χορηγήσει την προβλεπόμενη αύξηση της συντάξεως μόνον από 1ης Δεκεμβρίου 1997.
7. Υφίσταται τέλος έγγραφο του ONP, της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, το οποίο απευθυνόταν στον δικηγόρο του, αλλά περιήλθε επίσης στην αιτούσα τη σύνταξη, και στο οποίο υπήρχε υπολογισμός της εν λόγω συντάξεως βάσει των ισχυουσών από 1ης Ιουνίου 1992 διατάξεων. Η υψηλότερη σύνταξη η οποία προέκυπτε δεν καταβλήθηκε εντούτοις, διότι το ONP διατηρούσε την άποψή του ότι ήταν συναφώς αναγκαίο να του υποβληθεί αίτηση. Το ONP δεν είχε όμως επιστήσει επί της προϋποθέσεως αυτής την προσοχή της προσφεύγουσας και εφεσίβλητης, η οποία διατείνεται ότι οδηγήθηκε λόγω του εγγράφου αυτού σε πλάνη.
2. Υπόθεση C-53/99 (G. Vignone)
8. Το αντικείμενο και η εξέλιξη της διαδικασίας στην υπόθεση C-53/99 ελάχιστα διαφέρει από το αντικείμενο και την εξέλιξη της διαδικασίας στην υπόθεση C-52/99. Το 1987, στην G. Vignone, χήρα Tammaro, κοινοποιήθηκε απόφαση περί χορηγήσεως βελγικής συντάξεως επιζώντος βάσει περιόδου ασφαλίσεως αξιολογηθείσας σε 27/30. Η G. Vignone άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής και ζήτησε βελγική σύνταξη χωρίς μειώσεις, ύψους 30/30. Η ενώπιον δικαστηρίου διαδικασία η οποία ακολούθησε εξελίχθηκε κατά τον ίδιο τρόπο με την υπόθεση C-52/99. Η υποβληθείσα από την ενδιαφερόμενη αίτηση χορηγήσεως υψηλότερης συντάξεως περιήλθε στο ONP στις 13 Νοεμβρίου 1997. Και στην περίπτωση της G. Vignone, υφίσταται έγγραφο του ONP της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, στο οποίο περιλαμβάνεται υπολογισμός της συντάξεως βάσει των ισχυουσών από 1ης Ιουνίου 1992 διατάξεων.
IV - Τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία
9. Και στις δύο υποθέσεις, το αιτούν δικαστήριο απηύθυνε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα, τα οποία έχουν την ίδια διατύπωση:
«1) Το άρθρο 95α του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1248/92, περί μεταβατικών διατάξεων για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 1248/92, αφορά μόνο τους δικαιούχους συντάξεως ως προς την οποία είχε οριστικώς ληφθεί απόφαση χορηγήσεως κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος της τροποποιήσεως ή αφορά επίσης εκείνους τους δικαιούχους συντάξεως οι οποίοι, πριν τεθούν σε ισχύ οι τροποποιήσεις που επήλθαν με τον νέο κανονισμό, είχαν ήδη ασκήσει προσφυγή ενώπιον εθνικού δικαστηρίου ζητώντας ακριβώς την αναγνώριση δικαιώματος συντάξεως και αμφισβητώντας την εφαρμογή των εθνικών κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, προσφυγή επί της οποίας δεν είχε ακόμα εκδοθεί οριστική απόφαση κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος των νέων διατάξεων;
2) Αν το εν λόγω άρθρο 95α έχει εφαρμογή επί όλων των δικαιούχων, χωρίς διάκριση, η αίτηση αναθεωρήσεως που προβλέπεται στην παράγραφο 4 πρέπει να έχει υποβληθεί στον αρμόδιο φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως κατά τους απαιτούμενους από την εθνική νομοθεσία τύπους για την υποβολή αιτήσεως αναθεωρήσεως ή μπορεί να υποβληθεί και ενώπιον δικαστηρίου το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς κατά τους εφαρμοστέους σχετικώς δικονομικούς κανόνες και, σε τέτοια περίπτωση, πρέπει επίσης να τηρηθεί η διετής προθεσμία που προβλέπουν οι παράγραφοι 5 και 6 του ανωτέρω άρθρου;»
10. Το ONP, οι προσφεύγουσες και εφεσίβλητες στην κύρια δίκη καθώς και η Επιτροπή συμμετέσχαν στη διαδικασία. Θα επανέλθω επί των επιχειρημάτων τους.
11. Το Δικαστήριο απηύθυνε προηγουμένως ερώτηση στους συμμετέχοντες στη διαδικασία σχετικά με τη σημασία που πρέπει να δοθεί στο έγγραφο της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, καλώντας τους να απαντήσουν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
V - Επιχειρήματα των συμμετεχόντων στη διαδικασία
1. Το ONP
12. Το ONP εκκινεί από το ότι το Δικαστήριο καθιέρωσε με τη νομολογία του την αρχή κατά την οποία πρέπει να εφαρμόζεται εκάστοτε το ευνοϊκότερο σύστημα, εθνικό ή κοινοτικό. Με τον κανονισμό 1248/92 εισήχθη ουσιώδης τροποποίηση, καθ' ο μέτρο τίθεται τέρμα στη δυνατότητα εφαρμογής των εσωτερικών κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως. Ο κανονισμός αυτός πάντως, που άρχισε να ισχύει την 1η Ιουνίου 1992, ουδέν δικαίωμα θεμελιώνει για την περίοδο προ της ημερομηνίας αυτής. Το άρθρο 95α, παράγραφοι 4, 5 και 6, επιτρέπει επιπλέον την αναθεώρηση μόνον κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων που επέτυχαν την εκκαθάριση συντάξεως. Το νομικό κριτήριο είναι συνεπώς η «εκκαθάριση» , ήτοι η ενέργεια με την οποία εκκαθαρίζεται η σύνταξη, υπολογίζεται το καταβλητέο ποσό και καταβάλλεται στον δικαιούχο, ανεξαρτήτως του αν η διοικητική απόφαση περί χορηγήσεως είναι οριστική ή όχι.
13. ροκειμένου για ήδη εκκαθαρισθείσα σύνταξη, είναι αναμβισβήτητο ότι ένας νέος καθορισμός των δικαιωμάτων μπορεί να διενεργηθεί μόνον κατόπιν αιτήσεως. Ο τύπος της αιτήσεως αυτής μπορεί να είναι διοικητικός ή δικαστικός. Στην τελευταία περίπτωση, η αίτηση αναθεωρήσεως μπορεί να υποβληθεί υπό τη μορφή προσφυγής, υπομνήματος παρατηρήσεων ή αιτημάτων. Σε όλες τις περιπτώσεις, για την απόκτηση των δικαιωμάτων λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως. Ένας νέος καθορισμός αυτεπαγγέλτως δεν θα ήταν απλώς αντίθετος προς το γράμμα της διατάξεως· διότι πράγματι θα μπορούσε να συνεπάγεται μείωση της συντάξεως, ιδίως προκειμένου για σύνταξη επιζώντος. Η απαίτηση προηγούμενης αιτήσεως, υποβαλλόμενης με αυστηρή τήρηση των προθεσμιών, ανταποκρίνεται επομένως στην επιτακτική αρχή της ασφάλειας δικαίου. Κατά συνέπεια, νέος καθορισμός της συντάξεως μπορεί να διενεργηθεί μόνον κατόπιν αιτήσεως. Το έγγραφο της 22ας Σεπτεμβρίου 1994 δεν είναι άλλωστε νομικώς δεσμευτικό, δεδομένου ότι ο νέος υπολογισμός της συντάξεως έχει καθαρώς πληροφοριακό χαρακτήρα και απευθύνεται μόνον στον δικηγόρο του Ταμείου.
2. Οι προσφεύγουσες και εφεσίβλητες
14. Οι προσφεύγουσες και εφεσίβλητες στην κύρια δίκη υποστηρίζουν ότι, ενόψει της απαντήσεως στα προδικαστικά ερωτήματα, πρέπει να ληφθεί υπόψη τόσο το κοινοτικό όσο και το εθνικό δίκαιο.
15. Κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 1248/92, σε αμφότερες τις υποθέσεις υπήρχε εκκρεμής δίκη και επομένως οι επίδικες πράξεις καθορισμού των συντάξεων δεν ήταν οριστικές. Στο εθνικό δικαστήριο που επελήφθη της διαφοράς απόκειται να λάβει υπόψη στην απόφασή του - η οποία υποκαθίσταται στη διοικητική πράξη - όλες τις τροποποιήσεις οι οποίες επήλθαν στις διατάξεις στις οποίες αναφέρεται η διαφορά. Εφόσον το άρθρο 95α, παράγραφος 6, προβλέπει ότι, σε περίπτωση υποβολής της αιτήσεως μετά την εκπνοή της διετούς προθεσμίας που αρχίζει από την 1η Ιουνίου 1992, τα δικαιώματα αποκτώνται από την ημερομηνία της αιτήσεως - υπό την επιφύλαξη ευνοϊκότερων διατάξεων της νομοθεσίας κάθε κράτους μέλους -, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα άρθρα 807 και 808 του βελγικού δικαστικού κώδικα, που περιλαμβάνονται στον νόμο της 10ης Οκτωβρίου 1967. Οι διατάξεις αυτές επιτρέπουν στους διαδίκους, καθ' όλη τη διάρκεια της ενώπιον δικαστηρίου διαδικασίας, να διευρύνουν ή να τροποποιήσουν την αίτησή τους. Ο Βέλγος δικαστής είναι συνεπώς υποχρεωμένος, αν το ζητούν οι διάδικοι, να εφαρμόσει τους νέους κανόνες που άρχισαν να ισχύουν την 1η Ιουνίου 1992.
16. Οι ενδιαφερόμενες προβάλλουν ότι εν προκειμένω υπέβαλαν σχετικά αίτηματα, έστω και αν αυτά δεν υποβλήθηκαν εντός της διετούς προθεσμίας . Στο πλαίσιο της εφαρμογής των άρθρων 807 και 808, το δικαστήριο μπορεί να δώσει αναδρομικό αποτέλεσμα στην αίτηση αυτή. Τα άρθρα 807 και 808 του δικαστικού κώδικα αποτέλεσαν εξάλλου αντικείμενο πολλών αποφάσεων του Cour de cassation (βελγικού ακυρωτικού δικαστηρίου). Με απόφαση της 22ας Μα_ου 1978, το Cour de cassation διαπίστωσε ότι, στο πλαίσιο διαφοράς αναφερόμενης σε υποκειμενικά δικαιώματα αντλούμενα εκ του νόμου, το επιληφθέν δικαστήριο μπορεί όχι μόνον να αποφανθεί επί των δικαιωμάτων που ίσχυαν κατά τον χρόνο της αιτήσεως, αλλά επίσης να λάβει υπόψη καταστάσεις που διαμορφώθηκαν μετά την προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση, εφόσον αυτές είναι ικανές να επεκτείνουν τα δικαιώματα του ασφαλισμένου .
17. Εν προκειμένω, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 95α, παράγραφος 4, πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι λόγω ακριβώς της εκκρεμούς δικαστικής διαδικασίας, δεν είναι δυνατό να γίνει υπό στενή έννοια λόγος για «αναθεώρηση των δικαιωμάτων» αλλά μάλλον για «καθορισμό των δικαιωμάτων». Οι ενδιαφερόμενες υποστηρίζουν επομένως ότι η αποκλειστική προθεσμία δεν εφαρμόζεται.
18. Όσον αφορά την κατά χρόνο εφαρμογή των νέων κοινοτικών κανόνων, οι ενδιαφερόμενες υποστηρίζουν ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει
- ότι στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους απόκειται να ρυθμίσει τις διαδικαστικές προϋποθέσεις των ενδίκων βοηθημάτων που έχουν προορισμό να εξασφαλίσουν τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων που οι ιδιώτες έλκουν από το άμεσο αποτέλεσμα του κοινοτικού δικαίου, υπό τον όρο όμως ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν είναι λιγότερο ευνοϊκές από τις αφορώσες παρόμοιες αξιώσεις που στηρίζονται στο εσωτερικό δίκαιο και ότι δεν έχουν διαμορφωθεί κατά τέτοιον τρόπο ώστε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την άσκηση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η κοινοτική έννομη τάξη ·
- ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν επιτρέπει την εφαρμογή εθνικού κανόνα που περιορίζει σε δύο έτη την αναδρομική ισχύ των αποτελεσμάτων αιτήσεως στηριζόμενης στο άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάσθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ) ·
- ότι είναι εν πάση περιπτώσει δυνατό να γίνει αναδρομικώς επίκληση νέων κανόνων ή των αποτελεσμάτων ερμηνευτικής αποφάσεως του Δικαστηρίου από τα πρόσωπα που άσκησαν προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου ή προέβαλαν ισοδύναμη ένσταση .
19. Οι ενδιαφερόμενες προτείνουν συνεπώς να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα:
Το άρθρο 95α του κανονισμού του Συμβουλίου 1408/71, το οποίο εισήχθη με τον κανονισμό 1248/92, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η προβλεπόμενη στην παράγραφο 5 διετής προθεσμία δεν ισχύει όσον αφορά πρόσωπα τα οποία άσκησαν προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου και τα οποία μπορούν, δυνάμει της εθνικής εννόμου τάξεως, να ζητήσουν την εφαρμογή, αναδρομικώς από 1ης Ιουνίου 1992, των ευνοϊκότερων διατάξεων του κανονισμού 1248/92.
3. Η Επιτροπή
20. Κατά την άποψη της Επιτροπής, εν προκειμένω τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 95α, παράγραφος 4. Η εν λόγω διάταξη παρέχει δικαιώματα αναθεωρήσεως υπέρ όλων εκείνων που ήταν αποδέκτες αποφάσεως περί καθορισμού των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων σύμφωνα με τον κανονισμό 1408/71 πριν από την τροποποίηση η οποία επήλθε με τον κανονισμό 1248/92, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων οι οποίοι, πριν από την έναρξη της ισχύος του τελευταίου κανονισμού, είχαν ήδη ασκήσει προσφυγή.
21. Ελλείψει ενδείξεως στην εν λόγω διάταξη σχετικά με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της αιτήσεως αναθεωρήσεως, στον εθνικό νομοθέτη απόκειται να καθορίσει τις προϋποθέσεις αυτές όσον αφορά την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος. Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις κατά το εθνικό δίκαιο δεν πρέπει βεβαίως να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση του δικαιώματος αναθεωρήσεως. Έτσι, οι διαδικαστικές διατάξεις των κρατών μελών θα μπορούσαν να προβλέψουν ότι η αίτηση αναθεωρήσεως μπορεί επίσης να υποβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου το οποίο έχει επιληφθεί της ουσίας της υποθέσεως.
22. Όσον αφορά τη διετή προθεσμία στην οποία αναφέρεται το άρθρο 95α, παράγραφοι 5 και 6, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η νομοθεσία των κρατών μελών δεν μπορεί βέβαια να προβλέπει βραχύτερη προθεσμία, αλλά μπορεί απεναντίας να προβλέπει μακρότερη προθεσμία.
23. Όπως προκύπτει από την απόφαση Petroni και από τη συναφή νομολογία, το άρθρο 95α πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι στους εργαζόμενους τους οποίους αφορά αναγνωρίζεται το ευνοϊκότερο καθεστώς. Εφόσον το δικαίωμα πρωτοβουλίας αναγνωρίζεται μόνον στους δικαιούχους, υπό τις συνθήκες της προκειμένης περιπτώσεως πρέπει να τεθεί το ζήτημα της πρακτικής αποτελεσματικότητας των διατάξεων. Εν πάση περιπτώσει, τα δικαστήρια των κρατών μελών είναι ελεύθερα να εφαρμόζουν εκάστοτε τις πλέον ευνοϊκές διατάξεις.
24. H Επιτροπή προτείνει να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα:
1. Το άρθρο 95α του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1248/92, το οποίο περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις για την εφαρμογή του κανονισμού 1248/92, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αφορά μόνον τους δικαιούχους συντάξεως για την οποία η απόφαση χορηγήσεως ήταν οριστική κατά την έναρξη της ισχύος της τροποποιήσεως, αλλά αφορά επίσης τους δικαιούχους συντάξεως οι οποίοι, πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιήσεων που επήλθαν με τον νέο κανονισμό, είχαν ήδη ασκήσει προσφυγή ενώπιον εθνικού δικαστηρίου αμφισβητώντας την εφαρμογή των εθνικών κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, προσφυγή επί της οποίας, κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος των νέων διατάξεων, δεν είχε ακόμη εκδοθεί οριστική απόφαση.
2. Στον εθνικό νομοθέτη απόκειται να καθορίσει τις διαδικαστικές προϋποθέσεις για την υποβολή της αιτήσεως αναθεωρήσεως και ιδίως να προβλέψει αν η αίτηση αυτή πρέπει να υποβληθεί ενώπιον του αρμόδιου φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως ή ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου που επελήφθη της υποθέσεως, εφόσον οι εθνικές διατάξεις δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση του δικαιώματος αναθεωρήσεως.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η τήρηση ή μη τήρηση της διετούς προθεσμίας στην οποία αναφέρονται οι παράγραφοι 5 και 6 της εν λόγω διατάξεως έχει τις εκεί προβλεπόμενες συνέπειες όσον αφορά την έναρξη της ισχύος της αναθεωρήσεως.
VI - Νομική εκτίμηση
25. Η τροποποίηση του κανονισμού 1408/71 με τον κανονισμό 1248/92 είχε ως αντικείμενο «τις διατάξεις που διέπουν την εκκαθάριση και τον υπολογισμό των συντάξεων» . Όπως αναφέρεται ρητώς στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του τροποποιητικού κανονισμού, «ορισμένες από αυτές τις τροποποιήσεις σχετίζονται με τη νομολογία του Δικαστηρίου στον τομέα αυτό». Η δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη του τροποποιητικού κανονισμού έχει την ακόλουθη διατύπωση:
«εκτιμώντας ότι, για να προστατεύονται οι διακινούμενοι εργαζόμενοι και οι επιζώντες τους κατά [από] την υπερβολικά αυστηρή εφαρμογή των εθνικών ρητρών μείωσης, αναστολής ή κατάργησης, είναι απαραίτητη η προσθήκη μιας διάταξης στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71, η οποία θα θέτει αυστηρούς όρους για την εφαρμογή αυτών των ρητρών».
26. ρέπει να υποθέσουμε ότι η εφαρμογή των νέων διατάξεων μπορεί να είναι ευνοϊκότερη για τους δικαιούχους συντάξεως. άντως, η συνέπεια αυτή ουδόλως είναι δεσμευτική. Είναι κάλλιστα δυνατές περιπτώσεις στις οποίες η εφαρμογή των νέων διατάξεων καταλήγει σε αποτέλεσμα μη ευνοϊκό για τον ενδιαφερόμενο. Για τέτοια περίπτωση επρόκειτο στην υπόθεση Baldone . Ο εκπρόσωπος του ONP παρατήρησε εξάλλου ρητώς κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι πρέπει να δοθεί προσοχή σε αυτό το μη ευνοϊκό αποτέλεσμα ιδιαίτερα στην περίπτωση συντάξεων επιζώντος.
27. To Δικαστήριο ερμήνευσε ως εξής με την απόφαση Baldone τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 95α, περί της οποίας πρόκειται στην παρούσα υπόθεση:
«[...] όταν η παροχή αναπηρίας εκκαθαρίστηκε πριν τεθεί σε ισχύ ο τροποποιητικός κανονισμός, δεν εφαρμόζονται οι παράγραφοι 1 έως 3 του άρθρου 95α του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71.
Αντιθέτως, τέτοιες καταστάσεις εμπίπτουν στις παραγράφους 4 έως 6 του άρθρου 95α του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71» .
28. Το Δικαστήριο συνεχίζει ως εξής:
«[...] ράγματι, το γεγονός ότι, κατόπιν εσφαλμένου υπολογισμού της οφειλομένης παροχής, οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους προβαίνουν, μετά τη θέση σε ισχύ του τροποιητικού κανονισμού, σε νέο υπολογισμό μιας παροχής και σε διόρθωση του οφειλομένου ποσού δεν συνεπάγεται τη γένεση νέου δικαιώματος, αλλά περιορίζεται στον ορθό προσδιορισμό του ποσού της παροχής για την οποία το σχετικό δικαίωμα έχει ήδη κτηθεί προηγουμένως» .
29. Όσον αφορά την ανάγκη υποβολής αιτήσεως όπως προκύπτει από το άρθρο 95α, παράγραφος 4, το Δικαστήριο διευκρίνισε τα εξής:
«Σκοπός του άρθρου 95α, παράγραφος 4, είναι να παρασχεθεί στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να ζητήσει αναθεώρηση των παροχών που είχαν εκκαθαριστεί υπό το καθεστώς του μη τροποποιημένου κανονισμού, αν προκύπτει ότι οι κανόνες του τροποποιητικού κανονισμού είναι ευεργετικότεροι γι' αυτόν, ή να διατηρήσει τις παροχές που χορηγήθηκαν κατά τις διατάξεις του μη τροποποιημένου κανονισμού, αν αυτές είναι ευεργετικότερες από εκείνες που απορρέουν από τον τροποποιητικό κανονισμό.
Συνάγεται επομένως σαφώς, τόσο από το γράμμα όσο και από την οικονομία του άρθρου 95α, παράγραφος 4, ότι η εφαρμογή των διατάξεων του τροποποιητικού κανονισμού επί συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που γεννήθηκαν προ της 1ης Ιουνίου 1992 εξαρτάται από την υποβολή ρητής αιτήσεως του ενδιαφερομένου. Δεν μπορεί, συνεπώς, να επιτραπεί στον αρμόδιο φορέα να υποκαταστήσει τον ενδιαφερόμενο, ιδίως στην περίπτωση που η αυτεπάγγελτη αναθεώρηση αποβαίνει εις βάρος του [...]» .
30. Από τα ανωτέρω δεν μπορεί κατ' ανάγκην να συναχθεί η ανάγκη υποβολής αιτήσεως κατά την έννοια του άρθρου 95α, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1248/92, αλλά μόνον η ρητή απαγόρευση του να μη θεωρηθεί αναγκαία η υποβολή αιτήσεως όταν αυτό αποβαίνει εις βάρος του ενδιαφερομένου.
31. Θα μπορούσε τώρα να τεθεί το ερώτημα αν, σύμφωνα με το γράμμα και την έννοια του άρθρου 95α, παράγραφος 4, η υποβολή αιτήσεως είναι απαραίτητη, εξυπακουομένου ότι οι προθεσμίες και οι διαδικαστικές συνέπειες που προβλέπονται στις παραγράφους 5 και 6 της εν λόγω διατάξεως συνδέονται με αυτή καθεαυτή την ανάγκη υποβολής αιτήσεως.
32. Στη γερμανική απόδοση της διατάξεως, χρησιμοποιείται ο όρος «feststellen» (διαπίστωση) των δικαιωμάτων. Αυτός ο όρος θα μπορούσε κάλλιστα να εκληφθεί ως οριστική διαπίστωση, τόσο στη διοικητική όσο και στη δικαστική διαδικασία. Στην περίπτωση εκκρεμών διαδικασιών, η διάταξη θα μπορούσε επομένως να μην εφαρμόζεται καθόλου. Στο γαλλικό κείμενο, χρησιμοποιείται αντίθετα ο όρος «liquidation d'une pension» (εκκαθάριση συντάξεως), επί του οποίου ιδίως το ONP παρέπεμψε επίμονα. Υπό το πρίσμα αυτό, έχει ιδιαίτερη σημασία η στιγμή της καταβολής της συντάξεως. Το αγγλικό κείμενο περιλαμβάνει τη διατύπωση «a pension was awarded», με την οποία τονίζεται το κριτήριο της χορηγήσεως συντάξεως.
33. Εφόσον όμως το Δικαστήριο, στην απόφαση Baldone , έλαβε ως σημείο αναφοράς τη γένεση των δικαιωμάτων, πρέπει επίσης να γίνει εφαρμογή του άρθρου 95α, παράγραφος 4, στην περίπτωση κατά την οποία τα δικαιώματα δεν έχουν ακόμη εκκαθαριστεί οριστικά. Η ερμηνεία αυτή είναι επίσης προτιμητέα για να μην στερηθεί ο δικαιούχος συντάξεως του δικαιώματος πρωτοβουλίας, το οποίο πρέπει να διαφυλαχθεί αυστηρά ειδικότερα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι δυνατό να επέλθουν αρνητικά αποτελέσματα.
34. Δεν μπορεί αντίθετα να παραβλεφθεί το γεγονός ότι οι παράγραφοι 4 έως 6 του άρθρου 95α, προορίζονται προς εφαρμογή στις περιπτώσεις συντάξεων οι οποίες είχαν εκκαθαριστεί προ της 1ης Ιουνίου 1992. Κατά την ερμηνεία των διατάξεων αυτών, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φύση των εκκρεμών διαδικασιών και συνεπώς των συντάξεων οι οποίες δεν έχουν ακόμη εκκαθαριστεί οριστικά.
35. Συναφώς, πρέπει κατ' αρχάς να ληφθεί υπόψη ότι οι εφαρμοστέες ουσιαστικές διατάξεις είναι διατάξεις κανονισμού οι οποίες, ως εκ της φύσεώς τους - όπως επισήμανε ο εκπρόσωπος της Επιτροπής κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση - ισχύουν άμεσα. Είναι επομένως απόλυτα λογικό να μην γίνει εφαρμογή της αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 95α, παράγραφος 5, στο πλαίσιο εκκρεμών διαδικασιών. Αυτή η διετής αποκλειστική προθεσμία, η οποία ετάχθη για λόγους ασφάλειας δικαίου, είναι πρόσφορη όταν πρόκειται για υποθέσεις συντάξεων οι οποίες έχουν κλείσει. Κατά τη διάρκεια της προθεσμίας αυτής, είναι δυνατό να εξεταστεί αν οι ισχύοντες από 1ης Ιουνίου 1992 κανόνες μπορούν ενδεχομένως να καταλήξουν σε ευνοϊκότερο υπολογισμό, σε περίπτωση δε καταφατικής απαντήσεως, θα μπορούσε να υποβληθεί αίτηση αναθεωρήσεως.
36. Το άρθρο 95α, παράγραφος 6, επιβεβαιώνει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης ουδόλως είχε την πρόθεση να προσδώσει στη διετή προθεσμία, κατά τη διάρκεια της οποίας μπορεί να υποβληθεί αίτηση αναθεωρήσεως με αναδρομικό αποτέλεσμα, τον χαρακτήρα επιτακτικής προθεσμίας. Η διάταξη αυτή προβλέπει βέβαια ρητώς ότι αν η αίτηση υποβληθεί μετά την εκπνοή της διετούς προθεσμίας που αρχίζει την 1η Ιουνίου 1992, τα δικαιώματα αποκτώνται από την ημερομηνία της αιτήσεως. Η διάταξη αυτή αποτελεί αφενός έκφραση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, αφετέρου δε είναι ικανή να εξασφαλίσει την οικονομική ισορροπία των εμπλεκομένων συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως. Ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται εντούτοις παρά «με την επιφύλαξη τυχόν ευνοϊκότερων διατάξεων της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους».
37. Η διάταξη αυτή αποτελεί σαφέστατη έκφραση της αρχής της πλέον ευνοϊκής μεταχειρίσεως. Επομένως, δεν είναι συναφώς αναγκαίο να προσφύγουμε στη νομολογία του Δικαστηρίου περί καθιερώσεως της εν λόγω αρχής από την άποψη της δικονομικής εφαρμογής των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει το κοινοτικό δίκαιο, αφ' ης στιγμής η αρχή αυτή, η οποία συνίσταται στην αναγνώριση του πλέον ευνοϊκού καθεστώτος, διατυπώνεται ρητώς στο άρθρο 95α, παράγραφος 6.
38. Υπό το φως της νομολογίας του Δικαστηρίου, βάσει της οποίας πρέπει να εφαρμοστεί, τόσο από άποψη ουσιαστικού όσο και δικονομικού δικαίου , η αρχή του πλέον ευνοϊκού καθεστώτος σε νομική κατάσταση στην οποία αμφισβητούνται δικαιώματα παρεχόμενα από το κοινοτικό δίκαιο, θα μπορούσε να γίνει δεκτό ακόμη και ότι, στο πλαίσιο εκκρεμών διαδικασιών, πρέπει να διενεργηθεί αυτεπάγγελτη αναθεώρηση, εφόσον αυτή έχει επιπτώσεις υπέρ του δικαιούχου συντάξεως.
39. Αυτό πάντως δεν έχει εν προκειμένω ιδιαίτερη σημασία δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα προβάλλουν οι διάδικοι, εφαρμόζονται, εν πάση περιπτώσει, «ευνοϊκότερες διατάξεις της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους» κατά την έννοια του άρθρου 95α, παράγραφος 6. Συγκεκριμένα, τα άρθρα 807 και 808 του βελγικού δικαστικού κώδικα προβλέπουν ότι οι διάδικοι μπορούν κατά τη διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου να διευρύνουν ή να τροποποιήσουν τα αιτήματά τους ως προς το αντικείμενο της δίκης. Τέτοιες δικονομικές αιτήσεις έχουν τότε αναδρομική ισχύ στο πλαίσιο της εκκρεμούς διαδικασίας. Εν προκειμένω, στις κύριες δίκες, υποβλήθηκαν ρητώς αιτήσεις οι οποίες πρέπει συνεπώς να έχουν αναδρομικό αποτέλεσμα δυνάμει των άρθρων 807 και 808. Συναφώς, πρέπει να αναφερθούμε στην απόφαση του Cour de cassation της 22ας Μα_ου 1978, στην οποία παρέπεμψε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο εκπρόσωπος των διαδίκων που ζήτησαν τη χορήγηση συντάξεως . Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, όταν δικαστήριο επελήφθη σχετικής αιτήσεως, πρέπει να λάβει επίσης υπόψη τις συνθήκες οι οποίες διαμορφώθηκαν μετά την έκδοση της διοικητικής αποφάσεως, όταν οι συνθήκες αυτές είναι ικανές να επεκτείνουν τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων .
40. Λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων περιστάσεων της παρούσας υποθέσεως, μπορούμε να αναρωτηθούμε επιπλέον αν δεν είναι καταχρηστικό, εκ μέρους του ONP, να επιμείνει στην ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως - με τις ήδη εκτεθείσες συνέπειες - στην οποία αναφέρεται το άρθρο 95α, παράγραφος 6.
41. Είναι γνωστό ότι το ONP προέβη και στις δύο περιπτώσεις σε επανεκτιμήσεις των ποσών της συντάξεως βάσει των κανόνων που ισχύουν από 1ης Ιουνίου 1992. Το αργότερο από το χρονικό αυτό σημείο, ήταν προφανές ότι μπορούσε να υπάρξει αξίωση επί υψηλότερου ποσού όσον αφορά τις επίδικες συντάξεις. Αυτή η νέα εκτίμηση είχε αποτελέσει το αντικείμενο εγγράφου που απευθύνθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1994 στον δικηγόρο του ONP. Το έγγραφο αυτό περιήλθε, διά της τεθλασμένης οδού, στα χέρια των προσφευγουσών και εφεσιβλήτων. Σημειωτέον ότι το έγγραφο αυτό είχε συνταχθεί σε χρόνο κατά τον οποίο η προβλεπόμενη στο άρθρο 95α, παράγραφος 5, διετής προθεσμία είχε ήδη εκπνεύσει. Επιπλέον, οι δικαιούχοι ουδέποτε ενημερώθηκαν ότι η επανεκτιμηθείσα σύνταξη μπορούσε να καταβληθεί μόνον κατόπιν αιτήσεως.
42. Αν λοιπόν το ONP φρόντισε να προβεί σε νέα εκτίμηση των συντάξεων και φρόντισε να περιέλθει το αποτέλεσμα του υπολογισμού στους δικαιούχους, τίθεται το ερώτημα αν ήταν υποχρεωμένο, στο πλαίσιο της υποχρεώσεως αρωγής ή της αρχής της χρηστής διοικήσεως, να ενημερώσει τους δικαιούχους της συντάξεως, πριν από την εκπνοή της διετούς προθεσμίας και παραπέμποντας στην προθεσμία, για τη δυνατότητά τους να ζητήσουν αναθεώρηση. Στην περίπτωση της G. Camarotto, το ερώτημα αυτό τίθεται κατά τρόπο ακόμη περισσότερο πιεστικό, λόγω του ότι είναι περισσότερο από πιθανό ότι πραγματοποιήθηκε αναθεώρηση της συντάξεως κατά τον θάνατο του συζύγου της στις 28 Ιανουαρίου 1994, δεδομένου ότι ο θάνατος είχε ως αποτέλεσμα τη μετατροπή της συντάξεως γήρατος σε σύνταξη επιζώντος. Επιπλέον, η ημερομηνία της 28ης Ιανουαρίου 1994 βρισκόταν εντός της διετούς προθεσμίας στην οποία αναφέρεται το άρθρο 95α, παράγραφος 5, του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1248/92. Είναι λογικό, με την ευκαιρία τέτοιων γεγονότων, να διενεργείται νέα εκτίμηση του ποσού των συντάξεων και να ενημερώνονται ενδεχομένως οι δικαιούχοι για τη δυνατότητά τους να ζητήσουν αναθεώρηση, όπως αυτό άλλωστε συνέβη αργότερα, κατά τρόπο βέβαια αποσπασματικό.
43. Τελικά, οι εκτιμήσεις αυτές δεν είναι καθοριστικές, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα άποψη, η αίτηση αναθεωρήσεως της συντάξεως μπορεί να γίνει αναδρομικά δεκτή στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον δικαστηρίου, σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες των κρατών μελών, και επομένως ο ενδιαφερόμενος μπορεί να διεκδικήσει υψηλότερη σύνταξη ήδη από 1ης Ιουνίου 1992.
44. Ενόψει της απαντήσεως που πρέπει να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο, πρέπει να γίνει δεκτό, όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, ότι, σύμφωνα με την απόφαση Baldone , η μεταβατική διάταξη του άρθρου 95α εφαρμόζεται κατ' αρχήν σε όλα τα γεννηθέντα προ της 1ης Ιουνίου 1992 δικαιώματα. Το άρθρο 95α δεν αφορά συνεπώς μόνον τους δικαιούχους συντάξεως για την οποία η απόφαση περί χορηγήσεως ήταν οριστική κατά την έναρξη της ισχύος της τροποποιήσεως, αλλά επίσης εκείνους οι οποίοι, πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιήσεων που επήλθαν με τον νέο κανονισμό, είχαν ήδη ασκήσει προσφυγή ενώπιον εθνικού δικαστηρίου. Αυτό ισχύει εφόσον η προσφυγή με την οποία αμφισβητείται η εφαρμογή των εθνικών κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως είχε ειδικά ως αντικείμενο την απόκτηση δικαιώματος συντάξεως και εφόσον, κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος νέων διατάξεων, επί της εν λόγω προσφυγής δεν είχε ακόμη εκδοθεί οριστική απόφαση.
45. Στο δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου προσήκει υπό τις συνθήκες αυτές η απάντηση ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει τον τύπο της αιτήσεως στην οποία αναφέρεται το άρθρο 95α, παράγραφος 4. Απόκειται επομένως στις εθνικές έννομες τάξεις να καθορίσουν τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της υποβολής της αιτήσεως αναθεωρήσεως των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Είναι επομένως απόλυτα πιθανό να μπορεί να υποβληθεί η αίτηση όχι μόνον στον αρμόδιο φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά επίσης, σύμφωνα με τους ισχύοντες δικονομικούς κανόνες, ενώπιον του δικαστηρίου που επελήφθη της διαφοράς. Σε περίπτωση εκκρεμοδικίας, πρέπει να ληφθεί υπόψη αυτή η ιδιαίτερη κατάσταση κατά την ερμηνεία του άρθρου 95α, παράγραφοι 5 και 6. Δεν πρέπει συναφώς να θεωρηθεί επιτακτική η διετής προθεσμία και επομένως αίτηση υποβληθείσα μετά την εκπνοή της προθεσμίας αυτής μπορεί κάλλιστα να έχει αναδρομικό αποτέλεσμα.
VII - ρόταση
46. Βάσει του συνόλου των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Το άρθρο 95α του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992, εφαρμόζεται κατ' αρχήν σε όλα τα γεννηθέντα προ της 1ης Ιουνίου 1992 δικαιώματα. Το άρθρο 95α δεν αφορά συνεπώς μόνον τους δικαιούχους συντάξεως για την οποία η απόφαση περί χορηγήσεως ήταν οριστική κατά την έναρξη της ισχύος της τροποποιήσεως, αλλά επίσης εκείνους οι οποίοι, πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιήσεων που επήλθαν με τον νέο κανονισμό, είχαν ήδη ασκήσει προσφυγή ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, η οποία είχε ειδικώς ως αντικείμενο την απόκτηση συνταξιοδοτικού δικαιώματος διά της αμφισβητήσεως της εφαρμογής των εθνικών κανόνων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως και επί της οποίας, κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος των νέων διατάξεων, δεν είχε ακόμη εκδοθεί οριστική απόφαση.
2) Στις εθνικές έννομες τάξεις απόκειται να καθορίσουν τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της υποβολής της αιτήσεως αναθεωρήσεως των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Είναι επομένως πιθανό η αίτηση να μπορεί κάλλιστα να υποβληθεί όχι μόνον στον αρμόδιο φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά επίσης ενώπιον του δικαστηρίου που επελήφθη της διαφοράς. Σε περίπτωση εκκρεμοδικίας, πρέπει να ληφθεί υπόψη αυτή η ιδιαίτερη κατάσταση κατά την ερμηνεία του άρθρου 95α, παράγραφοι 5 και 6, του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1248/92. Δεν πρέπει συναφώς να θεωρηθεί επιτακτική η διετής προθεσμία και επομένως αίτηση υποβληθείσα μετά την εκπνοή της προθεσμίας αυτής μπορεί κάλλιστα να έχει αναδρομικό αποτέλεσμα.»
Full & Egal Universal Law Academy