Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Η παρούσα προσφυγή ακυρώσεως αφορά τη νομιμότητα της κατ' αποκοπήν μειώσεως στο πλαίσιο της αποφάσεως 1999/187/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Φεβρουαρίου 1999, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών που υποβλήθηκαν από τα κράτη μέλη όσον αφορά τις δαπάνες του τμήματος Εγγυήσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων για το 1995 (EE L 61, σ. 37).
ΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά και τα αιτήματα των διαδίκων
2. Με την απόφαση 1999/187 η Επιτροπή δεν αναγνώρισε ένα ποσό ύψους 567 733 352 γαλλικών φράγκων (FRF) που είχε δηλώσει, μεταξύ άλλων, η Γαλλική Κυβέρνηση στο πλαίσιο της εσοδείας 1994. Της αποφάσεως αυτής προηγήθηκαν οι ακόλουθες επαφές μεταξύ των αρχών.
3. Με επιστολή της 18ης Μα_ου 1994 η Επιτροπή προέβαλε αιτιάσεις κατά της αποφάσεως της Γαλλικής Κυβερνήσεως, κατά τη χορήγηση των αντισταθμιστικών πληρωμών βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1765/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, για τη θέσπιση καθεστώτος στηρίξεως των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών , να μην υποβληθούν αποδεικτικά στοιχεία για τις εκτάσεις για τις οποίες ζητήθηκαν οι αντισταθμιστικές πληρωμές. Η Επιτροπή θεώρησε ότι αυτό αποτελούσε προσβολή του άρθρου του άρθρου 6, παράγραφος 2, κανονισμού (ΕΟΚ) 3887/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων .
4. Κατόπιν πολλών συνεδριάσεων και ανταλλαγής αλληλογραφίας μεταξύ της Επιτροπής και της Γαλλίας, η Επιτροπή, με επιστολή της 9ης Ιουλίου 1997, επισήμανε ότι η αιτίαση για την επεξεργασία αιτήσεων που δεν ήταν πλήρεις είχε διατυπωθεί ήδη το 1993 και αυτό δεν μπορούσε να αντισταθμιστεί το 1994 με τον διπλασιασμό των ελέγχων, έστω και αν το μέτρο αυτό συνέβαλε στη μείωση του κινδύνου επελεύσεως ζημίας για το ΕΓΤΕ. Δεδομένου ότι οι διαπιστωθείσες παρατυπίες αφορούσαν ορισμένα μόνο στοιχεία του συστήματος ελέγχου και ότι, συνεπώς, ο κίνδυνος επελεύσεως ζημίας για το ΕΓΤΕ μπορούσε να εκτιμηθεί ως μειωμένος, η Επιτροπή σκόπευε, κατά την εκκαθάριση λογαριασμών, να αποκλείσει από την κοινοτική χρηματοδότηση δηλωθείσες από τη Γαλλία δαπάνες κατά ένα κατ' αποκοπήν ποσοστό ύψους 2 %. Η Επιτροπή επισήμανε εντούτοις ότι η μείωση θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη αν έπρεπε να γίνει δεκτό ότι θίγονται σημαντικά στοιχεία του συστήματος ελέγχου και, συνεπώς, αν έπρεπε να θεωρηθεί αυξημένος ο κίνδυνος επελεύσεως ζημίας. Υπέρ ενός τέτοιου αποτελέσματος θα συνηγορούσε, μεταξύ άλλων, η κακή ποιότητα των επιτοπίων ελέγχων. Η εκπαίδευση του προσωπικού ήταν ανεπαρκής και ο αριθμός των μέτρων που ελήφθησαν στο πλαίσιο μη επιτοπίων ελέγχων ήταν ασήμαντος.
5. Με επιστολή της 11ης Μα_ου 1998 η Επιτροπή ανακοίνωσε επισήμως στη Γαλλία την άποψή της, κατά την έννοια της αποφάσεως 94/442/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 1994, σχετικά με τη θέσπιση διαδικασίας συμβιβασμού στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων . Αποδέχθηκε την αύξηση του αριθμού των επιτοπίων ελέγχων στο 10 %, αντί του προβλεπομένου στο άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 3887/92 5 %, ως αντιστάθμισμα για τη μη υποβολή των αποδεικτικών στοιχείων για τις εκτάσεις. Εντούτοις προέβαλε αιτιάσεις σχετικά με τις ελλείψεις των επιτοπίων ελέγχων. Το προσωπικό δεν εκπαιδεύθηκε αρκετά και κατά συνέπεια δεν έγιναν ακριβείς μετρήσεις των εκτάσεων, οι οδοί και οι περιμετρικές ζώνες δεν αφαιρέθηκαν από τις εκτάσεις και τα πρωτόκολλα των ελέγχων ήταν ανακριβή και ελλιπή. Δεν ελήφθησαν ούτε μέτρα για τη συλλογή πληροφοριών. Λόγω των ανεπαρκών ελέγχων και της δυσκολίας παρεκτάσεως βάσει των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν κατά τα επόμενα έτη, έπρεπε να γίνει κατ' αποκοπήν υπολογισμός σύμφωνα με το έγγραφο VI/216/93 της 3ης Ιουνίου 1993. Τελικώς ανακοινώθηκε η μη αναγνώριση ποσού ύψους 567 733 352 FRF κατά την εκκαθάριση λογαριασμών (το ποσόν αυτό αντιστοιχεί σε κατ' αποκοπήν μείωση ύψους 2 %).
6. Κατόπιν του εγγράφου αυτού, η Γαλλία προσέφυγε στο όργανο συνδιαλλαγής σχετικά με τις προθέσεις της Επιτροπής. Στην τελική του έκθεση, της 23ης Νοεμβρίου 1998, το όργανο συνδιαλλαγής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία δυσχεράνθηκε από την τροποποίηση της αιτιολογίας, στην οποία προέβη η Επιτροπή. Η ελλιπής ποιότητα των επιτοπίων ελέγχων προσβλήθηκε, μεταξύ 1994 και 1997, μόνον κατά δεύτερο λόγο, παρόλον ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε σχετικά σε ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν κατά το έτος 1994. αρά τις συστηματικά διαπιστωθείσες ελλείψεις, η επέκταση στο σύνολο της γαλλικής επικράτειας είναι προβληματική, στο μέτρο που οι ελλείψεις διαφοροποιούνται μεταξύ των επιχειρήσεων, και ελέγχθηκαν λίγες μόνον επιχειρήσεις. Μεταγενέστεροι και μεγαλύτερης εκτάσεως έλεγχοι δεν επιβεβαίωσαν τις διαπιστωθείσες ελλείψεις. Η παρούσα περίπτωση διαφωτίζει τα όρια του κατ' αποκοπήν υπολογισμού της μειώσεως. Κατά τον υπολογισμό αυτό, υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος να υπερεκτιμηθεί ή να υποτιμηθεί η ζημία που προκαλείται από τις διαπιστωθείσες παρατυπίες.
7. Η προσβαλλόμενη απόφαση κοινοποιήθηκε στη Γαλλική Κυβέρνηση στις 12 Φεβρουαρίου 1999. Με δικόγραφο της 5ης Απριλίου 1999, που πρωτοκολλήθηκε στο Δικαστήριο στις 12 Απριλίου 1999, η Γαλλία άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής.
8. Η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Ο εκ μέρους της Επιτροπής κατ' αποκοπήν υπολογισμός του αφαιρετέου ποσού δεν είναι ανάλογος προς το μέγεθος των παρατυπιών που διαπιστώθηκαν. Στις περισσότερες αιτήσεις είχαν επισυναφθεί τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις εκτάσεις και στις περιπτώσεις, στις οποίες η έλλειψή τους διαπιστώθηκε κατά τους ελέγχους, απαιτήθηκε συστηματικά η προσκόμισή τους.
9. Η μείωση είναι επίσης δυσανάλογη στο μέτρο που η έλλειψη των αποδεικτικών αυτών στοιχείων δεν έθιξε τον επιδιωκόμενο με τον κανονισμό 3887/92 σκοπό της θεσπίσεως αποτελεσματικών ελέγχων. Εκτός αυτού δεν καθυστέρησε εξαιτίας της ελλείψεως αυτής η θέσπιση του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου. Τέλος, δεν εθίγη ούτε η αποτελεσματικότητα των ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν το 1994.
10. Τελικώς όμως παρέλκει η εξέταση του ζητήματος αυτού, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής στηρίζεται μόνο στην αιτίαση περί ελλιπούς ποιότητας των πραγματοποιηθέντων επιτοπίων ελέγχων. Επ' αυτού η Γαλλική Κυβέρνηση παρατηρεί κατ' αρχάς ότι οι κανονισμοί 1765/92 του Συμβουλίου και 3887/92 της Επιτροπής εφαρμόστηκαν κατά το έτος 1994 μόλις για δεύτερη φορά. Κατ' αυτόν τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος τους, διαπιστώθηκε και σε άλλα κράτη μέλη διενέργεια ελλιπών ελέγχων. Αυτό πρέπει να το λάβει η Επιτροπή υπόψη κατά τον προσδιορισμό της κατ' αποκοπήν μειώσεως σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σελίδα 12 του εγγράφου VI/5330/97 της 23ης Δεκεμβρίου 1997 «Κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τον υπολογισμό της μειώσεως κατά την προετοιμασία της εκκαθαρίσεως λογαριασμών ΕΓΤΕ».
11. έραν αυτού η Γαλλική Κυβέρνηση προσάπτει στην Επιτροπή ότι στηρίζει την αιτίαση περί ελλιπών επιτοπίων ελέγχων σε μικρό μόνον αριθμό ιδίων ελέγχων. Το 1994 ελέγχθηκαν μόνον οκτώ επιχειρήσεις, ευρισκόμενες σε δύο περιφέρειες, επί συνόλου 11 656 επιχειρήσεων που έτυχαν της ενισχύσεως. Αυτό αντιστοιχεί μόλις στο 2,28 % των αιτήσεων που υποβλήθηκαν στη Γαλλία στο πλαίσιο του κανονισμού 1765/92 για τη λήψη ενισχύσεως, στο 1,79 % των ωφελουμένων εκτάσεων και στο 3,91 % των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν. Οι σχετικές διαπιστώσεις δεν μπορούν συνεπώς να ισχύσουν για ολόκληρη τη Γαλλία.
12. Από την εφαρμογή του κατ' αποκοπήν υπολογισμού προκύπτει στην προκειμένη περίπτωση δυσανάλογα υψηλή μείωση. Η μείωση αυτή αντιστοιχεί στη διαπίστωση παραβάσεως των κοινοτικών διατάξεων στο 12 % των εκτάσεων που ελέγχθηκαν. Κατά τα επόμενα έτη, ουδέποτε διαπιστώθηκαν παρατυπίες σε ποσοστό μεγαλύτερο του 1 % των εκτάσεων που ελέγχθηκαν. Κατά το έτος 1995 το ποσοστό αυτό ανήλθε στο 0,54 %, το 1996 στο 0,93 % και το 1997 στο 0,61 %.
13. Κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, είναι δυνατή η συγκεκριμένη εξεύρεση της ζημίας που προκλήθηκε από την παράβαση κατά το 1994, αν γίνει παρέκταση των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν κατά τα έτη 1995, 1996 και 1997. Η Γαλλική Κυβέρνηση υπολογίζει με τον τρόπο αυτό τη μείωση στο ύψος των 44,3 εκατομμυρίων FRF. Και για τον λόγο αυτό θεωρεί απαράδεκτο τον κατ' αποκοπήν υπολογισμό της Επιτροπής.
14. Με διάταξη της 18ης Νοεμβρίου 1999, επετράπη η παρέμβαση της Φινλανδίας υπέρ της Γαλλίας. Εκτός από την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, η Φινλανδική Κυβέρνηση προβάλλει αιτιάσεις που αφορούν την έλλειψη αιτιολογίας, την παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της επιταγής της αποτελεσματικότητας. Έλλειψη αιτιολογίας υφίσταται από δύο απόψεις. Αφενός, λόγω του ότι δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση για ποιους λόγους έλαβε χώρα η μείωση και, αφετέρου, λόγω του ότι δεν προκύπτει για ποιον λόγο προέβη η Επιτροπή σε κατ' αποκοπήν υπολογισμό και όχι σε εξεύρεση της πράγματι επελθούσας ζημίας. Η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης παραβιάστηκε στο μέτρο που η Επιτροπή, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, αιτιολόγησε διαφορετικά τη μείωση. Αρχικά προέβαλε ως αιτιολογία ότι οι εξεταζόμενες αιτήσεις δεν ήταν πλήρεις και στη συνέχεια προέβαλε ότι οι έλεγχοι ήταν ελλιπείς. Τέλος, η Φινλανδική Κυβέρνηση προβάλλει ότι ο κατ' αποκοπήν υπολογισμός θα έπρεπε, λόγω της επιταγής της αποτελεσματικότητας, να εφαρμόζεται μόνον κατ' εξαίρεση, διότι μπορεί να δυσχεράνει στο διηνεκές τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής και, συνεπώς, να θίξει την αποτελεσματική εφαρμογή των ρυθμίσεων.
15. Η Γαλλία ζητεί να ακυρωθεί η απόφαση 1999/187 στο μέτρο που προβλέπει μείωση ύψους 2 % των δαπανών που πρέπει να επιβαρύνουν την Κοινότητα.
16. Η Φινλανδία συμμερίζεται το αίτημα αυτό.
17. Η Επιτροπή ζητεί:
1) να απορριφθεί η προσφυγή και
2) να καταδικαστεί η Γαλλία στα δικαστικά έξοδα.
18. Η Επιτροπή θεωρεί την προσβαλλόμενη απόφαση σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας. Επισημαίνει κατ' αρχάς ότι ο προσδιορισμός των αγροτεμαχίων που θα τύχουν αντισταθμιστικών πληρωμών αποτελεί πρωταρχικό αίτημα του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου. Εξίσου σημαντική είναι η αποτελεσματική διενέργεια επιτοπίων ελέγχων.
19. Η κατ' αποκοπήν μείωση πρέπει να πραγματοποιείται πάντοτε, όταν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι δυνατόν να εξευρεθεί η ζημία που πράγματι επήλθε λόγω των παρατυπιών που διαπιστώθηκαν. Η πραγματική ζημία που υπέστη ο κοινοτικός προϋπολογισμός δεν κατέστη δυνατόν να εξευρεθεί λόγω των ελλιπών ελέγχων κατά το 1994. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή έπρεπε να προβεί σε κατ' αποκοπήν μείωση. ροσδιορίζοντας στο 2 % τη μείωση των δαπανών που δηλώθηκαν, εφάρμοσε τον χαμηλότερο επιτρεπόμενο συντελεστή.
20. Η Επιτροπή απορρίπτει την παρέκταση βάσει των παρατυπιών που διαπιστώθηκαν κατά τα μεταγενέστερα έτη 1995 έως 1997. Ο τρόπος αυτός αντιβαίνει στην αρχή του ενιαυσίου της εκκαθαρίσεως λογαριασμών, σύμφωνα με την οποία η εκκαθάριση πρέπει να γίνεται για κάθε οικονομικό έτος ανεξάρτητα από τα προηγούμενα ή τα επόμενα έτη. Εκτός αυτού, οι διαπιστώσεις σχετικά με τις παρατυπίες που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια ενός έτους δεν μπορούν να ισχύσουν άνευ ετέρου για άλλα έτη.
21. Η απόφαση δεν πάσχει ούτε από έλλειψη αιτιολογίας. Κατά πάγια νομολογία, αναγνωρίζεται ότι, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως λογαριασμών ΕΓΤΕ, αρκεί το οικείο κράτος μέλος να συμμετέχει στην προπαρασκευή της αποφάσεως και να γνωρίζει, συνεπώς, την αιτιολογία της.
22. Ούτε η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης παραβιάστηκε. Η επιστολή της 11ης Ιουνίου 1998, που είναι η μόνη κρίσιμη για την παρούσα διαδικασία, περιέχει την αιτίαση της ελλιπούς ποιότητας των επιτοπίων ελέγχων, στην οποία στηρίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση. Ήδη κατά τη συνεδρίαση της 24ης Οκτωβρίου 1997 κοινοποιήθηκε ρητώς η αιτίαση αυτή στη Γαλλική Κυβέρνηση.
23. Η απόφαση του οργάνου συνδιαλλαγής (βλ. σημείο 6 ανωτέρω) δεν είναι δεσμευτική γι' αυτήν σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως 94/442 της Επιτροπής .
ΙΙΙ - Το εφαρμοστέο δίκαιο
24. Η εκκαθάριση λογαριασμών για το ΕΓΤΕ γίνεται από την Επιτροπή για κάθε οικονομικό έτος σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής . Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού αυτού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1287/95 του Συμβουλίου, της 22ας Μα_ου 1995 , η Επιτροπή υπολογίζει τα προς απόρριψη ποσά λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, την έκταση της διαπιστωθείσας ασυμφωνίας. Η Επιτροπή εκτιμά εν προκειμένω το είδος και τη σοβαρότητα της παράβασης, καθώς και την οικονομική ζημία που υπέστη η Κοινότητα. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 1287/95, οι απορρίψεις χρηματοδοτήσεως που αναφέρονται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70 δεν επιτρέπεται να αφορούν τις δαπάνες που δηλώνονται για οικονομικά έτη προγενέστερα της 16ης Οκτωβρίου 1992, χωρίς αυτό να θίγει, πάντως, τις αποφάσεις εκκαθαρίσεων που αφορούν οικονομικά έτη προγενέστερα της ισχύος του κανονισμού αυτού, δηλαδή προγενέστερα της 16ης Οκτωβρίου 1995 (βλ. άρθρο 2, παράγραφος 1). Κατά συνέπεια, το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70 μπορεί να εφαρμοστεί στην εκκαθάριση λογαριασμών του 1994, την οποία αφορά η παρούσα διαδικασία.
25. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β_, του κανονισμού 729/70, το ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων, χρηματοδοτεί τις παρεμβάσεις για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών. Στις παρεμβάσεις αυτές περιλαμβάνονται, σύμφωνα με το άρθρο 13 του κανονισμού 1765/92 , και οι χορηγούμενες σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού αντισταθμιστικές πληρωμές. Το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού απαιτεί η αίτηση να συνοδεύεται από έγγραφα που επιτρέπουν τον προσδιορισμό των συγκεκριμένων εκτάσεων, για τις οποίες ζητείται η αντισταθμιστική πληρωμή.
26. Αυτή η ρύθμιση των ενισχύσεων εφαρμόζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 3887/92 της Επιτροπής. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού απαιτεί η αίτηση για τη χορήγηση ενισχύσεως που αφορά την έκταση να περιέχει κυρίως τα στοιχεία που καθιστούν δυνατή την αναγνώριση όλων των αγροτεμαχίων της εκμεταλλεύσεως, την έκτασή τους, τη γεωγραφική τους θέση και τη χρήση τους. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού απαιτεί οι διοικητικοί και οι επιτόπιοι έλεγχοι να πραγματοποιούνται κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική εξακρίβωση της τηρήσεως των όρων για την παροχή των ενισχύσεων και πριμοδοτήσεων. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου πραγματοποιούνται κατά κύριο λόγο διασταυρούμενοι έλεγχοι σχετικά με τα δηλωθέντα αγροτεμάχια, ώστε να αποφεύγεται η αδικαιολόγητη διπλή χορήγηση ενισχύσεως για το ίδιο ημερολογιακό έτος. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου αυτού, οι επιτόπιοι έλεγχοι πρέπει, επί αιτήσεων χορήγησης ενισχύσεως για εκτάσεις, να ασκούνται στο 5 % των αιτήσεων χορηγήσεως ενισχύσεως.
IV - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
27. Βάσει των περιγραφέντων πραγματικών περιστατικών μπορεί κατ' αρχάς να διαπιστωθεί ότι οι διάδικοι συμφωνούν ότι οι επιτόπιοι έλεγχοι που πραγματοποίησαν οι γαλλικές αρχές το 1994 ήταν ανεπαρκείς και ότι, στο μέτρο αυτό, υπάρχει παράβαση του άρθρου 6 του κανονισμού 3887/92. Η Γαλλική Κυβέρνηση επισημαίνει βέβαια ότι η Επιτροπή τον Ιούλιο του 1994 ήλεγξε μόνον οκτώ επιχειρήσεις σε δύο περιφέρειες. Δεν αμφισβητεί όμως ότι διαπιστώθηκαν ελλείψεις στους επιτόπιους ελέγχους που διενήργησαν οι γαλλικές αρχές. ροβάλλει αιτίαση ως προς τον σχετικά μικρό αριθμό των ελέγχων που πραγματοποίησε η Επιτροπή μόνο στο μέτρο που θεωρεί ότι η Επιτροπή υπολόγισε την προσβαλλόμενη μείωση κατά παρέκταση των αποτελεσμάτων των ελέγχων αυτών. Με τον τρόπο όμως αυτό προσβάλλει μόνον το ύψος της μειώσεως, όχι όμως και την κατ' αρχήν δικαιολόγησή της.
28. Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν ισχυρίστηκε επίσης ότι οι επιτόπιοι έλεγχοι σε άλλες περιφέρειες δεν παρουσίαζαν τις ελλείψεις που διαπίστωσε η Επιτροπή. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, τις οποίες δεν αμφισβήτησε η Γαλλία, τα πρόσωπα στα οποία είχε ανατεθεί η διενέργεια των επιτοπίων ελέγχων δεν είχαν εκπαιδευθεί αρκετά για το καθήκον αυτό. Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν υποστήριξε ότι αυτή η διαρθρωτική έλλειψη δεν υφίστατο σε άλλες περιοχές. Ακόμη και αν οι έλεγχοι που πραγματοποίησε η Επιτροπή αφορούσαν μικρό αριθμό επιχειρήσεων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ήταν αντιπροσωπευτικοί για τους ελέγχους που πραγματοποίησαν οι γαλλικές αρχές.
29. Αναμφισβήτητη είναι επίσης η εξουσία της Επιτροπής να τιμωρήσει την παράβαση αυτή βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, κανονισμού 729/70 με μείωση των δαπανών που δήλωσε η Γαλλία. Αμφισβητούμενο είναι μόνον το ύψος της μειώσεως αυτής, που η Γαλλία θεωρεί δυσανάλογο.
30. Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, κανονισμού 729/70, η Επιτροπή υπολογίζει τα προς απόρριψη ποσά λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, την έκταση της διαπιστωθείσας ασυμφωνίας. Η Επιτροπή εκτιμά εν προκειμένω το είδος και τη σοβαρότητα της παραβάσεως καθώς και την οικονομική ζημία που υπέστη η Κοινότητα.
31. Η παραβίαση του κοινοτικού δικαίου συνίσταται εν προκειμένω στην ελλιπή ποιότητα των επιτοπίων ελέγχων που πραγματοποίησαν οι γαλλικές αρχές. Οι διάδικοι αμφισβητούν αν αυτό αποτελεί σοβαρή παραβίαση ή όχι.
32. Η σύμφωνα με τον κανονισμό 1765/92 καταβολή αντισταθμιστικών πληρωμών αποτελεί επιδότηση. Τέτοιου είδους κοινοτικές δαπάνες πρέπει να ελέγχονται τακτικά για να αποφεύγονται ή να αποκαλύπτονται καταχρήσεις. Σε μια από τις πρώτες επιστολές της που αφορούν την υπόθεση αυτή, την επιστολή της 18ης Μα_ου 1994, η Επιτροπή επισήμανε ρητώς στη Γαλλική Κυβέρνηση τη σημασία των διοικητικών ελέγχων, που προϋποθέτουν την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τις εκτάσεις, καθώς και τη σημασία των επιτοπίων ελέγχων. Στο μέτρο αυτό, η διαπιστωθείσα παράβαση αφορά μια σημαντική πλευρά της καταβολής αντισταθμιστικών πληρωμών.
33. έραν αυτού, στην προκειμένη περίπτωση είναι σημαντικό ότι η Επιτροπή, στο πλαίσιο της προπαρασκευής της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διαπίστωσε ότι η Γαλλία παρέβη το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 1765/92. Συγκεκριμένα, η Γαλλία παρέλειψε να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις εκτάσεις. Τα αποδεικτικά όμως αυτά στοιχεία που αφορούν τις εκτάσεις που λαμβάνουν επιδότηση είναι σημαντικά για τον προσδιορισμό των εκτάσεων αυτών και την αποφυγή διπλών καταβολών. Οι διάδικοι συμφώνησαν να αντισταθμίσουν την έλλειψη αυτή, που διαπιστώθηκε ήδη κατά το 1993, με ενίσχυση των επιτοπίων ελέγχων. Έστω και αν η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν αναφέρεται πλέον στην παρατυπία αυτή, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί. Και τούτο διότι, εφόσον τα έγγραφα των αιτήσεων δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό των ωφελουμένων εκτάσεων και συνεπώς δυσχεραίνονται οι διοικητικοί έλεγχοι, οι επιτόπιοι έλεγχοι αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία για την καταπολέμηση των καταχρήσεων όσον αφορά τις επιδοτήσεις. Εξαιτίας του γεγονότος αυτού, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι οι ανεπαρκείς επιτόπιοι έλεγχοι αποτελούν σοβαρή παράβαση των κοινοτικών διατάξεων.
34. Απομένει να εξεταστεί το δεύτερο στοιχείο που πρέπει να λαμβάνει υπόψη η Επιτροπή κατά τον υπολογισμό της μειώσεως, δηλαδή η οικονομική ζημία που υπέστη η Κοινότητα. Η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι ο υπολογισμός της ζημίας μπορούσε και έπρεπε να πραγματοποιηθεί βάσει παρεκτάσεως των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν για τα έτη 1995, 1996 και 1997. Η Επιτροπή επιβεβαιώνει την άποψη ότι πρέπει κατ' αρχήν να γίνεται προσπάθεια να εξακριβωθεί συγκεκριμένα η ζημία για το ΕΓΤΕ και, μόνον αν αυτό είναι αδύνατον, να χωρεί κατ' αποκοπήν υπολογισμός. Αμφισβητεί όμως ότι στην προκειμένη περίπτωση ήταν δυνατός ο συγκεκριμένος υπολογισμός και αιτιολογεί την κρίση της αυτή στηριζόμενη στους ελλιπείς επιτόπιους ελέγχους. ρέπει συνεπώς να ερευνηθεί κατ' αρχάς αν ήταν δυνατόν στην προκειμένη περίπτωση να εξακριβωθεί η ζημία που υπέστη το ΕΓΤΕ λόγω των παρατυπιών που διαπιστώθηκαν βάσει παρεκτάσεως των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν για τα έτη 1995, 1996 και 1997.
35. Οι παραβάσεις που διαπιστώθηκαν κατά τα έτη 1995, 1996 και 1997 μπορούν να αποτελέσουν ένα στοιχείο για την έκταση στην οποία διαπιστώθηκαν παραβάσεις στη Γαλλία. Ερωτάται όμως αν η ένδειξη αυτή αρκεί ως βάση υπολογισμού για μια μείωση στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως λογαριασμών της ΕΓΤΕ.
36. Η ένδειξη αυτή θα πρέπει όμως να θεωρηθεί ανεπαρκής, σύμφωνα με τη νομολογία που αφορά το δικαίωμα της Επιτροπής να προβλέπει μειώσεις των αποδοτέων δαπανών και την κατανομή του βάρους αποδείξεως όσον αφορά τον υπολογισμό της οικονομικής ζημίας που πράγματι υπέστη η Κοινότητα. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή μπορεί, σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 729/70, να επιβαρύνει το ΕΓΤΕ μόνο με τα ποσά που καταβλήθηκαν σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις. «Στις περιπτώσεις όπου οι κοινοτικοί κανόνες δεν επιτρέπουν την καταβολή ενισχύσεως παρά μόνον υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται ορισμένες τυπικές διαδικασίες αποδείξεως ή ελέγχου, η ενίσχυση που χορηγείται χωρίς να τηρείται η προϋπόθεση αυτή δεν είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο και η σχετική δαπάνη δεν είναι, συνεπώς, δυνατό να αναγνωριστεί ότι επιβαρύνει το ΕΓΤΕ» . Βάσει αυτού, η νομολογία καταλήγει ότι η Επιτροπή, στην περίπτωση αυτή, «δεν έχει άλλη επιλογή από το να αρνηθεί τη χρηματοδότηση του συνόλου των εν λόγω δαπανών» .
37. Στην απόφασή του επί της υποθέσεως Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής το Δικαστήριο διαπίστωσε, πέραν αυτού, ότι η Επιτροπή, όταν δεν απορρίπτει το σύνολο των κατά παράβαση των σχετικών κανόνων διενεργηθεισών δαπανών, προσπαθεί να διαπιστώσει τις οικονομικές επιπτώσεις της παράνομης ενέργειας μέσω υπολογισμών βασιζόμενων σε εκτίμηση της καταστάσεως που θα προέκυπτε στην οικεία αγορά αν δεν είχε διαπραχθεί η παράβαση. Σε μια τέτοια περίπτωση όμως, το βάρος αποδείξεως του εσφαλμένου των υπολογισμών αυτών φέρει το κράτος που ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως περί μη χρηματοδοτήσεως. Η νομολογία αυτή επιβεβαιώθηκε αργότερα και μετά τη θέσπιση των «κατευθυντήριων γραμμών που αφορούν τον υπολογισμό της μειώσεως κατά την επεξεργασία της εκκαθαρίσεως λογαριασμών του ΕΓΤΕ», έγγραφο εργασίας VI/216/93 της 3ης Ιουνίου 1993 και έγγραφο εργασίας VI/5330/97 της 23ης Δεκεμβρίου 1997 (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές).
38. Από τη νομολογία αυτή προκύπτει κατ' αρχάς ότι η Επιτροπή, στην προκειμένη περίπτωση, θα είχε ακόμη και το δικαίωμα να αρνηθεί την ανάληψη του συνόλου των δαπανών για τις αντισταθμιστικές πληρωμές. Το βάρος αποδείξεως της νομιμότητας των δαπανών φέρει η Γαλλική Κυβέρνηση. Όσον αφορά το ύψος των δαπανών που προκλήθηκαν από τους ανεπαρκείς ελέγχους, η Γαλλία προσκομίζει για το 1994 τα αριθμητικά στοιχεία που προέκυψαν από τους διενεργηθέντες ελέγχους. Δεδομένου όμως ότι οι έλεγχοι αυτοί ήταν ελλιπείς, τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλή αφετηρία για τον υπολογισμό της οικονομικής ζημίας που υπέστη η Κοινότητα.
39. Ούτε η αναφορά στα επόμενα έτη προσφέρει ασφαλή βάση υπολογισμού, διότι από αυτήν προκύπτει μόνον μια κατ' αρχήν τάξη μεγέθους των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν και όχι στοιχεία αφορώντα το 1994. Οι μικρότερες παρατυπίες που διαπιστώθηκαν κατά τα μεταγενέστερα έτη δεν επιτρέπουν έναν ασφαλή αναδρομικό υπολογισμό για το έτος 1994, που θα ήταν όμως απαραίτητος για τη συγκεκριμένη εξακρίβωση της ζημίας. Είναι καθ' όλα πιθανό, κατά τα επόμενα έτη, να μην έλαβαν χώρα πλέον παρατυπίες - ή τουλάχιστον να έλαβαν χώρα σε σημαντικά μικρότερη έκταση - διότι η Γαλλία συνειδητοποίησε τις ελλείψεις των ελέγχων χάρη στην αλληλογραφία της με την Επιτροπή. Η Γαλλία παραδέχεται ότι αρχικά υπήρξαν δυσκολίες κατά τη θέσπιση του ολοκληρωμένου διοικητικού και ελεγκτικού συστήματος. Αυτό ήδη υποδηλώνει ότι ο αριθμός των παρατυπιών κατά το 1994 μπορεί να ήταν μεγαλύτερος απ' ό,τι κατά τα επόμενα έτη 1995, 1996 και 1997. Στο μέτρο αυτό, η μέθοδος υπολογισμού που προτείνει η Γαλλική Κυβέρνηση δεν είναι διόλου ασφαλέστερη από την κατ' αποκοπήν μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποίησε η Επιτροπή, η οποία επίσης στηρίζεται μόνο στην εκτίμηση της επελθούσας ζημίας βάσει του κινδύνου οικονομικής ζημίας της Κοινότητας που προκλήθηκε από τη διαπιστωθείσα παρατυπία. Η μέθοδος που χρησιμοποίησε η Επιτροπή είναι, εκτός αυτού, σύμφωνη προς το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70, διότι η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τη σοβαρότητα της παραβάσεως που διαπιστώθηκε. Η μέθοδος που προτείνει η Γαλλία αγνοεί εντελώς αυτή την πλευρά του ζητήματος και υπολογίζει μόνον κατ' αποτέλεσμα το άθροισμα των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν. ρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι η Γαλλία δεν απέδειξε ότι ήταν δυνατόν να υπολογιστεί συγκεκριμένα ο προκληθείς για το ΕΓΤΕ κίνδυνος οικονομικής ζημίας.
40. Εφόσον κατά συνέπεια η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να προβεί σε κατ' αποκοπήν μείωση, τίθεται το περαιτέρω ερώτημα κατά πόσον το ποσόν, που υπολογίστηκε στο ύψος του 2 % των δαπανών που δηλώθηκαν ή σε 567,7 εκατομμύρια FRF, είναι σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας.
41. Βάσει της προαναφερθείσας νομολογίας, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή δικαιούται να αρνηθεί όλες τις δαπάνες για τις οποίες διαπιστώθηκαν ελλιπείς έλεγχοι, δεν είναι κατ' αρχήν δυνατόν να κατηγορηθεί η Επιτροπή για συμπεριφορά αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, όταν, αντί να αρνηθεί το σύνολο των δαπανών, αρνείται μόνον το 2 % του ποσού αυτού. Στην περίπτωση αυτή χρησιμοποιεί ένα σημαντικά ηπιότερο μέσο σε σχέση με αυτό που θα είχε τη νομική δυνατότητα να χρησμοποιήσει.
42. Υπέρβαση του ορίου υπάρχει, σύμφωνα με τη νομολογία, μόνον αν το οικείο κράτος μέλος αποδείξει ότι τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν είναι αυθαίρετα ή ανεπιεική . ρέπει κατά συνέπεια να ερευνηθεί κατά πόσον η Γαλλία απέδειξε είτε ότι οι δαπάνες για το ΕΓΤΕ δεν αυξήθηκαν λόγω των ανεπαρκών ελέγχων ή αυξήθηκαν σε μικρότερη έκταση απ' ό,τι δέχθηκε η Επιτροπή είτε ότι τα κριτήρια είναι αυθαίρετα και ανεπιεική.
43. Όπως προαναφέρθηκε, η Γαλλία δεν απέδειξε ότι οι δαπάνες αυξήθηκαν στην πραγματικότητα σε μικρότερη έκταση απ' ό,τι δέχθηκε η Επιτροπή. Κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη φέρουν το βάρος αποδείξεως σχετικά με το καταλογιστό των δαπανών. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι τα κράτη μέλη δαπανούν τα χρήματα και τηρούν τους λογιστικούς λογαριασμούς, οπότε διαθέτουν όλα τα στοιχεία για να αμφισβητήσουν τους υπολογισμούς της Επιτροπής . Αυτή η κατανομή του βάρους αποδείξεως φαίνεται εύλογη και δεν αμφισβητείται ούτε από τη Γαλλική Κυβέρνηση.
44. Τέλος, η Φινλανδική Κυβέρνηση επικαλείται έλλειψη αιτιολογίας και υποστηρίζει ότι η Επιτροπή όφειλε να εκθέσει για ποιο λόγο προέβη όχι σε συγκεκριμένο αλλά σε κατ' αποκοπήν υπολογισμό.
45. Η ένσταση αυτή πρέπει κατ' αρχήν να απορριφθεί στο μέτρο που η Επιτροπή, στην από 11 Μα_ου 1989 επιστολή της, εκθέτει τους λόγους για τους οποίους, κατά την εκτίμησή της, δεν είναι δυνατός ένας υπολογισμός, όπως αυτός που προτείνει η Γαλλική Κυβέρνηση, και συνεπώς λαμβάνει χώρα κατ' αποκοπήν υπολογισμός της μειώσεως. Η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που καθιερώνει το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 253 ΕΚ) εξαρτάται από τη φύση της οικείας πράξεως και από το πλαίσιο στο οποίο θεσπίστηκε . Κατά πάγια νομολογία, «στην ιδιάζουσα αλληλουχία της καταρτίσεως των αποφάσεων περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, η αιτιολογία μιας αποφάσεως πρέπει να θεωρείται επαρκής εφόσον το κράτος-αποδέκτης συνεργάστηκε στενά στη διαδικασία καταρτίσεως της αποφάσεως αυτής και γνώριζε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι δεν έπρεπε να επιβαρύνει το ΕΓΤΕ με το επίδικο ποσόν» . Η επιστολή της Επιτροπής της 11ης Μα_ου 1998 πληροί τις προϋποθέσεις αυτές.
46. Βάσει της νομολογίας αυτής, πρέπει να απορριφθεί και η αιτίαση της Φινλανδικής Κυβερνήσεως περί γενικής ελλείψεως αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η αλληλογραφία μεταξύ Επιτροπής και Γαλλίας κατά τα έτη 1994 έως 1998 αποδεικνύει ότι η Γαλλία συνεργάστηκε στενά στη διαδικασία επεξεργασίας της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, στην επιστολή της 11ης Μα_ου 1998 η Επιτροπή αιτιολογεί τη μείωση λόγω των ανεπαρκών ελέγχων. Η Γαλλία γνώριζε την αιτιολογία αυτή, επιπλέον δε η μεταγενέστερη εγκατάλειψη της αρχικής αιτιάσεως περί επεξεργασίας αιτήσεων που δεν ήταν πλήρεις δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους. Δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν λόγοι για τους οποίους θα έπρεπε να αλλάξει η προαναφερθείσα νομολογία, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Η νομολογία δεν απαιτεί την εκτελεστότητα της αποφάσεως έναντι τρίτων.
47. Τελικώς, η φινλανδική άποψη, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή πρέπει να εξηγήσει για ποιο λόγο χρησιμοποίησε την κατ' αποκοπήν μείωση, πρέπει να απορριφθεί και διότι θα οδηγούσε σε αντιστροφή του βάρους αποδείξεως. Δεδομένου όμως ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν όλες τις απαραίτητες εκκαθαρίσεις και, στο μέτρο αυτό, η Επιτροπή κατά τη διενέργεια της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών ΕΓΤΕ ανάγεται στις ανακοινώσεις των κρατών μελών, δεν θα ήταν αντικειμενικό να φέρει η Επιτροπή το βάρος αποδείξεως.
48. Όσον αφορά τα κριτήρια, η Γαλλία, αναφερόμενη στην έκθεση του οργάνου συνδιαλλαγής, υποστηρίζει ότι με την παρούσα περίπτωση αποσαφηνίζονται τα όρια του κατ' αποκοπήν υπολογισμού της μειώσεως. Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν εκθέτει όμως σε ποιο μέτρο αυτό εκφράζει μια κατ' αρχήν έλλειψη των κριτηρίων. Επί του σημείου αυτού, η κριτική δεν υπερβαίνει τη συγκεκριμένη περίπτωση και δεν αποδεικνύει ότι τα κριτήρια είναι κατ' αρχήν αυθαίρετα ή ανεπιεική. Κατά συνέπεια, η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με τη νομολογία.
49. Ο κατ' αποκοπήν υπολογισμός της μειώσεως γίνεται στις περιπτώσεις στις οποίες είναι αδύνατη η εξακρίβωση της πραγματικής ζημίας που υπέστη ο κοινοτικός προϋπολογισμός. Αφού η Επιτροπή αρχικά προέβαινε σε ποσοστιαίες μειώσεις ανάλογα με κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, έπειτα από επίκριση του δημοσιονομικού ελεγκτή, ο οποίος θεωρούσε μια τέτοια διαδικασία ασυμβίβαστη με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, το 1993 προχώρησε στη διαμόρφωση τριών κατηγοριών κατ' αποκοπήν μειώσεων, και συγκεκριμένα ύψους 2 %, 5 % και 10 % . Κατόπιν απαιτήσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προστέθηκε και η κατηγορία του 25 %. Όταν η Γαλλία στην παρούσα διαδικασία θεωρεί αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας την εφαρμογή του χαμηλότερου συντελεστή του 2 % και υποστηρίζει ότι η περίπτωση αυτή εγγίζει τα όρια του συστήματος της κατ' αποκοπήν μειώσεως, αυτό εκφράζει την πεποίθηση της Γαλλίας περί της ανάγκης επανεξετάσεως της κλιμακώσεως που αναφέρεται στις κατευθυντήριες γραμμές VI/216/93 και VI/5330/97. Αυτή όμως η επανεξέταση πρέπει να γίνει με πολιτικά μέσα και όχι στο πλαίσιο του ελέγχου της νομιμότητας αποφάσεως της Επιτροπής.
50. έραν αυτού, πρέπει να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο κατά πάγια νομολογία θεωρεί σύμφωνο προς το κοινοτικό δίκαιο τον κατ' αποκοπήν υπολογισμό της μειώσεως . Η παρούσα υπόθεση δεν παρουσιάζει στοιχεία ικανά να αποτελέσουν αφορμή για απόκλιση από τη νομολογία αυτή. Ως συμπέρασμα πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι η μείωση κατά 2 % των δαπανών που δηλώθηκαν είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας.
51. Τέλος, πρέπει να εξεταστούν ακόμη οι αιτιάσεις της Φινλανδικής Κυβερνήσεως σχετικά με την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και την επιταγή περί αποτελεσματικότητας. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβιάζει την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Βέβαια, η Επιτροπή απείλησε αρχικά ότι θα προβεί σε μείωση λόγω επεξεργασίας αιτήσεων που δεν ήταν πλήρεις. Ήδη όμως στην επιστολή της 9ης Ιουλίου 1997 ανέφερε την ελλιπή ποιότητα των επιτοπίων ελέγχων ως πιθανή αιτία μιας υψηλότερης μείωσης από αυτήν στην οποία απείλησε αρχικά ότι θα προβεί. Όταν η Γαλλία δήλωσε ότι ήταν έτοιμη να αυξήσει τον αριθμό των επιτοπίων ελέγχων, η Επιτροπή εγκατέλειψε την αιτίαση περί μη πληρότητας των αιτήσεων και στηρίχθηκε πλέον μόνο στους ελλιπείς ελέγχους. Η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε αποκλειστικά στην αιτίαση αυτή, όπως αποδεικνύει το έγγραφο της 11ης Μα_ου 1998, το οποίο αποτελεί επίσημη ανακοίνωση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της αποφάσεως 94/442 της Επιτροπής. ρέπει συνεπώς να απορριφθεί η αιτίαση περί παραβιάσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, διότι επισημάνθηκαν στη Γαλλική Κυβέρνηση προφορικά και γραπτά οι διάφορες αιτιάσεις και συνεπώς δεν υπήρχε άξια προστασίας εμπιστοσύνη δυνάμενη να θιγεί.
52. Ομοίως αβάσιμοι είναι οι ενδοιασμοί της Φινλανδικής Κυβερνήσεως που στηρίζονται στην επιταγή περί αποτελεσματικότητας. Το Δικαστήριο επανειλημμένα έκρινε ότι η απόρριψη του συνόλου των οικείων δαπανών είναι σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο. Συνεπώς, μια μείωση ύψους 2 έως 10 % του ποσού αυτού, όπως προβλέπεται στις κατευθυντήριες γραμμές, δεν μπορεί να θίξει την αποτελεσματικότητα της συνεργασίας μεταξύ εθνικών αρχών και Επιτροπής, έστω και αν η μείωση υπολογιστεί κατ' αποκοπήν. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για ένα λιγότερο ριζοσπαστικό μέτρο από την επίσης επιτρεπτή, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, απόρριψη του συνολικού ποσού. Η μείωση αυτή είναι συνεπώς κατ' αρχήν σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.
53. Επομένως, επικουρικώς μόνο θα πρέπει να λάβω θέση επί της δεύτερης ενστάσεως της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία ο υπολογισμός της μειώσεως σύμφωνα με τις παραβάσεις που διαπιστώθηκαν κατά τα επόμενα έτη είναι αντίθετος προς την αρχή ότι ο προϋπολογισμός είναι ετήσιος. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, το ΕΓΤΕ αποτελεί μέρος του προϋπολογισμού. Εφαρμόζονται συνεπώς οι γενικοί κανόνες για τον προϋπολογισμό, μεταξύ των οποίων και η αρχή ότι ο προϋπολογισμός είναι ετήσιος.
54. Η αρχή του ενιαυσίου του προϋπολογισμού θεμελιώνεται στα άρθρα 199 και 202 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρα 268 ΕΚ και 271 ΕΚ). Σύμφωνα με την αρχή αυτή, ο προϋπολογισμός εγκρίνεται για ένα οικονομικό έτος . Σύμφωνα με την αρχή αυτή, στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 ορίζεται ότι τα κράτη μέλη πρέπει να διαβιβάζουν στην Επιτροπή τους ετήσιους λογαριασμούς, συνοδευόμενους από τα αναγκαία για την εκκαθάρισή τους έγγραφα. Η χρησιμοποίηση των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν κατά τα έτη 1995, 1996 και 1997 για την εξακρίβωση της οικονομικής ζημίας που υπέστη η Κοινότητα από τις διαπιστωθείσες παραβάσεις και συνεπώς για τον υπολογισμό του ύψους της μειώσεως δεν φαίνεται να είναι αντίθετη προς την αρχή του ενιαυσίου του προϋπολογισμού. Και τούτο διότι το ζήτημα δεν είναι να υπολογιστούν οι ελλείψεις που διαπιστώθηκαν κατά τα επόμενα αυτά έτη και οι επιπτώσεις τους για το ΕΓΤΕ για το έτος 1994, αλλά η Γαλλική Κυβέρνηση ενδιαφέρεται μόνο να ληφθούν υπόψη τα αποτελέσματα αυτά ως τάξη μεγέθους για τη μείωση που πρέπει να γίνει και για το 1994 για τις παρατυπίες που διαπιστώθηκαν το 1994. Ο υπολογισμός αυτός αφορά τις δαπάνες που έγιναν και τις παρατυπίες που διαπιστώθηκαν το 1994 και συνεπώς δεν παραβιάζει την αρχή του ενιαυσίου του προϋπολογισμού.
55. Ως αποτέλεσμα πρέπει, παρ' όλ' αυτά, να γίνει δεκτό ότι η απόφαση 1999/187 της Επιτροπής είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας, στο μέτρο που προβλέπει μείωση των δαπανών που δήλωσε η Γαλλία για τις ενισχύσεις στο πλαίσιο του κανονισμού 1765/92, κατά ποσοστό 2 %, δηλαδή κατά το ποσόν των 567 733 352 FRF.
V - Επί των δικαστικών εξόδων
56. Σύμφωνα με το άρθρο 69 του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφυγή της Γαλλικής Δημοκρατίας απορρίφθηκε και η Επιτροπή υπέβαλε σχετικό αίτημα, η Γαλλία πρέπει να καταδικαστεί τα δικαστικά έξοδα.
VI - ρόταση
57. Σύμφωνα με τις προηγούμενες σκέψεις, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι:
«1) Απορρίπτει την προσφυγή ως αβάσιμη.
2) Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.»
Full & Egal Universal Law Academy