Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1 Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως το γαλλικό Cour de cassation υποβάλλει στο Δικαστήριο ένα ερώτημα σχετικά με την κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα των οπωροκηπευτικών. Βάσει της εν λόγω κοινής οργανώσεως αγορών προβλέπεται ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να καθιστά υποχρεωτικούς τους κανόνες παραγωγής και εμπορίας μιας οργανώσεως παραγωγών ή μιας ενώσεως οργανώσεων παραγωγών και για τους παραγωγούς που δεν είναι μέλη της ως άνω οργανώσεως ή ενώσεως. Όταν κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής, το κράτος μέλος μπορεί επιπλέον να ορίσει ότι οι παραγωγοί που δεν είναι μέλη της οικείας οργανώσεως ή ενώσεως οφείλουν σ' αυτήν το σύνολο ή μέρος των εισφορών που καταβάλλουν οι παραγωγοί που έχουν την ιδιότητα του μέλους. Έτσι, εν προκειμένω, τίθεται το ερώτημα αν ένα κράτος μέλος που έχει κάνει χρήση των δύο αυτών δυνατοτήτων πρέπει να επεκτείνει την υποχρέωση καταβολής εισφορών στο σύνολο των παραγωγών ενός δεδομένου προϋόντος - εν προκειμένω, κουνουπιδιών -, ανεξάρτητα από το αν η παραγωγή τους προορίζεται για την αγορά νωπών προϋόντων ή για τη βιομηχανία μεταποιήσεως, ή αν το εν λόγω κράτος δικαιούται να απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής εισφορών τους παραγωγούς των οποίων τα προϋόντα προορίζονται για τη βιομηχανική μεταποίηση.
ΙΙ - Το νομικό πλαίσιο
1. Το κοινοτικό δίκαιο
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3284/83 του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 1983, περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 1035/72 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών (1)
2 Το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού προσέθεσε στον κανονισμό 1035/72 ένα νέο άρθρο 15β, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα επεκτάσεως της ισχύος των κανόνων παραγωγής και εμπορίας που θεσπίζει μια οργάνωση παραγωγών στο σύνολο των παραγωγών, δηλαδή και σε εκείνους που δεν είναι μέλη της οργανώσεως, αλλά και τη δυνατότητα εισπράξεως από τους παραγωγούς που δεν έχουν την ιδιότητα του μέλους εισφορών που προορίζονται για την κάλυψη ορισμένων δαπανών. Το καινούργιο άρθρο 15β ορίζει τα ακόλουθα:
«Άρθρο 15β
1. Σε περίπτωση που:
- μια οργάνωση παραγωγών ή
- μια ένωση οργανώσεων παραγωγών που έχει θεσπίσει τους ίδιους κανόνες,
η οποία ασκεί δραστηριότητα σε μια καθορισμένη οικονομική περιφέρεια, θεωρείται, για ένα συγκεκριμένο προϋόν, ως αντιπροσωπευτική για την παραγωγή και τους παραγωγούς αυτής της περιφέρειας, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, ύστερα από αίτηση αυτής της οργάνωσης ή ένωσης [...], δύναται να καταστήσει υποχρεωτικούς για τους παραγωγούς που είναι εγκατεστημένοι στην περιφέρεια αυτή και δεν είναι μέλη των παραπάνω οργανώσεων:
α) τους κανόνες παροχής πληροφοριών [...]
β) τους κανόνες παραγωγής [...]
γ) τους κανόνες εμπορίας [...]
δ) για τα προϋόντα του παραρτήματος ΙΙ, τους κανόνες που θεσπίζει η οργάνωση ή η ένωση όσον αφορά την απόσυρση από την αγορά [...]
με την προϋπόθεση ότι οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται εδώ και ένα τουλάχιστο χρόνο.
[...]
Όταν εφαρμόζεται η παράγραφος 1, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί ν' αποφασίσει ότι οι παραγωγοί που δεν είναι μέλη οφείλουν στην οργάνωση ή, κατά περίπτωση, στην ένωση το σύνολο ή μέρος των εισφορών που καταβάλλουν οι παραγωγοί μέλη, εφόσον τα ποσά αυτά πρόκειται να καλύψουν:
- τα διοικητικά έξοδα που προκύπτουν από την εφαρμογή του καθεστώτος που αναφέρεται στην παράγραφο 1,
- τα έξοδα που προκύπτουν από τις εργασίες έρευνας, μελέτης της αγοράς και προώθησης των πωλήσεων τις οποίες αναλαμβάνει η οργάνωση ή η ένωση προς όφελος του συνόλου της παραγωγής της περιφέρειας.
[...]»
2. Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
3 Η Γαλλική Δημοκρατία έκανε χρήση της δυνατότητας που της παρέχει το άρθρο 15β, παράγραφος 1, του κανονισμού 1035/72 για να καταστήσει υποχρεωτικούς τους κανόνες που θεσπίζει μια οργάνωση παραγωγών για τους παραγωγούς που δεν είναι μέλη της εν λόγω οργανώσεως και, με υπουργική απόφαση της 18ης Ιουνίου 1992, αποφάσισε να καταστήσει γενικά υποχρεωτικούς τους κανόνες που θεσπίζει η Cerafel (2), μια ένωση οργανώσεων παραγωγών της Βρετάνης. Επιπλέον, η εν λόγω απόφαση επέτρεψε στη Cerafel να εισπράττει από τους παραγωγούς που δεν είναι μέλη της εισφορές οι οποίες δεν μπορούν να υπερβαίνουν εκείνες τις οποίες καταβάλλουν οι παραγωγοί που είναι μέλη της, το ποσό των οποίων καθορίζεται κατ' έτος με υπουργική απόφαση.
4 Με υπουργική απόφαση της 5ης Ιουλίου 1993 καθορίστηκαν οι εισφορές για τα κουνουπίδια χειμώνα/ανοίξεως 1993, εξαιρέσει των κουνουπιδιών που προορίζονταν ειδικά για τη βιομηχανία μεταποιήσεως. Όσον αφορά την περίοδο εμπορίας 1994/1995, μια υπουργική απόφαση της 24ης Ιουνίου 1994 καθόρισε μόνον τις εισφορές για τα κουνουπίδια που παραδίδονταν στην αγορά των νωπών λαχανικών.
ΙΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά
5 Η Cerafel (στο εξής: αναιρεσίβλητη) άσκησε αγωγή κατά του Gilles Le Bars (στο εξής: αναιρεσείων), παραγωγού κουνουπιδιών προοριζομένων για τη βιομηχανία μεταποιήσεως, με αίτημα την καταβολή των εισφορών που, κατ' αυτήν, οφείλονταν για το έτος 1994. Η Unilet (Union nationale interprofessionnelle des lιgumes transformιs-επαγγελματική οργάνωση παραγωγών λαχανικών μεταποιήσεως) άσκησε παρέμβαση στη δίκη υπέρ του αναιρεσείοντος G. Le Bars. Ο τελευταίος θεωρεί ότι οι δύο υπουργικές αποφάσεις του Ιουλίου 1993 και του Ιουνίου 1994 τον απαλλάσσουν ρητά από την υποχρέωση καταβολής εισφορών λόγω της ιδιότητάς του ως παραγωγού κουνουπιδιών προοριζομένων για τη βιομηχανία μεταποιήσεως. Ωστόσο, το tribunal d'instance (αρμόδιο δικαστήριο) δεν εφάρμοσε τις ως άνω αποφάσεις ως αντιβαίνουσες προς την υπουργική απόφαση της 18ης Ιουνίου 1992 και προς τον κανονισμό 1035/72 του Συμβουλίου, περί κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα των οπωροκηπευτικών.
6 Με την αίτηση αναιρέσεως η Unilet και ο αναιρεσείων αμφισβήτησαν την άποψη αυτή του tribunal d'instance, ως αντίθετη προς το άρθρο 15β, παράγραφος 8, του κανονισμού 1035/72, καθώς και προς τις υπουργικές αποφάσεις του Ιουνίου 1992, του Ιουλίου 1993 και του Ιουνίου 1994.
7 Όσον αφορά τη γενική ισχύ των κανόνων και την επέκταση της υποχρεώσεως καταβολής εισφορών προς συμμετοχή στην κάλυψη δαπανών, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι ο κανονισμός 1035/72 έχει εφαρμογή τόσο στα νωπά προϋόντα όσο και στα προοριζόμενα για βιομηχανική μεταποίηση, ακόμα και αν αυτά αποτελούν το αντικείμενο διαφορετικών ποιοτικών προδιαγραφών, όπως τούτο προκύπτει από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού. Συναφώς, επικαλείται την απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, 212/87, Unilec (3). Το αιτούν δικαστήριο υποβάλλειστο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«"Έχει το άρθρο 15β, παράγραφος 8, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1035/72 του Συμβουλίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών, την έννοια ότι ένα κράτος μέλος το οποίο εφαρμόζει την παράγραφο 1 της διατάξεως αυτής, δηλαδή έχει καταστήσει ορισμένους κανόνες παραγωγής και εμπορίας, τους οποίους έχει θέσει οργάνωση παραγωγών, υποχρεωτικούς και για τους εγκατεστημένους στην οικεία περιφέρεια παραγωγούς που δεν είναι μέλη της ως άνω οργανώσεως, μπορεί να μην επιβάλλει, για συγκεκριμένο προϋόν, σε ορισμένους από τους παραγωγούς αυτούς που δεν είναι μέλη της ως άνω οργανώσεως, την υποχρέωση καταβολής εισφορών, καθόσον η παραγωγή τους δεν προορίζεται προς διάθεση στην αγορά νωπών προϋόντων αλλά για τη βιομηχανική μεταποίηση;»
IV - Παρατηρήσεις των διαδίκων
8 Η Unilet υπογραμμίζει κατ' αρχάς ότι είναι περιορισμένη η προβλεπόμενη από το άρθρο 15β του κανονισμού 1035/72 δυνατότητα σχετικά με την επέκταση των κανόνων των οργανώσεων παραγωγών και στα μη μέλη τους. Από τα σχετικά κείμενα προκύπτει ότι επιτρέπεται στα κράτη μέλη να κάνουν χρήση της δυνατότητας αυτής μόνον εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις.
9 Εντός των ορίων αυτών το κράτος μέλος διαθέτει ωστόσο ένα εξαιρετικά ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως, καθόσον οι σχετικές διατάξεις προβλέπουν προαιρετικές ρυθμίσεις.
10 Ακόμη και όταν ένα κράτος μέλος αποφασίζει να καταστήσει υποχρεωτικούς τους κανόνες που θεσπίζουν οι οργανώσεις των παραγωγών, δεν υποχρεούται να επιβάλλει και την υποχρέωση καταβολής εισφορών. Δεδομένου ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν επ' αυτού ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως, προσβολή του κοινοτικού δικαίου υφίσταται μόνον αν το λαμβανόμενο μέτρο αντιβαίνει προς διάταξη της κοινής οργανώσεως αγορών, είναι αντίθετο προς τους σκοπούς της ή προσβάλλει κάποια από τις υπέρτερες αρχές του κοινοτικού δικαίου, όπως η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
11 Εντούτοις, καμία ρύθμιση της κοινής οργανώσεως αγορών δεν απαγορεύει ρητά να γίνεται διάκριση μεταξύ των αγαθών που προορίζονται για την αγορά των νωπών προϋόντων και εκείνων που προορίζονται για τη βιομηχανία μεταποιήσεως. Όσον αφορά το αν είναι δυνατή η παρεμπόδιση της επιτεύξεως των σκοπών της κοινής οργανώσεως αγορών, η Unilet διατείνεται κατ' αρχάς ότι η επέκταση των κανόνων και στα μη μέλη των οργανώσεων παραγωγών προβλέφθηκε προς αποφυγή της διαταράξεως της αγοράς. Όμως, τα προοριζόμενα για τη βιομηχανική μεταποίηση προϋόντα δεν μπορούν να διατεθούν στην ίδια αγορά με τα νωπά.
12 Στη συνέχεια, η Unilet εκθέτει λεπτομερώς γιατί η αγορά των νωπών προϋόντων και εκείνη των προοριζόμενων για τη βιομηχανία μεταποιήσεως συνιστούν δύο εντελώς διαφορετικές αγορές. Η αγορά των προοριζόμενων για τη μεταποίηση προϋόντων χαρακτηρίζεται από μια στενή εταιρική σχέση μεταξύ παραγωγού και επιχειρήσεως μεταποιήσεως, που συνάπτουν σύμβαση καλλιέργειας του οικείου προϋόντος ακόμη και πριν από τη σπορά του. Στην εν λόγω αγορά, η επιχείρηση μεταποιήσεως - και όχι, όπως στην αγορά νωπών προϋόντων, η οργάνωση των παραγωγών, είναι εκείνη η οποία πραγματοποιεί τις μελέτες της αγοράς. Σε συνάρτηση με τη ζήτηση, η επιχείρηση μεταποιήσεως συνάπτει με τους παραγωγούς συμβάσεις οι οποίες προβλέπουν, για παράδειγμα, ορισμένες ιδιαίτερες προδιαγραφές σχετικά με την κατάψυξη, που αποτελεί έναν ειδικό τρόπο μεταποιήσεως. Οι παραγόμενες ποσότητες, οι καλλιεργούμενες εκτάσεις, οι τεχνικές προδιαγραφές που πρέπει να τηρούνται, καθώς και ο χρόνος παραδόσεως καθορίζονται επίσης στο πλαίσιο των συμβάσεων αυτών. Τούτο παρέχει επίσης τη δυνατότητα στην επιχείρηση μεταποιήσεως να προβεί εκ των προτέρων σε εμπορικές διαπραγματεύσεις με τους πελάτες της. Δυνάμει των ως άνω συμβάσεων που συνάπτονται εκ των προτέρων, ο παραγωγός διαθέτει εγγύηση όσον αφορά τη διάθεση ενός προϋόντος σε συγκεκριμένη τιμή πριν ακόμη προβεί στη σπορά. Για τον λόγο αυτό, οι ποσότητες που παράγει δεν υπερβαίνουν τον εγγυημένο όγκο αγοράς των προϋόντων του. Ακόμη, τα προοριζόμενα για τη βιομηχανική μεταποίηση προϋόντα, που πωλούνται πριν ακόμη καλλιεργηθούν, δεν διατίθενται στην αγορά των νωπών προϋόντων.
13 Εντελώς διαφορετική είναι η κατάσταση στην αγορά των νωπών προϋόντων. Στο πλαίσιο αυτό, οι παραγωγοί παράγουν χωρίς προηγούμενο περιορισμό, ενώ για τη διάθεση των προϋόντων στην αγορά ασχολείται η οικεία οργάνωση παραγωγών ή η ένωση οργανώσεων παραγωγών, στις οποίες παραδίδεται το σύνολο της συγκομιδής. Στην εν λόγω αγορά τις σχετικές μελέτες πραγματοποιούν οργανώσεις όπως η Cerafel. Επομένως, πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές αγορές, που απαιτούν εντελώς διαφορετικά προϋόντα. Όπως προκύπτει από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1035/72, τα προοριζόμενα για τη βιομηχανική μεταποίηση προϋόντα δεν διέπονται από τους ίδιους ποιοτικούς κανόνες όπως και τα νωπά, όταν διέπονται από τέτοιους κανόνες. Ήδη για τον λόγο αυτό τα προϋόντα που προορίζονται για τη βιομηχανική μεταποίηση δεν μπορούν να οφελούνται από τους μηχανισμούς που προβλέπονται από την κοινή οργάνωση αγορών, όπως τα μέτρα παρεμβάσεως. Επομένως, οι κανόνες της κοινής οργανώσεως αγορών είναι άνευ σημασίας όσον αφορά τα εν λόγω προϋόντα.
14 Ακόμη και αν οι παραγωγοί που παράγουν για την αγορά των νωπών προϋόντων τύγχαναν διαφορετικής μεταχειρίσεως έναντι εκείνων που προορίζουν τα προϋόντα τους για τη μεταποίηση, δεν θα υφίστατο προσβολή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, καθόσον - όπως προαναφέρθηκε - πρόκειται για δύο διαφορετικά προϋόντα και για δύο διαφορετικές αγορές. Δεδομένου ότι οι παραγωγοί που διαθέτουν τα προϋόντα τους στη βιομηχανία μεταποιήσεως δεν δεσμεύονται από τους ίδιους ποιοτικούς κανόνες έναντι εκείνων που παράγουν για την αγορά των νωπών προϋόντων, ο κοινοτικός νομοθέτης έχει ήδη προβλέψει ο ίδιος μια διάκριση. Όμως, η διάκριση αυτή πραγματοποιήθηκε μόνον επειδή πρόκειται στην πραγματικότητα για μια διαφορετική αγορά. Πράγματι, η θέσπιση κοινών ποιοτικών κανόνων έχει ως σκοπό ακριβώς τον αποκλεισμό από την αγορά των προϋόντων που δεν πληρούν τις εν λόγω ποιοτικές προϋποθέσεις. Αντιθέτως, θα υφίστατο μάλλον προσβολή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων αν προβλέπονταν οι ίδιοι κανόνες γι' αυτά τα διαφορετικά προϋόντα και τις διαφορετικές αγορές.
15 Η Unilet επικαλείται επιπλέον τη νέα κοινή οργάνωση αγορών που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ) 2200/96, δυνάμει του οποίου (4) «Oι κανόνες που καθίστανται υποχρεωτικοί για το σύνολο των παραγωγών μιας συγκεκριμένης οικονομικής περιφέρειας [...] β) δεν εφαρμόζονται, εκτός αν τα αφορούν ειδικώς, στα προϋόντα που παραδίδονται προς μεταποίηση στο πλαίσιο σύμβασης που έχει υπογραφεί πριν από την έναρξη της περιόδου εμπορίας [...]». Η διάταξη αυτή δεν θα μπορούσε να θεσπιστεί χωρίς να προσβάλει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων αν οι δύο κλάδοι παραγωγής δεν ήταν ριζικά διαφορετικοί.
16 Η Unilet επικαλείται, τέλος, την απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Σεπτεμβρίου 1988 στην υπόθεση Unilec (5). Εκθέτει ότι δεν διακρίνει κανένα στοιχείο στην εν λόγω απόφαση από το οποίο να προκύπτει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να επιφυλάσσουν την ίδια μεταχείριση στα προοριζόμενα για τη βιομηχανική μεταποίηση προϋόντα όπως και στα προοριζόμενα για την αγορά των νωπών προϋόντων και να προβλέπουν γι' αυτά τους ίδιους κανόνες και τα ίδια μέτρα. Επιπλέον, η απόφαση αυτή αφορούσε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Unilec μπορούσε να επεκτείνει τους δικούς της κανόνες.
17 Η αναιρεσίβλητη υπογραμμίζει κατ' αρχάς ότι οι υπουργικές αποφάσεις της 5ης Ιουλίου 1993 και της 24ης Ιουνίου 1994, περί των οποίων κάνουν λόγο η Unilet και οι αναιρεσείοντες, δεν μπορούν να έχουν επίπτωση επί της αρχής της επεκτάσεως της ισχύος των σχετικών κανόνων ή επί της φύσεως των οικείων προϋόντων, διότι τα ζητήματα αυτά διέπονται από την υπουργική απόφαση περί γενικής ισχύος των ως άνω κανόνων σε όλους τους ενδιαφερόμενους. Η εν λόγω υπουργική απόφαση οφείλει να είναι σύμφωνη προς τη σχετική κανονιστική ρύθμιση. Η επίμαχη υπουργική απόφαση εκδόθηκε στο πλαίσιο του κανονισμού 1035/72 και δεν προέβλεψε, όπως και ο κανονισμός αυτός, κανένα περιορισμό σχετικά με τα προοριζόμενα για κατάψυξη κουνουπίδια.
18 Και η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Unilec (6) είχε αποκλείσει οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των νωπών και των προοριζόμενων για τη βιομηχανική μεταποίηση προϋόντων. Συναφώς, η αναιρεσίβλητη επικαλείται τη σκέψη 13 της αποφάσεως, κατά την οποία ο βασικός κανονισμός πρέπει να μπορεί «να αναπτύξει τα αποτελέσματά [του] μετά τη συγκομιδή των οπωροκηπευτικών, ανεξάρτητα από τον προορισμό των προϋόντων αυτών».
19 Η ύπαρξη ενιαίων κανόνων τόσο για τα νωπά όσο και για τα προοριζόμενα για τη βιομηχανική μεταποίηση κουνουπίδια αποκλείει τη δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν διατάξεις που απαλλάσσουν από την υποχρέωση καταβολής εισφορών τους παραγωγούς κουνουπιδιών που προορίζονται για τη βιομηχανική μεταποίηση. Οποιαδήποτε άλλη άποψη θα οδηγούσε σε αντιφάσεις. Επιπλέον, η αναιρεσίβλητη παραθέτει τις αποφάσεις της Επιτροπής με τις οποίες προβλέφθηκε η γενική ισχύς των κανόνων εμπορίας για τα κουνουπίδια, χωρίς διάκριση ανάλογα με τον προορισμό του προϋόντος.
20 Κατά την άποψη της αναιρεσίβλητης, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να ερμηνεύσει τον κανονισμό 1035/72 υπό την έννοια ότι δεν παρέχει αρμοδιότητα σε κάποιο κράτος μέλος, σε περίπτωση που το κράτος αυτό κατ' εφαρμογήν του άρθρου 15β του ίδιου κανονισμού καθιστά γενικά υποχρεωτικούς τους κανόνες παραγωγής και εμπορίας που θεσπίζει οργάνωση παραγωγών, να απαλλάσσει, για ένα και το αυτό προϋόν, ορισμένους από τους παραγωγούς που δεν είναι μέλη της οργανώσεως από την υποχρέωση καταβολής εισφορών εφόσον η παραγωγή τους δεν προορίζεται για την αγορά νωπών προϋόντων.
21 Η Γαλλική Κυβέρνηση σημειώνει κατ' αρχάς ότι η αναιρεσίβλητη - σε αντίθεση με την αντίστοιχη οργάνωση στη Βόρειο Γαλλία - δεν προέβλεψε διαφοροποιημένες εισφορές για τα κουνουπίδια, αλλά θέσπισε ένα ενιαίο ποσοστό εισφοράς ανεξάρτητα από τον προορισμό του προϋόντος (αγορά των νωπών προϋόντων ή βιομηχανική μεταποίηση). Δεδομένου ότι, κατά συνέπεια, η αναιρεσίβλητη δεν έλαβε υπόψη στην πρότασή της την αδυναμία εφαρμογής στα προοριζόμενα για τη βιομηχανική μεταποίηση προϋόντα ορισμένων κανόνων εμπορίας που αφορούν ειδικότερα την αγορά των νωπών προϋόντων, οι αρμόδιες γαλλικές αρχές δεν μπόρεσαν να προβούν στον καθορισμό ενός ποσοστού εισφορών που θα επιβάλλονταν στα προϋόντα αυτά. Για τον λόγο αυτό η πρώτη υπουργική απόφαση του Δεκεμβρίου του 1992 ανέφερε ότι «ελλείψει πρόσφορων προτάσεων, η εισφορά καθορίζεται σε 0,00 γαλλικά φράγκα ανά προϋόν». Οι υπουργικές αποφάσεις του Ιουλίου 1993 και του Ιουνίου 1994 επανέλαβαν τη διάταξη αυτή «με διαφορετική φρασεολογία», δηλαδή καθόσον απέκλεισαν από το πεδίο εφαρμογής τα προοριζόμενα για τη βιομηχανική μεταποίηση προϋόντα.
22 Έτσι, η Γαλλική Κυβέρνηση προτείνει να διευκρινιστεί το προδικαστικό ερώτημα, ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του δικαιώματος κράτους μέλους να επιβάλλει, δυνάμει του άρθρου 15β, παράγραφος 8, του κανονισμού 1035/72, για ένα και το αυτό προϋόν, σε ορισμένους παραγωγούς που δεν είναι μέλη οργανώσεως παραγωγών μια διαφοροποιημένη εισφορά όταν η παραγωγή προορίζεται όχι για την αγορά των νωπών προϋόντων αλλά, στο πλαίσιο συμβάσεων συναπτομένων πριν από την έναρξη της περιόδου εμπορίας, για τη βιομηχανική μεταποίηση, πράγμα το οποίο ελλείψει πρόσφορης προτάσεως μπορεί να οδηγήσει σε μη καθορισμό της σχετικής εισφοράς.
23 Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, η απάντηση του Δικαστηρίου στο ερώτημα αυτό θα μπορούσε να συμπληρώσει τη θέση την οποία έλαβε το Δικαστήριο με την προηγούμενη απόφαση Unilec. Πράγματι, με την εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί του αν πρέπει να είναι ίδιες οι εισφορές που επιβάλλονται στα προϋόντα ανάλογα με τον προορισμό τους. Κατά την άποψη της ως άνω Κυβερνήσεως, η εξέταση του εν λόγω ερωτήματος οδηγεί στο συμπέρασμα, αφενός, ότι οι διατάξεις του άρθρου 15β έχουν εφαρμογή σε όλους τους παραγωγούς, ανεξάρτητα από τον προορισμό της παραγωγής τους και, αφετέρου, ότι οι δαπάνες που προκύπτουν από τις ενέργειες των οργανώσεων παραγωγών διαφέρουν ανάλογα με το αν τα ως άνω προϋόντα προορίζονται για την αγορά των νωπών προϋόντων ή για τη βιομηχανική μεταποίηση.
24 Στη συνέχεια, η Γαλλική Κυβέρνηση εκθέτει τις ιδιαιτερότητες της παραγωγής των προοριζόμενων για τη βιομηχανική μεταποίηση κουνουπιδιών, δεδομένου ότι η παραγωγή αυτή αποτελεί το αντικείμενο συμβάσεων καλλιέργειας, που συνάπτονται πριν από την έναρξη κάθε περιόδου εμπορίας, οι οποίες προβλέπουν διαφορετικούς κανόνες έναντι των ισχυόντων για την αγορά των νωπών προϋόντων. Οι κανόνες εμπορίας είναι επίσης διαφορετικοί ανάλογα με τον προορισμό του προϋόντος. Τα προοριζόμενα για τη βιομηχανία της μεταποιήσεως κουνουπίδια αποτελούν χωριστό κλάδο παραγωγής και, εφόσον το κράτος μέλος το κρίνει σκόπιμο, μπορούν να μην καλύπτονται από τη γενική ισχύ των οικείων κανόνων ή/και την υποχρέωση καταβολής εισφορών. Επιπλέον, τα ως άνω προϋόντα δεν πρέπει να επιβαρύνονται με εισφορά η οποία έχει ως σκοπό τη χρηματοδότηση ενεργειών που οφελούν αποκλειστικά την παραγωγή που προορίζεται για την αγορά των νωπών προϋόντων.
25 Το ύψος των δαπανών που μπορούν να οδηγήσουν σε καταβολή εισφοράς κατ' εφαρμογήν του άρθρου 15β, παράγραφος 8, του κανονισμού 1035/72 διαφέρει ανάλογα με τον κλάδο παραγωγής. Η διαφορά αυτή είναι πρόδηλη κυρίως όταν πρόκειται για δαπάνες προκύπτουσες από δραστηριότητες έρευνας, μελέτης της αγοράς και διαφημίσεως. Τα προοριζόμενα για τη βιομηχανική μεταποίηση προϋόντα δεν υποχρεούνται να τηρούν τους ίδιους κανόνες με εκείνα που προορίζονται για την αγορά των νωπών προϋόντων. Τούτο ισχύει ειδικότερα για τη συσκευασία και την παρουσίαση των λαχανικών. Τέλος, οι σχετικές με τη διαφήμιση δραστηριότητες όσον αφορά την αγορά των νωπών προϋόντων ουδόλως οφελούν τα προοριζόμενα για τη βιομηχανική μεταποίηση κουνουπίδια.
26 Η Γαλλική Κυβέρνηση καταλήγει, επομένως, στο συμπέρασμα ότι, για τις δύο κατηγορίες δαπανών περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 15β, παράγραφος 8, οι οποίες δεν αντιστοιχούν σε δραστηριότητες που οφελούν το σύνολο των προϋόντων, τα κράτη μέλη τηρούν τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 15β, παράγραφος 8, μόνον εφόσον προβλέπουν διαφοροποιημένα ύψη εισφορών ανάλογα με τον προορισμό του προϋόντος.
27 Η ως άνω Κυβέρνηση αναφέρεται στη συνέχεια στη νέα κοινή οργάνωση αγορών που δημιουργήθηκε με τον κανονισμό 2200/96, ο οποίος προβλέπει, στο άρθρο 18, παράγραφος 6, στοιχείο ββ, ότι η γενική ισχύς των σχετικών κανόνων μπορεί να προβλέπεται για καθένα από τους δύο κλάδους παραγωγής.
28 Έτσι, κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, τα παραγόμενα για τη βιομηχανική μεταποίηση κουνουπίδια αποτελούν μια χωριστή αγορά. Εφόσον το κράτος μέλος το κρίνει σκόπιμο, μπορούν να προβλέπονται για τα προϋόντα αυτά κατάλληλοι κανόνες και να επιβάλλονται οι σχετικές εισφορές. Ωστόσο, τα ως άνω προϋόντα δεν μπορούν να επιβαρύνονται με εισφορά η οποία έχει ως σκοπό τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που ωφελούν μόνον την παραγωγή που προορίζεται για την αγορά των νωπών προϋόντων. Δεδομένων των διαφορών μεταξύ των δύο ειδών παραγωγής, που αντιστοιχούν σε διαφορετικές δαπάνες, μόνον η δυνατότητα διαφοροποιήσεως του ύψους των εισφορών μπορεί να εξασφαλίσει τη συμφωνία προς το άρθρο 15β του κανονισμού 1035/72. Η δυνατότητα αυτή καθορισμού διαφορετικού ύψους εισφοράς μπορεί να οδηγήσει σε προσδιορισμό μηδενικής εισφοράς σε περίπτωση που, όπως εν προκειμένω, δεν έχουν υποβληθεί οι πρόσφορες προτάσεις.
29 Αναφερόμενη στις παρατηρήσεις της Επιτροπής η Γαλλική Κυβέρνηση διευκρινίζει, τέλος, ότι η σχετική εκτίμηση εκ μέρους του κράτους μέλους δεν μπορεί να θίγει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, πράγμα το οποίο αποτελεί προϋπόθεση η οποία πληρούται εν προκειμένω. Επομένως, ο κανονισμός πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν μια ειδική εισφορά για τα προοριζόμενα για τη βιομηχανική μεταποίηση προϋόντα, το ύψος της οποίας μπορεί να τείνει στο μηδέν εφόσον δεν έχει υποβληθεί πρόσφορη πρόταση.
30 Η Επιτροπή υπενθυμίζει τέλος ότι οι διατάξεις του άρθρου 15β προβλέπουν μια προαιρετική ρύθμιση τόσο στην παράγραφο 1 όσο και στην παράγραφο 8. Όσον αφορά την παράγραφο 8, τούτο σημαίνει ότι τα κράτη μέλη μπορούν ασφαλώς να προβλέπουν, βάσει της παραγράφου 1, τη γενική ισχύ ορισμένων κανόνων οργανώσεων παραγωγών, χωρίς ωστόσο να επιβάλλουν στους παραγωγούς που δεν είναι μέλη τους την υποχρέωση καταβολής εισφορών. Το κράτος μέλος που αποφασίζει να εφαρμόσει τη διάταξη αυτή έχει ένα ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως. Για τον λόγο αυτό μπορεί, κατά την Επιτροπή, να προβλέψει λιγότερες απαιτήσεις έναντι εκείνων τις οποίες θα μπορούσε, στην ουσία, να θέσει εντός των ορίων του ως άνω περιθωρίου εκτιμήσεως. Τίποτε δεν το υποχρεώνει να επιβάλλει ορισμένες εισφορές στο σύνολο των εγκατεστημένων σε μια περιφέρεια παραγωγών. Επομένως, δικαιούται να προβλέπει κάτι τέτοιο μόνο για ορισμένες κατηγορίες παραγωγών που δεν είναι μέλη της οικείας οργανώσεως, εφόσον του το επιτρέπουν οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
31 Κατά την Επιτροπή, η μόνη γενική αρχή που μπορεί να ληφθεί υπόψη είναι, εν προκειμένω, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ παραγωγών της Κοινότητας, όπως αυτή προβλέπεται από το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 34, παράγραφος 2, ΕΚ). Εντούτοις, η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι σύμφωνη προς την αρχή αυτή η απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής εισφορών για τα προοριζόμενα για τη μεταποίηση προϋόντα.
32 Τα εν λόγω προϋόντα έχουν τη δική τους οργάνωση αγορών και, επομένως, διέπονται από εντελώς διαφορετικούς μηχανισμούς έναντι των προβλεπομένων από τον κανονισμό 1035/72. Στο στάδιο αυτό η Επιτροπή επικαλείται επίσης την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Unilec. Κατά την άποψή της, από την απόφαση αυτή δεν μπορεί να συναχθεί ότι τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να επιφυλάσσουν την ίδια μεταχείριση για όλα τα νωπά οπωροκηπευτικά, ανεξάρτητα από τον προορισμό τους.
33 Η Επιτροπή παραθέτει, στη συνέχεια, τις κυριότερες διαφορές μεταξύ των προοριζόμενων για τη βιομηχανική μεταποίηση προϋόντων και εκείνων που προορίζονται να καταναλωθούν νωπά. Έτσι, οι καλλιεργούμενες ποικιλίες είναι πολύ συχνά διαφορετικές. Ομοίως, οι μέθοδοι καλλιέργειας και συγκομιδής μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικές, ορισμένες δε από αυτές, όπως η μηχανική συγκομιδή, είναι δυνατές μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις για τα προοριζόμενα για τη βιομηχανική μεταποίηση προϋόντα. Τέλος, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 1035/72, οι ποιοτικοί κανόνες δεν έχουν εφαρμογή στα παραδιδόμενα προς μεταποίηση προϋόντα.
34 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή κρίνει εύλογο να μην επιβάλλονται ορισμένες εισφορές στα προοριζόμενα για τη βιομηχανική μεταποίηση κουνουπίδια. Η απαλλαγή αυτή είναι απολύτως σύμφωνη προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ παραγωγών.
V - Η εκτίμησή μου
35 Όπως προκύπτει ήδη από το γράμμα του άρθρου 15β, παράγραφοι 1 και 8, οι σχετικές διατάξεις είναι προαιρετικές και αφήνουν τα κράτη μέλη ελεύθερα να εκτιμήσουν αν πρέπει να προβλέψουν γενική ισχύ των κανόνων που θέτουν οι οργανώσεις παραγωγών. Σε περίπτωση μιας τέτοιας προβλέψεως, τα κράτη μέλη έχουν εξουσία εκτιμήσεως, δυνάμει της παραγράφου 8, όσον αφορά το αν οι εισφορές αυτές πρέπει να επιβάλλονται και στους παραγωγούς που δεν είναι μέλη των οικείων ενώσεων. Κατά τα λοιπά, το ζήτημα αυτό δεν αμφισβητείται εν προκειμένω. Στην υπό κρίση υπόθεση το ανακύπτον ζήτημα είναι περισσότερο το αν τα κράτη μέλη δικαιούνται να απαλλάσσουν από την υποχρέωση καταβολής εισφορών, εντός των ορίων της ως άνω εξουσίας εκτιμήσεως που έχουν, τους παραγωγούς που δεν είναι μέλη οργανώσεως παραγωγών οι οποίοι παράγουν για τη βιομηχανική μεταποίηση, ενώ σε διαφορετική περίπτωση όλοι οι παραγωγοί που δεν είναι μέλη των οικείων οργανώσεων υποχρεούνται σε καταβολή των εισφορών.
36 Κατά την άποψη της αναιρεσίβλητης από την απόφαση Unilec προκύπτει ήδη ότι δεν επιτρέπεται να γίνει καμία διαφοροποίηση μεταξύ της παραγωγής που προορίζεται για την αγορά των νωπών προϋόντων ή για τη βιομηχανική μεταποίηση και ότι οι παραγωγοί που εφοδιάζουν τη βιομηχανία της μεταποιήσεως είναι επίσης υπόχρεοι σε καταβολή εισφορών.
37 Εντούτοις, δεν είναι δυνατό να συναχθεί ένα τέτοιο συμπέρασμα από την προαναφερθείσα απόφαση. Και στην ως άνω υπόθεση το ανακύψαν ζήτημα αφορούσε την επέκταση της ισχύος ορισμένων κανόνων - που είχε θεσπίσει την περίοδο εκείνη η Unilec - και το αν η εν λόγω επέκταση ήταν σύμφωνη προς τον βασικό κανονισμό 1035/72. Η Unilec είχε ισχυριστεί ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις ήταν εκείνες του κανονισμού (ΕΟΚ) 516/77 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών (7), και όχι εκείνες του κανονισμού 1035/72.
38 Το Δικαστήριο απάντησε με τον ακόλουθο τρόπο στο επιχείρημα αυτό:
«[...] πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ερμηνεία σύμφωνα με την οποία, εφόσον το προϋόν το οποίο μετά τη συγκομιδή του προορίζεται να πωληθεί σε μεταποιητή δεν εμπίπτει πλέον στην κανονιστική ρύθμιση ως προς τα νωπά προϋόντα, αλλά σε εκείνη που αφορά τα μεταποιημένα προϋόντα, παραγνωρίζει το κανονιστικό πλαίσιο που θεσπίστηκε με τις σχετικές διατάξεις περί της κοινής γεωργικής πολιτικής. ςΟπως ορθώς τόνισε η Επιτροπή, η επίτευξη των στόχων που επιδιώκονται με τον βασικό κανονισμό στον τομέα της οργάνωσης αγοράς νωπών γεωργικών προϋόντων συνεπάγεται ότι η κανονιστική αυτή ρύθμιση μπορεί να αναπτύξει τα αποτελέσματά της μετά τη συγκομιδή των οπωροκηπευτικών, ανεξάρτητα από τον προορισμό των προϋόντων αυτών.» (8)
39 Επομένως, το ζήτημα αφορούσε το αν η επέκταση της ισχύος των κανόνων σχετικά με τα προϋόντα αυτά - που προορίζονταν για τη βιομηχανική μεταποίηση - έπρεπε να εκτιμηθεί έναντι των διατάξεων του βασικού κανονισμού, ερώτημα στο οποίο το Δικαστήριο έδωσε σε τελική ανάλυση καταφατική απάντηση. Εντούτοις, με την απάντησή του αυτή το Δικαστήριο δεν έκρινε ότι πρέπει να επιφυλάσσεται αυστηρά η ίδια μεταχείριση έναντι όλων των προϋόντων, ανεξάρτητα από τον προορισμό τους. Εξάλλου, μια τέτοια ίση μεταχείριση αποκλείεται ήδη δυνάμει του κανονισμού 1035/72, ο οποίος προβλέπει στο άρθρο 3, παράγραφος 3, ότι τα προϋόντα που διοχετεύονται προς τα εργοστάσια μεταποιήσεως δεν υπόκεινται στην υποχρέωση τηρήσεως των κανόνων ποιότητας, με την επιφύλαξη του ενδεχόμενου καθορισμού κανόνων ποιότητας για τα προϋόντα που προορίζονται για βιομηχανική μεταποίηση.
40 Όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, επομένως, από την απόφαση Unilec είναι απλώς δυνατό να συναχθεί ότι η επίμαχη επέκταση της ισχύος των κανόνων που θέτουν οργανώσεις παραγωγών σχετικά με τα κουνουπίδια και η εξουσία εκτιμήσεως που έχει, στο πλαίσιο αυτό, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος πρέπει να εξετάζονται έναντι του βασικού κανονισμού 1035/72. Κατά συνέπεια, μπορώ να απορρίψω την ένσταση που προβάλλει η αναιρεσίβλητη, κατά την οποία παρέκκλιση από την υποχρέωση καταβολής εισφορών υπέρ των παραγωγών που παραδίδουν τα προϋόντα τους προς βιομηχανική μεταποίηση απαγορεύεται διότι ο κανονισμός δεν προβαίνει σε καμία αντίστοιχη διάκριση ανάλογα με τον προορισμό του προϋόντος. Απομένει λοιπόν να ασχοληθώ στο πλαίσιο της εξετάσεως που ακολουθεί με το ζήτημα αν ο κανονισμός επιτρέπει μια τέτοια διάκριση. Επ' αυτού, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ο κανονισμός - όπως προανέφερα - προβλέπει ασφαλώς ορισμένες διακρίσεις μεταξύ της παραγωγής που προορίζεται για την αγορά των νωπών προϋόντων και εκείνης που προορίζεται για τη βιομηχανική μεταποίηση.
41 Στο πλαίσιο αυτό, δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη ούτε η παρατήρηση της αναιρεσίβλητης ότι η υπουργική απόφαση περί γενικής ισχύος των σχετικών κανόνων του Ιουνίου του 1992 δεν προβλέπει μια τέτοια διάκριση. Πράγματι, εναπόκειται μόνο στο αιτούν δικαστήριο και όχι στο Δικαστήριο να εξετάσει και να ερμηνεύσει την εθνική νομοθεσία.
42 Από την εξέταση του κειμένου του άρθρου 15β, παράγραφος 8, προκύπτει ότι το κάθε κράτος μέλος είναι ελεύθερο να εκτιμήσει αν πρέπει σε τελική ανάλυση να εισπράττονται ή να μην εισπράττονται εισφορές από τους παραγωγούς που δεν είναι μέλη των οικείων οργανώσεων. Δεδομένου ότι, επιπλέον, το κάθε κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει ότι οι παραγωγοί που δεν είναι μέλη οφείλουν «το σύνολο ή μέρος» των σχετικών εισφορών, δεν είναι υποχρεωμένο να επιβάλλει κάθε φορά το μέγιστο όριο των εισφορών αυτών αλλά έχει εξουσία εκτιμήσεως προς καθορισμό του κατάλληλου ύψους της εισφοράς. Εντούτοις, αμφίβολο είναι το ζήτημα αν το κράτος μέλος έχει και τη δυνατότητα να προβλέπει διαφοροποιημένες εισφορές για τις διάφορες ομάδες παραγωγών ή και να καθορίζει μηδενική εισφορά για ορισμένους παραγωγούς. Κατά την άποψη της Επιτροπής, υφίσταται μια τέτοια δυνατότητα. Το κράτος μέλος που μπορεί να επιβάλλει την καταβολή του ανώτατου ορίου μιας εισφοράς στο σύνολο των παραγωγών που δεν είναι μέλη των οικείων οργανώσεων έχει επίσης τη δυνατότητα, εντός των ορίων της σχετικής εξουσίας εκτιμήσεως, να επιβάλλει την καταβολή μικρότερων ποσών, εφόσον τούτο δεν έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή δυσμενών διακρίσεων σε βάρος ορισμένων παραγωγών.
43 Εν προκειμένω, ωστόσο, δεν πρόκειται μόνο για την υποχρέωση καταβολής μικρότερων ή μεγαλύτερων εισφορών - δυνατότητα την οποία ρητά προβλέπει η παράγραφος 8 - αλλά για μια διαφοροποίηση μεταξύ παραγωγών. Το πρόβλημα είναι αν τούτο εξακολουθεί να αποτελεί το «έλασσον» στο πλαίσιο των δυνατοτήτων που έχει το κάθε κράτος μέλος. Πρέπει να εξεταστεί τουλάχιστον - λαμβανομένης υπόψη ιδίως της προηγουμένης αποφάσεως Unilec - αν η διαδικασία αυτή αντιβαίνει προς το πνεύμα και τον σκοπό της κοινής οργανώσεως αγορών.
44 Δυνάμει του άρθρου 15β, παράγραφος 8, οι επίμαχες εισφορές μπορούν να επιβάλλονται μόνον προς κάλυψη ορισμένων δαπανών, ήτοι των διοικητικών εξόδων που προκύπτουν από την επέκταση της ισχύος του σχετικού συστήματος, καθώς και των δαπανών που προκύπτουν από δραστηριότητες έρευνας, μελέτης της αγοράς και προωθήσεως των πωλήσεων. Όπως προκύπτει από την όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3284/83, πρέπει να μετέχουν στην κάλυψη των δαπανών αυτών και οι παραγωγοί που δεν είναι μέλη των οικείων οργανώσεων διότι η επέκταση της ισχύος των ως άνω κανόνων συνεπάγεται έξοδα για τις οργανώσεις αυτές. Επομένως, οι παραγωγοί που δεν είναι μέλη τους πρέπει να μετέχουν στα έξοδα που προκύπτουν από το γεγονός ότι οι κανόνες της οργανώσεως παραγωγών έχουν πλέον εφαρμογή και σ' αυτούς ή, για παράδειγμα, ότι οι παραγωγοί που δεν είναι μέλη τους ωφελούνται επίσης από τις σχετικές έρευνες.
45 Ωστόσο, κατά το άρθρο 15β, παράγραφος 1, είναι δυνατή η γενική ισχύς μόνον των κανόνων περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, δεύτερη και τρίτη περίπτωση, καθώς και των κανόνων περί αποσύρσεως προϋόντων από την αγορά. Οι διατάξεις που έχουν σημασία εν προκειμένω είναι αυτές που αφορούν τη βελτίωση της ποιότητας του προϋόντος, την προσαρμογή του όγκου της προσφοράς προς τις απαιτήσεις της αγοράς, καθώς και τις πληροφορίες που μπορεί να ζητούνται σχετικά με τη συγκομιδή και τις διαθέσιμες ποσότητες.
46 Οι κανόνες που αποσκοπούν στη βελτίωση της ποιότητας των προϋόντων ασφαλώς δεν έχουν εφαρμογή στους παραγωγούς των οποίων τα προϋόντα προορίζονται για τη βιομηχανική μεταποίηση, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 1035/72, αυτοί - όπως προανέφερα - δεν υπόκεινται στους ποιοτικούς κανόνες. Το ίδιο πρέπει να ισχύει για την προσαρμογή του όγκου της προσφοράς, δεδομένου ότι αυτοί οι ίδιοι παραγωγοί δεν παραδίδουν τα προϋόντα τους στην οργάνωση παραγωγών αλλά απευθείας στην επιχείρηση μεταποιήσεως, σε εκτέλεση συμβάσεων που έχουν συναφθεί εκ των προτέρων. Κατά συνέπεια, το επίπεδο της παραγωγής ή ο όγκος της προσφοράς δεν ελέγχεται από την οργάνωση των παραγωγών.
47 Για τον λόγο αυτό, οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, τρίτη περίπτωση, όσον αφορά τη συγκομιδή και τις διαθέσιμες ποσότητες δεν είναι αναγκαίες για τους παραγωγούς που παραδίδουν τα προϋόντα τους στη βιομηχανία μεταποιήσεως. Ομοίως, η παραγωγή τους δεν καλύπτεται ούτε από τα μέτρα αποσύρσεως της αγοράς ορισμένων προϋόντων, όπως αυτά μπορούν να ληφθούν υπό ορισμένες προϋποθέσεις από την οργάνωση παραγωγών. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι κανόνες για τους οποίους το άρθρο 15β, παράγραφος 1, προβλέπει την ενδεχόμενη επέκταση της ισχύος τους δεν έχουν εφαρμογή στους παραγωγούς που παραδίδουν τα προϋόντα τους στη βιομηχανική μεταποίηση ή ότι δεν ωφελούν τους εν λόγω παραγωγούς, οπότε οι παραγωγοί αυτοί δεν δημιουργούν επιπλέον δαπάνες.
48 Αν ληφθεί ως βάση η ιδέα - όπως εξάλλου πρότειναν επ' αυτού οι αναιρεσείοντες χωρίς να προβληθεί αντίρρηση - ότι οι παραγωγοί των προοριζόμενων για τη βιομηχανική μεταποίηση προϋόντων παραδίδουν την παραγωγή τους απευθείας στις επιχειρήσεις μεταποιήσεως σύμφωνα με τις εκ των προτέρων συναφθείσες συμβάσεις, ο μηχανισμός της προσφοράς και της ζητήσεως λειτουργεί στο πλαίσιο αυτό ανεξάρτητα από την αγορά των νωπών προϋόντων. Επομένως, οι δραστηριότητες έρευνας της αγοράς και προωθήσεως των πωλήσεων, τις οποίες αναλαμβάνουν οι οργανώσεις παραγωγών στον τομέα των νωπών προϋόντων, δεν μπορούν να ωφελούν τους παραγωγούς που παραδίδουν τα προϋόντα τους στη βιομηχανική μεταποίηση. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει λόγος για τη συμμετοχή των παραγωγών αυτών στα σχετικά έξοδα. Συνεπώς, είναι εύλογο και σύμφωνο προς το σύστημα της επεκτάσεως της ισχύος των κανόνων που θεσπίζουν οι οργανώσεις παραγωγών να απαλλάσσονται από την υποχρέωση καταβολής εισφορών οι παραγωγοί των οποίων τα προϋόντα προορίζονται για τη βιομηχανική μεταποίηση, όπως εν προκειμένω.
49 Η απαλλαγή αυτή δεν αντιβαίνει ούτε προς τον λόγο υπάρξεως των οργανώσεων παραγωγών. Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού 1035/72, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3284/83, οι κατά την έννοια του κανονισμού αυτού οργανώσεις παραγωγών συστήνονται με σκοπό «να προωθηθεί η συγκέντρωση της προσφοράς και η ρύθμιση των τιμών στο στάδιο της παραγωγής [...]» και «να τεθούν στη διάθεση των παραγωγών μελών της οργάνωσης τα κατάλληλα τεχνικά μέσα για τη συσκευασία και την εμπορία των εν λόγω προϋόντων».
50 Εφόσον - όπως προανέφερα - η προσφορά, η ζήτηση και, επομένως, οι τιμές προσδιορίζονται όσον αφορά τα προοριζόμενα για τη βιομηχανική μεταποίηση προϋόντα ανεξάρτητα από την αγορά των νωπών προϋόντων, στην οποία, εξάλλου, δεν διοχετεύονται, τα προοριζόμενα για τη μεταποίηση προϋόντα δεν έχουν σημασία για τον προσδιορισμό της προσφοράς και της ρυθμίσεως των τιμών. Για τον λόγο αυτό δεν είναι σύμφωνο προς τον λόγο υπάρξεως της οργανώσεως να επιβάλλεται η υποχρέωση καταβολής εισφοράς όσον αφορά τα προϋόντα αυτά. Η ίδια συλλογιστική ισχύει όσον αφορά τη συσκευασία και την εμπορία, καθόσον δεν αμφισβητείται ότι, επ' αυτού, άλλες συνθήκες ισχύουν για τα προοριζόμενα για τη βιομηχανική μεταποίηση προϋόντα.
51 Γι' αυτό, η υπό κρίση ρύθμιση ουδόλως αντιβαίνει σε τελική ανάλυση προς τον σκοπό υπάρξεως της κοινής οργανώσεως αγορών. Ο κανονισμός 1035/72 προβλέπει μάλιστα ρητά, όσον αφορά ένα από τα μέτρα που μπορούν να λαμβάνονται για την εφαρμογή της κοινής οργανώσεως αγορών, δηλαδή τον προσδιορισμό κοινών κανόνων, παρέκκλιση για τα προϋόντα που διοχετεύονται στα εργοστάσια μεταποιήσεως (9). Συνεπώς, μπορώ να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι, εν πάση περιπτώσει, η απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής εισφορών όσον αφορά ορισμένα προϋόντα, δηλαδή τα προοριζόμενα για τη βιομηχανική μεταποίηση, δεν αντιβαίνει προς τον σκοπό υπάρξεως ούτε της κοινής οργανώσεως αγορών ούτε της επεκτάσεως της ισχύος των κανόνων που θεσπίζουν οι οργανώσεις παραγωγών στους παραγωγούς που δεν είναι μέλη τους.
52 Στο στάδιο αυτό πρέπει να παρατεθεί επίσης ο κανονισμός 2200/96, έστω και αν δεν είχε ακόμη εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης. Το άρθρο 18, παράγραφος 4, στοιχείο ββ, του κανονισμού αυτού ορίζει ότι οι κανόνες που καθίστανται υποχρεωτικοί για το σύνολο των παραγωγών μιας συγκεκριμένης οικονομικής περιφέρειας δεν εφαρμόζονται στα προϋόντα που παραδίδονται προς μεταποίηση στο πλαίσιο συμβάσεως υπογραφείσας πριν από την έναρξη της περιόδου εμπορίας, εκτός αν ρητά ορίζεται κάτι διαφορετικό.
53 Στο πλαίσιο του κανονισμού που διέπει τη νέα κοινή οργάνωση αγορών, τα προϋόντα τα οποία έχουν πωληθεί εκ των προτέρων και παραδίδονται απευθείας προς μεταποίηση εξαιρούνται όχι μόνον από την υποχρέωση καταβολής εισφορών αλλά και από την επέκταση της ισχύος των κανόνων που θεσπίζουν οι οργανώσεις των παραγωγών. Αυτή η μεταγενέστερη ρύθμιση επιβεβαιώνει το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα ανωτέρω, δηλαδή ότι είναι εύλογο και σύμφωνο προς το σύστημα της επεκτάσεως της ισχύος των ως άνω κανόνων να απαλλάσσονται από την υποχρέωση καταβολής εισφορών τα προοριζόμενα για τη βιομηχανική μεταποίηση προϋόντα.
54 Σε δυσμενείς διακρίσεις δεν οδηγεί ούτε το γεγονός ότι οι παραγωγοί που δεν είναι μέλη οργανώσεως παραγωγών και προορίζουν την παραγωγή τους για τη βιομηχανική μεταποίηση δεν απαλλάσσονται από την καταβολή εισφορών, σε αντίθεση με άλλους παραγωγούς μη μέλη των οικείων οργανώσεων που προορίζουν την παραγωγή τους για την αγορά των νωπών προϋόντων. Έτσι, όπως εξέθεσα ήδη στην ανωτέρω ανάλυση, τα εν λόγω προϋόντα δεν προωθούνται στην αγορά των νωπών προϋόντων, δεν αποτελούν το αντικείμενο των ίδιων ποιοτικών κανόνων και δεν καλύπτονται από τις δραστηριότητες της οργανώσεως παραγωγών σχετικά με τη συγκέντρωση της προσφοράς και τη ρύθμιση των τιμών, αλλά παραδίδονται απευθείας στις επιχειρήσεις μεταποιήσεως στο πλαίσιο συμβάσεων που έχουν συναφθεί με αυτές πριν από την έναρξη της περιόδου εμπορίας. Συνεπώς, δεν πρόκειται για καταστάσεις συγκρίσιμες που να πρέπει να τύχουν της ίδιας μεταχειρίσεως. Επομένως, ενόψει της διαφοράς των προϋόντων και του τρόπου διαθέσεώς τους στο εμπόριο, είναι δυνατή η ύπαρξη διαφορετικής μεταχειρίσεως και στο πλαίσιο του κανονισμού 1035/72.
VI - Επί των δικαστικών εξόδων
55 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
VII - Πρόταση
56 Ενόψει των ανωτέρω παρατηρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα:
«Το άρθρο 15β, παράγραφος 8, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μαου 1972, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών, έχει την έννοια ότι, όταν ένα κράτος μέλος έχει καταστήσει ορισμένους κανόνες παραγωγής και εμπορίας, τους οποίους έχει θέσει οργάνωση παραγωγών, υποχρεωτικούς για τους εγκατεστημένους στην οικεία περιφέρεια παραγωγούς που δεν είναι μέλη της ως άνω οργανώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 15β, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, μπορεί να μην επιβάλλει, για συγκεκριμένο προϋόν, στους παραγωγούς που δεν είναι μέλη της ως άνω οργανώσεως, την υποχρέωση καταβολής εισφορών όταν η παραγωγή τους δεν προορίζεται για την αγορά νωπών προϋόντων αλλά για τη βιομηχανική μεταποίηση.»
(1) - ΕΕ L 325, σ. 1· κανονισμός 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μαου 1972, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 250).
(2) - Comitι ιconomique rιgional agricole fruits et lιgumes de Bretagne.
(3) - Συλλογή 1988, σ. 5075. Η Unilec (Union national interprofessionnelle des lιgumes de conserve) είναι η προκάτοχος της Unilet.
(4) - Πρόκειται για το άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού του Συμβουλίου, της 28ης Οκτωβρίου 1996, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα των οπωροκηπευτικών (ΕΕ L 297, σ. 1).
(5) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 4.
(6) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 4.
(7) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 226.
(8) - Απόφαση Unilec (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 13).
(9) - Τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1035/72 και άρθρο 3, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού.
Full & Egal Universal Law Academy