Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Το αντικείμενο της προσφυγής
1. Με την υπό κρίση προσφυγή, η Επιτροπή ζητεί να διαπιστωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ ορισμένες διατάξεις σχετικά με την πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου και με την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 43 ΕΚ και άρθρο 49 ΕΚ), καθώς και από την οδηγία 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών .
ΙΙ - Το νομικό πλαίσιο
A - Το κοινοτικό δίκαιο
2. Η οδηγία 89/48 περιλαμβάνει, στο άρθρο 1, στοιχείο ζ_, τον ακόλουθο νομικό ορισμό της δοκιμασίας επάρκειας:
«[...] έλεγχος που αφορά αποκλειστικά τις επαγγελματικές γνώσεις του αιτούντος, ασκείται δε από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής με σκοπό να εκτιμηθεί η ικανότητα του αιτούντος να εξασκήσει νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα στο εν λόγω κράτος μέλος.
Για τη διενέργεια του ελέγχου αυτού, οι αρμόδιες αρχές, με βάση τη σύγκριση της εκπαίδευσης που απαιτεί το κράτος μέλος υποδοχής με την εκπαίδευση του αιτούντος, καταρτίζουν κατάλογο των τομέων γνώσεων οι οποίοι δεν καλύπτονται από το δίπλωμα, ή τον(τους) τίτλο(ους) που επικαλείται ο αιτών.
Στη δοκιμασία επάρκειας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο αιτών είναι αναγνωρισμένος επαγγελματίας στο κράτος μέλος καταγωγής ή προέλευσής του. Η δοκιμασία αυτή καλύπτει τομείς γνώσεων που επιλέγονται μεταξύ εκείνων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο και των οποίων η γνώση αποτελεί βασική προϋπόθεση για την εξάσκηση του επαγγέλματος στο κράτος μέλος υποδοχής. Η εν λόγω δοκιμασία μπορεί επίσης να καλύπτει τη γνώση της δεοντολογίας που ισχύει για τις οικείες δραστηριότητες στο κράτος μέλος υποδοχής. Οι λεπτομερείς κανόνες της δοκιμασίας επάρκειας καθορίζονται από τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους, τηρουμένων των κανόνων του κοινοτικού δικαίου.
Το νομικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται το κράτος μέλος υποδοχής ο αιτών που επιθυμεί να δοκιμαστεί για τη δοκιμασία επάρκειας στο ίδιο κράτος καθορίζεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους αυτού.»
3. Το άρθρο 3 θέτει τις αρχές που αφορούν την πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα και την άσκησή του.
4. Το άρθρο 4 της οδηγίας 89/48 επιτρέπει στο κράτος μέλος υποδοχής να εξαρτά την πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα από ορισμένες προϋποθέσεις. Η παράγραφος 1, στοιχείο α_, επιτρέπει στο εν λόγω κράτος μέλος να απαιτεί από τον αιτούντα να αποδεικνύει ότι διαθέτει επαγγελματική πείρα, όταν η διάρκεια της εκπαιδεύσεως την οποία επικαλείται είναι κατά ένα τουλάχιστον έτος κατώτερη από τη διάρκεια που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής.
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β_, επιτρέπει στο κράτος μέλος υποδοχής να απαιτήσει από τον αιτούντα να πραγματοποιήσει πρακτική άσκηση προσαρμογής ή να υποβληθεί σε δοκιμασία επάρκειας σε τρεις περιπτώσεις:
«- όταν η εκπαίδευση την οποία έχει λάβει [...] αφορά τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικούς από εκείνους που καλύπτονται από το δίπλωμα που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής, ή
- όταν [...] το νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα στο κράτος μέλος υποδοχής περιλαμβάνει μία ή περισσότερες νομοθετικά κατοχυρωμένες επαγγελματικές δραστηριότητες οι οποίες δεν υφίστανται στο νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα στο κράτος μέλος καταγωγής ή προέλευσης του αιτούντος και χαρακτηριστικό της διαφοράς αυτής είναι ειδική εκπαίδευση που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής, και που αφορά τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικούς από εκείνους που καλύπτονται από το δίπλωμα που προσκομίζει ο αιτών, ή
- όταν [...] το νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα στο κράτος μέλος υποδοχής περιλαμβάνει μία ή περισσότερες νομοθετικά κατοχυρωμένες επαγγελματικές δραστηριότητες που δεν υφίστανται στο επάγγελμα που ασκεί ο αιτών στο κράτος μέλος καταγωγής ή προέλευσης και χαρακτηριστικό της διαφοράς είναι ειδική εκπαίδευση που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής και που αφορά τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικούς από εκείνους που καλύπτονται από τον ή τους τίτλους, που προσκομίζει ο αιτών.»
5. Ως προς το ζήτημα αν ο αιτών πρέπει να πραγματοποιήσει πρακτική άσκηση προσαρμογής ή να υποβληθεί σε δοκιμασία επάρκειας, το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β_, προβλέπει τα εξής:
«Εάν το κράτος μέλος υποδοχής κάνει χρήση αυτής της δυνατότητας, οφείλει να παρέχει στον αιτούντα την επιλογή μεταξύ πρακτικής άσκησης προσαρμογής και δοκιμασίας επάρκειας. Στην περίπτωση επαγγελμάτων, η εξάσκηση των οποίων απαιτεί επακριβή γνώση του εθνικού δικαίου και ως προς τα οποία η παροχή συμβουλών ή/και συνδρομής σε θέματα εθνικού δικαίου αποτελεί ουσιώδες και σταθερό στοιχείο της άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί, κατά παρέκκλιση από την αρχή αυτή, να επιβάλλει δοκιμασία επάρκειας ή την πρακτική άσκηση προσαρμογής. Εάν το κράτος μέλος υποδοχής προτίθεται να θεσπίσει παρεκκλίσεις από την ευχέρεια επιλογής του αιτούντος και για άλλα επαγγέλματα, εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 10.»
6. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, απαγορεύει στα κράτη μέλη να απαιτούν σωρευτικά από τον αιτούντα να αποδεικνύει ότι διαθέτει επαγγελματική πείρα και να πραγματοποιήσει πρακτική άσκηση προσαρμογής ή να υποβληθεί σε δοκιμασία επάρκειας.
B - Το εθνικό δίκαιο
7. Οι ουσιώδεις διατάξεις που αφορούν την πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου και την άσκηση του επαγγέλματος αυτού στην Ιταλική Δημοκρατία περιλαμβάνονται στο Regio Decreto Legge 1578, της 27ης Νοεμβρίου 1933 (στο εξής: νομοθετικό διάταγμα του 1933). Το άρθρο 17 του διατάγματος αυτού:
«Για να εγγραφεί κάποιος στο μητρώο δικηγόρων, πρέπει:
1) να είναι Ιταλός υπήκοος ή Ιταλός από τις περιφέρειες που δεν έχουν ενωθεί πολιτικά με την Ιταλία·
[...]
4) να είναι κάτοχος διπλώματος Νομικής ("laurea in giurisprudenza") που έχει απονεμηθεί ή αναγνωριστεί από πανεπιστήμιο της Ιταλικής Δημοκρατίας·
5) να έχει εκπληρώσει, ικανοποιητικώς και ευδοκίμως, πρακτική άσκηση σε δικηγορικό γραφείο, μετέχοντας σε αστικές και ποινικές δίκες ενώπιον εφετείου ή πρωτοδικείου επί δύο τουλάχιστον συνεχώς έτη, μετά την απόκτηση του διπλώματος, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που καθορίζονται από τις διατάξεις που δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 101· ή να έχει χειριστεί υποθέσεις, κατά τη διάρκεια της ίδιας χρονικής περιόδου, ενώπιον πρωτοδικείων υπό την έννοια του άρθρου 8.
[...]
7) να έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δικαστηρίου στην οποία υπάγεται ο δικηγορικός σύλλογος στον οποίο απευθύνεται η αίτηση εγγραφής.»
8. Ο Legge 31 της 9ης Φεβρουαρίου 1982 (στο εξής: νόμος του 1982) μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία 77/249/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1977, περί διευκολύνσεως της πραγματικής ασκήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους . Το άρθρο 2 του νόμου του 1982 προβλέπει τα εξής:
«αροχή επαγγελματικών υπηρεσιών.
Τα πρόσωπα που αφορά το άρθρο 1 [οι υπήκοοι των κρατών μελών που έχουν λάβει άδεια στο κράτος μέλος προελεύσεως να ασκούν το επάγγελμα του δικηγόρου] μπορούν να ασκούν τις επαγγελματικές δραστηριότητες δικηγόρου, ενώπιον και εκτός δικαστηρίων, προσωρινώς και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που καθορίζονται στο παρόν κεφάλαιο.
Για την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του προηγουμένου εδαφίου, δεν επιτρέπεται η εγκατάσταση στην επικράτεια της Ιταλικής Δημοκρατίας ούτε δικηγορικού γραφείου ούτε κύριας ή δευτερεύουσας έδρας.»
9. Το decreto legislativo 115/1992 (στο εξής: νομοθετικό διάταγμα του 1992) αφορά τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 89/48.
10. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, του νομοθετικού διατάγματος του 1992 ορίζει τα εξής:
«Η αναγνώριση (του τίτλου επαγγελματικής εκπαιδεύσεως) εξαρτάται από την επιτυχία σε δοκιμασία επάρκειας, όσον αφορά τα επαγγέλματα του δικηγόρου, του ορκωτού λογιστή και του συμβούλου σε θέματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας.»
11. Το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, του νομοθετικού διατάγματος του 1992 ορίζει τα εξής:
«1. Η δοκιμασία επάρκειας συνίσταται σε εξέταση με σκοπό να ελεγχθούν οι επαγγελματικές και δεοντολογικές γνώσεις του αιτούντος και να εκτιμηθεί η ικανότητά του να ασκεί το επάγγελμα, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο αιτών έχει τα επαγγελματικά προσόντα στο κράτος καταγωγής ή προελεύσεώς του.
2. Οι τομείς γνώσεων που αφορούν οι εξετάσεις πρέπει να επιλέγονται σε σχέση με την κεφαλαιώδη σημασία τους για την άσκηση του επαγγέλματος.»
12. Το άρθρο 9 του νομοθετικού διατάγματος του 1992 ορίζει τα εξής:
«Με διατάγματα του αρμόδιου υπουργού, υπό την έννοια του άρθρου 11 [στην παρούσα υπόθεση: του Υπουργού Δικαιοσύνης], σε συμφωνία με τον Υπουργό Συντονισμού των Κοινοτικών ολιτικών και τον Υπουργό που είναι αρμόδιος για τα πανεπιστήμια και την επιστημονική και τεχνολογική έρευνα, κατόπιν γνωμοδοτήσεως του Συμβουλίου Επικρατείας, δημοσιεύονται γενικές διατάξεις και οδηγίες για την εφαρμογή των άρθρων 5, 6, 7 και 8, σχετικά με τα διάφορα επαγγέλματα και τις συναφείς με τα επαγγέλματα αυτά επαγγελματικές εκπαιδεύσεις.»
13. Το άρθρο 12, παράγραφοι 1, 3, 5, 6 και 7, του νομοθετικού διατάγματος του 1992 ορίζει τα εξής:
«1. Η αίτηση αναγνωρίσεως υποβάλλεται στο αρμόδιο υπουργείο, συνοδευόμενη με τη σχετική προς τα αναγνώριση πτυχία τεκμηρίωση σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 10.
[...]
3. Εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από της παραλαβής της αιτήσεως, το υπουργείο βεβαιώνεται για το αν η παρασχεθείσα τεκμηρίωση είναι πλήρης και, εν ανάγκη, πληροφορεί τον ενδιαφερόμενο για τα ενδεχομένως απαιτούμενα συμπληρωματικά έγγραφα.
[...]
5. Ο αρμόδιος υπουργός προβαίνει στην αναγνώριση εκδίδοντας διάταγμα εντός των τεσσάρων μηνών που έπονται της υποβολής της αιτήσεως ή των απαιτουμένων συμπληρωματικών εγγράφων, σύμφωνα με την παράγραφο 3 ανωτέρω.
6. Στις περιπτώσεις του άρθρου 6 ("αντισταθμιστικά μέτρα"), το διάταγμα καθορίζει τις προϋποθέσεις της πρακτικής ασκήσεως προσαρμογής ή της δοκιμασίας επάρκειας, διευκρινίζοντας τον αρμόδιο οργανισμό ή όργανο σύμφωνα με το άρθρο 15.
7. Τα διατάγματα της παραγράφου 5 ανωτέρω δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα.
[...]»
14. Το άρθρο 15, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος του 1992 προβλέπει τα εξής:
«1. Οι λεπτομέρειες εκτελέσεως και εκτιμήσεως της πρακτικής ασκήσεως προσαρμογής και της δοκιμασίας επάρκειας εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των οργανισμών και οργάνων που είναι επιφορτισμένοι με την τήρηση των επαγγελματικών καταλόγων και μητρώων.
[...]»
15. Ο legge 146, της 22ας Φεβρουαρίου 1994 (στο εξής: νόμος του 1994), ορίζει στο άρθρο 10 τα εξής:
«Οι υπήκοοι των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας εξομοιούνται προς τους Ιταλούς υπηκόους προκειμένου για την εγγραφή στα μητρώα δικηγόρων του άρθρου 17 του βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 1578, της 27ης Νοεμβρίου 1933 [...], περί των λεπτομερειών οργανώσεως του επαγγέλματος του δικηγόρου.»
ΙΙΙ - Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και η ένδικη διαδικασία
16. Επειδή θεώρησε ότι ορισμένες διατάξεις του ιταλικού δικαίου σχετικά με την πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου και την άσκησή του είναι ασυμβίβαστες προς την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, η Επιτροπή κίνησε, με το από 24 Οκτωβρίου 1997 έγγραφο οχλήσεως, τη διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 226 ΕΚ). Η Ιταλική Κυβέρνηση απάντησε με έγγραφο της 29ης Ιανουαρίου 1998. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έκρινε ότι το έγγραφο αυτό δεν διέλυε τις υποψίες ως προς την ύπαρξη παραβιάσεως της Συνθήκης, απηύθυνε στις 8 Οκτωβρίου 1998 αιτιολογημένη γνώμη στην Ιταλική Δημοκρατία, καλώντας την να λάβει τα αναγκαία μέτρα εντός προθεσμίας δύο μηνών. Η Ιταλική Κυβέρνηση απάντησε με το από 16 Δεκεμβρίου 1998 έγγραφο, στο οποίο είχαν επισυναφθεί συμπληρωματικές παρατηρήσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
17. Επειδή η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν συμμορφώθηκε προς τις υποχρεώσεις της, άσκησε, με δικόγραφο της 14ης Απριλίου 1999 που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Απριλίου 1999, προσφυγή κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας ενώπιον του Δικαστηρίου.
18. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1) να διαπιστώσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία:
- διατηρώντας, κατά παράβαση του άρθρου 59 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 49 ΕΚ), γενική απαγόρευση για τους δικηγόρους που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη, οι οποίοι ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα στην Ιταλία στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, να διαθέτουν στο κράτος αυτό την αναγκαία υποδομή για την παροχή των υπηρεσιών τους,
- εξαρτώντας, κατά παράβαση του άρθρου 52 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 43 ΕΚ), την εγγραφή ως δικηγόρου σε ιταλικό μητρώο από την κατοχή της ιταλικής ιθαγένειας και από την ύπαρξη επαγγελματικών προσόντων αποκτηθέντων αποκλειστικά στην Ιταλία, καθώς και από τη διατήρηση κατοικίας σε ιταλική δικαστική περιφέρεια,
- εφαρμόζοντας κατά τρόπο εισάγοντα δυσμενείς διακρίσεις, έναντι των δικηγόρων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, τα «αντισταθμιστικά μέτρα» (δοκιμασία επάρκειας) που προβλέπονται στο άρθρο 4 της οδηγίας 89/48,
- μεταφέροντας στο εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο ελλιπή την οδηγία 89/48, δεδομένης της ελλείψεως κανονιστικής ρυθμίσεως καθορίζουσας τις λεπτομέρειες διεξαγωγής της δοκιμασίας επάρκειας για τους δικηγόρους που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης καθώς και τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 89/48·
2) να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
IV - Εξέταση των αιτιάσεων που προέβαλε η Επιτροπή
Α - ρώτη αιτίαση: απαγόρευση της εγκαταστάσεως δικηγορικού γραφείου ή κύριας ή δευτερεύουσας έδρας
Ισχυρισμοί των διαδίκων
19. Με την πρώτη αιτίασή της, η Επιτροπή προσάπτει στην Ιταλική Δημοκρατία ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, του νόμου του 1982 αντιβαίνει προς το άρθρο 59 της Συνθήκης, καθόσον αυτή η εθνική διάταξη απαγορεύει στους δικηγόρους που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη και επιθυμούν να παρέχουν υπηρεσίες στην Ιταλία να διαθέτουν ορισμένη υποδομή σ' αυτό το κράτος μέλος.
20. Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, κατ' ουσίαν, ότι η απαγόρευση αυτή σκοπεί να εμποδίσει την καταστρατήγηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Αν δεν υφίσταται τέτοια απαγόρευση, η δικηγόροι που ασκούν απλώς το δικαίωμά τους ελεύθερης παροχής υπηρεσιών θα μπορούσαν, πράγματι, να εγκατασταθούν, με την κάλυψη κάποιας σταθερής δομής. Επιπλέον, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, ένα νομοσχέδιο (disegno di legge «Nuove disposizioni sulla professione di avvocato», στο εξής: νομοσχέδιο) προβλέπει την κατάργηση του άρθρου 2, παράγραφος 2, του νόμου του 1982. Άλλωστε, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται πλέον στην πράξη.
Εκτίμηση
21. Όπως ορθώς εκθέτει η Επιτροπή, από την απόφαση στην υπόθεση Gebhard προκύπτει σαφώς ότι η επίδικη απαγόρευση του άρθρου 2, παράγραφος 2, του νόμου του 1982 είναι αντίθετη προς την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. ράγματι, στη σκέψη 27 της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο έκρινε ότι «ο προσωρινός χαρακτήρας της παροχής δεν αποκλείει τη δυνατότητα του παρέχοντος τις υπηρεσίες [...] να διαθέτει στο κράτος μέλος υποδοχής ορισμένη υποδομή (συμπεριλαμβανομένης πλήρους εγκαταστάσεως γραφείου), στο μέτρο που η υποδομή αυτή είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση της εν λόγω παροχής».
22. Όσον αφορά τον κίνδυνο καταστρατηγήσεως, αρκεί να αναφερθεί η απόφαση στην υπόθεση Centros την οποία παραθέτει η Επιτροπή. Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο έκρινε, όσον αφορά μια γενική απαγόρευση που θεσπίστηκε προκειμένου να αποτραπεί μια καταχρηστική συμπεριφορά, ότι η απαγόρευση αυτή «εμποδίζει την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης δημιουργίας δευτερεύουσας εγκαταστάσεως, τον σεβασμό του οποίου αποσκοπούν ακριβώς να εξασφαλίσουν τα άρθρα 52 και 58 της Συνθήκης» .
23. Επομένως, η γενική απαγόρευση που απευθύνεται σε δικηγόρο εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, ο οποίος ασκεί στην Ιταλία το δικαίωμά του ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, να έχει γραφείο ή κύρια ή δευτερεύουσα έδρα στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος προσβάλλει την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
24. Έστω και αν η επίδικη απαίτηση δεν εφαρμόζεται πλέον στην πράξη, τούτο ουδόλως επηρεάζει το γεγονός ότι η διατήρηση σε ισχύ της αντίστοιχης νομικής διατάξεως συνιστά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου .
25. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, καθόσον διατήρησε σε ισχύ το άρθρο 2, παράγραφος 2, του νόμου του 1982, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 59 της Συνθήκης.
Β - Δεύτερη αιτίαση: η υποχρέωση διαμονής
26. Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση που προβάλλει με το δικόγραφο της προσφυγής η Επιτροπή, είναι σκόπιμο να εξετασθεί το σκέλος που αφορά την υποχρέωση διαμονής χωριστά από το σκέλος που αφορά την προϋπόθεση της ιθαγένειας και των προσόντων.
Ισχυρισμοί των διαδίκων
27. Η Επιτροπή βάλλει, δεύτερον, κατά της προβλεπόμενης στο άρθρο 17, παράγραφος 1, σημείο 7, του νομοθετικού διατάγματος του 1933 υποχρεώσεως των δικηγόρων να διαμένουν στην περιφέρεια του δικαστηρίου στην οποία υπάγεται ο δικηγορικός σύλλογος στο μητρώο του οποίου ζητούν να εγγραφούν. Η υποχρέωση αυτή αντιβαίνει στην ελευθερία εγκαταστάσεως του άρθρου 52 της Συνθήκης.
28. Η Ιταλική Κυβέρνηση αντιτάσσει ότι η υποχρέωση διαμονής ανταποκρίνεται σε απαιτήσεις δικαστικής οργανώσεως και διευκολύνει τους ελέγχους. άντως, στην πράξη, δεν απαιτείται πλέον κατόπιν της γνωμοδοτήσεως του Consiglio nazionale forense (εθνικό συμβούλιο δικηγόρων) 6 C/1994. Τέλος, το νομοσχέδιο προβλέπει την αντικατάσταση του κριτηρίου αυτού από το κριτήριο της επαγγελματικής κατοικίας (domicilio professionale).
29. Όσον αφορά τη διοικητική πρακτική που επικαλείται η Ιταλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ακόμη και η σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο διοικητική πρακτική δεν καλύπτει τις επιταγές της ελευθερίας εγκαταστάσεως. ρος τούτο είναι αναγκαία η τροποποίηση της επίδικης διατάξεως.
Εκτίμηση
30. Κατά παγία νομολογία, το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος εξαρτά την εγγραφή σε μητρώο, εν προκειμένω στο μητρώο του δικηγορικού συλλόγου, από την υποχρέωση να κατοικούν οι ενδιαφερόμενοι στην περιφέρεια του δικαστηρίου στην οποία υπάγεται ο δικηγορικός σύλλογος στον οποίο ζητούν την εγγραφή τους συνιστά περιορισμό στην ελευθερία εγκαταστάσεως .
31. Ακόμη και αν αποδεικνυόταν ότι η επίδικη διάταξη δεν εφαρμόζεται πλέον στην πράξη, δηλαδή ακόμη και αν δεν ληφθεί υπόψη η υποχρέωση κατοικίας, εξακολουθεί να υφίσταται παραβίαση του κοινοτικού δικαίου . ράγματι, κατά παγία νομολογία του Δικαστηρίου, παραβίαση του κοινοτικού δικαίου μπορεί να οφείλεται και στη διατήρηση σε ισχύ ασυμβίβαστης προς το κοινοτικό δίκαιο εθνικής διατάξεως.
32. Επομένως, η υποχρέωση που επιβάλλεται στους δικηγόρους να διαμένουν στη δικαστική περιφέρεια στην οποία υπάγεται ο δικηγορικός σύλλογος στον οποίο επιθυμούν να εγγραφούν αντιβαίνει προς την ελευθερία εγκαταστάσεως.
33. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, καθόσον διατήρησε σε ισχύ το άρθρο 17, παράγραφος 1, σημείο 7, του νομοθετικού διατάγματος του 1933, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 52 της Συνθήκης.
Γ - Τρίτη αιτίαση: περαιτέρω απαιτήσεις για την εγγραφή στο μητρώο του δικηγορικού συλλόγου
Ισχυρισμοί των διαδίκων
34. Με την τρίτη αιτίαση η Επιτροπή ζητεί να διαπιστωθεί ότι οι διατάξεις του άρθρου 17, παράγραφος 1, σημεία 1, 4 και 5, του νομοθετικού διατάγματος του 1933 προσβάλλουν την ελευθερία εγκαταστάσεως, για τον λόγο ότι εξαρτούν την πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου από την κατοχή της ιταλικής ιθαγενείας, ιταλικού διπλώματος νομικής (laurea in giurisprudenza) και από την εκπλήρωση διετούς πρακτικής ασκήσεως ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων. Καίτοι η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η προϋπόθεση της ιθαγενείας καταργήθηκε με το άρθρο 10 του νόμου του 1994 και η υποχρέωση κατοχής ιταλικού διπλώματος και εκπληρώσεως πρακτικής ασκήσεως στην Ιταλία καταργήθηκαν με το νομοθετικό διάταγμα του 1992, θεωρεί, εντούτοις, ότι δεν έχουν τηρηθεί οι επιταγές της ασφάλειας δικαίου. Η Επιτροπή παραπέμπει, συναφώς, στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου η οποία, κατά τη γνώμη της, ασκεί εν προκειμένω επιρροή. Ειδικότερα, η Επιτροπή προβάλλει το γεγονός ότι οι τροποποιήσεις δεν περιελήφθησαν στο άρθρο 17 του νομοθετικού διατάγματος του 1933, το οποίο περιέχει τις βασικές διατάξεις σχετικά με την πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου. Αντιθέτως, το γράμμα του άρθρου 17 παρέμεινε αμετάβλητο και δεν περιελήφθη μνεία των τροποποιητικών διατάξεων στην εν λόγω διάταξη. Επομένως, ισχύουν εκάστοτε δύο αντιφατικοί μεταξύ τους κανόνες. Όλα αυτά καθιστούν δυσχερέστερη για τον ιδιώτη τη γνώση των θεμελιωδών νομικών διατάξεων και περιπλέκουν, συνεπώς, την άσκηση των κοινοτικών δικαιωμάτων των οποίων απολαύουν οι δικηγόροι υπήκοοι άλλων κρατών μελών.
35. Για να δικαιολογήσει την άποψή της ότι η ισχύουσα νομοθεσία είναι σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο, η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, κατ' ουσίαν, ότι η προϋπόθεση της ιθαγενείας καταργήθηκε με τον νόμο του 1994 και οι δύο άλλες υποχρεώσεις καταργήθηκαν με το νομοθετικό διάταγμα του 1992. Κατά την κυβέρνηση αυτή, οι εν λόγω - έμμεσες - τροποποιήσεις του άρθρου 17 του νομοθετικού διατάγματος του 1933 αρκούν. Άλλωστε, το ισχύον νομοθετικό καθεστώς προκύπτει από την αρχή της υπεροχής των μεταγενεστέρων νόμων.
Εκτίμηση
36. Τονίζεται, κατ' αρχάς, ότι η παρούσα υπόθεση αφορά τη συμβατότητα του ιταλικού δικαίου προς το πρωτογενές δίκαιο και όχι τη μεταφορά οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Επομένως, δεν μπορεί να εφαρμοστεί αυτομάτως η παρατεθείσα από την Επιτροπή νομολογία, η οποία αφορά σχεδόν αποκλειστικά τη μεταφορά οδηγιών στην εσωτερική έννομη τάξη. άντως, η Επιτροπή δεν παρέχει αντίστοιχη αιτιολογία.
37. Η Επιτροπή δεν προσάπτει στην Ιταλική Δημοκρατία ότι ουδόλως προσάρμοσε τη νομοθεσία της προς το κοινοτικό δίκαιο, αλλά περιορίζεται να κρίνει ανεπαρκές το είδος της προσαρμογής προς το πρωτογενές δίκαιο.
38. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία κατάργησε τις τρεις αρχικές προϋποθέσεις, δεν ισχύουν συναφώς, αντίθετα προς την άποψη της Επιτροπής, αντιφατικοί μεταξύ τους εθνικοί κανόνες. Επομένως, εφόσον ισχύουν οι νέες, προσαρμοσμένες διατάξεις, δεν μπορεί πλέον, από την άποψη αυτή, να γίνει λόγος για διατήρηση σε ισχύ αμεταβλήτων των παλαιών διατάξεων, οι οποίες, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου , συνιστούν παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.
39. Η παρούσα υπόθεση δεν αφορά επίσης ούτε μια αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο πρακτική ένεκα ασαφών διατάξεων .
40. Η παρατεθείσα επανειλημμένως απόφαση στην υπόθεση C-71/92 αφορά επίσης άλλη περίπτωση, η οποία δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή, δηλαδή την περίπτωση κατά την οποία ένα κράτος μέλος προέβλεψε περισσότερες εξαιρέσεις απ' όσες μια οδηγία .
41. Επομένως, πρέπει ακολούθως να εξεταστούν μόνον τα κριτήρια τα οποία μπορούν να αντληθούν από τη νομολογία που ασκεί επιρροή για την υπό κρίση υπόθεση.
42. Η θεμελιώδης προϋπόθεση για τη συμβατότητα του εθνικού δικαίου προς το πρωτογενές δίκαιο έγκειται στο ότι αυτή μπορεί να επιτευχθεί μόνο «με εσωτερικές διατάξεις δεσμευτικού χαρακτήρα», οι οποίες - σε περίπτωση τροποποιήσεων - «έχουν την ίδια τυπική ισχύ με αυτές που πρέπει να τροποποιηθούν» .
43. Αμφότερες οι ως άνω προϋποθέσεις πληρούνται εν προκειμένω. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί τον δεσμευτικό χαρακτήρα των τροποποιητικών διατάξεων που περιλαμβάνονται στο νόμο του 1994 και στο νομοθετικό διάταγμα του 1992. Δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ούτε όσον αφορά την αναγκαία τυπική ισχύ των δύο διατάξεων.
44. ρέπει, στη συνέχεια, να εξετασθεί η απαίτηση την οποία προβάλλει η Επιτροπή, κατά την οποία το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει «σαφή διατύπωση των κανόνων δικαίου των κρατών μελών» , ούτως ώστε «οι ευεργετούμενοι από αυτούς να είναι σε θέση να γνωρίζουν πλήρως τα δικαιώματά τους» .
45. Όσον αφορά την ασφάλεια δικαίου και τη σαφήνεια του δικαίου, σημασία έχει, κατά πάγια νομολογία , πώς αντιλαμβάνονται τη νομική κατάσταση οι ενδιαφερόμενοι - ακόμη και σε σχέση με τις οδηγίες.
46. Η - καθοριστική - ιδιομορφία της υπό κρίση περιπτώσεως έγκειται στο ότι οι ενδιαφερόμενοι είναι όλοι δικηγόροι άλλων κρατών μελών που διαθέτουν επαγγελματική πείρα. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι εθνικές διατάξεις πρέπει να είναι σαφείς και στην περίπτωση κατά την οποία πρόκειται για θεμελιώδεις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, ιδίως όταν οι υπήκοοι άλλων κρατών μελών τους οποίους αφορούν «δεν είναι συνήθως ενήμεροι» επί των κοινοτικών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. Εν πάση περιπτώσει, μπορεί να αναμένεται από τους εν προκειμένω ενδιαφερομένους ότι έχουν ενημερωθεί ως προς το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο επιθυμούν να εγκατασταθούν.
47. εραιτέρω, οι ενδιαφερόμενοι επιθυμούν να εγκατασταθούν σε άλλο κράτος μέλος και να ασκήσουν εκεί νομικό επάγγελμα. Κατά συνέπεια, σ' αυτόν ακριβώς τον κύκλο πρέπει να επιβληθούν συναφώς αυστηρότερες υποχρεώσεις.
48. Το επιχείρημα της Επιτροπής ότι οι δικηγόροι οι οποίοι επιθυμούν να εγκατασταθούν στην Ιταλία θα αποθαρρύνονταν με την πρώτη ανάγνωση των ιταλικών νομικών διατάξεων φαίνεται να μην αξιολογεί σωστά τη συμπεριφορά που πρέπει, καταρχήν, να αναμένεται από ένα δικηγόρο. ρέπει να γίνει δεκτό ότι, ακριβώς, ένας επιμελής δικηγόρος, το κριτήριο δε αυτό πρέπει αναμφιβόλως να ληφθεί υπόψη, δεν θα αρκεστεί στο αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε μετά την πρώτη ανάγνωση ενός νομικού κειμένου, πολλώ δε μάλλον όταν το αποτέλεσμα αυτό δεν τον ικανοποιεί.
49. Ουδόλως μπορεί να υποστηριχθεί ότι «μόνον η χρησιμοποίηση ερμηνευτικών κανόνων του εθνικού δικαίου» επιτρέπει να εκτιμηθεί το περιεχόμενο των τριών τροποποιήσεων. Η αρχή της υπεροχής του μεταγενέστερου νόμου αποτελεί, αντιθέτως, κοινό τόπο της νομικής μεθοδολογίας και μάλιστα όχι μόνον του συνόλου των κρατών μελών. Κατά συνέπεια, πρέπει να είναι γνωστή ειδικά στους δικηγόρους τους οποίους αφορούν οι επίδικες διατάξεις.
50. Είναι επίσης ανακριβές ότι οι τροποποιήσεις πραγματοποιήθηκαν με νομικά κείμενα τα οποία - κατά την Επιτροπή - δεν είχαν καμία σχέση με το επάγγελμα του δικηγόρου.
51. Καίτοι είναι αληθές ότι ο νόμος του 1994 είναι νόμος που περιλαμβάνει κανόνες σχετικούς με ποικίλα θέματα, αποτελεί πάντως, στα πλαίσια της ιταλικής νομοθεσίας, τυπικό εργαλείο για την προσαρμογή του εθνικού δικαίου προς το κοινοτικό δίκαιο. Μπορεί να θεωρηθεί βέβαιον ότι τουλάχιστον οι δικηγόροι οι οποίοι επιθυμούν να εγκατασταθούν στην Ιταλία γνωρίζουν ότι υφίστανται τέτοιοι νόμοι. Δεδομένου ότι πρόκειται - όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή - για δικηγόρους από άλλα κράτη μέλη, αυτοί ακριβώς επηρεάζονται ως προς το δικαίωμά τους για πρόσβαση στο επάγγελμα από την προσαρμογή εθνικών διατάξεων στο κοινοτικό δίκαιο.
52. Η Επιτροπή, κατά την οποία η νομική κατάσταση δεν είναι σαφής, δεν λαμβάνει υπόψη στις παρατηρήσεις της ότι η κατάργηση της υποχρεώσεως της ιθαγενείας για τους πολίτες της Ενώσεως με το νόμο του 1994 πραγματοποιήθηκε μάλιστα με τη μορφή μερικής και ρητής παρεκκλίσεως από το άρθρο 17 του νομοθετικού διατάγματος του 1933. Επομένως, δεν ήταν δυνατή η πλήρης κατάργηση του άρθρου 17 του νομοθετικού διατάγματος του 1933, εφόσον η προϋπόθεση της ιθαγενείας που διατυπώνεται στο άρθρο 17 έπρεπε να διατηρηθεί για τους υπηκόους τρίτων κρατών.
53. Οι τροποποιήσεις σχετικά με την προϋπόθεση της κατοχής ιταλικού διπλώματος και πραγματοποιήσεως πρακτικής ασκήσεως στην Ιταλία έγιναν με το νομοθετικό διάταγμα του 1992. ρόκειται συναφώς για τη νομική πράξη με την οποία μεταφέρθηκε στο ιταλικό δίκαιο η οδηγία 89/48. Το γεγονός ότι οι δικηγόροι είναι κάτοχοι διπλωμάτων ανώτατης εκπαιδεύσεως, ότι ασκούν νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα και ότι ως προς αυτούς δεν υφίσταται καμία επιμέρους οδηγία περί αναγνωρίσεως διπλωμάτων είναι στοιχεία ως προς τα οποία μπορεί να υποτεθεί ότι ακριβώς οι ενδιαφερόμενοι δικηγόροι είναι ενήμεροι. Επιπλέον, πριν και μετά την έκδοση της οδηγίας - μέχρι σήμερα - η σημασία της οδηγίας αυτής για τους δικηγόρους αποτέλεσε και αποτελεί το αντικείμενο ευρείας συζητήσεως και πολυαρίθμων αξιολογήσεων στα πλαίσια της θεωρίας. Κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί δεδομένον ότι ακριβώς οι δικηγόροι οι οποίοι επιθυμούν να εγκατασταθούν σε άλλο κράτος μέλος είναι εξοικειωμένοι με τις διατάξεις της ως άνω οδηγίας. Επομένως, μπορεί να αναμένεται ότι οι δικηγόροι οι οποίοι επιθυμούν να εγκατασταθούν στην Ιταλία γνωρίζουν και τις διατάξεις του ιταλικού δικαίου περί μεταφοράς της οδηγίας 89/48 στην εσωτερική έννομη τάξη. Άλλωστε, η ανακάλυψη των νομοθετικών κειμένων ανήκει στην επαγγελματική δραστηριότητα του δικηγόρου, πράγμα το οποίο ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν πρόκειται για τις διατάξεις του κράτους μέλους στο οποίο ο δικηγόρος προτίθεται να ασκήσει το επάγγελμά του.
54. Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η τρίτη αιτίαση της Επιτροπής είναι αβάσιμη.
Δ - Τέταρτη αιτίαση: η δοκιμασία επάρκειας
55. Με την τέταρτη αιτίαση η Επιτροπή βάλλει κατά της συγκεκριμένης εφαρμογής από τις ιταλικές αρχές της προβλεπόμενης στην οδηγία 89/48 δοκιμασίας επάρκειας στους δικηγόρους από άλλα κράτη μέλη.
Ισχυρισμοί των διαδίκων
56. Η Επιτροπή προσάπτει στην Ιταλική Δημοκρατία ότι ακολουθεί πρακτική δημιουργούσα δυσμενείς διακρίσεις όσον αφορά τη δοκιμασία επάρκειας για τους δικηγόρους από άλλα κράτη μέλη. ράγματι, κατά την Επιτροπή, η δοκιμασία επάρκειας, αξιολογούμενη βάσει των σχετικών διατάξεων της οδηγίας 89/48 και συγκρινόμενη με την εξέταση για την απόκτηση άδειας στην οποία υπόκεινται οι ιταλοί δικηγόροι, είναι δυσανάλογα δυσχερής. Η οδηγία 89/48 όμως αποσκοπεί στην διευκόλυνση της εγκαταστάσεως.
57. Η Επιτροπή στηρίζει τους ισχυρισμούς της σε γενική σύγκριση των τομέων γνώσεων οι οποίοι αποτελούν αντικείμενο της εξετάσεως για τους Ιταλούς δικηγόρους με τους τομείς γνώσεων οι οποίοι απαιτούνται για τους δικηγόρους από άλλα κράτη μέλη. Κατά τη σύγκριση αυτή, από τους δικηγόρους άλλων κρατών μελών απαιτούνται τέσσερις από δώδεκα τομείς γνώσεων στη γραπτή εξέταση και από τους Ιταλούς δικηγόρους απαιτούνται τρεις τομείς γνώσεων. Αντικείμενο της προφορικής εξετάσεως είναι έντεκα ή έξι τομείς γνώσεων αντιστοίχως. Κατά συνέπεια, η Ιταλική Δημοκρατία ασκεί καταχρηστικά την εξουσία της να απαιτεί δοκιμασία επάρκειας.
58. Η ιταλική πρακτική είναι επίσης προδήλως δυσανάλογη διότι δεν λαμβάνει υπόψη ότι οι δικηγόροι άλλων κρατών μελών διαθέτουν επαγγελματική πείρα, ενώ, αντιθέτως, οι Ιταλοί υποψήφιοι δεν διαθέτουν καμία επαγγελματική εκπαίδευση ή πείρα. Η Επιτροπή προσάπτει επιπλέον στην Ιταλική Δημοκρατία ότι περιορίζει τη δοκιμασία αναγνωρίσεως στα διπλώματα, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα επαγγελματικά προσόντα.
59. Λόγω της ελλείψεως αρκούντως συγκεκριμένης - κατά την άποψη της Επιτροπής - νομικής πράξεως για τη δοκιμασία επάρκειας, η Επιτροπή προβαίνει στην προαναφερθείσα γενική σύγκριση των απαιτήσεων σχετικά με τις εξετάσεις στηρίζοντάς την σε διάφορες συγκεκριμένες κατ' ιδίαν περιπτώσεις. Η Επιτροπή επικεντρώνεται συναφώς σε περιπτώσεις του έτους 1998, κατά τις οποίες επιβλήθηκε στους δικηγόρους από άλλα κράτη μέλη δοκιμασία επάρκειας και σε μία - κατά την άποψη της Επιτροπής - συγκεκριμένη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, με την οποία ακυρώθηκε μία - κατά την άποψη της Επιτροπής - αντίθετη πρός το κοινοτικό δίκαιο απόφαση του αρμοδίου υπουργού.
60. Η Επιτροπή θεωρεί ότι συντρέχει παραβίαση των γενικών αρχών της αναλογικότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων, οι οποίες ανήκουν στους κανόνες τους οποίους τα κράτη μέλη πρέπει να τηρούν - και - κατά το άρθρο 1, στοιχείο ζ_, της οδηγίας 89/48.
61. Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, κατ' ουσίαν, ότι απαιτείται η ύπαρξη ενός ελαχίστου περιθωρίου διακριτικής ευχέρειας, προκειμένου να καταστεί δυνατόν να ληφθούν υπόψη τα επαγγελματικά προσόντα των δικηγόρων άλλων κρατών μελών. Άλλωστε, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, λαμβάνονται υπόψη και τα επαγγελματικά προσόντα των δικηγόρων άλλων κρατών μελών. Το νομοθετικό διάταγμα του 1992 και η εφαρμογή του πληρούν τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου.
Εκτίμηση
62. Επιβάλλεται, κατ' αρχάς, να υπογραμμισθεί ότι η υπό κρίση αιτίαση δεν αφορά τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά την εφαρμογή της δοκιμασίας επάρκειας σε ορισμένη επαγγελματική κατηγορία, δηλαδή στους δικηγόρους. Για τα νομικά επαγγέλματα όμως η οδηγία 89/48 προβλέπει στο άρθρο 1, στοιχείο ζ_, ειδικό καθεστώς. Το καθεστώς αυτό περιλαμβάνει ορισμένους περιορισμούς της αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης στην οποία στηρίζεται η οδηγία 89/48 . ράγματι, τα κράτη μέλη μπορούν να καταργήσουν τη δυνατότητα επιλογής που διαθέτει, καταρχήν, ο αιτών μεταξύ της δοκιμασίας επάρκειας και της πρακτικής ασκήσεως προσαρμογής και να επιβάλουν μόνο δοκιμασία επάρκειας.
63. Οι ειδικές διατάξεις που ισχύουν για τα νομικά επαγγέλματα εκφράζουν, αφενός, τις έντονες διαφορές που χαρακτηρίζουν τις σπουδές (διάρκεια και τομείς γνώσεων) και την επαγγελματική εκπαίδευση (φύση και διάρκεια), καθώς και, αφετέρου, το γεγονός ότι δεν προβλέπουν όλα τα κράτη μέλη εξέταση για την απόκτηση άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος του δικηγόρου.
64. Η δοκιμασία επάρκειας του άρθρου 1, στοιχείο ζ_, της οδηγίας 89/48 πραγματοποιείται με σκοπό «να εκτιμηθεί η ικανότητα του αιτούντος να εξασκήσει νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα στο εν λόγω κράτος μέλος». Τα κράτη μέλη μπορούν να ελέγξουν αν ο δικηγόρος άλλου κράτους μέλους «έχει την ικανότητα να προσαρμοστεί στο νέο του επαγγελματικό περιβάλλον» .
65. Κατά το άρθρο 1, στοιχείο ζ_, δεύτερο εδάφιο, πρέπει, κατ' αρχάς, να πραγματοποιηθεί σύγκριση της εκπαιδεύσεως που απαιτεί το κράτος μέλος υποδοχής με την εκπαίδευση του αιτούντος. Η σύγκριση αυτή πραγματοποιείται βάσει των διπλωμάτων ή των τίτλων που προσκομίζει ο αιτών. Η σύγκριση αυτή πρέπει να καταλήγει στην κατάρτιση καταλόγου των τομέων γνώσεων οι οποίοι δεν καλύπτονται.
66. Όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 1, στοιχείο ζ_, καθώς και από το γεγονός ότι δεν διαθέτουν όλοι οι αιτούντες τις ίδιες προϋποθέσεις, ιδίως όσον αφορά τις σπουδές και την πρακτική άσκηση ως δικηγόροι που έχουν άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος, η σύγκριση των εκπαιδεύσεων πρέπει να πραγματοποιείται με απόφαση που αφορά την κατ' ιδίαν περίπτωση και όχι με γενική αντιπαράθεση των εκπαιδευτικών συστημάτων ή των προσώπων που έχουν την ίδια εκπαίδευση .
67. Η Επιτροπή δεν απέδειξε σε ποιο βαθμό η Ιταλική Δημοκρατία δεν συμμορφώθηκε προς τις προεκτεθείσες επιταγές του άρθρου 1, στοιχείο ζ_, της οδηγίας 89/48.
68. Ενόψει των άκρως ασαφών επιταγών της οδηγίας 89/48, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τη διαμόρφωση της δοκιμασίας επάρκειας και μπορούν, ειδικότερα, να καθορίζουν το επίπεδο της απαιτουμένης εκπαιδεύσεως. Μπορούν συναφώς να λαμβάνουν υπόψη και τα συμφέροντα των καταναλωτών, επομένως, στην παρούσα περίπτωση, τα συμφέροντα των πελατών των δικηγόρων.
69. Αν συγκριθούν οι διατάξεις περί μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο τις οποίες έχουν θεσπίσει τα κράτη μέλη σχετικά με τη δοκιμασία επάρκειας, πρέπει να τονιστεί ότι η οδηγία 89/48 δεν είχε ως συνέπεια την ισοπέδωση προς τα κάτω, αλλά - αντιθέτως - τον καθορισμό σχετικά αυστηρών προϋποθέσεων.
70. Το υψηλό επίπεδο των δοκιμασιών επάρκειας που επιτρέπει η οδηγία 89/48 συνιστά, άλλωστε, έναν από τους λόγους για τους οποίους η οδηγία 98/5 καθιέρωσε εναλλακτικές λύσεις προσβάσεως στο επάγγελμα του δικηγόρου, οι οποίες αποσκοπούν στη διευκόλυνση της εντάξεως στο επάγγελμα αυτό . Από τη σύγκριση μιας από τις εναλλακτικές λύσεις που καθιέρωσε η οδηγία 98/5, δηλαδή της τριετούς «πραγματικής και τακτικής επαγγελματικής δραστηριότητας», με τη δοκιμασία επάρκειας προκύπτει μάλιστα θεμελιώδες πλεονέκτημα της δοκιμασίας επάρκειας, δηλαδή ότι αυτή καθιστά δυνατή την ταχύτερη πρόσβαση στο επάγγελμα.
71. Εν πάση περιπτώσει, το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας των κρατών μελών δεν είναι απεριόριστο. ράγματι, οι διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/48 παρέχουν ορισμένο αντιστάθμισμα: την προθεσμία εκδόσεως της αποφάσεως, την υποχρέωση αιτιολογήσεως των αρμοδίων αρχών, καθώς και τη δυνατότητα του αιτούντος να ασκήσει ένδικο βοήθημα.
72. Ανεξαρτήτως του ότι η οδηγία πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο σύμφωνο προς το κοινοτικό δίκαιο, λαμβανομένων, ιδίως, υπόψη της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, το άρθρο 1, στοιχείο ζ_, τρίτο εδάφιο της οδηγίας 89/48 προβλέπει ρητώς ότι «οι λεπτομερείς κανόνες της δοκιμασίας επάρκειας καθορίζονται [...] τηρουμένων των κανόνων του κοινοτικού δικαίου». Στους κανόνες αυτούς ανήκουν και οι γενικές αρχές του δικαίου. Η Επιτροπή αναφέρει συναφώς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (απαγόρευση των διακρίσεων) και την αρχή της αναλογικότητας.
73. ρέπει, στο σημείο αυτό, να αντικρουσθεί ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι το γεγονός ότι οι υποψήφιοι για την εθνική εξέταση αποκτήσεως αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος δεν διαθέτουν ούτε επαγγελματική εκπαίδευση ούτε επαγγελματική πείρα συνιστά προδήλως άνιση μεταχείριση των δικηγόρων από άλλα κράτη μέλη. ράγματι, κατά τα στοιχεία που παρέσχε η Ιταλική Κυβέρνηση και δεν αμφισβήτησε η Επιτροπή, για την απόκτηση της εθνικής άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος πρέπει να αποδειχθεί η συμπλήρωση διετούς τακτικής ασκήσεως, η οποία περιλαμβάνει και στοιχεία εκπαιδεύσεως.
74. Επομένως, η Επιτροπή προβαίνει σε σύγκριση μεταξύ δύο κατηγοριών προσώπων, δηλαδή μεταξύ των δικηγόρων άλλων κρατών μελών και των Ιταλών δικηγόρων. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου που παραθέτει η Επιτροπή προκύπτει ότι οι διαφορές στη νομική μεταχείριση δύο κατηγοριών, επομένως, εν προκειμένω, οι διαφορές μεταξύ των εξετάσεων που ισχύουν για τις δύο κατηγορίες προσώπων, δεν πρέπει να είναι δυσανάλογες σε σχέση με τη διαφορά των δύο κατηγοριών προσώπων.
75. Επιβάλλεται συναφώς η διαπίστωση ότι οι διατάξεις της οδηγίας 89/48 που έχουν εφαρμογή στους δικηγόρους στηρίζονται ακριβώς στη διαφορά μεταξύ των δύο κατηγοριών προσώπων. Σε αντιδιαστολή προς τις υποθέσεις που παραθέτει η Επιτροπή, η υπό κρίση περίπτωση δεν αφορά δύο ομοιογενείς κατηγορίες, ούτως ώστε η νομική μεταχείριση της μιας κατηγορίας να μπορεί να συγκριθεί με τη νομική μεταχείριση της έτερης. Η Επιτροπή στηρίζει τις παρατηρήσεις της σε συγκεκριμένες κατ' ιδίαν περιπτώσεις, οι οποίες αφορούν δικηγόρους άλλων κρατών μελών. Η Επιτροπή θα έπρεπε, στη συνέχεια, να εξηγήσει γιατί, στις κατ' ιδίαν περιπτώσεις που εξέθεσε, η επιβολή εξετάσεως ακριβώς εκείνων των τομέων γνώσεων ήταν αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας ή γιατί ο τρόπος διεξαγωγής της δοκιμασίας στις προαναφερθείσες περιπτώσεις ήταν, ανεξαρτήτως του προεκτεθέντος λόγου, αντίθετος προς την αρχή της αναλογικότητας.
76. Εν πάση περιπτώσει, στα ανωτέρω πρέπει ακόμη να προστεθεί, όσον αφορά τις γενικές αρχές του δικαίου, ότι ο έλεγχος της ιταλικής πρακτικής που ζητεί η Επιτροπή θα κατέληγε σε έλεγχο της ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας των κρατών μελών από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο θα ήταν υποχρεωμένο να ελέγξει τις αξιολογήσεις στις οποίες οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στήριξαν τις αποφάσεις τους.
77. Από τις παρατηρήσεις της Επιτροπής συνάγεται απλώς ότι αυτή θεωρεί, εν πάση περιπτώσει, αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο τις συγκεκριμένες περιπτώσεις κατά τις οποίες η δοκιμασία αφορούσε περισσότερους από οκτώ τομείς γνώσεων και όχι, αντιθέτως, τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η δοκιμασία περιοριζόταν σε έναν τομέα γνώσεων.
78. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν μπόρεσε να αποδείξει σε ποια περίπτωση δεν ελήφθη υπόψη, στα πλαίσια της ιταλικής πρακτικής, ότι ο αιτών είναι αναγνωρισμένος επαγγελματίας. Μια τέτοια παράβαση θα μπορούσε, για παράδειγμα, να συνίσταται στο γεγονός ότι οι τομείς γνώσεων εξετάζονται εντελώς ακαδημαϊκά, χωρίς να διαπιστώνεται η ικανότητα πρακτικής εφαρμογής τους. Θα ήταν επίσης παράνομη η διαμόρφωση της δοκιμασίας επάρκειας κατ' εικόνα της «συνήθους» εξετάσεως για την απόκτηση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος του δικηγόρου .
79. Ελλείψει ενιαίας πρακτικής, η Επιτροπή δεν μπορούσε να αρκεστεί σε μια γενική αξιολόγηση, αλλά έπρεπε να αποδείξει, τουλάχιστον για ορισμένες κατ' ιδίαν περιπτώσεις, την παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Επειδή τούτο δεν συνέβη στο αναγκαίο μέτρο, η τέταρτη αιτίαση που προβάλλει είναι αβάσιμη.
Ε - έμπτη αιτίαση: πλημμελής μεταφορά της οδηγίας 89/48
80. Με την πέμπτη αιτίαση η Επιτροπή προσάπτει στην Ιταλική Δημοκρατία ότι προέβη σε πλημμελή, στο μέτρο που είναι ελλιπής, μεταφορά της οδηγίας 89/48 στο εσωτερικό δίκαιο.
Ισχυρισμοί των διαδίκων
81. ρος στήριξη της αιτιάσεώς της, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι ιταλικές διατάξεις για τη μεταφορά της οδηγίας 89/48 στο εσωτερικό δίκαιο δεν ρυθμίζουν ορισμένες πτυχές της δοκιμασίας επάρκειας ή δεν τις ρυθμίζουν με επαρκή ακρίβεια. ράγματι, δεν υπάρχουν κανόνες σχετικά με τη συγκρότηση της εξεταστικής επιτροπής. εραιτέρω, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο κατάλογος των τομέων γνώσεων πρέπει να καταρτισθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια, ιδίως δε να καθορισθούν οι τομείς που εξετάζονται υποχρεωτικά και οι τομείς που επιλέγονται από τον αιτούντα. Τέλος, η Επιτροπή προσάπτει την έλλειψη κανόνων σχετικά με το είδος της δοκιμασίας (γραπτή και/ή προφορική) καθώς και σχετικά με την κλίμακα της βαθμολογίας. Εν πάση περιπτώσει, το νομοθετικό διάταγμα του 1992 παρουσιάζει, κατά την Επιτροπή, πολλά κενά, με αποτέλεσμα να επικρατεί παντελής έλλειψη ασφάλειας δικαίου όσον αφορά τους αιτούντες. Η έλλειψη αυτή πρέπει να καλυφθεί με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9 του νομοθετικού διατάγματος του 1992 εκτελεστικά διατάγματα, τα οποία δεν έχουν εκδοθεί ακόμη.
82. Η Ιταλική Κυβέρνηση τονίζει ότι η έκδοση εκτελεστικού διατάγματος στηρίζεται μόνο στις εθνικές διατάξεις. Επιπλέον, το νομοθετικό διάταγμα του 1992 συνιστά ήδη αφ' εαυτού πλήρη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, το εκτελεστικό διάταγμα θα περιελάμβανε μόνον περισσότερους διαδικαστικούς κανόνες, για παράδειγμα σχετικούς με τη συγκρότηση της εξεταστικής επιτροπής. Όλα τα ουσιαστικά κριτήρια περιλαμβάνονται στο νομοθετικό διάταγμα.
Εκτίμηση
83. Αναφέρω, κατ' αρχάς, προς διευκρίνιση του θέματος, ότι το ζήτημα αν η μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο πρέπει να πραγματοποιηθεί σε ένα ή σε πλείονα νομικά επίπεδα αποτελεί ζήτημα του εθνικού δικαίου. Κατά συνέπεια, η Ιταλική Δημοκρατία είναι, εν προκειμένω, ελεύθερη να μεταφέρει την οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο με ένα αποκλειστικά νομοθετικό διάταγμα ή με ένα νομοθετικό διάταγμα και με εκτελεστικές διατάξεις, αρκεί οι διατάξεις αυτές να έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα.
84. Όσον αφορά το ζήτημα της πλήρους μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, πρέπει, κατ' αρχάς, να εκτεθεί το κριτήριο βάσει του οποίου πρέπει να αξιολογηθούν οι ιταλικές διατάξεις.
85. ρέπει, συναφώς, να ληφθεί, κατ' αρχάς, υπόψη ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, για τη μεταφορά των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο δεν αρκεί μόνη η διοικητική πρακτική .
86. Όπως αναφέρθηκε ήδη, οι κανόνες για τη δοκιμασία επάρκειας του άρθρου 1, στοιχείο ζ_, της οδηγίας 89/48 αφορούν, κατ' αρχάς, την εφαρμογή της δοκιμασίας αυτής στις κατ' ιδίαν περιπτώσεις. Τούτο προκύπτει, πρωτίστως, από την κατάρτιση του καταλόγου των τομέων γνώσεων οι οποίοι δεν καλύπτονται από το δίπλωμα ή τον τίτλο του αιτούντος.
87. Επιπλέον, το άρθρο 1, στοιχείο ζ_, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 89/48 περιλαμβάνει και κανόνες γενικής φύσεως. ράγματι, υποχρεώνει τα κράτη μέλη να καθορίσουν τους «κανόνες της δοκιμασίας επάρκειας».
88. Από το σύνολο των κανόνων αυτών προκύπτει ότι δεν είναι δυνατόν ούτε να ρυθμιστούν κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο όλες οι πτυχές της δοκιμασίας επάρκειας ούτε να ανατεθεί στις αρμόδιες αρχές η απόφαση για όλα τα ζητήματα στις κατ' ιδίαν περιπτώσεις. ρόκειται για δύο ακραίες θέσεις, οι οποίες είναι αντίθετες προς την οδηγία.
89. Οι «λεπτομερείς κανόνες της δοκιμασίας επάρκειας» πρέπει να περιλαμβάνουν διαδικαστικούς κανόνες. Η υποχρέωση των κρατών μελών να εξειδικεύσουν τις ουσιαστικές πτυχές της δοκιμασίας επάρκειας, δηλαδή το περιεχόμενο της εξετάσεως, προκύπτει, αντιθέτως, από τη θεμελιώδη υποχρέωσή τους να μεταφέρουν την οδηγία 89/48 στο εσωτερικό δίκαιο. Επομένως, δεν θα είναι δυνατόν να αποφύγουν τη θέσπιση ειδικών για το επάγγελμα διατάξεων μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο: πράγματι, όσον αφορά τη δοκιμασία επάρκειας για τους δικηγόρους άλλων κρατών μελών, θα πρέπει, τουλάχιστον, να καταρτισθεί κατάλογος των τομέων «των οποίων η γνώση αποτελεί βασική προϋπόθεση για την εξάσκηση του επαγγέλματος στο κράτος μέλος υποδοχής», υπό την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ζ_, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 89/48.
90. άντως, η υποχρέωση των κρατών μελών να εξειδικεύσουν τους λεπτομερείς κανόνες της δοκιμασίας επάρκειας μπορεί να αφορά μόνον τις πτυχές οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο γενικής αριθμήσεως για όλες τις περιπτώσεις ή, τουλάχιστον, για ορισμένες κατηγορίες περιπτώσεων, χωρίς να περιορίζεται υπερβολικά το περιθώριο ελιγμών που απαιτεί η οδηγία για την εκτίμηση των κατ' ιδίαν περιπτώσεων.
91. Θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να καθοριστούν ο αριθμός των δοκιμασιών που μπορούν να διοργανωθούν ετησίως, το είδος ή η διάρκεια των εξετάσεων, η κλίμακα της βαθμολογίας, ο αριθμός των δυνατών επαναλήψεων της εξετάσεως, το ελάχιστο και/ή το μέγιστο χρονικό διάστημα μεταξύ των διαφόρων τμημάτων της δοκιμασίας, καθώς και η αρμόδια εξεταστική επιτροπή και η συγκρότησή της.
92. Αναφέρω συμπληρωματικά ότι το άρθρο 1, στοιχείο ζ_, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 89/48 εξαρτά ρητώς τον καθορισμό των λεπτομερών κανόνων της δοκιμασίας επάρκειας από την τήρηση των «κανόνων του κοινοτικού δικαίου». Στους κανόνες αυτούς ανήκουν και οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της σαφήνειας του δικαίου .
93. Κατά συνέπεια, η ρύθμιση που θεσπίστηκε με το άρθρο 8 του νομοθετικού διατάγματος του 1992 δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «καθορισμός των λεπτομερών κανόνων» υπό την έννοια της οδηγίας 89/48. Εκτός τούτου, δεν εξειδικεύει κατά το απαιτούμενο μέτρο τις λοιπές επιταγές της οδηγίας .
94. Δεδομένου ότι το νομοθετικό διάταγμα του 1992 δεν ρυθμίζει σαφώς το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας των αρμοδίων αρχών , οι ενδιαφερόμενοι, δηλαδή οι αιτούντες, «βρίσκονται σε κατάσταση αβεβαιότητας ως προς τις δυνατότητες που τους προσφέρονται να επικαλούνται το κοινοτικό δίκαιο» .
95. Κατά συνέπεια, το άρθρο 8 του νομοθετικού διατάγματος του 1992 δεν πληροί ούτε τις επιταγές της ασφάλειας δικαίου και της σαφήνειας. Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν μπόρεσε να παραθέσει άλλες διατάξεις που θα συνιστούσαν πλήρη μεταφορά του άρθρου 1, στοιχείο ζ_, της οδηγίας 89/48 στο ιταλικό δίκαιο. Η Ιταλική Κυβέρνηση τόνισε βεβαίως ότι το άρθρο 8 του νομοθετικού διατάγματος του 1992 δεν είναι ο μόνος κανόνας που πρέπει να εφαρμοστεί στη δοκιμασία επάρκειας, πλην όμως οι λοιπές διάταξεις του νομοθετικού διατάγματος ρυθμίζουν πτυχές διαφορετικές από εκείνες που έχουν εν προκειμένω σημασία για την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων.
96. Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν μετέφερε πλήρως στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία 89/48, στο μέτρο που δεν καθόρισε με επαρκή ακρίβεια τους λεπτομερείς κανόνες της δοκιμασίας επάρκειας.
V - Δικαστικά έξοδα
97. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, το Δικαστήριο μπορεί, εντούτοις, να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων.
98. Επειδή η Επιτροπή και η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκαν εν μέρει, εκάστη φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
VI - ρόταση
99. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να διαπιστώσει τα εξής:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία,
- απαγορεύοντας, κατά παράβαση του άρθρου 59 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 49 ΕΚ), στους δικηγόρους που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη, οι οποίοι ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα στην Ιταλία στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, να διαθέτουν στο κράτος αυτό ορισμένη υποδομή,
- εξαρτώντας, κατά παράβαση του άρθρου 52 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 43 ΕΚ), την εγγραφή στο μητρώο των δικηγόρων από την υποχρέωση των δικηγόρων να διαμένουν στη δικαστική περιφέρεια στην οποία υπάγεται ο δικηγορικός σύλλογος στον οποίο ζητούν να εγγραφούν,
- μεταφέροντας στο εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο ελλιπή την οδηγία 89/48 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών, στο μέτρο που δεν καθόρισε με επαρκή ακρίβεια τις λεπτομέρειες διεξαγωγής της δοκιμασίας επάρκειας,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης ΕΚ καθώς και από την οδηγία 89/48.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Η Επιτροπή και Ιταλική Δημοκρατία φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy