Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 16ης Δεκεμβρίου 1998, για την έγκριση των τροποποιήσεων στην ενδεικτική κατανομή των κοινοτικών πρωτοβουλιών (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η οποία κοινοποιήθηκε στην Ιταλική Δημοκρατία με έγγραφο του Γενικού Γραμματέα της Επιτροπής στις 19 Ιανουαρίου 1999, καθώς και όλων των πράξεων που βασίζονται στην εν λόγω απόφαση ή συνδέονται με αυτήν.
Ι - Το νομικό πλαίσιο
2. Το άρθρο 130 Α της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 158 ΕΚ) ορίζει ότι η Κοινότητα αναπτύσσει και εξακολουθεί τη δράση της με σκοπό την ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής της συνοχής. Η Κοινότητα αποσκοπεί, ιδιαίτερα, στη μείωση των διαφορών μεταξύ των επιπέδων αναπτύξεως των διαφόρων περιοχών και στη μείωση της καθυστερήσεως των πλέον μειονεκτικών περιοχών, προκειμένου να προαχθεί η αρμονική ανάπτυξη του συνόλου της. Σύμφωνα με το άρθρο 130 Β της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 159 ΕΚ), η Κοινότητα ενισχύει επίσης την υλοποίηση αυτή με τη δράση της μέσω των διαρθρωτικών ταμείων.
3. Για την επίτευξη των στόχων αυτών και για τη ρύθμιση της αποστολής των ταμείων, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2052/88, της 24ης Ιουνίου 1988, για την αποστολή των διαρθρωτικών ταμείων, την αποτελεσματικότητά τους και τον συντονισμό των παρεμβάσεών τους μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των άλλων υφισταμένων χρηματοδοτικών οργάνων , όπως τροποποιήθηκε ιδίως με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2081/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993 (στο εξής: κανονισμός 2052/88), και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4253/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού 2052/88 όσον αφορά τον συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφισταμένων χρηματοδοτικών οργάνων , όπως τροποποιήθηκε ιδίως με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2082/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993 (στο εξής: κανονισμός 4253/88).
4. Βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2052/88:
«Η κοινοτική δράση θεωρείται ως συμπλήρωμα ή συμβολή στις αντίστοιχες δράσεις των κρατών μελών. Αυτό επιτυγχάνεται με τη στενή συνεργασία ανάμεσα στην Επιτροπή, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, τις αρμόδιες αρχές και οργανισμούς [...] που ορίζονται από το κράτος μέλος σε εθνικό περιφερειακό, τοπικό ή άλλο επίπεδο, όλα τα μέρη αποτελούν εταίρους κατά την επιδίωξη ενός κοινού σκοπού. Η συνεργασία αυτή καλείται στο εξής "εταιρική σχέση". Η εταιρική σχέση καλύπτει την προετοιμασία, τη χρηματοδότηση, την εκ των προτέρων εκτίμηση, την παρακολούθηση και την εκ των υστέρων αξιολόγηση των ενεργειών.»
5. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού:
«Οι [χρηματοδοτικές] παρεμβάσεις [των διαρθρωτικών ταμείων] αναλαμβάνονται με πρωτοβουλία των κρατών μελών ή της Επιτροπής, σε συμφωνία με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.»
6. «Κοινοτικές πρωτοβουλίες» ονομάζονται οι παρεμβάσεις που πραγματοποιούνται με πρωτοβουλία της Επιτροπής.
7. Το άρθρο 12, παράγραφοι 4 και 5, του ίδιου κανονισμού ορίζει:
«Η Επιτροπή καθορίζει, με διαφανείς διαδικασίες, τις ενδεικτικές κατανομές ανά κράτος μέλος, για κάθε έναν από τους στόχους 1 έως 4 και 5β, των πιστώσεων αναλήψεως υποχρεώσεων των διαρθρωτικών ταμείων, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη, όπως προηγουμένως, τα ακόλουθα αντικειμενικά κριτήρια: την ευημερία, σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, τον πληθυσμό των περιοχών και τη σχετική σοβαρότητα των διαρθρωτικών προβλημάτων, περιλαμβανομένου του επιπέδου της ανεργίας και, προκειμένου για τους σχετικούς στόχους, των αναγκών της αγροτικής αναπτύξεως[...].
[...]
Για την περίοδο [1994-1999], το 9% των πιστώσεων αναλήψεως υποχρεώσεων των διαρθρωτικών ταμείων διατίθεται για χρηματοδότηση παρεμβάσεων που πραγματοποιούνται με πρωτοβουλία της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 5.»
8. Τέλος, κατά το άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 2052/88:
«Κατά την εφαρμογή των παρεμβάσεων που έχουν αναληφθεί με πρωτοβουλία της σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παράγραφος 5 τελευταίο εδάφιο, η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή διαχειρίσεως αποτελούμενη από αντιπροσώπους των κρατών μελών.»
9. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 4253/88, που αναφέρεται στις κοινοτικές πρωτοβουλίες, ορίζει:
«Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 5, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88, η Επιτροπή μπορεί με πρωτοβουλία της, σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται στον τίτλο VIII, και κατόπιν ενημερωτικής ανακοινώσεως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, να αποφασίσει να προτείνει στα κράτη μέλη να υποβάλουν αιτήσεις συνδρομής για δράσεις που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Κοινότητα [...]».
10. Σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού:
«Οι αναλήψεις από τον προϋπολογισμό πραγματοποιούνται με βάση τις αποφάσεις της Επιτροπής που εγκρίνουν τις εξεταζόμενες δράσεις [...]».
11. Εξάλλου, κατά το άρθρο 24 του κανονισμού, που φέρει τον τίτλο «Μείωση, αναστολή και ακύρωση της συνδρομής»:
«1. Αν η υλοποίηση δράσεως ή μέτρου δεν φαίνεται να δικαιολογεί ούτε τμήμα ούτε το σύνολο της χρηματοδοτικής συνδρομής που έχει χορηγηθεί, η Επιτροπή προβαίνει σε κατάλληλη εξέταση της περιπτώσεως στα πλαίσια της εταιρικής σχέσεως, ζητώντας ιδίως από το κράτος μέλος ή τις λοιπές αρμόδιες αρχές που αυτό ορίζει για την υλοποίηση της δράσεως να της υποβάλουν παρατηρήσεις εντός τακτής προθεσμίας.
2. Μετά την εξέταση αυτή, η Επιτροπή μπορεί να μειώσει ή αναστείλει τη συνδρομή για την εν λόγω δράση ή σχετικό μέτρο αν από την εξέταση επιβεβαιωθεί ότι υπάρχει παρατυπία ή σημαντική αλλαγή της φύσεως ή των συνθηκών υλοποιήσεως της δράσεως ή του μέτρου, για την οποία δεν ζητήθηκε η έγκριση της Επιτροπής.
[...]»
12. Το άρθρο 25 του κανονισμού 4253/88 ορίζει:
«1. Στα πλαίσια της εταιρικής σχέσεως, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την αποτελεσματική παρακολούθηση της εφαρμογής της συνδρομής των ταμείων σε επίπεδο κοινοτικών πλαισίων στήριξης και ειδικών ενεργειών (προγραμμάτων κ.λπ.) [...]
[...]
3. Οι επιτροπές παρακολουθήσεως δημιουργούνται στο πλαίσιο της εταιρικής σχέσεως βάσει συμφωνίας μεταξύ του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και της Επιτροπής.
[...]
5. Η επιτροπή παρακολουθήσεως προσαρμόζει, εάν χρειάζεται, χωρίς να τροποποιεί το συνολικό ύψος της χορηγηθείσας κοινοτικής συνδρομής και στα πλαίσια των εναρμονισμένων ανά στόχο ορίων, τις λεπτομέρειες χορηγήσεως της χρηματοδοτικής συνδρομής οι οποίες είχαν εγκριθεί αρχικά, καθώς επίσης, σύμφωνα με τους διαθέσιμους πόρους και τους δημοσιονομικούς κανόνες, και το προβλεπόμενο σχέδιο χρηματοδοτήσεως, περιλαμβανομένων των ενδεχόμενων μεταφορών μεταξύ κοινοτικών χρηματοδοτικών πηγών και των επακόλουθων τροποποιήσεων των ποσοστών παρεμβάσεως. Τα εναρμονισμένα ανά στόχο όρια που αναφέρονται ανωτέρω καθορίζονται από την Επιτροπή με τη διαδικασία του τίτλου VIII και περιλαμβάνονται στα κοινοτικά πλαίσια στήριξης.
Οι τροποποιήσεις αυτές κοινοποιούνται αμέσως στην Επιτροπή και στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος. Εφαρμόζονται μόλις επιβεβαιωθούν από την Επιτροπή και το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος. Η εν λόγω επιβεβαίωση δίδεται εντός είκοσι εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποιήσεως, η ημερομηνία της οποίας βεβαιώνεται από την Επιτροπή με απόδειξη παραλαβής.
Οι άλλες τροποποιήσεις αποφασίζονται από την Επιτροπή, σε συνεργασία με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, έπειτα από γνωμοδότηση της επιτροπής παρακολουθήσεως.
[...]»
13. Κατά το άρθρο 9 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής :
«Μετά από κάθε συνεδρίαση της Επιτροπής συντάσσονται πρακτικά. Τα σχέδια των πρακτικών υποβάλλονται προς έγκριση στην Επιτροπή σε επόμενη συνεδρίαση. Τα εγκριθέντα πρακτικά κυρώνονται με την υπογραφή του ροέδρου και του Γενικού Γραμματέα.»
14. Το άρθρο 16 του εν λόγω εσωτερικού κανονισμού έχει ως εξής:
«Οι πράξεις που εγκρίνονται σε συνεδρίαση προσαρτώνται άρρηκτα, στη γλώσσα ή τις γλώσσες που είναι αυθεντικές, στα πρακτικά της συνεδρίασης της Επιτροπής κατά την οποία εγκρίθηκαν. Οι πράξεις αυτές κυρώνονται με την υπογραφή του ροέδρου και του Γενικού Γραμματέα στην πρώτη σελίδα των εν λόγω πρακτικών.
Οι πράξεις που εγκρίνονται με τη γραπτή διαδικασία προσαρτώνται άρρηκτα στη γλώσσα ή τις γλώσσες που είναι αυθεντικές, στο ημερήσιο σημείωμα που αναφέρεται στο άρθρο 10. Οι πράξεις αυτές κυρώνονται με την υπογραφή του Γενικού Γραμματέα στην τελευταία σελίδα του εν λόγω ημερήσιου σημειώματος.
Οι πράξεις που εγκρίνονται με τη διαδικασία εξουσιοδότησης προσαρτώνται άρρηκτα στη γλώσσα ή τις γλώσσες που είναι αυθεντικές, στο ημερήσιο σημείωμα που αναφέρεται στο άρθρο 11. Οι πράξεις αυτές κυρώνονται με την υπογραφή του Γενικού Γραμματέα στην τελευταία σελίδα του εν λόγω ημερήσιου σημειώματος.
Κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, ως πράξεις νοούνται οι πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 14 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, στο άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΚ και το άρθρο 161 της Συνθήκης Ευρατόμ.»
ΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά
15. Με αποφάσεις της 13ης Ιουλίου, 12ης Οκτωβρίου, 21ης Δεκεμβρίου 1994 και 8ης Μα_ου 1996, η Επιτροπή προσάρμοσε μια ενδεικτική κατανομή για το σύνολο των κοινοτικών πρωτοβουλιών για την περίοδο προγραμματισμού 1994-1999.
16. Στη συνέχεια, η Ιταλική Δημοκρατία και η Επιτροπή αντάλλαξαν τη συνήθη αλληλογραφία στο πλαίσιο της παρακολουθήσεως της υλοποιήσεως των κοινοτικών πρωτοβουλιών στο εν λόγω κράτος μέλος.
17. Για το έτος 1999, η Επιτροπή αποφάσισε να τροποποιήσει τις ενδεικτικές κατανομές των κοινοτικών πρωτοβουλιών, προκειμένου να αποδεσμεύσει ποσό 100 εκατομμυρίων ECU προοριζόμενο για τη χρηματοδότηση μιας κοινοτικής πρωτοβουλίας που συνίστατο σε ειδικό πρόγραμμα ενισχύσεως υπέρ της ειρήνης και της συμφιλιώσεως στη Βόρεια Ιρλανδία και στις μεθοριακές κομητείες της Ιρλανδίας (στο εξής: πρωτοβουλία PEACE).
18. Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη διάφορα κριτήρια και ειδικότερα το στάδιο στο οποίο βρισκόταν η εκτέλεση των διαφόρων κοινοτικών πρωτοβουλιών στα κράτη μέλη, κατάρτισε πρόταση τροποποιήσεως της κατανομής των κοινοτικών πρωτοβουλιών, υπό μορφήν εγγράφου εργασίας που εγκρίθηκε από την επιτροπή διαχειρίσεως κατά τη σύνοδό της της 22ας Σεπτεμβρίου 1998.
19. Από τον συνημμένο στο εν λόγω έγγραφο εργασίας πίνακα 5 προκύπτει ότι η αναδιάθεση 100 εκατομμυρίων ECU υπέρ της πρωτοβουλίας PEACE θα συνεπαγόταν, για την Ιταλική Δημοκρατία, μείωση κατά 44,7 εκατομμύρια ECU και σημαντικές μειώσεις, εξάλλου, για τη Γαλλική Δημοκρατία (18,1 εκατομμύρια ECU), το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας (16,4 εκατομμύρια ECU), την ορτογαλική Δημοκρατία (6,8 εκατομμύρια ECU) και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (6 εκατομμύρια ECU).
20. Η νέα αυτή κατανομή αποτέλεσε το αντικείμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Το επίμαχο σημείο των πρακτικών της συνεδριάσεως της Επιτροπής της 16ης Δεκεμβρίου 1998 έχει ως εξής:
«8. Διαρθρωτικές πολιτικές - ενδεικτικές επιδοτήσεις ανά κοινοτική πρωτοβουλία και ανά κράτος μέλος [SEC(1998)2152 Α/4]
Η Επιτροπή εγκρίνει τις ενδεικτικές συνδρομές τις οποίες αφορά το έγγραφο SEC(1998)2152 και /4 και αποφασίζει να ενημερώσει επί της αποφάσεως αυτής τα κράτη μέλη, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των περιφερειών.
Οι λοιπές συσκέψεις της Επιτροπής επί του σημείου αυτού αποτελούν αντικείμενο ειδικών πρακτικών.»
21. Στα έγγραφα SEC(1998)2152 και SEC(1998)2152/4, στα οποία αναφέρεται το σημείο 8 των πρακτικών και τα οποία περιείχαν την πρόταση αποφάσεως, είχαν επισυναφθεί δύο πίνακες. Ο πίνακας 1, με τίτλο «ρόταση νέας χρηματοδοτικής συνδρομής των κοινοτικών πρωτοβουλιών (σε MECU, τιμές 1999)», ταυτιζόταν, τουλάχιστον όσον αφορά το τελικό αποτέλεσμα για την Ιταλική Δημοκρατία, με τον πίνακα 5 που είχε επισυναφθεί στο προαναφερθέν έγγραφο εργασίας.
22. Στον πίνακα 2, με τίτλο «Ενδεικτική κατανομή ανά κοινοτική πρωτοβουλία και ανά κράτος μέλος (σε MECU, τιμές 1999)», αναγραφόταν για κάθε κράτος μέλος το συνολικό ποσό που διατέθηκε σ' αυτό ενδεικτικώς καθώς και η κατανομή του ποσού αυτού μεταξύ των διαφόρων κοινοτικών πρωτοβουλιών. Όσον αφορά την Ιταλική Δημοκρατία, ένας αστερίσκος παρέπεμπε σε μια υποσημείωση η οποία ανέφερε ότι «[ο]ι συνδρομές μπορούν να προγραμματιστούν εξ ολοκλήρου μόνο στο μέτρο που το κράτος μέλος επιβεβαιώνει ότι συμφωνεί επί της μειώσεως των προγραμματισμένων στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας PME πόρων».
23. Στη συνέχεια, η νέα κατανομή κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα με έγγραφο του Γενικού Γραμματέα της Επιτροπής της 19ης Ιανουαρίου 1999, το οποίο είχε ως εξής (μεταφρασμένο):
«Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε, κατά τη συνεδρίαση της 16ης Δεκεμβρίου 1998, τις τροποποιήσεις στις ενδεικτικές αναλήψεις των κοινοτικών πρωτοβουλιών, επί των οποίων η αρμόδια επιτροπή διαχειρίσεως είχε εκφραστεί θετικώς στις 22 Σεπτεμβρίου 1998. Η απόφαση λαμβάνει υπόψη το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η εξέλιξη των πρωτοβουλιών και την ανάγκη εξευρέσεως άλλων εσόδων για το 1999 υπέρ της πρωτοβουλίας "Peace and Reconciliation in Ireland and Nothern Ireland".
Ο νέος συνημμένος πίνακας αντικαθιστά τους ανάλογους πίνακες που ήταν συνημμένοι στο έγγραφο της 13ης Ιουλίου 1994 και της 13ης Ιουνίου 1996 του κ. Williamson.»
24. Στο έγγραφο είχε επισυναφθεί πίνακας ο οποίος, πέραν της μεταφράσεώς του, ταυτιζόταν με τον συνημμένο στα προαναφερθέντα πρακτικά πίνακα 2, με εξαίρεση δύο ποσά σχετικά με το πρόγραμμα REFEX στο Ηνωμένο Βασίλειο.
ΙΙΙ - Η διαδικασία
25. Η προσφυγή πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Μαρτίου 1999. Με διατάξεις του ροέδρου του Δικαστηρίου, της 17ης Ιουνίου 1999 και της 1ης Ιουλίου 1999, επετράπη στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ιρλανδία να παρέμβουν προς στήριξη των αιτημάτων της καθής.
26. Η Ιταλική Δημοκρατία, προσφεύγουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
- να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 16ης Δεκεμβρίου 1998 περί εγκρίσεως των τροποποιήσεων των ενδεικτικών κατανομών των κοινοτικών πρωτοβουλιών καθώς και όλες τις πράξεις που βασίζονται στην εν λόγω απόφαση ή συνδέονται με αυτήν,
- να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
27. Η Επιτροπή, καθής, ζητεί από το Δικαστήριο:
- να απορρίψει την προσφυγή,
- να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
28. Η Ιταλική Δημοκρατία υπέβαλε αίτηση αναστολής της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία απορρίφθηκε με διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 1999 .
IV - Εκτίμηση
Επί του παραδεκτού
29. Στο σημείο αυτό, θα εξεταστούν τρία διαφορετικά προβλήματα, ήτοι:
- οι λόγοι απαραδέκτου που προβάλλει η Ιρλανδική Κυβέρνηση,
- οι έννομες συνέπειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως,
- η ύπαρξη της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Α - Επί των λόγων απαραδέκτου που προβάλλει η Ιρλανδική Κυβέρνηση
30. Η Ιρλανδική Κυβέρνηση προβάλλει δύο λόγους απαραδέκτου.
31. ρώτον, σύμφωνα με την Ιρλανδική Κυβέρνηση, η προσφυγή της Ιταλικής Δημοκρατίας ήταν εκπρόθεσμη. Η προθεσμία προσβολής της αποφάσεως της Επιτροπής άρχισε να τρέχει στις 20 Ιανουαρίου 1999 και «επομένως κάθε προσφυγή βάσει του άρθρου 230 [ΕΚ] έπρεπε να ασκηθεί πριν τις 19 Μαρτίου 1999 ή κατά την ημερομηνία αυτή». Εν προκειμένω, το δικόγραφο της προσφυγής κατατέθηκε στις 29 Μαρτίου 1999.
32. Δεύτερον, η Ιρλανδική Κυβέρνηση αναφέρεται στον προϋπολογισμό του 1999, «με τον οποίο τα κεφάλαια που αρχικά διατέθηκαν ενδεικτικώς στην Ιταλία αναδιατέθηκαν, de facto και de iure, για την πρωτοβουλία PEACE». Κατά την Ιρλανδική Κυβέρνηση, «δεδομένου ότι η προσφεύγουσα κυβέρνηση δεν προσέβαλε τον προϋπολογισμό του 1999 με προσφυγή κατά του Κοινοβουλίου ή/και του Συμβουλίου και της Επιτροπής, δεν μπορεί να της επιτραπεί τώρα να προβεί σ' αυτήν την ενέργεια εμμέσως, καίτοι δεν ενήργησε ή επέλεξε να μην ενεργήσει με άμεσο τρόπο, καθόσον, στο στάδιο αυτό, δεν χωρούν αμφισβητήσεις επί της νομιμότητας της θεσπίσεως του προϋπολογισμού».
33. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, χωρούν αμφισβητήσεις επί του παραδεκτού των επιχειρημάτων αυτών που προβάλλει η Ιρλανδική Κυβέρνηση, «καθόσον βαίνουν πέραν των αιτημάτων της καθής, η οποία, μολονότι ζήτησε την απόρριψη της προσφυγής, δεν αμφισβήτησε το παραδεκτό της».
34. Συμμερίζομαι αυτήν την άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως.
35. ράγματι, το Δικαστήριο, με την απόφαση Matra κατά Επιτροπής, της 15ης Ιουνίου 1993 , έκρινε ότι «[...] πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 37, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου, η παρέμβαση έχει ως αντικείμενο την υποστήριξη των αιτημάτων του ενός των διαδίκων της διαφοράς. Επίπλέον, κατά το άρθρο 93, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο παρεμβαίνων αποδέχεται τη δίκη στο στάδιο που αυτή βρίσκεται κατά τον χρόνο της παρεμβάσεώς του. Επομένως, οι μεν παρεμβαίνουσες δεν δικαιούνται να προτείνουν την ένσταση απαραδέκτου, το δε Δικαστήριο δεν υποχρεούται να εξετάσει τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς τους [...]».
36. Με πιο πρόσφατη νομολογία, το Δικαστήριο έκρινε ακόμη ότι το άρθρο 37 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου δεν εμποδίζει τον παρεμβαίνοντα να προβάλλει επιχειρήματα διαφορετικά από τα επιχειρήματα του διαδίκου τον οποίο υποστηρίζει, αρκεί να σκοπεί στην υποστήριξη των αιτημάτων του διαδίκου αυτού . Στο μέτρο που η Επιτροπή δεν τάχθηκε υπέρ του απαραδέκτου της προσφυγής, θεωρώ ότι η Ιρλανδία, ως παρεμβαίνουσα, δεν έχει δικαίωμα να το προτείνει. Οι ισχυρισμοί της περί απαραδέκτου της προσφυγής πρέπει, συνεπώς, να θεωρηθούν απαράδεκτοι.
37. Εντούτοις, δεδομένου ότι, όσον αφορά τον πρώτο λόγο απαραδέκτου της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως, ο οποίος αντλείται από την εκπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής, πρόκειται για απαράδεκτο δημοσίας τάξεως , «πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό της προσφυγής αυτεπαγγέλτως, δυνάμει του άρθρου 92, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας» .
38. Συναφώς, αρκεί, εντούτοις, η διαπίστωση ότι, δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία έλαβε, στις 20 Ιανουαρίου 1999, το έγγραφο του Γενικού Γραμματέα της Επιτροπής, της 19ης Ιανουαρίου 1999, με το οποίο ενημερώθηκε επί της προσβαλλομένης αποφάσεως, η προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής, λαμβανομένης υπόψη της προθεσμίας λόγω αποστάσεως που τάσσει το άρθρο 1, τρίτη περίπτωση, του παραρτήματος ΙΙ του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όπως ίσχυε κατά την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής, εξέπνευσε στις 30 Μαρτίου 1999. Δεδομένου ότι το δικόγραφο της προσφυγής κατατέθηκε στις 29 Μαρτίου 1999, η προσφυγή δεν μπορεί να θεωρηθεί εκπρόθεσμη.
39. Αντιθέτως, θεωρώ ότι ο δεύτερος λόγος απαραδέκτου που προέβαλε η Ιρλανδική Κυβέρνηση, ο οποίος αντλείται από την έλλειψη ασκήσεως προσφυγής, εκ μέρους της Ιταλικής Δημοκρατίας, κατά του προϋπολογισμού του 1999, δεν αποτελεί λόγο δημοσίας τάξεως, ήτοι λόγο που άπτεται των βασικών αρχών της κοινοτικής έννομης τάξεως, όπως είναι η ασφάλεια δικαίου, στην περίπτωση των προθεσμιών ασκήσεως προσφυγών.
40. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν τα πράγματα είχαν άλλως, θα πρότεινα στο Δικαστήριο να μη δεχθεί το επιχείρημα αυτό.
41. ράγματι, το εν λόγω επιχείρημα βασίζεται στο γεγονός ότι ο προϋπολογισμός του 1999 αποτελεί την πράξη με την οποία αναδιατέθηκαν στην πρωτοβουλία PEACE, de facto και de iure, τα κεφάλαια που είχαν αρχικά δοθεί ενδεικτικώς στην Ιταλική Δημοκρατία. Η συλλογιστική αυτή δεν λαμβάνει, ωστόσο, υπόψη το γεγονός ότι, «στο πλαίσιο του συστήματος της Συνθήκης, η εκτέλεση μιας δαπάνης από την Επιτροπή προϋποθέτει, καταρχήν, εκτός από την εγγραφή στον προϋπολογισμό της σχετικής πιστώσεως, πράξη παραγώγου δικαίου (κοινώς γνωστή ως "βασική πράξη"), από την οποία απορρέει η δαπάνη αυτή» . Ο λόγος είναι ότι «στο σύστημα της Συνθήκης, [...] οι προϋποθέσεις ασκήσεως της κανονιστικής εξουσίας και οι προϋποθέσεις ασκήσεως της δημοσιονομικής εξουσίας δεν είναι οι ίδιες» .
42. Εν προκειμένω, καίτοι η ψήφιση του προϋπολογισμού του 1999 εμπίπτει εντός του συστήματος της Συνθήκης, στην άσκηση της δημοσιονομικής εξουσίας, η ψήφιση των ενδεικτικών κατανομών, η οποία, κατά την Επιτροπή, έχει ως νομική βάση το άρθρο 12, παράγραφος 4, του κανονισμού 2052/88, αφορά τη άσκηση της κανονιστικής εξουσίας. Κατά την άποψή μου, θα συνιστούσε παραγνώριση της διακρίσεως μεταξύ των δύο αυτών εξουσιών, οι οποίες πρέπει να ασκούνται κατά τους δικούς τους κανόνες, το να αναγνωριστεί, όπως προτείνει η Ιρλανδική Κυβέρνηση, ότι η ψήφιση του προϋπολογισμού του 1999 κυριαρχούσε σε ένα από τα στάδια της κανονιστικής διαδικασίας, ήτοι στην κατάρτιση των ενδεικτικών κατανομών.
43. Συνεπώς, οι δύο αυτές πράξεις είναι, στην πραγματικότητα, ανεξάρτητες η μία από την άλλη και το γεγονός ότι δεν αμφισβητήθηκε η μία δεν εμποδίζει το να αμφισβητηθεί η άλλη.
Β - Επί των εννόμων αποτελεσμάτων της προσβαλλομένης αποφάσεως
44. Από τα επιχειρήματα της Ιταλικής Δημοκρατίας, αφενός, και της Επιτροπής, αφετέρου, προκύπτει ότι οι δύο αυτοί διάδικοι δεν συμφωνούν όσον αφορά τα έννομα αποτελέσματα της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, στο πλαίσιο επιχειρηματολογίας της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελεί απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 189 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 249 ΕΚ), ανέκυψε ακόμη και το ερώτημα αν η προσβαλλόμενη απόφαση μπόρεσε να παραγάγει οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα.
45. Θεωρώ σημαντικό να εξεταστεί το ζήτημα των εννόμων αποτελεσμάτων. ρώτον, από το ζήτημα αυτό εξαρτάται το παραδεκτό της προσφυγής. ράγματι, μια προσφυγή ακυρώσεως είναι παραδεκτή μόνον αν στρέφεται κατά πράξεως με την οποία επιδιώκεται η παραγωγή εννόμου αποτελέσματος . Δεύτερον, και εν πάση περιπτώσει, θεωρώ ότι η κατανόηση της πλήρους εμβέλειας του εννόμου αποτελέσματος, αν υφίσταται, είναι χρήσιμη για την εν συνεχεία εκτίμηση των λόγων ακυρώσεων που προβάλλει η Ιταλική Δημοκρατία.
46. Σκόπιμη είναι, επομένως, η διεξοδικότερη εξέταση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
47. Εκτέθηκε ανωτέρω in extenso το σημείο 8 των πρακτικών της συνεδριάσεως της Επιτροπής της 16ης Δεκεμβρίου 1998, καθώς και έγγραφο το κοινοποιήσεως του Γενικού Γραμματέα της Επιτροπής της 19ης Ιανουαρίου 1999.
48. Στα υπομνήματά της, η Επιτροπή εξηγεί εκτενώς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ερμηνευθούν τα δύο αυτά έγγραφα.
49. Η Επιτροπή αναφέρεται έτσι σε δύο στάδια λήψεως αποφάσεως: «πρώτον, στην κατανομή μεταξύ των κρατών μελών όλων των διαθέσιμων πόρων για τις κοινοτικές πρωτοβουλίες κατά την περίοδο προγραμματισμού 1996-1999 (πρώτο στάδιο λήψεως αποφάσεως) και, δεύτερον, στην κατανομή μεταξύ των διαφόρων κοινοτικών πρωτοβουλιών που υλοποιούνται σε κάθε κράτος μέλος (δεύτερο στάδιο λήψεως αποφάσεως)».
50. Κατά την Επιτροπή, το πρώτο στάδιο λήψεως αποφάσεως «χαρακτηρίστηκε, όσον αφορά την προσφεύγουσα, από μείωση της τάξεως των 44,7 εκατομμυρίων ECU σε σχέση με την κατανομή που της αναγνωρίστηκε αρχικώς για την περίοδο προγραμματισμού 1994-1999. Το έννομο αποτέλεσμα του πρώτου αυτού σταδίου συνίστατο, επομένως, σε μείωση, της τάξεως που προαναφέρθηκε, του κατά προσέγγιση ορίου των διαθέσιμων, ενδεχομένως, ποσών χρηματοδοτήσεως για την προσφεύγουσα, για την υλοποίηση των προγραμμάτων κοινοτικής πρωτοβουλίας».
51. Όσον αφορά το δεύτερο στάδιο λήψεως αποφάσεως, η Επιτροπή εξηγεί ότι, «από τη στιγμή που θα παραχθεί το αποτέλεσμα του πρώτου σταδίου λήψεως αποφάσεως, πρέπει να εξασφαλιστεί η μέγιστη κατανομή των διαθέσιμων πιστώσεων μεταξύ των διαφόρων προγραμμάτων κοινοτικής πρωτοβουλίας που βρίσκονται σε εξέλιξη στην Ιταλία [...]. Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει η υποσημείωση με την οποία το μέρος της προσβαλλόμενης κατανομής που αναφέρεται, κατά την προσφεύγουσα, στο δεύτερο στάδιο αποκτά μη ανεπιφύλακτο χαρακτήρα. Όταν επρόκειτο να καθοριστούν τα προγράμματα που θα μπορούσαν να μειωθούν ώστε να εξευρεθούν τα 44,7 εκατομμύρια ECU [...], οι υπηρεσίες της Επιτροπής εκτίμησαν ότι το ερώτημα ποια ποσά είχαν ήδη χορηγηθεί ήταν λιγότερο σημαντικό, για την αντικειμενική αξιολόγηση της εξελίξεως των διαφόρων προγραμμάτων, από το ποσοστό των νομικώς δεσμευτικών αναλήψεων που είχαν όντως πραγματοποιηθεί [...]. [Α]υτή η μέθοδος οδήγησε σε μειώσεις που αφορούσαν, κατά ένα μέρος, αυξήσεις που δεν είχαν χορηγηθεί ακόμη και, κατά το άλλο μέρος, αυξήσεις που είχαν ήδη χορηγηθεί».
52. Σύμφωνα πάντα με την έκθεσή της, η Επιτροπής αντιλαμβανόμενη ότι η τελευταία αυτή πρόταση δεν μπορούσε να εφαρμοστεί πλήρως χωρίς τη συγκατάθεση της προσφεύγουσας, «ανέφερε, στην υποσημείωση που προστέθηκε στον πίνακα που περιέχει τη νέα ενδεικτική κατανομή, ότι η εφαρμογή της προϋπέθετε την εκ μέρους της προσφεύγουσας αποδοχή ορισμένων μειώσεων [...]».
53. Θεωρώ ότι το αληθές των εξηγήσεων αυτών επιβεβαιώνουν οι δύο πίνακες που επισυνάφθηκαν στα έγγραφα SEC(1998)2152 και SEC(1998)2152/4, στους οποίους αναφέρονται τα πρακτικά της συνεδριάσεως της Επιτροπής της 16ης Δεκεμβρίου 1998. Οι πίνακες αυτοί αντικατοπτρίζουν, πράγματι, τα δύο αυτά στάδια λήψεως αποφάσεως, υπό την έννοια ότι ο πίνακας 1 περιέχει την κατανομή μεταξύ των κρατών μελών όλων των διαθέσιμων πόρων για τις κοινοτικές πρωτοβουλίες και αναφέρει τη μείωση των 44,7 εκατομμυρίων ECU για την Ιταλική Δημοκρατία, ενώ ο πίνακας 2 εμφαίνει την κατανομή μεταξύ των διαφόρων κοινοτικών πρωτοβουλιών που υλοποιούνται σε κάθε κράτος μέλος και περιέχει την προαναφερθείσα υποσημείωση.
54. Αυτό συνεπάγεται, κατά την άποψή μου, ότι η ερμηνεία της Ιταλικής Κυβερνήσεως κατά την οποία «η προσβαλλόμενη απόφαση [...] μείωσε τις επιδοτήσεις που χορηγήθηκαν ήδη στις πρωτοβουλίες PME, URBAN και KONVER» δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
55. Συγκεκριμένα, η προαναφερθείσα υποσημείωση σημαίνει ότι η προτεινόμενη στον πίνακα 2 κατανομή, η οποία, αν εφαρμοζόταν, θα συνεπαγόταν, πράγματι, μείωση των επιδοτήσεων που είχαν ήδη χορηγηθεί, καθίσταται, εντούτοις, οριστική «μόνο στο μέτρο που το κράτος μέλος επιβεβαιώνει ότι συμφωνεί με τη μείωση των πόρων που προγραμματίζονται για την πρωτοβουλία PME».
56. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν είχε συμφωνήσει προς τούτο, στοιχείο που δεν αμφισβητούν οι διάδικοι, η προτεινόμενη στον πίνακα 2 κατανομή δεν εφαρμόστηκε για την Ιταλική Δημοκρατία, πράγμα το οποίο εξάλλου επιβεβαίωσε η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Συνεπώς, δεν συντελέστηκε μείωση των ήδη χορηγηθείσων επιδοτήσεων. Εξάλλου, η Ιταλική Κυβέρμηση δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο το οποίο να αποδεικνύει ότι, για τα οικεία σχέδια, θα συντελούνταν πράγματι μείωση ήδη χορηγηθεισών επιδοτήσεων.
57. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το δεύτερο στάδιο λήψεως αποφάσεως δεν παρήγαγε κανένα αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, η αναβλητική αίρεση που απαιτούνταν για την εφαρμογή της, ήτοι η συμφωνία της Ιταλικής Κυβερνήσεως, δεν πληρώθηκε ποτέ.
58. οιο είναι επομένως το έννομο αποτέλεσμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως;
59. Κατά την Επιτροπή, εφόσον δεν πληρώθηκε η αίρεση, «[π]ρακτικώς, αυτό σημαίνει ότι το μέρος της προσβαλλόμενης αποφάσεως που απορρέει από το πρώτο στάδιο λήψεως αποφάσεως επέφερε τα έννομα αποτελέσματα που προαναφέρθηκαν», ήτοι μείωση κατά 44,7 εκατομμύρια ECU έναντι της ενδεικτικής κατανομής που δόθηκε αρχικώς στην Ιταλική Δημοκρατία για την περίοδο προγραμματισμού 1994-1999, «κατά την ημερομηνία εκδόσεως της [προσβαλλόμενης] αποφάσεως».
60. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι αφαίρεσε αυτά τα 44,7 εκατομμύρια ECU από τα 46,3 εκατομμύρια ECU που, σύμφωνα με τις πληροφορίες της, αντιστοιχούσαν, τον Δεκέμβριο του 1998, στο μέρος της ενδεικτικής κατανομής που προβλέφθηκε αρχικώς για την Ιταλική Δημοκρατία, για την οποία δεν είχαν ακόμη χορηγηθεί οι κοινοτικές επιδοτήσεις.
61. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η αφαίρεση αυτή ισοδυναμεί, εκ του αποτελέσματος, με «μειώσεις ή τροποποιήσεις των προβλεφθείσων κατανομών των επιδοτήσεων για τα προγράμματα κοινοτικής πρωτοβουλίας».
62. Στο μέτρο που το επιχείρημα αυτό της Ιταλικής Κυβερνήσεως σημαίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είχε επίπτωση, μέχρι του ποσού των 44,7 εκατομμυρίων ECU, σε οποιοδήποτε δικαίωμα επί κοινοτικών επιδοτήσεων, πρέπει να συμφωνήσω με την απάντηση της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως στο επιχείρημα αυτό, σύμφωνα με την οποία οι ενδεικτικές κατανομές« δεν συνιστούν παροχή ενισχύσεως προς το οικείο κράτος μέλος για το συνολικό ποοσό περί του οποίου πρόκειται. Δεν συνιστούν καν έγκριση ενός ή περισσότερων σχεδίων που δεν διατυπώθηκαν ακόμη [...]».
63. ράγματι, το άρθρο 12, παράγραφος 4, του κανονισμού 2052/88 στο οποίο, κατά την Επιτροπή, βασίστηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιτρέπει το συμπέρασμα ότι από τις ενδεικτικές κατανομές θα απέρρεε δικαίωμα σε κοινοτικές επιδοτήσεις σε κράτος μέλος. Αντιθέτως, από το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 4253/88, σύμφωνα με το οποίο «[ο]ι αναλήψεις υποχρεώσεων από τον προϋπολογισμό πραγματοποιούνται με βάση τις αποφάσεις της Επιτροπής που εγκρίνουν τις εξεταζόμενες ενέργειες [...]», προκύπτει ότι δικαίωμα σε κοινοτικές επιδοτήσεις απορρέει μόνον από την απόφαση της Επιτροπής, κατά την έννοια του άρθρου 14 του κανονισμού 4253/88, με την οποία η Επιτροπή αποφασίζει επί της συνδρομής των Ταμείων κατόπιν αιτήσεων των αρμόδιων αρχών που ορίζουν τα κράτη μέλη. Η λήψη της αποφάσεως αυτής συντελείται σε στάδιο μεταγενέστερο της καταρτίσεως των ενδεικτικών κατανομών.
64. Κατά την Επιτροπή, το αποτέλεσμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως θα ήταν, επομένως, όπως προαναφέρθηκε, «μείωση, κατά [44,7 εκατομμύρια ECU], του κατά προσέγγιση ορίου των χρηματοδοτήσεων που είναι ενδεχομένως διαθέσιμες για την προσφεύγουσα για την εκτέλεση των προγραμμάτων κοινοτικής πρωτοβουλίας». Με άλλα λόγια, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή επέβαλε στον εαυτό της υποχρέωση να μην υπερβεί ένα ορισμένο όριο, έστω και κατά προσέγγιση, όσον αφορά τη χρηματοδότηση, σε ορισμένο κράτος μέλος, των συγκεκριμένων σχεδίων στο πλαίσιο των διαφόρων προγραμμάτων των κοινοτικών πρωτοβουλιών.
65. Θεωρώ ότι τα στοιχεία της δικογραφίας επιβεβαιώνουν αυτή την ερμηνεία της Επιτροπής. ράγματι, σε έγγραφο που απέστειλε η Επιτροπή στην Ιταλική Κυβέρνηση στις 16 Φεβρουαρίου 1999 και που η τελευταία περιέλαβε στο παράρτημα 27 του δικογράφου της προσφυγής της, η Επιτροπή λαμβάνει θέση επί μιας αιτήσεως ενισχύσεως της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως του προγράμματος Interreg II B ως εξής (σε μετάφραση): «[σ]ε συνέχεια της αποφάσεως της 16ης Δεκεμβρίου 1998 [...], οι διαθέσιμοι για την Ιταλία, κατά την εν λόγω ημερομηνία, κοινοτικοί πόροι, ως πόροι που δεν έχουν ακόμη προγραμματιστεί, ανέρχονται σε 1,4 εκατομμύριο ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι η συνολική συνδομή FEDER που μπορεί να διατεθεί για την ενίσχυση του ιταλικού μέρους του προγράμματος Interreg II B πρέπει να περιοριστεί σε 57,172 εκατομμύρια ευρώ (55,772 εκατομμύρια ευρώ + 1,4 εκατομμύριο ευρώ) και δεν μπορεί να ανέλθει σε 67,626 εκατομμύρια ευρώ, όπως ζήτησαν οι ιταλικές αρχές και όπως αναφέρθηκε στο δημοσιονομικό σχέδιο που καθορίστηκε στη συνεδρίαση της επιτροπής παρακολουθήσεως της 1ης Δεκεμβρίου 1998».
66. Όοσν αφορά το ποσό του 1,4 εκατομμυρίου ευρώ για το οποίο γίνεται λόγος στο εν λόγω έγγραφο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το ποσό αυτό είναι, στην πραγματικότητα, σχεδόν ίσο προς τη διαφορά μεταξύ των προαναφερθέντων ποσών 46,3 εκατομμυρίων ECU και 44,7 εκατομμυρίων ECU, ήτοι 1,6 εκατομμύριο ECU, δεδομένου ότι η διαφορά κατά 0,2 εκατομμυρίου ECU μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι τα 46,3 εκατομμύρια ECU αντιστοιχούσαν στο μέρος των πόρων που δεν είχαν ακόμη προγραμματιστεί τον Δεκέμβριο του 1998, ενώ το προαναφερθέν έγγραφο χρονολογείται δύο μήνες αργότερα.
67. Από τις εξηγήσεις της Επιτροπής και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει, συνεπώς, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρήγαγε πράγματι έννομο αποτέλεσμα. Αυτό δεν συνίσταται ούτε στη μείωση των ήδη χορηγηθεισών επιδοτήσεων ούτε στον περιορισμό κεκτημένου δικαιώματος για κοινοτική χρηματοδότηση, όπως εκτιμά η Ιταλική Κυβέρνηση, αλλά συνίσταται στο γεγονός ότι η Επιτροπή επέβαλε στον εαυτό της, πριν λάβει τις αιτήσεις συνδρομής, ένα όριο, έστω και κατά προσέγγιση, ανά κράτος μέλος, στη χρηματοδότηση των σχεδίων στο πλαίσιο των κοινοτικών πρωτοβουλιών, όριο το οποίο μειώθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά 44,7 εκατομμύρια ECU για την Ιταλική Δημοκρατία.
68. Σ' αυτό το στάδιο του συλλογισμού, θεωρώ, επομένως, ότι η προσφυγή δεν είναι απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου αποτελέσματος της προσβαλλόμενης πράξεως.
Γ - Επί της υπάρξεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως
69. Η Ιταλική Κυβέρνηση, στο πλαίσιο του πρώτου μέρους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από την παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, επικαλείται ανυπαρξία της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Θεωρώ σκόπιμο να εξεταστεί αυτός ο λόγος ακυρώσεως στο κεφάλαιο περί απαραδέκτου. ράγματι, αν η Ιταλική Κυβέρνηση δικαιωνόταν στο σημείο αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση θα έπρεπε να κηρυχθεί ανύπαρκτη και, ως εκ τούτου, η προσφυγή να απορριφθεί ως απαράδεκτη .
70. Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Ιταλική Κυβέρνηση, παραπέμποντας στο έγγραφο της 19ης Ιανουαρίου 1999 του Γενικού Γραμματέα της Επιτροπής, κατέληξε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ανύπαρκτη «καθόσον την υπέγραψε ο Γενικός Γραμματέας και όχι ο ρόεδρος ή άλλο μέλος της Επιτροπής».
71. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διευκρίνισε, με το υπόμνημα αντικρούσεως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη στις 16 Δεκεμβρίου 1998 και το έγγραφο της 19ης Ιανουαρίου 1999 αποτελούσε απλώς κοινοποίηση της εν λόγω αποφάσεως στην Ιταλική Δημοκρατία, η Ιταλική Κυβέρνηση ενέμεινε στην επιχειρηματολογία της, με το υπόμνημα απαντήσεως, αναφέροντας ότι «δεν υφίσταται κείμενο το οποίο περιέχει την απόφαση που έλαβε η Επιτροπή στις 16 Ιανουαρίου 1998».
72. Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Επιτροπή απάντησε ότι το γεγονός ότι πράγματι αποφάσισε να καθορίσει τις προσβαλλόμενες κατανομές κατά τη συνεδρίασή της της 16ης Δεκεμβρίου 1998 «[...] πιστοποιείται σαφώς από τα πρακτικά της εν λόγω συνεδριάσεως, συνδυασμένα με την πρόταση αποφάσεως στην οποία αναφέρονται».
73. Κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου, η Επιτροπή υπέβαλε αντίγραφο των πρακτικών, υπογεγραμμένο από τον ρόεδρο και τον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής.
74. Με την ευκαιρία αυτή, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι τα πρακτικά και μόνον, υπογεγραμμένα από τον ρόεδρο και τον Γενικό Γραμματέα, αρκούσαν για την έγκυρη έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. ράγματι, κατά την Επιτροπή, τα τρία πρώτα εδάφια του άρθρου 16 του εσωτερικού κανονισμού, που προβλέπουν κατ' ουσίαν ότι οι πράξεις που εκδίδονται πρέπει να προσαρτώνται άρρηκτα είτε στα πρακτικά είτε στο ημερήσιο σημείωμα, δεν έχουν εφαρμογή, κατά την άποψή της, εν προκειμένω, διότι ο τύπος αυτός απαιτείται μόνο, βάσει του άρθρου 16, παράγραφος 4, του εσωτερικού κανονισμού, για τις πράξεις που εμπίπτουν σε κάποια από τις κατηγορίες που προβλέπει το άρθρο 189 της Συνθήκης. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελεί απόφαση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αλλά πρέπει να θεωρηθεί πράξη «ιδιότυπη» ή «sui generis». Κατά την Επιτροπή, «δεν υπήρξε [συνεπώς], εν προκειμένω, παράβαση του εσωτερικού κανονισμού της και [....] επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι άκυρη λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου».
75. ώς πρέπει να νοηθούν τα επιχειρήματα αυτά;
76. Με την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά BASF, το Δικαστήριο έκρινε ότι «οι πράξεις οι οποίες πάσχουν ελάττωμα του οποίου η βαρύτητα είναι τόσο πρόδηλη, ώστε να μη μπορεί να είναι ανεκτή από την κοινοτική έννομη τάξη πρέπει να θεωρούνται ότι δεν παρήγαγαν κανένα έννομο αποτέλεσμα, ούτε προσωρινό, δηλαδή να θεωρούνται νομικώς ανύπαρκτες» .
77. Η ανάλυση πρέπει, επομένως, να αρχίσει με το ερώτημα αν η Επιτροπή, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, ενήργησε μη σύννομα και, ειδικότερα, λαμβανομένων των επιχειρημάτων των διαδίκων, αν παρέβη τον εσωτερικό της κανονισμό.
78. Με την απόφαση αυτή, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, η Επιτροπή «[ενέκρινε] τις ενδεικτικές επιδοτήσεις που αναγράφονται στο έγγραφο SEC(1998)2152 και /4 [...]». Τα πρακτικά δεν παρέχουν διευκρινίσεις επί του περιεχομένου της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ήτοι «τις ενδεικτικές επιδοτήσεις που αναφέρονται στο έγγραφο SEC(1998)2152 και /4» και που δεν αποτελούν αντικείμενο πράξεως άρρηκτα προσαρτώμενης στα πρακτικά, στοιχείο που επιβεβαίωσε η Επιτροπή και κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
79. Η Επιτροπή εκτιμά, για τους προεκτεθέντες λόγους, ότι δεν ήταν αναγκαίο να διασαφηνίσει το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε πράξη άρρηκτα προσαρτώμενη στα πρακτικά.
80. Η άποψη αυτή, εντούτοις, δεν με πείθει.
81. Το άρθρο 189, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης ορίζει την απόφαση ως «δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της για τους αποδέκτες που ορίζει».
82. Όπως όμως διαπιστώθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση αποτέλεσε πράξη η οποία παρήγαγε έννομο αποτέλεσμα κατά την έννοια ότι επέβαλε πράγματι όριο στην κοινοτική χρηματοδότηση που μπορεί να χορηγηθεί για τα προγράμματα που εκτελούνται στο πλαίσιο των κοινοτικών πρωτοβουλιών εντός της ιταλικής επικράτειας. Δεν μπορεί, επομένως, να αμφισβητηθεί ο «δεσμευτικός» χαρακτήρας της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
83. Εν συνεχεία, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία πρέπει να θεωρηθεί αποδέκτης της εν λόγω αποφάσεως, τόσο από ουσιαστικής απόψεως, δεδομένου ότι η απόφαση παρήγαγε έννομα αποτελέσματα που άπτονται της εφαρμογής των προγραμμάτων εντός του εδάφους του εν λόγω κράτους, όσο και από τυπικής απόψεως, καθόσον τα πρακτικά αναφέρουν ότι τα κράτη μέλη θα ενημερωθούν επί της εν λόγω αποφάσεως.
84. Φρονώ, συνεπώς, βάσει της αναλύσεως της έννοιας της αποφάσεως που περιέχει το άρθρο 189, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί πράγματι απόφαση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.
85. Άλλα δύο στοιχεία ενισχύουν την άποψη αυτή.
86. ρώτον, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Ιταλική Κυβέρνηση επέστησε την προσοχή του Δικαστηρίου στην απόφαση 93/589/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 28ης Οκτωβρίου 1993, για τον καθορισμό ενδεικτικής ανά κράτος μέλος κατανομής των πιστώσεων αναλήψεως υποχρεώσεων των διαρθρωτικών ταμείων και του χρηματοδοτικού μέσου προσανατολισμού της αλιείας στο πλαίσιο του στόχου 1 ο οποίος προσδιορίζεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2052/82. Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η νομική της βάση, ήτοι το άρθρο 12, παράγραφος 4, του κανονισμού 2052/88, είναι η ίδια με εκείνη στην οποία, κατά την Επιτροπή, στηρίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση.
87. Η απόφαση 93/589 αποτελεί, εξάλλου, αδιαμφισβήτητα, απόφαση υπό την έννοια του άρθρου 189, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης. Αρκεί, πράγματι, να αναφερθεί το άρθρο 2 της αποφάσεως αυτής, το οποίο περιέχει την τυπική φράση σύμφωνα με την οποία «τα κράτη μέλη είναι αποδέκτες της παρούσας αποφάσεως».
88. Καίτοι όμως ο καθορισμός των ενδεικτικών κατανομών βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 4, του κανονισμού 2052/88 οδήγησε, το 1993, στην έκδοση αποφάσεως κατά την έννοια του άρθρου 189, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί δεν συνέβη το ίδιο το 1998, όταν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός και μόνον ότι η Επιτροπή επέλεξε διαφορετικό τύπο για τις δύο αποφάσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί αποφασιστικό, δεδομένου ότι η επιλογή του τύπου δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση μιας πράξεως .
89. Δεύτερον, θεωρώ ότι η στενή ερμηνεία που δίδει η Επιτροπή στον όρο απόφαση, κατά την έννοια του άρθρου 189, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης, δύσκολα συνάδει, τουλάχιστον εν προκειμένω, με τη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία «η κύρωση των πράξεων που προβλέπεται [στο άρθρο 12, πρώτο εδάφιο, του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής, όπως ίσχυε τότε] όχι μόνο δεν αποτελεί τυπική απλώς διαδικασία που αποσκοπεί στην εξασφάλιση της μνήμης της Επιτροπής, αλλά έχει ως στόχο την προστασία της ασφάλειας δικαίου παγιώνοντας το κείμενο που εγκρίθηκε από την ολομέλεια στις γλώσσες που είναι αυθεντικό. Επιτρέπει επομένως να εξακριβωθεί, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, αν τα κοινοποιηθέντα ή δημοσιευθέντα κείμενα ανταποκρίνονται πλήρως προς το κείμενο που εγκρίθηκε από την ολομέλεια και, συγχρόνως, προς τη βούληση του συντάκτη τους. Κατά συνέπεια, η κύρωση των πράξεων η οποία προβλέπεται από το άρθρο 12, πρώτο εδάφιο, του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής αποτελεί ουσιώδη τύπο υπό την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, κατά της παραβάσεως του οποίου χωρεί προσφυγή ακυρώσεως» .
90. Με άλλα λόγια, κατά την άποψή μου, υφίσταται αντίφαση μεταξύ, αφενός, της σπουδαιότητας που αναγνωρίζει το Δικαστήριο στην κύρωση των πράξεων που εκδίδει η Επιτροπή με σκοπό τη διασφάλιση της ασφάλειας δικαίου και, αφετέρου, της στενής ερμηνείας, την οποία προτείνει η Επιτροπή, του πεδίου εφαρμογής των πράξεων για τις οποίες θα ήταν αναγκαία μια τέτοια κύρωση.
91. Συνεπώς, η προπαρατεθείσα νομολογία οδηγεί μάλλον σε ευρεία ερμηνεία του άρθρου 16, τέταρτο εδάφιο, του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής, που καθορίζει τις πράξεις που υπόκεινται σε κύρωση.
92. Θεωρώ, επομένως, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, ότι η Επιτροπή, βάσει του άρθρου 16 του εσωτερικού κανονισμού της, θα έπρεπε να είχε προσαρτήσει άρρηκτα στα πρακτικά την πράξη που περιέχει τις ενδεικτικές επιδοτήσεις που ενέκρινε κατά τη συνεδρίασή της της 16ης Δεκεμβρίου 1998. Μην έχοντας προβεί στην ενέργεια αυτή και παραπέμποντας απλώς σε μια πρόταση αποφάσεως που δεν προσαρτάται, θεωρώ ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τον εσωτερικό κανονισμό της, παραβιάζοντας έτσι έναν ουσιώδη τύπο.
93. Επιβάλλεται να προστεθεί ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο θεωρητικό. ράγματι, όπως προαναφέρθηκε, από τη σύγκριση μεταξύ, αφενός, του πίνακα 2, που είχε επισυναφθεί στην πρόταση αποφάσεως, και, ειδικότερα, στο έγγραφο SEC(1998)2152, και, αφετέρου, του ίδιου πίνακα 2 που κοινοποιήθηκε στην Ιταλική Δημοκρατία με έγγραφο του Γενικού Γραμματέα της 19ης Ιανουαρίου 1999 προκύπτει ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ των πινάκων αυτών που υποτίθεται ότι ταυτίζονται όσον αφορά δύο ποσά που σχετίζονται με το πρόγραμμα REFEX στο Ηνωμένο Βασίλειο. Επομένως, τουλάχιστον όσον αφορά τα δύο αυτά ποσά, είναι αδύνατον, ελλείψει κυρώσεως, να γνωρίζουμε ποιο ποσό εγκρίθηκε από το σώμα των επιτρόπων.
94. Απομένει να εξεταστεί το ζήτημα αν η παρατυπία της Επιτροπής είναι τόσο σοβαρή ώστε να καθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση ανύπαρκτη.
95. Φρονώ ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική.
96. ράγματι, όπως έκρινε το Δικαστήριο, με την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά BASF κ.λπ., «[η] βαρύτητα των συνεπειών που συνδέονται προς την αναγνώριση του ανυποστάτου μιας πράξεως των θεσμικών οργάνων της Κοινότητας επιτάσσει, για λόγους ασφάλειας δικαίου, να επιφυλάσσεται η αναγνώριση αυτή σε εντελώς ακραίες περιπτώσεις» .
97. Η παράβαση του ουσιώδους τύπου την οποία, κατά την άποψή μου, διέπραξε η Επιτροπή δεν εμπίπτει στην κατηγορία των «εντελώς ακραίων περιπτώσεων». ρόκειται, βεβαίως, για παρατυπία, αλλά δεν είναι αρκετά σοβαρή ώστε να στοιχειοθετήσει την ανυπαρξία της οικείας πράξεως.
98. Συναφώς, θεωρώ ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή, όπως πιστοποιούν τα πρακτικά, ενέκρινε πράγματι τις ενδεικτικές κατανομές αποτελεί σημαντικό στοιχείο. Στο σημείο αυτό, εμπνέομαι από την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά BASF κ.λπ., με την οποία το Δικαστήριο αναγνώρισε την ύπαρξη της προσβαλλόμενης αποφάσεως, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι «η Επιτροπή, κατά τη συνεδρίαση της 21ης Δεκεμβρίου 1988, όπως αποδεικνύουν και τα σχετικά πρακτικά, πράγματι αποφάσισε την έγκριση του διατακτικού που διαλαμβάνεται στα πρακτικά αυτά, ανεξάρτητα από τα ελαττώματα που πάσχει η απόφαση αυτή» .
99. Καταλήγω, επομένως, στο συμπέρασμα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανύπαρκτη και, ως εκ τούτου, η προσφυγή είναι παραδεκτή.
Επί της ουσίας
Α - Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που στηρίζεται σε έλλειψη αιτιολογίας
100. Όπως με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Ιταλική Κυβέρνηση επικαλείται παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 253 ΕΚ). Η Ιταλική Κυβέρνηση χώρισε τον λόγο αυτόν σε δύο ενότητες, ήτοι σε μια πρώτη ενότητα που αφορά την ανυπαρξία της προσβαλλόμενης πράξεως και σε μια δεύτερη ενότητα που αφορά την παντελή έλλειψη αιτιολογίας.
101. Η πρώτη ενότητα, η οποία αφορά την ανυπαρξία της προσβαλλόμενης πράξεως, εξετάστηκε ανωτέρω και συνήχθη το συμπέρασμα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου διότι η Επιτροπή δεν τήρησε τη διαδικασία κυρώσεως που προβλέπει το άρθρο 16 του εσωτερικού κανονισμού.
102. Συνεπώς, κατέληξα στο να προτείνω την ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
103. ροκειμένου η εξέταση να είναι πλήρης, επιβάλλεται, ωστόσο, να εξεταστούν και οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως που προβάλλει η Ιταλική Κυβέρνηση.
104. Με τη δεύτερη ενότητα του λόγου ακυρώσεως, η Ιταλική Κυβέρνηση επικαλείται παντελή έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
105. Η Επιτροπή αμφισβητεί το επιχείρημα αυτό, αναφέροντας ότι η Ιταλική Κυβέρνηση συνεργάστηκε στενά στη διαδικασία καταρτίσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και γνώριζε, επομένως, την αιτιολογία της Επιτροπής. Υπό τις συνθήκες αυτές και λαμβανομένου υπόψη του εγγράφου του Γενικού Γραμματέα, της 19ης Ιανουαρίου 1999, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη.
106. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως αποτελεί ουσιώδη τύπο.
ράγματι, «το άρθρο 190, επιβάλλοντας στην Επιτροπή την υποχρέωση να αιτιολογεί τις αποφάσεις της, δεν ικανοποιεί μόνο τυπική προϋπόθεση, αλλά σκοπεί να παράσχει στους διαδίκους τη δυνατότητα υπερασπίσεως των δικαιωμάτων τους, στο Δικαστήριο τη δυνατότητα ασκήσεως του ελέγχου του και στα κράτη μέλη, καθώς και σε κάθε ενδιαφερόμενο υπήκοο, τη δυνατότητα να πληροφορηθούν τις περιστάσεις υπό τις οποίες η Επιτροπή εφάρμοσε τη Συνθήκη» .
107. Εν προκειμένω, όμως, διαπιστώνουμε ότι το έγγραφο που, όσον αφορά την προσβαλλόμενη απόφαση, εκφράζει τη βούληση του σώματος των επιτρόπων, ήτοι η σκέψη 8 των πρακτικών της συνεδριάσεως της 16ης Δεκεμβρίου 1998, δεν περιέχει καμία αιτιολογία. εριορίζεται στην αναφορά ότι η Επιτροπή εγκρίνει τις ενδεικτικές κατανομές και αποφασίζει να ενημερώσει προς τούτο ιδίως τα κράτη μέλη.
108. Είναι αληθές ότι το έγγραφο του Γενικού Γραμματέα της 19ης Ιανουαρίου 1999 περιέχει πολύ βραχεία αιτιολογία. Εντούτοις, δεδομένου ότι ο Γενικός Γραμματέας δεν είναι το σώμα των επιτρόπων, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αιτιολογημένη. ράγματι, «επειδή το διατακτικό και η αιτιολογία μιας αποφάσεως αποτελούν ένα αδιαίρετο σύνολο, εναπόκειται αποκλειστικά στην ολομέλεια της Επιτροπής, βάσει της αρχής της συλλογικότητας, να υιοθετήσει συγχρόνως τόσο το ένα όσο και το άλλο» .
109. Είναι επίσης αληθές ότι η Ιταλική Κυβέρνηση, έχοντας συμμετάσχει στις εργασίες που οδήγησαν στην προσβαλλόμενη απόφαση, για παράδειγμα με την παρουσία της στη συνεδρίαση της επιτροπής διαχειρίσεως της 22ας Σεπτεμβρίου 1998, γνώριζε τους λόγους που ενέπνευσαν την Επιτροπή για την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Εντούτοις, φρονώ ότι το στοιχείο αυτό δεν αρκεί για να θεραπευθεί η παντελής έλλειψη αιτιολογίας στην ίδια την πράξη.
110. ράγματι, όπως προκύπτει από την προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής, η αιτιολογία δεν αποσκοπεί μόνο στο να παράσχει στους διαδίκους τη δυνατότητα να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους, αλλά επίσης, μεταξύ άλλων, στο να επιτραπεί στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του. Αυτό συνεπάγεται ότι δεν αρκεί ένας από τους οικείους διαδίκους, εν προκειμένω η Ιταλική Κυβέρνηση, να γνωρίζει, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, την αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η εν λόγω απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη.
111. Εξάλλου, από τη νομολογία που παραθέτει η Επιτροπή, προς στήριξη της θέσεώς της, προκύπτει ότι η γνώση της αιτιολογίας αποτελεί παράγοντα ικανό να συμπληρώσει την αιτιολογία, όχι όμως να την αντικαταστήσει. Για παράδειγμα, με τις αποφάσεις Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής και Ιταλία κατά Επιτροπής , το Δικαστήριο έκρινε ότι «στις αποφάσεις περί εκκαθαρίσεως λογαριασμών δεν απαιτείται λεπτομερής αιτιολογία , εφόσον η ενδιαφερόμενη κυβέρνηση συνεργάστηκε στενά κατά τη διαδικασία καταρτίσεως της αποφάσεως».
112. Επίσης, με την απόφαση Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής, της 14ης Φεβρουαρίου 1990 , το Δικαστήριο έκρινε ότι, «κατά πάγια νομολογία, το ζήτημα κατά πόσον η αιτιολογία μιας αποφάσεως είναι σύμφωνη με τις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης πρέπει να κρίνεται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά και [] των συμφραζομένων, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα».
113. Η διατύπωση μιας αποφάσεως πρέπει, επομένως, να περιέχει τουλάχιστον τα σημαντικά στοιχεία που οδήγησαν στην έκδοσή της. Ως προς τα λοιπά, μπορεί να γίνει αναφορά στα πραγματικά περιστατικά και στο νομικό πλαίσιο.
114. Επειδή, όσον αφορά την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν πρόκειται περί αυτού, θεωρώ ότι η απόφαση αυτή πάσχει έλλειψη αιτιολογίας, στοιχείο το οποίο αποτελεί επίσης λόγο ακυρώσεως.
Β - Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, που στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 24 του κανονισμού 4253/88
115. Η Ιταλική Κυβέρνηση εκτιμά ότι η Επιτροπή παρέβη επίσης το άρθρο 24 του κανονισμού 4253/88.
116. Όπως και η Επιτροπή, θεωρώ ότι δεν τελέστηκε τέτοια παράβαση. ράγματι, η προπαρατεθείσα διάταξη αφορά, όπως πιστοποιεί η ονομασία της, τη μείωση, την αναβολή και την ακύρωση των συνδρομών που ήδη χορηγήθηκαν. Δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η Επιτροπή δεν μείωσε, δεν ανέστειλε ή δεν ακύρωσε τις συνδρομές που ήδη χορηγήθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παρέβη το άρθρο 24 του κανονισμού 4253/88.
117. ρέπει επομένως να απορριφθεί αυτός ο λόγος ακυρώσεως.
Γ - Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, που στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 12 του κανονισμού 2052/88
118. Η Ιταλική Κυβέρνηση, διαπιστώνοντας, καταρχήν, ότι «[η] παντελής έλλειψη αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν παρέχει δυνατότητα [...] γνώσεως της νομικής βάσεως που σκέφθηκε να χρησιμοποιήσει η Επιτροπή», εκτίμησε, με το δικόγραφό της, ότι «η φράση "ενδεικτικές κατανομές" πιθανότατα αντλήθηκε από το άρθρο 12 του κανονισμού [2052/88]». Από τούτο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, εφάρμοσε τη διάταξη αυτή. Εντούτοις, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή παρέβη την εν λόγω διάταξη, διότι δεν ακολούθησε τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 25 του κανονισμού 4253/88.
119. Η Επιτροπή απαντά ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 25 διαδικασία δεν έπρεπε να ακολουθηθεί, καθόσον εφαρμόζεται σε περίπτωση τροποποιήσεως συνδρομής που έχει ήδη χορηγηθεί. Επίσης, εκτιμά ότι οι κατανομές που προβλέπει το άρθρο 12, παράγραφος 4, του κανονισμού 2052/88 είναι και παραμένουν ενδεικτικές και μπορούν, επομένως, να τροποποιηθούν καθόλη τη διάρκεια της περιόδου αυτής.
120. Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Επιτροπή διευκρινίζει, εντούτοις, ότι «πρέπει να μεταβληθεί ο ισχυρισμός ότι το άρθρο 12 του κανονισμού [2052/88] εφαρμόζεται άμεσα στις κοινοτικές πρωτοβουλίες. Όπως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο του εν λόγω άρθρου, η Επιτροπή καθορίζει τις ενδεικτικές κατανομές "για καθέναν από τους στόχους 1 έως 4 και 5β", ήτοι για τις κύριες διαρθρωτικές παρεμβάσεις και όχι ρητώς για τις κοινοτικές πρωτοβουλίες. Εντούτοις, η Επιτροπή αποφάσισε να εφαρμόσει, κατ' αναλογία, το εν λόγω άρθρο στις κοινοτικές πρωτοβουλίες, θεωρώντας ότι οι ενδεικτικές κατανομές αποτελούσαν όργανο προγραμματισμού που μπορούσε να είναι χρήσιμο και για τις πρωτοβουλίες αυτές».
121. Εν όψει της επαναλήψεως αυτής της παρατηρήσεως από την Επιτροπή, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι, υπ' αυτές τις συνθήκες, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομικής βάσεως.
122. ώς πρέπει να νοηθεί αυτός ο λόγος ακυρώσεως;
123. Θεωρώ ότι, κατόπιν της διευκρινίσεως της Ιταλικής Κυβερνήσεως, πρέπει να νοηθεί ως λόγος ακυρώσεως στηριζόμενος στην έλλειψη νομικής βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
124. αρά τη διευκρίνιση αυτή που δόθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, θεωρώ ότι δεν πρόκειται για νέο λόγο ακυρώσεως, εκπρόθεσμο, κατά το άρθρο 42, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας. ράγματι, ενόψει της ανταλλαγής των επιχειρημάτων που εκτέθηκαν ανωτέρω, ο λόγος ακυρώσεως αποτελεί, κατά την άποψή μου, εξέλιξη του λόγου ακυρώσεως που προέβαλε αρχικώς η Ιταλική Κυβέρνηση. Επίσης, αν δεν επρόκειτο περί αυτού, θα θεωρούσα ότι το γεγονός ότι ο λόγος ακυρώσεως δεν διευκρινίστηκε παρά στην επ' ακροατηρίου συζήτηση οφείλεται, εν πάση περιπτώσει, σε πραγματικό περιστατικό που αποκαλύφθηκε κατά τη διαδικασία, ήτοι την προπαρατεθείσα παρατήρηση της Επιτροπής που εκτέθηκε για πρώτη φορά στο υπόμνημα ανταπαντήσεως.
125. Απομένει, επομένως, να εξεταστεί το ερώτημα αν η νομική βάση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι το άρθρο 12, παράγραφος 4, του κανονισμού 2052/88.
126. Το άρθρο 12, παράγραφος 4, του κανονισμού 2052/88 προβλέπει ότι «[η] Επιτροπή καθορίζει [...] τις ενδεικτικές κατανομές ανά κράτος μέλος, για κάθε έναν από τους στόχους 1 έως 4 και 5β των πιστώσεων αναλήψεως υποχρεώσεων των διαρθρωτικών ταμείων [...]» .
127. Βασιζόμενοι μόνο στο κείμενο του άρθρου 12, παράγραφος 4, θα μπορούσαμε να ασπαστούμε τη θέση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία η αναφορά σε «κάθε έναν από τους στόχους 1 έως 4 και 5β» συνεπάγεται ότι θίγονται μόνον οι κύριες διαρθρωτικές παρεμβάσεις, ήτοι οι παρεμβάσεις της Κοινότητας που πραγματοποιούνται «με πρωτοβουλία των κρατών μελών», κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 5, τρίτον εδάφιο, του κανονισμού 2052/88, και όχι οι κοινοτικές πρωτοβουλίες, ήτοι οι παρεμβάσεις που πραγματοποιούνται με πρωτοβουλία «της Επιτροπής, με τη σύμφωνη γνώμη του οικείου κράτους μέλους», κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως. ράγματι, οι πρωτοβουλίες αυτές, λόγω του ενδιαφέροντος που παρουσιάζουν για την Κοινότητα εν γένει, είναι μάλλον δυσκολότερο να κατανεμηθούν κατ' αντικείμενο σε κάθε κράτος μέλος.
128. Αν γινόταν δεκτή η θέση αυτή, θα έπρεπε να συναχθεί ότι οι ενδεικτικές κατανομές που αφορούν τις παρεμβάσεις που πραγματοποιούνται «με πρωτοβουλία της Επιτροπής» στερούνται νομικής βάσεως και αποτελούν μόνο γενικές κατευθυντήριες γραμμές πολιτικού χαρακτήρα που έθεσε στον εαυτό της η ίδια η Επιτροπή.
129. Στην περίπτωση αυτή όμως, η Επιτροπή δεν δικαιούνταν να αντλήσει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, δεν δικαιούνταν, επικαλούμενη μόνον τη μείωση του ποσοστού συμμετοχής της Ιταλικής Δημοκρατίας, να αρνηθεί μέρος της ενισχύσεως της κοινοτικής επιδοτήσεως του προγράμματος, για το οποίο έγινε λόγος στην ανωτέρω σκέψη 65. Θα μπορούσε να αρνηθεί αυτήν την επιπλέον επιδότηση επικαλούμενη μόνον επιχειρήματα που αφορούσαν τα χαρακτηριστικά ή την εκτέλεση του προγράμματος αυτού καθεαυτό.
130. Θεωρώ εντούτοις ότι η ερμηνεία σύμφωνα με την οποία το άρθρο 12, παράγραφος 4, δεν εφαρμόζεται στις παρεμβάσεις που πραγματοποιούνται με πρωτοβουλία της Επιτροπής δεν λαμβάνει υπόψη την οικονομία και τη δομή του άρθρου 12.
131. ράγματι, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι με το άρθρο 12, παράγραφος 1, το Συμβούλιο καθορίζει, καταρχήν, το σύνολο των διαθέσιμων πόρων για ανάληψη υποχρεώσεων των διαρθρωτικών ταμείων και του χρηματοδοτικού μέσου προσανατολισμού της αλιείας, οι οποίοι ανέρχονται, σε τιμές 1992, σε 141 471 εκατομμύρια ECU για την περίοδο 1994-1999. Κατόπιν ορισμένων διευκρινίσεων στις παραγράφους 2 και 3 όσον αφορά τον στόχο 1, το Συμβούλιο δίνει εντολή στην Επιτροπή, με το άρθρο 12, παράγραφος 4, να ορίσει τις ενδεικτικές κατανομές «των πιστώσεων αναλήψεως υποχρεώσεων των διαρθρωτικών ταμείων». Μόνον κατόπιν αυτού, με το άρθρο 12, παράγραφος 5, το Συμβούλιο αποφασίζει να αφιερώσει ποσοστό 1,9 % των πιστώσεων αναλήψεως υποχρεώσεων των διαρθρωτικών ταμείων στις κοινοτικές πρωτοβουλίες.
132. Θεωρώ ότι η διατύπωση αυτή επιτρέπει το συμπέρασμα ότι η υποχρέωση της Επιτροπής να ορίσει ενδεικτικές κατανομές καλύπτει το σύνολο των πιστώσεων αναλήψεως υποχρεώσεων των διαρθρωτικών ταμείων και όχι μόνον τις πιστώσεις αναλήψεως για τις κύριες διαρθρωτικές παρεμβάσεις. ράγματι, φρονώ ότι, δεδομένης της δομής και της λογικής του άρθρου 12 του εν λόγω κανονισμού, η αναφορά που περιέχει η εν λόγω διάταξη στις «πιστώσεις αναλήψεως υποχρεώσεων των διαρθρωτικών ταμείων» αφορά τις πιστώσεις αναλήψεως που καθορίζει το Συμβούλιο στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού και, επομένως, καλύπτει όλες τις μορφές παρεμβάσεως. Δεδομένου ότι για την κατανομή των πιστώσεων αυτών, αφενός, για τις κύριες διαρθρωτικές παρεμβάσεις και, αφετέρου, για τις κοινοτικές πρωτοβουλίες γίνεται λόγος μόνο στην επόμενη παράγραφο, θεωρώ ότι η κατανομή αυτή δεν έχει επίδραση επί του περιεχομένου του όρου «πιστώσεις αναλήψεως υποχρεώσεων των διαρθρωτικών ταμείων» στην παράγραφο 4.
133. Επίσης, από το άρθρο 12, παράγραφος 4, μπορεί να συναχθεί ότι το Συμβούλιο θεωρεί ότι ο καθορισμός ενδεικτικών κατανομών από την Επιτροπή αποτελεί χρήσιμο εργαλείο εργασίας στη διαχείριση των ταμείων. Δεν είναι βέβαιον όμως ότι το εργαλείο αυτό είναι χρήσιμο μόνο για τις κύριες διαρθρωτικές παρεμβάσεις και όχι για τις κοινοτικές πρωτοβουλίες.
134. Επομένως, ελλείψει σαφούς ενδείξεως, στο κείμενο του κανονισμού 2052/88, ότι η υποχρέωση καθορισμού των ενδεικτικών κατανομών δεν καλύπτει τις κοινοτικές πρωτοβουλίες και δεδομένης της δομής του άρθρου 12 του εν λόγω κανονισμού, θεωρώ ότι το άρθρο 12, παράγραφος 4, του κανονισμού 2052/88 αποτελεί επαρκή νομική βάση για τον εκ μέρους της Επιτροπής καθορισμό ενδεικτικών κατανομών για τις κοινοτικές πρωτοβουλίες.
135. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται, επομένως, νομικής βάσεως.
136. Ακολούθως, επιβάλλεται να εξεταστεί αν, όπως υποστηρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή, τροποποιώντας τις ενδεικτικές κατανομές χωρίς να ακολουθήσει τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 25 του κανονισμού 4253/88, παρέβη το άρθρο 12, παράγραφος 4.
137. Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι από τη διατύπωση της εν λόγω διατάξεως προκύπτει ότι αυτή εφαρμόζεται σε περίπτωση προσαρμογής των λεπτομερειών εφαρμογής μιας επιδοτήσεως που έχει ήδη χορηγηθεί και όχι σε περίπτωση τροποποιήσεως των ενδεικτικών κατανομών.
138. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, επομένως, ότι ο τρίτος λόγος ακυρώσεως είναι, κατά την άποψή μου, αβάσιμος.
Δ - Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, που στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 4 του κανονισμού 2052/88 και της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
139. Η Ιταλική Κυβέρνηση εκτιμά ότι η Επιτροπή παρέβη επίσης το άρθρο 4 του κανονισμού 2052/88, που θέτει την αρχή της εταιρικής σχέσεως, όσον αφορά «την προετοιμασία, τη χρηματοδότηση, την εκ των προτέρων εκτίμηση, την παρακολούθηση και την εκ των υστέρων αξιολόγηση των ενεργειών». Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή έπρεπε να εμπλέξει σε σημαντικότερο βαθμό τα κράτη μέλη στη διαδικασία λήψεως αποφάσεως, ζητώντας ακόμη και τη συγκατάθεσή τους επί των νέων ενδεικτικών κατανομών.
140. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το εν λόγω άρθρο 4 προβλέπει επίσης ότι «η εταιρική σχέση οργανώνεται με πλήρη τήρηση των αντίστοιχων θεσμικών, νομικών και δημοσιονομικών αρμοδιοτήτων καθενός των εταίρων». Δεδομένου ότι το άρθρο 12, παράγραφος 4, του κανονισμού 2052/88 παρέχει αρμοδιότητα στην Επιτροπή να καθορίσει τις ενδεικτικές κατανομές, θεωρώ ότι εκείνη δεν παραβίασε την αρχή της εταιρικής σχέσεως με την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως χωρίς τη συγκατάθεση της Ιταλικής Κυβερνήσεως.
141. Επίσης, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση, θεωρώ ότι η Επιτροπή, μη ακολουθώντας τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 25 του κανονισμού 4253/88, δεν παραβίασε την αρχή της εταιρικής συμμετοχής. ράγματι, όπως διαπιστώθηκε ανωτέρω, από τη διατύπωση της εν λόγω διατάξεως προκύπτει ότι αυτή εφαρμόζεται σε περίπτωση προσαρμογής των λεπτομερειών εφαρμογής επιδοτήσεως που έχει ήδη χορηγηθεί και όχι σε περίπτωση τροποποιήσεως των ενδεικτικών κατανομών.
142. Η Επιτροπή, εξάλλου, όπως εξηγεί η ίδια, ενέπλεξε σε σημαντικό βαθμό ορισμένα κράτη μέλη στην προετοιμασία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ιδίως με την υποβολή του σχεδίου αυτής προς γνωμοδότηση στην επιτροπή διαχειρίσεως.
143. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της εταιρικής σχέσεως.
144. Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η Ιταλική Κυβέρνηση επικαλείται επίσης παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
145. Θεωρώ, όπως και η Επιτροπή, ότι το άρθρο 12, παράγραφος 4, του κανονισμού 2052/88 δεν επιτρέπει το συμπέρασμα ότι, όταν καθορίζονται οι ενδεικτικές κατανομές, αυτές παγιώνονται για πάντα και ότι δεν χωρεί πλέον καμία τροποποίηση.
146. Μια τέτοια ερμηνεία όχι μόνο δεν προκύπτει από την προπαρατεθείσα διάταξη, αλλά τη θεωρώ επίσης αντίθετη προς την αρχή της χρηστής οικονομικής διαχειρίσεως.
147. ράγματι, η Επιτροπή εξηγεί ότι οι νέες ενδεικτικές κατανομές δεν καθορίστηκαν μόνο για να αποδεσμευθεί ποσό 100 εκατομμυρίων ECU για το πρόγραμμα PEACE, αλλά αποτελούν επίσης συνέχεια αιτήσεως της επιτροπής δημοσιονομικού ελέγχου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς την Επιτροπή περί εκτιμήσεως της προόδου της εφαρμογής των κοινοτικών πρωτοβουλιών ανά κράτος μέλος καθώς και ενδεχόμενων δυνατοτήτων αναδιαθέσεως, οι οποίες θα ήταν ικανές να εξασφαλίσουν σημαντικότερο ποσοστό δαπάνης του ποσού που αναγράφεται στον προϋπολογισμό για τις εν λόγω πρωτοβουλίες.
148. Κατά την Επιτροπή, «τη σπουδαιότητα της εκτιμήσεως αυτής ενίσχυε το γεγονός ότι πλησίαζε το τέλος της περιόδου προγραμματισμού. ράγματι, όλες οι δράσεις για τις οποίες δεν συμφωνήθηκε ανάληψη σε εθνικό επίπεδο πριν τις 31 Δεκεμβρίου 1999 δεν μπορούσαν να επιδοτηθούν και τα ταμεία που συνδέονταν με αυτές, κατόπιν της θεσπίσεως του γενικού προϋπολογισμού των Κοινοτήτων, θα εμφάνιζαν έλλειμμα όσον αφορά τις διαρθρωτικές πολιτικές».
149. Από τις διευκρινίσεις αυτές προκύπτει ότι μια ερμηνεία, όπως αυτή που προτείνει η Ιταλική Κυβέρνηση, βάσει της οποίας οι αρχικές ενδεικτικές κατανομές είναι οριστικές, δεν συνάδει προς τις επιταγές της χρηστής οικονομικής διαχειρίσεως. Η ερμηνεία αυτή, που δεν μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 12, παράγραφος 4, δεν μπορεί, συνεπώς, να γίνει δεκτή.
150. Επομένως, δεδομένου ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί προσαρμογή των ενδεικτικών κατανομών, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι οι αρχικές ενδεικτικές κατανομές του δημιούργησαν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη.
151. Επίσης, η Επιτροπή προσκομίζει έγγραφα που αποδεικνύουν ότι επιφύλαξε ρητώς, στο πλαίσιο της προετοιμασίας των αρχικών κατανομών κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής διαχειρίσεως στις 25 και 26 Μαϊου 1994, όπως και στο έγγραφο με το οποίο κοινοποιήθηκαν οι κατανομές αυτές στα κράτη μέλη, το δικαίωμα να τροποποιήσει σε μετέπειτα στάδιο τις χρηματοδοτικές συνδρομές.
152. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι αρχικές κατανομές δημιούργησαν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στην Ιταλική Κυβέρνηση.
153. Θεωρώ, επομένως, ότι ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως δεν είναι βάσιμος.
E - Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, που στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 2 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 2 ΕΚ) και της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
154. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή «δεν αντελήφθη την υποχρέωση που της επέβαλε το άρθρο 2 της Συνθήκης να εισαγάγει πρόταση για την εφαρμογή [πολιτικής κατευθυντήριας γραμμής, κοινής σε όλα τα κράτη μέλη, με σκοπό να εκδηλώσουν απτώς την αλληλεγγύη τους προς τη διαδικασία ειρήνης που βρίσκεται σε εξέλιξη στη Βόρεια Ιρλανδία], καλώντας όλη την Ένωση να συμβάλει, με συγκεκριμένο τρόπο και αναλόγως προς τους απαιτούμενους πόρους, στην επίτευξη του σκοπού αυτού. Η Επιτροπή επέλεξε, αντιθέτως, μια λύση που, βασιζόμενη σε κριτήρια εντελώς ξένα, παραβίασε τις αρχές της κοινωνικής συνοχής και της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών. Επίσης, η λύση που επελέγη με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει και την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, δεδομένου ότι η μείωση της επιδοτήσεως που χορηγήθηκε στην Ιταλία είναι μεγαλύτερη από την αντίστοιχη όλων των άλλων κρατών μελών».
155. Η Ιταλική Κυβέρνηση εκτιμά, επομένως, ότι η μείωση των ενδεικτικών κατανομών επηρέασε την Ιταλική Δημοκρατία κατά δυσανάλογο τρόπο, γεγονός που συνιστά παράβαση του άρθρου 2 της Συνθήκης καθώς και της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
156. Όσον αφορά το άρθρο 2 της Συνθήκης, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβαίνει την εν λόγω διάταξη, διότι η διάταξη αυτή δεν είναι διατυπωμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργεί ειδικές υποχρεώσεις και δικαιώματα για τα κράτη μέλη και τα διάφορα θεσμικά όργανα. Κατά την ίδια έννοια, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εκτιμά ότι «οι σκοποί πρέπει να επιτευχθούν με την εφαρμογή ειδικών διατάξεων της Συνθήκης, με την έκδοση κανόνων παραγώγου δικαίου και με την εφαρμογή των κανόνων αυτών από τα κοινοτικά όργανα και/ή τα κράτη μέλη [...]. Συνεπώς, η νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως πρέπει να εκτιμηθεί λαμβανομένων υπόψη των ειδικών κοινοτικών κανόνων στους οποίους στηρίζεται η απόφαση, συμπεριλαμβανομένων των γενικών αρχών του [κοινοτικού] δικαίου».
157. Θεωρώ ότι επιβάλλεται η παραπομπή στην απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Σεπτεμβρίου 1987 , με την οποία κρίθηκε ότι, «[ό]σον αφορά [το αντικείμενο του άρθρου 2 της Συνθήκης, το οποίο συνίσταται στην] προώθηση της επιταχυνόμενης ανυψώσεως του βιοτικού επιπέδου, πρέπει να σημειωθεί ότι αποτελεί έναν από τους σκοπούς που υπαγόρευσε τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, σκοπός ο οποίος, λόγω της γενικότητάς του και της συστηματικής σχέσεώς του με τη δημουργία της κοινής αγοράς και την προοδευτική προσέγγιση της οικονομικής πολιτικής, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία εννόμων υποχρεώσεων εις βάρος των κρατών μελών ούτε δικαιωμάτων υπέρ των ατόμων».
158. Κατ' αναλογία, θεωρώ ότι ο σκοπός της ενισχύσεως της οικονομικής και κοινωνικής συγκλίσεως, όπως προβλέπεται από το άρθρο 2, σημείο ι_, της Συνθήκης , δεν είναι αρκετά σαφής ώστε να μπορεί να αντληθεί συγκεκριμένη υποχρέωση εις βάρος της Επιτροπής, όπως ο καθορισμός ορισμένης μεθόδου βάσει της οποίας η Επιτροπή θα έπρεπε να κατανείμει μεταξύ των κρατών μελών τη μείωση των ενδεικτικών επιδοτήσεων υπέρ του προγράμματος PEACE. Η διάταξη αυτή δεν επιτρέπει επίσης το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να εισαγάγει νομοθετική πρόταση για τη θέση σε ισχύ της αλληλεγγύης προς τη διαδικασία ειρήνης στη Βόρεια Ιρλανδία.
159. Δεν υπήρξε, επομένως, κατά την αποψή μου, παράβαση του άρθρου 2 της Συνθήκης.
160. Όσον αφορά την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η Ιταλική Κυβέρνηση αναφέρει ότι, στο σύνολο των μειώσεων που πραγματοποιήθηκαν, που αντιστοιχεί σε 83,6 εκατομμύρια ECU, η Ιταλική Δημοκρατία υπέστη μείωση κατά 44,7 εκατομμύρια ECU, ενώ επωφελείται μόνον του 13 % του συνόλου των πόρων.
161. Η Ιταλική Κυβέρνηση εκτιμά ότι «η Επιτροπή έπρεπε να είχε επιδοθεί στην εξεύρεση πόρων προς χρηματοδότηση του προγράμματος PEACE, με τη συμμετοχή, προφανώς, όλων των κρατών μελών, ώστε να βρεθούν, σύμφωνα με τις κοινές υποδείξεις, τα αναγκαία μέσα» και «ότι θα μπορούσαμε να είχαμε φθάσει σε μείωση με διαφορετικό τρόπο, ήτοι αξιοποιώντας αναλογικώς τους μη προγραμματισμένους πόρους και την αυτόματη αναπροσαρμογή».
162. Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Ιταλική Κυβέρνηση επικρίνει το κριτήριο που χρησιμοποιεί η Επιτροπή για τον υπολογισμό των νέων κατανομών, ήτοι το στάδιο στο οποίο βρισκόταν η εφαρμογή των κοινοτικών πρωτοβουλιών στις 31 Δεκεμβρίου 1997. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, «[τ]ο κριτήριο αυτό αποδεικνύεται ότι συνιστά δυσμενή διάκριση. Ευνοεί τα κράτη μέλη που, τυχαίως, έτυχαν εγκρίσεως των προγραμμάτων τους σε εύλογο χρόνο, αλλά δεν ευνοεί κράτη μέλη, όπως η Ιταλία, που υπέστησαν πολύ σημαντικές καθυστερήσεις στην έγκριση των προγραμμάτων που παρουσιάστηκαν».
163. Η Επιτροπή απαντά ότι η χρησιμοποιούμενη μέθοδος υπολογισμού ήταν σύμφωνη προς τις αρχές της χρηστής οικονομικής διαχειρίσεως που προβλέπει το άρθρο 2 του δημοσιονομικού κανονισμού, της 21ης Δεκεμβρίου 1997, που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , όπως τροποιήθηκε για τελευταία φορά, ως προς την ημερομηνία λήψεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με τον κανονισμό (ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) 2548/98 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1998 .
164. Όσον αφορά το επιχείρημα περί καθυστερήσεως στην έκδοση των αποφάσεων χορηγήσεως, η Επιτροπή εκτιμά ότι πρόκειται για νέο λόγο ακυρώσεως και, επομένως, απαράδεκτο. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η καθυστέρηση οφειλόταν στο γεγονός ότι, για το μεγαλύτερο τμήμα των προτάσεων των ιταλικών αρχών, δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 4253/88, οι οποίες έπρεπε να πληρούνται για να είναι έγκυρες οι προτάσεις.
165. Συναφώς, θεωρώ, καταρχήν, ότι το επιχείρημα περί της καθυστερήσεως στην έκδοση των αποφάσεων χορηγήσεως δεν αποτελεί νέο λόγο ακυρώσεως. ράγματι, από τη διατύπωση του εν λόγω επιχειρήματος προκύπτει ότι αυτό εντάσσεται στο πλαίσιο του λόγου ακυρώσεως που αφορά την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και ότι αποτελεί εξέλιξη αυτού, προς απάντηση, εξάλλου, στις εξηγήσεις επί της μεθόδου υπολογισμού που παρέσχε η Επιτροπή στο υπόμνημα αντικρούσεως. Επομένως, κατά την άποψή μου, το εν λόγω επιχείρημα πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως.
166. Ακολούθως, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η γενική αρχή της ισότητας, που αποτελεί μια από τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου, επιτάσσει παρεμφερείς καταστάσεις να μην αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο, τουλάχιστον εφόσον δεν δικαιολογείται αντικειμενικώς διαφοροποίηση .
167. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία υπέστη πολύ σημαντικότερη μείωση από τα άλλα κράτη μέλη, επιβάλλεται να εξεταστεί αν αυτή η διαφορετική μεταχείριση ήταν αντικειμενικώς δικαιολογημένη.
168. Η διαφορετική μεταχείριση είναι το αποτέλεσμα της μεθόδου υπολογισμού που χρησιμοποιεί η Επιτροπή. Η Επιτροπή, παραπέμποντας στο έγγραφο εργασίας που υποβλήθηκε στην επιτροπή διαχειρίσεως κατά τη συνεδρίασή της της 22ας Σεπτεμβρίου 1998, εξηγεί ότι εφάρμοσε τον μέσο όρο δύο αξιών. Η πρώτη αξία ήταν το αποτέλεσμα ενός υπολογισμού που αντικατοπτρίζει «τη σύγκριση μεταξύ του σταδίου στο οποίο βρίσκονται πραγματικά τα διάφορα προγράμματα και του ελάχιστου [] ποσοστού εφαρμογής για τη βιωσιμότητά τους: αν, από το 1994 έως το 1997, το οικείο κράτος μέλος δεν ήταν σε θέση να αναλάβει πλέον του 25 % των πιστώσεων που του χορηγήθηκαν, η πιθανότητα υλοποιήσεως των προγραμμάτων αυτών κατά τρόπο που να τους επιτρέπει να τύχουν επιδοτήσεως (λαμβάνοντας υπόψη τις προθεσμίες αναλήψεως και αποπληρωμής) ήταν ελάχιστη. ρος το συμφέρον της χρηστής διαχειρίσεως, θα ήταν σκόπιμο να δοθεί τέλος στα εν λόγω προγράμματα και να επανεξεταστεί η χρηματοδότησή τους».
169. Η δεύτερη αξία ήταν το αποτέλεσμα υπολογισμού που αντικατοπτρίζει «τη σύγκριση μεταξύ του σταδίου στο οποίο βρίσκονται πραγματικά τα διάφορα προγράμματα και του επιθυμητού [] σταδίου: στο τέλος του 1997, ένα ποσοστό αναλήψεως 65 % μπορούσε να θεωρηθεί το ποσοστό πλήρους εκτελέσεως που αντιστοιχεί σε προγραμματισμό από το 1994 μέχρι το 1999, βάσει της ετήσιας κατανομής που έθεσε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Εδιμβούργου και ενσωματώθηκε στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού [2052/88]. Το αποτέλεσμα του υπολογισμού αυτού καταδείκνυε τη συμμετοχή, και επομένως την ειδική ευθύνη, κάθε κράτους μέλους στη μη πραγματοποίηση του επιθυμητού ποσοστού 65 %».
170. Δεν μπορούμε ωστόσο να διαπιστώσουμε ότι η μέθοδος υπολογισμού που χρησιμοποιεί η Επιτροπή για να αποφασίσει τις νέες ενδεικτικές κατανομές έχει αντικειμενικό χαρακτήρα. Εξάλλου, θεωρώ ότι πρόκειται επίσης για δικαιολογημένη μέθοδο, ιδιαιτέρως σε σχέση με την αρχή της χρηστής οικονομικής διαχειρίσεως, τη σπουδαιότητα της οποίας επιβεβαιώνει όχι μόνον το άρθρο 2 του δημοσιονομικού κανονισμού, αλλά και το άρθρο 205 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 274 ΕΚ). ράγματι, η εν λόγω μέθοδος υπολογισμού, αντίθετα προς την πρόταση της Ιταλικής Κυβερνήσεως να χρησιμοποιεί αναλογικώς τους μη προγραμματισμένους πόρους και την τιμαριθμική προσαρμογή, λαμβάνει υπόψη τις πιθανότητες ορθής εκτελέσεως των διαφόρων προγραμμάτων.
171. Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ακόμη ότι το αποτέλεσμα της μεθόδου υπολογισμού νοθεύθηκε εις βάρος της Ιταλικής Δημοκρατίας λόγω της καθυστερήσεως, στις 31 Δεκεμβρίου 1997, της λήψεως των αποφάσεων χορηγήσεως για τα ιταλικά σχέδια. ρος στήριξη του επιχειρήματός της, η Ιταλική Κυβέρνηση παραπέμπει, ως αποδεικτικό στοιχείο, στην παράγραφο 6.16 της ειδικής εκθέσεως 16/98 του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σχετικά με την εκτέλεση των πιστώσεων των διαρθρωτικών δράσεων για την περίοδο προγραμματισμού 1994-1999, συνοδευόμενης από τις απαντήσεις της Επιτροπής .
172. Δεδομένου ότι η σπουδαιότητα των εκθέσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως αποδεικτικών στοιχείων αναγνωρίστηκε από το Δικαστήριο , επιβάλλεται να εξεταστεί προσεκτικά η εν λόγω παράγραφος, η οποία έχει ως εξής:
«Οι αδυναμίες ορισμένων προγραμμάτων που έχουν υποβληθεί στην Επιτροπή και οι προσπάθειες που καταβάλλει αυτή προκειμένου να βελτιώσει την ποιότητά τους είχαν ως συνέπεια καθυστερήσεις στην έγκρισή τους. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις, οι καθυστερήσεις αυτές είναι δυσανάλογες σε σχέση με τις βελτιώσεις που απαιτούνταν. Οφείλονται μάλλον στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Επιτροπή στη διαχείριση της πληθώρας των προτεινόμενων μορφών παρεμβάσεως, στο συντονισμό των υπηρεσιών της και στην ανάπτυξη μιας φιλοσοφίας για μια αποτελεσματική εταιρική σχέση με τα κράτη μέλη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χρειάστηκαν πολλοί μήνες, ή ακόμα και χρόνια, για να διευκρινιστούν οι όροι εφαρμογής μεμονωμένων δράσεων, κατόπιν ανταλλαγών επιστολών και συζητήσεων που δεν ήταν ιδιαίτερα αποδοτικές. Για παράδειγμα, όσον αφορά την Ιταλία, στις 31 Δεκεμβρίου 1994, από το προβλεπόμενο σύνολο των 14 860 εκατομμυρίων ECU είχε εγκριθεί συνδρομή ύψους 5 130,3 εκατομμυρίων ECU μόνο, ενώ τα προγράμματα που παρουσιάστηκαν το 1994 εγκρίθηκαν μόλις το 1997.»
173. Η παράγραφος αυτή αποδεικνύει πράγματι ότι, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, οι καθυστερήσεις δεν οφείλονταν μόνο στο γεγονός ότι οι αιτήσεις δεν τηρούσαν τους όρους του άρθρου 14, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 4253/88. Εντούτοις, από τούτο πρέπει επίσης να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το πρόβλημα των καθυστερήσεων που οφείλονταν στην Επιτροπή ήταν γενικό πρόβλημα που είχε επιπτώσεις, μεταξύ άλλων, και στην Ιταλική Δημοκρατία, όχι όμως μόνο σ' αυτήν. Το εν λόγω κράτος μέλος, στην πραγματικότητα, αναφέρεται απλώς ως παράδειγμα στην προμνησθείσα παράγραφο. Εξάλλου, στο πλαίσιο του παραδείγματος αυτού, το Ελεγκτικό Συνέδριο αναφέρεται στο ποσοστό εγκρίσεως των συνδρομών κατά την 31η Δεκεμβρίου 1994 στην Ιταλία, στοιχείο που επιτρέπει επίσης το συμπέρασμα ότι το πρόβλημα αυτό ετίθετο, κατά τον ίδιο τρόπο, στις 31 Δεκεμβρίου 1997.
174. Αυτό συνεπάγεται, κατά την άποψή μου, ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι καταστρατηγήθηκε η μέθοδος υπολογισμού και, ειδικότερα, το κριτήριο της προόδου εφαρμογής των κοινοτικών πρωτοβουλιών κατά τις 31 Δεκεμβρίου 1997, εις βάρος της Ιταλικής Δημοκρατίας, λόγω της υπαίτιας συμπεριφοράς της Επιτροπής, η οποία είχε σοβαρότερες επιπτώσεις στην Ιταλία απ' ό,τι στα λοιπά κράτη μέλη.
175. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, κατά την άποψή μου, ότι ο λόγος ακυρώσεως που στηρίζεται σε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως δεν είναι βάσιμος και, επομένως, ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως επιβάλλεται να απορριφθεί.
ΣΤ - Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως, που στηρίζεται σε υπέρβαση εξουσίας
176. Στο πλαίσιο αυτού του λόγου ακυρώσεως, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή επέδειξε αντιφατική συμπεριφορά. ράγματι, όπως ισχυρίζεται, «[μ]ε την επιστολή του της 15ης Δεκεμβρίου 1997 [...] ο επίτροπος Wulf-Mathies κάλεσε τις ιταλικές αρχές, στο πλαίσιο της εξετάσεως της προόδου των κοινοτικών πρωτοβουλιών, να "επαληθεύσουν και να συμπληρώσουν, βάσει της καταστάσεως την 31η Δεκεμβρίου 1997, τις συνημμένες πληροφορίες σχετικά με τις αναλήψεις και τις αποπληρωμές που καταχωρίζονται λογιστικώς σήμερα από τις αρχές που διοικούν καθένα από τα προγράμματα [...]". Η Ιταλική Κυβέρνηση συνάγει από αυτό ότι ο αρμόδιος επίτροπος αναφερόταν, για την εν λόγω εξέταση, στον όρο "νομικά δεσμευτικές αναλήψεις", όπως προκύπτει από την απόφαση της Επιτροπής C(97)1035/6 [...], ιδίως στο δελτίο 3».
177. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, ο όρος αυτός δεν χρησιμοποιήθηκε ως κριτήριο κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Συναφώς, παραπέμπει στη γνωμοδότηση της επιτροπής διαχειρίσεως της 22ας Σεπτεμβρίου 1998, που αναφερόταν στον όρο «επιτόπιες αναλήψεις», ήτοι, σύμφωνα με την Ιταλική Κυβέρνηση, «σε μια de facto έννοια», όχι νομική, που δεν ανταποκρίνεται στα κριτήρια που θέτει ο αρμόδιος επίτροπος [...] ούτε στο περιεχόμενο της προπαρατεθείσας αποφάσεως της Επιτροπής [...].
178. Η Ιταλική Κυβέρνηση συνάγει από τούτο ότι το στάδιο προόδου των πρωτοβουλιών επαληθεύθηκε βάσει ανομοιογενών στοιχείων, κατά την έννοια ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρουσίασε στην Επιτροπή το στάδιο στο οποίο βρισκόταν η εξέλιξη των πρωτοβουλιών για τις οποίες είχαν ήδη πραγματοποιηθεί νομικά δεσμευτικές αναλήψεις, ενώ άλλα κράτη μέλη μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν το άλλο κριτήριο, που ήταν πολύ γενικότερο.
179. Η Επιτροπή απαντά ότι ο όρος «επιτόπιες αναλήψεις» αποτελεί τον όρο που χρησιμοποιείται συνήθως για να γίνει αναφορά στη μοναδική έννοια που χρησιμοποιείται στην πρακτική της διαχειρίσεως των διαρθρωτικών ταμείων και που είναι εκείνη της «αναλήψεως σε επίπεδο κράτους μέλους», η οποία ορίζεται στο δελτίο επιλεξιμότητας αριθ. 3, που περιέχεται στο παράρτημα της αποφάσεως 97/322, όπως η νομικώς δεσμευτική ανάληψη που πραγματοποιείται από τον τελικό δικαιούχο και που πρέπει να συνοδεύεται από την ανάληψη των αναγκαίων δημόσιων χρηματοδοτικών μέσων.
180. Η Επιτροπή προσθέτει ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αποδεικνύει, εν πάση περιπτώσει, πώς το έγγραφο του αρμόδιου επιτρόπου της 15ης Δεκεμβρίου 1997, που αναφερόταν σαφώς στην έννοια αναλήψεων στο επίπεδο των τελικών δικαιούχων, θα μπορούσε να παραπλανήσει τα κράτη μέλη.
181. Συναφώς, επιβάλλεται να αναφερθεί, πρώτον, ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν παρέχει διευκρινίσεις επί του τρόπου με τον οποίο θα έπρεπε να ερμηνευθεί ο όρος «επιτόπια ανάληψη», αν ο όρος αυτός δεν ήταν ίδιος με τον όρο «νομικώς δεσμευτική ανάληψη». Επιβάλλεται, ακολούθως, η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από τις πληροφορίες που παρέσχε η Επιτροπή, όλα τα κράτη μέλη κλήθηκαν, στο τέλος του 1997, να προσκομίσουν στοιχεία σχετικά με το στάδιο στο οποίο βρισκόταν η εκτέλεση των προγραμμάτων βάσει του ίδιου εγγράφου του αρμόδιου επιτρόπου και, επομένως, βάσει της ίδιας έννοιας της «νομικώς δεσμευτικής αναλήψεως». Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αποδεικνύει πώς μια έννοια που χρησιμοποιείται σε έγγραφο του Σεπτεμβρίου του 1998, αν υποτεθεί ότι διαφέρει από την άλλη έννοια, μπόρεσε να επηρεάσει τα κράτη μέλη, όταν αυτά κοινοποίησαν, πολλούς μήνες νωρίτερα, στοιχεία στην Επιτροπή.
182. Θεωρώ, επομένως, ότι ο έκτος λόγος ακυρώσεως δεν είναι βάσιμος.
Ζ - Επί του εβδόμου λόγου ακυρώσεως,που στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1866/90
183. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 2 του κανονισμού 1866/90. Η διάταξη αυτή προβλέπει, στο δεύτερο εδάφιό της, ότι «[σ]τις αποφάσεις της Επιτροπής με τις οποίες [...] προτείνονται στα κράτη μέλη κοινοτικές πρωτοβουλίες, τα ποσά της κοινοτικής συνδρομής που αποφασίζονται για το σύνολο της περιόδου και η ετήσια κατανομή τους καθορίζονται σε ECU, με την τιμή για το έτος κάθε απόφασης και αποτελούν αντικείμενο αυτόματης αναπροσαρμογής». ράγματι, σύμφωνα με την Ιταλική Κυβέρνηση, «κάθε παρέμβαση στην [αυτόματη αναπροσαρμογή], όπως στην επιδότηση των προγραμμάτων, πρέπει να πραγματοποιείται τηρώντας της αρχή της εταιρικής σχέσεως και τους κανόνες που διέπουν τη μείωση των πόρων».
184. Η Επιτροπή απαντά ότι η αυτόματη αναπροσαρμογή αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα των ενδεικτικών κατανομών, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι οι γενικοί κανόνες που εφαρμόζονται στις ενδεικτικές κατανομές εφαρμόζονται επίσης στο μέρος των κατανομών αυτών που προκύπτει από την αυτόματη αναπροσαρμογή.
185. Φρονώ ότι ο κανονισμός 1866/90, που εκδόθηκε από την Επιτροπή κατ' εφαρμογή του άρθρου 22 του κανονισμού 4253/88, δεν μπορεί να έχει επίπτωση στους όρους υπό τους οποίους καθορίζει η Επιτροπή, βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 4, του κανονισμού 2052/88, τις ενδεικτικές κατανομές. Επομένως, ο κανονισμός 1866/90 δεν μεταβάλλει το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα ανωτέρω και κατά το οποίο η Επιτροπή δεν παραβίασε ούτε την αρχή της εταιρικής σχέσεως ούτε τους κανόνες που διέπουν τη μείωση των πόρων, ήτοι τα άρθρα 24 και 25 του κανονισμού 4253/88.
186. Θεωρώ, επομένως, ότι ο έβδομος λόγος ακυρώσεως δεν είναι βάσιμος.
V - ροτάσεις
187. ροτείνω:
- να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής της 16ης Δεκεμβρίου 1998 για την έγκριση της τροποιήσεως των ενδεικτικών κατανομών για τις κοινοτικές πρωτοβουλίες, η οποία περιέχεται στο σημείο 8 των πρακτικών της συνεδριάσεως της Επιτροπής της ίδιας ημέρας
- και να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy