Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Η παρούσα υπόθεση αφορά αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η Επιτροπή κατά αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο και με την οποία ακύρωσε ορισμένες αποφάσεις που είχαν ληφθεί στο πλαίσιο διαδικασίας προς πλήρωση κενής θέσεως λόγω του ότι οι αποφάσεις αυτές επεδίωκαν άλλο σκοπό και όχι την με καλή πίστη συμμόρφωση προς μια απόφαση του Πρωτοδικείου με την οποία ακυρώθηκαν παρόμοιες αποφάσεις που είχαν ληφθεί κατά τη διάρκεια προηγούμενης διαδικασίας για την πλήρωση της ίδιας θέσεως.
Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση
2 Το ιστορικό της υποθέσεως ως προς τα περιστατικά και τη διαδικασία μπορεί να συνοψισθούν, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (1) ως ακολούθως.
3 Το 1994 η Επιτροπή θέλησε να προβεί στην πλήρωση της θέσεως του προϋσταμένου της διοικητικής μονάδας 1 («διαπραγματεύσεις και διαχείριση των συμφωνιών για τα κλωστοϋφαντουργικά προϋόντα· υποδήματα· διάφορα») της διευθύνσεως Δ («τομεακά εμπορικά ζητήματα» της Γενικής Διευθύνσεως I («εξωτερικές οικονομικές σχέσεις»). Προς τον σκοπό αυτό, δημοσίευσε ανακοίνωση περί κενής θέσεως στις 15 Δεκεμβρίου 1994, η οποία διευκρίνιζε τα ελάχιστα απαιτούμενα προσόντα ως εξής:
«- ο υπάλληλος πρέπει να ανήκει στην ίδια κατηγορία/ίδιο κλάδο/ίδια σταδιοδρομία με αυτούς της ανακοινώσεως COM (2) (μετάθεση)·
- να ανήκει σε κατώτερη σταδιοδρομία από εκείνη της ανακοινώσεως, (προαγωγή σύμφωνα με το άρθρο 45 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων)·
- να κατέχει γνώσεις και να διαθέτει πείρα/ικανότητες σε σχέση με τα προς άσκηση καθήκοντα·
- για τις θέσεις που απαιτούν ειδικά προσόντα: γνώσεις και πείρα σε βάθος στον/σε συνάρτηση με τον τομέα δραστηριότητας».
4 O A. Giannini υπέβαλε την υποψηφιότητά του για τη θέση, πλην όμως ανεπιτυχώς. Προσέβαλε τις αποφάσεις με τις οποίες απορρίφθηκε η υποψηφιότητά του και προκρίθηκε ο επιτυχών, X, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας που είχε ως κατάληξη την έκδοση αποφάσεως του Πρωτοδικείου (3) (στο εξής: πρώτη απόφαση) με την οποία ακυρώθηκαν οι αποφάσεις αυτές στις 19 Μαρτίου 1997.
5 Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) αυτοδεσμεύθηκε με ένα νομικό πλαίσιο μέσω των προϋποθέσεων της ανακοινώσεως περί κενής θέσεως και ότι όφειλε να απορρίψει οποιονδήποτε υποψήφιο δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις της. Δέχτηκε ότι, κατά το χρονικό σημείο της υποβολής της υποψηφιότητάς του, ο X δεν διέθετε καμία πείρα ούτε στον τομέα των κλωστοϋφαντουργικών ή υποδημάτων ούτε καν στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής, ενώ ο A. Giannini διέθετε σημαντική πείρα στους εν λόγω τομείς. Αποφασίζοντας να απορρίψει την υποψηφιότητα του A. Giannini και να διορίσει τον X, μολονότι δεν πληρούσε τη μία από τις ελάχιστες απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη θέση, η Επιτροπή έκανε χρήση της εξουσίας της κατά τρόπο προδήλως πεπλανημένο και αγνόησε το συμφέρον της υπηρεσίας.
6 Η Επιτροπή δεν επιχείρησε να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής, αλλά, στις 10 Απριλίου 1997, ακύρωσε την ανακοίνωση περί κενής θέσεως και δημοσίευσε εκ νέου την κενή θέση με ανακοίνωση στην οποία αναφέρονταν τα ήδη απαιτούμενα ελάχιστα προσόντα, με την προσθήκη πάντως ότι θα δινόταν προτεραιότητα στον υποψήφιο που διαθέτει βεβαιωθείσα πείρα στον τομέα της διεθνούς διαπραγματεύσεως και στη διαχείριση διοικητικής μονάδας. Ο X διορίσθηκε εκ νέου, στις 30 Μαου 1997. Ο A. Giannini προσέβαλε την ανάκληση της πρώτης ανακοινώσεως περί κενής θέσεως, τη δημοσίευση της δεύτερης και τον διορισμό του X με τις διαδικασίες που είχαν ως κατάληξη της έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
7 Με την απόφαση αυτή, το Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την προσφυγή ακυρώσεως του A. Giannini για τον λόγο ότι τα επίδικα μέτρα είχαν ληφθεί για την επίτευξη σκοπού διαφορετικού από εκείνων της καλόπιστης εκτελέσεως της πρώτης αποφάσεως και ότι μάλιστα είχαν θέσει εκποδών την ορθή εκτέλεσή της. ςΕκρινε, αφενός, ότι η Επιτροπή παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 176 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 233 ΕΚ), που επιβάλλει στα όργανα των οποίων η πράξη κηρύχθηκε άκυρη να «λαμβάνουν τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου», και, αφετέρου, ότι ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας.
Η αίτηση αναιρέσεως
8 Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η ανάκληση της αρχικής ανακοινώσεως περί κενής θέσεως και η κίνηση μιας νέας διαδικασίας κατόπιν της πρώτης αποφάσεως είναι αντίθετες προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 176 της Συνθήκης και ότι ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας.
9 Η Επιτροπή θεωρεί αντιθέτως ότι νομιμοποιούνταν να λάβει τα μέτρα αυτά μετά τη μερική ακύρωση της αρχικής διαδικασίας προσλήψεως, η δε απόφαση να ενεργήσει με τον τρόπο αυτό συνιστούσε ορθή άσκηση της εξουσίας της εκτιμήσεως, όπως σαφώς τονίζεται από τη νομολογία του Πρωτοδικείου. Εναπόκειται στην ΑΔΑ να προσδιορίσει τα απαιτούμενα προσόντα για κάθε θέση προς το συμφέρον της υπηρεσίας και, αν αποδειχθεί ότι οι αρχικώς καθορισθείσες προϋποθέσεις είναι ακατάλληλες, μπορεί να καταργηθεί μια διαδικασία προσλήψεως που βρίσκεται σε εξέλιξη και να κινηθεί μια νέα διαδικασία με νέες προϋποθέσεις, ακόμη και μετά τη μερική ακύρωση της πρώτης διαδικασίας με απόφαση του Πρωτοδικείου. Το γεγονός ότι οι όροι περί προτιμήσεως που προστέθηκαν στη νέα ανακοίνωση περί κενής θέσεως αντιστοιχούσαν στα προσόντα που διέθετε ο Ξ σύμφωνα με την πρώτη απόφαση δεν συνιστά απόδειξη για τη συναγωγή καταχρήσεως εξουσίας με σκοπό την παράκαμψη των αποτελεσμάτων της αποφάσεως αυτής. Για να συμβεί αυτό, θα απαιτούνταν να αποδειχθεί ότι η προσθήκη των όρων προτιμήσεως στερούνταν σημασίας για την προς πλήρωση θέση. Τέλος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η πρώτη απόφαση περιέχει την παραμικρή εντολή προς την Επιτροπή ως προς τη συμπεριφορά που έπρεπε να υιοθετήσει κατόπιν της ακυρώσεως των επίδικων αποφάσεων. Οποιαδήποτε εντολή αυτού του είδους θα συνιστούσε παραβίαση της κατανομής των αρμοδιοτήτων κατά τη ρύθμιση του άρθρου 176 της Συνθήκης.
Γενική επισκόπηση
10 Πριν εξεταστούν τα επιχειρήματα της Επιτροπής στην παρούσα υπόθεση και το σκεπτικό του Πρωτοδικείου στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, μπορεί να είναι χρήσιμο να διατυπωθούν ορισμένες γενικές σκέψεις.
11 Κατ' αρχάς, όσον αφορά το καθήκον των οργάνων να συμμορφώνονται προς τις αποφάσεις που ακυρώνουν τις πράξεις τους, μολονότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο κοινοτικός δικαστής δεν είναι αρμόδιος να δίνει εντολές στα όργανα, ακόμη κι αν αυτές αφορούν τον τρόπο συμμορφώσεως προς τις αποφάσεις του (4), το Δικαστήριο κρίνει εντούτοις παγίως ότι:
«προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση και να την εκτελέσει πλήρως το κοινοτικό όργανο υποχρεώνεται να σεβαστεί όχι μόνο το διατακτικό της αποφάσεως, αλλά και το σκεπτικό που οδήγησε στο διατακτικό αυτό και που συνιστά το αναγκαίο στήριγμα υπό την έννοια ότι είναι απαραίτητο για να προσδιοριστεί η ακριβής έννοια αυτού που κρίθηκε με το διατακτικό. Πράγματι, με το σκεπτικό αυτό, αφενός, εντοπίζεται η ακριβής διάταξη που θεωρείται ως παράνομη και, αφετέρου, σ' αυτό εμφαίνονται οι ακριβείς λόγοι της παρανομίας που διαπιστώνεται με το διατακτικό και από το οικείο κοινοτικό όργανο πρέπει να λάβει υπόψη κατά την αντικατάσταση της πράξης που ακυρώθηκε. Η διαδικασία αντικατάστασης της πράξεως αυτής μπορεί έτσι να επαναλαμβάνεται από το συγκεκριμένο σημείο κατά το οποίο συνέβη η παρανομία» (5).
12 Επομένως, η πρώτη απόφαση δεν μπορούσε να επιβάλει τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου για να θεραπευτεί η παρανομία η οποία, κατά το Πρωτοδικείο, καθιστούσε ελαττωματική την αρχική διαδικασία προσλήψεως. Η Επιτροπή όφειλε εντούτοις να λάβει πλήρως υπόψη το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής επιλέγοντας τον αναγκαίο τρόπο ενεργείας προκειμένου να συμμορφωθεί προς αυτήν. Μία από τις λύσεις θα συνίστατο στην επανάληψη της διαδικασίας κατά το στάδιο της εξετάσεως των αρχικών υποψηφιοτήτων.
13 Δεύτερον, δεν πρέπει να λησμονούνται δύο αντίμαχες θεωρήσεις, όσον αφορά τις διαδικασίες για την πλήρωση κενών θέσεων.
14 Ο Κανονισμός της Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (6) περιέχει μια σειρά διατάξεων που έχουν όλες ως κοινό σημείο την επαινετή μέριμνα να προλαμβάνεται ο νεποτισμός, η ευνοιοκρατία, ή όπως αποκαλείται η πρακτική του μέσου και οι κάθε είδους προτιμήσεις κατά την πρόσληψη, τον διορισμό, τη μετάθεση και την προαγωγή των υπαλλήλων των Κοινοτήτων και με τη διασφάλιση ότι όλες οι αποφάσεις στα θέματα αυτά λαμβάνονται αντικειμενικά και αμερόληπτα, λαμβανομένων υπόψη αποκλειστικά του συμφέροντος της υπηρεσίας και των προσόντων των ενδιαφερομένων προσώπων.
15 Ξάριν παραδείγματος, το άρθρο 7, παράγραφος 1, ορίζει ότι: «Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή τοποθετεί (...) προς το συμφέρον και μόνον της υπηρεσίας και χωρίς να λαμβάνει υπόψη την ιθαγένεια κάθε υπάλληλο σε θέση της κατηγορίας ή του κλάδου του που αντιστοιχεί στο βαθμό του». Δυνάμει του άρθρου 27, η πρόσληψη πρέπει «να εξασφαλίζει στο όργανο τη συνεργασία υπαλλήλων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας και επιλέγονται με την ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών των Κοινοτήτων» μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών και ανεξάρτητα από τη φυλή, τη θρησκεία, το φύλο ή την ιθαγένεια. Το άρθρο 29, παράγραφος 1, διευκρινίζει μια σειρά διαδοχικών σταδίων που πρέπει να ακολουθούνται με δεσμευτική τάξη για την πλήρωση κενών θέσεων (7), το δε άρθρο 45 ορίζει ότι η προαγωγή γίνεται αποκλειστικά «μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων που έχουν σειρά προαγωγής, καθώς και των εκθέσεων για τους υπαλλήλους αυτούς». ςΟλες αυτές οι διατάξεις έχουν ερμηνευθεί και εφαρμοσθεί παγίως από το Δικαστήριο προκειμένου να υπογραμμισθεί το καθήκον αμεροληψίας που υπέχει η ΑΔΑ. Ειδικότερα, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι διαδικασίες δεν πρέπει να διαστρεβλώνονται προκειμένου να εξασφαλιστεί ο διορισμός ενός υποψηφίου ο οποίος, στην πραγματικότητα, έχει επιλεγεί εκ των προτέρων (8).
16 Εντούτοις, συνιστά σημαντικό δημόσιο συμφέρον η παροχή στα όργανα επαρκούς ευκαμψίας για τον διορισμό του κατάλληλου προσώπου· επομένως, το Δικαστήριο παγίως δέχεται ότι τα όργανα έχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια για την οργάνωση των υπηρεσιών τους σε συνάρτηση με την αποστολή που τους έχει ανατεθεί και για την τοποθέτηση του προσωπικού που διαθέτουν προς εκπλήρωση της αποστολής αυτής (9).
17 Τόσο ενώπιον του Πρωτοδικείου όσο και με τους ισχυρισμούς της που προέβαλε στην κατ' αναίρεση διαδικασία, η Επιτροπή υπογράμμισε μετ' επιτάσεως τη διακριτική ευχέρεια της οποίας απολάβει. Πάντως, η διακριτική αυτή ευχέρεια δεν είναι απόλυτη. Ειδικότερα, προϋποθέτει εμπεριστατωμένη και αμερόληπτη εξέταση κάθε περιπτώσεως και ακριβή τήρηση των απαιτήσεων της ανακοινώσεως περί κενής θέσεως (10). Και ενώ ο εκ μέρους του Πρωτοδικείου έλεγχος αποφάσεων που ελήφθησαν στο πλαίσιο μιας διαδικασίας προσλήψεως μπορεί συνήθως να περιορίζεται, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, στον έλεγχο του ζητήματος αν παρέμειναν εντός των δεόντων ή λογικών ορίων, στην παρούσα υπόθεση η διακριτική ευχέρεια της ΑΔΑ οριοθετείται επί πλέον από το καθήκον της να λάβει υπόψη το σκεπτικό βάσει του οποίου οι αποφάσεις για τον διορισμό του X και όχι του A. Giannini ακυρώθηκαν με την πρώτη απόφαση.
18 Τρίτον, η υπόθεση αυτή αφορά μια κατάσταση στην οποία μια αρχική διαδικασία προσλήψεως ακυρώθηκε ως παράνομη, η δε επακόλουθη διαδικασία κατέληξε στον διορισμό του ίδιου υποψηφίου όπως και στην πρώτη. Είναι προφανώς εύκολο, ιδίως για αποτυχόντες υποψηφίους, να υποπτεύονται ότι «το παιχνίδι είναι σικέ» υπό το φως ενός τέτοιου αποτελέσματος και, εάν υπήρξε κάτι τέτοιο, το οικείο όργανο πρέπει να υποστεί κύρωση και κάθε παράνομο μέτρο να ακυρωθεί (11). Πάντως, θα ήταν απαράδεκτο η ακύρωση του διορισμού ενός υπαλλήλου λόγω παρανομίας στο πλαίσιο μιας διαδικασίας να μπορούσε να αποκλείσει τον επαναδιορισμό στην ίδια θέση, ακόμη και συνεπεία μιας επακόλουθης αυστηρότατα νόμιμης διαδικασίας. Πάντως, τέτοιες περιπτώσεις επιβάλλουν ιδιαίτερα πλήρη επαλήθευση των πραγματικών περιστάσεων προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε αδικία.
19 Τέλος, ένα από τα χαρακτηριστικά - αν και λυπηρό - της διαδικασίας σε τέτοιες περιπτώσεις αποτελεί το ότι οποιαδήποτε απόφαση που ακυρώνει διορισμό λόγω παρανομίας μπορεί να εκδοθεί μετά από την πάροδο σημαντικού χρόνου από το χρονικό σημείο κατά το οποίο πραγματοποιήθηκε ο διορισμός. Κάθε απαιτούμενο μέτρο προς συμμόρφωση με την απόφαση - εκτός από την ίδια την ακύρωση που αποτελεί αυτόματο αποτέλεσμα - θα ληφθεί εντός ουσιαστικού και διοικητικού πλαισίου ενδεχομένως πολύ διαφορετικού από αυτού εντός του οποίου πραγματοποιήθηκε ο αρχικός διορισμός. ςΕνα σημαντικό ζήτημα που αποτελεί ένα από τα βασικά στοιχεία της παρούσας υποθέσεως είναι το αν ενδείκνυται να «στραφούν οι δείκτες του ρολογιού προς τα πίσω» προκειμένου να θεραπευθεί η παρατυπία στο αρχικό πλαίσιο ή, αντιθέτως, να επαναληφθεί εξ αρχής η διαδικασία λαμβανομένου υπόψη μόνο του νέου πλαισίου - με άλλα λόγια πρέπει το όργανο να επαναφέρει την κατάσταση, μετά την ακύρωση, στη μορφή που θα είχε αν δεν είχε υπάρξει καμία παρατυπία ή αρκεί να γίνει αποδεκτό το γεγονός της ακυρώσεως και να κινηθεί μια νέα διαδικασία επί αυστηρώς νομικής βάσεως;
Η παρούσα περίπτωση
20 Ο ισχυρισμός της Επιτροπής συνίσταται κατ' ουσίαν στο ότι τα περιστατικά περιστατικά που διαπίστωσε το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν του επέτρεπαν να συναγάγει το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή παρέλειψε να συμμορφωθεί με την πρώτη απόφαση ή ότι ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας.
21 Μολονότι η Επιτροπή προβάλλει ένα μόνο λόγο αναιρέσεως, ανακύπτουν δύο διαφορετικά ζητήματα: πρώτον, αν το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι υφίσταται κατάχρηση εξουσίας και, δεύτερον, αν ορθώς έκρινε ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 176 της Συνθήκης. Αυτή είναι η κατάσταση, μολονότι το Πρωτοδικείο δεν κάνει πλήρως διάκριση μεταξύ των δύο ζητημάτων στην απόφασή του.
22 Με την εξέταση των ζητημάτων αυτών, το Πρωτοδικείο εξετάζει κατ' αρχάς το ζήτημα της καταχρήσεως εξουσίας (σκέψη 28 έως 32 της αποφάσεως). Το Πρωτοδικείο εκθέτει ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται κατάχρηση εξουσίας μόνο όταν αποδεικνύεται ότι τα επίδικα μέτρα δεν ελήφθησαν για τον κατάλληλο σκοπό και θεωρεί ότι το ζήτημα συνίσταται στο αν οι αποφάσεις της Επιτροπής δείχνουν εσκεμμένη πρόθεση υπέρ ενός υποψηφίου σε βάρος των άλλων. Το συμπέρασμά του επί του ζητήματος αυτού στηρίχθηκε στις ακόλουθες διαπιστώσεις: η πρώτη απόφαση δεν έκρινε πλημμελή την αρχική ανακοίνωση περί κενής θέσεως αλλά διαπίστωσε ότι ο X δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις της ανακοινώσεως ενώ ο A. Giannini τις πληρούσε. Μετά την ακύρωση των αποφάσεων περί αποκλεισμού του A. Giannini και διορισμού του X, η Επιτροπή ανακάλεσε την αρχική ανακοίνωση και, κατ' αυτόν τον τρόπο, απέφυγε να επανεξετάσει τις αρχικές αιτήσεις υπό το φως της· ερωτηθείσα, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση γιατί αντικατέστησε την αρχική ανακοίνωση περί κενής θέσεως, η Επιτροπή επικαλέστηκε κατ' ουσίαν την ευρεία της διακριτική ευχέρεια.
23 Επί πλέον, η μοναδική ουσιώδης διαφορά μεταξύ της νέας και της αρχικής ανακοινώσεως περί κενής θέσεως ήταν η προσθήκη, στη νέα ανακοίνωση περί κενής θέσεως της προτιμήσεως υποψηφίων με αποδεδειγμένη πείρα στον τομέα της διεθνούς διαπραγματεύσεως και στη διαχείριση διοικητικής μονάδας: οι δύο αυτές προτιμήσεις αντιστοιχούν ακριβώς στα προσόντα τα οποία διαπιστώθηκε με την πρώτη απόφαση ότι είχε ο X.
24 Τα δύο αυτά στοιχεία - η έλλειψη επαναλήψεως της αρχικής εξετάσεως των υποψηφίων και η προσθήκη των δύο ευνοϋκών για τον X προτιμήσεων - κρίθηκε από το Πρωτοδικείο ως επαρκής απόδειξη για την πρόθεση της Επιτροπής και ως γεγονός που συνιστά κατάχρηση εξουσίας, πράγμα που επιρρωννύεται από το γεγονός ότι οι πράξεις της Επιτροπής είχαν και πάλι ως κατάληξη τον διορισμό του X: βλ. τις σκέψεις 29 έως 32 της αποφάσεως.
25 Η Επιτροπή δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να βάλει κατά των κρίσεων του Πρωτοδικείου επί του ζητήματος αυτού. Οι αναιρέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου περιορίζονται σε νομικά ζητήματα και η Επιτροπή δεν προσπάθησε, ως προς αυτό το τμήμα της αποφάσεως, να προβάλει κανένα νομικό ζήτημα.
26 Είναι αληθές ότι το Πρωτοδικείο φαίνεται να απέδωσε υπερβολικό βάρος στο γεγονός ότι η Επιτροπή, αντί να επαναλάβει την αρχική διαδικασία, προέβη σε μια νέα διαδικασία, οπότε τα συμπεράσματά της μπορεί εν προκειμένω να επηρεάστηκαν από μια παρανόηση ως προς το τί ήταν αναγκαίο προκειμένου να συμμορφωθεί με την πρώτη απόφαση - παρανόηση που εξετάζω κατωτέρω. ωΟμως, το Πρωτοδικείο δεν έκρινε ότι η Επιτροπή όφειλε να επαναλάβει την αρχική διαδικασία: επηρεάστηκε, όπως καθιστά σαφές η απόφαση, από την αδυναμία της Επιτροπής να διευκρινίσει γιατί κίνησε μια νέα διαδικασία. Επί πλέον, ορθώς, κατά τη γνώμη μου, το Πρωτοδικείο απέδωσε σημασία στις νέες προτιμήσεις που προστέθηκαν στην ανακοίνωση περί κενής θέσεως οι οποίες, όπως καταδεικνύεται, προορίζονταν να ευνοήσουν τον X.
27 Κατά συνέπεια, ως προς την κρίση του Πρωτοδικείου για την ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας, η αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
28 Στο δεύτερο μέρος της αναλύσεώς του (σκέψεις 33 και 34 της αποφάσεως), το Πρωτοδικείο εξέτασε τη φερόμενη παράβαση του άρθρου 176 της Συνθήκης. ςΕκρινε ότι η Επιτροπή δεν έδωσε επίσης συνέχεια στο κύριο σκεπτικό της πρώτης του αποφάσεως: αυτό ακριβώς το σκεπτικό, σύμφωνα με τη νομολογία, έπρεπε να χρησιμεύσει ως γνώμονας για την Επιτροπή κατά τον καθορισμό των μέτρων που έπρεπε να ληφθούν. Στην παρούσα περίπτωση, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις πόρρω απέχοντας από το να συνιστούν ορθή συμμόρφωση προς την απόφαση, έθεσαν εκποδών την εφαρμογή της.
29 Η πτυχή αυτή της αποφάσεως είναι, κατά τη γνώμη μου, λιγότερο ικανοποιητική, τα δε επιχειρήματα της Επιτροπής επί του ζητήματος αυτού έχουν κάποια βαρύτητα. Επί πλέον, το ζήτημα έχει μεγάλη σημασία για τη λειτουργία της κοινοτικής δημοσιοϋπαλληλίας. Κατά συνέπεια, θα προσπαθήσω να διαχωρίσω, εξετάζοντάς τους με τη σειρά, τους διάφορους παράγοντες στους οποίους αναφέρθηκε το Πρωτοδικείο.
Η κίνηση νέας διαδικασίας
30 Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να εξετασθεί είναι αν, υπό το φως της πρώτης αποφάσεως, η Επιτροπή μπορούσε εγκαίρως να τερματίσει την αρχική διαδικασία, χωρίς να προβεί σε διορισμό και συγχρόνως να κινήσει μια νέα διαδικασία για διορισμό στην ίδια θέση.
31 Αποτελεί πάγια νομολογία ότι, γενικώς, μια ΑΔΑ μπορεί να θέσει τέρμα σε μια διαδικασία προσλήψεως πριν αυτή ολοκληρωθεί (12). Το δικαίωμα αυτό έχει αναγνωρισθεί από το Πρωτοδικείο σε δύο περιπτώσεις όπου - όπως και εδώ - η αρχική διαδικασία είχε εν μέρει ακυρωθεί με απόφασή του. Και στις δύο υποθέσεις Hochbaum κατά Επιτροπής (13) και Moat κατά Επιτροπής (14), η παρανομία που είχε ως συνέπεια την ακύρωση συνίστατο κατ' ουσίαν στο ότι οι επίμαχες εκθέσεις βαθμολογίας δεν ήσαν στη διάθεση της ad hoc συμβουλευτικής επιτροπής όταν ζητήθηκε η γνώμη της (15).
32 Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε στην απόφαση Hochbaum - όχι όμως στην απόφαση Moat, - κρίνοντας πάντως ότι διέφερε για τον λόγο ότι αφορούσε ένα διαδικαστικό ελάττωμα. Κάνοντας τη διάκριση αυτή, το Πρωτοδικείο εξέθεσε ότι η Επιτροπή σαφώς δικαιούνταν να διορίσει το ίδιο πρόσωπο, εφόσον το διαδικαστικό ελάττωμα θεραπεύτηκε (16). Από την κρίση αυτή φαίνεται να προκύπτει εμμέσως το τεκμήριο ότι ένα ουσιαστικό ελάττωμα, όπως το γεγονός ότι ο υποψήφιος που διορίστηκε δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις της ανακοινώσεως περί κενής θέσεως, είτε δεν μπορεί να θεραπευθεί είτε συνιστά απόλυτο κώλυμα για επακόλουθο αναδιορισμό.
33 όΕνα τέτοιο τεκμήριο δεν μπορεί να είναι έγκυρο με τέτοια γενική μορφή, όπως εξέθεσα ανωτέρω. Εξάλλου, είναι απολύτως έγκυρο στο πλαίσιο δεδομένης διαδικασίας διορισμού. Εν προκειμένω, καθόσον η διαδικασία εφαρμόστηκε βάσει της αρχικής ανακοινώσεως περί κενής θέσεως, δεν ήταν δυνατόν η υποψηφιότητα του X, η οποία κρίθηκε από το Πρωτοδικείο ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις της εν λόγω ανακοινώσεως, να ληφθεί υπόψη και επομένως να διορισθεί ο X.
34 Πάντως, αυτό για το οποίο πρόκειται εδώ δεν είναι ο αναδιορισμός του X βάσει της αρχικής ανακοινώσεως περί κενής θέσεως αλλά η ανάκληση αυτής της ανακοινώσεως - η παύση της πρώτης διαδικασίας διορισμού πριν ολοκληρωθεί - και η κίνηση μιας νέας διαδικασίας βάσει μιας νέας ανακοινώσεως. Αυτό ήταν η αλληλουχία εντός της οποίας η Επιτροπή επικαλέσθηκε την απόφαση Hochbaum κατά Επιτροπής (17), και πρόκειται για μια αλληλουχία στην οποία νομίζω ότι είναι δυσκολότερο να γίνει μια διάκριση σε σχέση μ' αυτή την απόφαση.
35 Στην απόφαση Hochbaum κατά Επιτροπής, το Πρωτοδικείο δεν στήριξε ρητώς το συμπέρασμά του στο γεγονός ότι ο αρχικός διορισμός ακυρώθηκε συνεπεία διαδικαστικού, και όχι ουσιαστικού, ελαττώματος. ςΕκρινε απλώς (18) ότι, μολονότι το κύρος της αρχικής ανακοινώσεως περί κενής θέσεως ούτε είχε αμφισβητηθεί ούτε είχε θιγεί, το καθήκον της Επιτροπής να συμμορφωθεί με την προηγούμενη απόφαση θεραπεύοντας τα ελαττώματα που καθιστούσαν πλημμελή τη διαδικασία που κατέληξε στον ακυρωθέντα διορισμό ουδόλως επηρέασε τη διακριτική της ευχέρεια να διευρύνει το πεδίο της επιλογής προς το συμφέρον της υπηρεσίας, ούτε δε την υποχρέωνε να συνεχίσει την αρχική διαδικασία μέχρι του πέρατός της, και ότι πολλώ μάλλον δικαιούνταν να κινήσει μια νέα διαδικασία (19). Με την απόφασή του Moat κατά Επιτροπής (20), το Πρωτοδικείο προσέθεσε ότι, σε μια τέτοια κατάσταση, η ΑΔΑ δεν οφείλει να επανεξετάσει τις ληφθείσες κατόπιν της αρχικής ανακοινώσεως περί κενής θέσεως υποψηφιότητες.
36 ςΟπως προκύπτει, οι σκέψεις αυτές είναι επίσης εφαρμοστέες στην παρούσα περίπτωση. Φαίνεται να συνάδει προς το συμφέρον της χρηστής διοικήσεως, όταν ένας διορισμός ακυρώνεται μετά από σημαντικό χρονικό διάστημα (εν προκειμένω περίπου δύο χρόνια) μετά την αρχική διαδικασία, το να «διαγραφεί το παρελθόν» και να γίνει μια νέα αρχή. Οι περιστάσεις θα έχουν μεταβληθεί. Αν μη τι άλλο, ορισμένοι από τους αρχικούς υποψηφίους μπορεί να μην ενδιαφέρονται πλέον ή να μην είναι πλέον διαθέσιμοι, ενώ μπορεί να έχουν εμφανισθεί νέοι ενδεχομένως υποψήφιοι. Σε μερικές περιπτώσεις, η ακύρωση μπορεί να αφήνει άθικτες μόνο μία ή δύο έγκυρες υποψηφιότητες στο πλαίσιο της αρχικής διαδικασίας, ενώ θα ήταν ευκταίο ένα ευρύτερο πεδίο επιλογής. Ενόψει τέτοιων εκτιμήσεων, η ΑΔΑ πρέπει να απολαύει ευχέρειας επιλογής, προς το συμφέρον της υπηρεσίας, είτε να επαναλάβει την αρχική διαδικασία από το σημείο κατά το οποίο ακυρώθηκε είτε να την κηρύξει λήξασα και να κινήσει νέα διαδικασία.
37 Θα επιθυμούσα να προσθέσω εδώ μια παρένθεση όσον αφορά τη σημασία της νομολογίας που απορρέει από τις αποφάσεις Hochbaum κατά Επιτροπής και Moat κατά Επιτροπής ως προς το ότι το δικαίωμα της ΑΔΑ να τερματίσει μια διαδικασία σε οποιοδήποτε σημείο της εκτείνεται στις περιπτώσεις στις οποίες η διαδικασία αυτή έχει εν μέρει ακυρωθεί με απόφαση του Πρωτοδικείου. Μολονότι ασκήθηκε αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως Hochbaum (21), το ζήτημα αυτό δεν είχε ανακύψει στην υπόθεση εκείνη, η δε απόφαση δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί από το Δικαστήριο. Η νομολογία που παρατίθεται από το Πρωτοδικείο στην απόφαση Hochbaum (22) είναι η νομολογία που περιέχεται στις σκέψεις 23 έως 25 της αποφάσεως Βλάχου κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (23). Πράγματι, δεν είναι βέβαιο ότι είχε κινηθεί μια νέα διαδικασία εξ αρχής στην υπόθεση Βλάχου· ενδεχομένως η ΑΔΑ επανέλαβε ένα στάδιο, ή πέρασε σε ένα νέο στάδιο, με την διαδοχική τάξη που ορίζει το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ (24). Παρά ταύτα, θεωρώ ότι η νομολογία που απορρέει από τις αποφάσεις Hochbaum κατά Επιτροπής και Moat κατά Επιτροπής είναι ορθή για τους λόγους που εξέθεσα στο προηγούμενο σημείο και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να επωφεληθεί από την ευκαιρία που του παρέχει η παρούσα υπόθεση για να την επιβεβαιώσει.
38 Επομένως, επανερχόμενος στον κύριο συλλογισμό μου, υιοθετώ την άποψη ότι η Επιτροπή δεν αποκλείεται αυτομάτως από τη δυνατότητα ακυρώσεως της αρχικής ανακοινώσεως περί κενής θέσεως και από την κίνηση μιας νέας διαδικασίας βάσει νέας ανακοινώσεως, εφόσον η πράξη αυτή δεν διαιωνίζει ή αναπαράγει το παρανόμως χορηγηθέν πλεονέκτημα στον X έναντι του A. Giannini (ή οποιουδήποτε άλλου υποψηφίου) κατά τη διάρκεια της αρχικής διαδικασίας.
Η τροποποίηση των όρων της ανακοινώσεως περί κενής θέσεως
39 Το επόμενο ζήτημα είναι αν η ΑΔΑ δικαιούνταν να τροποποιήσει τους όρους της ανακοινώσεως.
40 Εκ πρώτης όψεως, μπορεί να φαίνεται πρόδηλο ότι δικαιούνταν. Αν η ΑΔΑ μπορεί να κινήσει μια νέα διαδικασία, πρέπει ασφαλώς να είναι ελεύθερη να επιλέξει τους όρους βάσει των οποίων θα πρέπει να διενεργηθεί η διαδικασία αυτή (25). Οι απαιτήσεις της οικείας διοικητικής μονάδας μπορεί πράγματι να έχουν μεταβληθεί. Μπορεί επίσης να έχει καταστεί φανερό, εκ των υστέρων, ότι οι όροι της αρχικής ανακοινώσεως περί κενής θέσεως ήταν ακατάλληλοι. Αν η ΑΔΑ μπορεί να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια όταν δεν υπάρχουν παρατυπίες στην αρχική διαδικασία (26) τότε ασφαλώς δεν χρειάζεται να εξακολουθεί αυτομάτως να φέρει το βάρος των όρων μιας ανακοινώσεως περί κενής θέσεως που δεν είναι πλέον - ή έχουν αποδειχθεί ότι ουδέποτε υπήρξαν - κατάλληλοι και να οφείλει να συνεχίζει τη διαδικασία μέχρι περατώσεώς της, απλώς και μόνον διότι υπήρξε μια παρατυπία - άσχετη προς την επιλογή των κριτηρίων που περιείχε η ανακοίνωση περί κενής θέσεως - βάσει της οποίας η διαδικασία μερικώς ακυρώθηκε.
41 Επομένως θεωρώ ότι η Επιτροπή δικαιούνταν, σε μια κατάσταση όπως της παρούσας υποθέσεως, να προσαρμόσει τους όρους της ανακοινώσεως περί κενής θέσεως ενόψει των νέων εξελίξεων ή περιστάσεων. Πάντως, πράττοντας αυτό, δεν μπορεί να αγνοήσει το σκεπτικό της αποφάσεως με την οποία ακυρώθηκε εν μέρει η αρχική διαδικασία.
Η προσθήκη μιας νέας προτιμήσεως
42 Η ΑΔΑ μπορεί νομίμως να θέσει τέρμα σε μια μη ολοκληρωθείσα διαδικασία διορισμού. Μπορεί επίσης να ακυρώσει μια ανακοίνωση περί κενής θέσεως και να την αντικαταστήσει με μια άλλη όταν καθίσταται φανερό ότι οι αρχικές προϋποθέσεις ήταν ασκόπως υπερβολικές ενόψει των αναγκών της υπηρεσίας (27).
43 ςΟμως, δικαιούνταν η Επιτροπή, ενόψει του σκεπτικού της πρώτης αποφάσεως, να προσθέσει μια νέα προτίμηση. Σαφώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η ΑΔΑ μπορεί να προσδιορίσει εκ των προτέρων τον υποψήφιο που επιθυμεί να διορίσει και κατόπιν να καταρτίσει μια ανακοίνωση περί κενής θέσεως κομμένη στα μέτρα του για τον σκοπό αυτό. Αυτό αληθεύει σε κάθε περίπτωση, είναι όμως ιδιαίτερα σημαντικό όταν το εν λόγω πρόσωπο είναι αυτό ως προς το οποίο έχει ήδη αποδειχθεί ότι η ΑΔΑ το διόρισε παρανόμως. ςΟταν ένα τέτοιο πρόσωπο μπορεί να υποβάλει εκ νέου υποψηφιότητα για την ίδια θέση, θεωρώ ότι το καθήκον συμμορφώσεως προς την απόφαση που ακυρώνει τον πρώτο διορισμό επιβάλλει στο όργανο να λάβει ιδιαίτερη φροντίδα προκειμένου να διασφαλισθεί ότι η ανακοίνωση περί κενής θέσεως καταρτίζεται αποκλειστικά προς το συμφέρον της υπηρεσίας και όχι για να ευνοηθεί ο διορισμός οποιουδήποτε υποψηφίου.
44 Αξίζει στην αλληλουχία αυτή να σημειωθεί ότι, ενώ το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η ΑΔΑ μπορεί πάντοτε να ακυρώνει μια διαδικασία διορισμού και να κινεί μια νέα προκειμένου να επεκτείνει το πεδίο της επιλογής χάριν των συμφερόντων της υπηρεσίας, δεν υπάρχει καμία απόφαση ως προς το αν μπορεί να ενεργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο προκειμένου να περιορίσει το πεδίο της επιλογής. Αυτό το προφανές κενό μπορεί να οφείλεται απλώς στο γεγονός ότι στην πράξη ο σκοπός θα συνίσταται συνήθως στην επέκταση του πεδίου επιλογής όταν κανένας από τους αρχικούς υποψηφίους δεν φαίνεται κατάλληλος για τη θέση. Γενικώς, δεν υπάρχει ανάγκη περιορισμού του πεδίου επιλογής, διότι λιγότερο κατάλληλοι υποψήφιοι θα αποκλείονται κατά τη διαδικασία επιλογής. Πάντως, μπορεί να είναι επιθυμητό να επιβεβαιωθεί η εν προκειμένω διάκριση - όταν μια διαδικασία έχει εν μέρει ακυρωθεί για τον λόγο ότι ένας υποψήφιος κακώς επιλέχθηκε προτιμηθείς ενός άλλου - διότι απόπειρα περιορισμού του πεδίου επιλογής μπορεί να συνιστά προσπάθεια να ευνοηθεί ο πρώτος ή να αποκλεισθεί η δυνατότητα να ληφθεί υπόψη ο δεύτερος.
45 Εξέτασα κάπως επί μακρόν τα στοιχεία στα οποία αναφέρθηκε το Πρωτοδικείο, διότι θέτουν ζητήματα γενικής σημασίας. Τα συμπεράσματα που μπορούν να συναχθούν στην παρούσα υπόθεση μπορούν πάντως να εκτεθούν με συντομία.
46 Τα στοιχεία στα οποία αναφέρεται το Πρωτοδικείο στο μέρος της αποφάσεώς του που αφορά το άρθρο 176 της Συνθήκης δεν στηρίζουν καθεαυτά το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή παρέβη αυτό το άρθρο. Αν, πάντως θεωρηθούν από κοινού με τις διαπιστώσεις που αφορούν την πρόθεση της Επιτροπής, τότε στηρίζουν το ακόλουθο συμπέρασμα: το άρθρο 176 έχει την έννοια ότι απαγορεύει όχι μόνο μια συμπεριφορά που ευθέως αντιφάσκει προς μια απόφαση, αλλά και μια συμπεριφορά που σκοπεί στην παράκαμψη αυτής της αποφάσεως. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής δεν μπορεί να ευδοκιμήσει ούτε ως προς την κρίση του Πρωτοδικείου που αφορά το άρθρο 176 της Συνθήκης.
47 Πάντως, αν η απόφαση θα έπρεπε να αναιρεθεί ως προς το σημείο αυτό, η απόφαση του Πρωτοδικείου περί ακυρώσεως των επίδικων μέτρων πρέπει εν πάση περιπτώσει να επικυρωθεί λόγω της καταχρήσεως εξουσίας. Το Πρωτοδικείο ορθώς χαρακτήρισε ως το ουσιώδες ζήτημα το αν η Επιτροπή επεδίωκε μη προσήκοντα σκοπό. Το Πρωτοδικείο κατέληξε ότι υφίστατο ένας τέτοιος σκοπός, για λόγους άσχετους από την αντίληψή του για το άρθρο 176, και ιδίως λόγω της εκ νέου καταρτίσεως της ανακοινώσεως περί κενής θέσεως προκειμένου να περιληφθούν προτιμήσεις ευνοϋκές για τον X. Επί πλέον, όπως ήδη εκτέθηκε, οι κρίσεις αυτές δεν μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
Πρόταση
48 Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι το Δικαστήριο θα πρέπει:
1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
2) να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
(1) - Απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1999, T-282/97 και T-57/98, Giannini κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I-A-33 και II-151).
(2) - Ητοι, προφανώς, τη θέση που αφορούσε η ανακοίνωση περί κενής θέσεως.
(3) - Απόφαση της 19ης Μαρτίου 1997, T-21/96, Giannini κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. Ι-Α-69 και II-211).
(4) - Βλ., παραδείγματος χάριν, τη διάταξη της 26ης Οκτωβρίου 1995, C-199/94 P και C-200/94 P, Pevasa και Inpesca κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. I-3709, σκέψη 24).
(5) - Απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1998, C-415/96, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-6993, σκέψη 31, και η παρατιθέμενη νομολογία).
(6) - Κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΞ) 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 108, όπως έχει κατ' επανάληψη τροποποιηθεί).
(7) - Η ΑΔΑ οφείλει πρωτίστως να εξετάζει α) αν η θέση μπορεί να καλυφθεί με προαγωγή ή μετάταξη εντός του οργάνου, κατόπιν β) τις δυνατότητες οργανώσεως εσωτερικών διαγωνισμών στο όργανο και γ) τις αιτήσεις μετάθεσης υπαλλήλων άλλων οργάνων πριν μπορέσει τελικά να κινήσει τη διαδικασία διαγωνισμού.
(8) - Οσον αφορά τους υποψηφίους που επιλέγονται εκ των προτέρων βάσει της ιθαγενείας τους, βλ., π.χ., την απόφαση της 3ης Μαρτίου 1993, T-58/91, Booss και Fischer κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. ΙI-147).
(9) - Βλ., π.χ., την απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1996, C-294/95 P, Ojha κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-5863, σκέψη 40).
(10) - Βλ., π.χ., την απόφαση της 18ης Μαρτίου 1993, C-35/92 P, Κοινοβούλιο κατά Frederiksen (Συλλογή 1993, σ. I-991, σκέψη 15).
(11) - Τέτοιες περιπτώσεις έχουν διαπιστωθεί - βλ., π.χ., την απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1989, 341/85, 251/86, 258/86, 259/86, 262/86, 266/86, 227/87 και 232/87, Van der Stijl και Culligton κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 511).
(12) - Βλ. τις αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 1969, 26/68, Fux κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 45, σκέψη 11), και της 8ης Ιουνίου 1988, 135/87, Βλάχου κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 1988, σ. 2901, σκέψη 24).
(13) - Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, T-38/89 (Συλλογή 1990, σ. II-43, σκέψεις 15 και 16).
(14) - Απόφαση της 21ης Ιουνίου 1996, T-41/95 (Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. I-Α-319 και II-939, σκέψεις 38 και 39).
(15) - Βλ., αντιστοίχως, τις αποφάσεις της 9ης Ιουλίου 1987, 44/85, 77/85, 294/85 και 295/85, Hochbaum και Rawes κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 3259, σκέψεις 17 έως 20), και της 16ης Δεκεμβρίου 1993, T-58/92 Moat κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. II-1443, σκέψεις 56 έως 67).
(16) - Βλ. τη σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(17) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 23 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(18) - Βλ. τις σκέψεις 13 έως 16 της αποφάσεως.
(19) - Η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώθηκε εσχάτως, με ένα obiter dictum, από το Πρωτοδικείο με την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10 απόφασή του Κοινοβούλιο κατά Frederiksen, σκέψη 104.
(20) - Βλ. τη σκέψη 39 της αποφάσεως.
(21) - Απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1992, C-107/90 P (Συλλογή 1992, σ. I-157).
(22) - Σκέψη 15 της αποφάσεως.
(23) - Παρατεθείσα στην υποσημείωση 13.
(24) - Βλ., ανωτέρω, την υποσημείωση 8.
(25) - Η εν προκειμένω περίπτωση, στην οποία κινήθηκε εξ αρχής μια νέα διαδικασία, πρέπει να διακρίνεται από περιπτώσεις όπως της υποθέσεως Van der Stijl, παρατεθείσα στην υποσημείωση 12, ή της υποθέσεως Carbajo Ferrero κατά Κοινοβουλίου, C-304/97 P (Συλλογή 1999, σ. I-1749, σκέψη 33), όπου κρίθηκε ότι οι προϋποθέσεις δεν μπορούν να μεταβάλλονται από ένα στάδιο στο επόμενο κατά τη διαδοχική τάξη που ορίζει το άρθρο 29, παράγραφος 1, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως στο πλαίσιο μιας και μόνο συνεχούς διαδικασίας.
(26) - Οπως συνέβαινε, π.χ., στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, υπόθεση Fux κατά Επιτροπής.
(27) - Βλ. τις αποφάσεις της 30ής Οκτωβρίου 1974, 188/73, Grassi κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1974, σ. 445 - συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά -, σκέψη 43) και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 26 Carbajo Ferrero κατά Επιτροπής.
Full & Egal Universal Law Academy