Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Νομικό και πραγματικό πλαίσιο
1 Η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), λόγω της προβαλλόμενης μη μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 96/43/ΕΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1996, για τροποποίηση και κωδικοποίηση της οδηγίας 85/73/ΕΟΚ, για τη χρηματοδότηση των υγειονομικών επιθεωρήσεων και ελέγχων των ζώντων ζώων και ορισμένων ζωικών προϋόντων, και για τροποποίηση των οδηγιών 90/675/ΕΟΚ και 91/496/ΕΟΚ (1) (στο εξής: οδηγία).
2 Η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να διασφαλίσουν, σύμφωνα με τις λεπτομερείς διατάξεις που προβλέπονται για τους διαφόρους κλάδους και δραστηριότητες, την είσπραξη κοινοτικού τέλους για τα έξοδα των υγειονομικών επιθεωρήσεων και ελέγχων των οικείων προϋόντων. Η οδηγία καθορίζει λεπτομερώς το επιτρεπόμενο ύψος των τελών, ενώ παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να διαφοροποιούν τα επιβαλλόμενα τέλη, σύμφωνα με ειδικές μεθόδους, υπό την προϋπόθεση ότι το ύψος των τελών δεν υπερβαίνει το πραγματικό κόστος των εξόδων επιθεώρησης. Η οδηγία προβλέπει επίσης την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει τα ακόλουθα όσον αφορά τον χρόνο για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη:
«Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν:
i) προς τις διατάξεις του άρθρου 7 και του κεφαλαίου Ι, σημείο 1, στοιχείο εε, του παραρτήματος Α, την 1η Ιουλίου 1996,
ii) προς τις διατάξεις του κεφαλαίου ΙΙ και του κεφαλαίου ΙΙΙ, τμήμα ΙΙ, του παραρτήματος Α και του κεφαλαίου ΙΙ του παραρτήματος Γ, την 1η Ιανουαρίου 1997,
iii) προς τις λοιπές τροποποιήσεις, την 1η Ιουλίου 1997.
Τα κράτη μέλη διαθέτουν συμπληρωματική προθεσμία μέχρι την 1η Ιουλίου 1999 για να συμμορφωθούν προς τις διατάξεις του κεφαλαίου ΙΙΙ, τμήμα Ι, του παραρτήματος Α (...).».
3 Μη έχοντας λάβει καμία ανακοίνωση περί των διατάξεων μεταφοράς της οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη, η Επιτροπή με προειδοποιητική επιστολή της 5ης Νοεμβρίου 1997 ζήτησε από την Ελληνική Δημοκρατία να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός δύο μηνών. Η επιστολή αυτή πρέπει προφανώς να εννοηθεί ως αναφερόμενη στις υποχρεώσεις τις απορρέουσες από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία i, ii και iii, της οδηγίας και όχι σε εκείνες ως προς τις οποίες η προθεσμία συμμορφώσεως καθορίστηκε για τη μεταγενέστερη ημερομηνία της 1ης Ιουλίου 1999. Η Επιτροπή δεν ικανοποιήθηκε με την απάντηση της 8ης Ιανουαρίου 1998, σύμφωνα με την οποία προετοιμαζόταν η λήψη των αναγκαίων μέτρων, και προχώρησε στις 29 Ιουλίου 1998 στην έκδοση αιτιολογημένης γνώμης, με την οποία έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία. Επειδή δεν έλαβε απάντηση, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή στις 19 Απριλίου 1999. Ως νομική βάση της προσφυγής της προβάλλει το άρθρο 4 της οδηγίας, το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 10 ΕΚ) και το άρθρο 189, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 249, παράγραφος 3, ΕΚ). Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη έχοντας θεσπίσει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθεί με την οδηγία, παρέλειψε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη και την οδηγία αυτή και να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
4 Όπως προκύπτει από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας που παραθέτει στην αρχή του δικογράφου της προσφυγής της, η Επιτροπή δεν ζητεί - ούτε είχε τέτοια δυνατότητα - αναγνωριστική απόφαση σχετικά με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κεφάλαιο ΙΙΙ, τμήμα Ι, του παραρτήματος Α της οδηγίας, ως προς τις οποίες τα κράτη μέλη διαθέτουν πρόσθετη προθεσμία μέχρι την 1η Ιουλίου 1999 για τη συμμόρφωσή τους. Καίτοι το αίτημα για αναγνώριση παραβάσεως είναι γενικώς διατυπωμένο, είναι σαφές ότι μεταγενέστερες παραβάσεις αποκλείονται από το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής (2).
5 Με το υπόμνημά της αντικρούσεως η Ελληνική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή. Επισημαίνει ότι έχει περιληφθεί διάταξη σε σχέδιο νόμου, το οποίο έχει ήδη υπογραφεί, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στους Υπουργούς Οικονομικών και Γεωργίας με κοινές αποφάσεις τους, είτε σε συμμόρφωση προς πράξεις των οργάνων της Ευρωπαϋκής Ενώσεως είτε όχι, να επιβάλλουν τέλη για τη διενέργεια υγειονομικών κτηνιατρικών επιθεωρήσεων και ελέγχων, να καθορίζουν το ύψος αυτών των τελών, τους υπόχρεους καταβολής τους, την αρμόδια για την είσπραξή τους αρχή, τους σκοπούς για τους οποίους διατίθενται, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.
6 Δεν νομίζω ότι τα στοιχεία αυτά συνιστούν την κατάλληλη αντίκρουση της προσφυγής της Επιτροπής. Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν διευκρίνισε αν η εν λόγω διάταξη ισχύει ή αν είχε τεθεί σε ισχύ κατά την εκπνοή είτε των προθεσμιών που προβλέπονται στα διάφορα τμήματα της οδηγίας για την εφαρμογή των αντιστοίχων διατάξεων είτε της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη. Ο χαρακτηρισμός της ως διατάξεως «σχεδίου νόμου» σημαίνει σαφώς το αντίθετο.
7 Δεδομένου ότι η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς κατά τη γνώμη μου ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία, εξαιρουμένου του κεφαλαίου ΙΙΙ, τμήμα Ι, του παραρτήματος Α, πρέπει να της αποδοθούν τα δικαστικά της έξοδα κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
Πρόταση
8 Βάσει των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο:
- να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει τα νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα που απαιτούνται προκειμένου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφος 1, σημεία i, ii και iii, της οδηγίας 96/43/ΕΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1996, για τροποποίηση και κωδικοποίηση της οδηγίας 85/73/ΕΟΚ, για τη χρηματοδότηση των υγειονομικών επιθεωρήσεων και ελέγχων των ζώντων ζώων και ορισμένων ζωικών προϋόντων, και για τροποποίηση των οδηγιών 90/675/ΕΟΚ και 91/496/ΕΟΚ, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη·
- να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(1) - ΕΕ 1996, L 162, σ. 1.
(2) - Βλ. απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1970, 31/69, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 243, σκέψεις 11 έως 14).
Full & Egal Universal Law Academy