Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Με την παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, που ασκήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 234 ΕΚ), το Finanzgericht Bremen (Γερμανία) υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων 75, 201, παράγραφος 1, στοιχείο α_, 201, παράγραφος 2, 203, παράγραφος 1, και 204, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (στο εξής: τελωνειακός κώδικας) . To Δικαστήριο ερωτάται κυρίως σχετικά με το χρονικό σημείο γεννήσεως τελωνειακής οφειλής κατά την εισαγωγή, τα μέτρα που δύνανται να λάβουν οι τελωνειακές αρχές προκειμένου να ρυθμίσουν την κατάσταση των εμπορευμάτων για τα οποία δεν εκδόθηκε άδεια παραλαβής και τη δυνατότητα των ανωτέρω αρχών να ακυρώσουν ή να θεωρήσουν αυτεπαγγέλτως ανίσχυρη μια αποδεχθείσα διασάφηση. Ερωτάται επίσης σχετικά με την «υπεξαίρεση [απομάκρυνση] υποκειμένου σε εισαγωγικούς δασμούς εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση» και τις παραλείψεις που «δεν είχαν πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναπόθεσης ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος», καθώς και με τις συνέπειες της υποβολής πιστοποιητικών καταγωγής που θεμελιώνουν δικαίωμα προτιμησιακής μεταχειρίσεως επί της γεννήσεως της τελωνειακής οφειλής.
ΙΙ - Το νομικό πλαίσιο
2. Σύμφωνα με το άρθρο 37 του τελωνειακού κώδικα:
«1. Τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας υπόκεινται σε τελωνειακή επιτήρηση από τη στιγμή της εισόδου τους. Μπορούν επίσης να υποβληθούν σε ελέγχους από τις τελωνειακές αρχές σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.
2. αραμένουν υπό την επιτήρηση αυτή όσο διάστημα χρειάζεται ενδεχομένως για τον καθορισμό του τελωνειακού τους χαρακτήρα και, εφόσον πρόκειται για μη κοινοτικά εμπορεύματα και με την επιφύλαξη του άρθρου 82 παράγραφος 1, μέχρις ότου είτε αλλάξουν τελωνειακό χαρακτήρα, είτε εισαχθούν σε ελεύθερη ζώνη ή ελεύθερη αποθήκη, είτε επανεξαχθούν ή καταστραφούν σύμφωνα με το άρθρο 182».
3. Το άρθρο 40 του τελωνειακού κώδικα ορίζει:
«Τα εμπορεύματα που, κατ' εφαρμογή του άρθρου 38 παράγραφος 1 στοιχείο α), φθάνουν στο τελωνείο ή σε οποιοδήποτε άλλο χώρο που καθορίζεται ή εγκρίνεται από την τελωνειακή αρχή πρέπει να προσκομίζονται στο τελωνείο από το πρόσωπο που εισήγαγε τα εμπορεύματα στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας ή, κατά περίπτωση, από το πρόσωπο που αναλαμβάνει τη μεταφορά των εμπορευμάτων μετά την είσοδο αυτή».
4. Σύμφωνα με το άρθρο 50 του τελωνειακού κώδικα, μέχρις ότου λάβουν τελωνειακό προορισμό, τα εμπορεύματα που προσκομίζονται στο τελωνείο θεωρούνται, αμέσως μετά την προσκόμισή τους, ότι βρίσκονται στην τελωνειακή κατάσταση της προσωρινής εναποθέσεως. Τα εμπορεύματα αυτά καλούνται στο εξής «εμπορεύματα σε προσωρινή εναπόθεση».
5. Εξάλλου, το άρθρο 51 του ενλόγω κώδικα ορίζει ότι:
«1. Τα εμπορεύματα σε προσωρινή εναπόθεση μπορούν να παραμείνουν μόνο σε χώρους που έχουν εγκριθεί από την τελωνειακή αρχή και υπό τους όρους που καθορίζει η εν λόγω αρχή.
2. Η τελωνειακή αρχή μπορεί να απαιτήσει από το πρόσωπο που κατέχει τα εμπορεύματα τη σύσταση εγγύησης για να εξασφαλιστεί η πληρωμή οποιασδήποτε τελωνειακής οφειλής που μπορεί να δημιουργηθεί βάσει των άρθρων 203 ή 204».
6. Το άρθρο 52 του ίδιου κώδικα ορίζει ότι:
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 42, τα εμπορεύματα σε προσωρινή εναπόθεση μπορούν να υποστούν μόνο επεξεργασία που εξασφαλίζει τη διατήρησή τους στην αυτή κατάσταση, χωρίς μεταβολή της εμφάνισης ή των τεχνικών χαρακτηριστικών τους».
7. Το άρθρο 62 του τελωνειακού κώδικα ορίζει πως:
«1. Οι γραπτές διασαφήσεις πρέπει να συντάσσονται σε έντυπο σύμφωνα με τον προβλεπόμενο επίσημο τύπο εντύπου. ρέπει να περιέχουν όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς για το οποίο γίνεται η διασάφηση των εμπορευμάτων.
2. Στη διασάφηση πρέπει να επισυνάπτονται όλα τα έγγραφα των οποίων η προσκόμιση είναι απαραίτητη για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς για το οποίο γίνεται η διασάφηση των εμπορευμάτων».
8. Σύμφωνα δε με το άρθρο 63 του ίδιου κώδικα:
«Οι διασαφήσεις που πληρούν τους όρους του άρθρου 62 γίνονται αμέσως αποδεκτές από τις τελωνειακές αρχές, αν επιπλέον τα εμπορεύματα τα οποία αφορούν προσκομίζονται στο τελωνείο».
9. Το άρθρο 66, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα προβλέπει ότι:
«Κατόπιν αιτήσεως του διασαφιστή, οι τελωνειακές αρχές ακυρώνουν διασάφηση που έχει ήδη γίνει αποδεκτή, εφόσον ο διασαφιστής αποδείξει ότι το εμπόρευμα διασαφήθηκε κατά λάθος για το τελωνειακό καθεστώς που αντιστοιχεί στη διασάφηση ή ότι, λόγω ειδικών περιστάσεων, η υπαγωγή του εμπορεύματος στο τελωνειακό καθεστώς για το οποίο διασαφήθηκε δεν αιτιολογείται πλέον.
Ωστόσο, αν οι τελωνειακές αρχές έχουν πληροφορήσει τον διασαφιστή ότι προτίθενται να εξετάσουν τα εμπορεύματα, η αίτηση ακύρωσης της διασάφησης είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτή μόνο μετά την πραγματοποίηση της εξέτασης αυτής».
10. Το άρθρο 67 του ίδιου κώδικα προσδιορίζει δε ότι:
«Εκτός αντιθέτων ειδικών ρυθμίσεων, η ημερομηνία που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την εφαρμογή όλων των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς για το οποίο γίνεται η διασάφηση των εμπορευμάτων, είναι η ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης από τις τελωνειακές αρχές».
11. Το άρθρο 68 του ενλόγω κώδικα ορίζει ότι:
«Οι τελωνειακές αρχές για να επαληθεύσουν την ακρίβεια των διασαφήσεων που έχουν αποδεχθεί είναι δυνατόν να προβούν:
α) σε έλεγχο των εγγράφων ο οποίος αφορά τη διασάφηση και τα συνημμένα έγγραφα. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν ενδεχομένως να απαιτήσουν από το διασαφιστή να τους προσκομίσει άλλα έγγραφα για τη διαπίστωση της ακρίβειας των στοιχείων της διασάφησης·
β) σε εξέταση των εμπορευμάτων και, ενδεχομένως, σε δειγματοληψία για ανάλυση και λεπτομερή έλεγχο».
12. Σύμφωνα με το άρθρο 71 του τελωνειακού κώδικα:
«1. Τα αποτελέσματα της επαλήθευσης της διασάφησης αποτελούν τη βάση για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο έχουν υπαχθεί τα εμπορεύματα.
2. Όταν δεν πραγματοποιείται η επαλήθευση της διασάφησης, η εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρει η παράγραφος 1 βασίζεται στα στοιχεία της διασάφησης».
13. Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 73 του τελωνειακού κώδικα, με την επιφύλαξη του άρθρου 74, όταν πληρούνται οι όροι υπαγωγής στο σχετικό καθεστώς και εφόσον τα εμπορεύματα δεν αποτελούν αντικείμενο μέτρων απαγορεύσεως ή περιορισμού, οι τελωνειακές αρχές χορηγούν άδεια παραλαβής των εμπορευμάτων μόλις εξακριβωθούν ή γίνουν δεκτά χωρίς επαλήθευση τα στοιχεία της διασαφήσεως.
14. Εξάλλου, το άρθρο 74 του ανωτέρω κώδικα προβλέπει ότι:
«1. Όταν η αποδοχή της τελωνειακής διασάφησης συνεπάγεται τη γένεση τελωνειακής οφειλής, η άδεια παραλαβής των εμπορευμάτων που αποτελούν αντικείμενο της διασάφησης χορηγείται μόνον αν έχει καταβληθεί το ποσό της τελωνειακής οφειλής ή έχει συσταθεί εγγύηση γι' αυτό. Ωστόσο, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, η διάταξη αυτή δεν ισχύει για το καθεστώς της προσωρινής εισαγωγής με μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς.
2. Όταν, κατ' εφαρμογή των διατάξεων που αφορούν το τελωνειακό καθεστώς για το οποίο έχουν διασαφηστεί τα εμπορεύματα, οι τελωνειακές αρχές απαιτούν τη σύσταση εγγύησης, η άδεια παραλαβής των εν λόγω εμπορευμάτων για το σχετικό τελωνειακό καθεστώς χορηγείται μόνο μετά τη σύσταση της εγγύησης».
15. Σύμφωνα με το άρθρο 75 του τελωνειακού κώδικα:
«Λαμβάνονται τα απαιτούμενα μέτρα, περιλαμβανομένων της κατάσχεσης και της πώλησης, προκειμένου να ρυθμιστεί η κατάσταση των εμπορευμάτων:
α) για τα οποία δεν εκδόθηκε άδεια παραλαβής:
- είτε επειδή η εξέτασή τους δεν ήταν δυνατό να διενεργηθεί ή να συνεχιστεί μέσα στις καθορισμένες από τις τελωνειακές αρχές προθεσμίες, για λόγους που οφείλονται στο διασαφιστή
- είτε επειδή δεν προσκομίστηκαν τα έγγραφα από την προσκόμιση των οποίων εξαρτάται η υπαγωγή τους στο τελωνειακό καθεστώς για το οποίο διασαφίστηκαν
- είτε επειδή οι εισαγωγικοί ή εξαγωγικοί δασμοί, ανάλογα με την περίπτωση, που έπρεπε να καταβληθούν ή για τους οποίους έπρεπε να συσταθεί εγγύηση δεν καταβλήθηκαν ή δεν αποτέλεσαν αντικείμενο εγγύησης, μέσα στις καθορισμένες προθεσμίες
- είτε επειδή υπόκεινται σε απαγορευτικά ή περιοριστικά μέτρα
β) (...)».
16. Εξάλλου, το άρθρο 79 του τελωνειακού κώδικα ορίζει ότι:
«Η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία προσδίδει τελωνειακό χαρακτήρα κοινοτικού εμπορεύματος σε κάθε μη κοινοτικό εμπόρευμα.
Η πράξη αυτή συνεπάγεται την εφαρμογή μέτρων εμπορικής πολιτικής, τη διεκπεραίωση των λοιπών διατυπώσεων που προβλέπονται για την εισαγωγή εμπορεύματος, καθώς και την επιβολή των νομίμως οφειλόμενων δασμών».
17. Σύμφωνα με το άρθρο 201 του τελωνειακού κώδικα:
«1. Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται:
α) από τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορεύματος υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς ή
β) (...).
2. Η τελωνειακή οφειλή γεννάται τη στιγμή της αποδοχής της σχετικής τελωνειακής διασάφησης.
3. (...)».
18. Το δε άρθρο 203 του ενλόγω κώδικα ορίζει:
«1. Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται:
- από την υπεξαίρεση [απομάκρυνση] υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση.
2. Η τελωνειακή οφειλή γεννάται τη στιγμή κατά την οποία το εμπόρευμα διαφεύγει από την τελωνειακή επιτήρηση».
19. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 204 του τελωνειακού κώδικα:
«1. Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται:
α) από τη μη εκτέλεση μιας από τις υποχρεώσεις τις οποίες συνεπάγεται, για εμπόρευμα υποκείμενο σε εισαγωγικούς δασμούς, η παραμονή του σε προσωρινή εναπόθεση ή η χρησιμοποίηση του τελωνειακού καθεστώτος υπό το οποίο έχει τεθεί, ή
β) από τη μη τήρηση ενός από τους όρους που έχουν καθοριστεί για την υπαγωγή εμπορεύματος υπό το καθεστώς αυτό, ή για την έγκριση μειωμένου ή μηδενικού εισαγωγικού δασμού λόγω της χρησιμοποίησης του εμπορεύματος για ειδικούς σκοπούς
σε περιπτώσεις άλλες από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 203, εκτός αν αποδειχθεί ότι οι παραλείψεις αυτές δεν είχαν πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναπόθεσης ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος.
2. Η τελωνειακή οφειλή γεννάται είτε τη στιγμή κατά την οποία παύει να τηρείται η υποχρέωση η μη εκπλήρωση της οποίας γεννά την τελωνειακή οφειλή, είτε τη στιγμή κατά την οποία το εμπόρευμα τέθηκε υπό το συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς εφόσον αποδεικνύεται εκ των υστέρων ότι ένας από τους όρους που καθορίστηκαν για την υπαγωγή του εν λόγω εμπορεύματος στο καθεστώς αυτό ή για την έγκριση μειωμένου ή μηδενικού εισαγωγικού δασμού λόγω της χρησιμοποίησης του εμπορεύματος για ειδικούς σκοπούς δεν είχε πράγματι τηρηθεί.
3. (...)».
20. Τέλος, το άρθρο 233 του τελωνειακού κώδικα ορίζει ότι:
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων που ισχύουν σχετικά με την παραγραφή της τελωνειακής οφειλής καθώς και σχετικά με την μη ανάκτηση του ποσού της τελωνειακής οφειλής σε περίπτωση δικαστικά διαπιστωμένης αφερεγγυότητας του οφειλέτη, η απόσβεση της τελωνειακής οφειλής επέρχεται:
α) (...)
β) (...)
γ) προκειμένου για εμπορεύματα που έχουν διασαφηνηθεί για τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής δασμών:
- όταν η τελωνειακή διασάφηση ακυρωθεί σύμφωνα με το άρθρο 66,
(...)».
21. To άρθρο 218, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 (στο εξής: κανονισμός εφαρμογής) , ορίζει ότι:
«Τα έγγραφα που επισυνάπτονται στη διασάφηση θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία είναι:
(...)
γ) τα έγγραφα που απαιτούνται για την εφαρμογή προτιμησιακού δασμολογικού καθεστώτος ή κάθε άλλου μέτρου παρέκκλισης από το καθεστώς του κοινού δικαίου που εφαρμόζεται στα διασαφισθέντα εμπορεύματα·
(...)».
22. Το άρθρο 241 του ανωτέρω κανονισμού ορίζει πως:
«1. Ο διασαφιστής ή το πρόσωπο που αυτός υποδεικνύει να παραστεί στην εξέταση των εμπορευμάτων, παρέχει στις τελωνειακές αρχές την αναγκαία βοήθεια για να διευκολύνει το έργο τους. Αν οι τελωνειακές αρχές δεν κρίνουν ικανοποιητική τη βοήθεια που τους έχει παρασχεθεί, μπορεί να απαιτήσουν από το διασαφιστή να υποδείξει πρόσωπο ικανό να παράσχει την απαιτούμενη βοήθεια.
2. Εφόσον ο διασαφιστής αρνείται να παραστεί στην εξέταση των εμπορευμάτων ή να υποδείξει πρόσωπο ικανό να παράσχει τη βοήθεια που οι τελωνειακές αρχές κρίνουν αναγκαία, αυτές ορίζουν προθεσμία για την εκτέλεση της απόφασής τους, εκτός αν κρίνουν ότι μπορούν να παραιτηθούν από αυτήν την εξέταση. Αν, μετά το πέρας της καθορισμένης προθεσμίας, ο διασαφιστής δεν συμμορφωθεί προς τις υποδείξεις των τελωνειακών αρχών, αυτές, ενόψει της εφαρμογής του άρθρου 75 στοιχείο α) του κώδικα, προβαίνουν αυτεπαγγέλτως στην εξέταση των εμπορευμάτων, με την ευθύνη και με δαπάνες του διασαφιστή, προσφεύγοντας, όταν το κρίνουν αναγκαίο, στις υπηρεσίες εμπειρογνώμονα ή κάθε άλλου προσώπου που ορίζεται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.
3. Οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουν οι τελωνειακές αρχές κατά την εξέταση των εμπορευμάτων υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στην προηγούμενη παράγραφο, έχουν την ίδια ισχύ με εκείνη που θα είχαν αν η εξέταση είχε διενεργηθεί παρουσία του διασαφιστή.
4. Αντί των μέτρων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3, οι τελωνειακές αρχές έχουν την ευχέρεια να θεωρήσουν ανίσχυρη τη διασάφηση όταν δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η άρνηση του διασαφιστή να παραστεί στην εξέταση των εμπορευμάτων ή να υποδείξει πρόσωπο κατάλληλο να παράσχει την αναγκαία συνδρομή δεν έχει ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα να εμποδίσει τη διαπίστωση παράβασης των διατάξεων που διέπουν την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο υπό εξέταση καθεστώς, ή την αποφυγή εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 66 παράγραφος 1 ή του άρθρου 80 παράγραφος 2 του κώδικα».
23. Το άρθρο 243, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει ότι:
«Εφόσον ο διασαφιστής αρνείται να παρίσταται κατά τη λήψη δειγμάτων ή να ορίσει πρόσωπο κατάλληλο γι' αυτό το σκοπό, ή όταν δεν παρέχει στις τελωνειακές αρχές την αναγκαία βοήθεια για να διευκολύνει το σχετικό έργο, τότε εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 241 παράγραφοι 1, 2 και 3».
24. Σύμφωνα με το άρθρο 250, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού εφαρμογής:
«1. Όταν δεν μπορεί να εκδοθεί άδεια παραλαβής για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 75 στοιχείο α) δεύτερη ή τρίτη περίπτωση του κώδικα, οι τελωνειακές αρχές τάσσουν στο διασαφιστή προθεσμία για ρύθμιση της κατάστασης των εμπορευμάτων.
2. Όταν, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 75 στοιχείο α), δεύτερη περίπτωση του κώδικα, ο διασαφιστής δεν προσκομίσει τα ζητηθέντα δικαιολογητικά από την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η εν λόγω διασάφηση θεωρείται ανίσχυρη και οι τελωνειακές αρχές προβαίνουν στην ακύρωσή της. Εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 66 παράγραφος 3 του κώδικα».
25. Το άρθρο 859 του κανονισμού εφαρμογής ορίζει ότι:
«Οι ακόλουθες παραλείψεις θεωρείται ότι δεν έχουν πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναπόθεσης ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος, κατά την έννοια του άρθρου 204 παράγραφος 1 του κώδικα, εφόσον:
- δεν αποτελούν απόπειρα διαφυγής από την τελωνειακή επιτήρηση του εμπορεύματος,
- δεν προϋποθέτουν προφανή αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου,
- έχουν διεκπεραιωθεί εκ των υστέρων όλες οι διατυπώσεις που απαιτούνται για τη διευθέτηση της κατάστασης του εμπορεύματος:
(...)
5) όταν πρόκειται για εμπορεύματα υπό προσωρινή εναπόθεση ή που έχουν υπαχθεί σε κάποιο τελωνειακό καθεστώς, η μη εγκεκριμένη μετακίνησή τους εφόσον αυτά μπορούν να προσκομιστούν στις τελωνειακές αρχές που θα το ζητήσουν·
(...)»
26. Σύμφωνα με το άρθρο 860 του κανονισμού εφαρμογής:
«Οι τελωνειακές αρχές θεωρούν ότι η τελωνειακή οφειλή γεννάται σύμφωνα με το άρθρο 204 παράγραφος 1 του κώδικα, εκτός αν το πρόσωπο που ενδέχεται να είναι οφειλέτης αποδείξει ότι πληρούνται οι όροι του άρθρου 859».
27. Eξάλλου, κατά το άρθρο 865 του κανονισμού εφαρμογής, «θεωρείται ως διαφυγή εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση, κατά την έννοια του άρθρου 203 παράγραφος 1 του κώδικα, η κατάθεση διασάφησης για το εν λόγω εμπόρευμα, άλλη ενέργεια που έχει τα ίδια νομικά αποτελέσματα, καθώς και η προσκόμιση στις αρμόδιες αρχές εγγράφου για θεώρηση, όταν με τις πράξεις αυτές προσδίδεται εσφαλμένα στο εν λόγω εμπόρευμα ο τελωνειακός χαρακτήρας κοινοτικού εμπορεύματος».
28. Το άρθρο 890 του κανονισμού εφαρμογής ορίζει ότι:
«Αν η αίτηση επιστροφής ή διαγραφής συνοδεύεται από πιστοποιητικό καταγωγής, πιστοποιητικό κυκλοφορίας, παραστατικό εσωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης, ή οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο έγγραφο που να βεβαιώνει ότι τα εισαγόμενα εμπορεύματα μπορούσαν να τύχουν, κατά τον χρόνο αποδοχής της διασάφησης θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία, κοινοτικής ή προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης, η τελωνειακή αρχή απόφασης δίνει ευνοϊκή συνέχεια στην αίτηση αυτή, μόνον όταν αποδειχθεί επαρκώς:
- ότι το έγγραφο που υποβλήθηκε με αυτόν τον τρόπο αναφέρεται ειδικά στα εν λόγω εμπορεύματα και ότι πληρούνται όλοι οι όροι σχετικά με την αποδοχή αυτού του εγγράφου,
- ότι πληρούνται όλες οι λοιπές προϋποθέσεις για τη χορήγηση της προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης.
Η επιστροφή ή η διαγραφή πραγματοποιείται εφόσον προσκομιστούν τα εμπορεύματα. Όταν τα εμπορεύματα δεν μπορούν να προσκομιστούν στο τελωνείο εκτέλεσης, αυτό χορηγεί την επιστροφή ή τη διαγραφή μόνον εφόσον προκύπτει από τα στοιχεία που διαθέτει ότι το πιστοποιητικό ή το έγγραφο που προσκομίστηκε εκ των υστέρων αφορά χωρίς καμία αμφιβολία τα εμπορεύματα αυτά».
29. Με τον κανονισμό (ΕΚ) 3254/94 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1994, προστέθηκε στο άρθρο 900, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, αναδρομικώς από την 1η Ιανουαρίου 1994, το ακόλουθο σημείο:
«[Η επιστροφή ή διαγραφή εισαγωγικών δασμών εγκρίνεται όταν:] ξ) η τελωνειακή οφειλή γεννάται με άλλο τρόπο από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 201 του τελωνειακού κώδικα και εφόσον ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προσκομίσει πιστοποιητικό καταγωγής, πιστοποιητικό κυκλοφορίας, παραστατικό εσωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης ή κάθε άλλο κατάλληλο έγγραφο με το οποίο πιστοποιείται ότι τα εισαγόμενα εμπορεύματα θα μπορούσαν, αν είχαν διασαφιστεί για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, να έχουν τύχει κοινοτικής μεταχείρισης ή δασμολογικής προτιμησιακής μεταχείρισης, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι άλλοι όροι του άρθρου 890».
ΙΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά
30. Η εταιρία D. Wandel GmbH (στο εξής: Wandel), η οποία είναι εταιρία περιορισμένης ευθύνης, ασχολείται με τη διεθνή μεταφορά και φύλαξη εμπορευμάτων. Στις 12 Ιουλίου 1994, παρέλαβε, βάσει της εγκρίσεώς της ως «αδειούχου αποδέκτη», την παρτίδα 470 χαρτοκιβωτίων πλαισίων τηλεοράσεως, 24 χαρτοκιβωτίων ηλεκτροφώνων και 29 χαρτοκιβωτίων εξαρτημάτων που περιήλθε στο κεντρικό τελωνείο Hamburg-Waltershof στις 11 Ιουλίου 1994 με το πιστοποιητικό διαμετακόμισης Τ 1 VAB 1 - 1468. Στις 13 Ιουλίου 1994 υπέβαλε το προβλεπόμενο για το τελωνείο προορισμού τμήμα της διασαφήσεως της σχετικής με τη διαμετακόμιση στο αρμόδιο τελωνείο Hohetor του κεντρικού τελωνείου Bremen-Ost και ταυτόχρονα διασάφησε τα εμπορεύματα εξ ονόματος της εταιρίας Schneider Rundfunkwerke AG Türkheim με σκοπό τη θέση τους σε καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας.
31. Το τελωνείο καταχώρισε το έγγραφο διαμετακομίσεως το οποίο κατά το άρθρο 183, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής εκλαμβάνεται ως συνοπτική διασάφηση με τον αριθμό GB Ι 665 και παρέλαβε την τελωνειακή διασάφηση υπό τον αριθμό F 459. αράλληλα ο αρμόδιος για την παραλαβή και την εξέταση της τελωνειακής διασαφήσεως υπάλληλος του τελωνείου ενημέρωσε τους παρευρισκόμενους κατά την κατάθεση της διασαφήσεως υπαλλήλους της Wandel ότι τα εμπορεύματα θα υποβληθούν στις 14 Ιουλίου 1994 σε τελωνειακή εξέταση στις εγκαταστάσεις της Wandel, οι οποίες κατά το άρθρο 51, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα θεωρούνται ως χώρος εναποθέσεως των εμπορευμάτων.
32. Η τελωνειακή εξέταση δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί, διότι τα διασαφηθέντα εμπορεύματα δεν ευρίσκοντο πλέον στον χώρο εναποθέσεως της Wandel κατά την προσέλευση του αρμοδίου υπαλλήλου, αλλά είχαν ήδη παραδοθεί στην εταιρία εξ ονόματος της οποίας υποβλήθηκε η διασάφηση, η οποία έχει την έδρα της στη Νότια Γερμανία.
33. Το κεντρικό τελωνείο σημείωσε σχετικώς στο ενιαίο έγγραφο 0779 με κόκκινο στυλό:
«κηρύσσεται άκυρη (άρθρο 66, παράγραφος 1, του ΤΚ). Κατά την επιχειρηθείσα εξέταση τα εμπορεύματα είχαν ήδη μεταφερθεί· για την περίπτωση εκδόσεως πράξεως επιβολής φόρου αρμόδια πλέον είναι η περιφέρεια Δ, Wacker».
34. Το κεντρικό τελωνείο έκρινε την απομάκρυνση των εμπορευμάτων από τον χώρο εναποθέσεως και προβλεπόμενο χώρο τελωνειακής εξετάσεως ως αφαίρεση κοινοτικού εμπορεύματος ευρισκόμενου υπό καθεστώς προσωρινής εναποθέσεως από την τελωνειακή επιτήρηση και ζήτησε από την Wandel, η οποία όφειλε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 51 του τελωνειακού κώδικα για τα ευρισκόμενα υπό καθεστώς προσωρινής εναποθέσεως εμπορεύματα, με πράξη επιβολής φόρου της 2ας Αυγούστου 1994, να καταβάλει τους προκύπτοντες από το άρθρο 203 του τελωνειακού κώδικα εισαγωγικούς δασμούς ύψους 34 534,13 γερμανικών μάρκων (DEM) και φόρο 44 344,33 DEM, δηλαδή συνολικό ποσό 78 878,46 DEM. Εφάρμοσε σχετικά τον συντελεστή δασμού που προβλέπεται για εξαρτήματα τηλεοράσεων προερχόμενα από τρίτες χώρες σημειώνοντας ότι προτιμησιακής μεταχειρίσεως μπορούν να τύχουν μόνο τα εμπορεύματα τα οποία τέθηκαν υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας κατόπιν κανονικής εξετάσεως.
35. Με διοικητική ένσταση που υπέβαλε η Wandel στις 11 Αυγούστου 1994 υποστήριξε ότι, πράγματι, πριν από την εκτέλεση εντολής του τελωνείου διέθεσε τα εισαχθέντα εμπορεύματα. Δεν αγνοούσε δε ότι προέκυψε σχετικώς, κατά το άρθρο 203, παράγραφος 1 και 3 του τελωνειακού κώδικα, τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή. Όσον αφορά τις συσκευές τηλεοράσεως (εξαρτήματα τηλεοράσεως) για τις οποίες υποβλήθηκε στο κεντρικό τελωνείο μαζί με την τελωνειακή διασάφηση πιστοποιητικό προτιμήσεως σύμφωνα με το έντυπο Α, ισχυρίσθηκε δε ότι πρέπει να εφαρμοσθεί ο προτιμησιακός συντελεστής δασμού (ατελώς) που προβλέπεται για εμπορεύματα καταγωγής Ινδονησίας. Μεταγενέστερα η Wandel υποστήριξε ότι το κεντρικό τελωνείο δέχθηκε το σχετικό με τους δασμούς αίτημα αρνούμενο να προβεί σε απόρριψή του κατά το άρθρο 7 του τελωνειακού νόμου. Συνεπώς, εγκύρως έχει υποβληθεί σχετικό τελωνειακό αίτημα. Είναι, εξάλλου, αμφίβολο κατά πόσον έχει προκύψει τελωνειακή οφειλή κατά το άρθρο 203, παράγραφοι 1 και 3 του τελωνειακού κώδικα· άλλως, ανακύπτει τελωνειακή οφειλή κατά το άρθρο 204, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του τελωνειακού κώδικα. Εντούτοις, η Wandel ισχυρίσθηκε πως είναι αμφίβολο το κατά πόσον η «πρόωρη» απομάκρυνση των εμπορευμάτων από τη διαδικασία εναποθέσεως επηρέασε την κανονική εξέλιξη της προσωρινής εναποθέσεως, δεδομένου ότι τα εμπορεύματα με την προαναφερθείσα τελωνειακή αίτηση διασαφήθηκαν με σκοπό την μετάταξή τους σε καθεστώς ελεύθερης από δασμούς και φόρους κυκλοφορίας, όσον δε αφορά την ύπαρξη των εν λόγω εμπορευμάτων, δεν χωρεί καμία αμφιβολία, εν όψει των υποβαλλομένων εγγράφων, δεδομένου ότι τα εμπορεύματα αυτά υποβλήθηκαν ήδη σε εξέταση στο πλαίσιο της διαδικασίας εναποθέσεως.
36. Με την απόφασή του, της 3ης Ιανουαρίου 1995, το κεντρικό τελωνείο απέρριψε την διοικητική ένσταση ως αβάσιμη. Στην απόφασή του αυτή τόνισε ότι: τα μη κοινοτικά εμπορεύματα για τα οποία πρόκειται διατέθηκαν πριν από την κατάθεση τελωνειακής διασαφήσεως. Κατά τον χρόνο καταθέσεως της τελωνειακής διασαφήσεως τα εμπορεύματα δεν βρίσκονταν πλέον στον τόπο που είχε καθορίσει ο «αδειούχος αποδέκτης» που είχε ορίσει η Wandel. Επομένως δεν προσκομίσθηκαν κατά το χρονικό αυτό σημείο υπό την έννοια του άρθρου 63 του τελωνειακού κώδικα. Η υποβληθείσα από την Wandel εξ ονόματος της Schneider Rundfunkwerke AG τελωνειακή διασάφηση κατέστη ανίσχυρη, διότι αφορούσε εμπόρευμα μη προσκομισθέν· η εκ μέρους του τελωνείου καλόπιστη παραλαβή της τελωνειακής διασαφήσεως ουδόλως μεταβάλλει την κατάσταση. Στην προκειμένη περίπτωση η τελωνειακή οφειλή δεν προέκυψε βάσει του άρθρου 201, αλλά βάσει του άρθρου 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, και, σύμφωνα με το άρθρο 203, παράγραφος 3, του ίδιου κώδικα, πρόκειται για οφειλή που βαρύνει την Wandel. Η γέννηση τελωνειακής οφειλής βάσει του άρθρου 204 του τελωνειακού κώδικα, την οποία θεωρεί ως δυνατή η Wandel, αποκλείεται βάσει του ίδιου του γράμματος αυτής της διατάξεως, αλλά εν πάση περιπτώσει δεν οδηγεί σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Η εφαρμογή προτιμησιακού δασμού αποκλείεται σε όλες τις άλλες περιπτώσεις γενέσεως τελωνειακής οφειλής πλην της προκύπτουσας βάσει του άρθρου 201 του τελωνειακού κώδικα. Όσον αφορά τις δασμολογικές προτιμήσεις για τις οποίες πρόκειται στην παρούσα υπόθεση και αφορούν προϊόντα αναπτυσσομένων χωρών η ρύθμιση αυτή προκύπτει επιπροσθέτως από το άρθρο 87 του κανονισμού περί εφαρμογής του ΤΚ. Επομένως, ορθώς επιβλήθηκε επί των εν λόγω εμπορευμάτων ο προβλεπόμενος για τηλεοπτικές συσκευές δασμός ύψους 14 % επί της αξίας τους. Όσον αφορά τα υπόλοιπα - αναμφισβητήτως μη δικαιούμενα προτιμησιακής μεταχειρίσεως εμπορεύματα (εξαρτήματα και ηλεκτρονικές συναρμολογήσεις του κωδικού αριθμού 8529 9070 και 0990) - επιβλήθηκε εισαγωγικός δασμός βάσει του ισχύοντος κανονικού συντελεστή 7,2 % της αξίας των εμπορευμάτων.
37. Στις 9 Φεβρουαρίου 1995 η Wandel άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht Bremen, με την οποία ζητεί την τροποποίηση της πράξεως επιβολής φόρου, της 2ας Αυγούστου 1994, όπως αυτή προκύπτει από την απόφαση επί της διοικητικής ενστάσεως, της 3ης Ιανουαρίου 1995, ώστε ο επιβληθείς δασμός να μειωθεί σε 2 093,73 DEM.
IV - Τα προδικαστικά ερωτήματα
38. Kατά τη συνεδρίαση της 2ας Φεβρουαρίου 1999, το Finanzgericht Bremen (δεύτερο τμήμα) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«1) Έχει το άρθρο 201, παράγραφος 1, στοιχείο α_, σε συνδυασμό με την παράγραφο 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) του Συμβουλίου, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, της 12ης Οκτωβρίου 1992 (ΕΕ ΕΚ L 302, σ. 1) την έννοια ότι γεννάται τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή από τη στιγμή που παραλαμβάνεται από το αρμόδιο τελωνείο προς επαλήθευση διασάφηση ανταποκρινόμενη στις απαιτήσεις του άρθρου 62 του τελωνειακού κώδικα, η οποία αφορά μη κοινοτικά εμπορεύματα υπό διαδικασία θέσεως σε καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας, η δε παραλαβή αυτή τεκμηριώνεται με την επίθεση τελωνειακής σφραγίδας καταχωρίσεως;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Έχει το άρθρο 75 του τελωνειακού κώδικα την έννοια ότι το τελωνείο το οποίο παρέλαβε μια τέτοια διασάφηση έχει το δικαίωμα να θεωρήσει τη διασάφηση ως ανίσχυρη ή να την κηρύξει ανίσχυρη, χωρίς να υπάρχει σχετικό αίτημα του καταθέσαντος τη διασάφηση, όταν τελωνειακή οφειλή η οποία προέκυψε κατά το άρθρο 201, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του τελωνειακού κώδικα θεωρείται ως μη υφιστάμενη ή ως διαγραφείσα κατά το άρθρο 233, στοιχείο γ_, πρώτη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα, στην περίπτωση που τα εμπορεύματα τα οποία αφορά η διασάφηση δεν μπορούν να παραδοθούν στον διασαφιστή, διότι πριν από την διατεταγμένη εξέτασή τους τα εμπορεύματα απομακρύνθηκαν από τον προβλεπόμενο χώρο φυλάξεώς τους εκτός του πεδίου της κατά τόπον αρμοδιότητας του τελωνείου;
3) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα ή καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα:
Έχει το άρθρο 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα την έννοια ότι συντρέχει περίπτωση υπεξαιρέσεως από την τελωνειακή επιτήρηση, όταν μη κοινοτικό εμπόρευμα το οποίο διασαφήθηκε με σκοπό να τεθεί υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας απομακρύνθηκε από τον προβλεπόμενο χώρο φυλάξεως/χώρο εξετάσεως εκτός του πεδίου της κατά τόπον αρμοδιότητας του σχετικού τελωνείου, καίτοι το τελωνείο είχε διατάξει τελωνειακή εξέταση;
4) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα:
Έχει το άρθρο 204, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα την έννοια ότι η χωρίς άδεια απομάκρυνση του εμπορεύματος από τον τόπο εναποθέσεως "δεν είχε πραγματικές συνέπειες" για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναπόθεσης όταν το εμπόρευμα μετά την απομάκρυνσή του μπορεί να προσκομιστεί σε ένα άλλο τελωνείο αν αυτό ζητηθεί;
5) Αποκλείεται η γέννηση τελωνειακής οφειλής κατά την εισαγωγή
α) κατά το άρθρο 201, παράγραφος 1, στοιχείο α_, σε συνδυασμό με την παράγραφο 2, του τελωνειακού κώδικα σε περίπτωση απλής παραλαβής της διασαφήσεως από το τελωνείο, ή
β) κατά το άρθρο 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, ή
γ) κατά το άρθρο 204 του τελωνειακού κώδικα,
στην περίπτωση που μαζί με την παραληφθείσα από το τελωνείο διασάφηση υποβλήθηκαν μη αμφισβητούμενες αποδείξεις καταγωγής των εμπορευμάτων κατά το έντυπο Α, για δε τα εμπορεύματα που αφορά η διασάφηση ισχύει δασμολογική ατέλεια;»
V - Η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα
A - Eπί του πρώτου ερωτήματος
39. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα το Finanzgericht Bremen ζητεί από το Δικαστήριο να προσδιορίσει αν, στο πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, μια τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται, δυνάμει του άρθρου 201, παράγραφοι 1 και 2, του τελωνειακού κώδικα, από τη στιγμή κατά την οποία το αρμόδιο τελωνείο προβαίνει σε παραλαβή προς επαλήθευση διασαφήσεως, τεκμηριώνοντάς την παραλαβή αυτή με την επίθεση τελωνειακής σφραγίδας καταχωρίσεως.
40. Kαταρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 201 του τελωνειακού κώδικα, προκειμένου να γεννηθεί τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή πρέπει ένα εμπόρευμα να έχει τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία (παράγραφος 1, στοιχείο α_). Εφόσον συντρέχει αυτό, ως στιγμή γεννήσεως της ενλόγω τελωνειακής οφειλής θεωρείται η στιγμή αποδοχής της σχετικής τελωνειακής διασαφήσεως (παράγραφος 2).
41. Μια πρώτη ανάγνωση της ανωτέρω διατάξεως, θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει στο συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει και η Wandel στις γραπτές παρατηρήσεις της, δηλαδή ότι, σε κάθε περίπτωση, η στιγμή της τυπικής αποδοχής της διασαφήσεως, που προβλέπεται από το άρθρο 63 του τελωνειακού κώδικα , αποτελεί το χρονικό σημείο τόσο της θέσεως του εμπορεύματος σε ελεύθερη κυκλοφορία όσο και της γεννήσεως της τελωνειακής οφειλής κατά την εισαγωγή.
42. Εντούτοις, φρονώ ότι με την ανωτέρω ανάγνωση της επίμαχης διατάξεως δεν είναι δυνατόν να γίνει πλήρως αντιληπτός ο χρονικός-δυναμικός χαρακτήρας τόσο του νομικού θεσμού της θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία όσο και του θεσμού του καθορισμού της τελωνειακής οφειλής κατά την εισαγωγή. Ειδικότερα, η ανωτέρω ανάγνωση, εμμένοντας στην τυπική θεώρηση της αποδοχής της διασαφήσεως και υπερτονίζοντας τη σημασία του χρονικού σημείου επελεύσεως αυτής της τυπικής αποδοχής, προσδίδει στους ανωτέρω θεσμούς ένα στιγμιαίο χρονικό χαρακτήρα, γεγονός που συρρικνώνει το νοηματικό τους περιεχόμενο. Οπως θα αναλύσω ευθύς κατωτέρω, οι ενλόγω θεσμοί, ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες κάθε περιπτώσεως, ενδέχεται να παρουσιάσουν διαφορετικό χρονικό χαρακτήρα (είτε στιγμιαίο είτε κάποιας διάρκειας).
43. Tόσο η θέση ενός εμπορεύματος σε ελεύθερη κυκλοφορία όσο και ο καθορισμός της τελωνειακής οφειλής κατά την εισαγωγή, αποτελούν νομικές διαδικασίες οι οποίες εκκινούν με την υποβολή (η οποία συνιστά και αίτηση περί θέσεως του εμπορεύματος σε ελεύθερη κυκλοφορία) και την τυπική αποδοχή της σχετικής διασαφήσεως, πλην όμως δεν ολοκληρώνονται πάντοτε με αυτές.
44. Σύμφωνα με το άρθρο 79 του τελωνειακού κώδικα, η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, τη διεκπεραίωση των προβλεπομένων για την εισαγωγή των εμπορευμάτων διατυπώσεων (στις οποίες λογικώς περιλαμβάνεται και η πραγματοποίηση των τελωνειακών ελέγχων που θεωρούνται αναγκαίοι) και την επιβολή των νομίμως οφειλομένων δασμών. Eπομένως, αν δεν έχουν οριστικώς βεβαιωθεί και επιβληθεί οι ενλόγω δασμοί, δεν μπορεί να γίνει λόγος για οριστική θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των επίμαχων εμπορευμάτων.
45. Εξάλλου, από τα άρθρα 68, 71 και 73, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα συνάγεται ότι η τυπική αποδοχή μιας διασαφήσεως δύναται να συνδυασθεί, όπως στην περίπτωση της υποθέσεως της κύριας δίκης, με διαταγή επαληθεύσεως της διασαφήσεως από τις τελωνειακές αρχές. Αυτή η επαλήθευση δύναται να περιλαμβάνει την εξέταση των εμπορευμάτων και, ενδεχομένως, τη λήψη δειγμάτων τους για ανάλυση και λεπτομερή έλεγχο.
46. Το γράμμα και η ανάγκη διασφαλίσεως του χρήσιμου αποτελέσματος των ανωτέρω διατάξεων καθιστούν φανερό ότι, κατά τη στιγμή αποδοχής χωρίς επαλήθευση των στοιχείων της διασαφήσεως, όχι μόνο γεννάται η τελωνειακή οφειλή, αλλά προσδιορίζεται και οριστικώς το ύψος της. Αντιθέτως, σε περίπτωση αποδοχής διασαφήσεως που συνοδεύεται από διαταγή επαληθεύσεως των στοιχείων της τελευταίας, η τελωνειακή οφειλή τυπικώς μεν ανακύπτει, πλην όμως δεν καθίσταται οριστική, διότι, έως ότου ελεγχθούν τα εμπορεύματα και εξακριβωθούν τα στοιχεία της διασαφήσεως, το ύψος της συγκεκριμένης οφειλής δεν έχει ουσιαστικά και οριστικά προσδιορισθεί και βεβαιωθεί. Kατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, έως την επαλήθευση των ανωτέρω στοιχείων δεν έχουν οριστικώς επιβληθεί οι νομίμως οφειλόμενοι δασμοί , οπότε τα επίμαχα εμπορεύματα δεν έχουν ακόμη τεθεί οριστικώς σε ελεύθερη κυκλοφορία.
47. Με άλλα λόγια, η οριστική θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία προϋποθέτει τον επακριβή προσδιορισμό του είδους και του ύψους της τελωνειακής οφειλής. Σε περίπτωση κατά την οποία ο προσδιορισμός αυτός τελεί ουσιαστικώς υπό την επιφύλαξη της επαληθεύσεως της διασαφήσεως και, ειδικότερα, του ελέγχου των εμπορευμάτων, τότε η οριστικοποίηση της θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία των τελευταίων προϋποθέτει τη διενέργεια και περάτωση του διαταχθέντος για την επαλήθευση της διασαφήσεως ελέγχου τους.
48. Η ανωτέρω διαπίστωση δεν έρχεται σε αντίθεση με το γράμμα του άρθρου 201, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα. Η διάταξη αυτή, σύμφωνα με την οποία η τελωνειακή οφειλή γεννάται κατά την τυπική αποδοχή της διασαφήσεως, δεν έχει την έννοια ότι η αναγνώριση και επιβολή της οφειλής αυτής, επομένως, και η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των επίμαχων εμπορευμάτων οριστικοποιούνται πάντοτε την ίδια στιγμή. Αντιθέτως, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 67 του τελωνειακού κώδικα, έχει την έννοια ότι, για λόγους ασφάλειας δικαίου, οποτεδήποτε και αν επέλθει ο οριστικός προσδιορισμός της ενλόγω οφειλής, αυτή θα υπολογισθεί με βάση το νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά τη στιγμή της τυπικής αποδοχής της διασαφήσεως .
49. Με βάση τα ανωτέρω φαίνεται να συνάγεται ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για οριστική αναγνώριση τελωνειακής οφειλής ενόσω δεν έχει ακόμη περατωθεί ο διαταχθείς έλεγχος των εμπορευμάτων προς επαλήθευση της διασαφήσεως. Η οριστική αυτή αναγνώριση τελεί ουσιαστικώς υπό την αναβλητική αίρεση του ανωτέρω ελέγχου. Μέχρις ότου δε διενεργηθεί και περατωθεί ο έλεγχος αυτός, η υπό αίρεση αναγνώριση της τελωνειακής οφειλής δεν μπορεί να επιφέρει τα νόμιμα αποτελέσματά της.
50. Στην υπόθεση της κύριας δίκης η αρμόδια τελωνειακή αρχή, αποδεχόμενη τυπικώς την κατατεθείσα διασάφηση με την επίθεση σφραγίδος καταχωρίσεως επί της τελευταίας, επιφυλάχθηκε να ελέγξει τα επίμαχα εμπορεύματα στις 14 Ιουλίου 1994, στις εγκαταστάσεις της Wandel που θεωρούνταν κατά νόμον ως χώρος εναποθέσεως των εμπορευμάτων. Το γεγονός ότι ο έλεγχος αυτός δεν κατέστη δυνατός διότι τα εμπορεύματα αυτά, που ευρίσκοντο ακόμη υπό καθεστώς προσωρινής εναποθέσεως, είχαν απομακρυνθεί διά πράξεως της Wandel, χωρίς την άδεια του τελωνείου , είχε ως αποτέλεσμα να μην προσδιορισθούν οριστικώς οι οφειλόμενοι κατά το άρθρο 201 του τελωνειακού κώδικα δασμοί. Κατά συνέπεια, η υπό αίρεση αναγνώριση της τελωνειακής οφειλής κατά την εισαγωγή βάσει του άρθρου 201 του τελωνειακού κώδικα δεν μπορούσε να επιφέρει κανένα νόμιμο αποτέλεσμα λόγω μη πληρώσεως - ουσιαστικά ματαιώσεως - της αιρέσεως περί επαληθεύσεως της διασαφήσεως και οριστικοποιήσεως του είδους και του ύψους της ενλόγω οφειλής. Επομένως, ούτε οριστική θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων είχε πραγματοποιηθεί ούτε άδεια παραλαβής των τελευταίων μπορούσε να εκδοθεί .
51. H μη πλήρωση - ουσιαστικά ματαίωση - της αναβλητικής αιρέσεως περί ελέγχου των εμπορευμάτων και επαληθεύσεως των στοιχείων της διασαφήσεως, ιδίως εφόσον αυτή οφείλεται στον διασαφιστή, πρέπει λοιπόν να οδηγήσει στο τελικό συμπέρασμα ότι η κατά το άρθρο 201, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα τελωνειακή οφειλή, η αναγνώριση της οποίας τελούσε υπό την ανωτέρω αναβλητική αίρεση, ουδέποτε εγεννήθη. Τούτο αποτελεί δε νομικό συμπέρασμα που αρύεται από τις γενικές αρχές που διέπουν τη σημασία και το ρόλο των αναβλητικών αιρέσεων, οι οποίες συχνά συνοδεύουν την αναγνώριση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Διαφοροποιείται δε εννοιολογικά τόσο από την περίπτωση της ακυρώσεως της διασαφήσεως, που προβλέπεται στο άρθρο 66 του τελωνειακού κώδικα και αφορά στο κύρος της τυπικής αποδοχής της διασαφήσεως και όχι στην οριστική αναγνώριση της τελωνειακής οφειλής, όσο και από την περίπτωση αποσβέσεως της τελωνειακής οφειλής, που ρυθμίζεται από τα άρθρα 233 και 234 του ιδίου κώδικα και προϋποθέτει την οριστικοποίηση της ενλόγω οφειλής.
52. Με βάση τα ανωτέρω, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 201, παράγραφος 1, στοιχείο α_, σε συνδυασμό με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου του τελωνειακού κώδικα, έχει την έννοια ότι δεν θεωρείται ως γεννηθείσα τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή, εφόσον, για λόγους που αφορούν στον διασαφιστή και συνίστανται στην χωρίς άδεια του τελωνείου απομάκρυνση των εμπορευμάτων που βρίσκονταν σε καθεστώς προσωρινής εναποθέσεως, δεν πληρώθηκε - ουσιαστικά ματαιώθηκε - η αναβλητική αίρεση ελέγχου των επίμαχων εμπορευμάτων που συνόδευε την παραλαβή από το αρμόδιο τελωνείο προς επαλήθευση διασαφήσεως ανταποκρινόμενης στις απαιτήσεις του άρθρου 62 του τελωνειακού κώδικα, η οποία αφορούσε μη κοινοτικά εμπορεύματα υπό διαδικασία θέσεως σε καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας, η δε παραλαβή της τεκμηριώθηκε με την επίθεση τελωνειακής σφραγίδας καταχωρίσεως.
B - Επί του δευτέρου ερωτήματος
53. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα το Finanzgericht Bremen ζητεί από το Δικαστήριο να προσδιορίσει εάν, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το άρθρο 75 του τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι το τελωνείο το οποίο παρέλαβε μια διασάφηση, όπως στην περίπτωση της υποθέσεως της κύριας δίκης, έχει το δικαίωμα να θεωρήσει τη διασάφηση αυτή ως ανίσχυρη ή να την κηρύξει ανίσχυρη, χωρίς να υπάρχει σχετικό αίτημα του καταθέσαντος τη διασάφηση, όταν τελωνειακή οφειλή η οποία προέκυψε κατά το άρθρο 201, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του τελωνειακού κώδικα θεωρείται ως μη υφιστάμενη ή ως διαγραφείσα κατά το άρθρο 233, στοιχείο γ_, πρώτη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα, στην περίπτωση που τα εμπορεύματα τα οποία αφορά η διασάφηση δεν μπορούν να παραδοθούν στον διασαφιστή, διότι πριν από την διατεταγμένη εξέτασή τους απομακρύνθηκαν από τον προβλεπόμενο χώρο φυλάξεώς τους εκτός του πεδίου της κατά τόπον αρμοδιότητας του τελωνείου.
54. Kαταρχάς, κρίνω σκόπιμο να προβώ σε δύο εισαγωγικές επισημάνσεις.
ρώτον, σε κάθε περίπτωση η απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα που κατ' ουσίαν θίγει το γενικό ζήτημα της αρμοδιότητας των τελωνειακών αρχών να κηρύξουν αυτεπαγγέλτως ανίσχυρη τη διασάφηση που είχαν ήδη αποδεχθεί, πρέπει να δοθεί αφού προηγουμένως ληφθεί υπόψη η προτεινόμενη απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, χωρίς όμως η τελευταία να μπορεί να χαρακτηριστεί ως θετική ή αρνητική υπό τους όρους της διατυπώσεως των ερωτημάτων από τον εθνικό δικαστή.
Δεύτερον, όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, επιβάλλεται να υπομνησθεί εκ προοιμίου ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εφαρμόσει τους κοινοτικούς κανόνες σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, αλλ' απλώς να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο τα στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που θα του ήταν χρήσιμα κατά την εκτίμηση των αποτελεσμάτων της εφαρμογής μιας διατάξεως του εθνικού δικαίου .
55. Το άρθρο 75 του τελωνειακού κώδικα ανήκει συστηματικώς στον τίτλο IV, κεφάλαιο 2, τμήμα Α, του τελευταίου και, ειδικότερα, στις διατάξεις που διέπουν τη «συνήθη διαδικασία» υπαγωγής των εμπορευμάτων σε τελωνειακό καθεστώς. Εξάλλου, από τη διατύπωση του ίδιου του άρθρου προκύπτει ότι το τελευταίο αναφέρεται σε «μέτρα», στα οποία περιλαμβάνεται η κατάσχεση ή η πώληση και τα οποία ρυθμίζουν την κατάσταση των εμπορευμάτων που εξακολουθούν να βρίσκονται σε χώρους αρμοδιότητας του τελωνείου είτε «διότι δεν εκδόθηκε άδεια παραλαβής» τους (στοιχείο α_) είτε διότι «δεν παραλήφθηκαν μέσα σε εύλογες προθεσμίες μετά τη χορήγηση της άδειας παραλαβής» (στοιχείο β_).
56. Οπως εύστοχα παρατηρεί η Φινλανδική Κυβέρνηση, το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται λοιπόν σε «μη συνήθεις» περιπτώσεις, όπως αυτή της απομακρύνσεως των εμπορευμάτων από τον προβλεπόμενο χώρο φυλάξεώς τους πριν από την διατεταγμένη εξέτασή τους. Επίσης, δεν φαίνεται να εφαρμόζεται ούτε για τη λήψη μέτρων που δεν αφορούν ευθέως τα εμπορεύματα, αλλά το κύρος της διασαφήσεώς τους ή εν γένει την τύχη της τελωνειακής οφειλής.
57. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 66 του τελωνειακού κώδικα προβλέπει ότι οι τελωνειακές αρχές ακυρώνουν διασάφηση που έχει ήδη γίνει τυπικά αποδεκτή, μόνον για συγκεκριμένους λόγους και υπό συγκεκριμένους όρους στους οποίους περιλαμβάνεται ιδίως η προς τούτο αίτηση του διασαφιστή. Το άρθρο αυτό, δηλαδή, δεν προβλέπει την αυτεπάγγελτη ακύρωση ή την κήρυξη του ανισχύρου της διασαφήσεως από τις τελωνειακές αρχές. Επιπλέον, προσδιορίζει τη ρύθμιση της περιπτώσεως τυπικής αποδοχής της διασαφήσεως με την επιφύλαξη της επαληθεύσεως των στοιχείων της, αναφέροντας ότι «αν οι τελωνειακές αρχές έχουν πληροφορήσει τον διασαφιστή ότι προτίθενται να εξετάσουν τα εμπορεύματα, η αίτηση ακύρωσης της διασάφησης είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτή μόνο μετά την πραγματοποίηση της εξέτασης αυτής».
58. Όπως αναφέρεται στην διάταξη περί παραπομπής, στην υπόθεση της κύριας δίκης, αφού διαπιστώθηκε ότι η τελωνειακή εξέταση δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί, διότι τα διασαφηθέντα εμπορεύματα δεν ευρίσκοντο πλέον στον χώρο εναποθέσεως της προσφεύγουσας κατά την προσέλευση του αρμοδίου υπαλλήλου, το αρμόδιο τελωνείο σημείωσε στο σχετικό έγγραφο ότι: [η διασάφηση] «κηρύσσεται άκυρη (άρθρο 66, παράγραφος 1, του ΤΚ). Κατά την επιχειρηθείσα εξέταση τα εμπορεύματα είχαν ήδη μεταφερθεί· για την περίπτωση εκδόσεως πράξεως επιβολής φόρου αρμόδια πλέον είναι η περιφέρεια Δ, Wacker».
59. Ενόψει των προμνησθεισών προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 66 του τελωνειακού κώδικα, γίνεται φανερό ότι εσφαλμένα το τελωνείο στηρίχθηκε στην διάταξη του άρθρου αυτού προκειμένου να κηρύξει άκυρη τη διασάφηση, εφόσον από κανένα στοιχείο του φακέλου της υποθέσεως δεν προκύπτει ότι ο διασαφιστής είχε καταθέσει σχετική αίτηση, όπως προβλέπεται από το ενλόγω άρθρο.
60. Εξάλλου, είναι πρόδηλο πως, σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 75 του τελωνειακού κώδικα δεν θα μπορούσε να αποτελέσει νόμιμη βάση λήψεως του ανωτέρω μέτρου ακυρώσεως της διασαφήσεως, εφόσον δεν συντρέχουν οι ενγένει συνθήκες εφαρμογής του άρθρου αυτού και, ειδικότερα, εφόσον η συγκεκριμένη ακύρωση της επίμαχης διασαφήσεως δεν συνιστά, εν προκειμένω, μέτρο ρυθμίσεως της καταστάσεως εμπορευμάτων που εξακολουθούν να είναι εναποθετημένα στον προβλεπόμενο τελωνειακό χώρο.
61. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι δεν φαίνεται να συντρέχει περίπτωση εφαρμογής ούτε του άρθρου 233, στοιχείο γ_, πρώτη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα ούτε των άρθρων 241, παράγραφος 4, 243, παράγραφος 2, ή 250, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής.
62. Το άρθρο 233, στοιχείο γ_, πρώτη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα προβλέπει την απόσβεση της τελωνειακής οφειλής προκειμένου για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν για τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής δασμών, όταν η τελωνειακή διασάφηση ακυρωθεί σύμφωνα με το άρθρο 66 του ίδιου κώδικα. Ωστόσο, όπως προανεφέρθη, δεν συντρέχει, εν προκειμένω, δυνατότητα ακυρώσεως της διασαφήσεως βάσει του άρθρου 66.
63. Το άρθρο 241, παράγραφος 4, του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει ότι, εφόσον ο διασαφιστής αρνείται να παραστεί στην εξέταση των εμπορευμάτων ή να υποδείξει πρόσωπο ικανό να παράσχει τη βοήθεια που οι τελωνειακές αρχές κρίνουν αναγκαία, οι τελωνειακές αρχές έχουν την ευχέρεια να θεωρήσουν ανίσχυρη τη διασάφηση όταν δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η άρνηση του διασαφιστή να παραστεί στην εξέταση των εμπορευμάτων ή να υποδείξει πρόσωπο κατάλληλο να παράσχει την αναγκαία συνδρομή δεν έχει ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα να εμποδίσει τη διαπίστωση παράβασης των διατάξεων που διέπουν την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο υπό εξέταση καθεστώς, ή την αποφυγή εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 66 παράγραφος 1 ή του άρθρου 80 παράγραφος 2 του κώδικα. Εν προκειμένω, δεν συντρέχει περίπτωση αρνήσεως του διασαφιστή να παραστεί στον έλεγχο των εμπορευμάτων ή να υποδείξει ικανό κατά τα ανωτέρω πρόσωπο, οπότε δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του σχετικού άρθρου.
64. Για τους ίδιους λόγους, σε κάθε περίπτωση, δεν θα μπορούσε να συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 243, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής, το οποίο προβλέπει ανάλογες διατάξεις με αυτές του άρθρου 241 του ίδιου κανονισμού για την περίπτωση αρνήσεως από το διασαφιστή της αναγκαίας συνδρομής κατά τη λήψη δειγμάτων από τις τελωνειακές αρχές.
65. Eξάλλου, είναι προφανές ότι δεν τίθεται, εν προκειμένω, ζήτημα εφαρμογής ούτε του άρθρου 250, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής, που προβλέπει τη δυνατότητα θεωρήσεως ως ανίσχυρης ή ακυρώσεως της διασαφήσεως, σε περίπτωση που δεν προσκομίζονται από το διασαφιστή τα ζητηθέντα δικαιολογητικά στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 75, στοιχείο α_, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα. Συναφώς, από κανένα στοιχείο του φακέλου της υποθέσεως δεν προκύπτει ότι η Wandel παρέλειψε να προσκομίσει ζητηθέντα δικαιολογητικά.
66. Στο σημείο αυτό πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι θα ήταν παράδοξο να είναι δυνατή, βάσει των ανωτέρω διατάξεων, η ακύρωση ή η κήρυξη του ανισχύρου μιας διασαφήσεως όταν ο διασαφιστής απλώς δεν υποβοηθεί τον έλεγχο των εμπορευμάτων ή όταν δεν προσκομίζει τα απαραίτητα έγγραφα, αλλά να μην είναι δυνατή η αμφισβήτηση της διασαφήσεως όταν έχουν απομακρυνθεί τα εμπορεύματα χωρίς άδεια του τελωνείου, γεγονός που καθιστά αδύνατη τη διενέργεια του ελέγχου τους για λόγους που οφείλονται στο διασαφιστή.
67. ράγματι, όπως ορθώς επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, είναι αμφίβολο αν το τελωνείο υποχρεούται, βάσει της διατάξεως του άρθρου 71, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα, να προβεί στην επιβολή δασμών βάσει του περιεχομένου της διασαφήσεως, καίτοι το τελωνείο αυτό διέταξε τη διεξαγωγή τελωνειακής εξετάσεως προς έλεγχο της προτιμησιακής καταγωγής των εμπορευμάτων, αλλά η τελωνειακή αυτή εξέταση δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί για λόγους που οφείλονται στον διασαφιστή.
68. Θα μπορούσε εκ πρώτης όψεως να υποστηριχθεί ότι η ανωτέρω επισήμανση του αιτούντος δικαστηρίου θα δικαιολογούσε την κατ' αναλογία εφαρμογή - ή καλύτερα την εφαρμογή a minori ad majus - στην παρούσα υπόθεση των προμνησθεισών διατάξεων που προβλέπουν την ακύρωση ή την κήρυξη του ανισχύρου της τυπικώς αποδεχθείσας διασαφήσεως. Ωστόσο, ο τεχνικός χαρακτήρας των διατάξεων αυτών καθιστά δυσχερή στην πράξη μια τέτοια εφαρμογή, καθώς τίθενται προς επίλυση διάφορα επί μέρους ζητήματα. Επί παραδείγματι, δεν είναι διόλου προφανές αν οι τελωνειακές αρχές θα έπρεπε να υποχρεούνται ή απλώς να δύνανται να ακυρώσουν τη διασάφηση όταν, εξαιτίας της απομακρύνσεως των εμπορευμάτων διά πράξεως του διασαφιστή χωρίς την άδεια του τελωνείου, δεν είναι δυνατή η διενέργεια του διαταχθέντος ελέγχου των εμπορευμάτων αυτών και της επαληθεύσεως της διασαφήσεως. Επιπλέον, δεν είναι πρόδηλο αν οι ανωτέρω αρχές θα όφειλαν, πριν ακυρώσουν τη διασάφηση, να διατάξουν την επιστροφή των εμπορευμάτων . Το Δικαστήριο δύσκολα θα μπορούσε να ρυθμίσει τα ζητήματα αυτά χωρίς να προβεί σε ένα πρωτογενή νομοθετικό έργο το οποίο δεν συνάδει με το δικαιοδοτικό του ρόλο.
69. Eξάλλου, η κατ' αναλογίαν εφαρμογή των προμνησθεισών διατάξεων που προβλέπουν την ακύρωση ή την κήρυξη του ανισχύρου της διασαφήσεως, δεν φαίνεται να είναι απαραίτητη εν προκειμένω, καθώς δεν αποτελεί sine qua non προϋπόθεση της επιβολής τελωνειακής οφειλής, η οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί όχι βάσει του άρθρου 201, παράγραφος 1, στοιχείο α_, αλλά βάσει άλλης διατάξεως του τελωνειακού κώδικα, όπως επί παραδείγματι αυτής του άρθρου 203, παράγραφος 1. Συναφώς, φρονώ πως η γενική θεωρία των αναβλητικών αιρέσεων, στην οποία στηρίχθηκε η ανάλυση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, μπορεί να αποτελέσει και στην ανάλυση της παρούσας ερωτήσεως μια θεμιτή νομική βάση. Όπως έχω ήδη επισημάνει, η μη πλήρωση - ουσιαστικά η ματαίωση - της αιρέσεως περί ελέγχου των εμπορευμάτων και επαληθεύσεως της τυπικώς αποδεχθείσας διασαφήσεως είχε ως αποτέλεσμα να μην έχει προσδιορισθεί οριστικώς η σχετική τελωνειακή οφειλή βάσει του άρθρου 201, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του τελωνειακού κώδικα και, επομένως, η οφειλή αυτή να πρέπει να θεωρηθεί ως μηδέποτε γεννηθείσα. Το τελευταίο γεγονός έχει με τη σειρά του ως αποτέλεσμα να καθίσταται δυνατή η γέννηση χωριστής τελωνειακής οφειλής, επί τη βάσει διαφορετικής διατάξεως του τελωνειακού κώδικα, χωρίς να επέλθει αθέμιτη σώρρευση δύο διαφορετικών τελωνειακών καθεστώτων επί των ιδίων εμπορευμάτων.
70. Στο σημείο αυτό θα μπορούσε βέβαια να προβληθεί η αντίρρηση ότι, πριν αναγνωρισθεί ως μηδέποτε γεννηθείσα η τελωνειακή οφειλή βάσει του άρθρου 201, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του τελωνειακού κώδικα, η τελωνειακή αρχή όφειλε να προβεί στις ενέργειες εκείνες που, θεωρητικώς, θα μπορούσαν να καταστήσουν ακόμη δυνατή την πλήρωση της αιρέσεως περί ελέγχου των εμπορευμάτων. Συναφώς, η Wandel προβάλλει ότι, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 75 του τελωνειακού κώδικα, αποκλείεται η κήρυξη ανίσχυρης της διασαφήσεως, αλλά θα ήταν θεμιτή και πρόσφορη η διαταγή προς τη Wandel να προσκομίσει αμέσως τα εμπορεύματα προκειμένου να διεξαχθεί ο διατεταγμένος έλεγχος.
71. Φρονώ πως η ανωτέρω αντίρρηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή για τους ακόλουθους δύο λόγους.
72. ρώτον, από καμία ειδική διάταξη ή γενική αρχή δεν προκύπτει ότι οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές οφείλουν γενικώς να αποτρέψουν την οφειλόμενη στο διασαφιστή μη πλήρωση - ουσιαστικά ματαίωση - της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία τελεί η οριστική αναγνώριση της τελωνειακής οφειλής βάσει του άρθρου 201 του τελωνειακού κώδικα. Η λήψη δε υπόψη του πνεύματος ή η ενδεχόμενη κατ' αναλογίαν εφαρμογή των προμνησθέντων άρθρων 241, παράγραφος 4 , και 250, παράγραφοι 1 και 2 , του κανονισμού εφαρμογής δεν θα βοηθούσαν ιδιαιτέρως, διότι, μολονότι στο άρθρο 250, παράγραφοι 1 και 2, προβλέπεται ρητώς ότι οι τελωνειακές αρχές τάσσουν προθεσμία για την κάλυψη των παραλείψεων του διασαφιστή, προτού προβούν στην ακύρωση της διασαφήσεως, εντούτοις, στο πλαίσιο της ρυθμίσεως που εισάγει το άρθρο 241, παράγραφος 4, η ακύρωση είναι δυνατή και χωρίς την προσπάθεια καλύψεως των παραλείψεων του διασαφιστή.
73. Δεύτερον, δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτό, ειδικότερα, ότι η τελωνειακή διοίκηση υποχρεούται ή δύναται να λάβει μέτρα για την κάλυψη πράξεων ή παραλείψεων του διασαφιστή που επιφέρουν ειδικές έννομες συνέπειες με βάση άλλη διάταξη του τελωνειακού κώδικα ή άλλης νομοθεσίας. Συγκεκριμένα, αν η απομάκρυνση χωρίς άδεια των εμπορευμάτων συνιστά «υπεξαίρεση υποκειμένου σε εισαγωγικούς δασμούς εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση» ή παράλειψη «εκτελέσεως μιας από τις υποχρεώσεις τις οποίες συνεπάγεται, για εμπόρευμα υποκείμενο σε εισαγωγικούς δασμούς η παραμονή του σε προσωρινή εναπόθεση» , οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές δεν μπορούν να λάβουν μέτρα τα οποία θα μπορούσαν να βοηθήσουν στο να αποκλεισθεί ή να καθυστερήσει η εφαρμογή των ρυθμίσεων των άρθρων 203 ή 204 του τελωνειακού κώδικα ή οιασδήποτε άλλης νομικής ρυθμίσεως που αρύει έννομα αποτελέσματα από την ανωτέρω απομάκρυνση.
74. Υπό το πρίσμα λοιπόν των ανωτέρω επισημάνσεων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 75 του τελωνειακού κώδικα, έχει την έννοια ότι το τελωνείο που παρέλαβε μια διασάφηση δεν έχει το δικαίωμα να θεωρήσει τη διασάφηση αυτή ως ανίσχυρη ή να την κηρύξει ανίσχυρη, σε περίπτωση, όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, στην οποία τα εμπορεύματα στα οποία αφορά η διασάφηση δεν μπορούν να παραδοθούν στον διασαφιστή, διότι πριν από την διατεταγμένη εξέτασή τους απομακρύνθηκαν από τον προβλεπόμενο χώρο φυλάξεώς τους εκτός του πεδίου της κατά τόπον αρμοδιότητας του τελωνείου.
Γ - Επί του τρίτου ερωτήματος
75. Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα το Finanzgericht Bremen ερωτά αν, σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι δεν γεννήθηκε (ή αν μετά τη γέννησή της παραγράφηκε) τελωνειακή οφειλή κατά το άρθρο 201, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του τελωνειακού κώδικα, το άρθρο 203, παράγραφος 1, του κώδικα αυτού έχει την έννοια ότι συντρέχει περίπτωση υπεξαιρέσεως [απομακρύνσεως] από την τελωνειακή επιτήρηση, όταν μη κοινοτικό εμπόρευμα το οποίο διασαφήθηκε με σκοπό να τεθεί υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας απομακρύνθηκε από τον προβλεπόμενο χώρο φυλάξεως/χώρο εξετάσεως εκτός του πεδίου της κατά τόπον αρμοδιότητας του σχετικού τελωνείου, καίτοι το τελωνείο είχε διατάξει τελωνειακή εξέταση. Eπίσης, το αιτούν δικαστήριο ερωτά ειδικότερα αν η συνδρομή υπεξαιρέσεως εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση κρίνεται με βάση αντικειμενικά δεδομένα ή αν απαιτείται επιπροσθέτως η ύπαρξη ειδικής προς τούτο βουλήσεως.
76. Σύμφωνα με το άρθρο 37 του τελωνειακού κώδικα, τα μη κοινοτικά εμπορεύματα που εισέρχονται στο έδαφος της Κοινότητας υπόκεινται σε τελωνειακή επιτήρηση από τη στιγμή της εισόδου τους έως ότου αλλάξουν τελωνειακό χαρακτήρα ή εισαχθούν σε ελεύθερη ζώνη ή ελεύθερη αποθήκη, είτε επανεξαχθούν ή καταστραφούν σύμφωνα με το άρθρο 182.
77. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 50 του τελωνειακού κώδικα, μέχρις ότου λάβουν τελωνειακό προορισμό, τα εμπορεύματα που προσκομίζονται στο τελωνείο θεωρούνται, αμέσως μετά την προσκόμισή τους, ότι βρίσκονται στην τελωνειακή κατάσταση της τελωνειακής εναποθέσεως. Κατά το άρθρο 51 του ίδιου κώδικα, παραμένουν δε μόνον σε χώρους που έχουν εγκριθεί από την τελωνειακή αρχή και υπό τους όρους που καθορίζει η τελευταία. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 52 του ενλόγω κώδικα, τα εμπορεύματα σε προσωρινή εναπόθεση μπορούν να υποστούν μόνο επεξεργασία που εξασφαλίζει τη διατήρησή τους στην αυτή κατάσταση, χωρίς μεταβολή της εμφανίσεως ή των τεχνικών χαρακτηριστικών τους, με την επιφύλαξη του άρθρου 42, δυνάμει του οποίου η εξέταση ή η λήψη δειγμάτων των εμπορευμάτων είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν, με την έγκριση της τελωνειακής αρχής, με σκοπό να τους δοθεί τελωνειακός προορισμός.
78. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, όπως τονίσθηκε ενόψει της απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, από τη στιγμή που δεν είχε διενεργηθεί ο διατεταγμένος έλεγχος των εμπορευμάτων, τα τελευταία δεν είχαν τεθεί οριστικώς σε ελεύθερη κυκλοφορία, αλλά παρέμεναν ακόμη σε κατάσταση προσωρινής εναποθέσεως. Επιπλέον, εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε κατάσταση τελωνειακής επιτηρήσεως εφόσον δεν έχει οριστικά μεταβληθεί ο τελωνειακός τους χαρακτήρας.
79. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να είναι, καταρχήν, νοητή εν προκειμένω η εφαρμογή του άρθρου 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, που προβλέπει τη γέννηση τελωνειακής οφειλής από την υπεξαίρεση υποκειμένου σε εισαγωγικούς δασμούς εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση, εφόσον κριθεί ότι συντρέχει περίπτωση υπεξαιρέσεως από την τελωνειακή επιτήρηση.
80. Τη δυνατότητα αυτής της εφαρμογής προβλέπει, αλλωστε, το άρθρο 51, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα, το οποίο ορίζει ότι η τελωνειακή αρχή μπορεί να απαιτήσει από το πρόσωπο που κατέχει τα εμπορεύματα, που βρίσκονται σε προωρινή εναπόθεση, τη σύσταση εγγύησης για να εξασφαλισθεί η πληρωμή οποιασδήποτε τελωνειακής οφειλής που μπορεί να δημιουργηθεί βάσει των άρθρων 203 ή 204.
81. Εξάλλου, πρέπει να υπομνησθεί πως, λόγω του γεγονότος ότι πριν από την απομάκρυνση των εμπορευμάτων από το χώρο τελωνειακής εναποθέσεως δεν είχε διενεργηθεί ο διατεταγμένος έλεγχος και, για το λόγο αυτό, η τελωνειακή οφειλή βάσει του άρθρου 201, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του τελωνειακού κώδικα ήταν δυνατόν να θεωρηθεί ως μηδέποτε γεννηθείσα, είναι καταρχήν νοητή η γέννηση τελωνειακής οφειλής βάσει του άρθρου 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, χωρίς να υφίσταται κίνδυνος αθέμιτης σωρεύσεως δύο διαφορετικών τελωνειακών καθεστώτων επί των ιδίων εμπορευμάτων .
82. Εκείνο που απομένει να κριθεί, εν προκειμένω, είναι αν μια απομάκρυνση των εμπορευμάτων από το χώρο προσωρινής εναποθέσεως, όπως αυτή που πραγματοποιήθηκε από τη Wandel στην υπόθεση της κύριας δίκης, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «υπεξαίρεση [απομάκρυνση] υποκειμένου σε εισαγωγικούς δασμούς εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση».
83. ότε όμως υφίσταται τέτοια «υπεξαίρεση» από την τελωνειακή επιτήρηση κατά την έννοια του άρθρου 203 του τελωνειακού κώδικα;
84. Φρονώ πως πρέπει να γίνει δεκτό, όπως το επισημαίνουν τόσο ο εθνικός δικαστής όσο και η Επιτροπή και η Wandel , αναφερόμενοι στη θεωρία ή στη νομολογία κρατών μελών, ότι υφίσταται υπεξαίρεση από την τελωνειακή επιτήρηση, κατά την έννοια του άρθρου 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα όταν μια πράξη ή παράλειψη έχει σαν αποτέλεσμα οι τελωνειακές αρχές να βρίκονται πλέον σε πλήρη αδυναμία να έχουν πρόσβαση στα εμπορεύματα, ενώ κάτι τέτοιο ήταν αρχικώς δυνατόν, και, κατά συνέπεια, να μη δύνανται να ολοκληρωθούν συγκεκριμένα μέτρα τελωνειακής επιτηρήσεως που έχουν ήδη αρχίσει να εφαρμόζονται. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Επιτροπή, τυπικό παράδειγμα υπεξαιρέσεως από την τελωνειακή επιτήρηση αποτελεί η απομάκρυνση των εμπορευμάτων από το χώρο προσωρινής εναποθέσεως.
85. Στο σημείο αυτό πρέπει όμως να επισημανθεί ότι το άρθρο 865 του κανονισμού εφαρμογής ορίζει πως: «θεωρείται ως διαφυγή εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση, κατά την έννοια του άρθρου 203 παράγραφος 1 του κώδικα, η κατάθεση διασάφησης για το εν λόγω εμπόρευμα, άλλη ενέργεια που έχει τα ίδια νομικά αποτελέσματα, καθώς και η προσκόμιση στις αρμόδιες αρχές εγγράφου για θεώρηση, όταν με τις πράξεις αυτές προσδίδεται εσφαλμένα στο εν λόγω εμπόρευμα ο τελωνειακός χαρακτήρας κοινοτικού εμπορεύματος».
86. Η ενλόγω διάταξη φαίνεται να περιορίζει τη συνδρομή υπεξαιρέσεως από την τελωνειακή επιτήρηση, κατά την έννοια του άρθρου 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες επιχειρείται μέσω εγγράφων (κατάθεση διασαφήσεως ή άλλη ενέργεια που έχει τα ίδια νομικά αποτελέσματα, καθώς και προσκόμιση στις αρμόδιες αρχές εγγράφου για θεώρηση) να προσδοθεί εσφαλμένα στα επίμαχα εμπορεύματα ο τελωνειακός χαρακτήρας κοινοτικού εμπορεύματος έτσι ώστε τα εμπορεύματα αυτά να εκφύγουν εξαρχής από την προβλεπόμενη τελωνειακή επιτήρηση των μη κοινοτικών εμπορευμάτων που εισέρχονται στην Κοινότητα.
87. Εντούτοις, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η διάταξη του άρθρου 865 του κανονισμού εφαρμογής δεν προβαίνει σε έναν ορισμό που εξαντλεί το νοηματικό περιεχόμενο της έννοιας της υπεξαιρέσεως από την τελωνειακή επιτήρηση, κατά το άρθρο 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, αλλά απλώς αναφέρει ενδεικτικώς και συμπληρωματικώς ορισμένες ειδικές περιπτώσεις συνδρομής μιας τέτοιας υπεξαιρέσεως.
88. Η αποδοχή του εξαντλητικού χαρακτήρα των περιπτώσεων αυτών θα αντέβαινε προς το προφανές νόημα της ρυθμίσεως του άρθρου 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα . ράγματι, δεν φαίνεται να χωρεί αμφιβολία ότι στο πεδίο εφαρμογής της ρυθμίσεως αυτής υπάγονται όχι μόνον οι πράξεις διαφυγής από την τελωνειακή επιτήρηση που αναφέρονται στο άρθρο 865 του κανονισμού εφαρμογής, αλλά καταρχήν όλες οι περιπτώσεις πράξεων ή παραλείψεων που έχουν σαν αποτέλεσμα να εμποδίζουν την πρόσβαση των τελωνειακών αρχών στα επίμαχα εμπορεύματα και, ειδικότερα, την ολοκλήρωση της τελωνειακής επιτηρήσεως που έχει ήδη κινηθεί με τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων.
89. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι η συνδρομή υπεξαιρέσεως από την τελωνειακή επιτήρηση, κατά την έννοια του άρθρου 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, δεν φαίνεται να προϋποθέτει την υποκειμενική βούληση αποφυγής του μέτρου τελωνειακής επιτηρήσεως. Όπως ορθώς επισημαίνει η Φινλανδική Κυβέρνηση, η τελωνειακή νομοθεσία έχει κυρίως ως σκοπό την επιβολή των προβλεπομένων δασμών βάσει αντικειμενικών κριτηρίων. Ο ιδιαίτερος σκοπός του διασαφιστή που απομάκρυνε τα εμπορεύματα από το χώρο προσωρινής εναποθέσεως δεν έχει σημασία για τη γέννηση της τελωνειακής οφειλής. Αντιθέτως, μπορεί να έχει σημασία για τον υπολογισμό ενδεχόμενης διοικητικής ή ποινικής κυρώσεως.
90. Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, στην παρούσα υπόθεση οι τελωνειακές αρχές είχαν διατάξει τη διενέργεια, σε δήλη ημέρα (14 Ιουλίου 1994) και στις εγκαταστάσεις της προσφεύγουσας, του ελέγχου των εμπορευμάτων, τα οποία εξακολουθούσαν να τελούν υπό καθεστώς τελωνειακής επιτηρήσεως και προσωρινής εναποθέσεως.
91. Η τελωνειακή εξέταση δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί, διότι τα διασαφηθέντα εμπορεύματα δεν ευρίσκοντο πλέον στον χώρο εναποθέσεως της προσφεύγουσας κατά την προσέλευση του αρμοδίου υπαλλήλου, αλλά είχαν ήδη παραδοθεί στην εταιρία εξ ονόματος της οποίας υποβλήθηκε η διασάφηση. Το αιτούν δικαστήριο δεν δέχεται πάντως ότι η Wandel απομάκρυνε σκοπίμως τα επίμαχα εμπορεύματα από την προσωρινή επιτήρηση.
92. Ενόψει των ανωτέρω αναλύσεων, φαίνεται ότι στην υπόθεση της κύριας δίκης συντρέχει πράγματι υπεξαίρεση των εμπορευμάτων από την τελωνειακή επιτήρηση, κατά την έννοια του άρθρου 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα. Αφενός, είχε ήδη αρχίσει να ισχύει το καθεστώς τελωνειακής επιτηρήσεως στο πλαίσιο του οποίου είχε διαταχθεί η διενέργεια συγκεκριμένου μέτρου, ήτοι του ελέγχου των εμπορευμάτων. Αφετέρου, η απομάκρυνση των εμπορευμάτων κατέστησε προφανώς αδύνατη την πρόσβαση των τελωνειακών αρχών σε αυτά και, κατά συνέπεια, τη συνέχιση της τελωνειακής επιτηρήσεως με την διενέργεια του διαταχθέντος ελέγχου.
93. Στο σημείο αυτό, βέβαια, θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί, ακολουθώντας την επιχειρηματολογία της Wandel, ότι, ακόμη και αν τα εμπορεύματα απομακρύνθηκαν από τον προβλεπόμενο τελωνειακό χώρο, δεν μπορεί να συντρέξει διαφυγή από την τελωνειακή επιτήρηση, εφόσον τα ενλόγω εμπορεύματα είχαν αποτελέσει αντικείμενο νομότυπης διασαφήσεως και οι τελωνειακές αρχές είχαν στη διάθεσή τους όλα τα σχετικά έγγραφα. Κατά τη Wandel, η πρόωρη απομάκρυνση δεν συνιστά λοιπόν παρά απλή παράλειψη εκτελέσεως ενός τελωνειακού μέτρου.
94. Ωστόσο, φρονώ πως η ανωτέρω ερμηνεία των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύρια δίκης δεν θα ήταν πειστική. Αφενός, το γεγονός ότι είχε ήδη υποβληθεί διασάφηση για τα επίμαχα εμπορεύματα αποκλείει βέβαια την εξαρχής διαφυγή από την τελωνειακή επιτήρηση, δεν αποκλείει όμως τη διαφυγή από επιτήρηση η οποία έχει ήδη αρχίσει και δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί. Αφετέρου, στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται απλώς παράλειψη συμμορφώσεως προς μια γενική υποχρέωση την οποία συνεπάγεται η παραμονή των εμπορευμάτων σε προσωρινή εναπόθεση, γεγονός που υπό προϋποθέσεις θα μπορούσε να δικαιολογήσει την εφαρμογή του άρθρου 204, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του τελωνειακού κώδικα, αλλά πρόκειται για απομάκρυνση των εμπορευμάτων που αποκλείει κάθε δυνατότητα προσβάσεως του τελωνείου στα εμπορεύματα και, επομένως, παρεμποδίζει το χρήσιμο αποτέλεσμα, γενικά, κάθε έννοιας τελωνειακής επιτηρήσεως και, ειδικότερα, την άσκηση συγκεκριμένου διαταχθέντος μέτρου τελωνειακής επιτηρήσεως, που εν προκειμένω ήταν ο έλεγχος των επίμαχων εμπορευμάτων.
95. Με βάση τα ανωτέρω, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση πως το άρθρο 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι συντρέχει περίπτωση υπεξαιρέσεως από την τελωνειακή επιτήρηση, όταν μη κοινοτικό εμπόρευμα το οποίο διασαφήθηκε με σκοπό να τεθεί υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας απομακρύνθηκε με πράξη του διασαφιστή, χωρίς την άδεια των αρμοδίων τελωνειακών αρχών, από τον προβλεπόμενο χώρο φυλάξεως/χώρο εξετάσεως εκτός του πεδίου της κατά τόπον αρμοδιότητας του σχετικού τελωνείου και παραδόθηκε στην εταιρία εξ ονόματος της οποίας υποβλήθηκε η διασάφηση, καίτοι το τελωνείο είχε διατάξει τελωνειακή εξέταση.
Δ - Επί του τετάρτου ερωτήματος
96. Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα το Δικαστήριο καλείται, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα, να προσδιορίσει αν το άρθρο 204, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι η χωρίς άδεια απομάκρυνση του εμπορεύματος από τον τόπο εναποθέσεως «δεν είχε πραγματικές συνέπειες» για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναποθέσεως όταν το εμπόρευμα μετά την απομάκρυνσή του μπορεί να προσκομιστεί σε ένα άλλο τελωνείο αν αυτό ζητηθεί.
97. Ενόψει της προτεινόμενης απαντήσεως στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα και δεδομένου ότι το άρθρο 203 αποτελεί ειδική διάταξη που αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 204, η απάντηση στο τέταρτο ερώτημα παρέλκει . Ωστόσο, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, είναι σκόπιμο να γίνουν οι ακόλουθες ερμηνευτικές επισημάνσεις σχετικά με το άρθρο 204, παράγραφος 1, του ίδιου κώδικα.
98. Σύμφωνα με την ενλόγω διάταξη, γεννάται τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή από τη μη εκτέλεση μιας από τις υποχρεώσεις τις οποίες συνεπάγεται, για εμπόρευμα υποκείμενο σε εισαγωγικούς δασμούς, η παραμονή του σε προσωρινή εναπόθεση ή η χρησιμοποίηση του τελωνειακού καθεστώτος υπό το οποίο έχει τεθεί, σε περιπτώσεις άλλες από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 203, εκτός αν αποδειχθεί ότι οι παραλείψεις αυτές δεν είχαν πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναποθέσεως ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος.
99. Στην παρούσα υπόθεση, εφοσόν κριθεί ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, φρονώ πως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η συνδρομή του γενικού όρου εφαρμογής του άρθρου 204, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του ίδιου κώδικα. ράγματι, η επίμαχη απομάκρυνση των εμπορευμάτων από τη Wandel συνιστά σε κάθε περίπτωση μη εκτέλεση μιας από τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται, για εμπορεύματα υποκείμενα σε εισαγωγικούς δασμούς, η παραμονή τους σε προσωρινή εναπόθεση και, συγκεκριμένα, της υποχρεώσεως να τηρούνται τα εμπορεύματα στη διάθεση του αρμόδιου για την εποπτεία τελωνείου αμετάβλητα μέχρι τον καθορισμό τελωνειακού προορισμού γι_ αυτά .
100. Αυτό που απομένει λοιπόν είναι να διερευνηθεί μήπως συντρέχει περίπτωση στην οποία η ενλόγω παράλειψη δεν επηρέασε τη λειτουργία της προσωρινής εναποθέσεως.
101. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφασή του Firma Söhl & Söhlke , το άρθρο 859 του κανονισμού εφαρμογής θεσπίζει εγκύρως σύστημα το οποίο διέπει εξαντλητικώς τις παραλείψεις, κατά την έννοια του άρθρου 204, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του τελωνειακού κώδικα, οι οποίες «δεν έχουν πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναπόθεσης ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος» .
102. Σύμφωνα με το άρθρο 859, σημείο 5, του κανονισμού εφαρμογής, θεωρείται ότι δεν έχει πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναποθέσεως ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος, κατά την έννοια του άρθρου 204 παράγραφος 1 του κώδικα, όταν πρόκειται για εμπορεύματα υπό προσωρινή εναπόθεση ή που έχουν υπαχθεί σε κάποιο τελωνειακό καθεστώς, η μη εγκεκριμένη μετακίνησή τους εφόσον αυτά μπορούν να προσκομισθούν στις τελωνειακές αρχές που θα το ζητήσουν και εφόσον, όπως προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 859, η μη εγκεκριμένη μετακίνησή τους δεν αποτελεί απόπειρα διαφυγής από την τελωνειακή επιτήρηση του εμπορεύματος, δεν προϋποθέτει προφανή αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου και έχουν τηρηθεί εκ των υστέρων όλες οι διατυπώσεις που απαιτούνται για τη διευθέτηση της κατάστασης του εμπορεύματος. Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 860 του κανονισμού εφαρμογής, η απόδειξη έναντι των τελωνειακών αρχών της συνδρομής των όρων εφαρμογής του άρθρου 859 του κανονισμού αυτού βαρύνει εν προκειμένω τη Wandel.
103. Σε ό,τι αφορά στην ανωτέρω συνδρομή, αξίζει στο σημείο αυτό να γίνουν οι ακόλουθες ειδικότερες διευκρινίσεις.
104. Αφενός, από τη διάταξη του άρθρου 859, σημείο 5, του κανονισμού εφαρμογής δεν προκύπτει ρητώς ότι η προσκόμιση των εμπορευμάτων, εφόσον αυτά ζητηθούν από τις τελωνειακές αρχές, είναι δυνατή μόνο στο τελωνείο του τόπου προσωρινής εναποθέσεως. Συναφώς, φρονώ πως η προσκόμισή τους θα μπορούσε καταρχήν να γίνει και σε άλλο τελωνείο, εφόσον βέβαια με τον τρόπο αυτόν θα μπορούσε να καλυφθεί η σχετική παράβαση της διαδικασίας χωρίς να επηρεασθεί η ορθή λειτουργία της προσωρινής εναποθέσεως ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος. Η εκτίμηση της προϋποθέσεως αυτής ανήκει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση στον εθνικό δικαστή που καλείται να κρίνει, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, αν όντως επηρεάζεται η ανωτέρω ορθή λειτουργία.
105. Αφετέρου, σε ό,τι αφορά στον όρο, που θέτει το άρθρο 859, η επίμαχη παράλειψη να μην προϋποθέτει προφανή αμέλεια του υπέχοντος την τελωνειακή οφειλή, αξίζει να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο θεώρησε ότι, προκειμένου να κριθεί αν συντρέχει τέτοια αμέλεια, πρέπει ιδίως να ληφθεί υπόψη η ακριβής φύση της ενδεχομένως υφιστάμενης πλάνης, η επαγγελματική πείρα και η επιμέλεια του επιχειρηματία στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει αν, βάσει αυτών των κριτηρίων, συντρέχει ή όχι προφανής αμέλεια του επιχειρηματία .
106. Μολονότι η εκτίμηση της συνδρομής του συνόλου των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 859, σημείο 5, του κανονισμού εφαρμογής ανήκει στον εθνικό δικαστή, ο οποίος γνωρίζει καλύτερα τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, αξίζει, κατά τη γνώμη μου, να επισημανθεί ότι, στην προκειμένη υπόθεση, η απομάκρυνση των εμπορευμάτων από τον προβλεπόμενο χώρο φυλάξεως/χώρο εξετάσεως εκτός του πεδίου της κατά τόπον αρμοδιότητας του σχετικού τελωνείου και η παράδοσή τους στην εταιρία εξ ονόματος της οποίας υποβλήθηκε η διασάφηση, καίτοι το τελωνείο είχε διατάξει τελωνειακή εξέταση, φαίνεται προφανώς να έχει επηρεάσει την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναποθέσεως. Καταρχάς, όπως ήδη έχει τονισθεί, λόγω της απομακρύνσεως αυτής, όχι μόνον παρεμποδίσθηκε ο σκοπός της εναποθέσεως αυτής, ο οποίος συνίσταται ακριβώς στη διατήρηση των εμπορευμάτων αμετάβλητων στο χώρο εναποθέσεως και στη διάθεση του αρμόδιου για την επιτήρηση τελωνείου μέχρι τη χορήγηση στα εμπορεύματα αυτά τελωνειακού προορισμού, αλλά παρεμποδίσθηκε και η εκτέλεση συγκεκριμένου ρητώς διαταχθέντος ελέγχου των εμπορευμάτων. Επίσης, είναι κατά τη γνώμη μου προφανές ότι η Wandel δεν επέδειξε, ενόψει της επαγγελματικής πείρας της, την επιμέλεια που όφειλε να επιδείξει ώστε να μην απομακρυνθούν τα εμπορεύματα και ματαιωθεί ο έλεγχος. Τέλος, φρονώ πως ακόμη και αν τα εμπορευμάτα παραδίδονταν στις τελωνειακές αρχές μετά από αίτηση των τελευταίων, θα ήταν αντικειμενικώς πολύ δύσκολο, μετά από την ουσιαστική διαφυγή τους από την τελωνειακή επιτήρηση και την παράδοσή τους στην εταιρία εξ ονόματος της οποίας διασαφίσθησαν, να αποδειχθεί από τη Wandel ότι τα παραδοθέντα εμπορεύματα ήταν τα ίδια με αυτά για τα οποία είχε διαταχθεί ο τελωνειακός έλεγχος.
Ε - Επί του πέμπτου ερωτήματος
107. Με το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα το Finanzgericht Bremen ζητεί κατ' ουσίαν από το Δικαστήριο να προσδιορίσει ποια είναι η σημασία και οι συνέπειες που έχουν για τη γέννηση τελωνειακής οφειλής κατά τα άρθρα 201, παράγραφος 1, στοιχείο α_ και παράγραφος 2 ή 203, παράγραφος 1 ή 204 του τελωνειακού κώδικα, η υποβολή μαζί με την αποδεχθείσα διασάφηση μη αμφισβητούμενων αποδείξεων καταγωγής των εμπορευμάτων και η διαπίστωση ότι για τα εμπορεύματα που αφορά η ανωτέρω διασάφηση ισχύει όντως δασμολογική ατέλεια.
108. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί εισαγωγικώς ότι, ενόψει των προτεινομένων απαντήσεων στα προηγούμενα προδικαστικά ερωτήματα, η απάντηση στο ενλόγω προδικαστικό ερώτημα φαίνεται να είναι χρήσιμη μόνο σε ό,τι αφορά στη γέννηση τελωνειακής οφειλής βάσει του άρθρου 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα. Ωστόσο, για λόγους πληρότητας της αναλύσεως, το τεθέν ερώτημα θα διερευνηθεί ενόψει και των τριών νομικών βάσεων γεννήσεως τελωνειακής οφειλής κατά την εισαγωγή, στις οποίες αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο.
109. Καταρχάς, στο πλαίσιο της γεννήσεως τελωνειακής οφειλής σύμφωνα με το άρθρο 201 του τελωνειακού κώδικα, πρέπει να τονισθεί ότι από το συνδυασμό του άρθρου 62, παράγραφος 2, του ενλόγω κώδικα και του άρθρου 218, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού εφαρμογής συνάγεται ότι πρέπει να επισυνάπτονται στη διασάφηση θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία τα έγγραφα που απαιτούνται για την απόδειξη της εφαρμογής προτιμησιακού δασμολογικού καθεστώτος, για την εφαρμογή του οποίου γίνεται η διασάφηση των εμπορευμάτων.
110. Η υποβολή μαζί με τη διασάφηση των ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων εξυπηρετεί λοιπόν την εφαρμογή του επιδιωκόμενου δασμολογικού καθεστώτος και τον προσδιορισμό των οφειλόμενων δασμών. Κατά συνέπεια, η υποβολή αυτή όχι μόνον δεν αποκλείει, αλλά εξυπηρετεί τελικώς την αναγνώριση και βεβαίωση της τελωνειακής οφειλής .
111. Αντιθέτως, στο πλαίσιο της εφαρμογής των άρθρων 203 (που ενδιαφέρει κυρίως εν προκειμένω) και 204 του τελωνειακού κώδικα, τα οποία αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 201 του ίδιου κώδικα, η υποβολή μαζί με τη διασάφηση των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων ουδόλως επηρεάζει τη γέννηση της τελωνειακής οφειλής, στο μέτρο που η τελευταία θεμελιώνεται στη συνδρομή τελωνειακών παραβάσεων (εν προκειμένω, στην υπεξαίρεση των εμπορευμάτων από την τελωνειακή επιτήρηση) και όχι στην υπαγωγή σε συγκεκριμένο δασμολογικό καθεστώς βάσει της κατατεθείσας και αποδεχθείσας διασαφήσεως.
112. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η Wandel υποστηρίζει πως από το άρθρο 900, παράγραφος 1, στοιχείο ξ_, του κανονισμού εφαρμογής, συνάγεται ότι οι προσκομισθείσες μαζί με την από πλευράς εγγράφων νομότυπη διασάφηση έγκυρες αποδείξεις για υπαγωγή σε προτιμησιακό καθεστώς θα έπρεπε να έχουν ως αποτέλεσμα τη χορήγηση δασμολογικών προτιμήσεων ακόμη και στην περίπτωση ενδεχόμενων σφαλμάτων ή παραβάσεων.
113. Ως προς την ανωτέρω επίκληση της διατάξεως του άρθρου 900, παράγραφος 1, στοιχείο ξ_, του κανονισμού εφαρμογής, πρέπει να υπομνησθεί ότι η διάταξη αυτή αφορά σε αίτηση επιστροφής ή διαγραφής εισαγωγικών δασμών που εγκρίνεται όταν η τελωνειακή οφειλή γεννάται με άλλο τρόπο από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 201 του τελωνειακού κώδικα (εν προκειμένω, βάσει του άρθρου 203 του ίδιου κώδικα) και εφόσον ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προσκομίσει πιστοποιητικό καταγωγής, πιστοποιητικό κυκλοφορίας, παραστατικό εσωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης ή κάθε άλλο κατάλληλο έγγραφο με το οποίο πιστοποιείται ότι τα εισαγόμενα εμπορεύματα θα μπορούσαν, αν είχαν διασαφισθεί για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, να έχουν τύχει κοινοτικής μεταχείρισης ή δασμολογικής προτιμησιακής μεταχείρισης, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι άλλοι όροι του άρθρου 890.
114. Στην υπόθεση της κύριας δίκης ουδέποτε ετέθη ζήτημα ούτε υποβλήθηκε η απαιτούμενη αίτηση περί επιστροφής ή διαγραφής επιβληθέντων δασμών. Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του ανωτέρω άρθρου.
115. Eξάλλου, το επιχείρημα της Wandel, σύμφωνα με το οποίο το ενλόγω άρθρο θα μπορούσε να εφαρμοσθεί στην προκειμένη υπόθεση, μολονότι αφορά τη διαδικασία επιστροφής και διαγραφής χρεών, είναι προφανώς αβάσιμο. Στην παρούσα υπόθεση, τα αναφερόμενα σφάλματα ή παραβάσεις αφορούν ακριβώς στην αδυναμία διενέργειας του τελωνειακού ελέγχου των εμπορευμάτων για τη διαπίστωση της δυνατότητας εφαρμογής του προτιμησιακού καθεστώτος. ραγματικά, όπως τονίζει και το αιτούν δικαστήριο, η υποβολή μόνον των εντύπων της διασαφήσεως δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την υπαγωγή σε προτιμησιακό δασμολογικό καθεστώς, στην περίπτωση που έχει καταστεί αδύνατη, για λόγους που οφείλονται στο διασαφιστή, η τελωνειακή εξέταση των εμπορευμάτων κατά το άρθρο 68, στοιχείο β_, του τελωνειακού κώδικα. Εξάλλου, θα ήταν παράδοξο η υπαγωγή αυτή, η οποία δικαιολογημένα, εξαιτίας της ανωτέρω αδυναμίας ελέγχου των εμπορευμάτων, δεν συντελέσθηκε στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 201 του τελωνειακού κώδικα, να πραγματοποιηθεί διά μέσου της εφαρμογής του άρθρου 900, παράγραφος 1, στοιχείο ξ_, του κανονισμού εφαρμογής, το οποίο μάλιστα παραπέμπει στο άρθρο 890 του ίδιου κανονισμού σύμφωνα με το οποίο η επιστροφή ή η διαγραφή των δασμών προϋποθέτει, αφενός, την πλήρωση όλων των προϋποθέσεων για τη χορήγηση της προτιμησιακής δασμολογικής μεταχειρίσεως και, αφετέρου, την προσκόμιση των εμπορευμάτων ή, σε κάθε περίπτωση, τη διαπίστωση ότι τα στοιχεία που αναφέρουν τα αποδεικτικά έγγραφα καταγωγής αφορούν χωρίς καμία αμφιβολία τα επίμαχα εμπορεύματα.
116. Με βάση τα ανωτέρω, γίνεται λοιπόν φανερό ότι η υποβολή μαζί με τη διασάφηση αποδείξεων εφαρμογής προτιμησιακού δασμολογικού καθεστώτος δεν αποκλείει τη γέννηση τελωνειακής οφειλής κατά την εισαγωγή στο πλαίσιο κάποιας από τις αναφερόμενες στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα νομικές βάσεις (άρθρα 201, παράγραφοι 1, στοιχείο α_, και 2, 203, παράγραφος 1, και 204 του τελωνειακού κώδικα).
117. Κατά συνέπεια, ενόψει των απαντήσεων που προτείνονται στα προηγούμενα ερωτήματα, στο ενλόγω ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η γέννηση τελωνειακής οφειλής κατά την εισαγωγή, κατά το άρθρο 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, δεν αποκλείεται στην περίπτωση που μαζί με την παραληφθείσα από το τελωνείο διασάφηση υποβλήθηκαν μη αμφισβητούμενες αποδείξεις καταγωγής των εμπορευμάτων κατά το έντυπο Α, για δε τα εμπορεύματα που αφορά η διασάφηση ισχύει δασμολογική ατέλεια.
VI - ρόταση
118. Evόψει των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που έθεσε το Finanzgericht Bremen ως ακολούθως:
«1) To άρθρο 201, παράγραφος 1, στοιχείο α_, σε συνδυασμό με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, έχει την έννοια ότι δεν θεωρείται ως γεννηθείσα τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή, εφόσον, για λόγους που αφορούν στον διασαφιστή και συνίστανται στην χωρίς άδεια του τελωνείου απομάκρυνση των εμπορευμάτων που βρίσκονταν σε καθεστώς προσωρινής εναποθέσεως, δεν πληρώθηκε - ουσιαστικά ματαιώθηκε - η αναβλητική αίρεση ελέγχου των επίμαχων εμπορευμάτων που συνόδευε την παραλαβή από το αρμόδιο τελωνείο προς επαλήθευση διασαφήσεως ανταποκρινόμενης στις απαιτήσεις του άρθρου 62 του τελωνειακού κώδικα, η οποία αφορούσε μη κοινοτικά εμπορεύματα υπό διαδικασία θέσεως σε καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας, η δε παραλαβή της τεκμηριώθηκε με την επίθεση τελωνειακής σφραγίδας καταχωρίσεως.
2) To άρθρο 75 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, έχει την έννοια ότι το τελωνείο που παρέλαβε μια διασάφηση δεν έχει το δικαίωμα να θεωρήσει τη διασάφηση αυτή ως ανίσχυρη ή να την κηρύξει ανίσχυρη, σε περίπτωση, όπως αυτή της υποθέσεως της κυρίας δίκης, στην οποία τα εμπορεύματα στα οποία αφορά η διασάφηση δεν μπορούν να παραδοθούν στον διασαφιστή, διότι πριν από την διατεταγμένη εξέτασή τους απομακρύνθηκαν από τον προβλεπόμενο χώρο φυλάξεώς τους εκτός του πεδίου της κατά τόπον αρμοδιότητας του τελωνείου.
3) Το άρθρο 203, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, έχει την έννοια ότι συντρέχει περίπτωση υπεξαιρέσεως από την τελωνειακή επιτήρηση, όταν μη κοινοτικό εμπόρευμα το οποίο διασαφήθηκε με σκοπό να τεθεί υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας απομακρύνθηκε με πράξη του διασαφιστή, χωρίς την άδεια των αρμοδίων τελωνειακών αρχών, από τον προβλεπόμενο χώρο φυλάξεως/χώρο εξετάσεως εκτός του πεδίου της κατά τόπον αρμοδιότητας του σχετικού τελωνείου και παραδόθηκε στην εταιρία εξ ονόματος της οποίας υποβλήθηκε η διασάφηση, καίτοι το τελωνείο είχε διατάξει τελωνειακή εξέταση.
4) Η γέννηση τελωνειακής οφειλής κατά την εισαγωγή, κατά το άρθρο 203, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, δεν αποκλείεται στην περίπτωση που μαζί με την παραληφθείσα από το τελωνείο διασάφηση υποβλήθηκαν μη αμφισβητούμενες αποδείξεις καταγωγής των εμπορευμάτων κατά το έντυπο Α, για δε τα εμπορεύματα που αφορά η διασάφηση ισχύει δασμολογική ατέλεια.»
Full & Egal Universal Law Academy