Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Μεταξύ των πολλών ενισχύσεων με τις οποίες χρηματοδοτεί το τμήμα «Εγγυήσεων» του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) περιλαμβάνεται και η ενίσχυση προς το αποκορυφωμένο γάλα που μεταποιείται σε καζε_νη και καζεϊνικά άλατα, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 2921/90 της Επιτροπής, της 10ης Οκτωβρίου 1990, περί χορηγήσεως ενισχύσεων για το αποκορυφωμένο γάλα το οποίο μεταποιείται για παρασκευή καζε_νης και καζεϊνικών αλάτων .
2. Επειδή, ακριβώς, κατά τη γνώμη της, δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις αυτές, προκειμένου περί ενισχύσεων που είχαν χορηγηθεί σε μια ολλανδική επιχείρηση, την DMV Campina, η Επιτροπή, με την απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1999 περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών των κρατών μελών για δαπάνες χρηματοδοτούμενες από το ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1995, απέκλεισε από τη χρηματοδότηση των δαπανών που είχαν δηλωθεί από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, στο πλαίσιο της χορηγήσεως αυτής της ενισχύσεως, ποσό ύψους 182 606 ολλανδικών φιορινιών (NLG).
3. Κατά της αποφάσεως αυτής, το εν λόγω κράτος μέλος άσκησε, στις 17 Απριλίου 1994, προσφυγή ακυρώσεως, που πρωτοκολλήθηκε υπό τα στοιχεία C-133/99, και της οποίας το βάσιμο πρόκειται να εξετάσω εδώ.
4. Η προσφεύγουσα κυβέρνηση αναπτύσσει τις αμφισβητήσεις της σχετικά με τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως από δυό απόψεις. Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ισχυρίζεται ότι, κατά την χορήγηση των ενισχύσεων, δεν υπέπεσε σε καμιά παράβαση του κανονισμού 2921/90. Στο πλαίσιο των τριών άλλων λόγων ακυρώσεως, υποστηρίζει ότι, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής νομιμότητάς της, η απόφαση της Επιτροπής εκδόθηκε υπό μη κανονικές συνθήκες, στο μέτρο που δεν τηρήθηκαν ούτε οι κανόνες που πρέπει να διέπουν την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, που έχουν θεσπιστεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής , ούτε η αρχή της ασφάλειας του δικαίου ούτε η υποχρέωση αιτιολογήσεως του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, άρθρο 253 ΕΚ).
Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως
5. Τη διόρθωση που επέφερε η Επιτροπή στην απόφασή της περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του τμήματος Εγγυήσεων του ΕΓΤΕ για το οικονομικό έτος 1995, και την οποία αμφισβητεί η προσφεύγουσα κυβέρνηση, στηρίζεται στις σκέψεις που εκτίθενται με σαφήνεια στη συνοπτική έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων αναφορικά με το οικονομικό έτος 1995. ράγματι, στο σημείο 4.3.1 της εν λόγω εκθέσεως αναφέρεται ότι:
«Ενίσχυση για την παραγωγή καζε_νης και καζε_νικών αλάτων - Κάτω Χώρες - Θέση προϋπολογισμού 2024
Τον Οκτώβριο του 1995, η UCLAF διενήργησε, σε συνεργασία με την Α.Ι.D επίσκεψη επιθεώρησης στην Ολλανδία στις εγκαταστάσεις ενός επιχειρηματία προκειμένου να ελέγξει τις πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν σε σχέση με την ενίσχυση στην παραγωγή καζε_νης και καζεϊνικών αλάτων.
Διαπιστώθηκαν δύο προβλήματα. Το πρώτο πρόβλημα αφορούσε τη χρήση της πρόσθετης ουσίας Aluminum Ammonium Sulphate (E523), η οποία στο εξής καλείται AAS [ΘΑΑ], ένα βρώσιμο καζεϊνικό άλας το οποίο πωλήθηκε στην κοινοτική αγορά. Το δεύτερο αφορούσε την παραγωγή του "EMST", στο οποίο τα κατάλοιπα της σκόνης αναδημιουργούνται σε καζε_νη.
Μετά από προσεκτική εξέταση, οι υπηρεσίες της Επιτροπής συνεπέραναν ότι η χρήση της AAS δεν μπορούσε να επιτρέπεται, λόγω του ότι η οδηγία του Συμβουλίου 83/417/ΕΟΚ , η οποία ρητώς αποκλείει τη χρήση της, πρέπει να εφαρμοσθεί άνευ όρων. Επιπροσθέτως, η παραγωγή του EMST θεωρήθηκε ότι δεν ήταν σύμφωνη προς τις διατάξεις του άρθρου 1(1) και (3) του κανονισμού 2921/90.
Κατά συνέπεια, πρέπει να επιβληθούν διορθώσεις και για τα δύο αυτά προβλήματα, αρχίζοντας από το οικονομικό έτος, για το οποίο, κατά τον χρόνο του αρχικού λογιστικού ελέγχου, δεν είχε ακόμα διεξαχθεί εκκαθάριση, δηλαδή το 1992, και για τα οικονομικά έτη μέχρι και το 1995 (EMST) και 1996 (χρήση της AAS). Μπορεί να σημειωθεί εδώ ότι, μετά την λήψη των αρχικών επιστολών παρατηρήσεων της UCLAF, οι ολλανδικές αρχές απαγόρευσαν στον εν λόγω επιχειρηματία να συνεχίσει τις εσφαλμένες πρακτικές του, ενώ, από την 10η Δεκεμβρίου 1995, η διαδικασία παραγωγής του EMST προσαρμόστηκε σύμφωνα με την ερμηνεία των κανόνων από την Επιτροπή, ενώ η πρακτική παροχής ενίσχυσης σε καζεϊνικά άλατα που περιέχουν AAS έπαυσε από την 22α Μαρτίου 1996.
Με επιστολή της 21ης Ιανουαρίου 1998 (Σχετ. VI/03854) οι ολλανδικές αρχές πληροφορήθηκαν σχετικά με την πρόθεση της Επιτροπής να προτείνει συνολική διόρθωση 32,746,529 HFL για τη χρήση της AAS για τα έτη 1992-1995 και 6 436 077 HFL για την παραγωγή του EMST για τα έτη 1992-1995. Η διόρθωση για τη χρήση της AAS για την περίοδο από 15ης Οκτωβρίου 1995 έως 22 Μαρτίου 1996 πρέπει ακόμη να καθοριστεί και θα αποτελέσει αντικείμενο μιας μεταγενέστερης ειδικής απόφασης. Μπορεί να σημειωθεί εδώ ότι η διόρθωση για τη χρήση της AAS αφορά μόνο την καζε_νη, η οποία πωλήθηκε ως βρώσιμη για χρήση στην ΕΕ.
Διόρθωση:
Χρήση AAS - 32 746 529 HFL
EMST - 6 436 077 HFL
Συνολική διόρθωση:
Θέση προϋπολογισμού 2 024 - 39 182 606 HFL»
6. _Οπως προκύπτει από την συνοπτική έκθεση, η Επιτροπή προσάπτει στις ολλανδικές αρχές δυό παρατυπίες, τη μία σε σχέση με την παρουσία θειϊκού αργιλιοαμμωνίου (ΘΑΑ) σε καζεϊνικά άλατα προοριζόμενα για βρώση, την άλλη σε σχέση με τη διαδικασία παρασκευής των καζεϊνικών αλάτων γνωστών με την ονομασία EMST .
7. Οι παρατυπίες αυτές διαφέρουν φώς η μια από την άλλη, τόσο επειδή οι διατάξεις, ενόψει των οποίων η Επιτροπή θεωρεί ότι τις έχει εντοπίσει, είναι διαφορετικές όσο και επειδή η μία έχει σχέση με τη σύνθεση ορισμένων καζεϊνικών αλάτων, ενώ η άλλη έχει σχέση με το επιτρεπτό της διαδικασίας παρασκευής. Επομένως, πρέπει και εγώ να τις εξετάσω χωριστά κατά την ανάλυσή μου.
8. Θα αρχίσω λοιπόν εξετάζοντας τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν σχετικά με το πρόβλημα της παρουσίας ΘΑΑ σε ορισμένα καζεϊνικά άλατα που διατίθενται στο εμπόριο εντός της Κοινότητας και προορίζονται για βρώση.
9. Η παρουσία αυτή, την οποία ουδόλως αμφισβητεί η προσφεύγουσα κυβέρνηση, δεν απαγορεύεται ρητώς από τον κανονισμό 2921/90, ούτε από πλευράς των διαφόρων άρθρων του ούτε από πλευράς των παραρτημάτων Ι έως ΙΙΙ, σχετικά με τις προδιαγραφές συνθέσεως των καζεϊνών και των καζεϊνικών αλάτων για τα οποία μπορεί να χορηγηθεί ενίσχυση.
10. _Ομως, η Επιτροπή θεώρησε, όταν εξέδωσε την απόφασή της, ότι υφίσταται σαφής απαγόρευση, η οποία απορρέει από το ότι είναι αδύνατο να χορηγηθούν ενισχύσεις για καζεϊνικά άλατα που διατίθενται στο εμπόριο προς βρώση όταν αυτά δεν είναι σύμφωνα προς τις επιταγές της οδηγίας 83/417. Το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα:
- προκειμένου τα προϊόντα που καθορίζονται στα παραρτήματα να είναι δυνατόν να διατεθούν στο εμπόριο μόνον εφόσον ανταποκρίνονται στους ορισμούς και κανόνες που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία και τα παραρτήματά της, και
- προκειμένου τα προϊόντα που δεν ανταποκρίνονται στα κριτήρια που ορίζονται στα παραρτήματα, να κατονομάζονται και να επισημαίνονται με τρόπο που να είναι αδύνατον να κάνει λάθος ο αγοραστής όσον αφορά τη φύση, την ποιότητα και τη χρησιμοποίησή τους.»
11. Στο παράρτημά της ΙΙ, η εν λόγω οδηγία καθορίζει, στο σημείο του ΙΙ, τις προδιαγραφές για τα βρώσιμα καζεϊνικά άλατα, που αφορούν:
α) τους ουσιώδεις παράγοντες της σύνθεσης·
β) τους ρυπαντές·
γ) τις προσμίξεις·
δ) τα βοηθητικά τεχνολογίας ποιότητας τροφίμων·
ε) τα χαρακτηριστικά.
12. Το ΘΑΑ δεν περιλαμβάνεται στα βοηθητικά τεχνολογίας που απαριθμούνται στο στοιχείο δ_, πράγμα το οποίο, κατά την Επιτροπή, αποκλείει την παρουσία του σε καζεϊνικά άλατα προοριζόμενα για βρώση, ασχέτως του αν η παρουσία αυτή οφείλεται στη χρησιμοποίηση του ΑΘΑ κατά τη διαδικασία παρασκευής του καζεϊνούχου άλατος ή προκύπτει από μεταγενέστερη προσθήκη.
13. Με την προσφυγή της, η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, υποστηριζόμενη από την Κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, αμφισβητεί, κατά κύριο λόγο, το ότι η χορήγηση της ενισχύσεως εξαρτάται από την τήρηση των κανόνων της οδηγίας 83/417, και, επικουρικώς, το ότι η παρουσία του ΘΑΑ σε καζεϊνικά άλατα απαγορεύει την εμπορία τους προς βρώση.
14. Η προσφεύγουσα, προβάλλει, κυρίως, δύο επιχειρήματα. Ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η νομική βάση και ο σκοπός του κανονισμού 2921/90 είναι διαφορετικοί από αυτούς της οδηγίας 83/417.
15. Ο κανονισμός 2921/90 αποτελεί στοιχείο της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και σκοπεί στην επίτευξη των στόχων της κοινής γεωργικής πολιτικής, δοθέντος ότι οι ενισχύσεις που προβλέπει σκοπούν στην σταθεροποίηση των τιμών για την παραγωγή πρωτεϊνών γάλακτος.
16. Η οδηγία 83/417 είναι άσχετη με την κοινή γεωργική πολιτική και θεσπίστηκε βάσει του άρθρου 100 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 54 ΕΚ, και έχει ως σκοπό, μέσω της προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την εμπορία καζεϊνών και καζεϊνικών αλάτων, την εξάλειψη των εμποδίων στις συναλλαγές.
17. Αν ο κοινοτικός νομοθέτης είχε θελήσει, θεσπίζοντας την εν λόγω οδηγία, την επίτευξη στόχου έχοντος σχέση με την κοινή γεωργική πολιτική, θα μπορούσε να επιλέξει ως νομική βάση το άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 37 ΕΚ).
18. _Ομως δεν έπραξε κάτι τέτοιο, πράγμα που, σύμφωνα με την Ολλανδική Κυβέρνηση, εμποδίζει την οδηγία 83/417 να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2921/90.
19. Για να υπογραμμίσει τον ισχυρισμό της, η προσφεύγουσα κυβέρνηση αναφέρεται στην επιλογή που υιοθετήθηκε προκειμένου περί της προστασίας των ζώων κατά την μεταφορά.
20. ροκειμένου οι κανόνες που ορίζει η οδηγία 91/628/ΕΟΚ στο θέμα της εξαρτήσεως από όρους της χορηγήσεως επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα βοοειδή, το Συμβούλιο τροποποίησε, με τον κανονισμό (ΕΚ) 2634/97 , τον βασικό κανονισμό της κοινής οργανώσεως των αγορών στον εν λόγω τομέα, και τούτο έχοντας επίγνωση ότι, ελλείψει αυτής της τροποποιήσεως, όπως προκύπτει από την ανάγνωση του προοιμίου του κανονισμού 2634/97, οι διατάξεις της οδηγίας 91/628, που αφορούσαν την καλή κατάσταση των ζώων κατά τη διάρκεια της μεταφοράς,, δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν ως όρος για την καταβολή των επιστροφών κατά την εξαγωγή.
21. ροκειμένου περί του κανονισμού 2921/90 και της ενισχύσεως για τα καζεϊνικά άλατα, ουδεμία αναφορά γίνεται από τον κανονισμό στην οδηγία 83/417.
22. Δεύτερον, η Ολλανδική Κυβέρνηση προσπαθεί να αντλήσει επιχείρημα από το γεγονός ότι η Επιτροπή υπέβαλε, το 1997, πρόταση τροποποιήσεως του κανονισμού 2921/90, με σκοπό την εναρμόνιση των διατάξεών του με αυτές της οδηγίας 83/417, κατά τρόπο ώστε η χορήγηση της ενισχύσεως στην παραγωγή καζεϊνικών αλάτων να εξαρτάται ρητώς από την τήρηση των σχετικών με την εμπορία όρων που προβλέπονται στην οδηγία 83/417.
23. Για την εν λόγω κυβέρνηση, η ύπαρξη αυτής της προτάσεως ισοδυναμεί με ομολογία της Επιτροπής ως προς την ανυπαρξία του αναγκαίου συνδέσμου μεταξύ του κανονισμού και της οδηγίας.
24. Είναι αρκετό, για να πεισθεί κανείς σχετικώς, να αναφερθώ στο προοίμιο αυτής της προτάσεως, σύμφωνα με το οποίο:
«Η πείρα έχει καταδείξει ότι υπάρχει κίνδυνος καζε_νες ή καζεϊνικά άλατα που έχουν κριθεί κατάλληλα και τυγχάνουν ενισχύσεως αλλά δεν είναι σύμφωνα προς τις διατάξεις της οδηγίας να διατίθενται, παρ' όλα αυτά, στο εμπόριο εντός της Κοινότητας προς βρώση· προκειμένου να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος χωρίς να χρειασθεί η θέσπιση ενός δύσκαμπτου και καταναγκαστικού συστήματος ελέγχου, είναι σκόπιμο να εναρμονισθούν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο πλαίσιο του συστήματος ενισχύσεων προς αυτές της οδηγίας [83/417]».
25. Η πρόταση αυτή, καθώς δεν έτυχε ευνοϊκής αποδοχής, αποσύρθηκε και αντικαταστάθηκε από πρόταση προς την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή αποκλείουσα ρητώς οποιοδήποτε σύνδεσμο μεταξύ της χορηγήσεως ενισχύσεως και της τηρήσεως των προϋποθέσεων της οδηγίας 83/417.
26. Για την Ολλανδική Κυβέρνηση, αυτή η δεύτερη πρόταση δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως αντικατοπτρίζουσα την ύπαρξη κάποιου συνδέσμου μεταξύ του κανονισμού της οδηγίας, που πρόκειται να καταργηθεί. Στην αιτιολογική σκέψη της προτάσεως αυτής, κατά την οποία:
«Ο έλεγχος του προορισμού των προϊόντων για τα οποία χορηγείται η ενίσχυση θα δυσχέραινε άνευ λόγου τη διαδικασία καταβολής της ενισχύσεως· κατά συνέπεια, πρέπει ρητώς να αποσυνδεθεί η χορήγηση της ενισχύσεως από την τήρηση των επιταγών που προβλέπονται από τις εν λόγω οδηγίες», η Επιτροπή εξήγησε ποιές θα ήσαν οι συνέπειες, στο επίπεδο των ελεγκτικών διαδικασιών, εάν, για τη χορήγηση της ενισχύσεως, «έπρεπε» να τηρηθούν οι όροι της οδηγίας και εάν, επομένως, έπρεπε να ελέγχεται ο προορισμός των καζεϊνικών αλάτων, κατά τρόπο ώστε να αποκλείονται από τη χορήγηση της ενισχύσεως τα καζεϊνικά άλατα που διατίθενται στο εμπόριο προς βρώση και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της οδηγίας ως προς την σύνθεσή τους.
27. Η Επιτροπή αμφισβητεί, σημείο προ σημείο, την ανωτέρω επιχειρηματολογία. Γι' αυτήν, η διαφορά νομικής βάσεως και αντικειμένου του κανονισμού 2921/90 και της οδηγίας 83/417 δεν έχει καμιά απολύτως σημασία.
28. Το πρόβλημα που τίθεται εν προκειμένω είναι αυτό της ερμηνείας που πρέπει να δοθεί στον κανονισμό 2921/90. _Ομως, σύμφωνα με την Επιτροπή, στην ερμηνεία αυτή πρέπει να ληφθούν υπόψη άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που μπορεί να φανούν χρήσιμες. Τούτο συμβαίνει προδήλως όσον αφορά την περίπτωση της οδηγίας 83/417, και τούτο εφόσον δεν μπορεί να υποστηριχθεί ερμηνεία που θα οδηγούσε σε παράλογο αποτέλεσμα, δηλαδή τη χορήγηση ενισχύσεως σε παραγωγούς προκειμένου να τους βοηθήσει να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό από παραγωγούς τρίτων χωρών, οι οποίοι μπορούν να αποκτήσουν την πρώτη ύλη σε καλύτερη τιμή, για προϊόντα των οποίων η εμπορία στην κοινοτική αγορά απαγορεύεται δυνάμει της οδηγίας 83/417.
29. Το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί να χωρισθεί σε αυστηρώς στεγανοποιημένα τμήματα, μεταξύ των οποίων δεν θα υφίσταται, πλην ρητής διατάξεως, καμιά επικοινωνία.
30. Για την Επιτροπή, πρέπει να ισχύει, κατ' αρχήν, η ενότητα του κοινοτικού δικαίου, εφόσον καθένας από τους κανόνες αυτούς πρέπει να ερμηνεύεται, πλην ρητής αντιθέτου διατάξεως, υπό το φως των υπολοίπων.
31. Το γεγονός ότι η εν λόγω ενίσχυση εντάσσεται στο πλαίσιο της πραγματώσεως των σκοπών της κοινής γεωργικής πολιτικής, δεν μπορεί να οδηγήσει στη χορήγηση μιας ενισχύσεως για προϊόν για το οποίο μια οδηγία, που κινείται προς την κατεύθυνση της πολιτικής προσεγγίσεως των νομοθεσιών, απαγορεύει την εμπορία στην κοινοτική αγορά.
32. Στην κοινή γεωργική πολιτική δεν έχει αναγνωρισθεί καμιά προτεραιότητα σε σχέση με τους λοιπούς στόχους της Συνθήκης και, επομένως, πρέπει αυτοί να εφαρμόζονται, λαμβανομένων υπόψη των τελευταίων.
33. Εξάλλου, το άρθρο 38, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 32, παράγραφος 2, ΕΚ) ρητώς προβλέπει ότι εκτός αντιθέτων διατάξεων των άρθρων 33 μέχρι και 38, οι κανόνες που προβλέπονται για την εγκαθίδρυση της κοινής αγοράς εφαρμόζονται στα γεωργικά προϊόντα, ενώ τίποτα δεν επιτρέπει να υποτεθεί ότι ο κανονισμός 2921/90 θα έπρεπε να θεωρηθεί ως μια ειδική διαδικαστική λεπτομέρεια, συνιστώσα παρέκκλιση από γενική διάταξη σχετική με τη λειτουργία της κοινής αγοράς.
34. Το επιχείρημα που η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι αντλεί από διατάξεις που έχουν θεσπιστεί προκειμένου η καταβολή των επιστροφών κατά την εξαγωγή βοοειδών να εξαρτάται από την τήρηση των κανόνων των σχετικών με την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά τους στερείται οποιασδήποτε σημασίας, και τούτο λόγω του γεγονότος ότι, αναφορικά με την ενδοκοινοτική μεταφορά, η οδηγία 91/628 στερούνταν οποιουδήποτε ουσιώδους συνδέσμου με την χορήγηση των επιστροφών, πράγμα που εξαρτάται από την πραγματική άφιξη των ζώων σε τρίτη χώρα, οπότε, εάν υπήρχε πρόθεση επιβολής της τηρήσεως των διατάξεων αυτών κατά την μεταφορά των ζώων προς εξαγωγή, έπρεπε να γίνει τούτο διά της τροποποιήσεως των διατάξεων των σχετικών με τη χορήγηση των επιστροφών.
35. Τούτο δεν συμβαίνει όσον αφορά τον κανονισμό 2921/90 και την οδηγία 83/417, η ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ των οποίων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, εφόσον ο πρώτος αφορά τη χορήγηση ενισχύσεως σκοπούσας στην στήριξη της ανταγωνιστικής θέσεως στην αγορά προϊόντος ως προς το οποίο η δεύτερη καθορίζει τις προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει τούτο να πληροί προκειμένου να μπορεί να διατίθεται στο εμπόριο.
36. ροκειμένου περί των δύο προτάσεων περί τροποποιήσεως του κανονισμού 2921/90, από τις οποίες η Ολλανδική Κυβέρνηση διατείνεται ότι αντλεί επιχείρημα προς στήριξη της θέσεώς της, η Επιτροπή εξηγεί ότι με την πρώτη δεν σκοπήθηκε η τροποποίηση της υφιστάμενης νομοθεσίας αλλά απλώς και μόνο η διασαφήνισή της, πράγμα που καταφαίνεται από τις αιτιολογικές της σκέψεις, και ότι η δεύτερη επιβεβαιώνει από δύο απόψεις την υποχρέωση τηρήσεως των όρων της οδηγίας για την χορήγηση της προβλεπομένης από τον κανονισμό ενισχύσεως.
37. ράγματι, αφενός, η δεύτερη αυτή πρόταση δεν θα είχε ποτέ εκπονηθεί αν δεν είχε υποβληθεί η πρώτη, με την πεποίθηση ότι η ψήφισή της ήταν αναγκαία για τη δημιουργία ενός συνδέσμου μεταξύ του κανονισμού και της οδηγίας, και, αφετέρου, γίνεται αναφορά, στο προοίμιό της, στο γεγονός ότι τα καζεϊνικά άλατα πρέπει «να πληρούν επί πλέον τις επιταγές των οδηγιών των σχετικών με τα τρόφιμα και ότι, προς διευκόλυνση των ελέγχων, πρέπει ρητώς να αποσυνδεθεί η χορήγηση της ενισχύσεως από την τήρηση των προβλεπομένων από τις εν λόγω οδηγίες επιταγών».
38. Η Επιτροπή παρατηρεί επίσης ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση παρέλειψε να εκφράσει οποιαδήποτε ρητή εκ μέρους της άποψη από την οποία να καταφαίνεται ότι η χορήγηση ενισχύσεως βάσει του κανονισμού 2921/90 δεν εξαρτάται από την τήρηση των προϋποθέσεων της οδηγίας 83/417.
39. οιά είναι η αξία των διαφόρων επιχειρημάτων που έχουν προβληθεί εκατέρωθεν;
Εκτίμηση
_Οσον αφορά την παράβαση του κανονισμού 2921/90
40. Θα ήθελα, ευθύς εξαρχής, να επισημάνω ότι θεωρώ ότι η Επιτροπή προβάλλει ένα βάσιμο επιχείρημα όταν επισημαίνει την ανάγκη ενότητας του κοινοτικού δικαίου. Δεν είναι, βεβαίως, επιθυμητό, ούτε στο πλαίσιο της κοινοτικής εννόμου τάξεως, το αριστερό χέρι να αγνοεί τί πράττει το δεξιό, και η Επιτροπή έχει δίκιο να υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 38, παράγραφος 2, της Συνθήκης «εκτός αντιθέτων διατάξεων των άρθρων 33 μέχρι και 38, οι κανόνες που προβλέπονται για την εγκαθίδρυση της κοινής αγοράς εφαρμόζονται στα γεωργικά προϊόντα».
41. Αλλά από το σημείο αυτό, μέχρι το να ισχυρίζεται κανείς, όπως πράττει η Επιτροπή, ότι το γεγονός ότι ο κανονισμός κι η οδηγία θεσπίστηκαν επί διαφορετικών νομικών βάσεων, το άρθρο 43 της Συνθήκης όσον αφορά τον ένα, το άρθρο 100 της Συνθήκης όσον αφορά την άλλη, στερείται σημασίας, χρειάζεται να γίνει ένα ακόμα βήμα που εγώ τουλάχιστον, προσωπικώς, διστάζω να κάνω εν προκειμένω.
42. ράγματι, όπως υπενθυμίζει η προσφεύγουσα κυβέρνηση, το Δικαστήριο έχει κρίνει, στις δύο αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1988 , ότι «το άρθρο 43 της Συνθήκης αποτελεί το κατάλληλο νόμιμο έρεισμα για κάθε ρύθμιση που αφορά την παραγωγή και την εμπορία των γεωργικών προϊόντων τα οποία απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης, η οποία συμβάλλει στην πραγματοποίηση ενός ή περισσοτέρων από τους στόχους της κοινής γεωργικής πολιτικής που διατυπώνει το άρθρο 39 της Συνθήκης. Οι ρυθμίσεις αυτού του είδους μπορούν να προβλέπουν την εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων στον τομέα αυτόν χωρίς να απαιτείται αναφορά στο άρθρο 100 της Συνθήκης».
43. _Ομως, έστω και αν δεν υποστηρίζει ότι η οδηγία τροποποίησε τον κανονισμό, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει, βάσει της ενότητας του κοινοτικού δικαίου, ότι η οδηγία διέπει την ερμηνεία του κανονισμού, πράγμα που, συγκεκριμένως, ισοδυναμεί με το να γίνει δεκτό ότι προστέθηκε από την οδηγία, στις προϋποθέσεις που έχουν ήδη τεθεί από τον κανονισμό προκειμένου να μπορεί να χορηγηθεί ενίσχυση, μια συμπληρωματική προϋπόθεση, την οποία θέτει μόνον η οδηγία.
44. _Ομως, μήπως η προσθήκη μιας προϋποθέσεως ισοδυναμεί, στην πραγματικότητα, με τροποποίηση του κανονισμού, εφόσον κάτι τέτοιο θα έχει ως αποτέλεσμα την άρνηση χορηγήσεως ενισχύσεως για τα καζεϊνικά άλατα τα οποία, όντας σύμφωνα προς τις διατάξεις του κανονισμού, θα μπορούσαν να τύχουν της ενισχύσεως αυτής;
45. _Ομως, το να δοθεί ένα τέτοιο αποτέλεσμα σε μια οδηγία βασισμένη στο άρθρο 100 της Συνθήκης, προκειμένου περί κανονισμού στηριζομένου στο άρθρο 43 της Συνθήκης, μου φαίνεται δυσχερώς πραγματοποιήσιμο,, ενόψει της προπαρατεθείσας νομολογίας.
46. Βεβαίως, αν ο κανονισμός είχε προβλέψει ενισχύσεις για τα καζεϊνικά άλατα που προορίζονται για βρώση, χωρίς ουδόλως να διευκρινίζει τί θα έπρεπε να νοείται με αυτό, δεν θα ήταν αθέμιτο, νομίζω, να ψάξω να βρω τον ορισμό των καζεϊνικών αλάτων αλλαχού, και όχι σε μια ερειδόμενη στο άρθρο 43 της Συνθήκης διάταξη, στηριζόμενος στην θεώρηση ότι το κοινοτικό δίκαιο αποτελεί, μέσω της αρχής της ενότητας, μια οργανωμένο ολότητα.
47. Αλλά, όπως έχουμε ήδη αντιληφθεί, τούτο δεν συμβαίνει στην υπόθεση που απασχολεί εδώ το Δικαστήριο. Ο κανονισμός 2921/90 ορίζει με μεγάλη ακρίβεια, μέσω των παραρτημάτων του, τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου ένα προϊόν να παρέχει δικαίωμα, ως καζεϊνικό άλας, για την ενίσχυση, ενώ οποιαδήποτε προσθήκη συμπληρωματικής προϋποθέσεως θα προϋπέθετε τροποποίηση του κανονισμού μέσω πράξεως ερειδομένης επί της ιδίας νομικής βάσεως.
48. Κατά συνέπεια, είμαι της γνώμης ότι, έστω και αν υποτεθεί ότι η παρουσία ΘΑΑ στα καζεϊνικά άλατα που προορίζονται για βρώση απαγορεύεται από την οδηγία 83/417, πράγμα που θα πρέπει να ξεκαθαρίσω στη συνέχεια, όταν θα εξετάσω την επιχειρηματολογία που προέβαλε επικουρικώς η Ολλανδική Κυβέρνηση, αυτή η απαγόρευση δεν δικαιολογεί την άρνηση χορηγήσεως της προβλεπόμενης από τον κανονισμό 2921/90 ενισχύσεως για τα καζεϊνικά άλατα που πωλούνται προς βρώση, άλατα τα οποία, εξάλλου, πληρούν τις προβλεπόμενες από τον εν λόγω κανονισμό προϋποθέσεις.
49. _Ομως, έστω και αν υποτεθεί ότι ο κανονισμός 2921/90 πρέπει, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, να ερμηνευθεί υπό το φως της οδηγίας 83/417, τούτο δεν θα είχε πάντα ως αποτέλεσμα, κατά την άποψή μου, να δικαιολογήσει την προσβαλλομένη απόφαση.
50. ράγματι, από την προσεκτική ανάγνωση της οδηγίας, και ειδικότερα των άρθρων της 2 και 3, καταφαίνεται ότι οι προδιαγραφές που έχουν καθορισθεί από αυτήν δεν εφαρμόζονται επί των προϊόντων για τα οποία διεκδικείται η ονομασία «βρώσιμα καζεϊνικά άλατα».
51. Το άρθρο 2 έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα:
- προκειμένου τα προϊόντα που καθορίζονται στα παραρτήματα να είναι δυνατόν να διατεθούν στο εμπόριο μόνον εφόσον ανταποκρίνονται στους ορισμούς και κανόνες που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία και τα παραρτήματά της, και
- προκειμένου τα προϊόντα που δεν ανταποκρίνονται στα κριτήρια που ορίζονται στα παραρτήματα, να κατονομάζονται και να επισημαίνονται με τρόπο που να είναι αδύνατον να κάνει λάθος ο αγοραστής όσον αφορά τη φύση, την ποιότητα και τη χρησιμοποίησή τους.»
52. Το άρθρο 3 προβλέπει ότι:
«Οι ονομασίες που αναφέρονται στα παραρτήματα προορίζονται αποκλειστικά για τα προϊόντα που καθορίζονται σ' αυτά και πρέπει να χρησιμοποιούνται στο εμπόριο για τη διάκρισή τους.»
53. Η δεύτερη περίπτωση του άρθρου 2 αφήνει προδήλως ανοιχτή τη δυνατότητα της εμπορίας των προϊόντων που ναι μεν εμπίπτουν στην κατηγορία των καζεϊνικών αλάτων πλην όμως δεν μπορεί να αξιώνεται γι' αυτά η ονομασία βρώσιμο καζεϊνικό άλατο, εφόσον στη επισήμανσή τους δεν γίνεται νόσφιση, ρητώς ή σιωπηρώς, της ονομασίας αυτής.
54. Μεταξύ των προϊόντων αυτών θα μπορούσαν να περιληφθούν τα προϊόντα που ναι μεν πληρούν τις προϋποθέσεις του κανονισμού 2921/90 και έχει γι' αυτά χορηγηθεί σχετική ενίσχυση, πλην όμως δεν πληρούν τις προδιαγραφές που έχουν τεθεί με την οδηγία, και τούτο λόγω του ότι τους έχει προστεθεί ένα προϊόν του οποίου η εν λόγω οδηγία απαγορεύει την προσθήκη στα προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο ως βρώσιμα καζεϊνικά άλατα.
55. Ματαίως θα προσπαθούσε κανείς να ανεύρει, στην οδηγία 83/417, μια γενική και απόλυτη απαγόρευση εμπορίας, με προορισμό τη βιομηχανία τροφίμων, των καζεϊνικών αλάτων ως προς τα οποία δεν μπορεί να προβάλλεται η αξίωση να ονομάζονται βρώσιμα καζεϊνικά άλατα. Η απάντηση στο ζήτημα αν τέτοια καζεϊνικά άλατα μπορούν νομίμως να χρησιμοποιούνται από τη βιομηχανία αυτή ανευρίσκεται στους κανόνες που εφαρμόζονται επί των διαφόρων προϊόντων που προέρχονται από τη βιομηχανία αυτή. Εξάλλου, η Γαλλική κυβέρνηση παρατηρεί σχετικώς ότι, όπως η ίδια η Επιτροπή ομολογεί, τα καζεϊνικά άλατα που διατίθενται στο εμπόριο υπό την ονομασία «πρωτε_νες γάλακτος υψηλής πυκνότητας» περιέχουσες ΘΑΑ μπορούν και σήμερα ακόμη να χρησιμοποιούνται στην βιομηχανία τροφίμων.
56. Ως εκ τούτου, δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς είναι δυνατό, έστω και αν υποτεθεί ότι πρέπει να αποδειχθεί κάποιος σύνδεσμος μεταξύ του κανονισμού και της οδηγίας, η τελική χρήση του καζεϊνικού άλατος θα μπορούσε να αποτελέσει προϋπόθεση για τη χορήγηση της ενισχύσεως. Η τελευταία ναι μεν οφείλεται για όλα τα καζεϊνικά άλατα που πληρούν τις επιταγές του κανονισμού πλην όμως στον παραγωγό εναπόκειται, κατά την εμπορία τους, να τηρήσει τους επιβαλλόμενους από την οδηγία κανόνες χρησιμοποιήσεως της ονομασίας βρώσιμο καζεϊνικό άλας.
57. ώληση υπό την εν λόγω ονομασία καζεϊνικού άλατος περιέχοντος προϊόν του οποίου την προσθήκη δεν επιτρέπει η οδηγία συνιστά, όπως είναι προφανές, παράβαση του κοινοτικού δικαίου, πράγμα που κάθε κράτος μέλος οφείλει να κολάζει. Εφόσον ο κολασμός αυτός δεν διασφαλίζεται, βεβαίως η Επιτροπή δικαιούται, όπως ορθότατα παρατηρεί η Γαλλική Κυβέρνηση, να ζητήσει από το Δικαστήριο να διαπιστώσει την ύπαρξη παραβάσεως. Αντιθέτως, αυτό που δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να πράξει, είναι να κολάσει η ίδια την νόσφιση ονομασίας με άρνηση χορηγήσεως της ενισχύσεως, και τούτο εφόσον η ενίσχυση δεν χορηγείται για καζεϊνικά άλατα ως προς τα οποία μπορεί να αξιώνεται η ονομασία βρώσιμα καζεϊνικά άλατα. Ο κανονισμός καθορίζει τα προϊόντα για τα οποία χορηγείται ενίσχυση, η οδηγία προσδιορίζει τις προϋποθέσεις που ορισμένα από αυτά πρέπει να πληρούν ώστε να μπορούν να διατίθενται στο εμπόριο υπό ορισμένη ονομασία, και το γεγονός ότι ένα καζεϊνικό άλας διατίθεται στο εμπόριο υπό ακατάλληλη ονομασία δεν έχει επίπτωση στην επιλεξιμότητά του για ενίσχυση.
58. Απομένει να εξεταστούν, εν συντομία, τα εκατέρωθεν επιχειρήματα που προβλήθηκαν σχετικά με τα δύο σχέδια τροποποιήσεως του κανονισμού που υπέβαλε, διαδοχικώς, η Επιτροπή.
59. _Εστω κι αν θεωρώ δυσχερή την άντληση οριστικών συμπερασμάτων, ως προς τη συγκεκριμένη ερμηνεία του κανονισμού 2921/90, από κείμενα που ουδέποτε υπερέβησαν τη φάση σχεδίου των υπηρεσιών της Επιτροπής και που υποβλήθηκαν μόλις το 1997, δηλαδή ύστερα από την περίοδο που αφορά η επίδικη απόφαση της Επιτροπής, εκτιμώ ότι το κείμενο των εν λόγω σχεδίων, και, ουσιαστικότερα οι αιτιολογικές σκέψεις, δίνει μάλλον δίκιο στην Ολλανδική Κυβέρνηση. Υπενθυμίζω ότι, στις αιτιολογικές σκέψεις του πρώτου σχεδίου, με ημερομηνία 3 Οκτωβρίου 1997, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι «η πείρα έχει καταδείξει ότι υπάρχει κίνδυνος καζε_νες και καζεϊνικά άλατα για τα οποία έχει χορηγηθεί ενίσχυση αλλά τα οποία δεν είναι σύμφωνα προς τις διατάξεις της οδηγίας να διατίθενται, παρ' όλα αυτά, στο εμπόριο εντός της Κοινότητας για ανθρώπινη διατροφή· ότι, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος αυτός, χωρίς να χρειαστεί η θέσπιση ενός αυστηρού και καταναγκαστικού ελέγχου, είναι σκόπιμο οι προβλεπόμενες στο πλαίσιο του συστήματος ενισχύσεων προδιαγραφές να προσαρμοστούν προς αυτές της οδηγίας».
60. Καταρχάς, όπως προκύπτει από το προοίμιο, η Επιτροπή εκτιμά ότι για τα καζεϊνικά άλατα που δεν τηρούνται οι προδιαγραφές της οδηγίας και, επομένως, δεν θα έπρεπε να διατίθενται στο εμπόριο εντός της Κοινότητας με την ονομασία «βρώσιμα καζεϊνικά άλατα» δεν θα έπρεπε επίσης να χορηγείται ενίσχυση. Τούτο βεβαίως επιβεβαιώνει τη θέση της Επιτροπής αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ του κανονισμού και της οδηγίας. Επί πλέον, από τη συνέχεια των αιτιολογικών σκέψεων καταφαίνεται ότι και για την ίδια την Επιτροπή δεν είναι προφανής η ύπαρξη ενός τέτοιου συνδέσμου και ότι είναι, κατά συνέπεια, τουλάχιστον, σκόπιμο να αποδειχθεί κάτι τέτοιο σαφώς. Επομένως, η Επιτροπή αναγνωρίζει εμμέσως ότι η διάταξη που έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής ενός συστήματος ενισχύσεων πρέπει, κανονικώς, να βρίσκεται στο ίδιο το κείμενο που θεσπίζει το σύστημα αυτό.
61. Εάν η πρόταση αυτή είχε υιοθετηθεί, θα είχε, επί πλέον, επιφέρει μια βαθιά μεταβολή, εφόσον, ανεξαρτήτως του μεταγενέστερου προορισμού τους, εξαγωγή, ζωοτροφές, ανθρώπινη διατροφή κ.λπ., όλα τα καζεϊνικά άλατα θα έπρεπε να πληρούν τις προδιαγραφές που έχουν τεθεί από την οδηγία 83/417 μόνο για τα καζεϊνικά άλατα για τα οποία αξιώνεται η ονομασία βρώσιμα καζεϊνικά άλατα. ράγματι, η Επιτροπή προέτεινε την προσθήκη στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού της ακολούθου φράσεως: «τα καζεϊνικά άλατα πρέπει να πληρούν τις προδιαγραφές του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας 83/417/ΕΟΚ».
62. Εν πάση περιπτώσει, με αυτό το πρώτο σχέδιο ουδόλως επιβεβαιώνεται ότι η εμπορία, εντός της Κοινότητας, προς βρώση, καζεϊνικών αλάτων για τα οποία έχει χορηγηθεί ενίσχυση αλλά δεν έχουν τηρηθεί οι διατάξεις οδηγίας, πρέπει να αναλυθεί ως παράβαση του κανονισμού 2921/90.
63. Λιγότερο από δύο μήνες αργότερα, δηλαδή στις 24 Νοεμβρίου 1997, οι υπηρεσίες της Επιτροπής υπέβαλαν στους εθνικούς εμπειρογνώμονες σχέδιο κανονισμού με σκοπό, επίσης, την τροποποίηση του κανονισμού 2921/90, αλλά προς κατεύθυνση αντίθετη από αυτήν του πρώτου σχεδίου.
64. Η πρώτη αιτιολογική σκέψη του σχεδίου αυτού ήταν διατυπωμένη ως εξής:
«_Εχοντας υπόψη ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2921/90 [...] προβλέπει τους όρους που πρέπει να πληρούν οι καζε_νες και τα καζεϊνικά άλατα για να καθίσταται δυνατή η χορήγηση γι' αυτές κοινοτικής ενισχύσεως, ότι οι καζε_νες και τα καζε_νικά άλατα που πωλούνται στην κοινοτική αγορά και προορίζονται προς βρώση πρέπει, επί πλέον , να τηρούν τις προβλεπόμενες από την οδηγία προδιαγραφές σχετικά με τα τρόφιμα».
65. Το κείμενο αυτό απλώς επιβεβαιώνει ότι πρέπει να πληρούνται δύο σειρές προϋποθέσεων, πλην όμως δεν θεσπίζει ότι η ενίσχυση θα μπορούσε να χορηγηθεί μόνο στα προοριζόμενα προς βρώση καζεϊνικά άλατα που πληρούν τις προδιαγραφές των οδηγιών. Αντιθέτως, στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται «ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διασφαλίζουν την τήρηση των διατάξεων των οδηγιών με τα κατάλληλα μέσα» . Τούτο συμπλέει με τη θέση της Γαλλικής Κυβερνήσεως, όπως έχω εκθέσει ανωτέρω για να την επιδοκιμάσω.
66. Η δεύτερη αιτιολογική σκέψη συνεχίζει αναφέροντας «ότι ο έλεγχος του προορισμού των προϊόντων για τα οποία έχει χορηγηθεί η ενίσχυση θα επιβάρυνε κατά τρόπο ανώφελο τη διαδικασία καταβολής της ενισχύσεως· ότι, κατά συνέπεια, πρέπει να αποσυνδεθεί ρητώς η χορήγηση της ενισχύσεως από την τήρηση των προβλεπομένων από τις εν λόγω οδηγίες προδιαγραφών».
67. Με άλλα λόγια, ο διαχωρισμός αυτός ήταν ήδη σιωπηρός, αλλά τώρα έχει σημασία να καταστεί και ρητός.
68. Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες της Επιτροπής προτείνουν να προστεθεί στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού το ακόλουθο εδάφιο:
«Στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, η τήρηση των προδιαγραφών που προβλέπονται από τις σχετικές με τα τρόφιμα οδηγίες που εφαρμόζονται επί των καζεϊνών και των καζεϊνικών αλάτων δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση της ενισχύσεως».
69. Με απλά λόγια, το κείμενο αυτό λέει: αν κάποιος θεωρούσε ότι η προβλεπόμενη από τον παρόντα κανονισμό ενίσχυση μπορούσε να χορηγηθεί μόνο για τις καζε_νες και τα καζεϊνικά άλατα που πληρούν τις προδιαγραφές που προβλέπονται από τις σχετικές με τα τρόφιμα οδηγίες, από το παρόν κείμενο τον πληροφορεί ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει! Ακόμα απλούστερα: ούτε υφίσταται ούτε υπήρξε ποτέ σύνδεσμος μεταξύ του κανονισμού 2921/90 και της οδηγίας 83/417.
70. Μολονότι, έτσι, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι παράνομη, στο μέτρο που προβαίνει, λόγω της φερομένης ως παράτυπης καταβολής ενισχύσεων για καζε_νες περιέχουσες ΘΑΑ, σε μείωση κατά 32 746 529 NLG των οφειλομένων στις Κάτω Χώρες ποσών, πρέπει παρ' όλα αυτά, για να είναι η ανάπτυξή μου πλήρης, να εξετάσω την επιχειρηματολογία που προέβαλε, επικουρικώς, η προσφεύγουσα κυβέρνηση και κατά την οποία η οδηγία 83/417 δεν απαγορεύει την ύπαρξη ΘΑΑ στα βρώσιμα καζεϊνικά άλατα.
_Οσον αφορά την απαγόρευση χρήσεως του ΘΑΑ
71. Σύμφωνα με την Ολλανδική Κυβέρνηση, το παράρτημα ΙΙ της οδηγίας 83/417 δεν απαριθμεί όλες τις ουσίες που είναι δυνατόν να ενυπάρχουν στα καζεϊνικά άλατα που διατίθενται στο εμπόριο εντός της Κοινότητας προς βρώση· απλώς καθορίζει προδιαγραφές μόνο για τις ουσίες που χαρακτηρίζουν τα καζεϊνικά άλατα.
72. Δεδομένου ότι το ΑΘΑ δεν παίζει κανένα ρόλο στην παραγωγή των καζεϊνικών αλάτων, δεν μπορεί τούτο να χαρακτηριστεί ως βοηθητικό τεχνολογίας. Από πλευράς των καζε_νικών αλάτων, θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ως πρόσθετη ουσία.
73. Βεβαίως, στην επισήμανση που χρησιμοποιείται από την επιχείρηση, που όπως λέγεται κακώς εισέπραξε ενισχύσεις, αναγράφεται edible casëinate with processing aid aluminium ammonium sulphate, αλλά πρόκειται απλώς για την ένδειξη ότι το ΘΑΑ είναι ένα βοηθητικό τεχνολογίας για τη χρήση των καζεϊνικών αλάτων από τους αγοραστές.
74. ράγματι, η παρουσία ΘΑΑ στα καζεϊνικά άλατα προσδίδει στα τελευταία τεχνικές ιδιότητες που αποδεικνύονται χρήσιμες στο πλαίσιο της διαδικασίας παρασκευής ορισμένων τροφίμων. ροσθήκη του ΘΑΑ ύστερα από την περάτωση του κύκλου παρασκευής των καζεϊνικών αλάτων δεν θα παρείχε την ίδια χρησιμότητα διότι δεν θα ήταν δυνατή η επίτευξη ενός καλού επιπέδου ομοιογενείας στο προϊόν.
75. Τέλος, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι τα καζεϊνικά άλατα στα οποία είχε προστεθεί ΘΑΑ είχαν, κατά τα οικεία οικονομικά έτη, εγκριθεί ως πρόσθετες ουσίες στα τρόφιμα με το άρθρο 9 της οδηγίας 73/329/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1974, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τους γαλακτοσωματοποιητές, σταθεροποιητές, τα πυκνοτικά και πηκτικά μέσα που επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν στα τρόφιμα .
76. Η Επιτροπή υπεραμύνεται μιας εντελώς αντίθετης απόψεως. Κατ' αυτήν, ο κατάλογος των εγκριθεισών για τα καζεϊνικά άλατα ουσιών του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας 83/417 είναι εξαντλητικός. Το καζεϊνικό άλας που περιέχει ουσία μη περιλαμβανομένη στον κατάλογο αυτό, όποιος και αν είναι ο ρόλος που παίζει η ουσία αυτή, δεν είναι σύμφωνο προς τις προδιαγραφές της οδηγίας. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, το 1989, είχε σκεφθεί, κατόπιν αιτήσεως των Γάλλων βιομηχάνων, να επιτρέψει τη χρήση παραγώγων αργιλίου, και ιδίως θειϊκό αργίλιο, πλην όμως, κατόπιν μιας συνεδριάσεως επί του θέματος αυτού, στην οποία είχε, εξάλλου, συμμετάσχει και εκπρόσωπος της σχετικής ολλανδικής επιχειρήσεως, είχε αποφασιστεί, κατόπιν της έντονης αντιθέσεως που είχε συναντήσει, να παραιτηθεί της προτάσεως αυτής.
77. ροκειμένου περί της επισημάνσεως, η Επιτροπή εκτιμά ότι αυτή που χρησιμοποιείται εν προκειμένω δεν μπορεί να διορθωθεί λόγω του ότι για το καζεϊνικό άλας που περιέχει ΘΑΑ δεν μπορεί να αξιωθεί η ονομασία βρώσιμο καζεϊνικό άλας και παρατηρεί ότι οι σχετικές διατάξεις παραμένουν βωβές όσον αφορά ενδεχόμενες πρόσθετες ουσίες.
78. ροκειμένου περί της οδηγίας 74/329, η Επιτροπή αμφιβάλλει αν το άρθρο της 9 αφορά την προσθήκη ΘΑΑ. Αλλά προπάντων, δεν πρέπει να παροράται το γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι κανόνες σχετικά με τη σύνθεση και την επισήμανση των καζεϊνικών αλάτων που θέτει η οδηγία 83/417 έχουν θεσπιστεί για την προστασία της δημόσιας υγείας.
79. Το ζήτημα είναι να αποφεύγεται ώστε τα καζεϊνικά άλατα που χρησιμοποιούνται προς βρώση να είναι δυνατόν να ενέχουν κινδύνους για τη δημόσια υγεία. Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίον δεν μπορούν να περιέχουν παρά μόνο ουσίες των οποίων ο αβλαβής χαρακτήρας είναι επιβεβαιωμένος, πράγμα που δεν συμβαίνει βεβαίως στην περίπτωση του ΘΑΑ.
80. Τέλος, η Επιτροπή διερωτάται αν πράγματι το ΘΑΑ παίζει κάποιο ρόλο στην παρασκευή των καζεϊνικών αλάτων της εν λόγω επιχειρήσεως, στο μέτρο που μεταβάλλει τον βαθμό οξύτητας του προϊόντος, και έχει, επομένως, επίπτωση στις τελικές ιδιότητες, και παρατηρεί ότι αυτή η απορία προκύπτει από το γεγονός ότι η παρουσία ΑΘΑ δεν είναι, κατ' ανάγκην, ευκταία για όλους τους προορισμούς των παραγομένων από την εν λόγω επιχείρηση καζεϊνικών αλάτων.
81. Εν πάση περιπτώσει, πάντοτε κατά την Επιτροπή, δεν θα έπρεπε, όταν πρόκειται για την ερμηνεία του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας 83/417 να σταματάμε σε μια στενή αντίληψη του βοηθητικού τεχνολογίας.
82. _Οντως, κατά τον χρόνο εκπονήσεως της οδηγίας αυτής, δεν είχε γίνει διάκριση μεταξύ βοηθητικού τεχνολογίας και πρόσθετης ουσίας, πράγμα που αποδεικνύεται από το γεγονός ότι μεταξύ των εγκεκριμένων από το παράρτημα Ι της ίδιας οδηγίας ουσιών ως βοηθητικών τεχνολογίας περιλαμβάνονται ουσίες που είναι προδήλως πρόσθετες. Η διάκριση μεταξύ προσθέτων ουσιών και βοηθητικών τεχνολογίας εισήχθη μόλις με την οδηγία 89/107/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα πρόσθετα που μπορούν να χρησιμοποιούνται στα τρόφιμα τα οποία προορίζονται για ανθρώπινη διατροφή . Ως πρόσθετο τροφίμων, νοείται, σύμφωνα με την οδηγία αυτή, «οποιαδήποτε ουσία που, είτε έχει θρεπτική αξία είτε όχι, δεν καταναλώνεται συνήθως μόνη της ως τρόφιμο ούτε χρησιμοποιείται συνήθως ως χαρακτηριστικό συστατικό τροφίμων και της οποίας η σκόπιμη προσθήκη στα τρόφιμα, για τεχνολογικούς σκοπούς, κατά την κατασκευή, τη μεταποίηση, την παρασκευή, την κατεργασία, τη συσκευασία, τη μεταφορά ή την αποθήκευση, έχει ως αποτέλεσμα ή αναμένεται λογικά να έχει ως αποτέλεσμα το να αποτελέσουν η ίδια ή τα παράγωγά της συστατικό στοιχείο των τροφίμων αυτών, άμεσα ή έμμεσα». Το βοηθητικό μέσο τεχνικής επεξεργασίας έχει διοριστεί ως «κάθε ουσία η οποία δεν καταναλίσκεται αυτή καθεαυτή ως συστατικό τροφίμων, η οποία χρησιμοποιείται σκοπίμως κατά τη μεταποίηση πρώτων υλών, τροφίμων ή συστατικών τροφίμων, για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου τεχνολογικού στόχου κατά την επεξεργασία ή τη μεταποίηση και η οποία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μη ηθελημένη αλλά τεχνικά αναπόφευκτη παρουσία καταλοίπων αυτής της ουσίας ή των παραγώγων της στο τελικό προϊόν, υπό την προϋπόθεση ότι τα κατάλοιπα αυτά δεν αποτελούν κίνδυνο για την υγεία και δεν έχουν τεχνολογικές επιπτώσεις επί του τελικού προϊόντος».
83. Η επιλογή μεταξύ αυτών των δύο αλληλοαντικρουομένων ισχυρισμών δεν είναι ευχερής. Η θέση της Ολλανδικής Κυβερνήσεως κατά την οποία το ΘΑΑ, ως πρόσθετη ουσία, ουδένα λόγο είχε να περιλαμβάνεται στον κατάλογο των τεχνολογικού χαρακτήρα βοηθητικών ουσιών για τρόφιμα που περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ,
σημείο ii, στοιχείο δ_, της οδηγίας 83/417, οπότε, καθώς δεν απαγορεύεται στη σχετική με τις πρόσθετες ουσίες κοινοτική νομοθεσία η χρησιμοποίηση της ουσίας αυτής, η ενσωμάτωσή της στα διατροφικού χαρακτήρα καζεϊνικά άλατα, κατά την έννοια της οδηγίας 83/417, πρέπει να επιτρέπεται, νομίζω ότι είναι οπωσδήποτε λογική.
84. _Ομως, και η θέση της Επιτροπής δεν μπορεί να απορριφθεί εκ προοιμίου.
85. Αφενός, εάν το ΘΑΑ δεν ήταν, εν πάση περιπτώσει, απλώς ένα πρόσθετο, ίσως θα μπορούσε κανείς να δώσει δίκιο στην Ολλανδική Κυβέρνηση όταν αυτή ισχυρίζεται ότι το εν λόγω προϊόν, ως πρόσθετο, δεν πρέπει να απαγορεύεται στα καζεϊνικά άλατα από το σημείο ii, στοιχείο δ_, του παραρτήματος ΙΙ, που ρυθμίζει αποκλειστικώς την προσφυγή σε βοηθητικά τεχνολογίας. Αφετέρου, εάν ο κατάλογος του εν λόγω σημείου ii, στοιχείο δ_, περιελάμβανε ταυτόχρονα βοηθητικά τεχνολογίας και προϊόντα που δεν μπορεί να είναι παρά πρόσθετα, θα έπρεπε τότε να συμφωνήσει με την Επιτροπή ότι το γεγονός ότι το ΘΑΑ είναι πρόσθετο δεν συνεπάγεται ότι πρέπει να ενυπάρχει στο προοριζόμενο για διατροφή καζεϊνικό άλας.
86. _Ομως, όντως η πραγματικότητα είναι περισσότερο περίπλοκη. Η ίδια η Ολλανδική Κυβέρνηση, μολονότι εμφανίζει το περιεχόμενο στο καζεϊνικό άλας ΘΑΑ ως πρόσθετο, ισχυρίζεται επίσης ότι το ΘΑΑ παίζει κάπως τον ρόλο ενός βοηθητικού τεχνολογίας στην παρασκευή προϊόντων που ενσωματώνουν την καζε_νη. Από την πλευρά της, η Επιτροπή αναγνώρισε, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι ορισμένα από τα προϊόντα που απαριθμούνται στον κατάλογο του σημείου ii, στοιχείο δ_, και που είναι γνωστά ως πρόσθετα, μπορούν να παίξουν ρόλο βοηθητικού τεχνολογίας σε ορισμένες μεταγενέστερες διαδικασίες παραγωγής. Τούτο κλονίζει κάπως τον ισχυρισμό της ότι ο εν λόγω κατάλογος πρέπει να θεωρηθεί ως αποκλειστικώς εξαντλητικός, εφόσον ανακατεύει αποδεδειγμένως πρόσθετα και τεχνολογικού χαρακτήρα βοηθητικές ουσίες.
87. Ενόψει αυτής της αβεβαιότητας, ο νομικός, που δεν διαθέτει το προνόμιο να είναι ταυτόχρονα και ειδικός επί των διαδικασιών παραγωγής της βιομηχανίας αγροτικών προϊόντων διατροφής, βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα φοβερό δίλλημα.
88. ρέπει να κριθεί ότι το ΘΑΑ, εφόσον δεν απαγορεύεται, πρέπει, λόγω της ιδιότητάς του ως πρόσθετου από πλευράς του καζεϊνικού άλατος, να θεωρηθεί ως επιτρεπόμενο ή πρέπει, αντιθέτως, να κριθεί ότι αυτό το ίδιο προϊόν, ενόψει του διφορούμενου χαρακτήρα του, πρέπει να απαγορευθεί, και ότι δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των βοηθητικών τεχνολογίας, νοουμένων υπό την ευρεία έννοια του όρου, που επιτρέπονται;
89. Για να βγούμε από το αδιέξοδο αυτό, νομίζω ότι είναι θεμιτό να δοθεί προσοχή στις προδιαγραφές της οδηγίας σχετικά με το θέμα της επισημάνσεως. Ως προς το σημείο αυτό, διαπιστώνεται ότι, εάν τα πρόσθετα επιτρέπονταν από την οδηγία 83/417 χωρίς αυτά να περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος ΙΙ σχετικά με τις τεχνολογικού χαρακτήρα βοηθητικές ουσίες, η οδηγία θα απαιτούσε, βεβαίως, όσον αφορά τις σχετικές με την επισήμανση διατάξεις, να μνημονεύεται η παρουσία τους.
90. _Ομως, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, κανενός είδους τέτοια επιταγή δεν έχει τεθεί από το άρθρο 4 αναφορικά με τα προϊόντα που διεκδικούν την ονομασία βρώσιμα καζεϊνικά άλατα.
91. Γεγονός, πάντως, είναι ότι το άρθρο 4 θέτει τους κανόνες επισημάνσεως για τα καζεϊνικά άλατα μόνο «με την επιφύλαξη της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ και των διατάξεων που θα θεσπίσει η Κοινότητα όσον αφορά την επισήμανση των τροφίμων που δεν προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή».
92. αρ' όλ' αυτά νομίζω ότι η απουσία οποιασδήποτε προδιαγραφής, στην οδηγία, αναφορικά με τη μνεία στην επισήμανση των προσθέτων που έχουν ενσωματωθεί στο καζεϊνικό άλας μπορεί λογικώς να ερμηνευθεί υπό την έννοια του αποκλεισμού οποιασδήποτε μη απαριθμούμενης στο παράρτημα ΙΙ ουσίας.
93. Τέλος, φρονώ επίσης ότι αυτή η αντίληψη επιβεβαιώνεται από τις συνομιλίες που διεξήχθησαν το 1989 σχετικά με τη δυνατότητα προσθήκης θειϊκού αργιλίου στον κατάλογο των ουσιών των οποίων η χρήση θα επιτρεπόταν κατά την παρασκευή των καζεϊνικών αλάτων (βλ. ανωτέρω παράγραφο 76). ράγματι, από έγγραφο κατατεθέν από την Επιτροπή στη δικογραφία προκύπτει ότι, με εξαίρεση τις γαλλικές επιχειρήσεις του οικείου τομέα, οι επιχειρήσεις των λοιπών κρατών μελών καθώς και τα ίδια τα κράτη μέλη εκδήλωσαν την αντίθεσή τους στην πρόθεση αυτή. Από τις θέσεις αυτές απορρέει ότι, κατά γενική γνώμη ότι, η χρήση της ουσίας αυτής δεν επιτρεπόταν από το τότε κείμενο του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας 83/487, που έμεινε αμετάβλητο ύστερα από τη θέσπιση αυτής.
94. Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, σχετικά με την επιχειρηματολογία αυτή που έχει προβληθεί επικουρικώς, η προσφεύγουσα κυβέρνηση έχει άδικο, δηλαδή ότι η ονομασία βρώσιμο καζεϊνικό άλας, όπως αυτή ρυθμίζεται από την οδηγία 83/417, δεν μπορεί να διεκδικηθεί για τα καζεϊνικά άλατα που περιέχουν ΘΑΑ.
95. _Ομως, όπως έχω ανωτέρω αναφέρει, φρονώ ότι η επιχειρηματολογία που έχει κατά κύριο λόγο προβληθεί από την ίδια αυτή κυβέρνηση είναι πειστική και, επομένως, ότι η παρουσία ΘΑΑ σε καζεϊνικό άλας χρησιμοποιηθέν, ύστερα από τη διάθεσή του στο εμπόριο από την παραγωγό επιχείρηση, για ανθρώπινη βρώση δεν καθιστά παράνομη τη χορήγηση για το εν λόγω καζεϊνικό άλας της προβλεπόμενης από τον κανονισμό 2921/90 ενισχύσεως.
_Οσον αφορά την χορηγηθείσα για το EMST ενίσχυση
96. Φθάνουμε έτσι στη δεύτερη διόρθωση που επέφερε η Επιτροπή, προκειμένου περί των ποσών που οφείλονταν από το ΕΓΤΕ στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών, ποσών σχετικά με το προϊόν το γνωστό ως EMST. Το προϊόν αυτό παρασκευάζεται, σύμφωνα με τα ίδια τα λεγόμενα της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, από υπολείμματα ημιτελικών προϊόντων που δημιουργούνται κατά τη διαδικασία παρασκευής των καζεϊνικών αλάτων. Τα υπολείμματα αυτά συλλέγονται και αποτελούν το αντικείμενο, ευθύς ως σχηματίσουν κάποια ποσότητα, μιας τελικής μεταποιήσεως σε καζεϊνικό άλας πριν συσκευασθούν. Η συλλογή τους διαρκεί αρκετές ημέρες, ακόμα και εβδομάδα.
97. Η Επιτροπή στηρίζει την άρνησή της αναλήψεως του σχετικού οικονομικού βάρους λόγω του ότι το EMST δεν αποτελεί προϊόν το οποίο πληροί τις επιταγές του άρθρου 1 του κανονισμού 2921/90 και, ειδικότερα, τις επιταγές που έχουν ορισθεί από τις παραγράφους 1 και 3 του εν λόγω άρθρου, όπου ορίζεται σχετικώς:
«1. Η ενίσχυση χορηγείται στους παραγωγούς καζε_νης και καζεϊνικών αλάτων μόνο εάν τα προϊόντα αυτά:
- έχουν παρασκευασθεί από αποκορυφωμένο γάλα ή ακατέργαστη καζε_νη που έχει εξαχθεί από γάλα κοινοτικής καταγωγής,
- ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές σύνθεσης που προβλέπονται στο παράρτημα Ι ή ΙΙ ή ΙΙΙ,
- έχουν συσκευασθεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 3.
[...]
3. Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, μια παρτίδα παραγωγής πρέπει να αποτελείται από προϊόντα ταυτόσημης ποιότητας και παρασκευαζόμενα την ίδια ημέρα. Εντούτοις, όταν η ολική παραγωγή καζε_νης και καζεϊνικών αλάτων της εν λόγω εγκαταστάσεως δεν υπερβαίνει τους 1 000 τόνους κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους, η παρτίδα παρασκευής μπορεί να απαρτίζεται από προϊόντα που παρασκευάζονται κατά τη διάρκεια της ίδιας ημερολογιακής εβδομάδας.»
98. ράγματι, πρόκειται για προϊόν παρασκευαζόμενο από καζεϊνικά άλατα και εμφανιζόμενο σε παρτίδες μη αντιστοιχούσες στην παραγωγή μιας και μόνον ημέρας. Η Ολλανδική Κυβέρνηση αμφισβητεί την ανάλυση αυτή ισχυριζόμενη, αφενός, ότι το EMST παρασκευάζεται από υπολείμματα ημιτελικών προϊόντων τα οποία, εξ ορισμού, δεν αποτελούν εισέτι καζεϊνικά άλατα κατά τον χρόνο της συλλογής τους, δοθέντος ότι η συλλογή αυτή πραγματοποιείται πριν από το πέρας της διαδικασίας αποξηράνσεως, και, αφετέρου, ότι με τον όρο «παρασκευαζόμενα», στο κείμενο του άρθρου 1, παράγραφος 3, του κανονισμού, νοείται «προπαρασκευαζόμενα» και ότι το EMST δεν θέτει κανένα πρόβλημα από την άποψη της προδιαγραφής που θέτει η οδηγία αυτή, εφόσον οι παρτίδες προϊόντων EMST εμπεριέχουν μόνο καζεϊνικά άλατα των οποίων η διαδικασία παραγωγής, που καταλήγει στην αποξήρανση, περατώθηκε την ίδια ημέρα. Η εν λόγω κυβέρνηση αναφέρεται επίσης στην ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ της ιδίας και της Επιτροπής, από την οποία προκύπτει ότι η τελευταία, που είχε δεόντως ενημερωθεί σχετικά με τη μέθοδο παρασκευής του EMST, δεν προέβη σε καμιά παρατήρηση σχετικά με την επιλεξιμότητα του προϊόντος αυτού για την προβλεπομένη από τον κανονισμό ενίσχυση.
99. Στην επιχειρηματολογία αυτή, η Επιτροπή απαντά ισχυριζόμενη, καταρχάς, ότι είναι ανακριβής ο ισχυρισμός ότι τα ανακτώμενα υπολείμματα αποτελούν απλώς ένα ημιτελικό προϊόν το οποίο, λόγω του ότι δεν έχει περατωθεί ο κύκλος αποξηράνσεως, δεν αποτελεί καζεϊνικό άλας. Σαφώς πρόκειται για καζεϊνικό άλας, που έχει χαθεί κατά τη διάρκεια της τελευταίας φάσεως της διαδικασίας παρασκευής, και το οποίο επανεισάγεται στη διαδικασία παρασκευής, και τούτο όχι αποκλειστικώς για να αποξηρανθεί στον επιθυμητό βαθμό, διότι αυτό που ανακτάται εμπεριέχει ρυπαρές ουσίες, που επιβάλλουν μια πραγματική εκ νέου επεξεργασία. Αυτή η ανάλυση της διαδικασίας παραγωγής του EMST της επιτρέπει επίσης να αμφισβητήσει το ότι μια παρτίδα EMST παράγεται κατά τη διάρκεια μιας και της αυτής ημέρας. Κατ' αυτήν, πρόκειται για παρτίδες συγκείμενες από προϊόντα παρασκευασμένα κατά διαφορετικές ημερομηνίες, που συγκεντρώνονται προκειμένου να μεταποιηθούν σε προϊόντα που επιτρέπεται να τύχουν, από την άποψη της ποιότητάς τους, της ενισχύσεως, πράγμα που απαγορεύει το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 2921/90.
100. Αυτή η μεθόδευση είναι ανεπίτρεπτη ως προσφερόμενη για κερδοσκοπικές ενέργειες, δεδομένου ότι οι παρτίδες μπορεί να είναι προπαρασκευασμένες κατά το χρονικό σημείο που το ποσό της ενισχύσεως βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο του. ροκειμένου περί της ανυπαρξίας αντιρρήσεων εκ μέρους της, όταν η Ολλανδική Κυβέρνηση τη ρώτησε επί της ερμηνείας των προϋποθέσεων επιλεξιμότητας για την θεσπισμένη με τον κανονισμό ενίσχυση, η Επιτροπή ρητώς αρνείται ότι οι απαντήσεις της σε διφορούμενα ερωτήματα είναι δυνατόν, καλοπίστως, να ερμηνευθούν ως εκφράζουσες οποιαδήποτε επιδοκιμασία των μεθόδων παραγωγής του EMST.
101. Στο υπόμνημά της αντικρούσεως, η Επιτροπή παρατηρεί επίσης ότι στον υπολογισμό του ύψους του ποσού της ενισχύσεως ελήφθη υπόψη η ύπαρξη υπολειμμάτων, και, επομένως, απωλειών, κατά τη διαδικασία παραγωγής. Στο υπόμνημά του ανταπαντήσεως, το εν λόγω κοινοτικό όργανο απαντώντας στην Ολλανδική Κυβέρνηση η οποία αμφισβητούσε το εν λόγω επιχείρημα παρέχει διασαφηνίσεις σχετικά με το ζήτημα αυτό. Διευκρινίζει έτσι ότι το ποσοστό απωλειών που λαμβάνεται υπόψη είναι 5 %, πράγμα λίαν γενναιόδωρο, ενόψει του ότι, σε σύγχρονες εγκαταστάσεις, όπως αυτές της εν λόγω ολλανδικής επιχειρήσεως, το πραγματικό ποσοστό είναι χαμηλότερο, εφόσον δεν υπερβαίνει το 2 %.
102. Ο ισχυρισμός της Επιτροπής μου φαίνεται γενικώς πειστικός, και τούτο χωρίς να χρειάζεται να υπεισέλθω στη συζήτηση σχετικά με την ακριβή έννοια του όρου «παρασκευασμένα» ή στη σημασία που πρέπει να προστεθεί στην αλληλογραφία που αντηλλάγη αναφορικά με το EMST, θέμα προς το οποίο θέλει να μας παρασύρει η Ολλανδική Κυβέρνηση.
103. Δύο τουλάχιστον είναι τα στοιχεία που με οδηγούν στην πεποίθηση αυτή. Αφενός, δεν μπορώ να συμφωνήσω με την προσφεύγουσα κυβέρνηση όταν αυτή διατείνεται ότι τα υπολείμματα που επαναχρησιμοποιούνται για την παρασκευή του EMST δεν είναι καζεϊνικά άλατα, και τούτο διότι νομίζω ότι, ενεργώντας έτσι, παίζει με τις λέξεις. Βεβαίως, τα υπολείμματα αυτά δεν είναι καζεϊνικό άλας εμφανίζον τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται για τη χορήγηση της ενισχύσεως. _Ομως, όταν το άρθρο 1, παράγραφος 1, απαγορεύει την παραγωγή καζεϊνικού άλατος επιλέξιμου προς ενίσχυση για τα καζεϊνικά άλατα δεν έχει, προδήλως, υπόψη το καζεϊνικό άλας που ήδη παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται για τη χορήγηση της ενισχύσεως· άλλωστε όντως δεν καταλαβαίνω σε τί θα ωφελούσε μια πράξη συνιστάμενη στην εκ νέου κατεργασία του καζεϊνικού άλατος που παρέχει δικαίωμα για ενίσχυση. Αυτό που επιδιώκεται να απαγορευθεί, είναι το να χρησιμοποιηθεί ένα προϊόν, το οποίο, αυτό καθεαυτό, μπορεί να θεωρηθεί ως καζεϊνικό άλας, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε τηρήσεως των κριτηρίων από τα οποία εξαρτάται η χορήγηση της ενισχύσεως για την παραγωγή καζεϊνικού άλατος που εμφανίζεται για τη χορήγηση ενισχύσεως. Και όμως αυτό ακριβώς συμβαίνει στη διαδικασία παραγωγής του EMST. Τα επαναχρησιμοποιούμενα υπολείμματα αποτελούν ήδη, στο στάδιο που γίνεται η ανάκτηση, καζεϊνικό άλας, έστω και αν αυτό, λόγω του ότι δεν έχει αρκούντως αποξηρανθεί, δεν πληροί ακόμα τις ποιοτικές προδιαγραφές που έχουν ορισθεί με τον κανονισμό.
104. Αφετέρου, μου φαίνεται ανεπίτρεπτο, αφ' ης στιγμής κατά τον τρόπο υπολογισμού του ποσού της ενισχύσεως έχουν ληφθεί υπόψη οι απώλειες που ορθώς εθεωρήθησαν ως αναπόφευκτες κατά τη διαδικασία παραγωγής, το να μπορεί μια επιχείρηση όχι να μειώσει τις απώλειές της στον μέγιστο δυνατό βαθμό, πράγμα που αποτελεί απόλυτο δικαίωμά της, αλλά, πράγμα που είναι λίαν διαφορετικό, να ανακτήσει το απωλεσθέν εμπόρευμα προκειμένου να το επανασειγαγάγει στη διαδικασία παραγωγής, κατά τρόπο ώστε να εξαλειφθεί οποιαδήποτε απώλεια. Μια τέτοια μέθοδος αποκτήσεως του μεγίστου δυνατού οφέλους υπερβαίνει τα όρια της απλής ορθολογιστικής οργανώσεως της διαδικασίας παραγωγής. _Ερχεται σε αντίθεση με τους κανόνες που έχουν τεθεί με τον κανονισμό.
105. Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα, επί του σημείου αυτού, ότι κακώς η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών αμφισβητεί την απόφαση της Επιτροπής περί απορρίψεως των δαπανών που έγιναν προκειμένου να χορηγηθεί ενίσχυση για το προϊόν EMST.
106. _Εχοντας έτσι περατώσει την εξέταση της νομιμότητας ως προς την ουσία, της αποφάσεως της Επιτροπής, δηλαδή όσον αφορά τη συμφωνία της με τους κανόνες που διέπουν τη χορήγηση ενισχύσεως για το καζεϊνικό άλας, μπορώ να ασχοληθώ με τις επικρίσεις που έχουν διατυπωθεί από την Ολλανδική Κυβέρνηση σχετικά με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες εκδόθηκε η απόφαση αυτή.
107. Οι επικρίσεις αυτές αποτελούν το αντικείμενο του δευτέρου, τρίτου και τετάρτου λόγου.
Ο δεύτερος, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος
_Οσον αφορά την παράβαση του κανονισμού 729/70 και ορισμένων γενικών αρχών
108. Ο δεύτερος λόγος της Ολλανδικής Κυβερνήσεως στηρίζεται στην παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1287/95 του Συμβουλίου, της 22ας Μα_ου 1995, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 σχετικά με τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής , καθώς και στην παραβίαση της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, της αρχής διαβουλεύσεως και της προληπτικής προσεγγίσεως.
109. Ας αρχίσω την ανάπτυξη του θέματος αυτού με τη διαπίστωση, όπως ακριβώς εκτιμά και η Ολλανδική Κυβέρνηση, ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε στον κανονισμό 729/70 ο κανονισμός 1287/95 εφαρμόζονται, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, αυτού του τελευταίου κανονισμού, μόνο ύστερα από το οικονομικό έτος που αρχίζει στις 16 Οκτωβρίου 1995 και, επομένως, δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στη διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών στο πλαίσιο της οποίας έχει εκδοθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Επομένως, θα περιοριστώ στο ότι οι συνθήκες εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως συνιστούν παραβίαση των τριών αρχών στις οποίες η Ολλανδική Κυβέρνηση αναφέρεται, ισχυριζόμενη ότι ο κανονισμός 1287/95 απλώς τις συγκεκρινομενοποίησε.
110. Θα πρέπει ευθύς εξαρχής να σημειωθεί ότι οι αρχές αυτές, τις οποίες δεν αμφισβητεί η Επιτροπή, απλώς παρέχουν κατευθυντήριες γραμμές ως προς την στάση που πρέπει να τηρούν η Επιτροπή και τα κράτη μέλη κατά τη διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, και ότι, πριν καταστεί δυνατόν να συναχθεί η παραβίασή τους, πρέπει να προηγηθεί εμπεριστατωμένη εξέταση των συγκεκριμένων σχετικών περιστάσεων.
111. ροκειμένου περί της καλόπιστης συνεργασίας και της διαβουλεύσεως, η Ολλανδική Κυβέρνηση προσάπτει, κατ' ουσίαν, στην Επιτροπή το ότι δεν μετέβαλε τη θέση της ύστερα από την κατάθεση της εκθέσεως της επιτροπής συμβιβασμού, έκθεση που είχε αποδειχθεί λίαν επικριτική ως προς αυτήν, εφόσον σ' αυτήν αναφερόταν ότι η επιχειρηματολογία της Επιτροπής δεν ήταν απολύτως προφανής, ότι η Επιτροπή δεν είχε αποδείξει ότι τα κράτη μέλη έπρεπε να έχουν γνώση της δικής της ερμηνείας του κανονισμού 2921/90 και ότι, σχετικά με το EMST, φαινόταν δύσκολο να κατανοηθεί η θέση της Επιτροπής.
112. Η Ολλανδική Κυβέρνηση φθάνει μάλιστα μέχρι του σημείου να ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή ουδέποτε έλαβε σοβαρώς υπόψη την εν λόγω έκθεση, όπως άλλωστε συνέβη και με τα επιχειρήματα που η εν λόγω κυβέρνηση είχε προβάλει κατά την προηγηθείσα μεταξύ τους αλληλογραφία.
113. Το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η Επιτροπή εκφράζει την έκπληξη και την αγανάκτησή της έναντι αυτού του ισχυρισμού, πράγμα που το κατανοώ απολύτως. ράγματι, δεν είναι δυνατόν παρά να συμφωνήσω μαζί της όταν αυτή διατείνεται ότι ουδόλως υποχρεούνταν να δώσει συνέχεια στις παρατηρήσεις της επιτροπής συμβιβασμού. _Οντως, άλλο πράγμα είναι να προσφέρεται κανείς για συμβιβασμό, δηλαδή να συμμετέχει σε διαδικασία με σκοπό την προσέγγιση των εκατέρωθεν απόψεων και την αναζήτηση συμβιβαστικής λύσεως την οποία θα μπορούσαν να αποδεχθούν τόσον το κράτος μέλος όσον και η Επιτροπή και άλλο πράγμα είναι να παραιτείται κανείς από το δικό του δικαίωμα λήψεως αποφάσεως. Δεν είναι δυνατόν, ως εκ τούτου, να συναχθεί, από την εμμονή της Επιτροπής στην αρχική της θέση, επιπόλαιη στάση κατά τη διαδικασία συμβιβασμού.
114. Εξάλλου, τους ισχυρισμούς της Ολλανδικής Κυβερνήσεως διαψεύδει η ανταλλαγείσα σχετική αλληλογραφία. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη τόσο τα επιχειρήματα της Ολλανδικής Κυβερνήσεως όσο και την έκθεση της επιτροπής συμβιβασμού, πλην όμως απλώς δεν επείσθη ότι υπήρχε περίπτωση να μεταβάλει αυτήν την άποψή της.
115. ροκειμένου περί της προληπτικής προσεγγίσεως, η προσφεύγουσα κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν ακολούθησε μια τέτοια προσέγγιση, υπό την έννοια ότι δεν της κατέστησε σαφώς γνωστό, πριν ή τουλάχιστον κατά τη διάρκεια των οικείων οικονομικών ετών, την ερμηνεία του κανονισμού 2921/90 επί της οποίας στηρίχθηκε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου για να απορρίψει ορισμένες δαπάνες.
116. Η Επιτροπή ανταπαντά ότι αυτή η συγκεκριμένη περίπτωση δεν περιλαμβανόταν στην εν λόγω προσέγγιση και ότι, εν πάση περιπτώσει, είναι λάθος ο ισχυρισμός ότι στηρίχθηκε σε ερμηνεία του κανονισμού την οποία αγνοούσε η Ολλανδική Κυβέρνηση.
117. Καθόσον αφορά το ΘΑΑ, είναι σαφές, κατά την Επιτροπή, ύστερα από τη συνάντηση του 1989, που έχω ανωτέρω μνημονεύσει, στην οποία είχε παρευρεθεί και εκπρόσωπος της οικείας επιχειρήσεως, ότι η Επιτροπή έδινε στην οδηγία 83/417 την ερμηνεία ότι απαγόρευε την παρουσία του ΘΑΑ στα βρώσιμα καζεϊνικά άλατα. _Οσον αφορά το EMST, από έγγραφο απευθυνθέν στην Ολλανδική Κυβέρνηση το 1992, σχετικά με διαπιστώσεις που είχαν γίνει κατά τη διάρκεια σχετικής επιθεωρήσεως, μνημονευόταν ήδη ότι η εκ νέου επεξεργασία των υπολειμμάτων καζεϊνικού άλατος, που είχαν συλλεγεί επί αρκετές ημέρες, αποτελούσε παρατυπία ενόψει του άρθρου 1 του κανονισμού 2921/90.
118. Καθόσον αφορά το ΘΑΑ, αυτός ο τρόπος άμυνας της Επιτροπής δεν μου φαίνεται απολύτως πειστικός, εφόσον αφήνει εντελώς άθικτο το ζήτημα εάν η Ολλανδική Κυβέρνηση μπορούσε να αγνοεί ότι τα προϊόντα για τα οποία χορηγούνταν ενίσχυση βάσει του κανονισμού 2921/90 έπρεπε, όταν προορίζονταν για βρώση, να πληρούν τις προδιαγραφές της οδηγίας 83/417. _Οσον αφορά το EMST, η σχετική άμυνα της Επιτροπής είναι πλήρως πειστική.
119. ράγματι, αφενός, η παρατυπία που κολάστηκε με την προσβαλλομένη απόφαση είναι ακριβώς αυτή που η Επιτροπή είχε επισημάνει το 1992, χωρίς ωστόσο να την κολάσει, στο μέτρο που η εμπλακείσα τότε επιχείρηση, που δεν ήταν η DMV Campina, παρήγε λιγότερους από 1 000 τόνους ετησίως και, επομένως, μπορούσε να επωφεληθεί της παρεκκλίσεως που ρητώς προβλεπόταν από το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 2921/90.
120. Εξάλλου, από την αλληλογραφία που η Ολλανδική Κυβέρνηση προσκομίζει στα παραρτήματα ΧΙ, ΧΙΙ και ΧΙΙΙ του δικογράφου της προσφυγής της δεν μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή είχε ανεπιφυλάκτως εγκρίνει τη διαδικασία παραγωγής του EMST.
121. Βεβαίως, οι ολλανδικές αρχές ρώτησαν την Επιτροπή σχετικά με τη δυνατότητα εκ νέου επεξεργασίας των ελαττωματικών προϊόντων, στο μέτρο που δεν είχαν εισέτι αποτελέσει την αιτία αρνήσεως χορηγήσεως της ενισχύσεως, πλην όμως δεν έθεσαν ρητώς το ζήτημα του επιτρεπτού της ανακτήσεως υπολειμμάτων, αναποφεύκτων κατά τη διαδικασία παραγωγής, προκειμένου να τα εισαγάγουν εκ νέου στην εν λόγω διαδικασία, οπότε δεν δικαιούνται να ζητούν σήμερα να ερμηνευθεί η απάντηση της Επιτροπής ως εγκρίνουσα την πρακτική αυτή. Εξάλλου, παρατηρείται ότι η Επιτροπή, στις απαντήσεις της, πάντοτε ενέμεινε επί της αναγκαιότητας αυστηρής τηρήσεως των προϋποθέσεων που είχαν τεθεί με τον κανονισμό, ιδίως όσον αφορά τη σύνθεση των παρτίδων για τις οποίες ζητούνταν η ενίσχυση.
_Οσον αφορά τον λόγο που αντλείται από την παραβίαση της αρχής της ασφάλειας του δικαίου
122. Ας μου επιτραπεί να αντιπαρέλθω εν συντομία τον λόγο που αντλείται από την παραβίαση της αρχής του δικαίου, και τούτο ενόψει όσων έχω εκθέσει προηγουμένως όσον αφορά τις συνέπειές του αναφορικά με το ΘΑΑ και τον σύνδεσμο μεταξύ του κανονισμού και της οδηγίας, υπενθυμίζοντας απλώς ότι όχι μόνο δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι η ερμηνεία της οποίας υπεραμύνεται η Επιτροπή ήταν η πλέον προφανής εγώ προσωπικώς θα έλεγα ότι είναι ανακριβής αλλά επίσης ότι ουδόλως συνετέλεσαν στη διασαφήνιση της καταστάσεως τα δύο σχέδια τροποποιήσεως, υπό αντίθετη κατεύθυνση, του κανονισμού 2921/90 που η Επιτροπή, διαδοχικώς, υπέβαλε και, στη συνέχεια, απέσυρε.
123. Καθόσον αφορά το EMST, φρονώ ότι, αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται η Ολλανδική Κυβέρνηση, η θέση της Επιτροπής ουδέποτε μετεβλήθη και δεν μπορεί να της καταμαρτυρηθεί οποιαδήποτε παραβίαση της αρχής της ασφάλειας του δικαίου. Ο κανονισμός 2921/90 είναι, όπως νομίζω ότι έχω καταδείξει ανωτέρω, σαφής και ουδαμού στα έγγραφα προς την Ολλανδική Κυβέρνηση η Επιτροπή παρέσχε, ενόψει των ερωτημάτων στα οποία απήντησε, διαβεβαιώσεις στην εν λόγω κυβέρνηση σχετικά με δικαίωμα για ενίσχυση όσον αφορά αυτόν τον τύπο προϊόντος.
124. Ιδίως, η Επιτροπή ουδέποτε επανήλθε στη διαπίστωση παρατυπιών στην οποία είχε προβεί το 1992, και αν η διαπίστωση αυτή δεν είχε ως απόληξη άρνηση αναλήψεως της σχετικής δαπάνης, τούτο συνέβη, το υπενθυμίζω, αποκλειστικώς και μόνον, όπως διευκρινίζεται στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, επειδή η μικρή ποσοτικώς παραγωγή της ελεγχθείσας τότε επιχειρήσεως επέτρεπε στην τελευταία να επωφεληθεί μιας παρεκκλίσεως.
_Οσον αφορά την παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
125. ροκειμένου περί του λόγου που αντλείται από την έλλειψη αιτιολογίας, θα αρχίσω την ανάπτυξή μου υπενθυμίζοντας την απόφαση της 22ας Απριλίου 1999 , με την οποία απλώς επιβεβαιώνεται η υφιστάμενη νομολογία και σύμφωνα με την οποία:
«82 Στην ιδιάζουσα αλληλουχία της επεξεργασίας των αποφάσεων περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, η αιτιολογία μιας αποφάσεως πρέπει να θεωρείται επαρκής εφόσον το κράτος-αποδέκτης συνεργάστηκε στενά στη διαδικασία επεξεργασίας της αποφάσεως αυτής και γνώριζε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι δεν έπρεπε να επιβαρύνει το ΕΓΤΕ με το επίδικο ποσό (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1998, C-27/94, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-5581, σκέψη 36).
83 Εν προκειμένω, εκτός από τις διευκρινίσεις που περιλαμβάνονται στη συνοπτική έκθεση, είναι σαφές ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση συνεργάστηκε στη διαδικασία καταρτίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και γνώριζε, κατά συνέπεια, τον λόγο για τον οποίο η Επιτροπή έκρινε ότι δεν όφειλε να επιβαρύνει το ΕΓΤΕ με το επίδικο ποσό. ράγματι, η ίδια η Ολλανδική Κυβέρνηση ανέφερε ότι αντηλλάγη ευρεία αλληλογραφία μεταξύ αυτής και της Επιτροπής μεταξύ των ετών 1989 και 1993.»
126. Η προσβαλλομένη απόφαση πληροί τις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης, όπως αυτές διασαφηνίζονται ιδίως με την απόφαση αυτή. ράγματι, οι ολλανδικές αρχές συνεργάστηκαν στενώς κατά την εκπόνηση της επίδικης αποφάσεως. Οι λόγοι για τους οποίους η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε έχουν δηλωθεί τόσο στα έγγραφα που τους απηύθυνε σ' αυτές η Επιτροπή όσο και στη συνοπτική έκθεση και εκτεθεί στην Ολλανδική Κυβέρνηση στο πλαίσιο της διαδικασίας συμβιβασμού. Ομοίως, διασαφηνίστηκαν από την Επιτροπή τα στοιχεία επί των οποίων αυτή στηρίχθηκε για να υπολογίσει το ποσό της επινεχθείσας διορθώσεως, δηλαδή τα αριθμητικά στοιχεία που κοινοποιήθηκαν από τις ολλανδικές αρχές και την επιχείρηση DMV Campina αναφορικά με τα οικονομικά έτη 1993 έως 1995 και, ελλείψει κοινοποιήσεως, εκτίμηση ως προς την παραγωγή της EMST για το οικονομικό έτος 1992.
127. Βεβαίως, η αιτιολογία αυτή δεν έπεισε τις ολλανδικές αρχές, ούτε κι εμένα, καθόσον αφορά τα περιέχοντα ΘΑΑ καζεϊνικά άλατα, τούτο όμως ουδεμία έχει σχέση με την ύπαρξη αιτιολογίας, που αναμφισβήτητα υφίσταται εν προκειμένω, εάν, όπως τούτο είναι θεμιτό, ανατοποθετηθεί η απόφαση στην αλληλουχία που υφίστατο κατά την έκδοσή της. Επομένως, αυτός ο τελευταίος λόγος πρέπει, κατά την άποψή μου, να απορριφθεί.
128. Ανασυνθέτοντας τα διάφορα συμπεράσματα στα οποία κατέληξα κατά την εξέταση των διαφόρων λόγων που προεβλήθησαν από την Ολλανδική Κυβέρνηση, διαπιστώνω ότι ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως δικαιολογείται μόνο στο μέτρο που απορρίφθησαν, για ποσό ύψους 32 746 529 NLG, οι δαπάνες που αντιστοιχούσαν στη χορηγηθείσα για τα περιέχοντα ΘΑΑ καζεϊνικά άλατα.
129. Τούτο με κάνει να θεωρήσω, προκειμένου περί των δικαστικών εξόδων, ότι, δεδομένου ότι έκαστος των διαδίκων ηττήθηκε όσον αφορά τα αιτήματά του, πρέπει να αποφασισθεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και η Επιτροπή θα φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα, η δε Γαλλική Δημοκρατία, παρεμβαίνουσα, πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα.
ρόταση
130. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι:
- ακυρώνει την απόφαση της Επιτροπής της 3ης Φεβρουαρίου 1999, που κοινοποιήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1999, σχετικά με την εκκαθάριση λογαριασμών των κρατών μελών για τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο ροσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1995, στο μέτρο που με την απόφαση αυτή αποκλείεται από τη χρηματοδότηση των δηλωθεισών από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δαπανών για τη χορήγηση ενισχύσεως για την παραγωγή αποκορυφωμένου γάλακτος που έχει μεταποιηθεί σε καζε_νη και καζεϊνικά άλατα, ποσό ύψους 32 746 529 NLG, καθόσον αφορά τα περιέχοντα ΘΑΑ καζεϊνικά άλατα·
- να απορρίψει κατά τα λοιπά την προσφυγή·
- το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Επιτροπή και η Γαλλική Δημοκρατία φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy