Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
ροκαταρκτικές παρατηρήσεις
1. Στην παρούσα υπόθεση τίθεται το ζήτημα της νομιμότητας διαφόρων διορθώσεων σε βάρος της Ιταλικής Δημοκρατίας επί των δαπανών που χρηματοδοτεί το ΕΓΤΕ . ρόκειται τόσο για ειδικές διορθώσεις όσο και για μία κατ' αποκοπή διόρθωση της τάξεως του 25 %, σε τρεις συνολικώς περιπτώσεις.
2. Με την απόφασή της 99/187/ΕΚ (στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση), η Επιτροπή διαπίστωσε μεταξύ άλλων ότι το ΕΓΤΕ δεν μπορούσε να επιβαρυνθεί με τα ακόλουθα ποσά:
- περίπου 500 000 000 ιταλικές λίρες (ITL) για τη δημόσια αποθεματοποίηση σκληρού σίτου μη επιλέξιμου για την παρέμβαση·
- 2 751 722 888 ITL για την ενίσχυση στην κατανάλωση ελαιολάδου, λόγω των ελλείψεων της διοικητικής διαδικασίας περί ανακλήσεως της εγκρίσεως προς τις επιχειρήσεις συσκευασίας ελαιολάδου, και
- 62 685 916 000 ITL και 13 998 973 000 ITL για πριμοδοτήσεις προβατινών και αιγών λόγω διοικητικής ανεπάρκειας και ακαταλλήλων ελέγχων.
3. Η προσβαλλομένη απόφαση στηρίζεται ειδικότερα στην έκθεση συνθέσεως σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1995 (στο εξής: έκθεση συνθέσεως 1995).
4. Η Ιταλική Κυβέρνηση ζητεί την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον αποκλείει τα πιο πάνω αναφερθέντα ποσά από τις χρηματοδοτούμενες από το ΕΓΤΕ δαπάνες για το οικονομικό έτος 1995.
5. Η Επιτροπή ζητεί, πρώτον, την απόρριψη της προσφυγής και, δεύτερον, να καταδικαστεί η προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
6. Οι τρεις προβαλλόμενοι λόγοι θα εξεταστούν στη συνέχεια στο πλαίσιο της αμφισβητουμένης διορθώσεως. Ως προς τις λεπτομέρειες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά, τη διαδικασία, καθώς και την επιχειρηματολογία των διαδίκων, παραπέμπω στην έκθεση συνθέσεως. Τα στοιχεία του φακέλου θα επαναληφθούν στη συνέχεια μόνο στο μέτρο που είναι αναγκαίο προς στήριξη των προτάσεών μου.
Ι - Δημόσια αποθεματοποίηση σιτηρών - Έλεγχος εκ μέρους του UCLAF των οργανισμών ανάληψης - Μη επιλέξιμες ποσότητες σκληρού σίτου
Α - Τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό πλαίσιο
7. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1766/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών , αποτελεί τη βασική κανονιστική ρύθμιση του καθεστώτος παρεμβάσεως από την περίοδο εμπορίας 1993/94. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 689/92 της Επιτροπής, της 19ης Μαρτίου 1992 , καθορίζει τη διαδικασία και τους όρους ανάληψης των σιτηρών από τους οργανισμούς παρεμβάσεως.
8. Κατά τους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν στην Ιταλία τον Δεκέμβριο 1993, οι υπηρεσίες του UCLAF διαπίστωσαν, σε πολλές αποθήκες, ότι έλειπε μέρος των σιτηρών ή ότι υπήρχαν σιτηρά μη επιλέξιμα για την παρέμβαση. Οι διαπιστώσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα οικονομική διόρθωση 3 857 589 582 ITL κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 1995 .
9. Η χρηματοοικονομική αυτή διόρθωση αναφέρεται συνολικά σε λίγο περισσότερους από 18 000 τόνους σκληρού σίτου, εκ των οποίων μόνον οι 1 485,104 τόνοι (στο εξής: επίδικη ποσότητα) αποτελούν αντικείμενο της προσφυγής. Η επίδικη ποσότητα αντιστοιχεί σε ένα τμήμα του ποσού της διορθώσεως, τμήμα που η Ιταλική Κυβέρνηση εκτιμά σε περίπου 500 000 000 ITL επί συνόλου 3 857 589 582 ITL .
10. Η επίδικη ποσότητα αποτελείται από σκληρό σίτο αποθηκευμένο, ή που είχε αποθηκευθεί, σε τρεις διαφορετικούς τόπους. Δεδομένου του πραγματικού χαρακτήρα των λόγων της προσφυγής, μπορώ να αποφύγω τη λεπτομερή περιγραφή των πραγματικών περιστατικών και της προηγουμένης διαδικασίας και να παραπέμψω απλώς στην έκθεση συνθέσεως 1995.
11. Η Ιταλική Δημοκρατία ισχυρίζεται κατ' ουσίαν ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πραγματικά σφάλματα κατά τον υπολογισμό των ποσοτήτων που υπήρχαν στις τρεις αποθήκες. αρατηρεί ειδικότερα ότι, κατά τον υπολογισμό της διορθώσεως, η Επιτροπή έλαβε ως βάση μεγαλύτερες ποσότητες από αυτές των οποίων η ύπαρξη είχε αποδειχθεί. Οφείλω, επομένως, να εκθέσω και να αξιολογήσω την επιχειρηματολογία της Ιταλικής Δημοκρατίας για κάθε αποθήκη χωριστά.
12. Στο σημείο αυτό, πρέπει να αναφερθώ στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ και την κατανομή του βάρους αποδείξεως στο πλαίσιο ευθείας προσφυγής κατά των αποφάσεων της Επιτροπής.
13. Κατά τη νομολογία αυτή, το ΕΓΤΕ χρηματοδοτεί μόνον τις παρεμβάσεις που είναι σύμφωνες προς τις κοινοτικές διατάξεις και η Επιτροπή οφείλει, αν έχει βάσιμες αμφιβολίες όσον αφορά μια συναλλαγή λόγω των πραγματικών περιστατικών ή καταστάσεων σε σχέση με τους όρους υπό τους οποίους πραγματοποιήθηκε η συναλλαγή αυτή, να μην καταβάλλει τα ποσά που αντιστοιχούν στη συναλλαγή αυτή, εκτός αν το οικείο κράτος μέλος προσκομίσει στοιχεία που αρκούν προς άρση των αμφιβολιών αυτών .
14. Ομοίως, «σε περίπτωση που η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει το ΕΓΤΕ με ορισμένες δαπάνες, για τον λόγο ότι οι δαπάνες αυτές προκλήθηκαν από καταλογιστέες σε κράτος μέλος παραβάσεις των κοινοτικών ρυθμίσεων, σ' αυτό το κράτος μέλος εναπόκειται να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της χρηματοδότησης που του αρνείται η Επιτροπή» .
15. To Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι «η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αποδείξει κατά τρόπο εξαντλητικό τον πλημμελή χαρακτήρα των διαβιβασθέντων από τα κράτη μέλη στοιχείων, αλλά να προσκομίσει αποδεικτικό στοιχείο της σοβαρής και εύλογης αμφιβολίας με την οποία αντιμετωπίζει τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν από τις εθνικές διοικητικές αρχές. Ο εν λόγω μετριασμός της απαιτήσεως για την εκ μέρους της Επιτροπής απόδειξη εξηγείται από το γεγονός ότι [...] το κράτος είναι αυτό που μπορεί καλύτερα να συλλέξει και επαληθεύσει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ και στο οποίο εναπόκειται, συνεπώς, να προσκομίσει την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη του αληθούς των στοιχείων του και, ενδεχομένως, της ανακρίβειας των υπολογισμών της Επιτροπής» .
16. Με τον πρώτο λόγο της προσφυγής, η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί μόνο τρεις συγκεκριμένες διορθώσεις, που οφείλονται κατ' αυτήν σε εσφαλμένους υπολογισμούς. Επομένως, δεν αμφισβητεί κατ' αρχήν τις διορθώσεις αυτές, αλλά μόνον το ύψος τους. Σύμφωνα με την κατανομή του βάρους αποδείξεως που αναφέρθηκε πιο πάνω, πρέπει να εξεταστεί αν η Ιταλική Δημοκρατία απέδειξε ότι οι επίδικες διορθώσεις ήσαν εσφαλμένες.
Β - Η αποθήκη του San Lorenzo
17. Ως προς την αποθήκη του San Lorenzo, η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί την εκ μέρους της Επιτροπής αφαίρεση 954,220 τόνων (στο εξής: αφαιρεθείσα ποσότητα) για την περίοδο εμπορίας 1991/92. Στηρίζεται συναφώς στις μετρήσεις του ιταλικού οργανισμού παρεμβάσεως AIMA και στα αποτελέσματα αναλύσεων που πραγματοποιήθηκαν μετά την ολοκλήρωση επιτοπίου ελέγχου. Οι αναλύσεις αυτές δείχνουν ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να αφαιρέσει κατ' ανώτατο όριο 64,51 τόνους για την περίοδο εμπορίας 1987/88.
18. Κατ' ουσίαν, οι διάδικοι διαφωνούν ως προς τι αφορά η αφαιρεθείσα ποσότητα και, συνεπώς, ως προς το αν τηρήθηκαν τα δικαιώματα άμυνας της Ιταλικής Δημοκρατίας κατά τη διάρκεια της προηγουμένης διαδικασίας και αν η επίδικη απόφαση της Επιτροπής ήταν συναφώς επαρκώς αιτιολογημένη. Η Ιταλική Κυβέρνηση σχολιάζει ειδικότερα το γεγονός ότι οι 1 076,22 τόνοι, στους οποίους η Επιτροπή βασίστηκε για την έκθεση συνθέσεως του 1995 και για τους υπολογισμούς της στο από 31 Αυγούστου 1998 έγγραφό της, με το οποίο πρότεινε τις διορθώσεις στις ιταλικές αρχές, δεν επισημάνθηκαν ως ελλιπής ποσότητα αμέσως μετά τον τερματισμό του ελέγχου της 27ης Δεκεμβρίου 1993. Υπογραμμίζει συναφώς ότι οι ελλιπείς ποσότητες αποτέλεσαν στην πραγματικότητα αντικείμενο χωριστής διορθώσεως στο σημείο 4.5.1.1.1.3, στοιχείο α_, της εκθέσεως συνθέσεως 1995.
19. ρέπει κατ' αρχάς να προσδιοριστεί ποια περίοδο εμπορίας αφορά η αφαιρεθείσα ποσότητα. Ενώ η Ιταλική Δημοκρατία αναφέρεται στον σκληρό σίτο της περιόδου 1987/88, η Επιτροπή αναφέρει την περίοδο εμπορίας 1991/92. Αυτό προκύπτει από το έγγραφο της 31ης Αυγούστου 1998 προς τις ιταλικές αρχές. Αντιθέτως, η Ιταλική Κυβέρνηση αναφέρεται σε έγγραφο της Επιτροπής της 6ης Αυγούστου 1997 για την κίνηση της διαδικασίας διορθώσεως για το οικονομικό έτος 1994. Συνάγει εξ αυτού προσβολή των δικαιωμάτων της άμυνας, στο μέτρο που η Επιτροπή μετέβαλε το αντικείμενο της διορθώσεως κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
20. Η Επιτροπή παρατηρεί ως προς το έγγραφο της 6ης Αυγούστου 1997 ότι, όσον αφορά την αποθήκη του San Lorenzo, δεν έγινε καμία διόρθωση για τον σκληρό σίτο της περιόδου εμπορίας 1987/88. Η σχετική απόφαση, που απορρέει από έγγραφο της 1ης Οκτωβρίου 1998 απευθυνόμενο στις ιταλικές αρχές, ελήφθη κατόπιν της εκθέσεως του οργάνου συμβιβασμού. Το έγγραφο της 6ης Αυγούστου 1997 κατέστη, επομένως, άνευ αντικειμένου ως προς το σημείο αυτό. Οι 954,220 τόνοι της αποθήκης του San Lorenzo αφορούν την περίοδο εμπορίας 1991/92 και περιλαμβάνονται στους 1 076,220 τόνους που αναφέρονται στο σημείο 4.5.1.1.1.3, στοιχείο β_, της εκθέσεως συνθέσεως 1995.
21. Η εν λόγω επιχειρηματολογία της Ιταλικής Δημοκρατίας δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Τα πρακτικά ελέγχου αριθ. 4 bis που συνέταξε ο UCLAF με την ευκαιρία της επισκέψεως της 10ης Δεκεμβρίου 1993, που καταχωρήθηκαν στον φάκελο από την ίδια την Ιταλική Δημοκρατία , αναφέρονται λίαν σαφώς στην περίοδο εμπορίας 1991/92. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ακόμη ορθώς ότι οι ιταλικές αρχές ανέφεραν συναφώς, σε έγγραφο της 24ης Ιουνίου 1998 προς τις διοικητικές τους υπηρεσίες , την περίοδο εμπορίας 1991/92. Αντίθετα προς την άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως, κατά την οποία η Επιτροπή παραγνώρισε τη φύση του εγγράφου αυτού ερμηνεύοντάς το ως ομολογία, το έγγραφο αυτό αποδεικνύει αντιθέτως ότι οι ιταλικές αρχές βασίστηκαν προδήλως σε ακριβή στοιχεία.
22. Κατά τα λοιπά, ακόμη και αν η αφαιρεθείσα ποσότητα είχε αρχικά καταλογιστεί σε άλλη περίοδο εμπορίας, το γεγονός αυτό καθεαυτό δεν αρκεί για να θέσει υπό αμφισβήτηση το κύρος της προσβαλλομένης αποφάσεως. ράγματι, η Ιταλική Δημοκρατία θα έπρεπε να αποδείξει εν προκειμένω ότι δεν ήταν σε θέση να συμμετάσχει, στο πλαίσιο της διαδικασίας λήψεως αποφάσεως, στον σχετικό διαρκή διάλογο με την Επιτροπή . Σύμφωνα με δικό της ισχυρισμό, όμως, ακριβώς αυτό δεν συμβαίνει.
23. Επομένως, επιβάλλεται να ληφθεί υπόψη ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε σφάλμα κατά τον καταλογισμό της αντίστοιχης διορθώσεως σε συγκεκριμένη περίοδο εμπορίας.
24. Επικουρικώς, η Ιταλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι, σύμφωνα με τα πρακτικά ελέγχου αριθ. 4 bis που αναφέρθηκαν πιο πάνω , υπήρξαν δύο διαφορετικές εκτιμήσεις των υπό αμφισβήτηση ποσοτήτων· η Επιτροπή βασίστηκε στη μεγαλύτερη ποσότητα - και στη πλέον δυσμενή για την Ιταλική Δημοκρατία - χωρίς επαρκή αιτιολογία. Η Επιτροπή αντιτάσσει σ' αυτό ένσταση απαραδέκτου βάσει του άρθρου 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, διότι η Ιταλική Δημοκρατία προέβαλε το επιχείρημα αυτό μόνο με το υπόμνημά της απαντήσεως, επομένως καθυστερημένα. Βεβαίως, πολλά στοιχεία συνηγορούν υπέρ της απόψεως αυτής. Εντούτοις, μία σε βάθος εξέταση θα επιβαλλόταν μόνον αν η ιταλική επιχειρηματολογία μπορούσε να γίνει δεκτή επί της ουσίας.
25. Σύμφωνα με τη δικογραφία, επιβάλλεται εντούτοις η διαπίστωση ότι η Επιτροπή βασίστηκε απλώς στα αποτελέσματα ελέγχου διεξαχθέντος παρουσία όλων των ενδιαφερομένων μερών. Οι λόγοι της αποφάσεως αυτής απορρέουν από την έκθεση ελέγχου - κατ' αντιπαράθεση - της 3ης Ιανουαρίου 1994 . Η Επιτροπή στήριξε, επομένως, την απόφασή της σε ευλογοφανή στοιχεία· η επιχειρηματολογία της Ιταλικής Δημοκρατίας πρέπει να απορριφθεί και ως προς το σημείο αυτό.
26. Τέλος, η Ιταλική Δημοκρατία εξηγεί ότι οι ελλιπείς ποσότητες στην αποθήκη του San Lorenzo οφείλονταν στις εξόδους που δεν είχαν ακόμη καταγραφεί. Η Επιτροπή απορρίπτει τον ισχυρισμό αυτό ως αστήρικτο. Από τα προπαρατεθέντα πρακτικά ελέγχου της 10ης Δεκεμβρίου 1993 προκύπτει ότι η τήρηση των μητρώων στη συγκεκριμένη αποθήκη ήταν ανεπαρκής. Η επιχειρηματολογία της Ιταλικής Δημοκρατίας δεν μπορεί, επομένως, να καταρρίψει τις αιτιάσεις της Επιτροπής, οπότε πρέπει και ο ισχυρισμός αυτός να απορριφθεί.
Γ - Η αποθήκη Castellaci
27. Ως προς την αποθήκη Castellaci, η Ιταλική Δημοκρατία αμφισβητεί τη διόρθωση που αφορά 95,4 τόνους σκληρού σίτου. Κατά τον χρόνο του ελέγχου που διεξήγαγε ο UCLAF τον Δεκέμβριο 1993, τα λογιστικά έγγραφα των ιταλικών αρχών ανέφεραν ότι 956,77 τόνοι έπρεπε να βρίσκονται στην αποθήκη Castellaci. Η εκτίμηση που πραγματοποιήθηκε με την ευκαιρία αυτού του ελέγχου έδειξε, εντούτοις, ότι μόνο 861,37 τόνοι υπήρχαν εκεί, δηλαδή διαφορά 95,4 τόνων σε σχέση με τις δαπάνες που είχαν καταλογιστεί στο ΕΓΤΕ. Επιπλέον, οι αναλύσεις έδειξαν ότι η ποιότητα του σίτου που είχε αποθηκευτεί στην αποθήκη δεν ήταν επιλέξιμη για την παρέμβαση.
28. Η Επιτροπή προέβη στη χρηματοοικονομική διόρθωση για 956,77 τόνους σκληρού σίτου, με την αιτιολογία ότι τα έξοδα αποθηκεύσεως είχαν καταλογιστεί στο ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για την ποσότητα αυτή και όχι για τους 861,37 τόνους που πράγματι υπήρχαν εκεί. Η Ιταλική Δημοκρατία θεωρεί την προσβαλλομένη απόφαση ως άκυρη καθόσον, κατ' αυτήν, η Επιτροπή έπρεπε να αποδείξει ότι η ποσότητα που έλειπε επίσης δεν ήταν επιλέξιμη για την παρέμβαση.
29. Η επιχειρηματολογία αυτή της Ιταλικής Δημοκρατίας δεν μπορεί να πείσει. Για την εκκαθάριση των δαπανών που αντιστοιχούν στις ποσότητες με τις οποίες επιβαρύνθηκε το ΕΓΤΕ, δεν πρέπει να γίνει αναφορά στην πράγματι ευρισκομένη στην αποθήκη ποσότητα αλλά σ' αυτήν που εμφανίζεται στα λογιστικά βιβλία και με την οποία επιβαρύνθηκε το ΕΓΤΕ. Επομένως, αν οι αναλύσεις δείχνουν ότι η ποιότητα του σκληρού σίτου δεν είναι επιλέξιμη για την παρέμβαση, η διόρθωση πρέπει να πραγματοποιηθεί από την Επιτροπή βάσει της ποσότητας που εμφανίζεται στα λογιστικά βιβλία. ρέπει να προστεθεί ότι, σύμφωνα με την κατανομή του βάρους αποδείξεως που αναφέρθηκε πιο πάνω , στην Ιταλική Δημοκρατία απόκειται να αποδείξει κατά πόσον οι ποσότητες που έλειπαν κατά τον χρόνο του ελέγχου θα ήσαν επιλέξιμες για την παρέμβαση.
Δ - Η αποθήκη του Jungetto
30. Ως προς την αποθήκη του Jungetto, η Ιταλική Δημοκρατία αμφισβητεί τη διόρθωση που έγινε για 543,214 τόνους σκληρού σίτου. Κατά τον χρόνο του ελέγχου του UCLAF, τον Δεκέμβριο 1993, η αποθήκη του Jungetto έπρεπε να περιέχει 1 994,014 τόνους, σύμφωνα με τα λογιστικά στοιχεία που ανακοίνωσαν οι ιταλικές αρχές, εφόσον είχαν καταλογιστεί στο ΕΓΤΕ έξοδα αποθηκεύσεως για την ποσότητα αυτή. Εντούτοις, από την εκτίμηση που έγινε κατόπιν ελέγχου προέκυψε ότι μόνο 1 450,800 τόνοι ήσαν πράγματι εκεί, δηλαδή υπήρχε έλλειμμα 543,214 τόνων. Επιπλέον, οι αναλύσεις έδειξαν ότι η ποιότητα του σίτου που πράγματι υπήρχε εκεί δεν ήταν επιλέξιμη για την παρέμβαση.
31. Επομένως, η βασική κατάσταση είναι η ίδια με αυτήν της αποθήκης του Castellaci. Η Ιταλική Δημοκρατία ισχυρίζεται εντούτοις ότι, στις 30 Οκτωβρίου 1993, μόνον 969,250 τόνοι σκληρού σίτου βρίσκονταν στην αποθήκη του Jungetto. 1 024,764 πρόσθετοι τόνοι αποθηκεύτηκαν στην αποθήκη αυτή μεταξύ της 30ής Δεκεμβρίου 1993 και της 5ης Ιανουαρίου 1994, κατόπιν διαθέσεώς τους από τις αποθήκες της Grammichelle και της Raddusa. Κατά τον χρόνο του εν λόγω ελέγχου - δηλαδή στις 16 Δεκεμβρίου 1993 - μόνον η αρχικά αναφερθείσα ποσότητα ήταν αποθηκευμένη. Συνεπώς, μόνον η ποσότητα αυτή μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ενδεχομένης διορθώσεως.
32. Η Ιταλική Δημοκρατία εξηγεί ότι η εκτίμηση περί ποσότητας 1 450,800 τόνων μόνο, κατά τον τερματισμό της επισκέψεως ελέγχου, οφείλεται στο γεγονός ότι η εκτίμηση αυτή και η λήψη δειγμάτων πραγματοποιήθηκαν μόλις στις 9 Φεβρουαρίου 1994, ενώ 500 τόνοι είχαν ήδη εξέλθει της αποθήκης στις 29 Δεκεμβρίου 1993 για να πωληθούν. Το υπόλοιπο της ποσότητας που έλειπε οφείλεται στις φυσικές απώλειες κατά την αποθήκευση.
33. Η Επιτροπή δήλωσε μεν ότι ήταν έτοιμη να δεχθεί το επιχείρημα αυτό και να παραιτηθεί από τη διόρθωση για τον λόγο αυτό, αν η Ιταλική Κυβέρνηση της παρείχε τις σχετικές αποδείξεις. Εντούτοις, ενόψει του φακέλου, θεωρεί την επιχειρηματολογία αυτή της Ιταλικής Κυβερνήσεως αντιφατική και ελλιπή.
34. Σύμφωνα με την πιο πάνω συλλογιστική , η Επιτροπή είχε εν πάση περιπτώσει το δικαίωμα - για να μη λεχθεί ότι είχε την υποχρέωση - να βασίσει τη διόρθωση στην ποσότητα με την οποία πράγματι επιβαρύνθηκε το ΕΓΤΕ, αφού είχε πεισθεί ότι η ποιότητα της πράγματι υπάρχουσας ποσότητας δεν ήταν επιλέξιμη για την παρέμβαση.
35. Οπωσδήποτε, η ποσότητα η οποία - αναμφισβητήτως - έλειπε κατά τον χρόνο διεξαγωγής του ελέγχου θα μπορούσε να είναι επιλέξιμη για την παρέμβαση, υπό τον όρο ότι πράγματι εισήλθε στην αποθήκη του Jungetto σε μεταγενέστερο χρόνο. Επομένως, πρέπει να τεθεί το ερώτημα αν η Ιταλική Δημοκρατία προσκόμισε την αντίστοιχη απόδειξη, αντίθετα προς την άποψη της Επιτροπής.
36. Η Ιταλική Δημοκρατία επικαλείται εισόδους από άλλες αποθήκες, πλην όμως δεν προσκόμισε καμία απόδειξη. Αναφέρει πράγματι, μεταξύ άλλων, μια μεταφορά 997,244 τόνων μόνον από την αποθήκη της Raddusa, ενώ, σύμφωνα με τις δικές της αναφορές, μόνον 888,44 τόνοι ήσαν εκεί αποθηκευμένοι κατά τον χρόνο του ελέγχου της 16ης Δεκεμβρίου 1993 . Βεβαίως, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει, κατ' αρχήν, ότι η ποσότητα που έλειπε εισήλθε στη Raddusa μεταξύ της 16ης Δεκεμβρίου και της φερομένης ενάρξεως της μεταφοράς στις 30 Δεκεμβρίου· όμως, κανείς δεν προέβαλε το επιχείρημα αυτό. Ας προστεθεί ότι οι χειρόγραφες καταχωρίσεις σχετικά με φερόμενες μεταφορές, επί των αποσπασμάτων της λογιστικής των αποθεμάτων της αποθήκης του Jungetto, που καταχωρήθηκαν στον φάκελο , αμφισβητήθηκαν ρητώς από την Επιτροπή. Η Ιταλική Δημοκρατία δεν προσκόμισε, επομένως, τις αποδείξεις που όφειλε να προσκομίσει.
37. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι ισχυρισμοί της Ιταλικής Κυβερνήσεως σχετικά με τις τρεις διορθώσεις που αφορούν τη δημόσια αποθήκευση σκληρού στίου δεν ευσταθούν. Ο πρώτος λόγος της προσφυγής πρέπει, επομένως, να απορριφθεί.
ΙΙ - Ενίσχυση στην κατανάλωση ελαιολάδου - Ανάκληση της εγκρίσεως προς τις επιχειρήσεις συσκευασίας ελαιολάδου στην Ιταλία
38. Η Ιταλική Δημοκρατία αμφισβητεί τις συγκεκριμένες διορθώσεις συνολικού ποσού 2 751 722 888 ITL που αφορούν πληρωμές της ενισχύσεως στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο κατά τη διάρκεια των περιόδων 1993/94 (σε βάρος του οικονομικού έτους 1994) και 1994/95 (σε βάρος του οικονομικού έτους 1995). Οι διορθώσεις αυτές αιτιολογούνται στο σημείο 4.7.3.1 της εκθέσεως συνθέσεως 1995 βάσει του γεγονότος ότι χορηγήθηκαν ενισχύσεις σε επιχειρήσεις των οποίων η έγκριση ως ενδεχομένων επιχειρήσεων δικαιούχων ενισχύσεων έπρεπε να έχει ανακληθεί. ράγματι, κατά τη διάρκεια των επίδικων περιόδων εμπορίας, αυτές είχαν ζητήσει ενισχύσεις ενώ είχαν ήδη υπερβεί το ανώτατο όριο του 20 % των αναγνωριζομένων ως επιλεξίμων ποσοτήτων υπό την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 6, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2677/85 της Επιτροπής, της 24ης Σεπτεμβρίου 1985, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ενίσχυσης στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο (ΕΕ L 254, σ. 5).
39. Μετά την ανακοίνωση της εκθέσεως του οργάνου συμβιβασμού στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 98/IT/108 και 98/IT/095, το συνολικό ποσό των προταθεισών διορθώσεων μειώθηκε από την Επιτροπή από 3 764 182 386 ITL σε 2 342 756 462 ITL για το οικονομικό έτος 1994 και από 422 221 471 ITL σε 408 996 426 ITL για το οικονομικό έτος 1995.
Α - Το νομικό πλαίσιο
40. Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ , ενίσχυση στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο που παρήχθη και διατέθηκε στην αγορά εντός της Κοινότητας χορηγείται αν η ενδεικτική τιμή στην παραγωγή, μειουμένη κατά την ενίσχυση στην παραγωγή, είναι ανώτερη της αντιπροσωπευτικής τιμής αγοράς για το ελαιόλαδο. Σ' αυτή την περίπτωση, η ενίσχυση είναι ίση με τη διαφορά μεταξύ αυτών των δύο ποσών.
41. O κανονισμός (ΕΟΚ) 3089/78 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978 , που τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3461/87 του Συμβουλίου, της 17ης Νοεμβρίου 1987 , περιέχει τις γενικές διατάξεις εφαρμογής της ενισχύσεως στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο.
42. Σύμφωνα με το άρθρο του 1, η ενίσχυση στην κατανάλωση χορηγείται μόνο στις εγκεκριμένες επιχειρήσεις συσκευασίας ελαιολάδου. Τα άρθρα του 2 και 3 καθορίζουν τις προϋποθέσεις χορηγήσεως και ανακλήσεως της εγκρίσεως. Κατά τα άρθρα 5 και 6, το δικαίωμα ενισχύσεως στην κατανάλωση αποκτάται κατά τον χρόνο της εξόδου του ελαιολάδου από την επιχείρηση συσκευασίας, η οποία οφείλει να υποβάλλει τις αιτήσεις της περιοδικώς.
43. Το άρθρο 7 επιβάλλει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν σύστημα ελέγχου το οποίο να εγγυάται ότι το προϊόν για το οποίο έχει ζητηθεί η ενίσχυση πληροί τους όρους για τη χορήγηση αυτής της ενισχύσεως. Κατά το άρθρο 8, η ενίσχυση καταβάλλεται μόνον όταν ο οργανισμός ελέγχου που έχει ορισθεί από το κράτος μέλος διαπιστώσει την τήρηση των προϋποθέσεων χορηγήσεως αυτής. άντως, η ενίσχυση μπορεί να προκαταβάλλεται κατά την υποβολή της αιτήσεώς της, υπό τον όρο ότι παρέχεται επαρκής ασφάλεια.
44. Το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 2677/85 , όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 643/93 της Επιτροπής, της 19ης Μαρτίου 1993 , προβλέπει τα εξής:
«Το κράτος μέλος καταβάλλει το ποσό της ενίσχυσης εντός 150 ημερών μετά την καθιέρωση της αίτησης για τις ποσότητες για τις οποίες αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα για την ενίσχυση μετά από επιτόπιους ελέγχους [...]. Ο οργανισμός στον οποίο έχει ανατεθεί ο έλεγχος του δικαιώματος για την εν λόγω ενίσχυση γνωστοποιεί στον οργανισμό ο οποίος καταβάλλει την πληρωμή τα αποτελέσματα της έρευνάς του αναφορικά με την αναγνώριση του δικαιώματος για ενίσχυση για κάθε εγκεκριμένη επιχείρηση μέσα σε 45 ημέρες μετά τον επιτόπιο έλεγχο και 20 τουλάχιστον ημέρες πριν από τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.»
45. Κατά το άρθρο 11 του κανονισμού 2677/85, το ποσό της ενισχύσεως προκαταβάλλεται αφ' ης ο ενδιαφερόμενος υποβάλει στην αρμόδια αρχή αίτηση ενισχύσεως συνοδευόμενη από μία βεβαίωση πιστοποιούσα τη σύσταση εγγυήσεως ίσης προς το ποσό αυτό.
46. Το άρθρο 12 καθορίζει τις λεπτομέρειες των ελέγχων που πρέπει να διεξάγει ο αρμόδιος φορέας και απαιτεί ειδικότερα οι έλεγχοι αυτοί να πραγματοποιούνται κάθε δώδεκα μήνες. Η παράγραφος 6 διατυπώθηκε εκ νέου με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 571/91 , αλλά το εν προκειμένω εφαρμοστέο κείμενο είναι αυτό του κανονισμού 643/93 .
«Όταν διαπιστώνεται με απόφαση της αρμόδιας αρχής ότι η αίτηση για ενίσχυση αφορά ποσότητα μεγαλύτερη εκείνης για την οποία αναγνωρίστηκε δικαίωμα για ενίσχυση, το κράτος μέλος επιβάλλει στη μεταποιητική επιχείρηση συσκευασίας χρηματική ποινή το ύψος της οποίας ανέρχεται, ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης, στο τριπλάσιο έως οκταπλάσιο του ύψους της ενίσχυσης η οποία ζητήθηκε αχρεωστήτως. [...]
Ωστόσο, όταν η ποσότητα για την οποία ζητήθηκε αχρεωστήτως ενίσχυση υπερβαίνει κατά 20 % τουλάχιστον την ελεγχθείσα ποσότητα για την οποία αναγνωρίστηκε το δικαίωμα για ενίσχυση, το κράτος μέλος, πέραν της εφαρμογής της χρηματικής ποινής, αφαιρεί και την έγκριση για ένα έως τρία έτη ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης.
Σε περίπτωση υποτροπής, και ανεξαρτήτως του ποσοστού της υπερβάσεως πέραν της εφαρμογής της χρηματικής ποινής, η έγκριση αποσύρεται για ένα έως πέντε έτη ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης.
Οι ποινές για τις οποίες γίνεται λόγος στα προηγούμενα εδάφια εφαρμόζονται με την επιφύλαξη άλλων ενδεχόμενων ποινών.»
Β - Οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων
47. Η Ιταλική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί κατ' αρχήν τις συγκεκριμένες διορθώσεις σχετικά με τις ενισχύσεις στην κατανάλωση ελαιολάδου, αλλά αμφισβητεί το ύψος τους. Κατ' αυτήν, το μόνο ερώτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι το ερώτημα από ποιο χρονικό σημείο έπρεπε η έγκριση να έχει ανακληθεί κατ' εφαρμογήν του άρθρου 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 2677/85. Κατ' αυτήν, η Επιτροπή έκρινε εσφαλμένως ότι η ανάκληση αυτή πρέπει να επέλθει από την ημέρα κατά την οποία κατατέθηκε η επίδικη αίτηση και όχι από την ημέρα της καταρτίσεως των πρακτικών περί διαπιστώσεως πλημμελειών.
48. Η Ιταλική Κυβέρνηση συνάγει από το άρθρο 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 2677/85 ότι η ανάκληση της εγκρίσεως μπορεί να αποφασιστεί μόνο μετά τη διεξαγωγή του ελέγχου. Η άποψη της Επιτροπής έχει ως αποτέλεσμα, κατά τη γνώμη της, να δοθεί παράνομο αναδρομικό αποτέλεσμα στην απόφαση περί ανακλήσεως που ελήφθη από το κράτος μέλος.
49. Για να αιτιολογήσει τις συγκεκριμένες διορθώσεις, η Επιτροπή παρατηρεί κατ' ουσίαν ότι οι αναγκαίοι έλεγχοι δεν διεξήχθησαν αρκετά έγκαιρα, αυτό δε επί ζημία του ΕΓΤΕ.
50. Αναφέρεται συναφώς στο άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 2677/85, σύμφωνα με το οποίο το κράτος μέλος καταβάλλει την ενίσχυση μόνο για τις ποσότητες για τις οποίες, κατόπιν επιτοπίων ελέγχων, αναγνωρίστηκε το δικαίωμα για την ενίσχυση. Επομένως, κατ' αυτήν, καμία ενίσχυση δεν μπορεί να επιβαρύνει το ΕΓΤΕ αν οι επιτόπιοι έλεγχοι αποκαλύπτουν ότι η έγκριση ως επιχειρήσεως συσκευασίας πρέπει να ανακληθεί βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 2677/85. Είναι σαφές ότι όσο αργότερα διεξαχθούν αυτοί οι έλεγχοι τόσο αργότερα θα πραγματοποιηθεί η εν λόγω ανάκληση.
51. Η Επιτροπή υπενθυμίζει επίσης ότι υπήρξαν διαφορές στους κόλπους της ιταλικής διοικήσεως ως προς την αρμόδια αρχή για την ανάκληση των υπό συζήτηση εγκρίσεων . Για τον λόγο αυτό, οι έλεγχοι δεν διεξήχθησαν με την απαιτουμένη ταχύτητα και τα αποτελέσματά τους αναλύθηκαν με σημαντική καθυστέρηση. Η Επιτροπή θεωρεί ότι πρέπει να μεριμνήσει ώστε οι συνέπειες των καθυστερήσεων αυτών να μην επιβαρύνουν το ΕΓΤΕ.
52. Τέλος, ισχυρίζεται ότι οι πραγματοποιηθείσες συγκεκριμένες διορθώσεις ήσαν για το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος λιγότερο επιβαρυντικές απ' ό,τι μία κατ' αποκοπή διόρθωση της τάξεως του 2 %. Όμως, ενόψει της αβεβαιότητας που κυριαρχούσε την εποχή εκείνη ως προς την κατανομή των αρμοδιοτήτων στους κόλπους της εθνικής διοικήσεως και την πραγματοποίηση των ελέγχων, θεωρεί ότι ήταν απόλυτα δικαιολογημένη μία κατ' αποκοπή διόρθωση αυτού του είδους.
53. Η Ιταλική Κυβέρνηση τονίζει αντιθέτως ότι η Επιτροπή δεν σχολίασε την καθυστέρηση κατά την πραγματοποίηση των εν λόγω ελέγχων. Εξάλλου, οι σχετικές με τις ανακλήσεις εγκρίσεων διαφορές, τις οποίες ανέφερε η Επιτροπή, δεν είχαν καμία αρνητική επίπτωση στη διεξαγωγή των αναγκαίων ελέγχων· εν πάση περιπτώσει, η ανάκληση άνευ προηγουμένου ελέγχου ήταν αδύνατη. Τέλος, η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί τη δυνατότητα να προβεί εν προκειμένω σε μία κατ' αποκοπή μείωση.
Γ - Εκτίμηση
54. Αυτός ο λόγος προσφυγής θέτει το ερώτημα από ποιο χρονικό σημείο παράγει αποτελέσματα η ανάκληση της εγκρίσεως ως επιχειρήσεως συσκευασίας ως προς την εκτίμηση του κύρους της χορηγήσεως ενισχύσεων στην κατανάλωση ελαιολάδου σε μια τέτοια επιχείρηση. Ενώ η Ιταλική Κυβέρνηση αναφέρεται στην ημερομηνία καταρτίσεως των πρακτικών περί διαπιστώσεως των πλημμελειών, η Επιτροπή προβάλλει την ημερομηνία της καταθέσεως της αιτήσεως για ενίσχυση, η οποία υπερβαίνει το ανώτατο όριο 20 % υπό την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 2677/85 .
55. Η διαφορά είναι σημαντική, στο μέτρο που οι αιτήσεις χορηγήσεως τέτοιων ενισχύσεων μπορούν ακόμη να κατατεθούν και μετά τη συγκέντρωση των προϋποθέσεων εφαρμογής της κυρώσεως του άρθρου 12, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2677/85, αλλά σε χρόνο κατά τον οποίο η έγκριση ως επιχειρήσεως συσκευασίας δεν έχει ακόμη ανακληθεί. Όμως, αν η υπέρβαση που προβλέπεται από το άρθρο 12, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2677/85 επέρχεται κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου εμπορίας, ενώ οι επίδικες αιτήσεις μπορούν να καταταχθούν μόνο στην επόμενη περίοδο εμπορίας, υπάρχει κίνδυνος να εξακολουθήσουν οι ενισχύσεις να χορηγούνται, τουλάχιστον έως την έκδοση της αποφάσεως ανακλήσεως βάσει των προαναφερθέντων πρακτικών.
56. Η Επιτροπή θεωρεί ότι μπορεί να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο αυτό δηλώνοντας την ενίσχυση ανίσχυρη αφ' ης υπάρχει υπέρβαση του σχετικού με τις ποσότητες ανωτάτου ορίου, δηλαδή, από νομική άποψη, καθορίζοντας όσο το δυνατόν νωρίτερα το αποτέλεσμα της αποφάσεως ανακλήσεως, ενώ η Ιταλική Δημοκρατία θεωρεί ότι οπωσδήποτε πρέπει να ληφθεί υπόψη ο χρόνος της τυπικής διαπιστώσεως της ποσοτικής υπερβάσεως κατόπιν ελέγχου.
57. Τίθεται, επομένως, το ερώτημα αν η διαπίστωση αυτή των αρμοδίων εθνικών αρχών σχετικά με την ποσότητα που δίνει δικαίωμα για την καταβολή ενισχύσεως, και επομένως σχετικά με την ενδεχομένη υπέρβαση, όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα πρακτικά, έχει συστατικό ή δηλωτικό χαρακτήρα έναντι του κύρους των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στο εν τω μεταξύ διάστημα. Η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί συναφώς ότι οι ενισχύσεις πρέπει να θεωρούνται ότι χορηγήθηκαν κανονικώς έως τον χρόνο της τυπικής διαπιστώσεως της υπερβάσεως, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων υπόψη το γεγονός ότι η κύρωση της ανακλήσεως προϋποθέτει αυτή την τυπική διαπίστωση.
58. Σύμφωνα με το γράμμα του άρθρου 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 2677/85, η αμφισβητούμενη κύρωση εξαρτάται πράγματι από τη διαπίστωση της αρμόδιας αρχής ότι η αίτηση ενισχύσεως στην κατανάλωση αφορά μεγαλύτερη ποσότητα από εκείνη για την οποία έχει αναγνωριστεί το δικαίωμα για ενίσχυση. Επομένως, η διαπίστωση της υπερβάσεως της ποσότητας και η επιβολή της κυρώσεως προφανώς συνδέονται στενά και αρμόζει να θεωρούνται έγκυρες οι καταβληθείσες ενισχύσεις έως ότου διαπιστωθεί η εν λόγω υπέρβαση από την αρμόδια αρχή. Το συμπέρασμα αυτό, εντούτοις, δεν επιβάλλεται αναγκαστικά, διότι το άρθρο 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 2677/85 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη μεμονωμένα.
59. Από συστηματικής απόψεως, το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 2677/85 φαίνεται να έχει συναφώς ιδιαίτερη σημασία. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, οι ενισχύσεις καταβάλλονται μόνο για τις ποσότητες «για τις οποίες αναγνωρίστηκε το δικαίωμα για την ενίσχυση μετά από επιτόπιους ελέγχους». Επομένως, αναφέρεται στην αναγνώριση του δικαιώματος για την ενίσχυση, ενώ το άρθρο 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 2677/85 αναφέρεται κατ' ουσίαν στη διαπίστωση της υπερβάσεως. Ενώ το άρθρο 12, παράγραφος 6, δεν επιτρέπει να συναχθεί αν η σχετική διαπίστωση έχει δηλωτικό ή συστατικό χαρακτήρα, οι χρησιμοποιούμενοι στο άρθρο 9, παράγραφος 3, όροι θα μπορούσαν να επισημαίνουν ότι η αναγνώριση έχει συστατικό χαρακτήρα για το δικαίωμα ενισχύσεως. Το γεγονός όμως ότι η αναγνώριση αυτή προϋποθέτει επιτόπιο έλεγχο για να εξακριβωθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της κυρώσεως του άρθρου 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 2677/85, φαίνεται να συνηγορεί υπέρ της απόψεως της Ιταλικής Κυβερνήσεως, σύμφωνα με την οποία η απόφαση ανακλήσεως πρέπει να έχει αποτέλεσμα από την ημερομηνία καταρτίσεως των πρακτικών του ελέγχου.
60. ρέπει ακόμη να παρατηρηθεί στο πλαίσιο αυτό ότι το Δικαστήριο δεν κλήθηκε μόνο στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως να εξετάσει τις σχέσεις μεταξύ του άρθρου 9 και του άρθρου 12 του κανονισμού 2677/85. ράγματι, η υπόθεση C-374/99, Ισπανία κατά Επιτροπής, αφορά το ερώτημα αν η αναγνώριση του δικαιώματος ενισχύσεως απαιτεί πάντοτε τη διεξαγωγή επιτόπιου ελέγχου, όπως φαίνεται να απαιτεί το άρθρο 9, παράγραφος 3, ή αν αρκεί έλεγχος κάθε δώδεκα μήνες, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 1. Ο γενικός εισαγγελέας αποφάνθηκε επί της - φαινομενικής - αντιφάσεως μεταξύ των προθεσμιών, καταλήγοντας κατ' ουσίαν στο ότι το άρθρο 12 προβλέπει μόνο την ελάχιστη συχνότητα, που δεν θίγει το άρθρο 9 .
61. Εντούτοις, μια τελεολογική ερμηνεία του άρθρου 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 2677/85 θα μπορούσε να κλονίσει την άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως. Σημείο εκκινήσεως πρέπει συναφώς να αποτελέσει ο σκοπός της επίμαχης κυρώσεως της ανακλήσεως της εγκρίσεως. Η επίταση των κυρώσεων σε περίπτωση ανεπίτρεπτης αιτήσεως ενισχύσεως στην κατανάλωση ελαιολάδου εντάσσεται πράγματι στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της απάτης . Οι αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 643/93 , με τον οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 12, παράγραφος 6, του κανονισμού 2677/85, καθιερώνουν ένα σύνδεσμο μεταξύ «της ορθής λειτουργίας του καθεστώτος αυτού» και της ανάγκης συμπληρώσεως του συστήματος κυρώσεων κατά των επιχειρήσεων συσκευασίας που ζητούν ενισχύσεις για υπερβολικές ποσότητες. Τέλος, η ενάτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1638/98 , ο οποίος μεταξύ άλλων κατήργησε την ενίσχυση στην κατανάλωση ελαιολάδου, αναφέρεται ρητώς στον κίνδυνο απάτης .
62. Στο πλαίσιο αυτό, δεν φαίνεται σκόπιμο να γίνει δεκτή χρηματοδότηση των ενισχύσεων στην κατανάλωση από το ΕΓΤΕ, αν οι ενισχύσεις αυτές αναφέρονται σε περίοδο μεταγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία πληρώθηκαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της κυρώσεως του άρθρου 12, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2677/85, χωρίς να ληφθεί υπόψη αν η διεξαγωγή των απαιτουμένων ελέγχων και επομένως, ειδικότερα, οι αναγκαίες ενέργειες για την επιβολή της κυρώσεως διατάχθηκαν νομίμως.
63. ράγματι, το αποτέλεσμα της κυρώσεως που συνιστά η ανάκληση θα μειωνόταν σημαντικά αν μία επιχείρηση συσκευασίας, που είχε καταθέσει κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου εμπορίας αιτήσεις για υπερβολικές ποσότητες υπό την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορούσε να καταθέσει νέες αιτήσεις κατά τη διάρκεια των επομένων ετών, χωρίς να έχει τίποτε να φοβηθεί έως ότου καταρτιστούν ενδεχομένως πρακτικά ελέγχου.
64. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπομνηστεί ότι η κύρωση πρέπει να εξυπηρετεί την κατάλληλη προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Υπό την έννοια αυτή, το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 προβλέπει ότι οι κυρώσεις πρέπει να είναι «αποτελεσματικές, σύμμετρες και αποτρεπτικές». Επομένως, η αποτελεσματικότητα και η αποτρεπτικότητα αυτών των κυρώσεων δεν μπορούν να μη ληφθούν υπόψη κατά την εκτίμηση του νομικού ζητήματος του χρόνου του αποτελέσματος της κυρώσεως που αποτελεί η ανάκληση της εγκρίσεως.
65. Η επιβολή της κυρώσεως ανακλήσεως σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2677/85, με αποτέλεσμα από την ημερομηνία κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της κυρώσεως, φαίνεται επομένως αναγκαία για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του καθεστώτος αυτού. Αντίθετα προς την άποψη της Ιταλίας, αυτό δεν έχει ως αποτέλεσμα ανεπίτρεπτο αναδρομικό αποτέλεσμα της αποφάσεως ανακλήσεως, διότι η κύρωση σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή εφαρμόζεται μόνον από τον χρόνο κατά τον οποίο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της και όχι από τον χρόνο του ελέγχου σχετικά με τη συγκέντρωση των εν λόγω προϋποθέσεων εφαρμογής.
66. Κατ' αρχήν δεν μπορεί η επιχείρηση συσκευασίας να αποκτήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη κατά τη διάρκεια αυτή, καθόσον το δικαίωμά της για ενίσχυση μπορεί να αναγνωριστεί, στο πλαίσιο αιτήσεως βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 2677/85, μόνον κατόπιν διεξαγωγής επιτοπίου ελέγχου.
67. Επομένως, πρέπει να συμφωνήσω με την άποψη της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία ο τρόπος υπολογισμού των διορθώσεων, που υποστηρίζει η Ιταλική Δημοκρατία, θα είχε κατ' ουσίαν ως αποτέλεσμα να εξαρτώνται οι δαπάνες που επιβαρύνουν το ΕΓΤΕ από την ταχύτητα της διεξαγωγής του ελέγχου και από την ενδεχομένη ανάκληση της εγκρίσεως.
68. Επομένως, αν διαπιστώθηκε ότι μία επιχείρηση συσκευασίας ζήτησε ενισχύσεις για ποσότητες που υπερβαίνουν κατά 20 % ή περισσότερο την ελεγχθείσα ποσότητα για την οποία αναγνωρίστηκε το δικαίωμα ενισχύσεως, η έγκριση θα πρέπει να ανακληθεί με αποτέλεσμα από την ημερομηνία της υπερβάσεως - δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση από την κατάρτιση των αντιστοίχων αιτήσεων.
69. Χάριν πληρότητας, θα εξετάσω επίσης το επικουρικό αίτημα της Επιτροπής σχετικά με τη δυνατότητα κατ' αποκοπήν διορθώσεως εν προκειμένω. Απαντώντας στο επιχείρημα της Ιταλικής Δημοκρατίας, σύμφωνα με το οποίο εν προκειμένω αποκλειόταν κατ' αποκοπήν διόρθωση, η Επιτροπή ανέφερε την απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1999, Ιταλία κατά Επιτροπής . Η απόφαση αυτή αναφέρει, εντούτοις, ότι, «συνεπώς, η σώρευση της αναλυτικής διορθώσεως με μια κατ' αποκοπήν διόρθωση δεν προσκρούει, κατ' αρχήν, σε κανέναν λόγο». Επομένως, είναι αμφίβολο αν η Επιτροπή ορθώς επικαλέστηκε την απόφαση αυτή. Εν πάση περιπτώσει, στην παρούσα υπόθεση δεν συντρέχει λόγος εξετάσεως σε βάθος της δυνατότητας μιας κατ' αποκοπήν διορθώσεως, δεδομένου ότι αυτή δεν έχει καμία επίπτωση στην εκτίμηση των συγκεκριμένων επίμαχων διορθώσεων.
70. Κατόπιν αυτού, ο δεύτερος λόγος της προσφυγής πρέπει επίσης να απορριφθεί.
ΙΙΙ - Σικελία και Καλαβρία - ριμοδότηση προβατινών και αιγών: συντελεστής διορθώσεως 25 %
71. Με τον τρίτο λόγο προσφυγής, η Ιταλική Δημοκρατία αμφισβητεί την εφαρμογή συντελεστή κατ' αποκοπήν διορθώσεως της τάξεως του 25 % στις πριμοδοτήσεις προβατίνων/αιγών, με τις οποίες επιβαρύνθηκε το ΕΓΤΕ για τις περιόδους εμπορίας 1993 και 1994 στη Σικελία και για την περίοδο εμπορίας 1994 στην Καλαβρία. Η Ιταλική Δημοκρατία θεωρεί παράνομη την εφαρμογή του εν λόγω συντελεστή διορθώσεως και προβάλλει επίσης την ύπαρξη ελλιπούς αιτιολογίας.
Α - Το νομικό πλαίσιο
72. Το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3013/89 του Συμβουλίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 1989, για την κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος , προβλέπει ότι μια πριμοδότηση χορηγείται κατά το μέτρο που είναι αναγκαίο για να αντισταθμιστεί η απώλεια εισοδήματος των παραγωγών προβείου και αιγείου κρέατος στην Κοινότητα κατά τη διάρκεια μιας περιόδου εμπορίας.
Β - Η προηγουμένη διαδικασία
73. Η Επιτροπή προέβη σε μια κατ' αποκοπή διόρθωση κατόπιν των επιτοπίων ελέγχων που διεξήχθησαν το 1995 και το 1996. Οι διαπιστώσεις που προέκυψαν από τους ελέγχους αυτούς συνοψίζονται στο σημείο 4.9.4.6 της εκθέσεως συνθέσεως 1995 ως εξής:
«- σημαντικές διαφορές που κατέστησαν εμφανείς με τη σύγκριση της πριμοδοτήσεως και των κτηνιατρικών στατιστικών στη Σικελία·
- υψηλό ποσοστό πλημμελειών που αποκαλύφθηκαν κατά τις επιθεωρήσεις στις εκμεταλλεύσεις, που πραγματοποιήθηκαν στην Καλαβρία και τη Σικελία με την παρακίνηση της διοικητικής μονάδας A.Ι.3, όπου σημαντικό ποσοστό αυτών είχε ως αποτέλεσμα την ολική ή μερική απόρριψη των αιτήσεων·
- βιβλίο αγελών που δεν χρησίμευσε σε τίποτε και, για τον λόγο αυτό, εμποδίζει τη διεξαγωγή σημαντικής επιθεωρήσεως εκτός της περιόδου διατηρήσεως·
- ακατάλληλη κοινοποίηση του τόπου διατηρήσεως των ζώων·
- ανύπαρκτο σύστημα σημάνσεως των αγελών όταν πολλές αγέλες διατηρούνται μαζί, πράγμα το οποίο καθιστά τον έλεγχο αδύνατο·
- αμφιβολίες ως προς την επιλεξιμότητα που δημιουργήθηκαν από το γεγονός ότι τα αρσενικά ζώα και νεαρά θηλυκά ζώα που δεν είναι επιλέξιμα περιελήφθησαν εσφαλμένως από τους ελεγκτές·
- έλεγχοι που διεξήχθησαν από τις ιταλικές αρχές στη Σικελία το 1996.
Το 1996, οι ιταλικές αρχές αποφάσισαν να προβούν σε πλήρη επιθεώρηση των σικελικών εκμεταλλεύσεων που είχαν υποβάλει αίτηση πριμοδοτήσεως των προβατινών. Σε ολόκληρη τη Σικελία, τα αποτελέσματα της επιθεωρήσεως αυτής, βασιζόμενα σε έλεγχο του 79 % των αιτούντων, έδειξαν την ανάγκη μερικής απορρίψεως της τάξεως του 33,66 % και ολικής απορρίψεως της τάξεως του 19,8 % των αιτήσεων.»
74. Με την έκθεση συνθέσεως 1995, η Επιτροπή πρότεινε τις ακόλουθες διορθώσεις:
Θέση του
προϋπολογισμού για το 1994 για το 1995
2220 - 38 718 586 000 ITL - 23 967 330 000 ITL
3805 - 7 927 656 000 ITL - 6 071 317 000 ITL
Επομένως, οι διορθώσεις που προτείνει ανέρχονται σε:
- 62 685 916 000 ITL για τη θέση 2220
- 13 998 973 000 ITL για τη θέση 3805.
75. Στην υπ' αριθ. 98/IT/92 έκθεσή του, της 10ης Σεπτεμβρίου 1998 , σχετικά με τον έλεγχο των πριμοδοτήσεων προβατινών και αιγών κατά τις περιόδους εμπορίας 1993 και 1994, το όργανο συμβιβασμού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν αναγκαία η πραγματοποίηση λεπτομερούς συμπληρωματικής στατιστικής εξετάσεως και ότι οι κατ' αποκοπήν διορθώσεις 25 % για τη Σικελία και την Καλαβρία ήσαν ανεπαρκώς αιτιολογημένες.
76. Ενώ η Επιτροπή μείωσε ή ακόμη και κατάργησε τις προταθείσες διορθώσεις για ορισμένες περιφέρειες, για άλλες τις αύξησε. Οι πιο σημαντικές μεταβολές αφορούν την Καλαβρία, για την οποία η διόρθωση από 25 % μειώθηκε σε 10 % για το 1993, και τη Σαρδηνία, για την οποία η διόρθωση αυξήθηκε από 2 % σε 5 %. Οι προταθείσες διορθώσεις για την περίοδο εμπορίας 1994, που ήσαν της τάξεως του 25 % για την Καλαβρία και τη Σικελία, παρέμειναν αμετάβλητες.
Γ - Οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων
77. Η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί την εφαρμογή κατ' αποκοπήν διορθώσεως 25 % στις πριμοδοτήσεις προβατινών/αιγών με τις οποίες επιβαρύνθηκε το ΕΓΤΕ για τις περιόδους εμπορίας 1993 και 1994 στη Σικελία και για την περίοδο εμπορίας 1994 στην Καλαβρία: συναφώς στηρίζεται σε τρία επιχειρήματα.
78. Υποστηρίζει, πρώτον, ότι η εφαρμογή του ποσοστού 25 % είναι παράνομη κατά το μέτρο που είναι αναδρομική σε σχέση με την έναρξη της ισχύος των κατευθυντηρίων γραμμών για την εφαρμογή των κατ' αποκοπήν διορθώσεων στις οποίες προέβη η Επιτροπή το 1997 . Ο συντελεστής 25 % εφαρμόστηκε πράγματι σε περιόδους προγενέστερες της ημερομηνίας αυτής, στις οποίες μπορούσε να εφαρμοστεί κατ' αποκοπήν διόρθωση μόνο σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της εκθέσεως που καλείται «Belle» . Όμως, οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές, του έτους 1993, δεν προβλέπουν διόρθωση 25 %, ώστε η εφαρμογή του συντελεστή αυτού ήταν εν προκειμένω αναδρομική και, επομένως, παράνομη.
79. Η Ιταλική Δημοκρατία παρατηρεί επικουρικώς ότι, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές 1997, μια διόρθωση της τάξεως του 25 % δικαιολογείται μόνον «αν η εφαρμογή του συστήματος ελέγχου από ένα κράτος μέλος απουσιάζει εντελώς ή έχει σοβαρές ελλείψεις και υφίστανται ενδείξεις για πολύ συχνές πλημμέλειες και αμέλειες κατά την καταπολέμηση των πλημμελών πρακτικών ή της απάτης». Στο πλαίσιο αυτό, θεωρεί ότι η διόρθωση 25 % είναι προφανώς δυσανάλογη, λαμβάνοντας υπόψη τις παρούσες περιστάσεις.
80. Τέλος, και παρά την έκθεση του οργάνου συμβιβασμού, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή αιτιολόγησε ανεπαρκώς την εφαρμογή του συντελεστή αυτού, η Επιτροπή περιορίστηκε να μειώσει από 25 % σε 10 % την εφαρμοστέα για την Καλαβρία διόρθωση, αυτό δε μόνο για την περίοδο 1993, χωρίς να εξηγήσει γιατί δεν εφόρμοσε ανάλογη διόρθωση για τη Σικελία για την περίοδο 1993 και για την Καλαβρία και τη Σικελία για την περίοδο 1994.
81. Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει κατ' αρχάς ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των διαπιστωθεισών πλημμελειών, η διόρθωση της οποίας ο συντελεστής αμφισβητείται φαίνεται απολύτως κατάλληλη. Στηρίζεται συναφώς στην έκθεση συνθέσεως 1994, η οποία, ως προς το σημείο αυτό, επαναλήφθηκε από την έκθεση συνθέσεως 1995, σύμφωνα με την οποία περισσότεροι από τους μισούς ελέγχους που διεξήχθησαν απέδειξαν ότι οι αντίστοιχες αιτήσεις έπρεπε να είχαν απορριφθεί ολοσχερώς. Σε άλλες περιπτώσεις, οι αιτήσεις έπρεπε να είχαν απορριφθεί τουλάχιστον εν μέρει . Η Επιτροπή επιμένει περαιτέρω ως προς την ανεπάρκεια των διεξαχθέντων από τις ιταλικές αρχές ελέγχων, ενώ οι τελευταίες αναγνώρισαν, εντούτοις, ότι ο κίνδυνος απατηλών αιτήσεων ήταν ιδιαίτερα υψηλός στις οικείες περιφέρειες. Επιπλέον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το 1996, ενώ οι έλεγχοι των ιταλικών αρχών είχαν επεκταθεί για πρώτη φορά επί του συνόλου του οικείου εδάφους, το ποσοστό πλημμελειών για το σύνολο της Σικελίας, με εξαίρεση την επαρχία του αλέρμο, εξακολουθούσε να είναι ανώτερο του 40 %· κατά τη διάρκεια της ιδίας περιόδου, 83 % των αιτήσεων που κατατέθηκαν στην επαρχία της Κατάνης ήσαν απαράδεκτες.
82. Εξάλλου, η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1998 στην υπόθεση C-242/96, Ιταλία κατά Επιτροπής , και το γεγονός ότι στο κράτος μέλος απόκειται να αποδείξει ότι οι υπολογισμοί της είναι ανακριβείς οσάκις δεν απορρίπτει όλες τις δαπάνες που αφορά η παράβαση αλλά προσπαθεί να αποδείξει τις χρηματοοικονομικές συνέπειες της παράνομης πράξεως με υπολογισμούς που βασίζονται σε εκτίμηση της καταστάσεως που θα ανέκυπτε στην οικεία αγορά αν δεν υπήρχε παράβαση.
83. Ως προς τη φερομένη αναδρομικότητα της εφαρμογής του κατ' αποκοπή συντελεστή 25 %, η Επιτροπή εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι η έκθεση Belle προέβλεπε ήδη ότι «σε εξαιρετικές περιστάσεις» η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να προβεί σε κατ' αποκοπή διόρθωση ανώτερου συντελεστή από αυτούς του 2 %, 5 % και 10 % , που προβλέπονται συνήθως.
84. Στο υπόμνημά της απαντήσεως, η Ιταλική Δημοκρατία εμμένει στην άποψή της ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή της περί εφαρμογής διορθώσεως με συντελεστή 25 %. Δεν απέδειξε τον λόγο για τον οποίο, κατά τον τερματισμό της διαδικασίας συμβιβασμού, μείωσε τον συντελεστή διορθώσεως μόνο για την περίοδο εμπορίας 1993 στην Καλαβρία. Ούτε ανέφερε σε τι βαθμό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «εξαιρετική» η κατάσταση στις οικείες περιφέρειες. Τέλος, δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τις παρατηρήσεις του συμβιβαστικού οργάνου .
85. Στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η Επιτροπή αναφέρεται αρχικά στις διαπιστωθείσες κατά τους ελέγχους ανεπάρκειες, τις οποίες επισήμανε με την ανακοίνωσή της αριθ. 10071, της 4ης Μαρτίου 1998, προς τις ιταλικές αρχές. Η ανακοίνωση αυτή αναφέρει κατ' ουσίαν ότι οι έλεγχοι δεν διεξήχθησαν αρκετά συχνά στην Ιταλία εν γένει και στην Καλαβρία ειδικότερα και ότι η χρησιμότητά τους δεν ήταν εξασφαλισμένη λόγω προβλημάτων αναγνωρίσεως των οικείων ζώων και ότι, επιπλέον, το 1994, στη Σικελία, περίπου 40 % των εξετασθεισών αιτήσεων κρίθηκαν πλημμελείς. Στο πλαίσιο αυτό, η εφαρμογή συντελεστή διορθώσεως 25 % ήταν βάσιμη και δικαιολογημένη. Τέλος, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι ανακοίνωσε τις διαπιστώσεις της στο συμβιβαστικό όργανο, υπό τη μορφή γραπτού σημειώματος αποσταλέντος στον υπεύθυνο του εν λόγω οργάνου.
Δ - Εκτίμηση
86. Ο τρίτος αυτός λόγος της προσφυγής συνδέεται με τον αντίστοιχο λόγο που προέβαλε η Ιταλική Δημοκρατία στις υποθέσεις C-242/96 και C-253/97 σχετικά με ανάλογες διορθώσεις που αφορούσαν τις προηγούμενες περιόδους εμπορίας.
87. Ας παρατηρηθεί αρχικά ότι η Ιταλική Δημοκρατία αμφισβητεί την κατ' αποκοπή διόρθωση μόνον ως προς το ποσό της. Επομένως, οι ελλείψεις και οι ανεπάρκειες που διαπιστώθηκαν με την έκθεση συνθέσεως 1995 πρέπει να θεωρηθούν ότι έχουν αποδειχθεί.
88. Σύμφωνα με την προσφυγή της Ιταλικής Δημοκρατίας, πρέπει κατ' αρχάς να εξεταστεί αν η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να εφαρμόσει κατ' αποκοπή συντελεστή 25 %. ρος τούτο, πρέπει να καθοριστεί αν η Επιτροπή εξέδωσε την απόφασή της βάσει των κατευθυντηρίων γραμμών του 1997 αναδρομικώς. Αντίθετα προς την άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως, αυτό μου φαίνεται αμφίβολο.
89. ρέπει πράγματι να υπομνησθεί ότι, «όπως προκύπτει από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή, αντί να προσπαθήσει να διαπιστώσει τις οικονομικές επιπτώσεις των παραβάσεων εκ μέρους των ιταλικών αρχών ελέγχου, μπορούσε να απορρίψει το σύνολο των κατά παράβαση των σχετικών κανόνων πραγματοποιηθεισών δαπανών» .
90. Επιπλέον, κανείς δεν αμφισβητεί σοβαρώς εν προκειμένω ότι η δυνατότητα υπερβάσεως των συντελεστών 2 %, 5 % ή 10 % υπήρχε ήδη πριν από την υιοθέτηση των κατευθυντηρίων γραμμών του έτους 1997. ρέπει εντούτοις να ληφθεί υπόψη ότι η Επιτροπή, ενδεχομένως, δεσμευόταν από τις κατευθυντήριες γραμμές που η ίδια είχε καθορίσει με την έκθεση Belle του 1993.
91. Εντούτοις, σύμφωνα και με τις κατευθυντήριες αυτές γραμμές του 1993, η εφαρμογή του επίδικου συντελεστή διορθώσεως 25 % προβλεπόταν τουλάχιστον «σε εξαιρετικές περιπτώσεις». Επομένως, το ερώτημα περιορίζεται στο αν η Επιτροπή αιτιολόγησε επαρκώς εν προκειμένω την ύπαρξη μιας τέτοιας εξαιρετικής περιπτώσεως.
92. Ας υπομνηστεί κατ' αρχάς η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως της Επιτροπής. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, «στις αποφάσεις περί εκκαθαρίσεως λογαριασμών δεν απαιτείται λεπτομερής αιτιολογία, εφόσον η ενδιαφερόμενη κυβέρνηση συνεργάστηκε στενά κατά τη διαδικασία καταρτίσεως της αποφάσεως και, επομένως, γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο η Επιτροπή κρίνει ότι δεν πρέπει να επιβαρυνθεί το ΕΓΤΕ με τα επίμαχα ποσά» .
93. Εν προκειμένω, η Επιτροπή παραπέμπει επομένως ορθώς στην ανακοίνωσή της της 4ης Μαρτίου 1998 και πρέπει να γίνει δεκτό ότι η υποχρέωσή της για αιτιολόγηση στον τομέα αυτό είναι περιορισμένη. Επομένως, θα περιοριστώ να εξετάσω αν οι λόγοι τους οποίους επικαλείται η Επιτροπή προς στήριξη της προσβαλλομένης αποφάσεως μπορούν να δικαιολογήσουν την τελευταία.
94. Όμως, προηγουμένως πρέπει να υπομνηστεί η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου στον τομέα της κατανομής του βάρους αποδείξεως σε τέτοιες περιπτώσεις. Κατά τη νομολογία αυτή, «μολονότι στην Επιτροπή εναπόκειται να αποδείξει την ύπαρξη παραβιάσεως των κοινοτικών κανόνων, το κράτος μέλος οφείλει να αποδείξει, κατά περίπτωση, ότι η Επιτροπή έσφαλε ως προς τις χρηματοοικονομικές συνέπειες που πρέπει να συναχθούν» .
95. Εν προκειμένω, η Επιτροπή έκρινε κατάλληλη μία κατ' αποκοπή διόθρωση 25 % βασιζομένη στην έκθεση Belle. Λαμβάνοντας υπόψη την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στην Ιταλική Δημοκρατία εναπόκειται επομένως να αποδείξει ότι οι προϋποθέσεις για την επιβάρυνση του ΕΓΤΕ με τις δαπάνες συνέτρεχαν ή ότι η διόρθωση έπρεπε να είχε χαμηλότερο συντελεστή.
96. Επομένως, στο μέτρο που η Ιταλική Δημοκρατία προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν αιτιολόγησε επαρκώς την άρνησή της να μεταβάλει, κατά την αποπεράτωση της διαδικασίας συμβιβασμού, τον συντελεστή της διορθώσεως όσον αφορά τη Σικελία για την περίοδο εμπορίας 1993 και όσον αφορά τη Σικελία και την Καλαβρία για την περίοδο 1994, περιορίζομαι στη διαπίστωση ότι η επιχειρηματολογία αυτή δεν λαμβάνει υπόψη τους κανόνες σχετικά με την κατανομή του βάρους αποδείξεως.
97. Ενόψει των αντιρρήσεων που διατύπωσε το όργανο συμβιβασμού σχετικά με την αιτιολογία της αποφάσεως της Επιτροπής, μου φαίνεται εντούτοις σκόπιμο να εξετάσω εν προκειμένω το ζήτημα της τηρήσεως της υποχρεώσεως προς αιτιολόγηση.
98. Στο μέτρο που η Ιταλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι και το όργανο συμβιβασμού σχολίασε την αιτιολογία της αποφάσεως, θα παρατηρήσω κατ' αρχάς ότι η έκθεση του οργάνου αυτού δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα · επομένως, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να συμμορφωθεί ως προς όλα τα σημεία της εκθέσεώς του.
99. Εντούτοις, οι διορθώσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή κατά τον τερματισμό της διαδικασίας συμβιβασμού δείχνουν ότι αυτή έλαβε υπόψη την έκθεση του οργάνου συμβιβασμού. Έτσι μείωσε από 25 % σε 10 % τον συντελεστή της διορθώσεως για το οικονομικό έτος 1993 στην Καλαβρία, αφού το όργανο συμβιβασμού είχε παρατηρήσει ότι μία από τις κύριες αιτιάσεις της Επιτροπής αφορούσε μόνο μία από τις δύο περιφέρειες.
100. Ως προς την εφαρμογή συντελεστή διορθώσεως 25 % στη Σικελία για το οικονομικό έτος 1993, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν απέδειξε κατά πόσον μια μικρότερη διόρθωση θα ήταν καταλληλότερη. Καθόσον αυτή θεωρεί την απόφαση ως προς το σημείο αυτό προδήλως ακατάλληλη, επειδή η Επιτροπή, κατά τη γνώμη της, δεν έλαβε έτσι υπόψη τις προσπάθειές της για βελτίωση της εντάσεως και της αποτελεσματικότητας των ελέγχων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η επιχειρηματολογία της δεν έχει επαρκές έρεισμα. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της ίδιας της Ιταλίας, οι σχετικές προσπάθειες ανάγονται μεν στο 1993, αυτές όμως είχαν ως αποτέλεσμα αύξηση της εντάσεως των ελέγχων μόλις το 1995.
101. Από τα προεκτεθέντα μπορεί να συναχθεί ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής φαίνεται ότι αξίξει να διερευνηθεί μόνον καθόσον εφάρμοσε στην Καλαβρία και τη Σικελία για το οικονομικό έτος 1994 τον ίδιο συντελεστή διορθώσεως 25 %.
102. Στο σημείο αυτό πρέπει να υπομνηστεί ότι η μη επιβάρυνση του ΕΓΤΕ με δαπάνες δεν αποτελεί κύρωση, αλλά το αποτέλεσμα του ελέγχου της κανονικότητας των σχετικών δαπανών. Η αποτελεσματικότητα του ενδεχομένως υφισταμένου συστήματος ελέγχου είναι ένα μόνον από περισσότερα κριτήρια κατά τον καθορισμό του συντελεστή διορθώσεως σύμφωνα με την έκθεση Belle. ρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η σπουδαιότητα των ελλείψεων καθώς και η εκτίμηση της αναμενομένης για το ΕΓΤΕ ζημίας .
103. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει, κατ' αρχάς, να επισημανθεί ότι το ιταλικό σύστημα ελέγχου επέδειξε κατά το οικονομικό έτος 1994, αναμφισβήτητα, σημαντικές ελλείψεις. αραπέμπω ως προς το σημείο αυτό στον ισχυρισμό της Επιτροπής , ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε και στις πιο πάνω παρατηρήσεις μου . Αν σκεφθεί κανείς, εξάλλου, ότι διεξήχθη, σύμφωνα με την - ως προς το σημείο αυτό επίσης αναντίρρητη - έκθεση της Επιτροπής 1994, μόνον ένα ποσοστό των αναγκαίων ελέγχων σε ολόκληρη τη χώρα, ειδικότερα όμως στις επίδικες περιφέρειες, και ότι η κατάσταση στις αναφερθείσες περιφέρειες ήταν ενίοτε τόσο σοβαρή ώστε η διεξαγωγή ελέγχων ήταν αδύνατη, η επιχειρηματολογία της Ιταλίας δεν φαίνεται κατάλληλη για να αποδυναμώσει επαρκώς τον περιγραφόμενο από την Επιτροπή κίνδυνο ζημίας σε βάρος του προϋπολογισμού του ΕΓΤΕ.
104. Από όλα τα προεκτεθέντα, πρέπει να συναχθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν απέδειξε ότι η προσβαλλομένη διόρθωση είναι δυσανάλογη. Ενόψει αυτού, η χρηματοοικονομική διόρθωση στην οποία προέβη η Επιτροπή σχετικά με τη Σικελία για τα οικονομικά έτη 1993 και 1994 και σχετικά με την Καλαβρία για το οικονομικό έτος 1994, ύψους 25 %, είναι δικαιολογημένη.
105. Επομένως, και ο τρίτος λόγος της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί.
106. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι κανένας από τους λόγους της προσφυγής της Ιταλικής Κυβερνήσεως είναι βάσιμος και, επομένως, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
IV - Δικαστικά έξοδα
107. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε, επιβάλλεται να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής.
V - ρόταση
108. Βάσει των προεκτεθέντων προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.»
Full & Egal Universal Law Academy