Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Με διάταξη που περιήλθε στις 19 Απριλίου 1999, το Bundessozialgericht (Γερμανία) υπέβαλε στο Δικαστήριο - στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ μιας διακινουμένης εργαζομένης και της γερμανικής διοικήσεως κοινωνικής ασφαλίσεως - προδικαστικό ερώτημα που αφορά την ενδεχόμενη εξομοίωση, για τους σκοπούς της χορηγήσεως παροχής γήρατος, μιας περιόδου κατά την οποία μισθωτός εργαζόμενος ασχολήθηκε με την ανατροφή τέκνου εντός κράτους μέλους εκτός της Γερμανίας προς την πραγματική «περίοδο ανατροφής τέκνων» («Kindererziehungszeit»), για την οποία η γερμανική κοινωνική νομοθεσία θεωρεί ότι έχουν καταβληθεί υποχρεωτικές εισφορές ασφαλίσεως γήρατος.
Εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία
2. Το γερμανικό σύστημα συντάξεων επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη, στο πλαίσιο της ασφαλίσεως γήρατος, οι περίοδοι τις οποίες ο εργαζόμενος έχει αφιερώσει αποκλειστικώς στην ανατροφή των τέκνων. Δυνάμει των άρθρων 56, παράγραφος 1 και 249 του βιβλίου VI του Sozialgesetzbuch (στο εξής: SGB VI), της 18ης Δεκεμβρίου 1989, οι υποχρεωτικές εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως που αφορούν την «περίοδο ανατροφής τέκνων» («Kindererziehungszeit») θεωρούνται ως καταβληθείσες κατά τα τρία πρώτα έτη του βίου του τέκνου, εφόσον έχει γεννηθεί μετά την 1η Ιανουαρίου 1992 ή κατά το πρώτο έτος, αν γεννηθεί πριν από την ημερομηνία αυτή. Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 57 του SGB VI, η περίοδος ανατροφής τέκνων που εκτείνεται μέχρι της συμπληρώσεως του δέκατου έτους της ηλικίας του θεωρείται ότι «λαμβάνεται υπόψη ως περίοδος» υπό την προϋπόθεση ότι, και κατά την περίοδο αυτή, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις αναγνωρίσεως «περιόδου ανατροφής τέκνων». Έχει σημασία να υπογραμμισθεί ότι οι εν λόγω εισφορές έχουν αφηρημένο χαρακτήρα υπό την έννοια ότι ο συνυπολογισμός των περιόδων δεν εξαρτάται από την προϋπόθεση της πραγματικής τους καταβολής πριν ή μετά τις περιόδους που αφιερώνονται στην ανατροφή τέκνων: συγκεκριμένα, το δικαίωμα συντάξεως γήρατος μπορεί να αποκτηθεί μέσω της σωρεύσεως μόνο των αφηρημένων εισφορών που αφορούν τις περιόδους που έχουν αφιερωθεί στην ανατροφή τέκνου, χωρίς να έχει ασκηθεί καμία επαγγελματική δραστηριότητα πριν ή μετά από τις περιόδους αυτές.
3. Το κοινωνικό πλεονέκτημα που προβλέπεται από τη γερμανική νομοθεσία αντιστοιχεί σε επιλογές πολιτικής που αφορούν την οικογένεια και σκοπούν στο να παρασχεθεί στον εργαζόμενο η δυνατότητα να ασχολείται με την ανατροφή των τέκνων του, χωρίς ως εκ τούτου να θίγονται τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα. Υπό το πρίσμα αυτό, η ανατροφή τέκνων αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως μια παροχή γενικού συμφέροντος και η περίοδος που είναι αφιερωμένη σ' αυτήν συνιστά αυτοτελή πηγή συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, αυτό δε ιδίως για να διασφαλισθεί η ίση μεταχείριση των δραστηριοτήτων που ασκούνται στο πλαίσιο της οικογένειας και εκτός της οικογενειακής εστίας.
4. Ο συνυπολογισμός των περιόδων που έχουν αφιερωθεί στην ανατροφή των τέκνων εξαρτάται εξάλλου, κατά το γερμανικό δίκαιο, από ένα κριτήριο εδαφικού χαρακτήρα. ράγματι, κατά το προπαρατεθέν άρθρο 56, παράγραφος 1, του SGB VI, προκειμένου ο γονέας να μπορεί να τύχει του κοινωνικού πλεονεκτήματος, η ανατροφή των τέκνων πρέπει να έχει πραγματοποιηθεί στο γερμανικό έδαφος ή, τουλάχιστον, να εξομοιώνεται προς ανατροφή αυτού του είδους. Η ανατροφή έχει πραγματοποιηθεί στη Γερμανία όταν ο γονέας είχε στη χώρα αυτή τη συνήθη κατοικία του μαζί με το τέκνο του. Η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου διευκρινίζει ότι η ανατροφή των τέκνων εξομοιούται προς ανατροφή στο έδαφος της Γερμανίας «όταν ο αναλαβών την ανατροφή γονέας έχει τη συνήθη κατοικία του μαζί με το τέκνο, στην αλλοδαπή και κατά τη διάρκεια της ανατροφής ή ευθύς πριν από τη γέννηση του τέκνου έχει συμπληρώσει περιόδους ασφαλίσεως στην αλλοδαπή, λόγω εργασίας του εκεί ως μισθωτού ή ως αυτοτελώς απασχολούμενου».
Εφαρμοστέα κοινοτική ρύθμιση
5. Υπενθυμίζω προπάντων ότι το άρθρο 48, παράγραφοι 1 και 2, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 39, παράγραφοι 1 και 2 ΕΚ) διασφαλίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας. Η ελευθερία αυτή «συνεπάγεται την κατάργηση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας». Εξάλλου, το άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 42 ΕΚ) προβλέπει ότι το Συμβούλιο λαμβάνει «στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως τα αναγκαία μέτρα για την εγκαθίδρυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων».
6. Όπως είναι παγκοίνως γνωστό, η θεμελιώδης κοινοτική πράξη στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων είναι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας , όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου της 2ας Ιουνίου 1983 , και όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε επανειλημμένα. Μεταξύ των εν λόγω τροποποιήσεων, ο κανονισμός ΕΟΚ 2195/91 του Συμβουλίου της 25ης Ιουνίου 1991 αφορά εμμέσως την παρούσα υπόθεση.
7. Ο κανονισμός 1408/71, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, αυτού, ισχύει «για μισθωτούς ή μη μισθωτούς που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη», περιλαμβανομένων των μεθοριακών εργαζομένων τους οποίους το άρθρο 1, στοιχείο β_, ως εργαζομένους που ασκούν την επαγγελματική τους δραστηριότητα στο έδαφος ενός κράτους μέλους και κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, όπου επιστρέφουν, καταρχήν, «κάθε ημέρα ή τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα». Το άρθρο 4 διευκρινίζει, ως προς το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής, ότι ο κανονισμός 1408/71 ισχύει για τις νομοθεσίες που αφορούν τους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως, μεταξύ άλλων, ως «παροχές γήρατος» και «οικογενειακές παροχές», οι δεύτερες δε αυτές νοούνται ως παροχές σε είδος ή σε χρήμα προορισμένες να αντισταθμίσουν τα οικογενειακά βάρη. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως τίθεται με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71: «τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη, και για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού, υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του, υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του [...] κανονισμού». Ο παράνομος χαρακτήρας των ρητρών κατοικίας διευκρινίζεται εξάλλου σαφώς στο άρθρο 10, παράγραφος 1: «εκτός άλλων ο παρών κανονισμός προβλέπει άλλως, οι εις χρήμα παροχές αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων, οι συντάξεις εργατικών ατυχημάτων ή επαγγελματικής ασθενείας και τα επιδόματα θανάτου που αποκτώνται δυνάμει της νομοθεσίας ενός η περισσοτέρων κρατών μελών δεν δύνανται να υποστούν καμία μείωση, τροποποίηση, αναστολή, κατάργηση, κατάσχεση επειδή ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλο από εκείνο, όπου εβρίσκεται ο φορέας οφειλέτης». Τέλος, υπενθυμίζω ότι, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο α_, του κανονισμού 1408/71, «πρόσωπα για τα οποία ισχύει ο [...] κανονισμός υπόκεινται στη νομοθεσία ενός μόνου κράτους μέλους» και ότι «το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού, ακόμη και να κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους».
8. Το παράρτημα VI του κανονισμού 1408/71 (όπως έχει κωδικοποιηθεί) περιέχει τις ειδικές περιπτώσεις εφαρμογής των νομοθεσιών ορισμένων κρατών μελών. Όσον αφορά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το παράρτημα αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, σημείο 12, στοιχείο β_, σημείο V, του κανονισμού 2195/91, το οποίο πρόσθεσε - «με ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 1996» - στην επικεφαλίδα «Γ. Γερμανία», το σημείο 19, το οποίο διευκρινίζει τα εξής: «η περίοδος ασφάλισης για ανατροφή παιδιών σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία ισχύει ακόμη και για την περίοδο κατά την οποία ο υπόψη μισθωτός εργαζόμενος ανέτρεφε το παιδί του σε άλλο κράτος μέλος, εφόσον αυτός ο μισθωτός εργαζόμενος δεν μπορεί να ασκήσει την εργασία του δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, του Mutterschutzgesetz (νόμου για την προστασία της μητρότητας) ή εφόσον έλαβε γονική άδεια σύμφωνα με το άρθρο 15 του Bundeserziehungsgeldgesetz (νόμου περί χορηγήσεως επιδόματος και αδείας ανατροφής) και δεν άσκησε δευτερεύουσας σημασίας εργασία (geringfügig) κατά την έννοια του άρθρου 8 του κοινωνικού κώδικα SGB IV».
Τα περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης
9. Η Elsen, γερμανικής ιθαγένειας, μετέφερε την κατοικία της τον Μάιο του 1981 από τη Γερμανία στη Γαλλία, όπου ζει έκτοτε μονίμως με το σύζυγό της και τον γιό της ο οποίος γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1984 στη Γερμανία. Μέχρι τον Μάρτιο του 1985 άσκησε στη Γερμανία επαγγελματική δραστηριότητα υποκείμενη σε υποχρεωτική ασφάλιση μετά δε τη μεταφορά της κατοικίας της στη Γαλλία (Μάιος 1981) απέκτησε την ιδιότητα της μεθοριακής εργαζομένης. H επαγγελματική δραστηριότητα της Elsen διακόπηκε κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Ιουλίου 1984 και Φεβρουαρίου 1985, λόγω άδειας μητρότητας συνδεόμενης με τη γέννηση του γιού της τον Αυγούστου του 1984. Από τον Μάρτιο του 1985, η Elsen δεν άσκησε πλέον καμία επαγγελματική δραστηριότητα υποκείμενη σε υποχρεωτική ασφάλιση, ούτε στη Γερμανία ούτε στη Γαλλία.
10. Το Σεπτέμβριο του 1994, η Elsen υπέβαλε το Bundesversicherungsanstalt für Angestellte (ομοσπονδιακό φορέα ασφαλίσεως υπαλλήλων), με έδρα το Βερολίνο, αίτηση με την οποία ζήτησε να λάβει υπόψη ως περίοδο ασφαλίσεως την «περίοδο ανατροφής τέκνων» που περιλαμβάνεται μεταξύ της 1ης Σεπτεμβρίου 1984 και της 31ης Αυγούστου 1985, καθώς και την «περίοδο που λαμβάνεται υπόψη» ως περίοδος ανατροφής τέκνου μεταξύ της 22ας Αυγούστου 1984 και της 31ης Αυγούστου 1994. Ο αρμόδιος ασφαλιστικός φορέας απέρριψε την αίτηση αυτή με απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 1995, η οποία επιβεβαιώθηκε με μεταγενέστερη απόφαση που εκδόθηκε επί διοικητικής ενστάσεως στις 21 Αυγούστου 1996.
11. Η προσφυγή την οποία άσκησε η ενδιαφερομένη κατά της οριστικής απορριπτικής απόφασεως της αιτήσεώς της αναγνωρίσεως απορρίφθηκε με απόφαση της 11ης Αυγούστου 1997 του Sozialgericht Berlin. Η Elsen άσκησε ευθεία «Revision» κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Bundessozialgericht, ζητώντας του να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και να αναγνωρίσει την περίοδο ανατροφής και την περίοδο που λαμβάνεται υπόψη ως περίοδος ανατροφής.
Το προδικαστικό ερώτημα
12. Στην διάταξη περί παραπομπής που περιήλθε στις 19 Απριλίου 1999, το Bundessozialgericht ζητεί κατ' ουσίαν από το Δικαστήριο να αποφανθεί μέσω εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως και να διευκρινίσει αν το ευρωπαϊκό δίκαιο επιβάλλει τον συνυπολογισμό περιόδου που αφιερώθηκε στην ανατροφή τέκνου (Kindererziehungszeit), κατά την έννοια του γερμανικού δικαίου που ίσχυε πριν από την 1η Ιανουαρίου 1986, όταν η ανατροφή του τέκνου έχει γίνει μεν σε άλλο κράτος μέλος, στην προκειμένη περίπτωση στη Γαλλία, πλην όμως ο ασχοληθείς με την ανατροφή γονέας ασκούσε στη Γερμανία, μέχρι την έναρξη της περιόδου προστασίας της μητρότητας καθώς και μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας ως μεθοριακός εργαζόμενος, δραστηριότητα υποκείμενη στην υποχρεωτική ασφάλιση.
13. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει το λόγο για τον οποίο το προδικαστικό ερώτημα που υποβάλλει στο δικαστήριο θα πρέπει να θεωρηθεί χρήσιμο για τη λύση που πρέπει να δοθεί στην υπόθεση της κύριας δίκης. Επισημαίνει συναφώς ότι ο γερμανικός ασφαλιστικός φορέας απέρριψε την αίτηση της ενδιαφερομένης για να περιληφθεί στον υπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως η περίοδος ενός έτους που αφιερώθηκε στην ανατροφή του γιού της και η περίοδος των δέκα ετών που πρέπει να ληφθούν υπόψη λόγω της ανατροφής αυτής για τον λόγον ότι η εφαρμοστέα γερμανική νομοθεσία απαιτούσε κατά τον χρόνο των περιστατικών η ανατροφή του τέκνου να έχει γίνει στο γερμανικό έδαφος ή ο ενδιαφερόμενος γονέας να κατοικεί στη Γερμανία, ενώ, εν προκειμένω, ο ενδιαφερόμενος γονέας (η Elsen) κατοικούσε στη Γαλλία με τον σύζυγό της από τον Μάιο του 1981, όπου και ανέθρεψε το γιό της οπότε η ανατροφή αυτή δεν μπορούσε να θεωρηθεί εξομοιούμενη προς ανατροφή εντός της Γερμανίας. Επομένως, δεν συνέτρεχε μια θεμελιώδης προϋπόθεση χορηγήσεως του εν λόγω κοινωνικού πλεονεκτήματος, το οποίο έχει αναντιρρήτως εδαφικό χαρακτήρα. Αν η προϋπόθεση αυτή συνήδε προς το κοινοτικό δίκαιο, η απόρριψη της αιτήσεως της ενδιαφερομένης θα ήταν νόμιμη, ενώ, σε διαφορετική περίπτωση, η εν λόγω απόρριψη θα έπρεπε να κριθεί παράνομη και η ενδιαφερομένη θα δικαιούνταν να τύχει του αναλογούντος σ' αυτήν κοινωνικού πλεονεκτήματος.
14. Υπό το πρίσμα του αιτούντος δικαστηρίου, οι διατάξεις που προβλέπονται στο σημείο 19 της επικεφαλίδος Γ του παραρτήματος VI του κανονισμού 1408/71, σημείο που προστέθηκε με τον κανονισμό 2195/91 από την 1η Ιανουαρίου 1986, ουδόλως επηρεάζουν τη λύση της διαφοράς της κύριας δίκης. Συγκεκριμένα, η περίοδος ανατροφής του τέκνου της αιτούσας ανάγεται στη διάρκεια των δύο ετών που προηγήθηκαν της ημερομηνίας αυτής (από την 1η Σεπτεμβρίου 1984 έως τις 31 Αυγούστου 1995), η δε δεκαετής περίοδος αυτής της ανατροφής που λαμβάνεται υπόψη άρχισε στις 22 Αυγούστου 1984, δηλαδή πολύ πριν, και αυτή επίσης, από την έναρξη ισχύος της νέας ρυθμίσεως. Επιπλέον, ακόμη και αν δεν ληφθούν υπόψη οι εκτιμήσεις αυτές το αίτημα της ενδιαφερομένης δεν θα μπορούσε να γίνει πλήρως δεκτό δυνάμει αυτής της ρυθμίσεως. Συγκεκριμένα, όπως εξηγεί το ίδιο το αιτούν δικαστήριο «το άρθρο 6 του Mutterschutzgesetz (νόμου για την προστασία της μητρότητας και γυναικών που ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα) [...] δεν έχει εφαρμογή [...] παρά μόνον επί των προσώπων τα οποία ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα (πράγμα που συνέβαινε στην αιτούσα μόνο μέχρι τον Μάρτιο του 1985)». Εξάλλου, «δυνάμει του άρθρου 15 του Bundeserziehungsgeldgesetz (νόμου περί χορηγήσεως επιδόματος και αδείας ανατροφής) δυνατότητα λήψεως γονικής αδείας υπήρχε μόνο μετά την 1η Ιανουαρίου 1986, ημερομηνία ενάρξεως της ιχύος του εν λόγω νόμου».
Η απάντηση στο ερώτημα
Νομικό πλαίσιο του προβλήματος που θέτει το αιτούν δικαστήριο
15. ροκειμένου να εξακριβωθούν οι κοινοτικές διατάξεις που το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει, σημασία έχει προπάντων να προσδιοριστεί το χρονικό διάστημα το οποίο πρέπει να ληφθεί υπόψη για να χαρακτηριστεί η κατάσταση, έναντι της εν λόγω ασφαλίσεως, ενός εργαζομένου ο οποίος βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με την προσφεύγουσα της κύριας δίκης. Επισημαίνω συναφώς ότι, κατά τη διάταξη περί παραπομπής, η Elsen άσκησε επαγγελματική δραστηριότητα στη Γερμανία μέχρι το Μάρτιο του 1985, η δραστηριότητα δε αυτή διακόπηκε μεταξύ Ιουλίου του 1984 και Φεβρουαρίου του 1985, ήτοι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο μετά τη γέννηση του τέκνου της, έτυχε άδειας μητρότητας που προβλέπεται από τη γερμανική νομοθεσία. Η γέννηση του τέκνου της και η επακόλουθη αναγκαιότητα φροντίδας της ανατροφής αποτελούν το έρεισμα της αιτήσεως με την οποία η ενδιαφερομένη ζήτησε από τον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα τον Σεπτέμβριο του 1994 να αναγνωρίσει, ως περιόδους ασφαλίσεως, την «περίοδο ανατροφής τέκνων» που περιλαμβάνεται μεταξύ 1ης Σεπτεμβρίου 1984 και 31ης Αυγούστου 1985, καθώς και την «περίοδο που λαμβάνεται υπόψη» για την ανατροφή τέκνων από τις 22 Αυγούστου 1984 έως τις 31 Αυγούστου 1994. Κατά συνέπεια, η περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον προσδιορισμό των εφαρμοστέων διατάξεων στην περίπτωση που αποτελεί το αντίκειμενο της υποθέσεως της κύριας δίκης, καθώς και όλες τις ανάλογες καταστάσεις, είναι αυτή που αρχίζει να μετράει από τη γέννηση του τέκνου της Elsen, τον Αύγουστο του 1994, τούτο δε διότι μόλις από το χρονικό αυτό σημείο συγκεκριμενοποιούνται οι αξιώσεις του οικείου εργαζομένου έναντι της γερμανικής διοικήσεως κοινωνικής ασφαλίσεως.
16. Κατόπιν αυτού, σημασία έχει στη συνέχεια να διευκρινιστεί ποια είναι η ιδιότητα του εργαζομένου που βρίσκεται στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν η προσφεύγουσα της κύριας δίκης τον Αύγουστο του 1984. Κατά τη γέννηση του γιού της, η Elsen είχε αναμφισβήτητα την ιδιότητα του «μεθοριακού εργαζομένου» κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο β_, του κανονισμού 1408/71: πράγματι, απασχολούνταν το γερμανικό έδαφος και κατοικούσε στο γαλλικό έδαφος, όπου επέστρεφε «κάθε ημέρα ή τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα». Το στοιχείο αυτό δεν αμφισβητείται ούτε από την Επιτροπή ούτε από τις κυβερνήσεις που παρενέβησαν στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως. Επομένως, τον Αύγουστο του 1984, η Elsen υπήγετο στην κοινωνική νομοθεσία της ομοσπονδιακής δημοκρατίας της Γερμανίας, της οποίας είχε την ιθαγένεια, δεδομένου ότι πληρούνταν κατ' αυτόν τον τρόπο οι δύο προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, αυτού (υπαγωγή στη νομοθεσία κράτους μέλους και ιθαγένεια κράτους μέλους) . Η υπομνησθείσα ανωτέρω διάταξη του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο α_, του κανονισμού 1408/71, κατά την οποία «το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού» είχε επομένως εφαρμογή επ' αυτής. Κατά συνέπεια, κατά την ημερομηνία του συνυπολογισμού, δηλαδή τον Αύγουστο του 1984, ο εργαζόμενος που βρισκόταν στην κατάσταση της Elsen υπήγετο αποκλειστικά στο γερμανικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, μολονότι κατοικούσε σε άλλο κράτος μέλος.
17. Έχει σημασία να επαληθευθεί σ' αυτό το στάδιο αν ο συνυπολογισμός των αφηρημένων υποχρεωτικών εισφορών που προβλέπονται από τα άρθρα 56, 57 και 249 του SGB VI για τις περιόδους που αφιερώνονται από τον γονέα στην ανατροφή των τέκνων εμπίπτει, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, στις «παροχές γήρατος» ή στις «οικογενειακές παροχές», νοουμένων των δευτέρων ως παροχών σε είδος ή σε χρήμα προορισμένων να αντισταθμίσουν τα οικογενειακά βάρη. Το αιτούν δικαστήριο αφήνει ανοιχτό αυτό το ζήτημα, υπό την έννοια ότι δεν δέχεται ούτε τη μια ούτε την άλλη ερμηνεία: καθόσον με αφορά, θεωρώ ότι το εν λόγω κοινωνικό πλεονέκτημα μπορεί συγχρόνως να χαρακτηρισθεί ως παροχή γήρατος και ως οικογενειακή παροχή. Το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης προέβλεψε τον συνυπολογισμό αφηρημένων εισφορών στο πλαίσιο του συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως γήρατος δεν αποκλείει πράγματι, κατ' εμέ, αυτό το είδος συνυπολογισμού να μπορεί να θεωρηθεί επίσης ως κοινωνικό πλεονέκτημα προορισμένο να αντισταθμίσει τα οικογενειακά βάρη, τούτο δε διότι το εν λόγω πλεονέκτημα, αφενός, εντάσσεται στο πλαίσιο της υποχρεωτικής ασφαλίσεως γήρατος, υλοποιούμενο μέσω ενός μηχανισμού συνυπολογισμού αφηρημένων εισφορών για περιόδους που ο ασφαλισμένος αφιέρωσε εξ ολοκλήρου στην ανατροφή των τέκνων του και, αφετέρου, εκφράζει μια μορφή οικονομικής στηρίξεως που το κράτος παρέχει στον εργαζόμενο για να αντισταθμίσει τα οικογενειακά του βάρη. Είναι αλήθεια ότι το πλεονέκτημα αυτό διακρίνεται από το επίδομα ανατροφής που προβλέπεται και διέπεται από τον Bundeserziehungsgeldgesetz, διότι, όπως έχει ήδη δεχθεί το Δικαστήριο, συνιστά χρηματική παροχή, μη ανταποδοτικής φύσεως, που καταβάλλεται στον εργαζόμενο που είναι επιφορτισμένος με τη φροντίδα και την ανατροφή συντηρούμενου τέκνου και ο οποίος, για τον λόγο αυτό, δεν ασκεί καμία επαγγελματική δραστηριότητα με πλήρες ωράριο . Εντούτοις, είναι επίσης αληθές ότι επιδιώκει τον ίδιο σκοπό οικογενειακής πολιτικής, ο οποίος είναι ακριβώς αυτός του επιδόματος ανατροφής και καθιστά δυνατό στον εργαζόμενο να αφιερωθεί πλήρως στην ανατροφή των τέκνων του, χωρίς να είναι αντιμέτωπος με υπερβολικές οικονομικές ανάγκες, διατηρώντας συγχρόνως κατάλληλο εισόδημα και σταθερή κατάσταση από απόψεως ασφαλίσεως, πράγμα που επιτυγχάνεται με αφηρημένες εισφορές . Εν πάση περιπτώσει, το εν προκειμένω κοινωνικό πλεονέκτημα εμπίπτει, τόσο από τον σκοπό του όσο και από τις προϋποθέσεις χορηγήσεώς του, στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 .
18. Είναι αναντίρρητο ότι η απόλαυση του κοινωνικού πλεονεκτήματος εργαζομένου που βρίσκεται στην κατάσταση της προσφεύγουσας της κύριας δίκης περιορίζεται συνεπεία της εδαφικού χαρακτήρα προϋποθέσεως του άρθρου 56, παράγραφος 1, του SGB VI. ράγματι, η προϋπόθεση αυτή εξαρτά την απόλαυση του κοινωνικού πλεονεκτήματος από το γεγονός ότι η ανατροφή των τέκνων πραγματοποιείται στο γερμανικό έδαφος εξομοιώνεται προς ανατροφή αυτού του είδους. Αυτό σημαίνει ότι ο γονέας που έχει αναλάβει την ανατροφή πρέπει να έχει τη συνήθη κατοικία του, μαζί με το τέκνο, στη Γερμανία, ή να έχει τη συνήθη κατοικία του στην αλλοδαπή, ασκώντας όμως εκεί - κατά τη διάρκεια της ανατροφής ή πριν από τη γέννηση του τέκνου - επαγγελματικές δραστηριότητες υποκείμενες σε υποχρεωτική ασφάλιση (άρθρο 56, παράγραφος 3, του SGB VI). Εν προκειμένω, η προπαρατεθείσα προϋπόθεση είχε ως συνέπεια την αδυναμία ενός εργαζομένου όπως η Elsen να μην απολαύει, για την περίοδο ανατροφής τέκνου, του συνυπολογισμού των αφηρημένων υποχρεωτικών εισφορών ασφαλίσεως γήρατος που προβλέπεται από το γερμανικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως στο οποίο υπάγεται ο εργαζόμενος αυτός. ράγματι, η Elsen κατοικούσε με το γιό της όχι στη Γερμανία, αλλά στη Γαλλία, όπου δεν ασκούσε πάντως καμία επαγγελματική δραστηριότητα αυτού του είδους. Επομένως, μπορεί να λεχθεί ότι μια εδαφική προϋπόθεση αυτού του είδους συνεπάγεται την απώλεια του κοινωνικού πλεονεκτήματος για την ενδιαφερομένη συνεπεία του γεγονότος ότι η περίοδος που αυτή αφιέρωσε στην ανατροφή του γιού της στη Γαλλία δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της συντάξεως γήρατος της οποίας δικαιούται δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας.
19. Μπορώ να συνθέσω αυτό που εξέθεσα ανωτέρω ως εξής: τον Αύγουστο του 1984, ένας μεθοριακός εργαζόμενος που κατοικούσε στη Γαλλία και εργαζόταν στη Γερμανία, όπου ήταν κανονικά εγγεγραμμένος στην υποχρεωτική ασφάλιση γήρατος, δεν μπόρεσε να απολαύσει ενός κοινωνικού πλεονεκτήματος που χαρακτηρίζεται ως κοινωνική παροχή και προβλέπεται από το γερμανικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως γήρατος για τον λόγο και μόνο ότι δεν είχε κατοικία στο γερμανικό έδαφος.
Είναι χρήσιμο να διερωτηθούμε σ' αυτό το στάδιο αν μια κατάσταση αυτού του είδους συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο.
Οι υποστηριχθείσες απόψεις κατά την έγγραφη διαδικασία
20. Η Επιτροπή και η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρούν ότι η προεκτεθείσα κατάσταση δεν είναι ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο. Η δυνατότητα εξαρτήσεως του οφέλους ορισμένων παροχών από κριτήρια εδαφικής φύσεως ανήκει πράγματι στην εξουσία των κρατών στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως ενόψει της πραγματοποιήσεως των κοινωνικών και χρηματοοικονομικών σκοπών που επιδιώκουν τα εθνικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Η Επιτροπή επισημαίνει επιπλέον ότι η παρούσα περίπτωση έχει καθαρά εσωτερικό χαρακτήρα, διότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης είναι Γερμανίδα υπήκοος που επιδιώκει να αποκτήσει κοινωνικό πλεονέκτημα που προβλέπεται και ρυθμίζεται από την κοινωνική νομοθεσία του κράτους του οποίου είναι υπήκοος.
21. Η Ισπανική Κυβέρνηση κλίνει αντιθέτως υπέρ της απόψεως ότι είναι ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο η κατάσταση ενός εργαζομένου που είναι πανομοιότυπη προς αυτήν της Elsen. Συγκεκριμένα, η κατάσταση αυτή είναι αντίθετη προς τα κριτήρια χορηγήσεως των κοινωνικών πλεονεκτημάτων που προβλέπονται από τον κανονισμό 1408/71 και, ειδικότερα, προς την αρχή της έλλειψης νομιμότητας κάθε προϋποθέσεως που περιορίζει τα πλεονεκτήματα αυτά λόγω του τόπου της κατοικίας. Η Ισπανική Κυβέρνηση επισημαίνει γενικότερα ότι, ενόψει της κοινοτικής πτυχής - και όχι μόνον εσωτερικής - που παρουσιάζει, μια κατάσταση αυτού του είδους είναι ασυμβίβαστη προς την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των διακινουμένων εργαζομένων, του άρθρου 48 της Συνθήκης.
Η γνώμη μου
22. Όπως ορθώς επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, η παρούσα υπόθεση δεν είναι καθαρά εσωτερικού χαρακτήρα. Αφορά πράγματι την κατάσταση μεθοριακού εργαζομένου ο οποίος, στο κράτος όπου εργάζεται, προσκρούει σε άρνηση χορηγήσεως ενός κοινωνικού πλεονεκτήματος για τον λόγο ότι κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος. Επομένως, υφίσταται συνδετικό στοιχείο με μια κατάσταση (αυτή του μεθοριακού εργαζομένου) που θεωρείται από το κοινοτικό δίκαιο ως πηγή δικαιωμάτων του διακινουμένου εργαζομένου έναντι του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται, οπότε εφαρμοστέες εν προκειμένω είναι τόσο οι διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσωπών όσο και αυτές του κανονισμού 1408/71. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει παραπομπή στη νομολογία κατά την οποία «οι διατάξεις της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων δεν μπορούν να εφαρμοστούν σε δραστηριότητες των οποίων όλα τα στοιχεία έχουν σχέση με ένα και μόνον κράτος μέλος» .
23. Κατόπιν αυτού, θεωρώ πειστική την άποψη που υποστηρίζει η Επιτροπή και η Γερμανική Κυβέρνηση ότι η δυνατότητα εξαρτήσεως της απολαύσεως ορισμένων κοινωνικών πλεονεκτημάτων από προϋποθέσεις εδαφικού χαρακτήρα είναι εξ ολοκλήρου της αρμοδιότητας των κρατών μελών στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως. Αναγνωρίζω συναφώς ότι, κατά το ισχύον κοινοτικό δίκαιο, «τα κράτη μέλη διατηρούν την εξουσία τους να ρυθμίζουν τα συστήματά τους κοινωνικής ασφαλίσεως» και μπορούν επομένως να καθορίζουν τις μεθόδους χρηματοδοτήσεως των συστημάτων αυτών . Έχει σημασία εντούτοις να ληφθεί επίσης υπόψη ότι, όπως σταθερά εκθέτει το Δικαστήριο, τα κράτη μέλη οφείλουν ωστόσο, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, να τηρούν το κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, τις διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων . Η απόλυτη αναγκαιότητα διασφαλίσεως της τηρήσεως της κοινοτικής νομιμότητας υπενθυμίστηκε εξάλλου από το Δικαστήριο επ' ευκαιρία ιδίως άλλων περιπτώσεων αρμοδιοτήτων που έχουν ανατεθεί στα κράτη μέλη . Επομένως θεωρώ ότι, εν προκειμένω, μια εθνική νομοθεσία του είδους της γερμανικής νομοθεσίας που εξέτασα δεν μπορεί, ακόμα και για λόγους χρηματοοικονομικού χαρακτήρα, να θεσπίσει παρεκκλίσεις από τον κανονισμό 1408/71 και από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων .
24. Επισημαίνω συναφώς ότι, στην νομολογία του, το Δικαστήριο είχε ερμηνεύσει το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο α_, του κανονισμού 1408/71, κατά το οποίο το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού «ακόμη και αν κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους», υπό την έννοια ότι η διάταξη αυτή θα στερούνταν από κάθε πρακτικής αποτελεσματικότητας αν η ρήτρα περί κατοικίας που επιβάλλει η νομοθεσία του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου ασκείται η έμμισθη δραστηριότητα, για τους σκοπούς της υπαγωγής στο σύστημα ασφαλίσεως που προβλέπει, μπορεί να επεκταθεί στα πρόσωπα που αφορά το άρθρο 13, παράγραφος 2, περίπτωση α_ . Η προπαρατεθείσα διάταξη στην οποία αναφέρεται το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, που αφορά την «άρση της ρήτρας κατοικίας», είναι επίσης χαρακτηριστική. ροβλέπει ότι, καταρχήν, οι κοινοτικές παροχές δεν μπορούν να θίγονται «επειδή ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους αλλού από εκείνο όπου ευρίσκεται ο φορέας οφειλέτης». Όμως, νομίζω ότι η κατάσταση της προσφεύγουσας της κύριας δίκης εμπίπτει πλήρως στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 10, παράγραφος 1, και 13, παράγραφος 2, στοιχείο α_, του κανονισμού 1408/71, εφόσον η προϋπόθεση της κατοικίας που της αντιτάσσεται παρακωλύει την δυνατότητα να τύχει ενός κοινωνικού πλεονεκτήματος το οποίο, διαφορετικά, ασφαλώς θα της αναγνωριζόταν.
25. Θεωρώ γενικότερα ότι η εν λόγω προϋπόθεση αντιβαίνει προς την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων του άρθρου 48, παράγραφος 1, της Συνθήκης, καθόσον η γερμανική νομοθεσία θέτει τους διακινούμενους εργαζομένους σε λιγότερο ευνοϊκή κατάσταση απ' ό,τι αυτούς που δεν επικαλούνται την ελεύθερη κυκλοφορία όσον αφορά τα κοινωνικά πλεονεκτήματα που μας απασχολούν. Επισημαίνω συναφώς ότι το γεγονός ότι η Elsen είναι γερμανίδα υπήκοος δεν έχει καμία επίδραση στην απάντηση που πρέπει να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα. Στις προτάσεις που ανέπτυξα στις 29 Σεπτεμβρίου 1998 στην υπόθεση Swaddling , είχα ήδη την ευκαιρία να τονίσω ότι μπορεί να συναχθεί η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ του διακινουμένου εργαζομένου και αυτού που δεν έχει κάνει χρήση της ελεύθερης κυκλοφορίας από το άρθρο 48 της Συνθήκης, ίσης μεταχειρίσεως που πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει την έννοια, ότι, πλην εξαιρέσεων προδήλως στηριζομένων στην ιθαγένεια και επομένως απαγορευμένων σε κάθε περίπτωση, συνάδει με μορφές διαφοροποιημένης μεταχειρίσεως όταν αυτές δικαιολογούνται από επιταγές που είναι σύμφωνες προς το κοινοτικό δίκαιο και τηρούν πλήρως την αρχή της αναλογικότητας . Το Δικαστήριο έχει εξάλλου κρίνει κατ' επανάληψη ότι το προπαρατεθέν άρθρο 48 συνιστά εφαρμογή μιας θεμελιώδους αρχής που καθιερώνει το άρθρο 3, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, ΕΚ), κατά το οποίο «η δράση της Κοινότητας περιλαμβάνει την εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων μεταξύ των κρατών μελών» . Υπό το πρίσμα αυτό, η Συνθήκη ΕΚ κωλύει ασφαλώς εθνικές νομοθεσίες που θέτουν σε δυσμενή μοίρα τους κοινοτικούς υπηκόους όταν αυτοί προτίθενται να ασκήσουν οικονομικές δραστηριότητες στο έδαφος κράτους μέλους: κατά συνέπεια, οι ενδεχόμενες εθνικές διατάξεις που αποθαρρύνουν έναν εργαζόμενο να ασκήσει το δικαίωμά του για ελεύθερη κυκλοφορία συνιστούν «εμπόδια στην άσκηση αυτής της ελευθερίας, έστω και αν εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της ιθαγένειας των οικείων εργαζομένων» . Κατ' εφαρμογήν αυτών των αρχών, μπορεί να θεωρηθεί ότι, εν προκειμένω, ένας εργαζόμενος που βρίσκεται στην κατάσταση της προσφεύγουσας της κύριας δίκης βλέπει να περιορίζεται ένα από τα θεμελιώδη του δικαιώματα, ήτοι αυτό της ελεύθερης κυκλοφορίας, καθόσον η πριν από την 1η Ιανουαρίου 1986 γερμανική νομοθεσία εξαρτούσε την απόλαυση ορισμένων κοινωνικών πλεονεκτημάτων προοριζομένων να διευκολύνουν την ανατροφή των τέκνων υπό την προϋπόθεση ότι η ανατροφή αυτή πραγματοποιείται στο γερμανικό έδαφος και ότι, κατά συνέπεια, ο οικείος εργαζόμενος κατοικεί στο γερμανικό έδαφος με τέκνα του.
26. Η άποψη που εξέθεσα δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς την διάταξη του σημείου 19 της επικεφαλίδας Γ του παραρτήματος VI του κανονισμού 1408/71, σημείου που προστέθηκε με τον κανονισμό 2195/91 από την 1η Ιανουαρίου 1986. Η διάταξη αυτή επιτρέπει πράγματι να ληφθεί επίσης υπόψη - στον υπολογισμό των αφηρημένων υποχρεωτικών εισφορών ασφαλίσεως γήρατος - η περίοδος κατά την οποία ο οικείος εργαζόμενος ανατρέφει τέκνο εντός άλλου κράτους μέλους, πλην όμως εξαρτά τη δυνατότητα αυτή από σαφώς καθορισμένες προϋποθέσεις: ο εργαζόμενος πρέπει πράγματι να βρίσκεται σε άδεια μητρότητας ή σε γονική άδεια και να μην έχει ασκήσει δραστηριότητα χαρακτηριζόμενη ως «δευτερεύουσας σημασίας» από τη γερμανική νομοθεσία. Όμως, νομίζω ότι η νέα διάταξη που προστέθηκε στον κανονισμό 1408/71 δεν έχει σκοπό νεωτερισμού σε σχέση με το παρελθόν, υπό την έννοια δεν προσθέτει ένα μη προβλεπόμενο μέχρι τότε κοινωνικό πλεονέκτημα, αλλά ρυθμίζει μάλλον λεπτομερώς το καθεστώς που είναι εφαρμοστέο σε μια κατάσταση η οποία, προηγουμένως, δημιούργησε ορισμένες ερμηνευτικές αμφιβολίες (όπως αποδεικνύει εξάλλου το προδικαστικό ερώτημα που μας απασχολεί). Υπό το πρίσμα αυτό, η απάντηση που προτείνω να δοθεί στο ερώτημα δεν δημιουργεί παρεμβολές στην επιλογή νομοθετικής πολιτικής στην οποία προέβη το Συμβούλιο του 1991, επιλογή η οποία, τόσο λόγω της διατυπώσεως της τροποποιήσεως όσο της υλοποιήσεώς της, δεν αφορά άμεσα την κατάσταση της προσφεύγουσας της κύριας δίκης.
ρόταση
27. Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που του υπέβαλε του αιτούν δικαστήριο ως εξής:
«Το άρθρο 48, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 39, παράγραφος 1, ΕΚ) και τα άρθρα 10, παράγραφος 1, και 13, παράγραφος 2, στοιχείο α_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπουν εθνική νομοθεσία, όπως η ισχύσασα στη Γερμανία πριν από την 1η Ιανουαρίου 1986, δυνάμει της οποίας οι περίοδοι κατά τις οποίες ένας μεθοριακός εργαζόμενος ασχολείται με την ανατροφή τέκνου λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό των αφηρημένων εισφορών υποχρεωτικής ασφαλίσεως ή γήρατος μόνον υπό την προϋπόθεση η ανατροφή του τέκνου πραγματοποιήθηκε στη Γερμανία ή εξομοιούται προς ανατροφή αυτού του είδους.»
Full & Egal Universal Law Academy