Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Η παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Oberster Gerichtshof της Δημοκρατίας της Αυστρίας αφορά το ζήτημα αν συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο η εθνική νομοθεσία κατά την οποία το έχον δικαίωμα διατροφής τέκνο το οποίο δεν λαμβάνει τη διατροφή από τον υπόχρεο διατροφής γονέα μπορεί να απαιτήσει την προκαταβολή διατροφής από το κράτος μόνον εφόσον είναι είτε Αυστριακός υπήκοος είτε άπατρις.
ΙΙ - ραγματικά περιστατικά και διαδικασία
2. Οι ανήλικοι αιτούντες της διαφοράς της κύριας δίκης, καθώς και οι γονείς τους, είναι Γερμανοί υπήκοοι. Η οικογένεια κατοικεί στην Αυστρία από το 1987. Ο γάμος των γονέων λύθηκε την 1η Φεβρουαρίου 1995 και η αποκλειστική άσκηση της γονικής μέριμνας των τέκνων ανατέθηκε στη μητέρα. Ο πατέρας υποχρεώθηκε, στις 17 Ιανουαρίου 1996, στο πλαίσιο δικαστικού διακανονισμού, να καταβάλλει μηνιαίως για έκαστο των τέκνων ποσό διατροφής ύψους 3 500 αυστριακών σελινίων (ATS). Τα τέκνα κατοικούν, ακριβώς όπως και οι γονείς τους, στην Αυστρία.
3. Αμφότεροι οι γονείς ασκούν στην Αυστρία μη μισθωτή δραστηριότητα. Η μητέρα διατηρεί βιβλιοπωλείο με παιδικά βιβλία, ο πατέρας ασχολείται ως ανεξάρτητος εμπορικός αντιπρόσωπος με την πώληση οικοδομικών υλικών.
4. Την 1η Σεπτεμβρίου 1998, τα τέκνα ζήτησαν τη χορήγηση προκαταβολών έναντι της διατροφής ύψους 3 500 ATS μηνιαίως για έκαστο εξ αυτών, για τον λόγο ότι ο πατέρας έπαυσε να τους καταβάλλει πλέον διατροφή από τον Φεβρουάριο του 1998. Ισχυρίζονται συναφώς ότι επιχείρησαν αναγκαστική εκτέλεση βάσει του εκτελεστού τίτλου που διαπιστώνει την απαίτηση διατροφής έναντι του πατέρα τους, πλην όμως η αναγκαστική εκτέλεση απέβη άκαρπη διότι ο υπόχρεος διατροφής δεν είχε καμία μισθολογική αξίωση.
5. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αίτηση στηριζόμενο στη γερμανική ιθαγένεια των ανηλίκων. Το εφετείο επιβεβαίωσε την απόφαση αυτή, πλην όμως έδωσε την άδεια ασκήσεως τακτικής αναιρέσεως (Revision). Το αρμόδιο τμήμα του Oberster Gerichtshof (στο εξής: αιτούν δικαστήριο) έκρινε αναγκαίο να ζητήσει την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως του Δικαστηρίου.
6. Κατά την έγγραφη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν παρατηρήσεις η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Η Σουηδική Κυβέρνηση εκπροσωπήθηκε στην προφορική διαδικασία. Η επιχειρηματολογία των μετεχόντων στη διαδικασία θα εξεταστεί στη συνέχεια.
ΙΙΙ - Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως
7. Το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται στους λόγους για τους οποίους, κατά τον Αυστριακό νομοθέτη, το κράτος έλαβε πρόνοια για τη «νεολαία του» με τον Unterhaltsvorschussgesetz. Το νομοσχέδιο αποτελεί ένα «αποφασιστικό βήμα για την εξασφάλιση της συντηρήσεως ανηλίκων τέκνων». Στις προπαρασκευαστικές εργασίες του νόμου εκφράζεται συμπάθεια για την τύχη των μητέρων «οι οποίες, επειδή χώρισαν τους συζύγους των ή οι εγκαταλείφθηκαν από αυτούς, ή οι οποίες απέκτησαν τέκνα εκτός γάμου των οποίων οι πατέρες δεν δείχνουν ενδιαφέρον, βρίσκονται μόνες με τα ανήλικα τέκνα τους» και «εκτός από τη μεγάλη επιβάρυνση της ανατροφής των τέκνων τους» είναι ακόμη «επιφορτισμένες με το δύσκολο έργο να εξασφαλίσουν τη συμβολή του πατέρα στη συντήρηση των τέκνων». Για τον λόγο αυτό ακριβώς το κράτος πρέπει να αναπληρώνει τους υποχρέους διατροφής οι οποίοι δεν εκπληρώνουν την υποχρέωση που υπέχουν, να προκαταβάλλει τη διατροφή και να ζητεί από τους υποχρέους διατροφής την επιστροφή των καταβληθέντων.
8. Κατά την αντίληψη του νομοθέτη, η προκαταβολή διατροφής πρέπει να θεωρηθεί ως κοινωνική παροχή, η οποία στηρίζεται σε ουσιαστικό δικαίωμα διατροφής κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου και στρέφεται κατά του εκάστοτε υποχρέου διατροφής, τούτο δε είτε υφίσταται ήδη εκτελεστός τίτλος είτε αυτός δεν υφίσταται ακόμη για συγκεκριμένους λόγους.
9. Όπως προκύπτει από τις εκτεθείσες αιτιολογικές σκέψεις, οι προκαταβολές που χορηγούνται στον γονέα στου οποίου την οικία ανατρέφεται το τέκνο που έχει δικαίωμα διατροφής σκοπούν επίσης να αντισταθμίσουν τα οικογενεικά βάρη τα οποία - ελλείψει προκαταβολών - θα υφίστατο μόνον ο γονέας που ασκεί τη γονική μέριμνα του τέκνου. Και για τον λόγο αυτόν η προκαταβαλλόμενη διατροφή χρηματοδοτείται από πόρους του Familienlastenausgleichsfonds (ταμείου αντισταθμίσεως οικογενειακών βαρών). Ο μετριασμός των υλικών φροντίδων που επιτυγχάνεται με τις προκαταβολές πρέπει εντούτοις προφανώς να εξασφαλίζει ότι ο γονέας που ασκεί τη γονική μέριμνα μπορεί, λόγω της μικρότερης πιέσεως που αντιμετωπίζει για τον προσπορισμό των αναγκαίων χρηματικών μέσων για τη χρηματοδότηση της συντηρήσεως του τέκνου, να αφοσιωθεί περισσότερο στην ανατροφή του ανηλίκου τέκνου του.
10. Λαμβανομένων υπόψη των προϋποθέσεων και του σκοπού των προκαταβολών διατροφής, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θα μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι προκαταβολές αυτές πρέπει να χαρακτηριστούν ως παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως, οι οποίες, λόγω του χαρακτήρα τους ως οικογενειακών παροχών, εμπίπτουν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 . Το συμπέρασμα αυτό μπορεί όμως να είναι αντίθετο προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία μια κοινωνική παροχή, η οποία αποσκοπεί στην εξασφάλιση των ελαχίστων μέσων συντηρήσεως, συνιστά σαφώς κοινωνικό πλεονέκτημα κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 . άντως, δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο μιας λύσεως στηριζομένης στο κοινοτικό δίκαιο που συνίσταται στον χαρακτηρισμό των προκαταβολών διατροφής κατά το αυστριακό δίκαιο τόσο ως οικογενειακών παροχών υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο η_, του κανονισμού 1408/71, όσο και ως κοινωνικών πλεονεκτημάτων υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68.
11. Οι γονείς των αιτούντων δεν είναι όμως μισθωτοί, αλλά μη μισθωτοί εργαζόμενοι. Επομένως, δεν είναι δυνατή η επέκταση κοινωνικών πλεονεκτημάτων, τα οποία ο κανονισμός 1612/68 χορηγεί μόνο στους μισθωτούς εργαζομένους και στα μέλη των οικογενειών τους, στους αιτούντες ως τέκνα μη μισθωτών. Το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 43 ΕΚ) αποτελεί, αντιθέτως, ειδική έκφανση του άρθρου 6 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 12 ΕΚ), το οποίο, ως lex specialis, υπερισχύει της γενικής απαγορεύσεως των διακρίσεων. Με το άρθρο 52 της Συνθήκης είναι ασυμβίβαστες όχι μόνον οι προβλεπόμενες από τον νόμο δυσμενείς διακρίσεις λόγω ιθαγενείας, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα την άσκηση μη μισθωτής δραστηριότητας, αλλά και οι διατάξεις οι οποίες θα μπορούσαν να αποθαρρύνουν την εγκατάσταση στο οικείο κράτος μέλος, όπως η άνιση μεταχείριση στο ρυθμιστικό πεδίο των κοινωνικών παροχών.
12. Τέλος, ακόμη και αν δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των κατοχυρωμένων εφεξής στη Συνθήκη ΕΚ ελευθεριών, ιδίως της ελευθερίας εγκαταστάσεως, το δικαίωμα για την προκαταβολή διατροφής μπορεί να εμπίπτει στον ευρύτερο τομέα προστασίας του άρθρου 6, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο έχει εφαρμογή και σε ζητήματα τα οποία «παρουσιάζουν [απλώς] σημεία επαφής με οποιαδήποτε κατάσταση η οποία στηρίζεται στο κοινοτικό δίκαιο».
13. Το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«1) Συνιστούν οι προκαταβαλλόμενες διατροφές για τη συντήρηση ανηλίκων τέκνων μη μισθωτών, κατά τον österreichische Bundesgesetz über die Gewährung von Vorschüssen auf den Unterhalt von Kindern (Unterhaltsvorschußgesetz 1985, UVG BGBl. 451, όπως ισχύει σήμερα - αυστριακός ομοσπονδιακός νόμος περί της προκαταβαλλομένης διατροφής για τη συντήρηση τέκνων), οικογενειακές παροχές υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο η_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, και με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3427/89 του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1989, και έχει, κατά συνέπεια, εφαρμογή σε μια τέτοια περίπτωση και το άρθρο 3 του κανονισμού που αφορά την ίση μεταχείριση;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Υφίστανται τα ανήλικα τέκνα, τα οποία, όπως οι γονείς τους που ασκούν μη μισθωτή επαγγελματική δραστηριότητα εντός της Δημοκρατίας της Αυστρίας, είναι Γερμανοί υπήκοοι, έχουν όμως τη συνήθη διαμονή τους στη Δημοκρατία της Αυστρίας και ζητούν την προκαταβολή διατροφής για τη συντήρησή τους κατά τον österreichische Bundesgesetz über die Gewährung von Vorschüssen auf den Unterhalt von Kindern (Unterhaltsvorschußgesetz 1985, UVG BGBl. 451, όπως ισχύει σήμερα - αυστριακός ομοσπονδιακός νόμος περί της προκαταβαλλομένης διατροφής για τη συντήρηση τέκνων), δυσμενή διάκριση κατά παράβαση του άρθρου 52 της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 6, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ ως μέλη της οικογενείας μη μισθωτού, στο μέτρο που, λόγω της γερμανικής τους ιθαγενείας, δεν τους προκαταβάλλεται η διατροφή αυτή σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του UVG;»
IV - Νομικό πλαίσιο
A - Οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου
Κανονισμός 1408/71, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (στο εξής: κανονισμός 1408/71)
14. Οι ασκούσες επιρροή διατάξεις του κανονισμού αυτού έχουν ως εξής:
«Άρθρο 1 (10) (15)
Ορισμοί
Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού:
α) έως ε) [...]
στ) i) Ως "μέλος της οικογενείας" νοείται κάθε πρόσωπο που ορίζεται ή αναγνωρίζεται ως μέλος της οικογενείας ή που ορίζεται ως μέλος του νοικοκυριού από την νομοθεσία, δυνάμει της οποίας καταβάλλονται οι παροχές ή, στις περιπτώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο α_, και το άρθρο 31, από την νομοθεσία του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου κατοικεί [...]
ζ) έως κ) [...]
κα) i) Ως "οικογενειακή παροχή" νοείται κάθε παροχή εις είδος ή εις χρήμα προορισμένη να αντισταθμίσει τα οικογενειακά βάρη, στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο η_, με εξαίρεση των ειδικών επιδομάτων τοκετού που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ [...]
κβ) [...]
Άρθρο 2
ροσωπικό πεδίο εφαρμογής
1. Ο παρών κανονισμός ισχύει για μισθωτούς ή μη μισθωτούς που υπάγονται ή υπήχθησαν στην νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη ή απάτριδες ή πρόσφυγες που κατοικούν στο έδαφος ενός κράτους μέλους, καθώς και για τα μέλη της οικογενείας τους και για τους επιζώντες τους.
2. έως 3. [...]
Άρθρο 3
Ισότης μεταχειρίσεως
1. Τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη και για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από την νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του, υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού.
[...]
Άρθρο 4 (10)
εδίο εφαρμογής καθ' ύλην
1. Ο παρών κανονισμός ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους ακόλουθους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως:
α) έως ζ) [...]
η) οικογενειακές παροχές.
2. έως 3. [...]
4. Ο παρών κανονισμός δεν ισχύει για την κοινωνική και ιατρική πρόνοια, ούτε για τα συστήματα παροχών υπέρ θυμάτων του πολέμου ή των συνεπειών του, ούτε για τα ειδικά συστήματα των δημοσίων υπαλλήλων ή των προς αυτούς εξομοιουμένων.
Άρθρο 5 (10)
Δηλώσεις των κρατών μελών σχετικές με το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού
Τα κράτη μέλη αναφέρουν, σε δηλώσεις που κοινοποιούνται και δημοσιεύονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 97, τις νομοθεσίες και τα συστήματα που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, [...] τις ελάχιστες παροχές που αναφέρονται στο άρθρο 50, καθώς και τις παροχές που προβλέπονται στα άρθρα 77 και 78.»
B - Οι διατάξεις του εθνικού δικαίου
Unterhaltsvorschussgesetz 1985 - UVG BGBl. 451, όπως ισχύει σήμερα (ομοσπονδιακός αυστριακός νόμος περί της προκαταβαλλομένης διατροφής για τη συντήρηση τέκνων, στο εξής: UVG)
15. Οι διατάξεις των άρθρων 2, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και 3 του UVG, που φέρουν τον τίτλο «ροϋποθέσεις», ορίζουν τα εξής:
«Άρθρο 2 (1) Έχουν αξίωση προκαταβολής τα ανήλικα τέκνα τα οποία έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην ημεδαπή και είναι είτε Αυστριακοί υπήκοοι είτε απάτριδες.
[...]»
«Άρθρο 3 Χορηγούνται προκαταβολές
1. όταν υφίσταται, για το νόμιμο δικαίωμα διατροφής, εκτελεστός τίτλος στη χώρα και
2. όταν μια εκτέλεση που αφορά τις τρέχουσες υποχρεώσεις διατροφής [...] ή, καθόσον ο οφειλέτης της διατροφής προδήλως δεν διαθέτει εισοδήματα ή άλλες τακτικές αποδοχές, όταν μια εκτέλεση [...] δεν έχει καλύψει πλήρως, κατά τους έξι τελευταίους μήνες πριν από την κατάθεση της αιτήσεως χορηγήσεως προκαταβολών, έστω και ένα από τα ποσά της διατροφής που κατέστη απαιτητό· συναφώς, τα καθυστερούμενα ποσά της διατροφής που καταβλήθηκαν καταλογίζονται στην τρέχουσα οφειλή διατροφής.»
16. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του UVG, οι προϋποθέσεις χορηγούνται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ακόμη και αν η αναγκαστική εκτέλεση στερείται προοπτικών επιτυχίας ή αν, για παράδειγμα, δεν έχει προσδιοριστεί το ύψος του δικαιώματος διατροφής.
17. Τα άρθρα 30 και 31 του UVG προβλέπουν ότι τα δικαιώματα διατροφής του τέκνου τα οποία αποτέλεσαν το αντικείμενο προκαταβολών μεταβιβάζονται στις δημόσιες αρχές. Στο μέτρο που ο υπόχρεος διατροφής δεν πληρώνει, οι απαιτήσεις αποτελούν το αντικείμενο αναγκαστικής εκτελέσεως.
V - Επί του πρώτου ερωτήματος
Οι παρατηρήσεις των μετεχόντων στη διαδικασία
18. Η Αυστριακή Κυβέρνηση φρονεί ότι, στο πλαίσιο του πρώτου ερωτήματος, πρέπει να εξεταστεί αν η παροχή που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης είναι οικογενειακή παροχή υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο η_, του κανονισμού 1408/71. Εκθέτει συναφώς ότι η παροχή αυτή προβλέπεται από νομοθεσία που αφορά το δικαίωμα διατροφής, για την οποία το ζήτημα της ανάγκης κοινωνικής αρωγής δεν είναι καθοριστικής σημασίας. Η προκαταβαλλόμενη διατροφή υπό την έννοια του UVG στηρίζεται στην ουσιαστικού δικαίου αξίωση του ανηλίκου τέκνου κατά του γονέα που έχει την υποχρέωση συντηρήσεώς του. Ο UVG προβλέπει την προκαταβολή της εν λόγω εκ του νόμου διατροφής ανεξαρτήτως του αν υφίσταται ήδη εκτελεστός τίτλος κατά του υποχρέου διατροφής ή αν δεν υφίσταται (ακόμη) για συγκεκριμένους λόγους. Ο σκοπός της νομοθεσίας είναι να εξασφαλίσει στο τέκνο την καταβολή του συνόλου της διατροφής ακόμη και στην περίπτωση που ο υπόχρεος διατροφής δεν εκπληρώνει τη σχετική υποχρέωσή του. ρος τον σκοπό αυτό καταβάλλονται μεν παροχές από τις δημόσιες αρχές, πλην όμως οι παροχές αυτές δεν αποτελούν παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως. Όταν το κράτος καταβάλλει τις παροχές, υποκαθίσταται νομίμως στο δικαίωμα διατροφής που εμπίπτει στο οικογενειακό δίκαιο. Επομένως, η συντήρηση του τέκνου χρηματοδοτείται εκ των προτέρων, ενώ το κράτος επεμβαίνει μόνο κατά την ικανοποίηση της αξιώσεως διατροφής. Επομένως, η προκαταβαλλόμενη διατροφή κατά τον Unterhaltsvorschussgesetz δεν είναι οικογενειακή παροχή υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο η_, του κανονισμού 1408/71, του οποίου το άρθρο 3 δεν έχει, επομένως, εφαρμογή.
19. Η Επιτροπή εγείρει κατ' αρχάς το ζήτημα του καθ' ύλην πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. Υπογραμμίζει ότι οι επίδικες παροχές δεν δηλώθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού και, κατά συνέπεια, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Κατά την Επιτροπή, το γεγονός πάντως αυτό δεν εμποδίζει να θεωρηθούν ως παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως, εφόσον παρουσιάζουν τα αναγκαία για τον χαρακτηρισμό αυτό στοιχεία. Ο χαρακτηρισμός της παροχής εξαρτάται, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, από τα συστατικά στοιχεία της εκάστοτε παροχής, ιδίως από τον σκοπό της και τις προϋποθέσεις χορηγήσεώς της. ρέπει να χορηγείται χωρίς οποιαδήποτε εξατομικευμένη και κατά διακριτική ευχέρεια στάθμιση των ατομικών τους αναγκών στους δικαιούχους βάσει μιας από τον νόμο καθοριζομένης καταστάσεως και να έχει άμεση σχέση με κάποιον από τους κινδύνους που ρητώς απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71. Συναφώς, μπορεί να ληφθεί υπόψη ο ειδικός κλάδος κοινωνικών παροχών των οικογενειακών παροχών, διότι είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι δεν πρόκειται για παροχή με τον χαρακτήρα κοινωνικής αρωγής.
20. άντως, ο UVG στηρίζεται σε δικαίωμα διατροφής του αστικού δικαίου. Ο σκοπός της παροχής είναι συναφώς διαφορετικός από τον τυπικό σκοπό των οικογενειακών παροχών που συνίσταται στην αντιστάθμιση των οικογενειακών βαρών. Το βάρος συντηρήσεως του τέκνου δεν μετριάζεται ούτε αντισταθμίζεται με την προκαταβαλλόμενη διατροφή. Κατά συνέπεια, η επίδικη παροχή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως οικογενειακή παροχή υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71, οπότε ούτε το άρθρο 3 του κανονισμού μπορεί να τύχει εφαρμογής.
21. Η Σουηδική Κυβέρνηση αναφέρθηκε, κατά την προφορική διαδικασία, χωρίς να εξετάσει το ζήτημα λεπτομερώς, στο γεγονός ότι οι επίδικες προκαταβολές διατροφής δεν πρέπει να θεωρηθούν ως οικογενειακές παροχές υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71.
Εκτίμηση
α) Επί του καθ' ύλην πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71
22. Το πρώτο ερώτημα της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά κατ' ουσίαν το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Το άρθρο 4 του κανονισμού 1408/71, το οποίο ορίζει το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, προβλέπει, στην παράγραφο 1, ότι ο παρών κανονισμός ισχύει για όλες τις νομοθεσίες σχετικά με κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως που αφορούν τα ακολούθως εκτιθέμενα είδη παροχών, μεταξύ των οποίων γίνεται μνεία, στο στοιχείο η_, των οικογενειακών παροχών.
Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστεί αν οι παροχές κατά τον αυστριακό Unterhaltsvorschussgesetz συνιστούν οικογενειακές παροχές υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο η_, του κανονισμού 1408/71.
23. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού, τα κράτη μέλη αναφέρουν στις δηλώσεις που κοινοποιούνται και δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 97 τις νομοθεσίες και τα συστήματα που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, διότι αφορούν μία από τις παροχές που αναφέρονται στις διατάξεις αυτές. Μια παροχή κατά τον UVG αναμφιβόλως δεν αποτελεί τέτοιου είδους παροχή εκ μέρους των αυστριακών αρχών. Εξ αυτού δεν χρειάζεται εντούτοις να αντληθεί το συμπέρασμα ότι ο νόμος δεν εμπίπτει σε καμία περίπτωση στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71.
24. Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει στην απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1977 επί της υποθέσεως Beerens τα εξής:
«Το γεγονός ότι ένας νόμος ή μια κανονιστική ρύθμιση δεν αναφέρθηκε στις δηλώσεις του άρθρου 5 του κανονισμού δεν μπορεί, αυτό καθεαυτό, να συνιστά απόδειξη περί του ότι αυτός ο νόμος ή αυτή η κανονιστική ρύθμιση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού» .
ράγματι, «το να μην έχει γίνει μνεία μιας εθνικής νομοθεσίας στη δήλωση που έχει κάνει ένα κράτος μέλος δεν σημαίνει ότι η νομοθεσία αυτή δεν μπορεί να εμπέσει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού», όπως επιβεβαίωσε το Δικαστήριο στην απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1981 επί της υποθέσεως Vigier . Η κοινοποίηση εθνικών διατάξεων σύμφωνα με το άρθρο 5, του κανονισμού 1408/71 έχει δεσμευτική ισχύ μόνο στη θετική έννοια .
25. ρέπει, κατά συνέπεια, να εξεταστεί αν η χορήγηση προκαταβολών διατροφής κατά τον UVG πληροί τα κριτήρια τα οποία την καθιστούν παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως σύμφωνα με τον κανονισμό 1408/71. Το άρθρο 1, στοιχείο κα_, περίπτωση i, ορίζει την «οικογενειακή παροχή» ως «κάθε παροχή σε είδος ή σε χρήμα προοριζόμενη να αντισταθμίσει τα οικογενεικά βάρη».
26. Κατά παγία νομολογία, η διάκριση μεταξύ των παροχών που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 και των παροχών που εμπίπτουν στο εν λόγω πεδίο εξαρτάται κατ' ουσίαν από τα συστατικά κάθε παροχής στοιχεία, ιδίως τον σκοπό και τις προϋποθέσεις χορηγήσεώς της, και όχι από το αν μία παροχή κατατάσσεται από τις εθνικές διατάξεις στις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως . Κατά τη νομολογία αυτή, μια παροχή μπορεί να θεωρείται παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως, εφόσον χορηγείται, αφενός, χωρίς οποιαδήποτε εξατομικευμένη και κατά διακριτική ευχέρεια στάθμιση των ατομικών τους αναγκών, στους δικαιούχους βάσει μιας από τον νόμο καθοριζομένης καταστάσεως και, αφετέρου, εφόσον έχει σχέση με κάποιον από τους κινδύνους που ρητώς απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 .
27. Η ανάλυση αυτή επιρρωννύεται από το γεγονός ότι η κοινωνική αρωγή της οποίας η χορήγηση εξαρτάται από τη στάθμιση των αναγκών, εξαιρείται, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71, από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού.
28. Οι προκαταβολές της διατροφής κατά τον UVG χορηγούνται αναμφιβόλως βάσει καταστάσεως καθοριζομένης από τον νόμο και χωρίς να μεσολαβεί οποιαδήποτε απόφαση ληφθείσα κατά διακριτική ευχέρεια ή στάθμιση των ατομικών αναγκών. Όταν συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 3 του UVG, υφίσταται αξίωση για προκαταβαλλόμενη διατροφή. Αμφίβολο είναι εντούτοις αν η προκαταβαλλόμενη διατροφή μπορεί, κατά τον σκοπό και τις προϋποθέσεις χορηγήσεώς της, να θεωρηθεί ως παροχή που έχει σχέση με τον ασφαλιστικό κλάδο των «οικογενειακών παροχών» .
29. Η γραμματική ερμηνεία του όρου «οικογενειακά βάρη» περιλαμβάνει τη συντήρηση των τέκνων. Από οικονομικής πλευράς, η εξασφάλιση της συντηρήσεως των τέκνων ανήκει στις πρωτογενείς υποχρεώσεις των γονέων.
30. Γενικώς, η γονική μέριμνα μπορεί να περιγραφεί ως η προσωπική μέριμνα για το τέκνο υπό μορφή πολυσχιδών φροντίδων και της ικανοποιήσεως των υλικών αναγκών, η οποία μπορεί να λάβει και τη μορφή οικονομικών δαπανών.
31. Κατά το κλασικό οικογενειακό πρότυπο, κατά το οποίο οι γονείς και τα τέκνα διαβιούν υπό την ίδια στέγη, δεν είναι πάντοτε σαφές ποιες πτυχές της ανατροφής και σε ποιο βαθμό αναλαμβάνει ο κάθε γονέας. Κάτι διαφορετικό ισχύει στις οικογενειακές καταστάσεις κατά τις οποίες, όπως στην περίπτωση της επίδικης νομοθεσίας, οι γονείς του τέκνου ζουν χωριστά και η άσκηση της γονικής μέριμνας έχει ανατεθεί στον ένα γονέα. Στην περίπτωση αυτή αναλαμβάνει ο ασκών τη γονική μέριμνα γονέας σε μεγάλο βαθμό την προσωπική φροντίδα για το τέκνο μόνος και ο έτερος γονέας που βαρύνεται με τη συντήρηση του τέκνου συμβάλλει κατ' ουσίαν στη συντήρηση του τέκνου με την καταβολή διατροφής.
32. Κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί ότι η οικονομική συντήρηση των τέκνων συνιστά βασικό οικογενειακό βάρος. Η οικονομική συντήρηση των τέκνων είναι επίσης, από τη φύση των πραγμάτων, πληρωμή που συνδέεται με τις επιταγές του χρόνου. Το στοιχείο αυτό εκφράζεται στις έννομες τάξεις των κρατών μελών με τις ειδικές προϋποθέσεις αναγκαστικής εκτελέσεως των μη ικανοποιηθεισών απαιτήσεων διατροφής, οι οποίες διαφέρουν συχνά από τους γενικούς κανόνες περί αναγκαστικής εκτελέσεως των απαιτήσεων . Το φαινόμενο αυτό οφείλεται ίσως στο γεγονός ότι η καταβολή διατροφής πρέπει να θεωρηθεί συστηματικά ως το υποκατάστατο παροχής σε είδος. Ο χαρακτηρισμός όμως αυτός δεν έχει εν προκειμένω σημασία. ρέπει εντούτοις να τονιστεί ότι ο τίτλος που διαπιστώνει μια απαίτηση διατροφής και μόνον δεν αρκεί για να εξασφαλίσει πράγματι τη συντήρηση. Η χρηματοδοτούμενη από το κράτος προκαταβολή διατροφής σε περίπτωση μη καταβολής της διατροφής από τον βαρυνόμενο με τη συντήρηση γονέα είναι, κατά συνέπεια, σαφώς κατάλληλη να αντισταθμίσει τα οικογενειακά βάρη.
33. Η κρατική ενίσχυση την οποία παρέχει η προκαταβολή διατροφής άμεσα στο τέκνο που είναι δικαιούχος διατροφής και έμμεσα στον ασκούντα τη γονική μέριμνα γονέα, εκδηλώνεται σε πλείονα επίπεδα. Υπάρχει κατ' αρχάς η διαδικαστική πτυχή που συνίσταται στην εκτέλεση βάσει τίτλου απαιτήσεως διατροφής, μάλιστα δε και στην απόκτηση ενός τέτοιου τίτλου. Η διαδικαστική αυτή πτυχή δεν πρέπει να υποτιμάται, καθόσον η είσπραξη μη καταβληθεισών απαιτήσεων από τον οφειλέτη διατροφής που είναι απρόθυμος ή αφερέγγυος μπορεί να συνιστά περίπλοκη και χρονοβόρα ενέργεια. Από τα στοιχεία που διαβίβασε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι η ρητή βούληση του νομοθέτη είναι να παράσχει αρωγή στις μητέρες όσον αφορά την είσπραξη της διατροφής για τα τέκνα τους των οποίων ασκούν κατά κανόνα τη γονική μέριμνα. Η εν λόγω κρατική παροχή αρωγής υλικού χαρακτήρα μπορεί ενδεχομένως να θεωρηθεί ως παροχή σε είδος.
34. Άλλωστε, οι προκαταβολές διατροφής ενέχουν και μια όχι αμελητέα οικονομική πτυχή. Η προκαταβολή εξασφαλίζει τη δυνατότητα διαθέσεως σε εύθετο χρόνο οικονομικών μέσων όταν αυτά είναι αναγκαία. Επιπλέον, τον κίνδυνο αφερεγγυότητας φέρει το κράτος. Το δικαστήριο γνωρίζει ότι άνω του ημίσεος των προκαταβαλλομένων διατροφών δεν μπορεί να εισπραχθεί από τους υποχρέους διατροφής . Κατά συνέπεια, θα ήταν απλουστευτικό να υποτιμηθούν οι διατάξεις για την προκαταβαλλόμενη διατροφή ως απλό μέτρο ενισχύσεως διαδικαστικής φύσεως ή να ληφθεί κυρίως υπόψη το προσωρινό στοιχείο της προχρηματοδοτήσεως ληξιπροθέσμων απαιτήσεων διατροφής.
35. Κατά την περιγραφή του περιεχομένου και του σκοπού των οικογενειακών παροχών, το Δικαστήριο συνάγει από τις ασκούσες επιρροφή διατάξεις ότι σκοπός τους είναι «η κοινωνική αρωγή των εργαζομένων που φέρουν οικογενειακά βάρη μέσω της συμβολής του κοινωνικού συνόλου στα βάρη αυτά» .
36. Ενώ η καταβολή διατροφής στο τέκνο - όπως έχει ήδη περιγραφεί προηγουμένως - ανήκει στα βασικά οικογενειακά βάρη, η είσπραξη ληξιπρόθεσμης διατροφής δεν αποτελεί οπωσδήποτε τυπικό οικογενειακό βάρος, αλλά μάλλον τυπική επιβάρυνση για την ειδική οικογενειακή κατάσταση γονέων που ζουν χωριστά. Με τις διατάξεις για την προκαταβαλλόμενη διατροφή το κράτος και, κατά συνέπεια, το κοινωνικό σύνολο συμμετέχει, αφενός, εισπράττοντας διά της διαδικαστικής οδού τη διατροφή και, αφετέρου, εξασφαλίζοντας τη χορήγηση της διατροφής. Για αμφότερες τις πτυχές χρησιμοποιούνται δημόσιοι πόροι, οπότε είναι δυνατόν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το κοινωνικό σύνολο συμμετέχει στα βάρη που δημιουργεί η ειδική οικογενειακή κατάσταση. Μπορεί να προστεθεί ότι τα τέκνα που ζουν στην ειδική αυτή οικογενειακή κατάσταση έχουν ανάγκη ιδιαίτερης πρόνοιας εκ μέρους του κοινωνικού συνόλου, πράγμα το οποίο πραγματοποίησε ο νομοθέτης με την έκδοση του UVG.
37. Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι η προκαταβαλλόμενη διατροφή αποσκοπεί στη διασφάλιση της συντηρήσεως ανηλίκων τέκνων, πλην όμως δεν μετριάζει ούτε αντισταθμίζει την επιβάρυνση που συνιστά η συντήρηση του τέκνου, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται αμετάβλητη και στο ίδιο επίπεδο. Ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να ισχύει σε περίπτωση αφηρημένης αναλύσεως της υποχρεώσεως διατροφής. Αντιθέτως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ορθότητά του μπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρά.
38. Το βάρος συντηρήσεως που φέρει μόνον ο ασκών τη γονική μέριμνα γονέας στην κατοικία του οποίου ζει το τέκνο αυξάνεται ουσιωδώς στην περίπτωση κατά την οποία ο υπόχρεος διατροφής γονέας δεν καταβάλλει τη διατροφή. Η προκαταβολή της διατροφής περιορίζει και αντισταθμίζει το τμήμα αυτό της διατροφής όταν και όπου ελλείπει. εραιτέρω, το κράτος φέρει τον κίνδυνο αφερεγγυότητας, οπότε, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι απαιτήσεις διατροφής δεν μπορούν να ικανοποιηθούν, μπορεί κάλλιστα να γίνει λόγος για καθαρή συμμετοχή του κράτους στα οικογενειακά βάρη.
39. Κατά συνέπεια, οι κανόνες για την προκαταβαλλόμενη διατροφή αποσκοπούν στην αντιστάθμιση των οικογενειακών βαρών, όπως αυτά ορίστηκαν ανωτέρω. Η ανάλυση αυτή επιρρωννύεται από το γεγονός ότι οι προκαταβολές της διατροφής χρηματοδοτούνται από τους πόρους του Familienlastenausgleichsfonds (ταμείο αντισταθμίσεως των οικογενειακών βαρών). Βεβαίως οι μετέχοντες στη διαδικασία αναφέρθηκαν στην απόφαση Hughes και παρέθεσαν το ακόλουθο χωρίο της αποφάσεως: «ο τρόπος χρηματοδοτήσεως μιας παροχής ουδεμία ασκεί επιρροή για τον χαρακτηρισμό της ως παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως [...]» . άντως, το Δικαστήριο αντέτεινε το επιχείρημα αυτό στην ένσταση που προβλήθηκε στα πλαίσια της υποθέσεως εκείνης ότι η επίδικη παροχή δεν αποτελεί παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως, διότι η χορήγησή της δεν εξαρτάται από καμιά προϋπόθεση καταβολής εισφορών.
40. Κατά συνέπεια, η χρηματοδότηση μιας παροχής από το Familienlastenausgleichsfonds μπορεί σαφώς να αξιολογηθεί ως στοιχείο για τον χαρακτηρισμό της προκαταβαλλόμενης διατροφής ως οικογενειακής παροχής. Η απόφαση Hughes δεν το αποκλείει.
41. ρέπει στο εξής να διαλευκανθούν ορισμένες δομικές πτυχές της παροχής για να διαπιστωθεί αν επιρρωννύουν ή θέτουν εν αμφιβόλω τον χαρακτηρισμό της προκαταβαλλόμενης διατροφής ως οικογενειακής παροχής.
42. Κατ' αρχάς πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι προκαταβολές της διατροφής δεν χορηγούνται στον εργαζόμενο ή στον ασκούντα επαγγελματική δραστηριότητα γονέα αλλά στο τέκνο που έχει δικαίωμα διατροφής. άντως, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται συναφώς το γεγονός ότι οι προκαταβολές διατροφής προορίζονται για την εστία στην οποία ζει το τέκνο και, κατά συνέπεια, τα ποσά αυτά μπορούν κάλλιστα να θεωρηθούν ως παροχή στον ασκούντα τη γονική μέριμνα του τέκνου γονέα. Επιπλέον, το Δικαστήριο, στην απόφαση Hoever και Zachow, έκρινε ότι η διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων δεν ισχύει, κατ' αρχήν, για τις οικογενειακές παροχές . Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι δικαιούχος των παροχών είναι το τέκνο δεν εμποδίζει τον χαρακτηρισμό της παροχής ως οικογενειακής παροχής.
43. εραιτέρω, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το δικαίωμα για την προκαταβολή διατροφής είναι δικαίωμα αστικού δικαίου. Τούτο έχει καθοριστική σημασία και για την κρατική παροχή. Κατ' εφαρμογήν της νομολογίας του Δικαστηρίου, μια υποχρέωση αστικού δικαίου στην οποία υποκαθίσταται άλλο πρόσωπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. ρος επίρρωση της απόψεως αυτής γίνεται παραπομπή στην απόφαση Mouthaan , στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι οι πληρωμές της αρμόδιας επαγγελματικής ενώσεως που αντιστοιχούσαν σε καθυστερούμενα ημερομίσθια που οφείλονταν λόγω πτωχεύσεως του εργοδότη δεν αποτελούσαν παροχές ανεργίας. Η υποκατάσταση στις υποχρεώσεις του εργοδότη δεν εμπίπτει στις παροχές ανεργίας υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο ζ_, του κανονισμού 1408/71 .
44. Η απόφαση εκείνη δεν προδικάζει πάντως τον χαρακτηρισμό της παροχής στην παρούσα υπόθεση. Η υπόθεση Mouthaan αφορούσε αξιώσεις οι οποίες απέρρεαν άμεσα από σχέση εργασίας, οπότε η υποκατάσταση της επαγγελματικής ενώσεως στις υποχρεώσεις του εργοδότη θα έπρεπε να έχει χαρακτηριστεί ως παροχή ανεργίας για να υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. Εντούτοις, την καταβολή των εν λόγω παροχών στην περίπτωση εκείνη δεν προκάλεσε η ανεργία του δικαιούχου αλλά η πτώχευση του εργοδότη. Στην παρούσα υπόθεση ισχύει κάτι θεμελιωδώς διαφορετικό.
45. Η αρχική αξίωση διατροφής του τέκνου έναντι των γονέων του αποτελεί - έστω και αν πρέπει να ενταχθεί στο αστικό δίκαιο - αξίωση του οικογενειακού δικαίου. Ο απλός χαρακτηρισμός της αξιώσεως ως αξιώσεως του αστικού δικαίου θα αποτελούσε έναν εντελώς τυπικό περιορισμό και δεν θα απέδιδε τη σημασία της ως αξιώσεως του οικογενειακού δικαίου - και ως εκ τούτου και τον χαρακτήρα της διατροφής ως μιας, έστω και ενδοοικογενειακής, πάντως κλασικής πληρωμής προορισμένης για την αντιστάθμιση των οικογενειακών βαρών. Επομένως, ακόμη και αν η αξίωση διατροφής πρέπει να ενταχθεί στο αστικό δίκαιο, πάντως το έχον δικαίωμα διατροφής τέκνο έχει, σε περίπτωση μη ικανοποιήσεως της αξιώσεως διατροφής, ίδια αξίωση κατά του κράτους βάσει της διατάξεως του UVG. Ως συνέπεια της χορηγήσεως προκαταβολής διατροφής, η αρχική αξίωση του τέκνου κατά του παραβαίνοντος την υποχρέωσή του οφειλέτη διατροφής μεταβιβάζεται, βάσει εκχωρήσεως εκ του νόμου, στο κράτος, το οποίο μπορεί να προβάλει την απαίτηση αυτή κατά του οφειλέτη διατροφής. Ο χαρακτηρισμός ως οικογενειακής παροχής της υποκαταστάσεως του κράτους σε δικαίωμα του οικογενειακού δικαίου φαίνεται ότι συνάδει με τη λογική του συστήματος.
46. Συμπληρωματικά πρέπει να αναφερθούν ακόμη οι αποφάσεις του Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Hoever και Zachow καθώς και στην υπόθεση Kuusijärvi . Στις αποφάσεις εκείνες το Δικαστήριο χαρακτήρισε, αφενός, το γερμανικό επίδομα ανατροφής και, αφετέρου, το σουηδικό επίδομα ανατροφής ως παροχές οι οποίες πρέπει να εξομοιωθούν με οικογενειακές παροχές υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71. ρόκειται για παροχή προς αντιστάθμιση οικογενειακών βαρών . εραιτέρω, σκοπός του επιδόματος ανατροφής ήταν να δοθεί σε έναν από τους γονείς η δυνατότητα να αφοσιωθεί στην ανατροφή ενός μικρού παιδιού. Σκοπός της παροχής είναι η ανταμοιβή για τη διατροφή του τέκνου, η αντιστάθμιση των λοιπών δαπανών για τη φροντίδα και την ανατροφή του και, ενδεχομένως, ο μετριασμός των αρνητικών οικονομικών συνεπειών τις οποίες έχει η απώλεια εισοδήματος λόγω μη ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας με πλήρες ωράριο .
47. Δεν μπορεί επίσης να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η προκαταβολή διατροφής να αποσκοπεί επίσης να εξασφαλίσει στον γονέα που ασκεί τη γονική μέριμνα κάποιον ελεύθερο χώρο για την ανατροφή του τέκνου. Από την άποψη αυτή φαίνεται κατάλληλος ο χαρακτηρισμός της προκαταβαλλόμενης διατροφής ως οικογενειακής παροχής.
48. ρέπει, κατά συνέπεια, να επισημανθεί ότι η προκαταβαλλόμενη διατροφή πρέπει να θεωρηθεί ως οικογενειακή παροχή υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο η_, του κανονισμού 1408/71.
β) Επί του προσωπικού πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71
49. Το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 ορίζεται στο άρθρο 2 αυτού. Η παράγραφος 1 προβλέπει ότι ο παρών κανονισμός ισχύει για μισθωτούς ή μη μισθωτούς που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη ή απάτριδες ή πρόσφυγες που κατοικούν στο έδαφος ενός κράτους μέλους, καθώς και για τα μέλη της οικογένειάς τους και για τους επιζώντες τους.
50. To «μέλος της οικογενείας» ορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο στ_, περίπτωση i, ως κάθε πρόσωπο που ορίζεται ή αναγνωρίζεται ως μέλος της οικογένειας ή που ορίζεται ως μέλος του νοικοκυριού από τη νομοθεσία δυνάμει της οποίας καταβάλλονται οι παροχές.
51. Στην απόφαση Kermaschek , το Δικαστήριο διέκρινε μεταξύ δύο κατηγοριών προσώπων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2 του κανονισμού 1408/71. Αφενός τους εργαζομένους και αφετέρου τα μέλη της οικογενείας τους και τους επιζώντες τους. «Ενώ τα πρόσωπα που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία έχουν αξιώσεις για παροχές υπό την έννοια του κανονισμού εξ ιδίου δικαιώματος, τα πρόσωπα που ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία έχουν μόνο παράγωγα δικαιώματα τα οποία απέκτησαν ως μέλη της οικογενείας ή ως επιζώντες ενός εργαζομένου και στήριξαν, επομένως, σε ένα πρόσωπο που ανήκει στην πρώτη κατηγορία» .
52. Αν ληφθεί υπόψη η διάκριση αυτή, το τέκνο που προβάλλει αξίωση προκαταβολής διατροφής εξ ιδίου δικαιώματος ουδόλως θα ενέπιπτε στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71.
53. Η θεμελιωθείσα στην απόφαση Kermaschek και στη συνέχεια επαναληφθείσα σε παγία νομομολογία διάκριση περιορίστηκε εντούτοις στην απόφαση Cabanis-Issarte ρητώς σε περιπτώσεις όπως αυτές στις οποίες στηρίχθηκε η υπόθεση Kermaschek . Η διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων μπορεί «να έχει ως συνέπεια να παραβλεφθεί η θεμελιώδης επιταγή της κοινοτικής εννόμου τάξεως που αποτελεί η ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων της, διότι η δυνατότητα εφαρμογής τους επί των ιδιωτών θα εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό του δικαιώματος ως ιδίου ή ως παραγώγου που δίδει η εφαρμοστέα επί των επιμάχων παροχών εθνική νομοθεσία, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων του εσωτερικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως» .
54. Επιπλέον, το Δικαστήριο - όπως εκτέθηκε ήδη προηγουμένως - έκρινε, για την ιδιαίτερη περίπτωση των οικογενειακών παροχών στην υπόθεση Hoever και Zachow, ότι η διαφορά μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων δεν ισχύει κατ' αρχήν για τις οικογενειακές παροχές .
55. Για να εμπίπτουν στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, σημασία έχει αν τα τέκνα που έχουν δικαίωμα διατροφής μπορούν να αντλήσουν δικαιώματα από έναν από τους γονείς.
56. Στην υπό κρίση περίπτωση η μητέρα των τέκνων, τα οποία είναι μέλη του νοικοκυριού της, ασκεί μη μισθωτή δραστηριότητα. Ως ανεξάρτητη επαγγελματίας, η οποία υπάγεται σε ένα κλάδο της κοινωνικής ασφαλίσεως υπό την έννοια του άρθρου 4, η μητέρα εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, πράγμα που ισχύει, επομένως, και για τα τέκνα της.
57. Θα έπρεπε ίσως να εξεταστεί και αν ο υπόχρεος διατροφής πατέρας που ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα δημιουργεί τη νομική κατάσταση των τέκνων. Στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί πάντως να καθοριστεί με βεβαιότητα αν και εν πάση περιπτώσει κατά ποίου κινδύνου είναι ασφαλισμένος ο πατέρας των τέκνων. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προβεί στις διαπιστώσεις αυτές.
58. Ως αποτέλεσμα των προηγουμένων σκέψεων επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα υποβληθέντα στην εκτίμηση του Δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά εμπίπτουν τόσο στο καθ' ύλην όσο και στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. Τα έχοντα δικαίωμα διατροφής τέκνα μπορούν, κατά συνέπεια, να προβάλουν αξίωση ίσης μεταχειρίσεως βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού 1408/71.
VI - Επί του δευτέρου ερωτήματος
Οι παρατηρήσεις στα επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
59. Η Αυστριακή Κυβέρνηση διευκρινίζει κατ' αρχάς ότι, βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, η σχέση του άρθρου 6 και του άρθρου 52 της Συνθήκης ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι το άρθρο 52 της Συνθήκης αποσκοπεί στην εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως στον τομέα των μη μισθωτών δραστηριοτήτων. Επομένως, για τις δραστηριότητες αυτές, το άρθρο 52 υπερισχύει του άρθρου 6.
60. Στη συνέχεια, διαπιστώνει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 52 της Συνθήκης δεν αφορά μόνο διατάξεις οι οποίες ανάγονται ειδικά στην άσκηση της επίμαχης επαγγελματικής δραστηριότητας, αλλά και διατάξεις σχετικές με γενικές διευκολύνσεις για την άσκηση της δραστηριότητας, όπως για παράδειγμα η πρόσβαση στη στέγαση χαμηλού κόστους και η απόκτηση κυριότητας επί ακινήτων. Τούτο όμως δεν συμβαίνει με την επίμαχη νομοθεσία. Δεν έχει καμία σχέση με την επαγγελματική δραστηριότητα. Τέλος, ο φορέας της αξιώσεως είναι το τέκνο και όχι το πρόσωπο που ασκεί την ελευθερία εγκαταστάσεως.
61. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η προκαταβαλλόμενη διατροφή συνιστά κοινωνικό πλεονέκτημα υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 . Με τη χορήγηση των προκαταβολών, το κράτος αναλαμβάνει τον κίνδυνο να καταστεί μη εισπράξιμη η οφειλόμενη αλλά μη καταβληθείσα διατροφή. Το γεγονός ότι ο κανονισμός 1612/68 έχει εφαρμογή, κατά το γράμμα του, μόνον σε εργαζομένους, ενώ οι γονείς των αιτούντων τέκνων στη διαφορά της κύριας δίκης είναι ανεξάρτητοι επαγγελματίες, δεν ασκεί επιρροή. Τα άρθρα 48 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 39 ΕΚ) και 52 της Συνθήκης παρέχουν πράγματι, υπό την έννοια της νομολογίας, την ίδια νομική προστασία κατά της διακρίσεως κατά τη χορήγηση κοινωνικών πλεονεκτημάτων, οπότε ο χαρακτηρισμός των οικείων οικονομικών δραστηριοτήτων στερείται σημασίας.
62. Η επιβολή εισάγουσας δυσμενή διάκριση προϋποθέσεως όπως η ιθαγένεια συνιστά παράβαση του άρθρου 52 της Συνθήκης. Η απαγόρευση αυτή δεν αφορά μόνον ειδικές διατάξεις για την άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων αλλά ισχύει και για κάθε παρεμπόδιση της ασκήσεως ανεξαρτήτων δραστηριοτήτων από υπηκόους άλλων κρατών μελών η οποία συνίσταται σε διαφορετική μεταχείριση των υπηκόων κρατών μελών σε σχέση με τους ημεδαπούς, όταν τούτο προβλέπεται σε νομοθετική ή διοικητική διάταξη κράτους μέλους.
63. Μια εθνική διάταξη, η οποία προβλέπει τη χορήγηση προκαταβολών διατροφής μόνο σε τέκνα τα οποία είναι Αυστριακοί υπήκοοι ή απάτριδες και αποκλείει τα ανήλικα τέκνα Γερμανών γονέων που ασκούν στην Αυστρία μη μισθωτή δραστηριότητα από το δικαίωμα για τίς παροχές αυτές, συνιστά παράβαση των άρθρων 6 και 52 της Συνθήκης.
64. Η Σουηδική Κυβέρνηση εξέθεσε κατά την προφορική διαδικασία ότι η Αυστριακή Κυβέρνηση προβαίνει αναμφιβόλως σε δυσμενή διάκριση έναντι δικαιούχου διατροφής τέκνου το οποίο δεν έχει την αυστριακή ιθαγένεια. Αντιθέτως η ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως έναντι του ασκούντος τη γονική μέριμνα γονέα δεν είναι τόσο σαφής. Η μη καταβαλλόμενη διατροφή από τον υπόχρεο διατροφής γονέα αφορά εντούτοις τον ασκούντα τη γονική μέριμνα γονέα, καθόσον αυτός είναι υποχρεωμένος να καλύψει την παράλειψη καταβολής της διατροφής. Η προϋπόθεση της ιθαγενείας αφορά στην πράξη τους αλλοδαπούς γονείς, διότι τα τέκνα τους είναι, κατά κανόνα, αλλοδαποί. ρόκειται συναφώς για περίπτωση έμμεσης διακρίσεως.
65. Όσον αφορά το ζήτημα αν η διάκριση αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης, η Σουηδική Κυβέρνηση παραπέμπει στο άρθρο 52 της Συνθήκης, το οποίο περιλαμβάνει απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας. Η απαγόρευση αφορά όχι μόνο διατάξεις για την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, αλλά περιλαμβάνει όλα τα εμπόδια στην άσκηση μη μισθωτής δραστηριότητας έναντι υπηκόων άλλων κρατών μελών και έχει ως συνέπεια να απαγορεύει τη μεταχείριση αυτών κατά διαφορετικό τρόπο από τους ημεδαπούς. Η διάταξη απαγορεύει την άνιση μεταχείριση των τέκνων μη μισθωτών, οι οποίοι έχουν έναντι αυτών υποχρέωση διατροφής. Τούτο προκύπτει επίσης από την απόφαση Meeusen . Η απαίτηση ιθαγενείας προσβάλλει, κατά συνέπεια, την ελευθερία εγκαταστάσεως.
Εκτίμηση
66. Με το δεύτερο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η προϋπόθεση ιθαγενείας του άρθρου 2, παράγραφος 1, του UVG συνιστά απαγορευόμενη σύμφωνα με το άρθρο 52 και το άρθρο 6 της Συνθήκης δυσμενή διάκριση.
67. ρέπει να θεωρηθεί, όπως επισήμανε και η Επιτροπή, ότι η επίδικη ρύθμιση σχετικά με την προκαταβαλλόμενη διατροφή συνιστά κοινωνικό πλεονέκτημα υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68. Επ' αυτής της βάσεως μπορεί να θεωρηθεί ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο ασκών τη γονική μέριμνα του τέκνου γονέας είναι εργαζόμενος υπό την έννοια του άρθρου 48, μπορεί να αντλήσει από το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως.
68. Ο χαρακτηρισμός της παροχής ως οικογενειακής παροχής δεν αντιβαίνει στον ταυτόχρονο χαρακτηρισμό της ως κοινωνικού πλεονεκτήματος, διότι αναγνωρίζεται στη μέχρι τούδε νομολογία ότι, στον τομέα των κοινωνικών παροχών, είναι δυνατόν να υφίσταται ένα σύνολο κοινών στοιχείων που μπορεί να θεωρηθεί τόσο ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71 όσο και ως κοινωνικό πλεονέκτημα υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, ανάλογα με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της εκάστοτε υποθέσεως και της χορηγήσεως της παροχής.
69. Εντούτοις, ο χαρακτηρισμός της προκαταβαλλόμενης διατροφής ως κοινωνικού πλεονεκτήματος υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 παρουσιάζει εν πάση περιπτώσει, υποθετικό ενδιαφέρον για την επίλυση της παρούσας υποθέσεως. Επειδή οι γονείς του υποχρέου διατροφής τέκνου ασκούν ανεξάρτητη δραστηριότητα δεν είναι δυνατή η άμεση επίκληση του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68. ροσφορότερη, αντιθέτως, είναι η εφαρμογή του άρθρου 52 και του άρθρου 6 της Συνθήκης ΕΚ - όπως ήδη επισήμανε το αιτούν δικαστήριο - επειδή η ασκούσα τη γονική μέριμνα μητέρα των δικαιούχων διατροφής τέκνων ασκεί μη μισθωτή δραστηριότητα.
70. Όπως ήδη προέβαλαν οι μετέχοντες στη διαδικασία και όπως διαπιστώνεται κατά παγία νομολογία , το άρθρο 6 της Συνθήκης μπορεί να εφαρμόζεται αυτοτελώς μόνο σε περιπτώσεις διεπόμενες από το κοινοτικό δίκαιο, για τις οποίες η Συνθήκη δεν προβλέπει ειδικούς κανόνες περί απαγορεύσεως των διακρίσεων. Επειδή ο βασικός σκοπός του άρθρου 52 είναι η εφαρμογή στο πεδίο των μη μισθωτών δραστηριοτήτων της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων του άρθρου 6 , η διάταξη αυτή έχει την υπεροχή στην παρούσα υπόθεση. Η νομοθεσία κράτους μέλους που είναι αντίθετη προς τη διάταξη αυτή παραβαίνει ταυτοχρόνως το άρθρο 6 της Συνθήκης .
71. Όσον αφορά το περιεχόμενο και τον σκοπό του άρθρου 52, το Δικαστήριο εκθέτει τα εξής:
«Το άρθρο 52 της Συνθήκης εξασφαλίζει το ευεργέτημα της εθνικής μεταχειρίσεως στους υπηκόους κράτους μέλους που επιθυμούν να ασκήσουν μη μισθωτή δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος και απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας που εμποδίζει την πρόσβαση σε τέτοια δραστηριότητα ή την άσκησή της» .
72. Όπως έχει το Δικαστήριο κρίνει κατ' επανάληψη, «η απαγόρευση αυτή δεν αφορά μόνο τους ειδικούς κανόνες περί ασκήσεως επαγγελματικών δρατηριοτήτων, αλλά [...] αφορά και κάθε παρεμπόδιση των μη μισθωτών δραστηριοτήτων των υπηκόων των άλλων κρατών μελών η οποία συνίσταται σε διαφορετική μεταχείριση των υπηκόων των άλλων κρατών μελών σε σχέση με τους ημεδαπούς, προβλεπομένη από νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη κράτους μέλους ή απορρέουσα από την εφαρμογή τέτοιας διατάξεως ή διοικητικών πρακτικών» .
73. Όπως εξέθεσε σαφώς η Σουηδική Κυβέρνηση, η άμεση διάκριση που υφίστανται τα τέκνα λόγω ιθαγενείας συνεπάγεται έμμεση διάκριση σε βάρος του ακούντος τη γονική μέριμνα γονέα. ράγματι, οι γονείς τέκνων με αλλοδαπή ιθαγένεια είναι συχνότερα υπήκοοι άλλων κρατών μελών από τους γονείς τέκνων που έχουν την αυστριακή ιθαγένεια.
74. H Αυστριακή Κυβέρνηση αντέτεινε ότι η ρύθμιση για την προκαταβαλλόμενη διατροφή ουδόλως συνδέεται με την επαγγελματική δραστηριότητα των γονέων και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να εμπίπτει στο άρθρο 52.
75. ροφανώς δεν υφίσταται άμεση σχέση. Εντούτοις, η πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση που υφίσταται ο ασκών τη γονική μέριμνα γονέας σε περίπτωση μη καταβολής διατροφής από τον υπόχρεο διατροφής γονέα επηρεάζει τη μη μισθωτή επαγγελματική δραστηριότητα του πρώτου. ράγματι, οι ελλείποντες πόροι πρέπει να εξευρεθούν καθ' οιονδήποτε τρόπο από την επαγγελματική δραστηριότητα. Μπορεί είτε να υποστεί απλή μείωση των κερδών, είτε να υποχρεωθεί να αναλάβει χρήματα από την περιουσία της επιχειρήσεως είτε ακόμη να εργαστεί περισσότερο. Ακόμη και σε περίπτωση απλής μειώσεως των κερδών, οι πόροι αυτοί δεν είναι εν πάση περιπτώσει πλέον στη διάθεσή του για να τους επανεντάξει ενδεχομένως στην εκμετάλλευση, είτε πρόκειται για την αγορά υλικών αγαθών είτε για τον σχηματισμό αποθεματικών είτε ακόμη για την κάλυψη των δαπανών προσωπικού. Είναι δυνατόν να γίνουν πολλές υποθέσεις.
76. Εν πάση περιπτώσει, μπορεί να θεωρηθεί ότι ο αποκλεισμός από την πρόσβαση στην προκαταβαλλόμενη διατροφή μπορεί θαυμάσια να προκαλέσει αρνητικά αποτελέσματα στην επαγγελματική δραστηριότητα του ασκούντος τη γονική μέριμνα γονέα. Συναφώς, η μητέρα που ασκεί στην υπό κρίση περίπτωση τη γονική μέριμνα υφίσταται δυσμενή διάκριση.
77. Επειδή πρόκειται για περίπτωση έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως πρέπει να εξεταστεί αν η άνιση μεταχείριση μπορεί να δικαιολογηθεί. Δεν αρκούν συναφώς καθαρώς οικονομικοί λόγοι. Η προσπάθεια του κράτους μέλους να περιορίσει τα κρατικά έξοδα δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να δικαιολογήσει τη δυσμενή διάκριση. Ερωτηθείς ως προς τους δυνατούς δικαιολογητικούς λόγους, ο εκπρόσωπος της Αυστριακής Κυβερνήσεως εξέθεσε κατά την προφορική διαδικασία ότι το επίμαχο δικαίωμα παροχής αποτελεί ζήτημα του οικογενειακού δικαίου το οποίο δεν συνδέεται με την ελευθερία εγκαταστάσεως. Εξάλλου η αξίωση παρέχεται στο τέκνο και όχι στον γονέα που ασκεί το δικαίωμα ελεύθερης εγκαταστάσεως.
78. Και τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν. Ήδη εκτέθηκε ότι η άμεση δυσμενής διάκριση του δικαιούχου διατροφής τέκνου προκαλεί έμμεση δυσμενή διάκριση του ασκούντος τη γονική μέριμνα γονέα. Ούτε όμως το αναγόμενο στη δομή της παροχής επιχείρημα είναι πειστικό ότι δηλαδή πρόκειται για μέτρο κρατικής ενισχύσεως, το οποίο - όπως ήδη εκτέθηκε - μπορεί να επηρεάσει την επαγγελματική δραστηριότητα του ασκούντος τη γονική μέριμνα γονέα. Επειδή κατά τα λοιπά δεν προσκομίστηκαν στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να αναγνωριστούν ως επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος, πρέπει να θεωρηθεί ότι πρόκειται για απαγορευόμενη από το άρθρο 52 της Συνθήκης δυσμενή διάκριση.
79. Στην απόφαση Meeusen, το Δικαστήριο διαπίστωσε ρητώς τα εξής:
«Η (...) αρχή της ίσης μεταχειρίσεως έχει επίσης ως σκοπό να εμποδίσει τις διακρίσεις εις βάρος των κατιόντων που συντηρούνται από μη μισθωτό εργαζόμενο» .
Για τον λόγο αυτό η επίδικη διάταξη περί προκαταβαλλομένης διατροφής, στο μέτρο που προκαλεί άμεση δυσμενή διάκριση των δικαιούχων διατροφής τέκνων, πρέπει να θεωρηθεί αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο.
VII - ρόταση
80. Ως αποτέλεσμα των προηγουμένων σκέψεων πρέπει να δοθούν στα ερωτήματα του αιτούντος δικατηρίου οι εξής απαντήσεις:
«1) Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο η_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 4ης Ιουνίου 1971, για την εφαρμογή των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, τους μη μισθωτούς και τα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, έχει την έννοια ότι περιλαμβάνει την προκαταβολή διατροφής σε ανήλικα τέκνα μη μισθωτών κατά τον österreichische Bundesgesetz über die Gewährung von Vorschüssen auf den Unterhalt von Kindern, οπότε στην περίπτωση αυτή έχει εφαρμογή το άρθρο 3 του κανονισμού 1408/71, το οποίο εμπεριέχει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
Επικουρικώς:
2) Τα άρθρα 52 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 43 ΕΚ) και 6, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 12, πρώτο εδάφιο, ΕΚ) έχουν την έννοια ότι είναι αντίθετη προς αυτά μια κατάσταση κατά την οποία ανήλικα τέκνα τα οποία, όπως οι γονείς τους που ασκούν μη μισθωτή δραστηριότητα στη Δημοκρατία της Αυστρίας, είναι Γερμανοί υπήκοοι, έχουν όμως τη συνήθη διαμονή τους στη Δημοκρατία της Αυστρίας και ζητούν την προκαταβολή διατροφής κατά τον αυστριακό österreichische Unterhaltsvorschussgesetz υφίστανται δυσμενή διάκριση ως μέλη οικογενείας, εφόσον δεν τους χορηγείται η εν λόγω προκαταβολή λόγω της γερμανικής ιθαγενείας τους.»
Full & Egal Universal Law Academy