Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Με την παρούσα προσφυγή ακυρώσεως, η Ιταλική Δημοκρατία βάλλει κατά της αποφάσεως της Επιτροπής της 3ης Φεβρουαρίου 1999 , στο μέτρο που, με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή προέβη σε χρηματοοικονομικές διορθώσεις επί των δαπανών που δήλωσε η Ιταλική Δημοκρατία στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (στο εξής: ΕΓΤΕ), τμήμα Εγγυήσεων.
2. Η διαφορά αφορά τη νομοθεσία που προβλέπει ελάχιστη τιμή και ενισχύσεις στην παραγωγή για ορισμένα μεταποιημένα προϊόντα με βάση τα οπωροκηπευτικά και, εν προκειμένω, τις ντομάτες. Η Επιτροπή και η Ιταλική Δημοκρατία διαφωνούν, κατ' ουσίαν, ως προς το ζήτημα αν η καταβολή της ελάχιστης τιμής που οφείλεται στους παραγωγούς εμποδίζει τους παραγωγούς αυτούς και τους μεταποιητές να συνάπτουν συμφωνίες για τη μεταξύ τους κατανομή διαφόρων παρεπομένων δαπανών.
ΙΙ - Το νομικό πλαίσιο
3. Ο κανονισμός (EOK) 426/86 του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 1986, για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών , καθιερώνει καθεστώς ενισχύσεως στην παραγωγή για ορισμένα μεταποιημένα προϊόντα τα οποία λαμβάνονται από οπωροκηπευτικά που έχουν συγκομιστεί στην Κοινότητα. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:
«1. Η ενίσχυση στην παραγωγή χορηγείται στο μεταποιητή που κατέβαλε στον παραγωγό για την πρώτη ύλη τιμή τουλάχιστον ίση με την ελάχιστη τιμή δυνάμει των συμβάσεων που συνδέουν, αφενός, τους παραγωγούς ή τις αναγνωρισμένες ομάδες ή ενώσεις παραγωγών και, αφετέρου, τους μεταποιητές ή τις αναγνωρισμένες ομάδες ή ενώσεις μεταποιητών που έχουν συσταθεί νόμιμα στην Κοινότητα.»
4. Τα άρθρα 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 426/86, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1202/90 του Συμβουλίου, της 7ης Μα_ου 1990 , ορίζουν τα κριτήρια βάσει των οποίων η Επιτροπή καθορίζει την ελάχιστη τιμή που πρέπει να καταβληθεί στον παραγωγό καθώς και το ύψος της ενισχύσεως στην παραγωγή.
5. Για την περίοδο εμπορίας 1996/97, η ελάχιστη τιμή που καταβάλλεται στους παραγωγούς ντομάτας καθώς και το ποσό των ενισχύσεων στην παραγωγή καθορίστηκαν στα παραρτήματα του κανονισμού (ΕΚ) 1398/96 . Το παράρτημα Ι ορίζει ότι η ελάχιστη τιμή που καταβάλλεται στους παραγωγούς υπολογίζεται σε «ECU ανά 100 kg καθαρού βάρους στον παραγωγό».
6. Τα άρθρα 2, 3 και 4 του κανονισμού (EOK) 1558/91 της Επιτροπής, της 7ης Ιουνίου 1991, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του συστήματος ενίσχυσης στην παραγωγή μεταποιημένων οπωροκηπευτικών , προβλέπουν ότι οι μεταποιητές των επιμάχων προϊόντων πρέπει να ανακοινώνουν στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μια σειρά στοιχείων.
7. Το άρθρο 6 του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:
«1. Κάθε σύμβαση που αναφέρεται στο άρθρο 3 του κανονισμού (EOK) 426/86, η οποία στο εξής ονομάζεται "σύμβαση μεταποίησης", συνάπτεται γραπτώς. Η σύμβαση μεταποίησης μπορεί να λάβει τη μορφή υποχρέωσης προμήθειας μεταξύ, αφενός, ενός ή περισσοτέρων παραγωγών και, αφετέρου, της αναγνωρισμένης ομάδας ή ένωσής τους, η οποία ασκεί τα καθήκοντα του μεταποιητή.
2. Για τους σκοπούς του συστήματος ενίσχυσης στην παραγωγή, ως παραγωγός νοείται κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο το οποίο καλλιεργεί στην εκμετάλλευσή του την πρώτη ύλη η οποία προορίζεται για μεταποίηση.
3. Η σύμβαση μεταποίησης πρέπει να περιλαμβάνει:
α) ονοματεπώνυμο και διεύθυνση του παραγωγού ή της σχετικής αναγνωρισμένης ένωσης ή συνδέσμου παραγωγών·
β) ονοματεπώνυμο και διεύθυνση του μεταποιητή ή της σχετικής ένωσης ή συνδέσμου μεταποιητών·
γ) ενεχόμενες ποσότητες πρώτης ύλης·
δ) χρονοδιάγραμμα της παράδοσης [στον] μεταποιητή·
ε) τιμή που καταβάλλεται στον συμβαλλόμενο για τις πρώτες ύλες, μη συμπεριλαμβανομένων, ειδικότερα, των δαπανών όσον αφορά τη συσκευασία, τη φόρτωση, τη μεταφορά, την εκφόρτωση και την πληρωμή των φόρων. Τα ποσά αυτά πρέπει, κατά περίπτωση, να αναφέρονται ξεχωριστά..
[...]»
8. Κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 1558/91, ο μεταποιητής υποβάλλει αιτήσεις για ενίσχυση στην παραγωγή στον οργανισμό που έχει υποδείξει το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου πραγματοποιείται η μεταποίηση.
9. Το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, του ιδίου κανονισμού ορίζει ότι η αίτηση για ενίσχυση πρέπει να περιλαμβάνει, ιδίως, δήλωση του μεταποιητή ότι έχει [καταβάλει] για την πρώτη ύλη [τιμή] η οποία δεν είναι μικρότερη από την ελάχιστη τιμή που έχει καθοριστεί και ότι τα τελικά προϊόντα ανταποκρίνονται στις ποιοτικές προδιαγραφές που έχουν καθορισθεί από την Κοινότητα. Σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 2, στοιχεία α_ και β_, η αίτηση για ενίσχυση συνοδεύεται από τα τιμολόγια για τις πρώτες ύλες, που έχουν παραληφθεί από τον αντισυμβαλλόμενο και δείχνουν ότι η τιμή των εν λόγω πρώτων υλών δεν ήταν μικρότερη από την ελάχιστη τιμή ή, σε περίπτωση αναλήψεως υποχρεώσεως προμηθείας, δήλωση του παραγωγού ότι ο μεταποιητής κατέβαλε ή πίστωσε σ' αυτόν τιμή τουλάχιστον ίση με την ελάχιστη αυτή τιμή.
10. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού (EOK) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής , όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (EK) 1287/95 του Συμβουλίου, της 22ας Μα_ου 1995 , προβλέπει τα εξής:
« Η Επιτροπή, μετά από διαβουλεύσεις με την επιτροπή του ταμείου:
[...]
γ) αποφασίζει την απόρριψη αιτήματος κοινοτικής χρηματοδότησης δαπανών [...] σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες.
[...]»
ΙΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά και οι ισχυρισμοί των διαδίκων
11. Στις 17 Ιουλίου 1996, οι ιταλικές ενώσεις παραγωγών και οι ενώσεις μεταποιητών συνήψαν διεπαγγελματική συμφωνία διαχειρίσεως για τη ντομάτα που προοριζόταν για τη βιομηχανική μεταποίηση, η οποία είχε εφαρμογή στην περίοδο εμπορίας 1996/1997 (στο εξής: διεπαγγελματική συμφωνία), σύμφωνα με τον ιταλικό νόμο 88, της 16ης Μαρτίου 1988, περί των διεπαγγελματικών συμφωνιών.
12. Το άρθρο 11 της εν λόγω διεπαγγελματικής συμφωνίας προβλέπει, όσον αφορά τις λεπτομέρειες πληρωμής, ότι ο παραγωγός, υπό την ιδιότητα του πωλητή, επιβαρύνεται με «τη δαπάνη της μεταφοράς όσον αφορά μόνον την επιστροφή των κιβωτίων και λοιπών άδειων δοχείων μεταφοράς ή παρόμοιου εξοπλισμού, αναγκαίου για την παράδοση της πρώτης ύλης στις μεταποιητικές επιχειρήσεις». Τα μέρη συμφωνούν ρητώς ότι, στην περίπτωση αυτή, «η δαπάνη της μεταφοράς» που καταλογίζεται στους παραγωγούς και στις οργανώσεις παραγωγών δεν θα υπερβαίνει σε καμία περίπτωση το 35 % των αποδεδειγμένων δαπανών της συνολικής μεταφοράς, περιλαμβανομένης και της μεταφοράς της πρώτης ύλης από τον τόπο της συγκομιδής στη μεταποιητική επιχείρηση, η οποία μεταφορά, «όπως προβλέπει ο κοινοτικός κανονισμός, βαρύνει τη μεταποιητική επιχείρηση».
13. Οι συμβάσεις μεταποιήσεως του άρθρου 3 του κανονισμού 426/86 συνήφθησαν - κατά την περίοδο εμπορίας 1996/1997 - βάσει της διεπαγγελματικής συμφωνίας. Κατά συνέπεια, προέβλεπαν ότι οι μεταποιητές έπρεπε να θέσουν στη διάθεση των παραγωγών όλα τα αναγκαία εμπορευματοκιβώτια για τη συγκομιδή και την παράδοση της πρώτης ύλης. Από την πλευράς τους, οι παραγωγοί αναλάμβαναν την υποχρέωση να επιστρέψουν τα εν λόγω κιβώτια και να αποζημιώσουν τους μεταποιητές σε περίπτωση απωλείας ή βλάβης σ' αυτά.
14. Κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών που υποβλήθηκαν από την Ιταλική Δημοκρατία στα πλαίσια της χρηματοδοτήσεως από το Ταμείο, η Επιτροπή προέβη σε ορισμένες χρηματοοικονομικές διορθώσεις, εξαιρώντας από την κοινοτική χρηματοδότηση το ποσό των 7 421 939 820 ιταλικών λιρών (ITL) για την ενίσχυση στη μεταποίηση ντομάτας με το αιτιολογικό της μη πλήρους καταβολής των δαπανών μεταφοράς στους παραγωγούς ντομάτας από τους μεταποιητές ντομάτας στην Ιταλία (σημείο 4.6.8 της συνθετικής εκθέσεως για το οικονομικό έτος 1995). Η εν λόγω εξαίρεση από τη κοινοτική χρηματοδότηση αντιστοιχεί σε κατ' αποκοπήν διόρθωση της τάξεως του 2 % του συνολικού ποσού, το οποίο ανερχόταν σε 371 096 991 020 ITL.
15. Στη συνθετική έκθεση VI/6462/98 - που κωδικοποιήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 1999 - σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων, όσον αφορά το οικονομικό έτος 1995, η Επιτροπή δικαιολόγησε την εν λόγω χρηματοοικονομική διόρθωση ως εξής:
«Τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τις αποστολές ελέγχου κατέδειξαν ότι οι παραγωγοί ντομάτας επιβαρύνονταν από τους μεταποιητές με το 35 % των δαπανών μεταφοράς της πρώτης ύλης, έστω και αν αυτό αντιβαίνει προς τους κοινοτικούς κανόνες και, ειδικότερα, προς το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο ε_, του κανονισμού (EOK) 1558/91.
[...]
Λαμβανομένων υπόψη των διαθεσίμων στοιχείων, οι υπηρεσίες της Επιτροπής φρονούν ότι η εν λόγω μη τήρηση των κοινοτικών κανόνων εξομοιώνεται με μη πλήρη καταβολή της ελάχιστης τιμής στους παραγωγούς για την πρώτη ύλη που παραδόθηκε και εξασφάλισε στις μεταποιητικές επιχειρήσεις αθέμιτο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση με τις επιχειρήσεις άλλων χωρών.
[...]»
16. Η Ιταλική Δημοκρατία προσέφυγε στο συμβιβαστικό όργανο στις 18 Μα_ου 1998. Το όργανο αυτό κατέληξε, με την οριστική έκθεση της 22ας Οκτωβρίου 1998, ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο ε_, του κανονισμού 1558/91 δεν ήταν απολύτως σαφές και ότι, εκ πρώτης όψεως, καθιστούσε πράγματι δυνατό το συμπέρασμα ότι, ανεξαρτήτως της ελάχιστης τιμής με την οποία επιβαρύνονται οι μεταποιητές, αυτοί μπορούσαν, σύμφωνα με την ερμηνεία της ρυθμίσεως που υποστηρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση, να χρεώσουν χωριστά τους παραγωγούς με τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκαν για ορισμένες πρόσθετες υπηρεσίες. άντως, το συμβιβαστικό όργανο έκρινε ότι δεν ήταν αρμόδιο για την επίλυση του εν λόγω ερμηνευτικού ζητήματος.
17. Η Επιτροπή ισχυρίστηκε συναφώς ότι η πρακτική την οποία υποστηρίζουν οι ιταλικές αρχές - την οποία θεωρεί αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο - ισοδυναμεί με μη πλήρη καταβολή της ελάχιστης τιμής στους παραγωγούς για την παραδοθείσα πρώτη ύλη, η οποία εξασφαλίζει στις εταιρίες μεταποιήσεως αδικαιολόγητο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση με τις επιχειρήσεις των άλλων κρατών μελών.
18. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία επισυνάπτεται στο δικόγραφο της προσφυγής της 17ης Απριλίου 1999, το οποίο περιήλθε στο Δικαστήριο στις 21 Απριλίου 1999.
19. Η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:
1) να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής C(1999) 208 τελ., της 3ης Φεβρουαρίου 1999 , για την εξαίρεση από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), τμήμα Εγγυήσεων, στο μέτρο που με αυτήν η Επιτροπή προέβη σε χρηματοοικονομικές διορθώσεις σε βάρος της Ιταλικής Δημοκρατίας και όρισε ότι δεν καταλογίζεται στο ΕΓΤΕ το ποσόν των 7 421 939 820 (ITL), για την ενίσχυση στη μεταποίηση ντομάτας - μη πλήρης καταβολή των δαπανών μεταφοράς από τις επιχειρήσεις μεταποιήσεως - Ιταλία (σημείο 4.6.8 της συνθετικής εκθέσεως για το οικονομικό έτος 1995),
και
2) να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
20. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, το γεγονός ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο ε_, του κανονισμού 1558/91 απαριθμεί ορισμένες δαπάνες οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στη ελάχιστη τιμή δεν σημαίνει, εντούτοις, ότι οι παραγωγοί δεν μπορούν να επιβαρυνθούν με καμία δαπάνη. ράγματι, κατά την άσκηση της δραστηριότητάς τους οι παραγωγοί πρέπει να αντιμετωπίσουν πολλές δαπάνες. Αν το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο ε_, του κανονισμού 1558/91 έπρεπε όντως να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το σύνολο των παρεπομένων δαπανών επιβαρύνει αποκλειστικά τον μεταποιητή, η διάταξη αυτή θα είχε ορίσει ότι οι συμβάσεις μεταποιήσεως πρέπει να προβλέπουν καθαρή τιμή.
21. Η Ιταλική Κυβέρνηση φρονεί ότι ο σκοπός του άρθρου αυτού έγκειται στην αποτροπή του ενδεχομένου καταστρατηγήσεων της ρυθμίσεως που επιβάλλει ελάχιστη τιμή μέσω αδιαφανών πρακτικών και ότι, για τον λόγο αυτόν, απαιτείται η χωριστή μνεία των παρεπομένων δαπανών. Υποστηρίζει, άλλωστε, ότι η παροχή και η διάθεση εμπορευματοκιβωτίων δεν συνδέονται με τις ενέργειες μεταποιήσεως των οποίων τις δαπάνες φέρουν αποκλειστικά οι μεταποιητές.
22. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την προσφυγή
2) να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
23. Η Επιτροπή ισχυρίζεται κατ' ουσίαν ότι η συμμετοχή στις δαπάνες μεταφοράς, έστω και αν περιορίζεται στο 35 % των αποδεδειγμένων δαπανών της συνολικής μεταφοράς, καταλήγει, σε τελική ανάλυση, στη μείωση της ελάχιστης τιμής και είναι αντίθετη προς την απαίτηση καταβολής ελάχιστης τιμής καλουμένης «στον παραγωγό», η οποία διατυπώνεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού 1398/96. Επικαλείται, επιπλέον, τη στενή σχέση που υφίσταται, κατ' αυτήν, μεταξύ των δαπανών που αφορούν τη χρησιμοποίηση των αναγκαίων για τη μεταφορά της πρώτης ύλης εμπορευματοκιβωτίων και της ίδιας της μεταφοράς. Τέλος, τονίζει τον σκοπό που επιδιώκεται με την καθιέρωση της ελάχιστης τιμής, δηλαδή την προστασία των παραγωγών.
IV - Εκτίμηση
24. Οι διάδικοι συμφωνούν προφανώς ως προς το ότι η οικεία οργάνωση της αγοράς αποκλείει την επιβάρυνση των παραγωγών με τις δαπάνες μεταφοράς και μεταποιήσεως, εφόσον χαρακτηρίζει ως τιμή «στον παραγωγό» την ελάχιστη τιμή που καταβάλλεται στους παραγωγούς. Κατά συνέπεια, αποκλείεται η επιβάρυνση των παραγωγών με δαπάνες που αφορούν τη μεταφορά της πρώτης ύλης προς τις εγκαταστάσεις μεταποιήσεως, πράγμα το οποίο υπογραμμίζει, άλλωστε, ρητώς και το άρθρο 11 της διεπαγγελματικής συμφωνίας.
25. Με την επίδικη απόφαση, η Επιτροπή φρονεί ότι οι συναφθείσες μεταξύ των παραγωγών και των μεταποιητών συμφωνίες είναι ασυμβίβαστες προς τις διατάξεις που επιβάλλουν ελάχιστη τιμή και, ειδικότερα, προς το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο ε_, του κανονισμού 1558/91, διότι θεωρεί ότι οι επίδικες δαπάνες συνδέονται με τις δαπάνες μεταφοράς και μεταποιήσεως. Αντιθέτως, η Ιταλική Δημοκρατία φρονεί ότι επίδικες δαπάνες πρέπει να κριθούν αυτοτελώς και στηρίζεται, προς τούτο, στο κείμενο και στον σκοπό του του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο ε_, του κανονισμού 1558/91.
26. Επομένως, ανακύπτει το ζήτημα της φύσεως των επιδίκων δαπανών.
A - Επί της φύσεως των επιδίκων δαπανών
27. Σημειώνεται ότι η διεπαγγελματική συμφωνία αναφέρεται, στο κείμενο του άρθρου 11, στις «δαπάνες μεταφοράς». Από τη διατύπωση όμως αυτή δεν μπορεί να συναχθεί ότι πρόκειται, στην παρούσα περίπτωση, για μετακύλιση των δαπανών μεταφοράς στους παραγωγούς υπό την έννοια της αμοιβής για τη μεταφορά της πρώτης ύλης στις εγκαταστάσεις των μεταποιητών. Το ζήτημα που ανακύπτει ανάγεται μάλλον στη νομιμότητα της πληρωμής ορισμένων υπηρεσιών του μεταποιητή από τον παραγωγό.
28. Οι υπηρεσίες που παρέχουν οι μεταποιητές συνίστανται στη διάθεση εμπορευματοκιβωτίων στους παραγωγούς, τα οποία αυτοί προφανώς χρειάζονται για τη συγκομιδή. Η Επιτροπή αποδίδει, άλλωστε, θεμελιώδη σημασία, στα πλαίσια της συλλογιστικής της, στην υποχρέωση των παραγωγών να αποζημιώσουν οικονομικώς τους μεταποιητές σε περίπτωση απωλείας ή βλάβης των εν λόγω εμπορευματοκιβωτίων.
29. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, διευκρινίστηκε ότι τα εμπορευματοκιβώτια δεν εξυπηρετούν τη μεταφορά της πρώτης ύλης από τον τόπο παραγωγής στις εγκαταστάσεις του μεταποιητή, όπως θα μπορούσε να συναχθεί από το άρθρο 11 της διεπαγγελματικής συμφωνίας, αλλ' αποκλειστικά τη συγκομιδή της ντομάτας. Κατά τον εκπρόσωπο της Ιταλικής Κυβερνήσεως, τον οποίο δεν αντέκρουσε ως προς το σημείο αυτό η Επιτροπή, η επίμαχη μεταφορά πραγματοποιείται με μεγαλύτερα εμπορευματοκιβώτια. Επομένως, το στοιχείο αυτό θεωρείται δεδομένο στο πλαίσιο της περαιτέρω αναλύσεως, εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός της Ιταλικής Κυβερνήσεως δεν αντικρούστηκε.
30. Οι δαπάνες όμως αυτές συνδέονται με το προπαρατεθέν κόστος της μεταφοράς , δεδομένου ότι τα εμπορευματοκιβώτια είναι αναγκαία για τη «μεταφορά της πρώτης ύλης [...] μέχρι τις εγκαταστάσεις του μεταποιητή», και το κατ' αποκοπήν ανώτατο όριο για τις δαπάνες αυτές - 35 % - υπολογίζεται με απ' ευθείας αναγωγή στο κόστος της συνολικής μεταφοράς της πρώτης ύλης.
31. Η Επιτροπή θεωρεί ότι από τα ανωτέρω μπορεί να συναγάγει ότι οι επίδικες δαπάνες συνδέονται στενά με το κόστος της μεταφοράς. Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, αντιθέτως, ότι η διάθεση των εμπορευματοκιβωτίων συνιστά χωριστή παροχή σε σχέση με τη μεταφορά της πρώτης ύλης στους μεταποιητές.
32. Κατά την έγγραφη διαδικασία, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου όσον αφορά τον εν λόγω ισχυρισμό της Ιταλικής Δημοκρατίας, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Εντούτοις, επειδή ο εκπρόσωπος της Ιταλικής Κυβερνήσεως διευκρίνισε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν επιθυμούσε να εξετασθούν οι επίδικες δαπάνες ανεξάρτητα από το κόστος της μεταφοράς, η Επιτροπή παραιτήθηκε ρητώς από την ένσταση απαραδέκτου. Αν η Επιτροπή δεν είχε παραιτηθεί από την ένστασή της, θα έπρεπε να εξετασθεί κατά πόσο το επιχείρημα της Ιταλικής Κυβερνήσεως συνιστούσε νέο επιχείρημα και όχι νέο ισχυρισμό .
33. Επομένως, η φύση των επιμάχων δαπανών παραμένει αμφίβολη. Εάν συνιστούν πράγματι δαπάνες μεταφοράς, είναι αμφίβολο αν μπορούν να καταλογισθούν στον παραγωγό, δεδομένου ότι το γράμμα του κανονισμού 1398/96 είναι σαφές προς το σημείο αυτό.
34. Όσον αφορά τη φύση των επιδίκων δαπανών, πρέπει, καταρχάς, να γίνει δεκτή η άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι η μεταφορά της πρώτης ύλης, αφενός, και η διάθεση εμπορευματοκιβωτίων πριν από τη συγκομιδή, αφετέρου, συνιστούν δύο χωριστές παροχές. Είναι, εντούτοις, δυνατόν να συνδεθούν οι επίδικες δαπάνες με το άμεσο κόστος της μεταφοράς, αν ληφθεί υπόψη ότι η κατοχή εμπορευματοκιβωτίων είναι αναγκαία για τη διεξαγωγή της συγκομιδής, τη φόρτωση και τη μεταφορά, όπως προκύπτει άλλωστε από το άρθρο 11 της διεπαγγελματικής συμφωνίας. Αυτό επιβεβαιώνει τη σχέση η οποία υφίσταται, και την οποία επισήμανε η Επιτροπή, μεταξύ της μεταφοράς, αυτής καθεαυτής, και της διαθέσεως των εμπορευματοκιβωτίων.
35. Η Επιτροπή παρατηρεί επίσης, όχι αδικαιολόγητα, ότι το άρθρο 11 της διεπαγγελματικής συμφωνίας εξομοιώνει τις επίδικες δαπάνες με το κόστος της μεταφοράς, εφόσον εξαρτά το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των εν λόγω δαπανών από το συνολικό κόστος της μεταφοράς.
36. άντως, το τελευταίο αυτό επιχείρημα είναι λιγότερο πειστικό, στο μέτρο που, για την εφαρμογή της νομοθεσίας που επιβάλλει ελάχιστη τιμή, ο χαρακτηρισμός των επιδίκων δαπανών δεν μπορεί να εξαρτάται από τη συμβατική βούληση των συμβαλλομένων και στο μέτρο που η εκτίμηση της νομιμότητάς τους σε σχέση με τη νομοθεσία αυτή δεν συνδέεται τόσο με τη φύση τους όσο με το αν μπορούν να κριθούν επιτρεπτές ενόψει των πραγματικών οικονομικών συνεπειών τους για τους παραγωγούς.
37. Αν ληφθεί υπόψη η δήλωση του εκπροσώπου της Ιταλικής Κυβερνήσεως κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα εμπορευματοκιβώτια που τίθενται στη διάθεση των παραγωγών δεν χρησιμοποιούνται, προφανώς, για τη μεταφορά της πρώτης ύλης. Αν αυτό είναι αληθές, αποκλείεται η εξομοίωση της διαθέσεως των εμπορευματοκιβωτίων με τη πραγματική μεταφορά της πρώτης ύλης.
38. Αντιθέτως, αν τα εμπορευματοκιβώτια χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά της πρώτης ύλης, δεν θα συνέτρεχε πλέον λόγος διακρίσεως μεταξύ της υπηρεσίας που παρέχουν οι μεταποιητές και της πραγματικής μεταφοράς. Είναι αληθές ότι η υπηρεσία την οποία πράγματι παρέχουν οι μεταποιητές - η διάθεση εμπορευματοκιβωτίων - παραμένει αμετάβλητη ανεξαρτήτως της χρήσεως των εμπορευματοκιβωτίων αυτών. Εν προκειμένω όμως σημασία έχει το γεγονός ότι η επίμαχη υπηρεσία συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για τη μεταφορά της πρώτης ύλης.
39. Ένα περαιτέρω επιχείρημα υπέρ της απόψεως της Επιτροπής θα μπορούσε να συναχθεί από τη σύγκριση με το δίκαιο της διεθνούς πωλήσεως αγαθών. ράγματι, οι όροι incoterms του 2000 προβλέπουν, για τις πωλήσεις «εκ του εργοστασίου» (EXW), ότι, σε περίπτωση αμφιβολίας, τις δαπάνες παραλαβής του εμπορεύματος φέρει ο αγοραστής. Τούτο όμως σημαίνει ότι, στην περίπτωση αυτή - η οποία αντιστοιχεί στην πώληση της πρώτης ύλης «εκμετάλλευση του παραγωγού» -, η δαπάνη της μεταφοράς περιλαμβάνει και τα έξοδα της κατηγορίας των επιδίκων δαπανών.
40. Αν όμως γίνει δεκτό ότι οι επίδικες δαπάνες πρέπει να αξιολογηθούν αυτοτελώς, σύμφωνα με όσα υποστηρίχθηκαν κατά την προφορική διαδικασία, πρέπει να εξετασθεί αν ο καταλογισμός τους στους παραγωγούς βάσει της διεπαγγελματικής συμφωνίας συνάδει με τη νομοθεσία που επιβάλλει ελάχιστη τιμή. Οι διάδικοι φρονούν ότι πρέπει συναφώς να ληφθούν υπόψη το γράμμα και ο σκοπός των προπαρατεθεισών διατάξεων .
B - Επί του γράμματος του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο ε_, του κανονισμού 1558/91
41. Η υποχρέωση χωριστής μνείας της ελάχιστης τιμής και των παρεπομένων δαπανών, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο ε_, του κανονισμού 1558/91, δεν δικαιολογεί, αυτή καθαυτή, την απαγόρευση της επιβαρύνσεως των παραγωγών με τις παρεπόμενες δαπάνες. Αντιθέτως μάλιστα, όπως ευστόχως παρατηρεί η Ιταλική Κυβέρνηση, τούτο συνηγορεί υπέρ του θεμιτού χαρακτήρα της εν λόγω επιβαρύνσεως των παραγωγών, εφόσον η υποχρέωση χωριστής μνείας των παρεπομένων δαπανών αφορά ακριβώς μόνο δαπάνες με τις οποίες μπορεί να επιβαρυνθεί ο παραγωγός στο πλαίσιο της νομοθεσίας που διέπει την αγορά.
42. Το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο ε_, του κανονισμού 1558/91 περιέχει και έναν περιορισμό: τα σχετικά ποσά πρέπει «κατά περίπτωση» να αναφέρονται χωριστά. Ο περιορισμός αυτός σημαίνει ενδεχομένως ότι οι δαπάνες πρέπει να αναφέρονται ή μπορούν να αναφέρονται μόνον όταν η νομοθεσία που διέπει την αγορά επιτρέπει να επιβαρύνουν τον παραγωγό.
43. Κατά συνέπεια, η εν λόγω επιχειρηματολογία της Ιταλικής Κυβερνήσεως δεν είναι προδήλως αβάσιμη. Αντιθέτως, πρέπει να απορριφθούν τα σχετικά επιχειρήματα της Επιτροπής: από το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο ε_, του κανονισμού 1558/91 δεν μπορεί να συναχθεί ότι οι δαπάνες οι οποίες χαρακτηρίζονται από τους συμβαλλομένους ως δαπάνες μεταφοράς δεν μπορούν να επιβαρύνουν τον παραγωγό.
Επομένως, η ερμηνεία που στηρίζεται στο γράμμα της διατάξεως δεν φαίνεται να είναι, από την άποψη αυτή, ιδιαίτερα χρήσιμη.
Γ - Επί της εσωτερικής λογικής και του σκοπού της ρυθμίσεως περί ελαχίστης τιμής στα πλαίσια της νομοθεσίας που διέπει την οικεία αγορά
44. Το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο ε_, του κανονισμού 1558/91 δεν καθιστά, αφ' εαυτού, δυνατή την εκτίμηση του θεμιτού χαρακτήρα της ενδεχόμενης επιβαρύνσεως του παραγωγού με τις δαπάνες. Επομένως, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να εξετασθεί μεμονωμένα: αντιθέτως, η αξιολόγηση πρέπει να πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συνολικής εξετάσεως της οικείας ρυθμίσεως περί ελαχίστης τιμής.
45. Στην παρούσα υπόθεση, από το παράρτημα Ι του κανονισμού 1398/96 προκύπτει σαφώς ότι η ελάχιστη τιμή που καταβάλλεται στον παραγωγό είναι τιμή «στον παραγωγό», με τη λογική συνέπεια ότι οι δαπάνες για τη μεταφορά της πρώτης ύλης στις εγκαταστάσεις μεταποιήσεως, όπως έχει ήδη εκτεθεί , πρέπει να επιβαρύνουν τον μεταποιητή.
46. Η ρύθμιση που προβλέπει ελάχιστη τιμή για τα μεταποιημένα προϊόντα με βάση τις ντομάτες στηρίζεται στις συμβάσεις μεταποιήσεως και αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην εξασφάλιση του εισοδήματος των παραγωγών. Οι ενισχύσεις στην παραγωγή που χορηγούνται υπό ορισμένες προϋποθέσεις στους μεταποιητές πρέπει να παρέχουν στους μεταποιητές τη δυνατότητα να αγοράζουν την πρώτη ύλη στην κοινοτική αγορά σε τιμές ανταγωνιστικές - σε σχέση με τις τιμές της αγκόσμιας Αγοράς .
47. Κατά συνέπεια, για να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της καταβολής της ελάχιστης τιμής στους παραγωγούς, είναι αναγκαίο να υφίσταται η δυνατότητα διακρίσεως της καταβληθείσας τιμής από τις λοιπές χρηματικές παροχές που οφείλονται στο πλαίσιο των συμβάσεων μεταποιήσεως. Ορθώς η Ιταλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει το σημείο αυτό.
48. Επομένως, η ρύθμιση που προβλέπει ελάχιστη τιμή δεν απαγορεύει, καταρχήν, την επιβάρυνση των παραγωγών με τις παρεπόμενες δαπάνες, υπό την προϋπόθεση ότι γίνεται σαφής μνεία των δαπανών αυτών στις συμβάσεις μεταποιήσεως και ότι η επιβάρυνση αυτή δεν θέτει σε κίνδυνο τον σκοπό της ρυθμίσεως.
49. Εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση θεωρείται ότι η διάθεση των εμπορευματοκιβωτίων συνιστά χωριστή υπηρεσία σε σχέση με τη μεταφορά της πρώτης ύλης στις εγκαταστάσεις των μεταποιητών, δεν φαίνεται να συντρέχει λόγος εκ των προτέρων αποκλεισμού της επιβαρύνσεως των παραγωγών με το κόστος της υπηρεσίας αυτής, αποκλειστικά και μόνο διότι η επίμαχη υπηρεσία παρέχεται από τους μεταποιητές, και όχι από τρίτους.
50. Η Επιτροπή φρονεί, πάντως, ο σκοπός της ρυθμίσεως απειλείται, εφόσον, κατά τη γνώμη της, το άρθρο 11 της διεπαγγελματικής συμφωνίας και οι συμβάσεις μεταποιήσεως που συνάπτονται βάσει της συμφωνίας αυτής έχουν, σε τελική ανάλυση, ως αποτέλεσμα την παράνομη μείωση της ελάχιστης τιμής που οφείλουν οι μεταποιητές - σε ποσοστό 35 % του κόστους της μεταφοράς.
51. Ο ισχυρισμός αυτός χρήζει περαιτέρω εξετάσεως. Ακόμη και αν γίνει δεκτή η δυνατότητα, καταρχήν, συμμετοχής των παραγωγών στις επίδικες δαπάνες, διότι αυτές αποσκοπούν στην παροχή αμοιβής για ιδιαίτερη υπηρεσία η οποία δεν συνδέεται με τη μεταφορά της πρώτης ύλης στις εγκαταστάσεις των μεταποιητών ούτε με τη δραστηριότητα της μεταποιήσεως, η χρέωση της υπηρεσίας αυτής στους παραγωγούς απαιτεί, πάντως, προσεκτική εξέταση.
52. Υπενθυμίζεται, στο πλαίσιο αυτό, ότι άρθρο 11 της διεπαγγελματικής συμφωνίας συνδέει την καταβολή των επιδίκων δαπανών με το ύψος του κόστους της συνολικής μεταφοράς και παραπέμπει στους όρους των κατ' ιδίαν συμβάσεων μεταποιήσεως. Οι συμβάσεις όμως αυτές, σύμφωνα με τα πρότυπα συμβάσεων που προσκόμισε η Ιταλική Κυβέρνηση, καθορίζουν τη συμμετοχή των παραγωγών στο 35 % του κόστους της συνολικής μεταφοράς. Τούτο σημαίνει ότι η συμμετοχή των παραγωγών δεν υπολογίζεται πάντοτε βάσει των δαπανών οι οποίες πράγματι ανέκυψαν, αλλά καθορίζεται μάλλον κατ' αποκοπήν.
53. Η Επιτροπή επισημαίνει ορθώς ότι η ρύθμιση που επιβάλλει ελάχιστη τιμή έχει δεσμευτικό χαρακτήρα. Επομένως, αποκλείεται κάθε άμεση ή έμμεση καταστρατήγηση του κανόνα της ελάχιστης τιμής. Τούτο δεν εμποδίζει, βεβαίως, κάθε συμμετοχή των παραγωγών σε ορισμένες παρεπόμενες δαπάνες που δεν συνδέονται άμεσα με τη μεταφορά και τη μεταποίηση, πλην όμως η συμμετοχή αυτή στις δαπάνες πρέπει να συμβιβάζεται με την επιβολή ελάχιστης τιμής «στον παραγωγό». Κατά συνέπεια, η, καταρχήν υφισταμένη, δυνατότητα επιβαρύνσεως των παραγωγών με τις δαπάνες που αντιστοιχούν σε ορισμένες ιδιαίτερες υπηρεσίες χωρίς άμεση σχέση ούτε με τη μεταφορά της πρώτης ύλης ούτε με τη μεταποίησή της - υπό την έννοια της καλύψεως των δαπανών - βρίσκει τα όριά της οσάκις, κατά τον τρόπο αυτόν, ματαιώνεται η πλήρης καταβολή της προβλεπόμενης ελάχιστης τιμής.
54. Ο κίνδυνος αυτός υφίσταται στην περίπτωση κατά την οποία οι δαπάνες με τις οποίες επιβαρύνονται οι παραγωγοί δεν αντιστοιχούν στις δαπάνες στις οποίες πράγματι υποβλήθηκαν οι μεταποιητές για την παροχή της επίμαχης υπηρεσίας. Κατά συνέπεια, στο μέτρο που η διεπαγγελματική συμφωνία προβλέπει υποχρέωση αποζημιώσεως σε περίπτωση βλάβης ή απώλειας των εμπορευματοκιβωτίων ως χρηματοοικονομικό όρο που συνδέεται με τις ίδιες δαπάνες των μεταποιητών, η αντίστοιχη ρήτρα είναι ακίνδυνη. Τούτο δεν συμβαίνει, αντιθέτως, στην περίπτωση κατ' αποκοπήν συμμετοχής στις δαπάνες, σε αντιστάθμισμα της διαθέσεως εμπορευματοκιβωτίων πριν από τη συγκομιδή, συμμετοχής η οποία έχει ως συνέπεια την παράνομη μείωση της ελάχιστης τιμής που οφείλεται στους παραγωγούς, στο μέτρο που μειώνει την ελάχιστη αυτή τιμή κατά ποσοστό συμμετοχής στις δαπάνες το οποίο υπερβαίνει τα έξοδα στα οποία πράγματι υποβλήθηκαν οι μεταποιητές.
55. Σε τελική ανάλυση, για την εφαρμογή της ρυθμίσεως που επιβάλλει ελάχιστη τιμή, δεν έχει σημασία αν η ελάχιστη τιμή πιστώνεται, καταρχάς, στους παραγωγούς, για να μειωθεί, στη συνέχεια, κατά τα ποσά που διεκδικούν οι μεταποιητές ως παρεπόμενες δαπάνες, ή αν η ελάχιστη αυτή τιμή εξαρχής καταβάλλεται μόνον εν μέρει.
56. Κατά συνέπεια, ανεξαρτήτως της φύσεως των επιδίκων δαπανών, πρέπει να γίνει δεκτή η άποψη της Επιτροπής, η οποία θεώρησε ότι οι συμβάσεις μεταποιήσεως που συνήφθησαν βάσει της διεπαγγελματικής συμφωνίας είχαν ως συνέπεια τη «μη πλήρη καταβολή της ελάχιστης τιμής στους παραγωγούς». Επειδή η ρύθμιση που επιβάλλει την ελάχιστη τιμή έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, οι επίμαχες δαπάνες δεν «πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες» υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1287/95.
V - Επί των δικαστικών εξόδων
57. Το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η προσφυγή της Ιταλικής Δημοκρατίας απορρίφθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής.
VI - ρόταση
58. Βάσει των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
2) να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy