Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Ο Pretore του Toυρίνο στην Ιταλία, ζήτησε από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 234 ΕΚ, να ερμηνεύσει τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου που έχουν εφαρμογή στους όρους εργασίας των τοπικών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, όταν ένα όργανο αρνείται να ανανεώσει τη σύμβασή τους εργασίας κατά τη λήξη του χρονικού διαστήματος για το οποίο έχει συναφθεί.
2. Η διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί το αιτούν δικαστήριο υφίσταται μεταξύ του R. Vitari (στο εξής: ενάγων) και τη European Training Foundation (Ευρωπαϊκού ιδρύματος επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, στο εξής: Ίδρυμα), που είναι ένας οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως για τον οποίο ο ενάγων εργάστηκε κατ' εφαρμογήν, αρχικώς, συμβάσεως επικουρικού υπαλλήλου και, στη συνέχεια, συμβάσεως τοπικού υπαλλήλου. Το Ίδρυμα συστάθηκε με τον κανονισμό ΕΟΚ 1360/90 του Συμβουλίου βάσει του άρθρου 235 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 308 ΕΚ) και έχει ως σκοπό τη συμβολή στην ανάπτυξη των συστημάτων επαγγελματικής εκπαιδεύσεως των χωρών της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης. Η έδρα του βρίσκεται στο Τουρίνο .
ΙΙ - Τα περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και η ιταλική νομοθεσία
3. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι ο ενάγων προσελήφθη από το Ίδρυμα ως επικουρικός υπάλληλος με σύμβαση ορισμένου χρόνου για το χρονικό διάστημα από τις 16 Οκτωβρίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 1995. Η ισχύς της σύμβασης αυτής παρατάθηκε για δεύτερο χρονικό διάστημα, αυτή τη φορά από την 1η Ιανουαρίου έως τις 29 Φεβρουαρίου 1996.
4. Κατά τη λήξη του δεύτερου αυτού χρονικού διαστήματος, ο ενάγων αναπροσλήφθηκε από το Ίδρυμα ως τοπικός υπάλληλος για το χρονικό διάστημα από 1ης Μαρτίου έως 31 Δεκεμβρίου 1996 με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Η ίσχυς της σύμβασης αυτής παρατάθηκε έως τις 30 Ιουνίου 1997, ημερομηνία κατά την οποία το Ίδρυμα θεώρησε ότι έληξε η σχέση εργασίας που το συνέδεε με τον ενάγοντα.
5. Ο R. Vitari προσέφυγε τότε ενώπιον του Pretore του Τουρίνο, διότι θεώρησε ότι το Ίδρυμα δεν μπορούσε να θέσει τέρμα στη σχέση τους εργασίας. Χωρίς να αμφισβητήσει ότι σχετική εν προκειμένω είναι η κοινοτική ρύθμιση, θεώρησε ότι έπρεπε να εφαρμοστεί η ιταλική νομοθεσία, ειδικότερα δε ο νόμος 230, της 18ης Απριλίου 1962 , που διέπει τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.
6. Το άρθρο 1 του νόμου 230/62 ορίζει ότι οι συμβάσεις εργασίας συνάπτονται, καταρχήν, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου, μπορούν όμως παραταύτα να συνάπτονται για ορισμένο χρόνο στις περιπτώσεις που απαριθμεί .
Το άρθρο 2 του ίδιου νόμου επιτρέπει, κατ' εξαίρεση και κατόπιν προηγουμένης συμφωνίας του εργαζομένου, την παράταση της ισχύος της συμβάσεως ορισμένου χρόνου άπαξ και για χρόνο μη υπερβαίνοντα τη διάρκεια της αρχικής συμβάσεως, υπό την προϋπόθεση ότι η παράταση αυτή κατέστη αναγκαία λόγω ενδεχομένων και απροβλέπτων περιστάσεων και αφορά την άσκηση της ίδιας δραστηριότητας. Όταν η σχέση εργασίας παρατείνεται πέραν του προβλεφθέντος χρόνου, η σύμβαση λογίζεται ως σύμβαση αορίστου χρόνου από την ημερομηνία υπογραφής της πρώτης σύμβασης ορισμένου χρόνου .
7. Επομένως, ο ενάγων στηρίζεται σ' αυτόν τον ιταλικό νόμο ζητώντας από το δικαστήριο του Τουρίνο να κρίνει ότι συνδεόταν με το εναγόμενο όργανο με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου από την 1η Μαρτίου 1996, ημερομηνία κατά την οποία προσελήφθη για πρώτη φορά ως τοπικός υπάλληλος .
8. Εξάλλου, το Ίδρυμα ισχυρίζεται ότι οι υπάλληλοί του υπόκεινται στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 , όπως έχουν μεταγενεστέρως τροποποιηθεί και συμπληρωθεί, οι οποίες καθορίζουν το καθεστώς των σχέσεων εργασίας των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των οργάνων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με αυτήν. Επομένως, προβάλλει ότι δεν πρέπει να εφαρμοστεί η ρύθμιση του κράτους εντός του οποίου εξελίχθηκε η σχέση εργασίας, αλλ' αντιθέτως, και αποκλειστικώς, η κοινοτική ρύθμιση.
ΙΙΙ - Το προδικαστικό ερώτημα
9. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, εν όψει της υπερεθνικής φύσεως του Ιδρύματος, ως κοινοτικού οργανισμού, δεν αμφισβητείται εν προκειμένω η δυνατότητα εφαρμογής της γενικού χαρακτήρα κοινοτικής ρυθμίσεως που περιέχεται στον κανονισμό 259/68, με τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις και προσθήκες της.
10. Εκθέτει παραταύτα ότι, κατά τον ενάγοντα, υφίσταται μια αντίφαση μεταξύ των εφαρμοστέων κοινοτικών διατάξεων και του νόμου 230/62, ο οποίος αφορά τις συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να συναφθεί σύμβαση ορισμένου χρόνου και ο οποίος προβλέπει ειδικές κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεως ή καταστρατηγήσεως της ρυθμίσεως αυτής. Η σημαντικότερη από τις κυρώσεις αυτές είναι η ex tunc μετατροπή της σχέσεως εργασίας ορισμένου χρόνου σε σχέση εργασίας αορίστου χρόνου. Για τον λόγο αυτό, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 79 του κανονισμού ΕΟΚ 259/68, όπως έχει τροποποιηθεί, την έννοια ότι επιτρέπεται στο κοινοτικό όργανο να αφίσταται της εθνικής νομοθεσίας, με συνέπεια την αποκλειστική εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας, ή επιβάλλει παρά ταύτα την τήρηση της εθνικής νομοθεσίας, ιδίως όταν αυτή έχει επιτακτικό και αναγκαστικό χαρακτήρα;»
IV - H κοινοτική ρύθμιση
11. Οι κανόνες που έχουν εφαρμογή στους τοπικούς υπαλλήλους των κοινοτικών οργάνων διατυπώνονται στο «καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» (στο εξής: ΚΛ).
12. Το άρθρο 1 του ΚΛ έχει ως εξής:
«Το παρόν καθεστώς εφαρμόζεται σε κάθε υπάλληλο ο οποίος έχει προσληφθεί με σύμβαση από τις Κοινότητες. Ο υπάλληλος αυτός έχει την ιδιότητα:
- του έκτακτου υπαλλήλου,
- του επικουρικού υπαλλήλου,
- του τοπικού υπαλλήλου» .
13. Το άρθρο 4 του ΚΛ ορίζει τα εξής:
«Θεωρείται "τοπικός υπάλληλος", κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, ο υπάλληλος ο οποίος προσλαμβάνεται σύμφωνα με τις τοπικές συνήθειες για την εκτέλεση χειρωνακτικής εργασίας ή την παροχή υπηρεσιών, σε θέση που δεν προβλέπεται στον πίνακα θέσεων, ο οποίος προσαρτάται στο τμήμα του προϋπολογισμού που αναφέρεται σε κάθε όργανο της Κοινότητας, και αμοίβεται από τις συνολικές πιστώσεις που ανοίγονται για τον σκοπό αυτό στα εν λόγω τμήματα προϋπολογισμού [...]».
14. Οι διατάξεις που αφορούν τους τοπικούς υπαλλήλους περιέχονται στον τίτλο IV του ΚΛ (άρθρα 79 έως 81).
15. Το άρθρο 79 ορίζει τα εξής:
«Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος τίτλου, οι όροι εργασίας των τοπικών υπαλλήλων, ιδίως σχετικά με:
α) τον τρόπο προσλήψεως και απολύσεως·
β) τις άδειες·
γ) τις αποδοχές τους,
καθορίζονται από κάθε όργανο, βάσει της ρυθμίσεως και των συνηθειών που υφίστανται στον τόπο όπου ο υπάλληλος καλείται να ασκήσει τα καθήκοντά του».
16. Κατά το άρθρο 80:
«Το όργανο αναλαμβάνει, στα θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, τις υποχρεώσεις που βαρύνουν τους εργοδότες, δυνάμει της ρυθμίσεως που υφίσταται στον τόπο όπου υπάλληλος εκλήθη να ασκήσει τα καθήκοντά του.»
17. Τέλος, το άρθρο 81, παράγραφος 1, ορίζει ότι:
«Οι διαφορές μεταξύ του οργάνου και του τοπικού υπαλλήλου που υπηρετεί σε κράτος μέλος υπάγονται στην αρμόδια δικαστική αρχή δυνάμει της νομοθεσίας που ισχύει στον τόπο όπου ο υπάλληλος ασκεί τα καθήκοντά του ».
18. Όσον αφορά τους υπαλλήλους του δρύματος, το άρθρο 14 του προπαρατεθέντος κανονισμού 1360/90, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2063/94 του Συμβουλίου , ορίζει τα εξής:
«Κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού
Το προσωπικό του Ιδρύματος υπόκειται στους κανονισμούς και τις ρυθμίσεις που ισχύουν για τους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Το Ίδρυμα ασκεί, έναντι του προσωπικού του, τις εξουσίες που έχουν ανατεθεί στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.
Το διοικητικό συμβούλιο, σε συμφωνία με την Επιτροπή, θεσπίζει τις ενδεδειγμένες λεπτομέρειες εφαρμογής.»
19. Όπως εξέθεσε το εθνικό δικαστήριο στη διάταξη περί παραπομπής, το Ίδρυμα δεν έχει θεσπίσει ειδική ρύθμιση για τους τοπικούς υπαλλήλους του και επαφίεται πλήρως στη ρύθμιση που αφορά τους όρους εργασίας που ισχύουν για τους τοπικούς υπαλλήλους της αντιπροσωπείας της ευρωπαϊκής Επιτροπής στη Ρώμη και το Μιλάνο (στο εξής: ρύθμιση).
20. Το άρθρο 3 της ρυθμίσεως αυτής ορίζει ότι η σύμβαση εργασίας μπορεί να συναφθεί είτε για αόριστο είτε για ορισμένο χρόνο, πλην όμως, στη δεύτερη περίπτωση, μπορεί να συναφθεί μόνον εφόσον οι περιστάσεις ή η φύση της εργασίας επιβάλλουν τον καθορισμό χρόνου λήξεως της συμβάσεως.
21. Η ρύθμιση περιέχει επίσης, μεταξύ άλλων, κανόνες που αφορούν την κατάταξη των τοπικών υπαλλήλων, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, τους όρους εργασίας, την κατανομή, τη μετάβαση από μια κατηγορία σε ανώτερη κατηγορία, τις κοινοτικές παροχές, τις κυρώσεις, τις δυνατότητες προσφυγής και, στο άρθρο 26, τη λύση της συμβάσεως. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 αυτής της διατάξεως, η σύμβαση ορισμένου χρόνου λήγει με την προβλεπόμενη ημερομηνία λήξεως.
V - Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
22. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν εντός της προβλεπομένης προς τούτο από το άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΚ) του Δικαστηρίου προθεσμίας ο ενάγων της κύριας δίκης, το Ίδρυμα και η Επιτροπή.
VI - Ανάλυση του προδικαστικού ερωτήματος
23. Όπως ήδη εξέθεσα, το εθνικό δικαστήριο διευκρινίζει ότι το προδικαστικό ερώτημα οφείλεται στην αντίφαση που διαβλέπει ο ενάγων της κύριας δίκης μεταξύ του άρθρου 3 της ρυθμίσεως και του ιταλικού νόμου 230/62. Σημειώνεται, εντούτοις, ότι, με τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν στο Δικαστήριο, τόσο ο ενάγων όσο και το Ίδρυμα είπαν ότι δεν υφίσταται τέτοια αντίφαση .
24. Κατά τον ενάγοντα, το άρθρο 3 της ρυθμίσεως και το άρθρο 1 του νόμου 230/62 λέγουν τα ίδια πράγματα, διότι περιορίζουν τις περιπτώσεις στις οποίες μπορούν να συνάπτονται συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Κατά συνέπεια, αυτό για το οποίο πρόκειται δεν είναι να δοθεί η προτεραιότητα στο κοινοτικό δίκαιο σε σχέση προς το εθνικό δίκαιο ή αντιστρόφως, αλλ' αντιθέτως να εφαρμοστεί και το ένα και το άλλο συμπληρωματικώς όπως το προβλέπει το άρθρο 79 του ΚΛ.
25. Το Ίδρυμα, εξάλλου, εκθέτει ότι το ερώτημα που διατυπώνει το αιτούν δικαστήριο είναι άτοπο. Κατ' αυτό, το να τίθεται το ερώτημα αν το άρθρο 79 του ΚΛ επιτρέπει ή όχι στα κοινοτικά όργανα να αγνοούν την εθνική νομοθεσία δεν έχει κανένα νόημα εν προκειμένω, διότι η ρύθμιση που εφαρμόζεται στους τοπικούς υπαλλήλους στην Ιταλία είναι σύμφωνη προς την εθνική νομοθεσία περί των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Συγκεκριμένα, θεωρεί ότι το αιτούν δικαστήριο σφάλλει περιορίζοντας την εξέτασή του στον νόμο 230/62, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τη μεταγενέστερη εξέλιξη του ιταλικού δικαίου. Συγκεκριμένα, το ιταλικό δίκαιο «φιλελευθεροποίησε» τη χρησιμοποίηση αυτού του είδους συμβάσεων μέχρι τέτοιου σημείου ώστε τα όρια που θέτει η κοινοτική ρύθμιση της σύναψης συμβάσεων ορισμένου χρόνου είναι εφεξής αυστηρότερα από αυτά που προβλέπει το εθνικό δίκαιο.
26. Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου που έχει θεσπιστεί με το άρθρο 234 ΕΚ, απόκειται στο Δικαστήριο να δίνει στο αιτούν δικαστήριο μια χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα επιλύσεως της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί .
27. Νομίζω ότι είναι σαφές εν προκειμένω ότι το άρθρο 3 της ρυθμίσεως και ο νόμος 230/62 αντικατοπτρίζουν την ίδια νομοθετική επιλογή, καθόσον ευνοούν τις συμβάσεις αορίστου χρόνου και περιορίζουν τις περιπτώσες στις οποίες μπορούν να συνάπτονται συμβάσεις ορισμένου χρόνου.
28. Υπό τις περιστάσεις αυτές, θεωρώ ότι μια γενική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα, όπως αυτό διατυπώθηκε, δεν θα ήταν χρήσιμη στο εθνικό δικαστήριο για να λύσει τη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί . Επομένως, πρέπει να αναδιατυπωθεί το προδικαστικό ερώτημα με διευκρίνιση των στοιχείων του κοινοτικού δικαίου, τα οποία το Δικαστήριο του Piémont θα πρέπει να λάβει υπόψη αποφαινόμενο επί της ουσίας.
29. Το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε το προδικαστικό αυτό ερώτημα στο Δικαστήριο, πρώτον, διότι επιθυμεί να του διευκρινιστούν οι διατάξεις που οφείλει να λάβει υπόψη για να εξετάσει το κύρος της συμβάσεως τοπικού υπαλλήλου που έχει συναφθεί με εργαζόμενο για ορισμένο χρόνο και, δεύτερον, διότι ερωτά, στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση αυτή είναι άκυρη, αν συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο να αναγνωριστεί η ακυρότητα αυτή δημιουργώντας σχέση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ των μερών.
30. Από τις διατάξεις που διαλάμβανε η διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η σύμβαση θα μπορούσε να θεωρηθεί άκυρη σε δύο περιπτώσεις. Στην πρώτη, που προβλέπεται από κοινού στο άρθρο 3 της ρυθμίσεως και στο άρθρο 1 του νόμου 230/62, η σύμβαση θα μπορούσε να ακυρωθεί αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες γεννήθηκε η σχέση εργασίας μεταξύ των μερών δεν επιτρέπουν στο Ίδρυμα να επιλέξει τη σύμβαση ορισμένου χρόνου.
31. Επομένως, για να αποφανθεί επί του σημείου αυτού, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να στηριχθεί στο άρθρο 3 της ρυθμίσεως, κατά την οποία οι συμβάσεις τοπικού υπαλλήλου που συνάπτονται στην Ιταλία τεκμαίρονται ότι έχουν συναφθεί για αόριστο χρόνο, εκτός αν οι περιστάσεις ή η φύση της εργασίας επιβάλλουν τον καθορισμό χρόνου λήξεως της συμβάσεως.
32. Απόκειται στο ιταλικό δικαστήριο, και όχι στο Δικαστήριο, να εξακριβώσουν αν οι περιστάσεις ή η φύση της εργασίας που πρέπει να εκτελέσει ο ενάγων δικαιολογούσαν τη σύναψη συμβάσεως ορισμένου χρόνου, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 81 του ΚΛ, οι διαφορές μεταξύ του οργάνου και του τοπικού υπαλλήλου που υπηρετεί σε κράτος μέλος υπάγονται στην αρμόδια δικαστική αρχή δυνάμει της νομοθεσίας που ισχύει στον τόπο όπου ο υπάλληλος ασκεί τα καθήκοντά του. Εν πάση περιπτώσει, η διάταξη περί παραπομπής δεν παρέχει κανένα στοιχείο που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να εκτιμήσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 της ρυθμίσεως.
33. Η δεύτερη περίπτωση στην οποία η σύμβαση θα μπορούσε να θεωρηθεί άκυρη σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου 230/62 είναι αυτή κατά την οποία η σχέση εργασίας συνεχίστηκε πέραν του προβλεπομένου στην αρχική σύμβαση ή με την πρώτη παράταση.
34. Όπως ήδη εξέθεσα, ο ενάγων συνδέθηκε καταρχάς με το Ίδρυμα με σύμβαση επικουρικού υπαλλήλου ορισμένου χρόνου, η ισχύς της οποίας παρατάθηκε μια φορά, στη συνέχεια δε με σύμβαση τοπικού υπαλλήλου, επίσης ορισμένου χρόνου, η ισχύς της οποίας επίσης παρατάθηκε μια φορά.
35. ρέπει να υπογραμμιστεί ότι το ΚΛ κάνει σαφή διάκριση μεταξύ των συμβάσεων επικουρικού υπαλλήλου και των συμβάσεων τοπικού υπαλλήλου. Ειδικότερα, οι συμβάσεις επικουρικού υπαλλήλου διέπονται, αποκλειστικώς, από την κοινοτική ρύθμιση και, σύμφωνα με το άρθρο 73 του ΚΛ, το οποίο παραπέμπει επί του σημείου αυτού στον τίτλο VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, οι διαφορές μεταξύ των υπαλλήλων και των οργάνων που τους απασχολούν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Τελικώς, οποιαδήποτε διαφορά που θα μπορούσε να υπάρξει μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης σε σχέση με την προηγούμενη σύμβαση επικουρικού υπαλλήλου θα πρέπει να κριθεί από το κοινοτικό δικαστήριο.
36. Η διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί το δικαστήριο του Τουρίνο αφορά αποκλειστικώς το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο ενάγων συνδεόταν με το Ίδρυμα με σύμβαση τοπικού υπαλλήλου, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράταση της ισχύος της προηγούμενης συμβάσεως επικουρικού υπαλλήλου.
37. Επομένως, θεωρώ ότι, όσον αφορά την πρώτη πτυχή του προδικαστικού ερωτήματος, όπως αυτό αναδιατυπώθηκε, πρέπει να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο η απάντηση ότι, προκειμένου να εξακριβωθεί αν μια σύμβαση τοπικού υπαλλήλου, συναφθείσα για ορισμενο χρόνο με το Ίδρυμα είναι έγκυρη, το αιτούν δικαστήριο που έχει επιληφθεί διαφοράς δυνάμει του άρθρου 81 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 3 της ρυθμίσεως που αφορά τους όρους εργασίας των τοπικών υπαλλήλων της αντιπροσωπείας της ευρωπαϊκής Επιτροπής στη Ρώμη και το Μιλάνο, να κρίνει αν οι περιστάσεις ή η φύση της εργασίας επιβάλλουν τον καθορισμό χρόνου λήξεως της συμβάσεως.
38. Το δεύτερο ζήτημα που θέτει το προδικαστικό ερώτημα αφορά την κύρωση που θα μπορούσε να επιβληθεί στο Ίδρυμα αν το αιτούν δικαστήριο θεωρήσει ότι η σύμβαση είναι άκυρη.
39. Η κοινοτική ρύθμιση δεν προβλέπει καμία κύρωση για τέτοιες περιπτώσεις. Ως προς το ιταλικό δίκαιο, η μόνη διάταξη στην οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο με τη διάταξή του περί παραπομπής είναι ο νόμος 230/62 κατά τον οποίο, σε περίπτωση άκυρης συμβάσεως, η σύμβαση θεωρείται ότι έχει συναφθεί για αόριστο χρόνο από την ημερομηνία της συνάψεώς της.
40. Επί του σημείου αυτού, πρέπει να υπενθυμιστεί, όπως ευστόχως πράττει η Επιτροπή, η απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Tordeur κ.λπ. .
41. Στην υπόθεση αυτή, το Cour de travail των Βρυξελλών ρώτησε το Δικαστήριο αν το κοινοτικό δίκαιο εμπόδιζε την εφαρμογή στα όργανα των Κοινοτήτων, όταν ζητούν να χρησιμοποιήσουν προσωρινώς απασχολούμενους, μιας διατάξεως του εθνικού δικαίου που επιφέρει, ως αστική κύρωση σε περίπτωση μη τηρήσεως άλλων διατάξεων του ίδιου νόμου, τη γένεση της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη του.
42. Το Δικαστήριο διευκρίνισε, πρώτον, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ΚΛ, κάθε όργανο προσδιορίζει τις αρχές οι οποίες είναι εξουσιοδοτημένες να συνάπτουν τις συμβάσεις προσλήψεως υπαλλήλων είτε πρόκειται για εκτάκτους είτε για επικουρικούς είτε για τοπικούς υπαλλήλους ή ακόμα και για ειδικούς συμβούλους.
43. Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι, μολονότι η κοινωνική προστασία του προσωρινώς απασχολουμένου δεν πρέπει βεβαίως να παραμελείται για μόνο τον λόγο ότι ο εργαζόμενος αυτός τίθεται στη διάθεση κοινοτικού οργάνου, η προστασία αυτή δεν μπορεί πάντως να εξασφαλίζεται με μέτρα που θα συνιστούσαν επέμβαση στη σφαίρα αυτονομίας των οργάνων των Κοινοτήτων. Επομένως, πρέπει να συναχθεί ότι η σύναψη συμβάσεως προσλήψεως σε όργανο, όταν μάλιστα πρόκειται για σύμβαση αορίστου χρόνου, μπορεί να απορρέει, όχι από απόφαση της αρχής που ορίζεται ως αρμόδια προς τούτο, αλλά από το γεγονός, έστω και αν διαπιστώνεται με απόφαση του εθνικού δικαστή, ότι δεν τηρήθηκαν ορισμένες διατάξεις περί προσωρινής απασχολήσεως της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους.
44. Επομένως, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«[...] το άρθρο 6 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποκλείει την εφαρμογή στα κοινοτικά όργανα εθνικών διατάξεων δυνάμει των οποίων, σε περίπτωση μη τηρήσεως ορισμένων από τους εθνικούς κανόνες περί προσωρινής απασχόλησης, γεννάται κατά πλάσμα δικαίου σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του προσωρινώς απασχολουμένου και του προσώπου που τον απασχολεί» .
45. Μολονότι η απόφαση Tordeur κ.λπ. αφορά τη σύμβαση ορισμένου χρόνου προσωρινώς απασχολούμενου εργαζομένου και όχι, όπως εν προκειμένω, σύμβαση ορισμένου χρόνου τοπικού υπαλλήλου, η συλλογιστική που ακολούθησε το Δικαστήριο είναι, κατ' εμέ, πλήρως εφαρμόσιμη στη διαφορά που υφίσταται μεταξύ του R. Vitari και του Ιδρύματος.
46. Ούτε κανόνας εθνικού δικαίου ούτε εθνική δικαστική απόφαση μπορούν να επιβάλλουν σε κοινοτικό όργανο ή κοινοτικό οργανισμό τη σύναψη αορίστου χρόνου συμβάσεως τοπικού υπαλλήλου. Κατά συνέπεια, αν το αιτούν δικαστήριο αποφανθεί ότι υφίσταται παράβαση του άρθρου 3 της ρυθμίσεως και ότι πρέπει να επιβληθεί μια κύρωση, δεν θα είναι δυνατό να υποχρεωθεί το Ίδρυμα να αποδεχθεί ότι η σύμβαση ορισμένου χρόνου που συνήψε με έναν πρώην τοπικό υπάλληλο μετατράπηκε σε σύμβαση αορίστου χρόνου .
VII - ρόταση
47. Εν όψει των ανωτέρω σκέψεων προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που του υπέβαλε ο Pretore του Τουρίνο ως εξής:
«1) Για να εξακριβώσει αν μια σύμβαση τοπικού υπαλλήλου συναφθείσα για ορισμένο χρόνο με το European Training Foundation είναι έγκυρη, το εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται διαφοράς δυνάμει του άρθρου 81 του "καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων" οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 3 της ρυθμίσεως για τους όρους εργασίας των τοπικών υπαλλήλων της αντιπροσωπείας της ευρωπαϊκής Επιτροπής στη Ρώμη και το Μιλάνο, να κρίνει αν οι περιστάσεις ή η φύση της εργασίας επιβάλλουν το καθορισμό χρόνου λήξεως της συμβάσεως.
2) Στην περίπτωση κατά την οποία το εθνικό δικαστήριο αποφανθεί ότι το European Training Foundation παρέβη το άρθρο 3 της προπαρατεθείσας ρυθμίσεως, μπορεί να του επιβάλλει την κύρωση που κρίνει ότι προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο. αρά ταύτα, το άρθρο 6 του "Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων" δεν επιτρέπει η κύρωση αυτή να συνίσταται στη γένεση σχέσεως εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του τοπικού υπαλλήλου και του οικείου κοινοτικού οργανισμού.»
Full & Egal Universal Law Academy