Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Με την υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το Landesarbeitsgericht Düsseldorf (Γερμανία) υποβάλλει στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία ενός νομοθετήματος επί του οποίου το Δικαστήριο δεν έχει ουδέποτε μέχρι τώρα αποφανθεί: της οδηγίας 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους ευρωπαϊκής κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους (στο εξής: οδηγία). Με τα υποβληθέντα ερωτήματα ζητείται να καθοριστεί αν η κεντρική διεύθυνση της επιχειρήσεως υποχρεούται να παράσχει στα εσωτερικά όργανα εκπροσωπήσεως του προσωπικού, πριν από την τυπική έναρξη της διαδικασίας συστάσεως της επιτροπής επιχειρήσεως που προβλέπει η οδηγία, τα στοιχεία και τα έγγραφα που ζητούν οι εν λόγω εκπρόσωποι των εργαζομένων, όταν η αίτηση αυτή αφορά ακριβώς τη θέση σε κίνηση της διαδικασίας αυτής στο πλαίσιο του ομίλου στον οποίο ανήκει η επιχείρηση.
ροτού περάσω στην εξέταση των ερωτημάτων, θεωρώ σκόπιμο να υπενθυμίσω τις εφαρμοστέες σχετικές διατάξεις, τόσο του κοινοτικού όσο και του εθνικού δικαίου.
Οι εφαρμοστέοι κοινοτικοί και εθνικοί κανόνες δικαίου
2. Το άρθρο 1 της οδηγίας αναφέρει ότι αυτή έχει ως σκοπό να βελτιώσει το δικαίωμα των εργαζομένων για ενημέρωση και για διαβούλευση στις επιχειρήσεις της Κοινότητας. ρος τούτο, προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα μέσα για τη σύσταση επιτροπής των εργαζομένων στις επιχειρήσεις ή στους ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας.
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, ορίζει τα υποκειμενικά όρια του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας, απαριθμώντας τις κατηγορίες επιχειρήσεων στις οποίες πρέπει να συσταθεί η ευρωπαϊκή επιτροπή επιχειρήσεως, καθώς και τους φορείς που εμπλέκονται στη διαδικασία. Το άρθρο αυτό αναφέρει ότι, για τους σκοπούς της οδηγίας, «νοούνται ως:
α) "επιχείρηση κοινοτικής κλίμακας", κάθε επιχείρηση που απασχολεί τουλάχιστον 1 000 εργαζομένους στα κράτη μέλη και τουλάχιστον 150 εργαζόμενους σε καθένα από δύο τουλάχιστον διαφορετικά κράτη μέλη·
β) "όμιλος επιχειρήσεων", κάθε όμιλος που περιλαμβάνει ελέγχουσα και ελεγχόμενες επιχειρήσεις·
γ) "κοινοτικής κλίμακας όμιλος επιχειρήσεων", κάθε όμιλος επιχειρήσεων που πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
- απασχολεί τουλάχιστον 1 000 εργαζόμενους στα κράτη μέλη,
- έχει τουλάχιστον δύο επιχειρήσεις μέλη του ομίλου σε διαφορετικά κράτη μέλη,
και
- τουλάχιστον μία επιχείρηση μέλος του ομίλου απασχολεί τουλάχιστον 150 εργαζόμενους σε ένα κράτος μέλος και τουλάχιστον μία άλλη επιχείρηση μέλος του ομίλου απασχολεί τουλάχιστον 150 εργαζόμενους σε κάποιο άλλο κράτος μέλος·
δ) "εκπρόσωποι των εργαζομένων", οι εκπρόσωποι των εργαζομένων που προβλέπονται από τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές·
ε) "κεντρική διεύθυνση", η κεντρική διεύθυνση της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή, για τους ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, της ελέγχουσας επιχείρησης».
Όσον αφορά την έννοια της «ελέγχουσας επιχειρήσεως», που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β_, ανωτέρω, ορίζεται στο άρθρο 3 ως «η επιχείρηση η οποία μπορεί να ασκεί δεσπόζουσα επιρροή σε μια άλλη επιχείρηση ("ελεγχόμενη επιχείρηση"), για παράδειγμα, λόγω δικαιωμάτων κυριότητας, χρηματοδοτικής συμμετοχής ή κανόνων που τη διέπουν» (παράγραφος 1), διευκρινιζομένου ότι «η δυνατότητα άσκησης δεσπόζουσας επιρροής τεκμαίρεται, υπό την επιφύλαξη αποδείξεως του εναντίου, όταν μια επιχείρηση έναντι μιας άλλης επιχειρήσεως αμέσως ή εμμέσως:
α) κατέχει την πλειοψηφία του καλυφθέντος κεφαλαίου της επιχείρησης,
ή
β) διαθέτει την πλειοψηφία των ψήφων που συνδέονται με τα μερίδια τα οποία εκδίδει η επιχείρηση,
ή
γ) μπορεί να διορίζει περισσότερα από τα μισά μέλη του διοικητικού συμβουλίου, ή του διευθυντικού ή του εποπτικού οργάνου της επιχείρησης».
Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, η κεντρική διεύθυνση είναι υπεύθυνη «για τη δημιουργία των προϋποθέσεων και των μέσων που είναι αναγκαία για τη σύσταση της ευρωπαϊκής [επιτροπής] επιχειρήσεως».
Ο συνομιλητής της κεντρικής διευθύνσεως είναι η «ειδική διαπραγματευτική ομάδα» που αποτελείται από τουλάχιστον τρεις και το πολύ δεκαεπτά εργαζομένους, οι οποίοι πρέπει να προέρχονται από διάφορα κράτη μέλη στα οποία η επιχείρηση κοινοτικής κλίμακας έχει τις εγκαταστάσεις της ή ο όμιλος κοινοτικής κλίμακας τις επιχειρήσεις του (άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2).
Το άρθρο 11, τέλος, επιβάλλει σε κάθε κράτος μέλος να μεριμνά ώστε η «διεύθυνση των εγκαταστάσεων μιας επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας και η διεύθυνση των επιχειρήσεων μελών του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, οι οποίες βρίσκονται στο έδαφός τους, καθώς και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων τους ή, κατά περίπτωση, οι εργαζόμενοί τους, να τηρούν τις υποχρεώσεις που προβλέπει η [...] οδηγία, αδιακρίτως του αν η κεντρική διεύθυνση βρίσκεται στο έδαφός του ή όχι» (παράγραφος 1). Τα κράτη μέλη πρέπει ειδικότερα να εξασφαλίζουν «ότι οι πληροφορίες οι ζητούμενες από τα μέρη τα οποία αφορά η εφαρμογή της [...] οδηγίας, σχετικά με τον αριθμό εργαζομένων που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α_ και γ_, παρέχονται από τις επιχειρήσεις».
3. Η οδηγία μεταφέρθηκε στο γερμανικό δίκαιο με τον νόμο της 18ης Οκτωβρίου 1996, περί των ευρωπαϊκών επιτροπών επιχειρήσεως (στο εξής: γερμανικός νόμος).
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του νόμου αυτού ορίζει το πεδίο εφαρμογής του, αναφέροντας ότι αφορά τις επιχειρήσεις κοινοτικής κλίμακας που βρίσκονται στο γερμανικό έδαφος, καθώς και τους ομίλους κοινοτικής κλίμακας, των οποίων η κεντρική επιχείρηση βρίσκεται στο έδαφος αυτό. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, επαναλαμβάνει τις προϋποθέσεις που απαριθμεί το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας ως αναγκαίες προϋποθέσεις προκειμένου μια επιχείρηση να μπορεί να θεωρείται ελέγχουσα επιχείρηση στο πλαίσιο ενός ομίλου κοινοτικής κλίμακας.
Το άρθρο 5 του ίδιου αυτού νόμου, που μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 11 της οδηγίας, προβλέπει ρητώς μια υποχρέωση παροχής πληροφοριών, η οποία διατυπώνεται ως εξής:
«1. Η κεντρική διεύθυνση πρέπει να διαβιβάζει στους εκπροσώπους των εργαζομένων, κατόπιν αιτήσεώς τους, τα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τον μέσο αριθμό εργαζομένων και την κατανομή τους εντός των κρατών μελών, τις επιχειρήσεις και τις εγκαταστάσεις, καθώς και τη διάρθρωση της εταιρίας ή του ομίλου εταιριών.
2. Μια επιτροπή επιχειρήσεως ή μια κεντρική επιτροπή επιχειρήσεως μπορεί να προβάλει το δικαίωμα που παρέχει η παράγραφος 1 ανωτέρω έναντι της τοπικής διευθύνσεως της εγκαταστάσεως ή της επιχειρήσεως· η διεύθυνση αυτή οφείλει να λάβει από την κεντρική διεύθυνση τα στοιχεία και τα έγγραφα που είναι αναγκαία για να παράσχει τις αιτούμενες πληροφορίες.»
Η διαδικασία της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
4. Εφεσίβλητη, στο πλαίσιο της κατ' έφεση διαδικασίας από την οποία προέκυψε η υπό κρίση προδικαστική παραπομπή, είναι η επιτροπή επιχειρήσεως της έδρας της εταιρίας bofrost* Josef H. Boquoi Deutschland West GmbH & Co. KG, που βρίσκεται στο Straelen (Γερμανία). Η επιτροπή αυτή, στηριζόμενη στο άρθρο 5 του προπαρατεθέντος γερμανικού νόμου, είχε ζητήσει επανειλημμένως από τη διευθύνουσα επιτροπή της επιχειρήσεως να της παράσχει πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με το προσωπικό και τη διάρθρωση των επιχειρήσεων του ομίλου. Η διευθύνουσα επιτροπή δεν ικανοποίησε το αίτημα αυτό και, με έγγραφο της 9ης Ιανουαρίου 1997, αρνήθηκε κατηγορηματικά να παράσχει τα εν λόγω στοιχεία.
5. Υπό τις συνθήκες αυτές, η επιτροπή επιχειρήσεως άσκησε στις 3 Μαρτίου 1998, ενώπιον του Arbeitsgericht, αγωγή ζητώντας να υποχρεωθεί η εναγομένη επιχείρηση να της παράσχει, «με την κοινοποίηση και την παράδοση εγγράφων», τα στοιχεία που αφορούν α) τη σχέση που υπάρχει μεταξύ της γερμανικής εταιρίας bofrost* - βάσει των συμμετοχών που κατέχει η ίδια ή μέσω των μετόχων της - και των λοιπών ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, ειδικότερα των εταιριών bofrost* J. H. Boquoi Deutschland Ost GmbH & Co. KG, bofrost* Dienstleistungs GmbH & Co. KG, spedbo Speditions GmbH & Co. KG, bofrost* Ιταλίας, bofrost* Ισπανίας, bofrost* Αυστρίας, bofrost* Γαλλίας, bofrost* Κάτω Χωρών, bofrost* Ελλάδας και bofrost* Αγγλίας· β) τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούνται κατά μέσο όρο στις επιχειρήσεις αυτές · γ) τη νομική μορφή τους, την έδρα τους και το αρμόδιο δικαστήριο καταχωρίσεώς τους· δ) την έννομη τάξη στην οποία υπόκεινται, και ε) τα όργανα εποπτείας, καθώς και τα πρόσωπα που διορίζουν τα μέλη τους.
Η επιτροπή επιχειρήσεως υποστήριξε ότι, εν προκειμένω, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, του γερμανικού νόμου προκειμένου να θεωρηθεί η γερμανική εταιρία bofrost* ελέγχουσα επιχείρηση υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, του νόμου. Η επιτροπή επιχειρήσεως τόνισε, ειδικότερα, ότι ο κ. Boquoi, ως πρόεδρος του συμβουλίου των εταίρων στο οποίο μετέχουν οι επιχειρήσεις μέλη του ομίλου bofrost*, ασκεί κυρίαρχη επιρροή στη διευθύνουσα επιτροπή bofrost* Ευρώπης , που αποτελείται από τα μέλη των εθνικών διευθυντικών οργάνων των επιχειρήσεων του ομίλου. Η επιτροπή επιχειρήσεως επισήμανε επιπλέον ότι ο κ. Boquoi κατείχε πλειοψηφικές συμμετοχές στις γερμανικές επιχειρήσεις.
Η επιχείρηση ισχυρίστηκε ότι δεν αποδείχθηκε η ιδιότητά της ως δεσπόζουσας επιχειρήσεως έναντι των λοιπών επιχειρήσεων bofrost* που είναι εγκατεστημένες εντός των λοιπών κρατών μελών και ότι, ειδικότερα, δεν είναι δυνατό να τεκμαίρεται η ύπαρξη μιας τέτοιας δεσπόζουσας επιρροής με επίκληση του άρθρου 6, παράγραφος 2, του γερμανικού νόμου, καθόσον η διάρθρωση του ομίλου bofrost* έχει τη μορφή μιας «ισότιμης συγκεντρώσεως», η οποία συνεπάγεται ως εκ τούτου ότι καμία επιχείρηση δεν έχει δεσπόζοντα ρόλο. Η επιχείρηση προσθέτει ότι, εν πάση περιπτώσει, ο κ. Boquoi δεν είναι εταίρος σε καμία από τις εταιρίες bofrost* περιορισμένης ευθύνης, αλλά εμφανίζεται αποκλειστικά ως ετερόρρυθμος εταίρος.
6. Με διάταξη της 5ης Αυγούστου 1998, το Arbeitsgericht αναγνώρισε στην επιτροπή επιχειρήσεως το δικαίωμα πληροφορήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 5 του γερμανικού νόμου, θεωρώντας ότι είχε αποδειχθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η επιρροή και, κατά συνέπεια, ο έλεγχος που ασκούσε η γερμανική επιχείρηση επί των επιχειρήσεων του ομίλου που ήσαν εγκατεστημένες στην αλλοδαπή.
7. Με δικόγραφο της 23ης Νοεμβρίου 1998, η εταιρία bofrost* άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Landesarbeitsgericht Düsseldorf. Στην κατ' έφεση διαδικασία οι διάδικοι επανέλαβαν τα ίδια επιχειρήματα. Οι δικάζοντες την έφεση δικαστές διατύπωσαν επιφυλάξεις όσον αφορά την ύπαρξη του δικαιώματος του εσωτερικού οργάνου εκπροσώπησης του προσωπικού να ζητήσει πληροφοριακά στοιχεία, δεδομένου ότι ούτε η κοινοτική κλίμακα του ομίλου ούτε η δεσπόζουσα επιρροή της επιχειρήσεως στο πλαίσιο του ομίλου αυτού είχαν αποδειχθεί. Το δικαστήριο αυτό διερωτήθηκε ως προς το ποια είναι τα κατάλληλα μέσα για να ληφθούν τα στοιχεία εκτιμήσεως της υφισταμένης σχέσεως μεταξύ της γερμανικής επιχειρήσεως και των λοιπών επιχειρήσεων του ομίλου bofrost*.
8. Κατόπιν αυτού, το Landesarbeitsgericht ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, την έννοια ότι το δικαίωμα πληροφορήσεως που προβλέπει υφίσταται και όταν δεν έχει (ακόμη) αποδειχθεί ότι στο πλαίσιο του ομίλου επιχειρήσεων, όπως ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας αυτής, υφίσταται ελέγχουσα επιχείρηση υπό την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
εριλαμβάνει το κατά το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 94/45/ΕΚ δικαίωμα πληροφορήσεως και το δικαίωμα της επιτροπής επιχειρήσεως να ζητεί από την ερωτώμενη επιχείρηση να της παράσχει πληροφορίες όσον αφορά τα στοιχεία από τα οποία συνάγεται το τεκμήριο του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 94/45/ΕΚ;
3) εριλαμβάνει το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 94/45/ΕΚ και το δικαίωμα της επιτροπής επιχειρήσεως να ζητεί από την επιχείρηση την κοινοποίηση εγγράφων που διευκρινίζουν και διασαφηνίζουν τις πληροφορίες;»
Επί της ουσίας
9. Με τα τρία αυτά ερωτήματα, το γερμανικό δικαστήριο ερωτά, κατ' αρχάς, αν το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας έχει την έννοια ότι επιβάλλει σε μια επιχείρηση την υποχρέωση να παράσχει στα εσωτερικά όργανα εκπροσωπήσεως των εργαζομένων τα πληροφοριακά στοιχεία που αφορούν τη διάρθρωσή της και την εσωτερική της οργάνωση, καθώς και τη διάρθρωση και την οργάνωση του ομίλου, ακόμη και όταν δεν έχει αποδειχθεί ότι η διεύθυνση στην οποία απευθύνονται οι εργαζόμενοι είναι εκείνη της «ελέγχουσας» επιχειρήσεως στο πλαίσιο του ομίλου κοινοτικής κλίμακας, υπό την έννοια των άρθρων 2, παράγραφος 1, στοιχείο β_, και 3 της οδηγίας (πρώτο ερώτημα). Σε περίπτωση που δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό, οφείλει η ίδια αυτή διεύθυνση να παράσχει πληροφοριακά στοιχεία που αφορούν ειδικότερα την κατάσταση της επιχειρήσεως στο πλαίσιο του ομίλου (δεύτερο ερώτημα), καθώς και τα έγγραφα που αντιστοιχούν στα αιτούμενα στοιχεία (τρίτο ερώτημα);
10. Στην υπόθεση που υποβλήθηκε στην κρίση του αιτούντος δικαστηρίου, αυτό που αμφισβητείται, όπως είδαμε, είναι το δικαίωμα της επιτροπής επιχειρήσεως της εγκαταστάσεως της εταιρίας bofrost* που κείται στο Straelen να ζητεί και, κατά συνέπεια, να λαμβάνει εκ μέρους της διευθύνσεως της εγκαταστάσεως αυτής τα πληροφοριακά στοιχεία και τα έγγραφα που αφορούν κατ' ουσίαν α) τις σχέσεις μεταξύ της γερμανικής εταιρίας bofrost* και των εταιριών του ομίλου που εδρεύουν εντός των λοιπών κρατών μελών, β) το προσωπικό που απασχολούν οι επιχειρήσεις αυτές και τα είδη των συμβάσεων εργασίας που έχουν συνάψει, γ) το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο στις εσωτερικές σχέσεις των εταιριών αυτών, δ) τα όργανα που εκπροσωπούν νομίμως τις εταιρίες αυτές και, τέλος, ε) τα όργανα εποπτείας και διευθύνσεως των επιχειρήσεων αυτών.
Στην υπόθεση αυτή ανακύπτει ένα διττό ερώτημα: εφαρμόζεται στην περίπτωση αυτή η οδηγία και, αν ναι, ποια δικαιώματα πρέπει να αναγνωριστούν, στο πλαίσιο της οδηγίας αυτής, στους εκπροσώπους των εργαζομένων;
11. Είναι γνωστό ότι η οδηγία εκδόθηκε κατόπιν μακρών και επίπονων διαπραγματεύσεων, οφειλομένων στην αντίθεση ορισμένων κρατών μελών όσον αφορά τη θέσπιση κοινοτικών πράξεων δυναμένων να επηρεάζουν τις εσωτερικές ρυθμίσεις στον τομέα του συνδικαλιστικού δικαίου και, γενικότερα, της εκπροσωπήσεως των εργαζομένων . Το ότι η οδηγία έχει σχετικά περιορισμένο περιεχόμενο, οφείλεται ακριβώς στην αντίσταση αυτή. Συγκεκριμένα, η οδηγία αυτή, όπως προκύπτει και από τον τίτλο της, δεν αφορά παρά τη θέσπιση μιας διαδικασίας πληροφορήσεως των εργαζομένων και τη σύσταση ευρωπαϊκών επιτροπών επιχειρήσεως, που ακολουθούν ένα τρόπο εκπροσωπήσεως των εργαζομένων που ήδη ισχύει στα νομικά συστήματα ορισμένων κρατών μελών· τούτο δε αποκλειστικά όσον αφορά τις επιχειρήσεις πολυεθνικού χαρακτήρα, δηλαδή εκείνες που έχουν εγκαταστάσεις σχετικά μεγάλου μεγέθους σε διάφορα κράτη μέλη και όσον αφορά τους ομίλους επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες στο έδαφος διαφόρων κρατών μελών . εραιτέρω, η οδηγία περιορίζεται στην πρόβλεψη της διαδικασίας συστάσεως των επιτροπών, χωρίς να ρυθμίζει τη λειτουργία τους, μολονότι η δεκάτη ενάτη αιτιολογική σκέψη και τα σημεία 2 και 3 των επικουρικών υποχρεώσεων, που προσάπτονται στην οδηγία, αναφέρονται γενικώς στα δικαιώματα της επιτροπής αυτής, που συνίστανται σε ένα δικαίωμα πληροφορήσεως και ένα δικαίωμα μερικής συμμετοχής στις αποφάσεις που αφορούν την εσωτερική οργάνωση και τη στρατηγική της επιχειρήσεως.
Αν διατρέξει κανείς το κείμενο της οδηγίας, γίνεται αμέσως αντιληπτό ότι οι έννομες σχέσεις που διέπει είναι εκείνες μεταξύ της «κεντρικής διευθύνσεως», ήτοι, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, των διοικητικών οργάνων της επιχειρήσεως ή του ομίλου επιχειρήσεως κοινοτικής κλίμακας, αφενός, και των «ειδικών ομάδων» εργαζομένων που υπάρχουν στις διάφορες εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως αυτής ή του ομίλου επιχειρήσεων αυτού, αφετέρου. Η οδηγία δεν αφορά συνεπώς, όπως είδαμε, τις σχέσεις μεταξύ της διευθύνσεως και των εκπροσώπων του προσωπικού μιας επιμέρους εγκαταστάσεως.
12. Στην υπό κρίση υπόθεση, το πρόβλημα είναι να καθοριστεί αν η οδηγία, μολονότι δεν διέπει τις σχέσεις μεταξύ της διευθύνσεως και των εκπροσώπων των εργαζομένων, παρέχει παρ' όλ' αυτά στους εργαζομένους το δικαίωμα να ζητούν και να λαμβάνουν τα πληροφοριακά στοιχεία και τα έγγραφα, όταν οι ενέργειες των εκπροσώπων των εργαζομένων αποσκοπούν στη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως.
Η επιτροπή επιχειρήσεως υποστηρίζει, στο πλαίσιο της κύριας δίκης αλλά και με τις παρατηρήσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι, αν δεν μπορούν να λάβουν τα αιτούμενα πληροφοριακά στοιχεία, οι εργαζόμενοι δεν θα μπορούν να θέσουν σε εφαρμογή τη διαδικασία συστάσεως της ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως.
Κατά τη γνώμη μου, ο ισχυρισμός αυτός μόνο μερικώς μπορεί να γίνει δεκτός, τούτο δε για τους ακόλουθους λόγους.
13. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει ότι τις διαπραγματεύσεις «για τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης» τις αρχίζει η κεντρική διεύθυνση της επιχειρήσεως ή του ομίλου κοινοτικής κλίμακας, τούτο δε «με δική της πρωτοβουλία ή ύστερα από γραπτή αίτηση τουλάχιστον εκατό εργαζομένων ή των εκπροσώπων τους, οι οποίοι υπάγονται τουλάχιστον σε δύο επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις που βρίσκονται σε δύο τουλάχιστον διαφορετικά κράτη μέλη». Συνεπώς, η πράξη με την οποία κινείται η διαδικασία είναι διαφορετική από την πράξη που έδωσε λαβή για την υπό κρίση υπόθεση, καθόσον η τελευταία αυτή πράξη εμπίπτει στις εσωτερικές σχέσεις της εγκαταστάσεως bofrost* του Straelen. Επιπλέον, στην περίπτωση κατά την οποία συντρέχουν οι προϋποθέσεις συστάσεως της ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως, στη σχετική διαδικασία εμπλέκονται μόνο δύο πρωταγωνιστές: αφενός μεν, η κεντρική διεύθυνση της επιχειρήσεως ή του ομίλου κοινοτικής κλίμακας η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, «είναι υπεύθυνη για τη δημιουργία των προϋποθέσεων και των μέσων που είναι αναγκαία για τη σύσταση της επιτροπής», αφετέρου δε, η «ειδική διαπραγματευτική ομάδα» που περιλαμβάνει τουλάχιστον τρία και το πολύ δεκαεπτά μέλη που ορίζονται μεταξύ των εργαζομένων των εγκαταστάσεων που βρίσκονται στα διάφορα κράτη μέλη στα οποία είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση ή ο όμιλος κοινοτικής κλίμακας (άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχεία β_ και γ_) .
14. αρά το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του νομοθετήματος που μας απασχολεί και παρά τον περιορισμένο κύκλο των υποκειμένων δικαίου που εμπλέκονται στην επίμαχη διαδικασία, θεωρώ ωστόσο ότι μια ερμηνεία της οδηγίας που δεν θα αναγνώριζε στους εκπροσώπους των εργαζομένων, που απασχολούνται σε όλες τις επιχειρήσεις που βρίσκονται στο κοινοτικό έδαφος, το δικαίωμα να συλλέγουν πληροφοριακά στοιχεία προκειμένου να θέσουν σε κίνηση τη διαδικασία συστάσεως ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως θα διακύβευε την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας και θα ήταν, επιπλέον, αντίθετη προς τον ίδιο τον σκοπό του νομοθετήματος αυτού. Συγκεκριμένα, ελλείψει αυθόρμητης πρωτοβουλίας της διευθύνσεως και πριν από την υποβολή τυπικής αιτήσεως από ομάδα εργαζομένων που απασχολούνται στις διάφορες εγκαταστάσεις ή στις διάφορες επιχειρήσεις που βρίσκονται σε περισσότερα κράτη μέλη, η ανάληψη προς τούτο ενεργειών εκ μέρους των εργαζομένων μιας εγκαταστάσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα από την άποψη της οδηγίας, καθόσον τούτο θα κατέληγε στην αναγνώριση μιας γενικής απαγορεύσεως συλλογής των πληροφοριακών στοιχείων και θα εκμηδένιζε το δικαίωμα των εργαζομένων, το οποίο αναγνωρίζει η οδηγία, να δημιουργούν ευρωπαϊκή επιτροπή επιχειρήσεως. Με άλλα λόγια, το να μην αναγνωριστεί στους εργαζομένους ένα τέτοιο δικαίωμα θα ισοδυναμούσε με απαγόρευση προσβάσεως σε οποιοδήποτε πληροφοριακό στοιχείο, απαγόρευση που είναι προδήλως αντίθετη προς τον σκοπό της οδηγίας που εξετάζουμε εδώ, καθόσον θα καταργούσε τις βασικές προϋποθέσεις αυτού του νέου μέσου ευρωπαϊκής κοινωνικής πολιτικής. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι ακριβώς το δικαίωμα των εργαζομένων να έχουν πρόσβαση στα πληροφοριακά στοιχεία προκειμένου να αποκτήσουν τα μέσα βάσει των οποίων θα μπορούν να συμμετέχουν στη ζωή της επιχειρήσεως.
15. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το γράμμα του άρθρου 11 της οδηγίας, το οποίο αποτελεί ακριβώς τη διάταξη της οποίας το αιτούν δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία. Το άρθρο αυτό, στην παράγραφό του 2, επιβάλλει στα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν ότι «οι πληροφορίες οι ζητούμενες από τα μέρη τα οποία αφορά η εφαρμογή της [...] οδηγίας, σχετικά με τον αριθμό εργαζομένων που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α_ και γ_, παρέχονται από τις επιχειρήσεις». Αν ληφθούν υπόψη, αφενός, η διατύπωση του άρθρου αυτού που αναφέρεται γενικώς στους αποδέκτες της ρυθμίσεως και, αφετέρου, ο εξετασθείς ανωτέρω σκοπός της οδηγίας, είναι αναμφίβολο ότι η έννοια των μερών τα οποία αφορά η εφαρμογή της οδηγίας πρέπει να νοηθεί ως περιλαμβάνουσα, αφενός, τα όργανα διευθύνσεως όλων των επιχειρήσεων και, κατά συνέπεια, όχι μόνον τις κεντρικές διευθύνσεις που διαλαμβάνονται στο άρθρο 2, στοιχείο ε_, της οδηγίας, και, αφετέρου, τα όργανα εκπροσωπήσεως των εργαζομένων, και συνεπώς όχι αποκλειστικά τις ειδικές διαπραγματευτικές ομάδες για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 2, στοιχείο η_, της οδηγίας. Επομένως, η επιχείρηση υπέχει ειδική υποχρέωση πληροφορήσεως ήδη από το στάδιο της προπαρασκευαστικής φάσεως που προηγείται της διαδικασίας των άρθρων 4 επ. της οδηγίας.
Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται επίσης από τον κανόνα του άρθρου 11, παράγραφος 1, που επιβάλλει γενικώς την υποχρέωση τηρήσεως «[των υποχρεώσεων] που προβλέπει η [...] οδηγία» σε όλες τις διευθύνσεις των επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας και σε όλες τις διευθύνσεις των επιχειρήσεων που ανήκουν σε ομίλους κοινοτικής κλίμακας, καθώς και σε όλους τους εκπροσώπους των εργαζομένων ή/και των εργαζομένων των εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων αυτών. Το προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας δεν μπορεί συνεπώς να περιορίζεται σε μόνους τους πρωταγωνιστές της διαδικασίας συστάσεως επιτροπής.
16. Για τον λόγο αυτό η γνώμη μου είναι, όσον αφορά την απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, ότι η οδηγία, και ειδικότερα το άρθρο της 11, παράγραφος 2, αναγνωρίζει στους εκπροσώπους των εργαζομένων το δικαίωμα πληροφορήσεως και επιβάλλει σε όλες τις επιχειρήσεις υποχρέωση συνεργασίας. Η υποχρέωση αυτή δεν μπορεί να αφορά μόνο τις επιχειρήσεις ή μόνο τους ομίλους κοινοτικής κλίμακας, υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχεία α_, β_ και γ_. Επομένως, οσάκις, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, η επιχείρηση προς την οποία απευθύνεται η αίτηση παροχής πληροφοριών πληροί τις προϋποθέσεις ώστε να μπορεί να τεκμαίρεται η δεσπόζουσα επιρροή της στο πλαίσιο του ομίλου, είναι κατά μείζονα λόγο υποχρεωμένη να γνωστοποιεί στα εσωτερικά όργανα εκπροσωπήσεως των εργαζομένων τα πληροφοριακά στοιχεία που είναι αναγκαία για να μπορεί να συσταθεί η ευρωπαϊκή επιτροπή επιχειρήσεως .
17. οια είναι όμως τα πληροφοριακά στοιχεία στα οποία μπορούν να έχουν πρόσβαση οι εκπρόσωποι των εργαζομένων οι οποίοι, μολονότι είναι αναγνωρισμένοι σε εθνικό επίπεδο, δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των μετεχόντων στη διαδικασία συστάσεως της ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως; Με άλλα λόγια, όσον αφορά πληροφοριακά στοιχεία ή έγγραφα εμπιστευτικής φύσεως, υφίσταται η υποχρέωση της επιχειρήσεως προς γνωστοποίηση αυτών στους εργαζομένους ακόμη και στο στάδιο αυτό, που προηγείται της τυπικής ενάρξεως της διαδικασίας συστάσεως; Αυτό είναι κατ' ουσίαν το περιεχόμενο του δεύτερου και τρίτου ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου.
18. Είναι αυτονόητο πράγματι ότι, αν τα αιτούμενα πληροφοριακά στοιχεία είναι δημόσια ή αν οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι μπορούν να έχουν πρόσβαση σ' αυτά κατά οποιονδήποτε άλλο τρόπο, είναι αναμφίβολη η υποχρέωση της επιχειρήσεως να τα θέσει στη διάθεση των εκπροσώπων των εργαζομένων. Το πρόβλημα συνεπώς τίθεται για τα πληροφοριακά στοιχεία τα οποία αναγνωρίζονται ως έχοντα, σε ορισμένο βαθμό, εμπιστευτικό χαρακτήρα.
Δεδομένου ότι οι πρώτες επαφές μεταξύ της διευθύνσεως και των εργαζομένων μιας επιχειρήσεως - όπως είναι οι επαφές για τις οποίες ακριβώς πρόκειται στην υπόθεση της κύριας δίκης - είναι ξένες προς τη διαδικασία που ρυθμίζει η οδηγία, η άποψή μου είναι ότι η επιχείρηση δεν υπέχει, στο στάδιο αυτό, παρά μόνο την υποχρέωση γνωστοποιήσεως των πληροφοριακών στοιχείων που το εθνικό δίκαιο δεν θεωρεί εμπιστευτικά, δηλαδή είτε των στοιχείων που είναι δημόσια είτε των στοιχείων για τα οποία δεν μπορεί να αντιταχθεί το απόρρητο βάσει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου . Συγκεκριμένα, το ίδιο άρθρο 11, παράγραφος 2, διευκρινίζει ότι «[μόνο] οι πληροφορίες [...] σχετικά με τον αριθμό εργαζομένων που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α_ και γ_, παρέχονται από τις επιχειρήσεις [σε κάθε ενδιαφερόμενο]», πράγμα το οποίο σημαίνει τα στοιχεία που αφορούν το προσωπικό - τα οποία υποτίθεται είναι δημόσια - βάσει των οποίων μπορεί να εκτιμηθεί το αν η επιχείρηση ή ο όμιλος είναι κοινοτικής κλίμακας. Όσον αφορά τους ομίλους, δεν είναι σαφές σε ποιο βαθμό η αναφορά στον συνολικό αριθμό των εργαζομένων που απασχολούνται σε όλες τις επιχειρήσεις του ομίλου συνεπάγεται αναγκαστικά το δικαίωμα των εν λόγω εργαζομένων να έχουν πρόσβαση στα στοιχεία σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ των διαφόρων επιχειρήσεων. Στα στοιχεία αυτά ακριβώς επικεντρώνεται η αίτηση παροχής πληροφοριών της επιτροπής επιχειρήσεως της bofrost* , στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η συνολική λογική της οδηγίας επιτρέπει τον προσδιορισμό, ακόμη και όσον αφορά τα στοιχεία που μπορούν να θεωρηθούν εμπιστευτικά, των πληροφοριών γενικού χαρακτήρα που η διεύθυνση οφείλει να γνωστοποιεί στα πρόσωπα που ανέλαβαν την πρωτοβουλία της συστάσεως.
19. Η υποχρέωση αυτή όμως δεν αφορά, στο προπαρασκευαστικό στάδιο της διαδικασίας συστάσεως, παρά μόνο τα πληροφοριακά στοιχεία που είναι απολύτως αναγκαία για τη σύσταση της ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως, ήτοι αποκλειστικά τα στοιχεία βάσει των οποίων μπορεί να καθοριστεί αν η επιχείρηση πληροί τις προϋποθέσεις για να μπορεί - η ίδια ή, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο όμιλος στον οποίο ανήκει - να θεωρηθεί ότι είναι κοινοτικής κλίμακας. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α_, β_ και γ_, οι προϋποθέσεις αυτές είναι, στη μεν περίπτωση των επιχειρήσεων, ο υψηλός αριθμός εργαζομένων και η ύπαρξη εγκαταστάσεων στο έδαφος περισσοτέρων κρατών· στη δε περίπτωση των ομίλων, η ύπαρξη σχέσεως μεταξύ των επιχειρήσεων, η εγκαταστάση των διαφόρων επιχειρήσεων του ομίλου στο έδαφος περισσοτέρων κρατών και ο σημαντικός αριθμός εργαζομένων, καθώς και ο προσδιορισμός της ελέγχουσας επιχειρήσεως υπό την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας.
Ο αριθμός των εργαζομένων και ο τόπος της έδρας των επιχειρήσεων αποτελούν, κατ' αρχήν, στοιχεία που δημοσιεύονται ή που είναι εν πάση περιπτώσει διαθέσιμα. Τα μόνα στοιχεία για τα οποία μπορεί να υπάρξει αμφιβολία όσον αφορά την εμπιστευτική φύση τους είναι οι σχέσεις μεταξύ των επιχειρήσεων, ειδικότερα δε τα στοιχεία που αφορούν το είδος ελέγχου ή σχέσεως μεταξύ των επιχειρήσεων και εκείνα που αφορούν την «ελέγχουσα θέση» που κατέχει μια από τις επιχειρήσεις αυτές έναντι των λοιπών του ομίλου, στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν μη δημόσια στο πλαίσιο του εσωτερικού δικαίου.
Επανερχόμενος στις παρατηρήσεις που διατύπωσα ανωτέρω σε σχέση με τον σκοπό της οδηγίας, καταλήγω ότι το νομοθέτημα αυτό, και ειδικότερα το άρθρο του 11, παράγραφος 2, έχει την έννοια ότι επιβάλλει εν πάση περιπτώσει στη διεύθυνση των επιχειρήσεων, ήδη από την προκαταρκτική επαφή μεταξύ των οργάνων διευθύνσεως και των οργάνων εκπροσωπήσεως του προσωπικού, την υποχρέωση να προσφέρει τη συνεργασία της για να καθιστά δυνατή την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας. ρος τούτο, η διεύθυνση της επιχειρήσεως πρέπει κατά συνέπεια να διαβιβάζει όλα τα στοιχεία που είναι προσήκοντα και αναγκαία για να τεθεί σε κίνηση η διαδικασία συστάσεως της ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως. Ωστόσο, για να διατηρηθεί ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των στοιχείων που αφορούν τη δραστηριότητα της επιχειρήσεως, όταν ο χαρακτήρας αυτός αναγνωρίζεται από το εσωτερικό δίκαιο, η διεύθυνση εξακολουθεί να οφείλει, όπως είδαμε ανωτέρω, να γνωστοποιεί στους εργαζομένους γενικά στοιχεία σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ των επιχειρήσεων του ομίλου και σχετικά με την ενδεχόμενη άσκηση «ελέγχου» εκ μέρους επιχειρήσεως του ομίλου· η επιχείρηση έχει συνεπώς την υποχρέωση να παρέχει στοιχεία που να είναι επαρκή για να μπορεί να κινηθεί η διαδικασία συστάσεως της επιτροπής, χωρίς όμως να οφείλει να δημοσιοποιεί άλλα πιο ακριβή στοιχεία σχετικά με τις διάφορες σχέσεις των μελών του ομίλου. Με άλλα λόγια, αν η διεύθυνση απλώς αναφέρει ότι υφίσταται σχέση μεταξύ διαφόρων επιχειρήσεων, υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας, και προσδιορίζει την ελέγχουσα επιχείρηση, τα πληροφοριακά στοιχεία αυτά αρκούν για να μπορούν οι εργαζόμενοι των διαφόρων ενδιαφερομένων επιχειρήσεων να αναλάβουν κοινές ενέργειες προς σύσταση της επιτροπής επιχειρήσεως.
20. Μπορεί ωστόσο να υπάρξει αμφιβολία μήπως τα στοιχεία που παρέσχε η διεύθυνση είναι ανακριβή ή μήπως ο βαθμός της γενικότητάς τους είναι τέτοιος ώστε η παροχή τους ισοδυναμεί με παράνομη άρνηση. Μπορεί επίσης να υποτεθεί ότι, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, τα μέρη έχουν αντίθετες απόψεις ως προς το αν τηρούνται οι αναγκαίες συνθήκες για τη δημιουργία επιτροπής επιχειρήσεως. Στην περίπτωση αυτή, οι αρμόδιες εθνικές αρχές πρέπει να μεριμνούν ώστε η επιχείρηση να μην εκφεύγει των υποχρεώσεών της και να μην εμποδίζει την ορθή εφαρμογή της οδηγίας. Συγκεκριμένα, το άρθρο 11, παράγραφος 3, επιβάλλει στα κράτη μέλη να προβλέπουν «κατάλληλα μέτρα» διοικητικής ή δικαστικής φύσεως, σε περίπτωση μη τηρήσεως των διατάξεων της κοινοτικής ρυθμίσεως.
21. Έτσι, στην υπό κρίση περίπτωση, ακόμη και αν επρόκειτο για μη δημόσια πληροφοριακά στοιχεία, η εθνική δικαστική αρχή πρέπει να έχει τα μέσα να εξακριβώσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις συστάσεως ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως, δηλαδή αν η γερμανική επιχείρηση bofrost* είναι ελέγχουσα επιχείρηση στο πλαίσιο του ομίλου στον οποίο ανήκει, τούτο δε ακόμη και αν τα πρόσωπα που υπέβαλαν την αίτηση, ήτοι οι εκπρόσωποι του προσωπικού, δεν έλαβαν επαρκή στοιχεία. Το δικαστήριο θα πρέπει εν συνεχεία να καθορίσει αν τα στοιχεία αυτά είναι εμπιστευτικά και να τα χειριστεί αναλόγως.
22. Ως απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, θεωρώ κατά συνέπεια ότι η οδηγία, και ειδικότερα το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, έχουν την έννοια ότι παρέχουν σε επιτροπή επιχειρήσεως το δικαίωμα να λαμβάνει πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τη θέση της οικείας επιχειρήσεως στο πλαίσιο του ομίλου κοινοτικής κλίμακας και ότι επιβάλλουν στη διεύθυνση της επιχειρήσεως αυτής την υποχρέωση να συνεργάζεται κατά τρόπο ειλικρινή με τους εκπροσώπους των εργαζομένων. Η μη διαβίβαση ακριβών στοιχείων σχετικά με τη θέση της επιχειρήσεως στο πλαίσιο του ομίλου δεν μπορεί να δικαιολογηθεί παρά μόνο στην περίπτωση κατά την οποία στα στοιχεία αυτά αναγνωρίζεται εμπιστευτικός χαρακτήρας από το εφαρμοστέο εσωτερικό δίκαιο και, βεβαίως, εντός των προαναφερθέντων ορίων.
23. Τα ανωτέρω ισχύουν κατά μείζονα λόγο όσον αφορά την προσκόμιση εγγράφων, που αποτελεί το αντικείμενο του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος. Συγκεκριμένα, ναι μεν, σε προκαταρκτική φάση επαφών όπως η προκειμένη, οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα που δεν έχουν εμπιστευτικό χαρακτήρα, πλην όμως οι ίδιοι αυτοί εργαζόμενοι δεν δικαιούνται να αξιώνουν τη γνωστοποίηση απορρήτων εγγράφων. Η μη γνωστοποίηση των ακριβών στοιχείων που περιλαμβάνονται στα έγγραφα αυτά πρέπει ωστόσο να αντισταθμίζεται από την ειλικρινή συνεργασία εκ μέρους της διευθύνσεως της επιχειρήσεως, εντός των προσδιορισθέντων ανωτέρων ορίων.
Σε περίπτωση παράνομης παρεμποδίσεως εκ μέρους της διευθύνσεως, τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να απευθύνονται στις δικαστικές αρχές, προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση και κατά συνέπεια η ορθή εφαρμογή της οδηγίας. Το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εξακριβώνει την εμπιστευτική φύση των σχετικών εγγράφων και να διασφαλίζει τον προσήκοντα χειρισμό τους.
ρόταση
24. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα του Landesarbeitsgericht Düsseldorf:
«1) Το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους ευρωπαϊκής κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους, έχει την έννοια ότι επιβάλλει την υποχρέωση παροχής στους εκπροσώπους των εργαζομένων των πληροφοριακών στοιχείων που είναι αναγκαία για τη σύσταση της ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως, όχι μόνο στις επιχειρήσεις που αποδεδειγμένα αποτελούν ελέγχουσες επιχειρήσεις στο πλαίσιο ομίλου κοινοτικής κλίμακας, υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας, αλλά και σε όλες τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στο κοινοτικό έδαφος.
2) Το δικαίωμα λήψεως των πληροφοριακών στοιχείων που αφορούν την επιχείρηση, το οποίο η οδηγία παρέχει στους εκπροσώπους των εργαζομένων, αφορά επίσης τα γενικά στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη των προϋποθέσεων που είναι αναγκαίες για να μπορεί μια επιχείρηση ενός ομίλου να θεωρηθεί "ελέγχουσα επιχείρηση" υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας. Το δικαίωμα αυτό δεν περιλαμβάνει ωστόσο τα λεπτομερέστερα πληροφοριακά στοιχεία στα οποία αναγνωρίζεται εμπιστευτικός χαρακτήρας από το δίκαιο του κράτους μέλους εντός του οποίου η επιχείρηση έχει την έδρα της.
3) Η διεύθυνση της επιχειρήσεως οφείλει επιπλέον να διαβιβάζει στους εκπροσώπους των εργαζομένων τα έγγραφα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της διαδικασίας συστάσεως της ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως, εκτός αν τα έγγραφα αυτά θεωρούνται εμπιστευτικά βάσει του εφαρμοστέου εσωτερικού δικαίου.»
Full & Egal Universal Law Academy