Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Στην παρούσα υπόθεση, το tribunal administratif de Paris, με προδικαστικό ερώτημα που απηύθυνε στο Δικαστήριο, θέτει το ζήτημα του κύρους του κοινοτικού καθεστώτος πριμοδότησης για την πρώιμη διάθεση μόσχων, όπως συστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 2222/96 του Συμβουλίου, της 18ης Νοεμβρίου 1996, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 805/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος , και τον κανονισμό (ΕΚ) 2311/96 της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 1996, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3886/92 για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής σχετικά με τα καθεστώτα πριμοδότησης που προβλέπονται στον τομέα του βοείου κρέατος .
ΙΙ - Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο
Α - Οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ
2. Η Συνθήκη EK σε σχέση με τις πολιτικές της Κοινότητας αναφέρει ρητώς (Τίτλος ΙΙ) και τη Γεωργία (άρθρα 38 έως 47, νυν άρθρα 32 ΕΚ έως 38 EK), η οποία περιλαμβάνεται στην κοινή αγορά που δημιουργήθηκε (άρθρο 38 της Συνθήκης, νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 32 ΕΚ).
3. Στο άρθρο 39, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 33 ΕΚ), απαριθμούνται οι στόχοι της κοινής γεωργικής πολιτικής, που είναι, μεταξύ άλλων: (β) να εξασφαλίζει ένα δίκαιο βιοτικό επίπεδο στον γεωργικό πληθυσμό, ιδίως με την αύξηση του ατομικού εισοδήματος των εργαζομένων στη γεωργία, και (γ) να σταθεροποιεί τις αγορές.
4. Στο άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 34, παράγραφοι 1 και 2, ΕΚ) ορίζονται τα ακόλουθα:
«2. Για να επιτευχθούν οι στόχοι που προβλέπονται στο άρθρο 39, δημιουργείται κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών.
Ανάλογα με τα προϊόντα, η οργάνωση αυτή λαμβάνει μία από τις ακόλουθες μορφές:
(...)
γ) ευρωπαϊκής οργανώσεως της αγοράς.
3. (...)
Η κοινή οργάνωση πρέπει να περιορίζεται στην επιδίωξη των στόχων του άρθρου 39 και να αποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών εντός της Κοινότητας.
(...)».
Β - Η δημιουργία κοινής οργάνωσης της αγοράς βοείου κρέατος
5. Κατ' εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 42 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 36 ΕΚ) και 43 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 37 ΕΚ), το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 805/68 με τον οποίο έγινε κωδικοποίηση των θεμελιωδών διατάξεων που αφορούν την κοινή οργάνωση της αγοράς βοείου κρέατος.
6. Το Συμβούλιο, με στόχο την επανεξισορρόπηση της αγοράς βοείου κρέατος, που είχε σοβαρά διαταραχθεί, κυρίως λόγω των ανησυχιών των καταναλωτών για το θέμα της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών (ΣΕΒ) και τη συνακόλουθη έντονη μείωση της κατανάλωσης και πτώση των τιμών παραγωγού, εξέδωσε τον κανονισμό 2222/96. Ο κανονισμός αυτός περιέχει ορισμένο αριθμό μέτρων που έχουν ως προορισμό τον καλύτερο προσανατολισμό της παραγωγής προς το επίπεδο της κατανάλωσης .
7. Θεωρώντας ότι η εξυγίανση της αγοράς βοείου κρέατος απαιτεί τη μείωση του αριθμού ζώων που προσφέρονται στην αγορά, με την προσφορά μεγαλύτερων κινήτρων για την απόσυρση ή/και την εμπορία νεαρών ζώων μικρού βάρους , το Συμβούλιο αφενός τροποποίησε το καθεστώς πριμοδότησης της μεταποίησης νεαρών αρσενικών μόσχων κοινοτικής καταγωγής, που αποσύρονται από την παραγωγή πριν υπερβούν την ηλικία των δέκα ημερών, ή πριν υπερβούν την ηλικία των είκοσι ημερών, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση διασφαλίζεται ο αποκλεισμός τους από την ανθρώπινη τροφική αλυσίδα (άρθρο 4θ, παράγραφος 1, του κανονισμού 805/68, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 2222/96) και αφετέρου εισήγαγε στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου το μέτρο της πριμοδότησης για την πρώιμη διάθεση μόσχων στην αγορά.
8. Η παράγραφος 2 του άρθρου 4θ προβλέπει τα εξής:
«2. Μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 1998, τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγήσουν πριμοδότηση για την πρώιμη εμπορία μοσχαριών. Η πριμοδότηση αυτή χορηγείται κατά τη σφαγή, σε ένα κράτος μέλος, κάθε μοσχαριού:
- του οποίου το βάρος σφαγίου δεν υπερβαίνει το μέσο βάρος σφαγίου των μοσχαριών που σφάζονται στο οικείο κράτος μέλος, μειωμένο κατά 15 %. Το μέσο βάρος σφαγίου ανά κράτος μέλος καθορίζεται βάσει των στατιστικών στοιχείων Eurostat για το 1995, ή βάσει οποιωνδήποτε άλλων στατιστικών στοιχείων για το έτος αυτό, τα οποία δημοσιεύονται επίσημα και τα οποία αποδέχεται η Επιτροπή·
- το οποίο έχει κρατηθεί, αμέσως προ της σφαγής του, στο κράτος μέλος σφαγής επί διάστημα που θα καθοριστεί» .
9. εραιτέρω, το άρθρο 4θ του κανονισμού 805/68, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 2222/96, στις παραγράφους 4, 5 και 6, προέβλεπε τα εξής:
«4. Με την επιφύλαξη δεόντως αιτιολογημένων έκτακτων περιπτώσεων, οι πριμοδοτήσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 καταβάλλονται εντός προθεσμίας που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους πέντε μήνες από την ημέρα υποβολής της αίτησης.
5. Σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 27, η Επιτροπή:
- θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου,
- καθορίζει τα ανώτατα βάρη σφαγίου των μοσχαριών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, για κάθε κράτος μέλος,
- καθορίζει το ποσό της πριμοδότησης μεταποίησης σε ένα ή πλείονα επίπεδα, που επιτρέπουν την απόσυρση επαρκούς αριθμού μοσχαριών σε συνάρτηση με τις ανάγκες της αγοράς,
- καθορίζει το ποσό της πριμοδότησης για πρώιμη εμπορία στο ενδεδειγμένο επίπεδο ώστε να καταστεί δυνατή η σφαγή επαρκούς αριθμού μοσχαριών ανάλογα με τις ανάγκες της αγοράς,
- μπορεί να επιτρέψει, αιτήσει κράτους μέλους, διαφοροποιημένη εφαρμογή εντός του κράτους αυτού, της πριμοδότησης για πρώιμη εμπορία, όταν τα ζώα, αμέσως πριν τη σφαγή τους, είχαν κρατηθεί στην περιοχή σφαγής επί διάστημα που θα καθοριστεί,
- μπορεί να αναστείλει τη χορήγηση της μιας ή/και της άλλης πριμοδότησης που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.
6. Η Επιτροπή ελέγχει αν, έξι μήνες μετά την εφαρμογή τους, τα καθεστώτα του παρόντος άρθρου έδωσαν ικανοποιητικά αποτελέσματα.
Στην αντίθετη περίπτωση, η Επιτροπή υποβάλλει στο Συμβούλιο την κατάλληλη πρόταση, επί της οποίας το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία λαμβάνοντας υπόψη την ανά κράτος μέλος κατανομή των προσπαθειών αναπροσαρμογής και τις τυχόν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.»
10. Η θέσπιση των προηγουμένων διατάξεων αιτιολογείται ως εξής στην ένατη, δέκατη και ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2222/96:
«ότι η θέσπιση πριμοδότησης για την πρώτη εμπορία μοσχαριών μπορεί επίσης να συμβάλει στην αποκατάσταση της ισορροπίας της αγοράς· ότι, για να προσαρμοστεί η πριμοδότηση αυτή προς τις συνθήκες παραγωγής στα κράτη μέλη, η επιλεξιμότητα των μοσχαριών στα κράτη μέλη πρέπει να αποφασίζεται σε συνάρτηση με το στατιστικώς προσδιοριζόμενο μέσο βάρος σφαγίου των μοσχαριών σε κάθε κράτος μέλος· ότι το μέσο αυτό βάρος μπορεί να ποικίλλει ανά κράτος μέλος· ότι, συνεπώς, η Επιτροπή πρέπει να μπορεί να επιτρέπει την εφαρμογή της πριμοδότησης ανά περιφέρεια· ότι, για να αποφευχθούν εκτροπές του εμπορίου πρέπει να οριστεί μια περίοδος κατοχής ότι ο καθορισμός της πριμοδότησης πρέπει να είναι αρμοδιότητα της Επιτροπής για τους ίδιους λόγους όπως και για την πριμοδότηση μεταποίησης·
ότι η παραγωγή και οι προσδοκίες των καταναλωτών διαφέρουν σημαντικά σε κάθε κράτος μέλος ότι, συνεπώς, πρέπει να δοθεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα επιλογής μεταξύ της πριμοδότησης για πρώιμη εμπορία, υποχρεώνοντάς τα ταυτόχρονα να εφαρμόζουν μια τουλάχιστον από τις πριμοδοτήσεις αυτές κατά το διάστημα από την 1η Δεκεμβρίου 1996 έως τις 30 Νοεμβρίου 1998·
ότι, μετά από έξι μήνες, πρέπει να ελεγχθεί τόσο η αποτελεσματικότης του καθεστώτος πριμοδότησης για πρώιμη εμπορία μοσχαριών, καθώς και της πριμοδότησης για μεταποίηση, όσο και η ορθή τους εφαρμογή, συγκρίνοντας ιδίως το επιτευχθέν αποτέλεσμα με την επιδιωκόμενη μείωση κατά 1 000 000 περίπου των μοσχαριών που εισέρχονται στην παραγωγή κόκκινου κρέατος, και εξετάζοντας την κατανομή των προσπαθειών αναπροσαρμογής ανά κράτος μέλος και την τυχόν ύπαρξη στρεβλώσεων του εμπορίου».
11. Επί τη βάσει κυρίως του άρθρου 4θ, παράγραφος 5, του κανονισμού 805/68, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 2222/96, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 2311/96, όπου όρισε τις προϋποθέσεις χορήγησης της πριμοδότησης για την πρώιμη διάθεση μόσχων στην αγορά αντικαθιστώντας το άρθρο 50 του κανονισμού 3886/92 , τιτλοφορούμενο «Η χορήγηση των πριμοδοτήσεων/προϋποθέσεις», με το ακόλουθο κείμενο:
«1. _Ενα κράτος μέλος δύναται να χορηγεί πριμοδοτήσεις για πρόωρη διάθεση μόσχων (εφεξής αναφέρεται "πριμοδότηση") μόνο για ζώα τα οποία σφάζονται στο έδαφός του και των οποίων το βάρος σφαγίου είναι ίσο ή μικρότερο από το βάρος που αναφέρεται στο παράρτημα IV (...)» .
12. Το παράρτημα IV, που καθορίζει το μέγιστο βάρος σφαγίου των μόσχων στα κράτη μέλη, όπως προβλέπεται στο άρθρο 50, παράγραφος 1, έχει ως εξής:
>lt>0
13. Σύμφωνα με το άρθρο 50, παράγραφος 3, του κανονισμού 3886/92, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 2311/96:
«3. Η πριμοδότηση που θα χορηγηθεί καθορίζεται ως εξής:
- 65 ECU ανά σφαζόμενο ζώο το Δεκέμβριο του 1996 και τον Ιανουάριο του 1997,
- 60 ECU ανά σφαζόμενο ζώο μετά τον Ιανουάριο του 1997.»
14. Στην έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2311/96 εξηγείται ότι η Επιτροπή θεώρησε πως «χρειάζεται να καθορισθεί το ποσό της πριμοδότησης για πρόωρη διάθεση των μόσχων στην αγορά, σε ένα επίπεδο για το οποίο λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, τόσο η εισοδηματική απώλεια η οποία συνδέεται με την πώληση ενός πιο ελαφρού σφαγίου, όσο και η πραγματοποιούμενη οικονομία η οποία συνδέεται με το γεγονός ότι η περίοδος παραγωγής είναι βραχύτερη· ότι, εντούτοις, για να ληφθούν υπόψη ορισμένες προβλεπόμενες διαταραχές στην αγορά του βοείου κρέατος, όταν το εν λόγω καθεστώς αρχίσει να εφαρμόζεται, είναι σκόπιμο, ως μεταβατικό μέτρο, να χορηγούνται υψηλότερες πριμοδοτήσεις».
15. Στη συνέχεια, το άρθρο 50 του κανονισμού 3886/92, όπως είχε μετά την έκδοση του κανονισμού 2311/96, τροποποιήθηκε αρκετές φορές.
16. Συγκεκριμένα, με τον κανονισμό 18/97 της Επιτροπής (άρθρο 1, σημείο 9), αντικαταστάθηκε στο παράρτημα IV το βάρος των 103 χλγ. που ίσχυε για τη Γερμανία με το βάρος των 112 χλγ. Στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 18/97 διευκρινίζεται ότι, όπως της επέτρεπε το άρθρο 4θ, παράγραφος 2, του κανονισμού 805/68 , η Γερμανία παρουσίασε άλλες στατιστικές από εκείνες που δημοσίευσε η Eurostat, ως αναφορά για τον καθορισμό του μέγιστου βάρους σφαγίου των επιλεξίμων μόσχων και ότι η Επιτροπή, μετά από έλεγχο των ενλόγω στατιστικών τις ενέκρινε.
17. Ο κανονισμός 200/97 της Επιτροπής (άρθρο 1), πρόσθεσε στο άρθρο 50, παράγραφος 3, του κανονισμού 3886/92 , το ακόλουθο νέο εδάφιο:
«Εντούτοις, τα δύο ποσά της πριμοδότησης που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο αυξάνονται:
α) για τα ζώα που σφάζονται μεταξύ 20 Ιανουαρίου και 30 Ιουνίου 1997, κατά 10 ECU ανά σφάγιο βάρους ίσου ή κατώτερου των 110 χιλιογράμμων και κατά 5 ECU ανά σφάγιο βάρους άνω των 110 χιλιογράμμων, αλλά όχι άνω των 120 χιλιογράμμων,
β) για τα ζώα που σφάζονται μεταξύ 1ης Ιουλίου και 31 Δεκεμβρίου 1997, κατά 5 ECU ανά σφάγιο βάρους ίσου ή κατώτερου των 110 χιλιογράμμων και κατά 2,5 ECU ανά σφάγιο βάρους άνω των 110 χιλιογράμμων, αλλά όχι άνω των 120 χιλιογράμμων.»
18. Ο κανονισμός 616/97 της Επιτροπής (άρθρο 1), τροποποίησε το άρθρο 50, παράγραφος 3, του κανονισμού 3886/92 , προσθέτοντας στο πρώτο εδάφιο μία τρίτη περίπτωση, και ακριβέστερα, προσδιορίζοντας το ποσό πριμοδότησης σε 50 ECU ανά σφαγμένο ζώο από 14ης Απριλίου 1997. Επίσης αύξησε το ποσό που προέβλεπε το δεύτερο εδάφιο της διάταξης αυτής, για τα σφαζόμενα ζώα από 14ης Απριλίου έως 30 Ιουνίου 1997, σε 30 και 15 ECU αντιστοίχως και για τα σφαζόμενα ζώα από 1ης Ιουλίου και 31ης Δεκεμβρίου 1997, σε 15 και 7,5 ECU αντίστοιχα.
19. Στις αιτιολογικές σκέψεις των κανονισμών 200/97 και 616/97 γίνεται ρητά μνεία των μεταβατικών προβλημάτων όσον αφορά την εφαρμογή της πριμοδότησης για την πρώιμη εμπορία μόσχων, που οδήγησαν στις αυξήσεις των πριμοδοτήσεων.
20. Συγκεκριμένα, στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 200/97 αναφέρεται ότι στην κοινοτική αγορά μοσχαρίσιου κρέατος, κατά παράδοση τα περισσότερα σφάγια πωλούνται με βάρος άνω των 120 χλγ. και ότι, για να έχουν πρόσβαση στην πριμοδότηση πρώιμης εμπορίας, τα σφάγια μόσχων που παράγονται σε ορισμένα κράτη μέλη θα πρέπει να πωλούνται με βάρος κατώτερο των 120 χλγ. εραιτέρω, εξηγείται ότι, λόγω της ασυνήθιστης αυτής παρουσίασης του μοσχαρίσιου κρέατος στην αγορά, μπορούν να αναμένονται προσωρινές δυσκολίες με αποτέλεσμα σχετικά υψηλότερο κόστος διάθεσης των εν λόγω ελαφρών σφαγίων και ότι, στο πλαίσιο αυτό και για να έχει η πριμοδότηση πρώιμης εμπορίας το επιθυμητό αποτέλεσμα στην αγορά βοείου κρέατος πρέπει να χορηγηθεί ένα συμπληρωματικό ποσό στα σφάγια αυτά, ως μεταβατικό μέτρο, σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού 2222/96 και ότι, στο πλαίσιο αυτό, έπρεπε να προβλεφθεί η διαφοροποίηση του συμπληρωματικού ποσού σε σχέση με ορισμένες ομάδες βάρους. Τέλος, με τον κανονισμό 616/97, προσαρμόσθηκαν τα ποσά των παρεχομένων επιδοτήσεων.
ΙΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά και το προδικαστικό ερώτημα
21. Η Gascogne Limousin viandes SA (στο εξής: Gascogne) είναι εταιρία γαλλικού δικαίου που δραστηριοποιείται στην παραγωγή μοσχαρίσιου κρέατος κρεοπωλείου.
22. Με αίτηση που κατατέθηκε στις 26 Ιουνίου 1997, η Gascogne ζήτησε από το tribunal administratif de Paris την ακύρωση των αποφάσεων του Office national interprofessionnel des viandes, de l'élevage et de l'aviculture (OFIVAL), με τις οποίες του αρνήθηκε το ευεργέτημα της πριμοδότησης για την πρώιμη διάθεση μόσχων στην αγορά, που θέσπισε ο κανονισμός 2222/96.
23. Από τον φάκελο της υπόθεσης που εστάλη στο Δικαστήριο από τον εθνικό δικαστή και τις σχετικές παρατηρήσεις της Γαλλικής Κυβέρνησης προκύπτει ότι οι αρνήσεις του OFIVAL έχουν ως ημερομηνία 14 Μα_ου, 11 και 20 Ιουνίου 1997 και ερείδονται επί του γεγονότος ότι το βάρος των μόσχων για τα οποία ζητήθηκε η καταβολή πριμοδότησης ήταν ανώτερο των 108 χλγ.
24. Υπό αυτές τις συνθήκες το tribunal administratif de Paris έκρινε ότι η επίλυση της ενώπιόν του εκκρεμούσης διαφοράς και η κρίση επί του βασίμου του αιτήματος της προσφεύγουσας Gascogne εξαρτάται από την απάντηση του ερωτήματος κατά πόσον εμποδίζουν οι «διατάξεις του άρθρου 40 της Συνθήκης της 25ης Μαρτίου 1957 τη θέσπιση μέτρων ενισχύσεως των οποίων τυγχάνουν προϊόντα διαφοροποιούμενα με βάση κριτήρια καθοριζόμενα σε εθνικό επίπεδο, ενώ τα προϊόντα αυτά μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο εντός του συνόλου των κρατών μελών της Κοινότητας».
IV - Απάντηση του ερωτήματος
Α - Επί του παραδεκτού
25. Η Επιτροπή θέτει ζήτημα παραδεκτού του προδικαστικού ερωτήματος. Υποστηρίζει ότι η διάταξη της παραπομπής είναι ιδιαίτερα λακωνική στο μέτρο που δεν περιέχει καμία ένδειξη σχετική με τις ημερομηνίες και τους λόγους απόριψης του αιτήματος της Gascogne για χορήγηση πριμοδότησης και για τη φύση της διαφοράς των μερών. Επίσης, επισημαίνει ότι δεν παρατίθενται οι ημερομηνίες σφαγής των μόσχων και κατάθεσης των αιτημάτων για τη χορήγηση της πριμοδότησης, που θα ήσαν σημαντικές λόγω της εξέλιξης της εφαρμοστέας νομοθεσίας.
26. Από την περιγραφή των πραγματικών περιστατικών στη διάταξη της παραπομπής, είναι, κατά τη γνώμη μου, προφανές ότι ο εθνικός δικαστής δεν προέβη σε επαρκή περιγραφή του πραγματικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει.
27. _Οπως κατ' επανάληψη έχει τονίσει το Δικαστήριο, η ανάγκη ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, η οποία είναι χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο, επιβάλλει στο δικαστήριο αυτό να καθορίζει το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο των ερωτημάτων που υποβάλλει ή τουλάχιστον να εξηγεί τις πραγματικές περιστάσεις στις οποίες βασίζονται . Η παροχή δε πληροφοριακών στοιχείων στις διατάξεις περί παραπομπής απαιτείται όχι μόνο για «να καθιστούν δυνατό στο Δικαστήριο να δίδει χρήσιμες απαντήσεις» αλλά και για να παράσχουν τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στους λοιπούς ενδιαφερομένους να υποβάλλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου , δεδομένου ότι κατά το άρθρο αυτό μόνον οι διατάξεις περί παραπομπής των εθνικών δικαστηρίων κοινοποιούνται στα ενδιαφερόμενα μέρη . Εξάλλου, κατά παγία νομολογία: «Στο Δικαστήριο εναπόκειται να μεριμνά για τη διασφάλιση της δυνατότητας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι βάσει της προπαρατεθείσας διατάξεως, μόνες οι αποφάσεις περί παραπομπής κοινοποιούνται στους ενδιαφερόμενους διαδίκους» .
28. Έτσι, το Δικαστήριο έχει κρίνει απαράδεκτο προδικαστικό ερώτημα στο οποίο «το πραγματικό πλαίσιο θα μπορούσε να προσδιορισθεί μόνο με ανάλυση των υπομνημάτων του προσφεύγοντος και του ενάγοντος στις κύριες δίκες, τα οποία δεν κοινοποιήθηκαν στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη που θα επιθυμούσαν να υποβάλουν γραπτές παρατηρήσεις» .
29. Όμως, εάν ο φάκελος που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, μαζί με τις έγγραφες παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από τους διαδίκους «παρέχουν στο Δικαστήριο επαρκή πληροφοριακά στοιχεία που του επιτρέπουν να ερμηνεύσει τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου που σχετίζονται με την υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της κυρίας δίκης» , το Δικαστήριο είναι σε θέση να δώσει χρήσιμη για το δικαστήριο της παραπομπής απάντηση .
30. Θα υπενθυμίσω, επίσης, ότι το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων που καθιερώνει το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 234 ΕΚ), «το εθνικό δικαστήριο, το οποίο μόνο έχει άμεση γνώση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, είναι σε θέση να εκτιμήσει, ενόψει των ιδιομορφιών της υποθέσεως, την αναγκαιότητα προδικαστικής αποφάσεως προκειμένου να εκδώσει τη δική του απόφαση» .
31. Θεωρώ ότι, στην παρούσα υπόθεση, τα πραγματικά περιστατικά, όπως προκύπτουν από τις έγγραφες παρατηρήσεις που κατατέθηκαν, είναι πλέον αρκούντως σαφή και συνεπώς το Δικαστήριο είναι σε θέση να δώσει χρήσιμη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα που τέθηκε, παρόλες τις επιφυλάξεις που δημιουργεί η πολύ περιληπτική παράθεση των περιστατικών αυτών στη διάταξη της παραπομπής. Διότι, το Δικαστήριο έχει δεχθεί, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τη δυνατότητα να αρνηθεί να απαντήσει, όταν είναι προφανές ότι η διάταξη του κοινοτικού δικαίου της οποίας ζητείται η ερμηνεία ή ο έλεγχος του κύρους δεν έχει καμία σχέση με το αντικείμενο της κύριας δίκης . Τούτο, όμως, νομίζω, ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω ούτε συνάγεται ότι υφίσταται κίνδυνος να δώσει απάντηση σε εντελώς υποθετικό ερώτημα .
Β - Επί της ουσίας
α) Τα τιθέμενα ζητήματα
32. Η Γαλλική Κυβέρνηση και η Gascogne υποστηρίζουν ότι η κοινοτική νομοθεσία που αφορά την πριμοδότηση για την πρώιμη διάθεση μόσχων στην αγορά παρεβίασε την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που θεσπίζει το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης και η εφαρμογή της κατέληξε σε νοθεύσεις του ανταγωνισμού .
33. Αντιθέτως, το Συμβούλιο και η Επιτροπή θεωρούν ότι δεν πάσχει το κύρος του ενλόγω κανονισμού, λόγω αντίθεσης προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, που διατυπώνεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
34. Αναλυτικότερα, η Gascogne τονίζει ότι η ενιαία εφαρμογή της μείωσης κατά 15 % του μέσου βάρους σφαγίου σφαγμένων μόσχων σε κάθε κράτος μέλος, που προβλέπει ο κανονισμός 2222/96 επιβάλλει στους γάλλους παραγωγούς να μειώσουν το βάρος σφαγίου των μόσχων τους σε λιγότερα από 108 χλγ., για να είναι επιλέξιμα, ενώ το μέσο βάρος σφαγίου παραγομένου στη Γαλλία ανέρχεται παραδοσιακά στα 127 χλγ. Το βάρος αναφοράς των 108 χλγ. δεν θα συμβιβαζόταν καθόλου με τη συνήθη θέση στη γαλλική αγορά του σφαγίου αυτού . Συγχρόνως δε στους ανταγωνιστές των Κάτω Χωρών, δεύτερη παραγωγό χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και εξαγωγό κατά 95 % της παραγωγής της, χορηγήθηκε ως βάρος αναφοράς 138 χλγ. ανά σφάγιο και τούτο θα τους έθετε σε ιδιαίτερα ευνοϊκή θέση στη γαλλική αγορά, αφού μπορούσαν να παράγουν μόσχους το σφάγιο των οποίων θα προσέγγιζε το βάρος μόσχου που προσδοκά η γαλλική αγορά και, παράλληλα, θα απελάμβαναν την πριμοδότηση των 65 Ecu ανά σφάγιο, που προέβλεψε ο κανονισμός 2311/96.
35. Επιπλέον, η Gascogne θεωρεί ότι εσφαλμένα χρησιμοποιήθηκαν στατιστικά στοιχεία της Eurostat που παρέσχον τα κράτη μέλη, τα οποία (στοιχεία) χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό του βάρους αναφοράς. Εξηγεί ότι τα σφάγια μόσχων δεν είναι ομοιόμορφα από άποψη βάρους αλλά και εντός της ιδίας χώρας προσφέρονται στην κατανάλωση διαφορετικά σφάγια ανάλογα με τις γαστριμαργικές και εμπορικές συνήθειες.
36. Επίσης, εξηγεί αναλυτικά ότι δεν υπάρχει κοινός ορισμός του προς σφαγή μόσχου και των χαρακτηριστικών του ούτε σχετικές αξιόπιστες ενιαίες κοινοτικές στατιστικές, με αποτέλεσμα ο κανονισμός 2222/96 που βασίσθηκε στα δεδομένα αυτά, αυξάνοντας, χωρίς αντικειμενική αιτιολογία, τη διαφορά βάρους επιλέξιμων προς πριμοδότηση σφαγίων μεταξύ Κάτω Χωρών και Γαλλίας, επέτεινε τη δυσμενή διάκριση σε βάρος των Γάλλων παραγωγών, παραβιάζοντας το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης. Θέτει το ζήτημα κατά πόσον με την επιλογή του κριτηρίου αυτού από το Συμβούλιο παραβιάσθηκαν οι υπέρτερης τυπικής ισχύος αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας. Διότι, κατά τη Gascogne, η εφαρμογή της αρχής της ισότητας θα έπρεπε να γίνει με σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας.
37. Τέλος, κατά τη Gascogne, μειώνοντας ενιαίως το βάρος των σφαγίων ενός κράτους μέλους, επιλέξιμων προς πριμοδότηση για πρώιμη διάθεση στην αγορά, η οποία επίσης είναι ενιαία, εκτός από τον μετριασμό που επέφερε ο κανονισμός 200/97, ο κανονισμός 2222/96 δημιούργησε αδικαιολόγητη, υπερβολική επιβάρυνση με τρόπο απόλυτα ανισομερή . Ο ενιαίος συντελεστής του 15 % που εφαρμόζεται στο μέσο βάρος σφαγίων σφαγμένων σε κάθε κράτος μέλος δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη το μέσο βάρος που ζητεί η αγορά, το οποίο τίθεται ως προϋπόθεση για το βάρος και τις συγκεκριμένες συνέπειες του κανονισμού για τους αποδέκτες του. Οι Γάλλοι παραγωγοί τιμωρούνται υπερβολικά, όχι μόνο κατά την εξαγωγή, αφού οι κυριότερες αγορές εξαγωγής, η Ιταλία και η Γερμανία, είναι καταναλωτές σφαγίων βαρύτερων από εκείνα που δόθηκαν στη Γαλλία, αλλά επίσης και κυρίως στην εθνική τους αγορά, στην οποία καταναλώνονται τα πριμοδοτούμενα βαρύτερα ολλανδικά σφάγια ενώ οι Γάλλοι αγρότες θα έπρεπε να τους ανταγωνιστούν χωρίς πριμοδότηση. Όπως τονίζει δε η Γαλλική Κυβέρνηση, η κοινοτική νομοθεσία ευνόησε και ωφέλησε τελικά τους παραγωγούς σφαγίων με το μεγαλύτερο βάρος.
38. Η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η νόθευση του ανταγωνισμού είναι προφανής και τούτο αποδεικνύεται από το υψηλό ποσοστό συμμετοχής των Ολλανδών παραγωγών στο πρόγραμμα σε σχέση με τους Γάλλους ανταγωνιστές τους . Υποστηρίζει, εξάλλου, ότι τα μειονεκτήματα αυτά για τους Γάλλους παραγωγούς δεν ήρθησαν μετά την υιοθέτηση του μέτρου διαφοροποίησης της πριμοδότησης που θεσπίσθηκε με τον κανονισμό 200/97. Γι' αυτό και θα έπρεπε, λόγω της κρίσεως που οφειλόταν στη «νόσο των τρελλών αγελάδων», να ανατεθεί σε κάθε κράτος μέλος η διαφύλαξη της ισορροπίας του τομέα μόσχων προς σφαγή.
β) Απάντηση του προδικαστικού
39. Τα τιθέμενα ζητήματα θα εξετασθούν ως εξής: Αφού υπενθυμίσω τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το εύρος της εξουσίας των κοινοτικών οργάνων σε θέματα γεωργικής πολιτικής (1) θα εξετάσω τα ζητήματα κατά πόσον, με τη θέσπιση του επίμαχου μέτρου, παραβιάσθηκαν οι αρχές τόσο της απαγόρευσης των διακρίσεων που θέτει ο εθνικός δικαστής (2) όσο και της αναλογικότητας που θέτει επιπλέον η Gascogne (3).
1) Η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το εύρος της εξουσίας των κοινοτικών οργάνων σε θέματα γεωργικής πολιτικής
40. Το Δικαστήριο με την πάγια νομολογία του δέχεται ότι ειδικά για τα θέματα κοινής γεωργικής πολιτικής τα «κοινοτικά όργανα διαθέτουν πράγματι ευρεία εξουσία εκτιμήσεως (...) λαμβανομένων υπόψη των ευθυνών που τους αναθέτει η Συνθήκη». Δηλαδή «όταν πρόκειται για κατάσταση που υπαγορεύει την ανάγκη εκτιμήσεως ορισμένης περίπλοκης οικονομικής πραγματικότητας όπως είναι η περίπτωση της κοινής γεωργικής πολιτικής, ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως ως προς τη φύση και την έκταση των ληπτέων μέτρων» . Επίσης, δέχεται ότι, για την κοινή οργάνωση αγοράς προϊόντων, το Συμβούλιο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια και με βάση αυτή την εκτίμηση το Δικαστήριο προσδιορίζει και τα όρια του ελέγχου τον οποίο ασκεί. Λόγου χάριν, με την απόφασή του της 29ης Οκτωβρίου 1980, Roquette Frères κατά Συμβουλίου , έκρινε ότι «όταν η εφαρμογή από το Συμβούλιο της γεωργικής πολιτικής της Κοινότητας περιλαμβάνει την ανάγκη εκτιμήσεως περίπλοκης οικονομικής καταστάσεως, η διακριτική εξουσία της οποίας απολαύει δεν εφαρμόζεται αποκλειστικά στη φύση και την έκταση των διατάξεων που θα θεσπίσει, αλλά επίσης, κατά ορισμένο μέτρο, και στη διαπίστωση των βασικών στοιχείων υπό την έννοια, ιδίως, ότι επιτρέπεται στο Συμβούλιο να στηριχθεί, ενδεχομένως, σε συνολικές διαπιστώσεις. Ο δικαστής, ελέγχοντας την άσκηση αυτής της αρμοδιότητας, πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση της πρόδηλης πλάνης ή της καταχρήσεως εξουσίας ή του ζητήματος μήπως η οικεία αρχή υπερέβη προδήλως τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεώς της».
2) Σχετικά με την παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
41. Το Δικαστήριο παγίως δέχεται ότι κατά το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, η κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών πρέπει να αποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών της Κοινότητας. Έχει δε επανειλημμένα κρίνει ότι «αυτή η απαγόρευση διακρίσεων αποτελεί απλώς ειδική έκφραση της γενικής αρχής του κοινοτικού δικαίου περί ισότητας, σύμφωνα με την οποία οι παρόμοιες καταστάσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται διαφορετικά και οι διαφορετικές καταστάσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο, εκτός αν η αντιμετώπιση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά» .
42. Το Δικαστήριο, όμως, έχει κρίνει ότι «η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων δεν απαγορεύει τη θέσπιση κοινοτικής ρυθμίσεως η οποία εισήγαγε σύστημα ορίων εγγυήσεως για το σύνολο της κοινοτικής αγοράς, το οποίο είχε ως συνέπεια τον περιορισμό της ενισχύσεως της παραγωγής των οικείων επιχειρηματιών όλων των κρατών μελών, ακόμη και εάν η υπέρβαση των ορίων αυτών δεν οφειλόταν σε αύξηση της παραγωγής σε όλα τα κράτη μέλη. _Εκρινε ότι, στο πλαίσιο κοινής οργανώσεως αγορών που δεν προβλέπει σύστημα εθνικών ποσοστώσεων, όλοι οι παραγωγοί της Κοινότητας, ανεξαρτήτως του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένοι, πρέπει να υφίστανται αλληλεγγύως και ισομερώς τις συνέπειες των αποφάσεων που καλούνται να λάβουν τα κοινοτικά όργανα κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο να εμφανιστεί στην αγορά διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ της παραγωγής και των δυνατοτήτων διαθέσεως» .
43. Από τη προαναφερθείσα νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι η επιλογή κάποιας συγκεκριμένης λύσεως για την αντιμετώπιση ενός προβλήματος στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς ενός προϊόντος, όπως στην υπό κρίση υπόθεση η αγορά βοείου κρέατος, αποτελεί έκφραση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει το Συμβούλιο στον ενλόγω τομέα, σύμφωνα με τη Συνθήκη. Έτσι, το Συμβούλιο είναι αρμόδιο να συνεκτιμήσει πολλούς παράγοντες για να επιλέξει τη λύση εκείνη που θεωρεί ότι είναι η καλύτερη.
44. Εν προκειμένω, το Συμβούλιο ασκώντας αυτήν την αρμοδιότητα προέκρινε την πριμοδότηση, υπό συγκεκριμένους όρους, της πρώιμης διάθεσης μόσχων στην αγορά για την εξισορρόπηση και την εξυγίανση του τομέα βοείου κρέατος. Επιπλέον, το Συμβούλιο θεώρησε ως καταλληλότερο το κριτήριο του μέσου βάρους σφαγίων των μοσχαριών που σφάζονται στο οικείο κράτος μέλος, μειωμένο κατά 15 %, για τη χορήγηση της πριμοδότησης ώστε να επιτευχθεί τελικά η ποσότητα που αντιστοιχεί στην κάθε περιοχή.
45. Αναλυτικότερα, το Συμβούλιο, με στόχο την επανεξισορρόπηση της αγοράς βοείου κρέατος, που είχε σοβαρά διαταραχθεί, κυρίως λόγω των ανησυχιών των καταναλωτών για το θέμα της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών (ΣΕΒ) και τη συνακόλουθη έντονη μείωση της κατανάλωσης και πτώση των τιμών παραγωγού, εξέδωσε τον κανονισμό 2222/96 . ρος επίτευξη του σκοπού αυτού, το Συμβούλιο, έχοντας ευρεία διακριτική ευχέρεια να λάβει τα μέτρα εκείνα που απαιτούνται προς εξυγίανση και εξισορρόπηση της διαταραχθείσας αγοράς, αποφάσισε να καθορίσει την επιλεξιμότητα των μόσχων προς πριμοδότηση σε κάθε κράτος μέλος με κριτήριο το μέσο βάρος σφαγίου μόσχων που σφάζεται σε κάθε κράτος μέλος, όπως το βάρος αυτό προκύπτει από στατιστικά στοιχεία του έτους 1995, μειούμενο κατά 15 % . Το Συμβούλιο δεν αιτιολογεί βέβαια τους λόγους για τους οποίους επέλεξε το ποσοστό αυτό του 15 %, τούτο όμως, κατά τη γνώμη μου, δεν δημιουργεί προβλήματα δεδομένου ότι, πρώτον, απολαύει εν προκειμένω ευρείας διακριτικής ευχέρειας, δεύτερον, η επιλογή του ελέγχεται σε συνάρτηση με τον στόχο του που είναι η μείωση κατά 1 000 000 περίπου των μοσχαριών που εισέρχονται στην παραγωγή κόκκινου κρέατος και, συνεπώς, καταλήγουν στην ανθρώπινη τροφική αλυσίδα, και, τρίτον, δεν προσάγονται στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η επιλογή του ποσοστού αυτού ενέχει πρόδηλη πλάνη του Συμβουλίου.
46. Εξάλλου, όπως ορθώς τονίζουν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, η επιλογή ως κριτηρίου του μέσου βάρους σφαγίου για όλη την Κοινότητα δεν θα ήταν κατάλληλο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού αυτού για δύο λόγους: i) Οι παραγωγοί που δραστηριοποιούνταν σε κράτη μέλη που έχουν συστήματα παραγωγής που παρέχουν βάρος σφαγίων μεγαλύτερο θα ήσαν αναγκασμένοι να προσπαθήσουν να μειώσουν το βάρος αυτό κατά τρόπο δυσανάλογο για το ποσό της χορηγούμενης πριμοδότησης. ii) Όσοι δραστηριοποιούνται σε κράτη μέλη όπου το μέσο βάρος σφαγίου είναι κατώτερο θα επωφελούνταν της πριμοδότησης χωρίς καμία μεταβολή του συστήματος παραγωγής τους.
47. Δηλαδή αν το Συμβούλιο είχε επιλέξει ένα κριτήριο ερειδόμενο στο μέσο κοινοτικό βάρος μόσχων μειωμένο κατά 15 %, το ήμισυ περίπου της κοινοτικής παραγωγής θα ήταν επιλέξιμο προς πριμοδότηση ενώ ένα μεγάλο τμήμα του άλλου μισού δεν θα είχε προβεί σε καμμία ενέργεια. Όπως, εξάλλου, τονίζει το Συμβούλιο, λόγω της μεγάλης διαφοράς στο βάρος μόσχων μεταξύ των κρατών μελών η μείωση που θα απαιτείτο από μερικούς θα ήταν τόσο συνεπής ώστε η πριμοδότηση δεν θα ήταν αρκετή να επιτευχθεί ο σκοπούμενος στόχος. Έτσι, θα ετίθετο σε κίνδυνο η αποτελεσματικότητα της πριμοδότησης και η επίτευξη του σκοπούμενου στόχου. Τούτο δε θα συνιστούσε απαγορευόμενη διάκριση υπέρ ορισμένων παραγωγών και σε βάρος κάποιων άλλων.
48. Άλλωστε προς την κατεύθυνση ότι δεν πάσχει η ανωτέρω επιλογή του Συμβουλίου, ως ενέχουσα δυσμενή διάκριση μεταξύ των παραγωγών της Κοινότητας, μας βοηθά και η νομολογία του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, το γεγονός ότι η λήψη κάποιου μέτρου στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγοράς ενδέχεται να έχει διάφορες επιπτώσεις επί ορισμένων παραγωγών, ανάλογα με την ειδική φύση της παραγωγής τους ή τις τοπικές συνθήκες, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δυσμενής διάκριση εάν το μέτρο στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, προσαρμοσμένα στις ανάγκες της όλης λειτουργίας της κοινής οργανώσεως αγοράς .
49. Η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται την απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-296/93 και C-307/93, Γαλλία και Ιρλανδία κατά Επιτροπής , προς στήριξη των ισχυρισμών της ότι, αντιθέτως από ό,τι συνέβη σε εκείνη την υπόθεση, οι επίμαχες κοινοτικές ρυθμίσεις στην παρούσα υπόθεση ευνόησαν και ωφέλησαν τους παραγωγούς των βαρύτερων σφαγίων.
50. Οι υποθέσεις αυτές C-296/93 και C-307/93 αφορούσαν τον περιορισμό του βάρους των σφαγίων στα οποία μπορούν να εφαρμόζονται τα μέτρα παρεμβάσεως . Το Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν υπήρχε ευνοϊκή μεταχείριση των παραγωγών μιας χώρας της Κοινότητας, λόγω του ότι ο επίμαχος σε εκείνη την περίπτωση κανονισμός δεν απέκλειε καμία κατηγορία προϊόντων από το πλεονέκτημα των αγορών στο πλαίσιο του συστήματος παρεμβάσεων, αλλά υποχρέωνε τους οικείους παραγωγούς να προσαρμόσουν το βάρος ορισμένων από τις κατηγορίες αυτές. Επίσης προεβλέποντο ορισμένα μεταβατικά μέτρα που παρείχαν στους παραγωγούς τη δυνατότητα να προσαρμόσουν προοδευτικά την παραγωγή τους.
51. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από εκείνες της προαναφερθείσας υπόθεσης διότι η αναφορά στο βάρος σφαγίων διαφοροποιούμενων ανά κράτη μέλη, δεδομένου ότι υπάρχει ενιαία αγορά για τα σφάγια, θα είχε ως συνέπεια να αποκλείει του ωφελήματος της πριμοδότησης παραγωγούς οι οποίοι, σε ένα κράτος μέλος, δεν θα μπορούσαν να σφάζουν τους μόσχους τους σε βάρος πολύ κατώτερο εκείνου που γινόταν αποδεκτό στο πλαίσιο της συγκεκριμένης γεωγραφικής αγοράς, ενώ σε άλλα κράτη μέλη οι παραγωγοί δεν υποχρεούντο να κάνουν κάτι τέτοιο.
52. Με βάση την προηγηθείσα ανάλυση θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί αυτοί της Γαλλικής Κυβέρνησης δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί. Κατά τη θέσπιση του επίμαχου μέτρου, το Συμβούλιο έλαβε δεόντως υπόψη την ιδιαιτερότητα της παραγωγής σε κάθε κράτος μέλος και την ανάγκη εξυγίανσης της αγοράς, κατέλειπε δε τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να υποβάλουν στην Επιτροπή προς έγκριση άλλες επίσημες στατιστικές αλλάζοντας το βάρος αναφοράς που τους αναλογούσε, δηλαδή να καταστεί εφικτή η κατά το δυνατόν λήψη υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της αγοράς κάθε κράτους μέλους. _Ετσι, ενώ η Γερμανία έκανε χρήση αυτής της δυνατότητας, οι γαλλικές αρχές δεν προέβησαν σε καμία ανάλογη ενέργεια.
53. εραιτέρω, θα υπενθυμίσω ότι με την απόφαση Deschamps κ.λπ. κατά OFIVAL , το Δικαστήριο έκρινε ότι κοινοτικός κανονισμός που επιφύλασσε τη δυνατότητα χορηγήσεως της μεταβλητής πριμοδοτήσεως για τη σφαγή προβάτων μόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο, συμβιβαζόταν πλήρως με το άρθρο 40, παράγραφος 3, διότι «επιβάλλεται από τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ των καταστάσεων των διαφόρων αγορών της Κοινότητας» .
54. Υπό τους ανωτέρω όρους, δεδομένης της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που απολαύουν τα αρμόδια κοινοτικά όργανα προς λήψη μέτρων εξυγίανσης της αγοράς, θεωρώ ότι η διαφοροποίηση του βάρους του μέσου σφαγίου μόσχων ανά κράτος μέλος δεν συνιστά διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων που δεν δικαιολογείται αντικειμενικά, και συνεπώς συμβιβάζεται με την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων που θεσπίζεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, όπως ορθώς τονίζουν το Συμβούλιο και η Επιτροπή.
55. Εξάλλου, θεωρώ ότι η αρχή της αλληλεγγύης και της συνοχής της περί ης ο λόγος αγοράς δικαιολογούσε αυτήν την κατανομή του βάρους εξυγιάνσεως της αγοράς σε όλους τους παραγωγούς της Κοινότητας ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι του καθεστώτος της πριμοδότησης για την πρώιμη διάθεση μόσχων στην αγορά. Δηλαδή, από την αρχή της κοινοτικής αλληλεγγύης, συνάγεται ότι αυτή η υποχρέωση εξυγίανσης πρέπει να βαρύνει όλους τους κοινοτικούς παραγωγούς. Στο πλαίσιο της επιδιώξεως του σκοπού αυτού, «όλοι οι παραγωγοί της Κοινότητας, ανεξαρτήτως του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένοι, πρέπει να υφίστανται αλληλεγγύως και ισομερώς τις συνέπειες των αποφάσεων που καλούνται να λάβουν τα κοινοτικά όργανα κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο να εμφανιστεί στην αγορά διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ της παραγωγής και των δυνατοτήτων διαθέσεως» .
3) Σχετικά με την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
56. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, από την υπέρτερης τυπικής ισχύος αρχή της αναλογικότητας, που αποτελεί τμήμα των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, προκύπτει ότι «οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια του καταλλήλου και αναγκαίου για την επίτευξη των σκοπών που νομίμως επιδιώκονται από την οικεία ρύθμιση, εξυπακουομένου ότι, οσάκις υφίσταται επιλογή μεταξύ περισσοτέρων καταλλήλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το ολιγότερο καταναγκαστικό και τα προξενούμενα μειονεκτήματα δεν πρέπει να είναι δυσανάλογα προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς» .
57. Εξάλλου, όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο της εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας από τον κοινοτικό νομοθέτη στον τομέα της κοινής αγροτικής πολιτικής, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου , «ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει στα θέματα της κοινής γεωργικής πολιτικής ευρεία διακριτική εξουσία η οποία αντιστοιχεί στις πολιτικές ευθύνες που του παρέχουν τα άρθρα 40 και 43 της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, μόνον η πρόδηλη ακαταλληλότητα ενός μέτρου που θεσπίστηκε σε αυτόν τον τομέα, σε σχέση με το στόχο που επιδιώκει το αρμόδιο όργανο, μπορεί να θίξει τη νομιμότητά του» .
58. Όσον αφορά το ζήτημα του κύρους των μέτρων που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 4θ, παράγραφος 2, του κανονισμού 805/68, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 2222/96, λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, τούτο θα συνέβαινε αν, ενόψει του στόχου εξυγιάνσεως της αγοράς, τα μέτρα αυτά ήταν προδήλως ακατάλληλα ή μη αναγκαία σε σχέση με τους επιδιωκόμενους στόχους.
59. Δεδομένου ότι αναλύθηκε ήδη ο σκοπός της επίδικης ρυθμίσεως, θα προσδιορισθεί στη συνέχεια αν το μέτρο που έλαβε το Συμβούλιο είναι προδήλως ακατάλληλο ή μη αναγκαίο για την επίτευξή του και αν τα μειονεκτήματα δεν υπερβαίνουν τα πλεονεκτήματα.
60. Τό ότι δεν είναι ακατάλληλο και μάλιστα προδήλως ακατάλληλο το κριτήριο αυτό ως μέσο για την επιτυχία της σκοπουμένης με την πριμοδότηση εξυγίανσης της αγοράς βοείου κρέατος φαίνεται και από το γεγονός ότι από τα πιθανά κριτήρια με τα οποία θα μπορούσε να υποκατασταθεί, όπως, λόγου χάριν, εκείνο του μέσου κοινοτικού βάρους μόσχου προς σφαγή, κανένα δεν παρουσιάζεται, και τούτο να αποδεικνύεται με πειστικό τρόπο, ως καταφανώς καταλληλότερο, ήτοι προτιμότερο από πλευράς αναλογικότητας, προοδευτικής ισότητας και ασφάλειας .
61. Συγκεκριμένα, αν και η επιλογή του ανωτέρω κριτηρίου από το Συμβούλιο δεν είναι κατά τη γνώμη μου προφανώς εσφαλμένη, θα μπορούσε να λαμβάνει εξαρχής περισσότερο υπόψη τις ιδιαιτερότητες των εθνικών παραγωγών και τις διαφοροποιήσεις του μέσου βάρους σφαγίου μόσχων, και τούτο καθίσταται προφανές για δύο λόγους: i) Αφενός, ο κανονισμός 805/68, στο άρθρο 4θ, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, παρείχε την ευχέρεια στα κράτη μέλη να υποβάλλουν στην Επιτροπή προς έγκριση άλλες επίσημες στατιστικές για το έτος 1995, κάτι που πράγματι έπραξε η Γερμανία, επιτυγχάνοντας (κανονισμός 18/97) την αύξηση του μέσου βάρους σφαγίου από 103 χλγ. σε 112 χλγ. ii) Αφετέρου, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι για την μείωση των μειονεκτημάτων που προέκυπταν από αυτή την κατάσταση, τα οποία συνίσταντο στο σχετικά υψηλό κόστος της διαθέσεως ελαφρών σφαγίων, η χορηγούμενη πριμοδότηση αυξήθηκε κατά 10 ECU ως τις 13 Απριλίου 1997 και κατά 30 ECU από 14ης Απριλίου 1997. Στο μέτρο δε που η αύξηση χορηγείτο για όλα τα σφάγια βάρους ίσου ή μεγαλύτερου από 110 χλγ. και πάντως μικρότερου από 120 χλγ., οι Γάλλοι παραγωγοί μπορούσαν να επωφεληθούν.
62. Δηλαδή, η κατανομή των υποχρεώσεων μεταξύ των παραγωγών με βάση το μέσο βάρος μόσχων προς σφάξιμο σε κάθε κράτος μέλος, αποτελεί αναγκαία επιλογή, που βασίζεται σε ένα κριτήριο αντικειμενικό και εύχρηστο.
63. Συνεπώς, η ρύθμιση του Συμβουλίου δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αφού ούτε μη αναγκαία ούτε προφανώς ακατάλληλη είναι, τα δε μειονεκτήματα για τους παραγωγούς ενός κράτους μέλους (τους Γάλλους εν προκειμένω) δεν υπερβαίνουν τα πλεονεκτήματα που αφορούν το σύνολο των κοινοτικών παραγωγών, και προκύπτουν από την επιτυχία της προσπάθειας εξυγιάνσεως και, συνεπώς, εξισορροπήσεως της συγκεκριμένης αγοράς .
V - ρόταση
64. Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα που έθεσε το tribunal administratif de Paris η ακόλουθη απάντηση:
«Ο καθορισμός, με βάση το άρθρο 4θ, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 2222/96 του Συμβουλίου, της 18ης Νοεμβρίου 1996, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 805/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος, ανώτατου βάρους μόσχων διαφοροποιούμενου κατά κράτος μέλος, για τη χορήγηση πριμοδότησης για την πρώιμη διάθεση στην αγορά μόσχων προς σφαγή, δεν συνιστά διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 34, παράγραφος 2, ΕΚ) ούτε αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας.»
Full & Egal Universal Law Academy