Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I Εισαγωγικές παρατηρήσεις
1. Στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει σε ερωτήματα της Pretura Circondariale di Treviso Sezione distaccata di Oderzo, σχετικά με το κύρος μιας σειράς διατάξεων κανονισμών που αφορούν το καθεστώς της υποχρεωτικής αποστάξεως επιτραπέζιων οίνων, που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της προσπάθειας εξυγιάνσεως της αμπελοοινικής αγοράς, καθώς και τις συνέπειες του καθεστώτος αυτού για τους ιταλούς οινοπαραγωγούς.
2. H παρούσα υπόθεση αποτελεί τη συνέχεια της υπόθεσης C-375/96, Zaninotto, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1998 , όπου το Δικαστήριο ασχολήθηκε με το κύρος μιας σειράς διατάξεων κανονισμών που αφορούσαν το καθεστώς της υποχρεωτικής αποστάξεως επιτραπέζιων οίνων, και ειδικότερα εκείνων που αφορούσαν τις υποχρεώσεις της Ιταλίας κατά την αμπελουργική περίοδο 1993/94. Κατέληξε δε ότι από την εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων δεν είχε προκύψει κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος των επίδικων στην υπόθεση εκείνη κοινοτικών διατάξεων.
3. Τα ερωτήματα που τίθενται στην παρούσα υπόθεση αφορούν αποκλειστικά την κατανομή μεταξύ διαφορετικών κρατών μελών της ποσότητας επιτραπέζιου οίνου την οποία είχαν υποχρέωση να αποστάξουν επί τη βάσει των κανονισμών που ίσχυαν κατά την ίδια αμπελουργική περίοδο 1993/94. Συγκεκριμένα, αφορούν τη νομιμότητα της προσαρμογής του ποσοστού αναφοράς 85 %, στην οποία προέβη η Επιτροπή κατά την περίοδο αυτή 1993/94 και με βάση το οποίο καθόρισε το ύψος της προς απόσταξη ποσότητας κάθε κράτους μέλους.
ΙΙ Το νομικό πλαίσιο
Α Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο
1) Ο κανονισμός 822/87 του Συμβουλίου
4. Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 822/87 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (στο εξής: κανονισμός 822/87) έγινε νέα κωδικοποίηση των θεμελιωδών διατάξεων που αφορούν την κοινή οργάνωση αγοράς στον αμπελοοινικό τομέα .
5. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 6, του κανονισμού 822/87, η αμπελουργική περίοδος αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους και λήγει στις 31 Αυγούστου του επόμενου έτους.
6. Ο τίτλος ΙΙΙ του κανονισμού 822/87 προβλέπει ένα καθεστώς τιμών και ορισμένους κανόνες που αφορούν τις παρεμβάσεις και άλλα μέτρα εξυγιάνσεως της αγοράς. ρος τον σκοπό συλλογής των στατιστικών στοιχείων που είναι αναγκαία για τη διαμόρφωση ορθής εικόνας για την κατάσταση στην αγορά, έχει καθιερωθεί ένα σύστημα δηλώσεως της συγκομιδής και των αποθεμάτων, καθώς και η κατάρτιση ενός ετήσιου ισοζυγίου προβλέψεων (άρθρο 31) .
7. Στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς με τον κανονισμό 822/87, προβλέφθηκαν ως οικονομικοί σταθεροποιητικοί παράγοντες και ως μέτρα εξυγιάνσεως της ενλόγω αγοράς, μεταξύ άλλων, και τα μέτρα της προληπτικής (άρθρο 38) , της υποχρεωτικής αποστάξεως (άρθρο 39) και της απόσταξης στήριξης (άρθρο 41) , τα οποία αποφασίζει η Επιτροπή υπό τις προϋποθέσεις που θέτουν και με τη διαδικασία που ορίζουν τα άρθρα 38, 39 και 41 αντίστοιχα.
8. Με την απόσυρση από την αγορά ορισμένων ποσοτήτων οίνου (κατώτερης συνηθέστερα ποιότητας) προς απόσταξη σκοπείται η στήριξη των τιμών. αράλληλα όμως αυτό το μέτρο αποβλέπει στη διαχείριση ή, ακριβέστερα, στην απορρόφηση των ποσοτήτων που πλεονάζουν καθώς και στην αντιμετώπιση σοβαρής ελλείψεως ισορροπίας της αγοράς. Οι δε παραγωγοί μπορούν να αφαιρέσουν την ποσότητα οίνου που παρέχεται προς προληπτική απόσταξη από την ποσότητα που πρέπει να δοθεί για υποχρεωτική απόσταξη .
9. Από την ανάλυση του άρθρου 39 του κανονισμού 822/87, προκύπτει ότι μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερα διαδοχικά στάδια για την πραγματοποίηση της υποχρεωτικής αποστάξεως: α) η Επιτροπή αποφασίζει τη διενέργεια υποχρεωτικής αποστάξεως αν υπάρχει κατάσταση σοβαρής ανισορροπίας της αγοράς, β) η Επιτροπή καθορίζει τη συνολική ποσότητα που πρέπει να δοθεί προς υποχρεωτική απόσταξη για την απορρόφηση/εξαφάνιση των πλεονασματικών ποσοτήτων και την αποκατάσταση κανονικής καταστάσεως της αγοράς, γ) η ολική προς απόσταξη ποσότητα κατανέμεται μεταξύ των διαφόρων περιοχών παραγωγής της Κοινότητας που αντιστοιχούν στα κράτη μέλη, και, τέλος, δ) η προς απόσταξη ποσότητα που αντιστοιχεί σε κάθε περιοχή παραγωγής κατανέμεται μεταξύ των οινοπαραγωγών της περιοχής αυτής.
10. Αναλυτικότερα, το άρθρο 39, παράγραφος 1, του κανονισμού 822/87 ορίζει τα ακόλουθα:
«1. _Οταν, για μια αμπελουργική περίοδο, η αγορά των επιτραπέζιων οίνων και των οίνων που είναι κατάλληλοι να δώσουν επιτραπέζιους οίνους παρουσιάζει σοβαρή ανισορροπία, αποφασίζεται η διεξαγωγή υποχρεωτικής απόσταξης επιτραπέζιων οίνων.
Θεωρείται ότι υπάρχει σοβαρή έλλειψη ισορροπίας της αγοράς κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου:
α) όταν τα διαθέσιμα αποθέματα στην αρχή της περιόδου υπερβαίνουν κατά περισσότερο από τέσσερις μήνες τις συνήθεις χρήσεις, ή
β) όταν η παραγωγή υπερβαίνει κατά περισσότερο από 9 % τις συνήθεις χρήσεις, ή
γ) όταν ο σταθμισμένος μέσος όρος των αντιπροσωπευτικών τιμών όλων των τύπων επιτραπέζιων οίνων, στην αρχή μιας περιόδου και για χρονικό διάστημα που θα καθοριστεί, παραμένει κατώτερος του 82 % της τιμής προσανατολισμού» .
11. Η κατανομή των προς υποχρεωτική απόσταξη ποσοτήτων επιτραπέζιου οίνου μεταξύ των διαφόρων περιφερειών παραγωγής, κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης αμπελουργικής περιόδου γίνεται επί τη βάσει δύο διαδικασιών. Καταρχάς, προσδιορίζεται η προς απόσταξη ποσότητα, η οποία ευρίσκεται με βάση την κατάσταση της αγοράς, της παραγωγής και των αποθεμάτων κατά τη συγκεκριμένη αμπελουργική περίοδο (άρθρο 39, παράγραφος 2, του κανονισμού 822/87) και, στη συνέχεια, κατανέμεται η προς απόσταξη ποσότητα μεταξύ των διαφορετικών περιφερειών παραγωγής λαμβανομένης υπόψη της παραγωγής παρελθουσών περιόδων αναφοράς (άρθρο 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 822/87). Η διάκριση αυτή είναι σημαντική αφού η παρούσα υπόθεση αφορά την τελευταία αυτή διαδικασία.
12. Αναλυτικότερα, οι παράγραφοι 2, 3 και 4 , του άρθρου 39 έχουν ως εξής:
«2. Η Επιτροπή καθορίζει τις ποσότητες που πρέπει να παραδίδονται στην υποχρεωτική απόσταξη για να εξαλειφθεί η πλεονασματική παραγωγή και έτσι να αποκατασταθεί η ομαλή κατάσταση της αγοράς, ιδίως σε ό,τι αφορά τα επίπεδα των προβλεπόμενων διαθέσιμων ποσοτήτων στο τέλος της περιόδου και τις τιμές.
3. Η συνολική ποσότητα που πρέπει να αποστάζεται και η οποία καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 κατανέμεται μεταξύ των διαφόρων περιοχών παραγωγής της Κοινότητας, ανά κράτος μέλος.
Η ποσότητα που πρέπει να αποστάζεται σε κάθε περιοχή παραγωγής είναι ανάλογη προς τη διαφορά που διαπιστώνεται μεταξύ:
αφενός, της παραγωγής επιτραπέζιου οίνου και προϊόντων που προηγούνται του σταδίου παραγωγής του επιτραπέζιου οίνου και που θα καθοριστούν, η οποία έχει πραγματοποιηθεί στη σχετική περιοχή για τη συγκεκριμένη περίοδο, και,
αφετέρου, ενός ενιαίου ποσοστού της μέσης παραγωγής επιτραπέζιου οίνου και προϊόντων που προηγούνται του σταδίου παραγωγής του επιτραπέζιου οίνου και που θα καθοριστούν, η οποία έχει πραγματοποιηθεί στη σχετική περιοχή κατά τη διάρκεια τριών διαδοχικών αμπελουργικών περιόδων αναφοράς.
Μέχρι το τέλος της περιόδου 1993/94,
το ενιαίο ποσοστό είναι 85 %,
οι διαδοχικές περίοδοι αναφοράς είναι οι περίοδοι 1981/82, 1982/83 και 1983/84.
Από την περίοδο 1994/95, το ενιαίο ποσοστό και οι διαδοχικές περίοδοι αναφοράς καθορίζονται από την Επιτροπή η οποία ορίζει:
το ενιαίο ποσοστό, λαμβάνοντας υπόψη τις ποσότητες αναφοράς που πρέπει να αποστάζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 για να εξαλειφθεί η πλεονασματική παραγωγή της ενλόγω περιόδου,
τις διαδοχικές περιόδους αναφοράς, λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη της παραγωγής και, ειδικότερα, τα αποτελέσματα της πολιτικής εκριζώσεων.
4. Η ποσότητα που αποστάζεται και που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 κατανέμεται μεταξύ των διαφόρων παραγωγών επιτραπέζιου οίνου της κάθε περιοχής παραγωγής.
Για τους παραγωγούς που υπόκεινται στην υποχρεωτική απόσταξη, η ποσότητα που αποστάζεται ισοδυναμεί με καθοριζόμενο ποσοστό της παραγωγής τους σε επιτραπέζιο οίνο και σε προϊόντα που προηγούνται του σταδίου παραγωγής του επιτραπέζιου οίνου και που θα καθοριστούν, όπως αναφέρεται στη δήλωση παραγωγής τους.
Το ποσοστό αυτό προκύπτει από προοδευτική κλίμακα που καθορίζεται ανάλογα με την ανά εκτάριο απόδοση και μπορεί να διαφέρει στις διάφορες περιοχές ανάλογα με τις αποδόσεις που σημειώθηκαν στο παρελθόν.
(...)» .
13. Το άρθρο 39, παράγραφος 9, του κανονισμού 822/87 ορίζει τα ακόλουθα:
«Σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 83:
(...)
αποφασίζεται να πραγματοποιηθεί η απόσταξη που αναφέρεται στην παράγραφο 1,
καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παραγράφου 2 και η συνολική ποσότητα για απόσταξη που αναφέρεται στην παράγραφο αυτή,
καθορίζονται τα κριτήρια για την οροθέτηση των καταταγμένων ανά κράτος μέλος περιοχών παραγωγής, που αναφέρονται στην παράγραφο 3, καθώς και τα όρια των περιοχών αυτών,
καθορίζεται το ενιαίο ποσοστό και οι διαδοχικές περίοδοι αναφοράς, καθώς και η κατανομή των προς απόσταξη ποσοτήτων μεταξύ των καταταγμένων ανά κράτος μέλος περιοχών που αναφέρονται στην παράγραφο 3,
καθορίζεται η προοδευτική κλίμακα και τα ποσοστά που αναφέρονται στην παράγραφο 4,
(...).»
14. Κατά την παράγραφο 11, πρώτο εδάφιο, του άρθρου 39 :
«Εάν κατά τη διάρκεια των περιόδων 1987/88 έως 1993/94, εμφανισθούν δυσχέρειες που είναι δυνατόν να θέσουν σε κίνδυνο την πραγματοποίηση ή την ισόρροπη εφαρμογή της υποχρεωτικής απόσταξης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, τα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική εφαρμογή της απόσταξης θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 83».
15. Στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 11 , καθορίζονται τα όρια της εξουσίας που παρέχεται καταρχήν στην Επιτροπή προς λήψη των αναγκαίων μέτρων για την αποτελεσματική εφαρμογή της υποχρεωτικής απόσταξης. Αυτή η εξουσιοδοτική διάταξη επιτρέπει στην Επιτροπή να προσαρμόσει τη διαδικασία κατανομής της προς απόσταξη ποσότητας μεταξύ των διαφόρων περιφερειών παραγωγής της Κοινότητας στην εξέλιξη της αγοράς, διότι οι συνήθεις χρήσεις, δηλαδή η κατανάλωση οίνου, μειώθηκαν κατά τα τελευταία έτη ενώ οι ποσότητες αναφοράς ήσαν υψηλές. Συγκεκριμένα, ορίζεται ότι:
«Αυτά τα μέτρα:
α) δεν μπορούν να αφορούν τις διατάξεις του παρόντος άρθρου σχετικά:
με την κατανομή μεταξύ των διαφόρων περιοχών παραγωγής,
με τις αμπελουργικές περιόδους αναφοράς [δηλαδή 1981/82, 1982/83 και 1983/84],
με τις τιμές που πρέπει να καταβληθούν για τον αποσταγμένο οίνο·
β) μπορούν να περιλαμβάνουν προσαρμογή του ποσοστού 85, που αναφέρεται στην παράγραφο 3 τρίτο εδάφιο πρώτη περίπτωση, μόνο στο μέτρο που, για μια ορισμένη αμπελουργική περίοδο, η αναλογία μεταξύ των διαθέσιμων ποσοτήτων και των ποσοτήτων του επιτραπέζιου οίνου που συνήθως χρησιμοποιούνται αλλάζει αισθητά σε σύγκριση με εκείνη των περιόδων αναφοράς που αναφέρεται στην παράγραφο 3 τρίτο εδάφιο» (η υπογράμμιση είναι δική μου).
16. Σύμφωνα με το άρθρο 79, παράγραφος 1, του κανονισμού 822/79, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν την τήρηση των κοινοτικών διατάξεων στον αμπελοοινικό τομέα.
17. Tέλος, τα άρθρα 82 και 83 θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τη σύσταση, τη σύνθεση και τη λειτουργία της επιτροπής διαχείρισης των οίνων . Το άρθρο 83 ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες γίνεται αναφορά στη διαδικασία που καθορίζεται στο παρόν άρθρο, η επιτροπή διαχείρισης των οίνων συγκαλείται από τον πρόεδρό της, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε μετά από αίτηση αντιπροσώπου κράτους μέλους.
2. Ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής υποβάλλει σχέδιο για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Η επιτροπή διαχείρισης των οίνων διατυπώνει τη γνώμη της για τα μέτρα αυτά εντός προθεσμίας την οποία ο πρόεδρος μπορεί να καθορίζει, σε συνάρτηση με τον επείγοντα χαρακτήρα των θεμάτων που υποβάλλονται για εξέταση, αποφαίνεται δε με την πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 148 παράγραφος 2 της συνθήκης.
3. Η Επιτροπή θεσπίζει μέτρα τα οποία μπορούν να εφαρμοστούν αμέσως. Εντούτοις, αν τα μέτρα αυτά δεν συμφωνούν με τη γνώμη της επιτροπής διαχείρισης των οίνων, τότε η Επιτροπή τα ανακοινώνει αμέσως στο Συμβούλιο. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή μπορεί να αναβάλει για ένα μήνα το πολύ μετά την ανακοίνωση αυτή την εφαρμογή των μέτρων που έχουν αποφασιστεί από αυτή. Το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία, μπορεί να λάβει διαφορετική απόφαση εντός προθεσμίας ενός μηνός.»
2) Οι σχετικοί κανονισμοί της Επιτροπής
α) Ο κανονισμός 441/88 της Επιτροπής
18. Ο κανονισμός (EΟΚ) 441/88 της Επιτροπής, της 17ης Φεβρουαρίου 1988, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής για την υποχρεωτική απόσταξη που προβλέπεται στο άρθρο 39 του κανονισμού (EΟΚ) 822/87 (στο εξής: κανονισμός 441/88), ορίζει στο άρθρο 3 ότι:
«Κατά τον καθορισμό της συνολικής ποσότητας του επιτραπέζιου οίνου που πρέπει να αποσταχθεί υποχρεωτικά, λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη εξασφάλισης ενός επιπέδου προβλεπομένων για το τέλος της περιόδου αποθεμάτων, που να εγγυάται ότι τα διαθέσιμα αποθέματα για την επόμενη περίοδο επαρκούν, σε κάθε περίπτωση, για τις συνήθεις χρησιμοποιήσεις.»
19. To άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 441/88 ορίζει τις περιοχές παραγωγής της Κοινότητας: η περιοχή 1 αντιστοιχεί στη Γερμανία, η περιοχή 2 στο Λουξεμβούργο, η περιοχή 3 στη Γαλλία, η περιοχή 4 περιλαμβάνει την Ιταλία, η περιοχή 5 την Ελλάδα, η περιοχή 6 την Ισπανία και η περιοχή 7 την ορτογαλία.
20. Στην παράγραφο 3, του άρθρου 4, του κανονισμού 441/88 προβλέπεται ότι:
«3. Οι μέσοι όροι παραγωγής επιτραπέζιου οίνου και των προϊόντων που λαμβάνονται πριν από την παραγωγή επιτραπέζιου οίνου, στις περιοχές που αναφέρονται στην παράγραφο 2, κατά τη διάρκεια των τριών συνεχόμενων περιόδων 1981/82, 1982/83 και 1983/84, είναι οι ακόλουθοι:
εριοχή 1: 1 341 700 εκατόλιτρα.
εριοχή 2: 57 300 εκατόλιτρα.
εριοχή 3: 40 182 000 εκατόλιτρα.
εριοχή 4: 64 163 000 εκατόλιτρα.
εριοχή 5: 4 632 000 εκατόλιτρα.
εριοχή 6: 27 500 000 εκατόλιτρα.
εριοχή 7: 7 250 000 εκατόλιτρα.»
β) Ο κανονισμός 343/94 της Επιτροπής
21. Evτός του ανωτέρω κοινοτικού κανονιστικού πλαισίου εκδόθηκε ο κανονισμός (EΚ) 343/94 της Επιτροπής, της 15ης Φεβρουαρίου 1994, για το άνοιγμα υποχρεωτικής αποστάξεως που προβλέπεται στο άρθρο 39 του κανονισμού (EΟΚ) 822/87 και για την παρέκκλιση ορισμένων σχετικών λεπτομερειών εφαρμογής για την περίοδο 1993/94 (στο εξής: κανονισμός 343/94).
22. Στο άρθρο 1 του κανονισμού 343/94 ορίζονται τα ακόλουθα:
«1. Η απόσταξη που αναφέρεται στο άρθρο 39, παράγραφος 1, του κανονισμού (EΟΚ) 822/87 αποφασίζεται για την περίοδο 1993/94.
2. Η συνολική ποσότητα επιτραπέζιου οίνου που πρόκειται να αποσταχθεί είναι 18 200 000 εκατόλιτρα.
3. Οι ποσότητες που πρόκειται να αποσταχθούν στις περιοχές που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού (EΟΚ) 441/88 της Επιτροπής είναι οι ακόλουθες:
(...)
περιοχή 1:
περιοχή 2:
περιοχή 3: 2 550 000 εκατόλιτρα,
περιοχή 4: 12 150 000 εκατόλιτρα,
περιοχή 5: 550 000 εκατόλιτρα,
περιοχή 6: 3 000 000 εκατόλιτρα,
περιοχή 7:
(...)».
Β Το εθνικό νομικό πλαίσιο
23. Το άρθρο 4, παράγραφος 11, του νομοθετικού διατάγματος (decreto legge) της 7ης Σεπτεμβρίου 1987, το οποίο, κατόπιν τροποποιήσεων, κατέστη νόμος στις 4 Νοεμβρίου 1987, επιβάλλει διοικητική χρηματική ποινή για την παράλειψη παραδόσεως για υποχρεωτική απόσταξη, που απορρέει από το άρθρο 39 του κανονισμού 822/87 και τις κατ' εφαρμογή αυτού εκδοθείσες άλλες διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας.
ΙΙΙ Τα πραγματικά περιστατικά
24. O Giuseppe Busolin είναι παραγωγός επιτραπέζιου οίνου της περιοχής της Βενετίας. H αρμόδια ιταλική διοικητική αρχή , με πράξη της υπ' αριθ. 137, της 17ης Απριλίου 1996, του επέβαλε χρηματική ποινή, όπως προβλέπει η σχετική εθνική νομοθεσία, επειδή δεν είχε παραδώσει για υποχρεωτική απόσταξη 379,47 εκατολίτρων (στο εξής: hl) επιτραπέζιων οίνων κατά την αμπελουργική περίοδο 1993/94, παραβιάζοντας έτσι τη σχετική κοινοτική νομοθεσία.
25. Με δικόγραφο της 31ης Μα_ου 1996, ο Busolin άσκησε ενώπιον της Pretura Circondariale di Treviso Sezione distaccata di Oderzo ανακοπή κατά της ενλόγω διοικητικής πράξεως επιβολής χρηματικής ποινής. αράλληλα, με χωριστά δικόγραφα άλλοι οινοπαραγωγοί άσκησαν εμπροθέσμως ανακοπή κατά ανάλογων μέτρων επιβολής ποινών.
26. Το εθνικό δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία ωσότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί της υποθέσεως C-375/96, Zaninotto . Μετά την έκδοση της αποφάσεως όμως, θεωρώντας ότι τίθενται και περαιτέρω ζητήματα νομιμότητας διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας, έκρινε αναγκαίο να θέσει νέα προδικαστικά ερωτήματα.
IV Tα προδικαστικά ερωτήματα
27. Συγκεκριμένα, η pretura Circondariale di Treviso Sezione distaccata di Oderzo υπέβαλε τα ακόλουθα έξι προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με το κύρος διαφόρων κοινοτικών διατάξεων που διέπουν την υποχρεωτική απόσταξη:
«1) H απόφαση της Επιτροπής να κατανείμει την υποχρεωτική ποσότητα μεταξύ των διαφόρων περιοχών παραγωγής για την περίοδο 1993/94 [στην οποία αναφέρεται ο κανονισμός (ΕΚ) 343/94] είναι άκυρη λόγω παραβάσεως του άρθρου 39, παράγραφος 11, στοιχείο β_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 [όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1972/87], δεδομένου ότι λείπει η πιστοποίηση σχετικά με την ύπαρξη της νόμιμης προϋποθέσεως σύμφωνα με την ίδια προαναφερθείσα κανονιστική ρύθμιση της "αισθητής αλλαγής" της σχέσεως μεταξύ των "διαθεσίμων ποσοτήτων" και των "ποσοτήτων που συνήθως χρησιμοποιούνται" της περιόδου 1993/94 σε σύγκριση προς τη σχέση μεταξύ των "διαθεσίμων ποσοτήτων" και των "ποσοτήτων που συνήθως χρησιμοποιήθηκαν" κατά τις περιόδους αναφοράς 1981/82, 1982/83 και 1983/84;
2) Επικουρικώς σε σχέση με την προαναφερθείσα αιτίαση η απόφαση της Επιτροπής να κατανείμει την υποχρεωτική ποσότητα μεταξύ των διαφόρων περιοχών παραγωγής για την περίοδο 1993/94 που διέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ) 343/94 φαίνεται πλημμελής λόγω παραβάσεως του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΚ (στην πραγματικότητα λόγω "ελλείψεως αιτιολογίας") της Συνθήκης ΕΚ, δεδομένου ότι δεν υπάρχει στον κανονισμό (ΕΚ) 343/94, καθώς και στις προπαρασκευαστικές πράξεις και έγγραφα του κανονισμού αυτού, καμία αναφορά σχετικά με τη συνδρομή της νόμιμης προϋποθέσεως της "αισθητής αλλαγής" στη σχέση μεταξύ των "διαθεσίμων ποσοτήτων" και των "συνήθων χρήσεων" της περιόδου 1993/94 σε σύγκριση προς τη σχέση μεταξύ των "διαθεσίμων ποσοτήτων" και των "συνήθων χρήσεων" των περιόδων αναφοράς 1981/82, 1982/83 και 1983/84.
3) Είναι άκυρος ο κανονισμός (ΕΚ) 343/94 που επιβάλλει στην Ιταλία την υποχρέωση αποστάξεως 12 150 000 hl λόγω παραβιάσεως των αρχών της λογικής, λόγω πρόδηλης πλάνης και λόγω του ότι αντιφάσκει προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ενόψει του "συστήματος υπολογισμού" που εφάρμοσε η Επιτροπή, όπως το σύστημα αυτό περιγράφεται στο από 13 Μαρτίου 1998 υπόμνημα, τούτο δε εξαιτίας της ελλείψεως λογικής και εξαιτίας του παραλόγου στην προσαρμογή του ποσοστού του 85 % συσχετίζοντας παραμέτρους εντελώς άσχετες προς την πραγματικότητα της αμπελοοινικής αγοράς της περιόδου 1993/94;
4) Είναι άκυρος ο κανονισμός (ΕΚ) 343/94 που επιβάλλει στην Ιταλία την υποχρέωση αποστάξεως 12 150 000 hl λόγω παραβάσεως του άρθρου 39, παράγραφος 11, στοιχείο β_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 [όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1972/87], στο μέτρο που επιτρέπει την τροποποίηση του νέου ποσοστού που έγινε βάσει της μεταβολής της σχέσεως μεταξύ της "παραγωγής" 1981/82, 1982/83 και 1983/84 (των 145 εκατ. hl) και των κανονικών χρήσεων της περιόδου 1984/85 σε σύγκριση προς τη σχέση μεταξύ της "παραγωγής" 1981/82, 1982/83 και 1983/84 (των 145 εκατ. hl) και των κανονικών χρήσεων 1993/94, κάτι που δεν φαίνεται να είναι σύμφωνο με τις διατάξεις αυτές [στην περίπτωση αυτή, είναι το άρθρο 39, παράγραφος 11, στοιχείο β_, του κανονισμού 822/87, του Συμβουλίου];
5) Επικουρικά σε σχέση με το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα:
Στην περίπτωση που ερμηνευθεί το άρθρο 39, παράγραφος 11, στοιχείο β_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 [όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1972/87] ως διάταξη επιτρέπουσα ένα τέτοιο σύστημα υπολογισμού, το άρθρο 39, παράγραφος 11, στοιχείο β_, είναι άκυρο λόγω παραβιάσεως των αρχών της λογικής, λόγω πρόδηλης πλάνης και λόγω αντιφάσεως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, καθώς και λόγω παραβιάσεως της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων του άρθρου 40 της Συνθήκης ΕΚ, για τους λόγους και ενόψει των υπολογισμών που παρατέθηκαν προηγουμένως;
6) Οι παράγραφοι 3, 4 και 11, του άρθρου 39, του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87, όπως τροποποιήθηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1566/93, καθώς και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 343/94, που αποτελεί εκτελεστικό μέτρο των δύο πρώτων, στερούνται κύρους λόγω παραβιάσεως των αρχών της λογικής, λόγω προφανούς πλάνης, καταχρήσεως εξουσίας και λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας;»
V Απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα
28. Για την απάντηση στα ερωτήματα που θέτει ο εθνικός δικαστής νομίζω ότι είναι χρήσιμο να υπενθυμίσω τη συλλογιστική που ακολούθησε το Δικαστήριο για την απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-375/96, Zaninotto (Α) και στη συνέχεια να προχωρήσω στην εξέταση των ερωτημάτων σε δύο ενότητες. Στην πρώτη θα εξετάσω αφενός το πρώτο και το τέταρτο ερώτημα που θέτουν ζητήματα σχετικά με την πλήρωση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που έπρεπε να συντρέχουν ώστε να μπορέσει η Επιτροπή να προβεί στην τροποποίηση του ποσοστού αναφοράς 85 %, στη συνέχεια, το δεύτερο και, τέλος, το τρίτο, τα οποία θέτουν, καταρχήν, ζητήματα κύρους του κανονισμού 343/94 της Επιτροπής (Β). Ακολούθως, θα εξετάσω το πέμπτο και το έκτο ερώτημα που θέτουν, καταρχήν, ζητήματα κύρους διατάξεων του άρθρου 39 του κανονισμού 822/87 του Συμβουλίου (Γ).
Α Η απόφαση Zaninotto
29. Στην υπόθεση C-375/96, Zaninotto, το Δικαστήριο εξετάζοντας, μεταξύ άλλων, το ζήτημα της νομιμότητας του καθορισμού της συνολικής προς υποχρεωτική απόσταξη ποσότητας οίνου που επιβάρυνε την Ιταλική Δημοκρατία την αμπελουργική περίοδο 1993/94, υπό το πρίσμα της γενικής αρχής απαγορεύσεως των διακρίσεων, επανέλαβε την ανάλυση της Επιτροπής, όπως αναπτύχθηκε σε απάντησή της σε γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου, σχετικά με τον ορισμό βελτιωμένης ποσότητας αναφοράς αλλά και νέου ποσοστού αναφοράς (55 %) και την κατανομή της υπολογισθείσας προς υποχρεωτική απόσταξη ποσότητας μεταξύ των κρατών μελών .
30. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή είχε υπενθυμίσει, καταρχάς, ότι η κοινοτική παραγωγή επιτραπέζιων οίνων κατά την περίοδο 1993/94 εμφάνιζε ιδιαίτερα μεγάλα πλεονάσματα μέχρι τον Ιανουάριο 1994 και επομένως έπρεπε να επιβληθεί η υποχρέωση αποστάξεως, προκειμένου να διασφαλισθεί η αξία και η ποιότητα των επιτραπέζιων οίνων. Δεδομένου ότι η παραγωγή της Ιταλικής Δημοκρατίας ήταν πολύ μεγαλύτερη απ' ό,τι η παραγωγή οποιασδήποτε άλλης περιοχής, το βάρος της αποστάξεως που θα έφερε η Ιταλία έπρεπε να είναι ανάλογο προς τη συνολική παραγωγή της.
31. Συναφώς η Επιτροπή παρέθεσε, κατόπιν γραπτής ερωτήσεως του Δικαστηρίου, τις μεθόδους που εφάρμοσε για τους υπολογισμούς της. Από την απάντηση της Επιτροπής προέκυπτε ότι, σύμφωνα με το ισοζύγιο προβλέψεων για την περίοδο 1993/94 , η συνολική παραγωγή της Κοινότητας σε επιτραπέζιους οίνους ανερχόταν σε 98 610 000 hl, από τα οποία τα 91 365 000 hl προορίζονταν για οινοποίηση. Η παραγωγή επιτραπέζιων οίνων, χωρίς το οινικό παρακράτημα και τις απώλειες, εκτιμήθηκε σε 87 385 000 hl, ενώ οι συνήθεις χρήσεις εκτιμήθηκαν σε 79 807 000 hl. Κατά συνέπεια, το συνολικό πλεόνασμα της οικείας περιόδου ανερχόταν σε 7 578 000 hl (87 385 000 hl 79 807 000 hl = 7 578 000 hl). Λαμβανομένων υπόψη των αποθεμάτων στην αρχή της περιόδου εμπορίας, που ανέρχονταν σε 46 886 000 hl, και των αποθεμάτων στο τέλος της περιόδου, που ανέρχονταν, κατ' εκτίμηση, σε 33 253 000 hl, το πλεόνασμα των αποθεμάτων ανερχόταν σε 13 633 000 hl. Το συνολικό πλεόνασμα που έπρεπε συνεπώς να εξαλειφθεί ισούτο με τη διαφορά μεταξύ του συνόλου των διαθέσιμων ποσοτήτων (87 385 000 hl + 46 886 000 hl = 134 271 000 hl) και του συνόλου των αναγκών της αμπελουργικής περιόδου (79 807 000 hl + 33 253 000 hl = 113 060 000 hl), δηλαδή με 21 211 000 hl.
32. Η Επιτροπή εξέθεσε στη συνέχεια ότι το ποσοστό αναφοράς του 85 % έπρεπε να προσαρμοσθεί για να ληφθεί υπόψη η μεταβολή της καταναλώσεως, η οποία είχε μειωθεί σημαντικά με το πέρασμα του χρόνου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 39, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β_, του κανονισμού 822/87, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1972/87.
33. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο έπρεπε να καθορισθεί, για την αμπελουργική περίοδο 1993/94, η σχέση μεταξύ της συνήθους χρησιμοποιήσεως, που ισούτο με 79 807 000 hl, και της συνολικής κοινοτικής ποσότητας αναφοράς, την οποία προέβλεπε το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 441/88, δηλαδή των 145 069 000 hl . Το ποσοστό που προέκυψε ανερχόταν σε 55,01 % .
34. Το ποσοστό αυτό έπρεπε να εφαρμοσθεί ομοιόμορφα στην ποσότητα αναφοράς κάθε περιοχής, όπως προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 441/88. Λόγω της διαφοράς μεταξύ της ετήσιας παραγωγής κάθε περιοχής και της ποσότητας αναφοράς, όπως είχε διαμορφωθεί μετά την προσαρμογή της, η συμβολή κάθε περιοχής στη δημιουργία της συνολικής διαφοράς υπολογίσθηκε ως εξής:
>lt>0
35. Η σχετικά μεγάλη συμβολή της Ιταλικής Δημοκρατίας έναντι των άλλων κρατών μελών οφείλεται συνεπώς στον εξαιρετικά μεγάλο όγκο των πλεονασμάτων στην Ιταλία.
36. _Οσον αφορά την κατανομή της υποχρεώσεως αποστάξεως, η Επιτροπή ανέφερε, τέλος, ότι ο συνολικός όγκος των πλεονασμάτων, ίσος με 21 200 000 hl, κατανεμήθηκε μεταξύ της υποχρεωτικής αποστάξεως (18 200 000 hl) και της εθελοντικής αποστάξεως στηρίξεως (3 000 000 hl). _Ετσι, στην Ιταλική Δημοκρατία επιβλήθηκε υποχρέωση αποστάξεως 14 070 420 hl (77,31 % των 18 200 000 hl). Κατόπιν των συζητήσεων που διεξήχθησαν στο πλαίσιο της επιτροπής διαχειρίσεως των οίνων, η προς απόσταξη ποσότητα της Ιταλίας μάλιστα μειώθηκε κάπως, δηλαδή από 14 070 420 hl σε 12 150 000 hl, με αντάλλαγμα τη μειωμένη συμμετοχή της στην απόσταξη στηρίξεως.
37. Τέλος, το Δικαστήριο, βασιζόμενο στους υπολογισμούς αυτούς, διαπίστωσε ότι δεν προέκυπτε καμία διαφορετική και δυσμενής μεταχείριση της Ιταλικής Δημοκρατίας έναντι των λοιπών κρατών μελών. Αντίθετα, η επιτροπή διαχειρίσεως των οίνων αποφάσισε μάλιστα να μειώσει την προς απόσταξη ποσότητα της Ιταλίας (από 14 070 420 hl σε 12 150 000 hl). Κατά συνέπεια, το άρθρο 1, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 343/94 δεν είχε ως αποτέλεσμα, ενόψει του άρθρου 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (κατέστη, μετά από τροποποίηση, το άρθρο 34, παράγραφος 2, ΕΚ), τη δυσμενή διάκριση της Ιταλικής Δημοκρατίας έναντι των λοιπών κρατών μελών.
Β Ζητήματα κύρους του κανονισμού 343/94 της Επιτροπής
1) Επί του πρώτου και του τέταρτου ερωτήματος: η πλήρωση της ουσιαστικής προϋποθέσεως της «αισθητής αλλαγής»
α) Τα τιθέμενα ζητήματα
38. Με το πρώτο ερώτημα, ο εθνικός δικαστής θέτει ζήτημα κύρους του κανονισμού 343/94 της Επιτροπής, διότι θεωρεί ότι έχει εκδοθεί χωρίς να πληρούται η προϋπόθεση «της αισθητής αλλαγής» της αναλογίας μεταξύ διαθέσιμων ποσοτήτων και των ποσοτήτων που συνήθως χρησιμοποιούνται σε σύγκριση με την ποσότητα εκείνη των περιόδων αναφοράς, όπως επιτάσσει το άρθρο 39, παράγραφος 11, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β_, του κανονισμού 822/87.
39. Με το τέταρτο ερώτημα ο εθνικός δικαστής θέτει ζήτημα κύρους του κανονισμού 343/94 που επιβάλλει στην Ιταλία την υποχρέωση αποστάξεως 12 150 000 hl, λόγω παραβάσεως του άρθρου 39, παράγραφος 11, στοιχείο β_, του κανονισμού 822/87, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1972/87, στο μέτρο που επιτρέπει την τροποποίηση του νέου ποσοστού που έγινε βάσει της μεταβολής της σχέσεως μεταξύ της «παραγωγής» 1981/82, 1982/83 και 1983/84 (των 145 000 000 hl) και των κανονικών χρήσεων της περιόδου 1993/94 σε σύγκριση προς τη σχέση μεταξύ της «παραγωγής» 1981/82, 1982/83 και 1983/84 και των κανονικών χρήσεων 1984/85.
40. Κατά τον εθνικό δικαστή, η διατύπωση της διατάξεως αυτής του άρθρου 39, παράγραφος 11, στοιχείο β_, είναι σαφής και ορίζει σε ποιο «μέτρο» το ποσοστό του 85 % μπορεί να τροποποιηθεί, καθώς και τις παραμέτρους που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον προσδιορισμό του εύρους αυτής της τροποποιήσεως. Οι παράμετροι αυτοί είναι αφενός η μεταβολή στη σχέση μεταξύ «διαθέσιμων ποσοτήτων» και «κανονικών χρήσεων» για τον επιτραπέζιο οίνο κατά τις περιόδους αναφοράς (1981/82, 1982/83 και 1983/84) και αφετέρου η ίδια σχέση κατά την εξεταζόμενη περίοδο (1993/94). Κατά τον εθνικό δικαστή πάντοτε, από την απάντηση της Επιτροπής στα ερωτήματα που της έθεσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Zaninotto συνάγεται ότι για να υπολογίσει το ενιαίο ποσοστό αναφοράς εξετάσθηκε σε ποιο μέτρο η παραγωγή τις περιόδους 1981/82, 1982/83 και 1983/84 και οι συνήθεις χρήσεις την περίοδο 1993/94 άλλαξαν ουσιωδώς σε σύγκριση με τη σχέση μεταξύ της παραγωγής κατά τις περιόδους 1981/82, 1982/83 και 1983/84 και τις συνήθεις χρήσεις κατά την περίοδο 1984/85. Τούτο, κατά τον εθνικό δικαστή δεν είναι σύμφωνο με την εξουσιοδοτική διάταξη του Συμβουλίου, με αποτέλεσμα να είναι παράνομη η μείωση του ποσοστού αναφοράς από 85 % σε 55 %.
41. Με δεδομένη τη λύση που έδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Zaninotto, αφού αναφέρω, εν συνόψει, τη σχετική με τις εκτελεστικές αρμοδιότητες της Επιτροπής νομολογία του Δικαστηρίου, θα εξετάσω τα σημεία εκείνα που χρήζουν περαιτέρω ερεύνης.
β) Οι εκτελεστικές αρμοδιότητες της Επιτροπής
42. Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 39 του κανονισμού 822/87 του Συμβουλίου επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να θεσπίσει τις διατάξεις εφαρμογής του ενλόγω άρθρου για τις λεπτομέρειες εφαρμογής σχετικά με την υποχρεωτική απόσταξη.
43. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου , «από την οικονομία της Συνθήκης, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει να θεωρηθεί το άρθρο 155 [κατέστη το άρθρο 211 ΕΚ], καθώς και από τις πρακτικές απαιτήσεις, προκύπτει ότι η έννοια της εκτελέσεως πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως. Επειδή η Επιτροπή είναι η μόνη που μπορεί να παρακολουθεί κατά τρόπο σταθερό και προσεκτικό την εξέλιξη των γεωργικών αγορών και να ενεργεί με την ταχύτητα που απαιτεί η κατάσταση, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να της αναθέσει στον τομέα αυτό ευρείες αρμοδιότητες. Κατά συνέπεια, τα όρια των αρμοδιοτήτων αυτών πρέπει να εκτιμώνται με γνώμονα τους ουσιώδεις γενικούς στόχους της οργανώσεως της αγοράς».
44. Επίσης, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι στον γεωργικό τομέα, «η Επιτροπή έχει την εξουσία να θεσπίζει όλα τα αναγκαία ή πρόσφορα εκτελεστικά μέτρα για να θέτει σε εφαρμογή τη βασική ρύθμιση, αρκεί μόνο να μην αντίκεινται προς τη ρύθμιση αυτή ή προς τους εκτελεστικούς κανόνες του Συμβουλίου» .
γ) Εξέταση των τιθεμένων ζητημάτων
45. Κατά την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία, η κοινοτική ποσότητα αναφοράς επιτραπέζιου οίνου αποτελεί τη συνισταμένη της κοινοτικής παραγωγής των περιόδων αναφοράς, δηλαδή 1981/82, 1982/83 και 1983/84. Αποτελεί θεμελιώδες χαρακτηριστικό του συστήματος που θέσπισε ο κοινοτικός νομοθέτης με τον κανονισμό 822/87 η ρητή και ανεπίδεκτη αμφισβήτησης απαγόρευση της τροποποίησης αυτών των περιόδων αναφοράς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 39, παράγραφος 11, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο α_, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 822/87, ως είχε μετά την τροποποίησή του από τον κανονισμό 1972/87. Δηλαδή, η Επιτροπή σε καμία περίπτωση δεν εξουσιοδοτείτο από το Συμβούλιο να μεταβάλλει τις αμπελουργικές περιόδους αναφοράς, ήτοι, 1981/82, 1982/83 και 1983/84.
46. Για να προσδιορίσει αφενός τη συνολική ποσότητα επιτραπέζιου οίνου που έπρεπε να αποσταχθεί στην Κοινότητα και αφετέρου τις ποσότητες που έπρεπε να αποσταχθούν στις διάφορες περιοχές , η Επιτροπή στηρίχθηκε σε αντικειμενικά στοιχεία και έλαβε υπόψη της το σύνολο της παραγωγής, των αποθεμάτων και των διαθεσίμων κατά το τέλος της περιόδου ποσοτήτων του συνόλου των παραγωγών της Ευρωπαϊκής _Ενωσης , τα οποία την οδήγησαν στην προσαρμογή του ποσοστού 85 % στο 55 % .
47. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά τη λήψη εκτελεστικών μέτρων των πράξεων του Συμβουλίου, θεωρώ ότι δεν συντρέχει υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής της ευχέρειας όταν, επί τη βάσει των αντικειμενικών στοιχείων που διέθετε, όπως είναι το δημοσιευθέν στην Επίσημη Εφημερίδα Κοινοτικό Ισοζύγιο των προβλέψεων για την αμπελουργική περίοδο 1993/94, θεώρησε ότι πληρούται η προϋπόθεση της «αισθητής αλλαγής» στη σχέση μεταξύ των διαθεσίμων ποσοτήτων και των συνήθων χρήσεων της περιόδου αυτής σε σχέση με εκείνες των περιόδων αναφοράς 1981/82, 1982/83 και 1983/84. Το κατά πόσον είναι δυνατόν να γίνεται λόγος για «αισθητή αλλαγή» είναι ένα στοιχείο που κρίνεται χωριστά για κάθε αμπελουργική περίοδο με βάση το ισοζύγιο προβλέψεων για την περίοδο αυτή και την ανάγκη εξισορρόπησης και εξυγίανσης της αγοράς.
48. _Ετσι, η Επιτροπή επί τη βάσει των στοιχείων αυτών προσάρμοσε το ποσοστό 85 %, ερειδόμενη στην έλλειψη ισορροπίας της αμπελοοινικής αγοράς , και ακριβέστερα την «μόνιμη διαρθρωτική έλλειψη ισορροπίας» που τη χαρακτήριζε, τη συνεχιζόμενη μείωση της κατανάλωσης επιτραπέζιων οίνων σε όλη την Κοινότητα σε σχέση με την κατανάλωση που έχει παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια των προηγουμένων περιόδων αναφοράς αλλά και την ύπαρξη αποθεματικών ποσοτήτων οίνου προηγουμένων περιόδων, σεβόμενη το πλαίσιο που έθετε το άρθρο 39, του κανονισμού 822/87. Αν η Επιτροπή δεν προέβαινε στην προσαρμογή του ενλόγω ποσοστού 85 % με βάση τα νέα, αντικειμενικά προσδιορίσιμα δεδομένα για την περίοδο 1993/94, θα παρατηρείτο το φαινόμενο την περίοδο αυτή (1993/94), που χαρακτηριζόταν από αξιόλογο πλεόνασμα επιτραπέζιων οίνων, να μην απαιτείται καμία περιοχή να προβεί σε υποχρεωτική απόσταξη, αφού η προσδιοριζόμενη με βάση το ποσοστό 85 % ποσότητα θα υπολείπετο της παραγωγής κάθε περιφέρειας εκείνη την περίοδο.
49. Επίσης, υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 39, παράγραφος 11, στοιχείο β_, τα αναγκαία μέτρα για την αποτελεσματική εφαρμογή της υποχρεωτικής απόσταξης που δύναται να λαμβάνει η Επιτροπή μπορούν να περιλαμβάνουν προσαρμογή του ποσοστού 85 % , «μόνο στο μέτρο που, για μια ορισμένη αμπελουργική περίοδο, η αναλογία μεταξύ των διαθέσιμων ποσοτήτων και των ποσοτήτων του επιτραπέζιου οίνου που συνήθως χρησιμοποιούνται αλλάζει αισθητά σε σύγκριση με εκείνη των περιόδων αναφοράς που αναφέρεται στην παράγραφο 3 τρίτο εδάφιο» (η υπογράμμιση είναι δική μου).
50. Κατά την άποψή μου, η έκφραση «μόνο στο μέτρο που», η οποία θεσπίζει μια προϋπόθεση ώστε η τήρησή της να καθιστά δυνατή την προσαρμογή του ποσοστού 85 %, δεν θέτει κάποιο ανώτατο (αριθμητικό) ύψος της ενλόγω προσαρμογής, αλλά σημαίνει ότι παρόμοια προσαρμογή μπορεί να γίνει «μόνον όταν» το απαιτούν οι διακυμάνσεις της σχέσης μεταξύ παραγωγής και κανονικής χρήσεως δεδομένης περιόδου σε σύγκριση με εκείνη των περιόδων αναφοράς. Εν πάση δε περιπτώσει, δεν τίθεται κάποιος περιορισμός ως προς το εύρος, την αριθμητική έκταση της προσαρμογής αφού η προσαρμογή αυτή δεν γίνεται αυθαίρετα αλλά με βάση αντικειμενικά δεδομένα που προκύπτουν και από το ισοζύγιο προβλέψεων για κάθε αμπελουργική περίοδο .
51. έραν των ανωτέρω, θεωρώ ότι, η παρατηρηθείσα προοδευτική και συνεχής μείωση της κατανάλωσης επιτραπέζιων οίνων που επέσυρε την αισθητή μείωση της ποσότητας που αντιστοιχεί στην προβλέψιμη συνήθη χρήση για την αμπελουργική περίοδο 1993/94, σήμαινε την τροποποίηση της σχέσης μεταξύ διαθέσιμων ποσοτήτων και συνήθων χρήσεων επιτραπέζιου οίνου κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης αμπελουργικής περιόδου σε σύγκριση με την ίδια σχέση κατά τη διάρκεια των περιόδων αναφοράς . _Οπως ήδη τονίσθηκε, η αλλαγή αυτή δικαιολογούσε την παρέμβαση της Επιτροπής που όφειλε να τροποποιήσει το ποσοστό 85 % προς αποκατάσταση των προϋποθέσεων που είχαν αρχικά προβλεφθεί, ούτως ώστε να καθορισθεί για την αμπελουργική περίοδο 1993/94 η σχέση μεταξύ της συνήθους χρήσεως, που ισούτο με 79 807 000 hl, και της συνολικής κοινοτικής ποσότητας αναφοράς των 145 069 000 hl .
52. Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν παράνομος ο καθορισμός για την Ιταλική Δημοκρατία της προς υποχρεωτική απόσταξη ποσότητας επιτραπέζιου οίνου στα 12 150 000 hl.
53. Εξάλλου, η εναλλακτική λύση που φαίνεται να απορρέει από τη συλλογιστική του εθνικού δικαστή δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή ως ερειδόμενη στην αλλαγή των περιόδων αναφοράς, ενώ τούτο απαγορεύεται ρητώς από το άρθρο 39, παράγραφος 11, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β_, του κανονισμού 822/87, κατά τα προεκτεθέντα.
54. _Ετσι, θεωρώ ότι παρέλκει στην προκειμένη περίπτωση η εξέταση του ζητήματος κατά πόσον θα ήταν κάποιο άλλο ανώτερο (του 55 %) ποσοστό περισσότερο σύμφωνο προς τον κανονισμό 822/87, προσδιοριζόμενο με βάση στοιχεία αφορώντα περισσότερο πρόσφατες περιόδους αναφοράς, εφόσον τούτο απαγορεύεται, όπως τόνισα, από τον κανονισμό 822/87 .
55. Συνεπώς, από την προηγηθείσα ανάλυση δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να θίξουν το κύρος του κανονισμού 343/94 της Επιτροπής.
2) Επί του δευτέρου ερωτήματος: παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογίας
56. Ο εθνικός δικαστής, με το δεύτερο, επικουρικό, ερώτημά του ξεκινώντας από το γεγονός ότι η διάταξη του άρθρου 39, παράγραφος 11, στοιχείο β_, του κανονισμού 822/87 συνιστά παρέκκλιση από γενικό κανόνα, και η τροποποίηση του ποσοστού του 85 % συνιστά εξαίρεση επειδή δεν «εντάσσεται» στην κοινή κανονιστική ρύθμιση για την υποχρεωτική απόσταξη, θέτει ζήτημα ανεπάρκειας της αιτιολογίας του κανονισμού 343/94 της Επιτροπής. Κατά τον εθνικό δικαστή, το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ (κατέστη το άρθρο 253 ΕΚ) επέβαλε στην Επιτροπή να αιτιολογήσει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο την απόφασή της να τροποποιήσει το ενλόγω ποσοστό και να διευκρινίσει τα διάφορα πραγματικά και νομικά στοιχεία που αποτελούσαν το αντικείμενο της αποφάσεως.
57. Καταρχάς, θα υπενθυμίσω πως το Δικαστήριο παγίως δέχεται ότι: «Καίτοι είναι αληθές ότι από την επιβαλλόμενη από το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ [κατέστη το άρθρο 253 ΕΚ] αιτιολογία πρέπει να καταφαίνεται, κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο παρερμηνεία η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλομένη πράξη, κατά τρόπο ώστε να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν το ληφθέν μέτρο και το Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του (...), δεν απαιτείται, ωστόσο, η αιτιολογία να διευκρινίζει όλα τα καίρια πραγματικά και νομικά στοιχεία. ράγματι, το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως ικανοποιεί τις απαιτήσεις αυτές πρέπει να εκτιμάται σε σχέση όχι μόνο με το κείμενό της αλλά και με το πλαίσιό της καθώς και με το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το σχετικό θέμα. Κατά συνέπεια, εφόσον από την αμφισβητουμένη πράξη προκύπτει το ουσιώδες στοιχείο του επιδιωκομένου από το κοινοτικό όργανο στόχου, είναι περιττό να απαιτείται ειδική αιτιολογία για κάθε μια από τις τεχνικής φύσεως επιλογές του εν λόγω οργάνου.»
58. Επίσης, στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 441/88 της Επιτροπής αναφέρεται ότι ο μέσος κοινοτικός όρος παραγωγής κατά τις τρεις αμπελουργικές περιόδους αναφοράς 1981/82, 1982/83 και 1983/84 ανέρχεται συνολικά σε 145 069 000 hl. Από το κοινοτικό ισοζύγιο προβλέψεων για την αμπελουργική περίοδο 1993/94 , συνεπώς από αντικειμενικά στοιχεία προέκυπτε η έλλειψη ισορροπίας της αγοράς κατά την περίοδο αυτή.
59. Δηλαδή, παρατηρούμε ότι η Επιτροπή, προκειμένου να εκδώσει τον κανονισμό 343/94, εκτελεστικό του κανονισμού 822/87 του Συμβουλίου, στηρίχθηκε σε μια σειρά αντικειμενικών στοιχείων. Αναφέρεται δε σχετικά με το ζήτημα αυτό στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 343/94 «ότι τα στοιχεία που διαθέτει επί του παρόντος η Επιτροπή και κυρίως εκείνα του ισοζυγίου προβλέψεων για την αμπελουργική περίοδο 1993/94 εμφανίζουν ότι η κατάσταση, για την τρέχουσα αμπελουργική περίοδο, χαρακτηρίζεται από ανισορροπία της αγοράς των επιτραπέζιων οίνων και των οίνων που είναι κατάλληλοι να δώσουν επιτραπέζιους οίνους· ότι πληρούνται, επομένως, οι όροι που αναφέρονται στο άρθρο 39, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 για να αποφασισθεί η υποχρεωτική απόσταξη».
60. Εξάλλου, στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του ιδίου κανονισμού 343/94 αναφέρεται ότι «δεδομένων των τιμών και του επιθυμητού επιπέδου των διαθέσιμων ποσοτήτων, κατά το τέλος της περιόδου, κρίνεται απαραίτητη για την Κοινότητα η απόσταξη 18 200 000 hl επιτραπέζιου οίνου· ότι ο όγκος αυτός καθορίζεται βάσει του ισοζυγίου προβλέψεων, για να ληφθεί υπόψη η κατάσταση ανισορροπίας η οποία χαρακτηρίζεται κυρίως από τη μεταφορά αποθεμάτων, από τη μια αμπελουργική περίοδο στην άλλη, που υπερβαίνουν τις εκτιμήσεις που ελήφθησαν ως βάση για τον υπολογισμό των σχετικών με την ενλόγω περίοδο δημοσιονομικών στοιχείων».
61. Με βάση δε και την προαναφερθείσα παγία νομολογία του Δικαστηρίου, λαμβάνοντας υπόψη την πρώτη και τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 343/94, στις προτάσεις μου στην υπόθεση C-375/96, Zaninotto (σημείο 79), είχα τονίσει τα εξής: «αρά το γεγονός ότι με βάση τις δοθείσες εξηγήσεις της Επιτροπής θεωρώ ότι δεν υπάρχει κάποια πλημμέλεια στην αιτιολογία του επίμαχου κανονισμού 343/94, (...) δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται το καθ' όλα νόμιμα καθορισμένο αυτό ποσοστό (55 %) στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 343/94, την έλλειψη του οποίου τονίζει η Ιταλική Κυβέρνηση (...), ώστε ο προσδιορισμός της προς απόσταξη ποσότητας να είναι ευχερέστερος για τον μελετητή του κειμένου. Θεωρώ δηλαδή, ενόψει και των αιτιολογικών σκέψεων του κανονισμού 343/94, που ήδη παρατέθησαν, ότι δεν στοιχειοθετείται κάποιο ελάττωμα της αιτιολογίας του επίμαχου κανονισμού, διότι η λεπτομερής περιγραφή του συλλογισμού της Επιτροπής αποτελεί τεχνικής φύσεως επιλογή και μπορούσε να παραλειφθεί δίχως να πάσχει η αιτιολογία της ληφθείσης πράξεως.»
62. Συνεπώς, δεδομένης της ευρείας διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής να προσδιορίζει τι συνιστά «αισθητή αλλαγή», κατά τη διάταξη του άρθρου 39, παράγραφος 11, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β_, του κανονισμού 822/87, θεωρώ ότι, αφού από αντικειμενικά στοιχεία για την κατάσταση της αμπελοοινικής αγοράς κατά την περίοδο 1993/94, που προέκυπταν και από το ισοζύγιο προβλέψεων που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα συνάγεται ότι υπήρχε ανάγκη προσαρμογής του ποσοστού 85 % λόγω τροποποιήσεως της σχέσης ποσοτήτων παραγωγής και συνήθων χρήσεων αυτής της περιόδου σε σύγκριση με εκείνη των περιόδων αναφοράς, δεν τίθεται ζήτημα κύρους του κανονισμού 343/94, λόγω ανεπάρκειας της αιτιολογίας του.
3) Επί του τρίτου ερωτήματος: παραβίαση των αρχών της λογικής, πρόδηλη πλάνη και αντίφαση προς τον επιδιωκόμενο σκοπό
63. Με το τρίτο ερώτημα, ο εθνικός δικαστής θέτει το ζήτημα κατά πόσον είναι άκυρος ο κανονισμός 343/94 που επιβάλλει στην Ιταλία την υποχρέωση αποστάξεως 12 150 000 hl λόγω παραβιάσεως των αρχών της λογικής (principe de raison), λόγω πρόδηλης πλάνης και λόγω του ότι αντιφάσκει προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ενόψει του «συστήματος υπολογισμού» της προς απόσταξη ποσότητας που αντιστοιχεί στην Ιταλία, το οποίο (σύστημα) εφάρμοσε η Επιτροπή. Δηλαδή αμφισβητεί την ορθότητα του υπολογισμού για την προσαρμογή του ποσοστού από 85 % σε 55 %. Θεωρεί δε ότι, λόγω της μειώσεως των συνήθων χρήσεων κατά την περίοδο 1993/94, η πραγματική σχέση κοινοτικής παραγωγής/συνήθων χρήσεων για την περίοδο αυτή δεν ήταν 55 % αλλά 73 %. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει ερειδόμενος στη σχέση μεταξύ της μέσης παραγωγής των τριών τελευταίων περιόδων που προηγήθηκαν της περιόδου 1993/94 (108 000 000 hl) και των συνήθων χρήσεων της περιόδου 1993/94 (79 807 000 hl), κάτι που δίνει 73 % .
64. Επιπλέον, κατά τον εθνικό δικαστή, το ποσοστό αναφοράς που υπολόγισε η Επιτροπή, εκτός του ότι δεν αντιστοιχεί στην κατάσταση της αγοράς και την παραγωγή των διαφορετικών περιφερειών ούτε σε εκείνη της Ιταλίας, ενέχει και παραβίαση της απαγόρευσης των διακρίσεων που θεσπίζει από το άρθρο 40 της Συνθήκης ΕΚ.
65. Ως προς το ζήτημα της παραβιάσεως της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων θα παραπέμψω στην ήδη αναφερθείσα απόφαση Zaninotto, όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι από τους υπολογισμούς με βάση τους οποίους η Επιτροπή κατέληξε στον προσδιορισμό του ύψους της προς υποχρεωτική απόσταξη ποσότητας που αναλογεί στην Ιταλική Δημοκρατία δεν προέκυψε καμία διαφορετική και δυσμενής μεταχείριση της τελευταίας έναντι των λοιπών κρατών μελών.
66. έραν τούτου, αρκεί να τονισθεί ότι ο συλλογισμός του εθνικού δικαστή, με βάση τον οποίο καταλήγει στον καθορισμό του 73 % ως ποσοστού που θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της ποσότητας που αντιστοιχεί στην Ιταλική Δημοκρατία, εκκινεί από εσφαλμένη αφετηρία. _Οπως προανέφερα, σύμφωνα με το άρθρο 39, παράγραφος 11, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο α_, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 822/87, όπως τροποποιήθηκε και ίσχυε κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, τα μέτρα που εξουσιοδοτείται να λαμβάνει η Επιτροπή για τη διασφάλιση της πραγματοποίησης ή της ισόρροπης εφαρμογής της υποχρεωτικής απόσταξης δεν μπορούν να αφορούν τις διατάξεις του άρθρου αυτού σχετικά με τις αμπελουργικές περιόδους αναφοράς, δηλαδή 1981/82, 1982/83 και 1983/84.
67. Συνεπώς, ο υπολογισμός στον οποίο προβαίνει ο εθνικός δικαστής επάγεται υποχρεωτικά την τροποποίηση από την Επιτροπή των περιόδων αναφοράς, οι οποίες έτσι δεν θα ήταν εκείνες των ετών 1981/82, 1982/83 και 1983/84 αλλά οι τρεις αμέσως προηγούμενες της περιόδου 1993/94 περίοδοι , εξουσία η οποία ωστόσο δεν χορηγήθηκε στην Επιτροπή από το Συμβούλιο , όπως ορθώς τονίζει η Επιτροπή (σημείο 28 των γραπτών παρατηρήσεών της) .
68. Εξάλλου, η λύση στην οποία κατέληξε η Επιτροπή συνάδει και με τον επιδιωκόμενο από τον κοινοτικό νομοθέτη σκοπό της εξυγίανσης της αμπελοοινικής αγοράς. _Οπως προκύπτει από την τεσσαρακοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 822/87, «(...) φαίνεται ότι η υποχρεωτική απόσταξη αποτελεί το αποτελεσματικότερο μέτρο για τη μείωση των πλεονασμάτων επιτραπέζιου οίνου στην αγορά· ότι, κατά συνέπεια, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί η ενεργοποίηση του μέτρου αυτού όταν η αγορά παρουσιάζει σοβαρή έλλειψη ισορροπίας, καθώς και να καθοριστούν συγκεκριμένα κριτήρια για την εκτίμηση της αστάθειας αυτής».
69. _Οσον αφορά την κατανομή της συνολικής προς απόσταξη ποσότητας οίνου, στην τεσσαρακοστή έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 822/87 αναφέρεται «ότι η επίδραση των κλιματολογικών συνθηκών καθώς και οι συνέπειες της διαρθρωτικής πολιτικής μπορούν να διαμορφώσουν μια διαφορετική εξέλιξη της παραγωγής σε διάφορες περιοχές της Κοινότητας (...)».
70. Οι στόχοι αυτοί, της μείωσης των πλεονασμάτων επιτραπέζιου οίνου στην αμπελοοινική αγορά, της αντιμετώπισης της σοβαρής ελλείψεως ισορροπίας της ενλόγω αγοράς με τον καθορισμό συγκεκριμένων κριτηρίων για την εκτίμηση της αστάθειας αυτής , θεωρώ ότι συμπεριλαμβάνονται σε εκείνους της κοινής αγροτικής πολιτικής, όπως απαριθμούνται στο άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχεία β_ και γ_, της Συνθήκης ΕΚ (κατέστη το άρθρο 33 ΕΚ) . Διότι το Συμβούλιο με το μέτρο της απόσταξης προσπαθώντας να εξομαλύνει τους διαφορετικούς στόχους του άρθρου 33 ΕΚ, αποσκοπεί στη σταθεροποίηση της αμπελοοινικής αγοράς , και συγχρόνως δεν παραβλέπει την ανάγκη διασώσεως του ατομικού εισοδήματος των παραγωγών . Η λήψη δε του κανονισμού 343/94 της Επιτροπής, όπως, άλλωστε, προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις του που προανέφερα, θεωρώ ότι συνάδει προς τους στόχους αυτούς που επιδιώκει το Συμβούλιο και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα κύρους του κανονισμού αυτού εκ του λόγου τούτου.
71. Εν κατακλείδι, ενόψει και της αναλύσεως που έγινε προκειμένου να δοθεί απάντηση στα δύο πρώτα ερωτήματα, θεωρώ ότι ο υπολογισμός του ποσοστού 55 % στο οποίο κατέληξε η Επιτροπή, δεν είναι εσφαλμένος, αφού δεν υπήρξε προφανώς εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ούτε παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, επιπλέον είναι εύλογη, με την έννοια ότι είναι σύμφωνη τόσο με την εξουσιοδοτική αυτή διάταξη όσο και με τη ratio του κανονισμού 822/87 του Συμβουλίου.
Γ Ζητήματα κύρους διατάξεων του κανονισμού 822/87 του Συμβουλίου
1) Επί του πέμπτου ερωτήματος: ζητήματα κύρους της διατάξεως του άρθρου 39, παράγραφος 11, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β_, του κανονισμού 822/87
72. Με το πέμπτο ερώτημα, το οποίο υπέβαλε επικουρικά σε σχέση με το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα, ο εθνικός δικαστής θέτει ζήτημα κύρους της διατάξεως του άρθρου 39, παράγραφος 11, στοιχείο β_, του κανονισμού 822/87, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1972/87, επειδή επιτρέπει ένα τέτοιο σύστημα υπολογισμού του νέου ποσοστού αναφοράς, στο οποίο προέβη η Επιτροπή. Υποστηρίζει δε ότι, εν τοιαύτη περιπτώσει, το άρθρο 39, παράγραφος 11, στοιχείο β_, είναι άκυρο λόγω παραβιάσεως των αρχών της λογικής, λόγω πρόδηλης πλάνης και λόγω αντιφάσεως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, καθώς και λόγω παραβιάσεως της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων του άρθρου 40 της Συνθήκης ΕΚ.
73. Ουσιαστικά, τούτο σημαίνει ότι εάν το Δικαστήριο κρίνει έγκυρο τον κανονισμό 343/94, διότι εφαρμόζει πιστά τη διάταξη του άρθρου 39, παράγραφος 11, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β_, του κανονισμού 822/87, ο εθνικός δικαστής αμφισβητεί το κύρος του τελευταίου αυτού κανονισμού, αφού επιτρέπει τον υπολογισμό του ενιαίου ποσοστού μέσω της σχέσεως μεταξύ της κανονικής χρήσης της υπό εξέταση αμπελουργικής περιόδου και της παραγωγής των περιόδων αναφοράς 1981/82, 1982/83 και 1983/84.
α) Επί του παραδεκτού
74. To Συμβούλιο και η Επιτροπή εγείρουν ζήτημα παραδεκτού του ερωτήματος, ως αορίστου (σημείο 27 των γραπτών παρατηρήσεων του Συμβουλίου και σημεία 39 επόμ. των γραπτών παρατηρήσεων της Επιτροπής). Θεωρούν ότι ο εθνικός δικαστής δεν αιτιολογεί γιατί θα ήταν παράνομο, για τον καθορισμό (προσαρμογή) του ποσοστού αναφοράς, να χρησιμοποιηθεί ποσοστό που αποδίδει τη σχέση μεταξύ της χρήσης της υπό έρευνα αμπελουργικής περιόδου και της παραγωγής των περιόδων αναφοράς .
75. Η Επιτροπή, η οποία εκφράζει αμφιβολίες γενικά για τη χρησιμότητα των ερωτημάτων, θεωρεί ότι, ειδικότερα, για δύο λόγους το πέμπτο ερώτημα είναι απαράδεκτο. Αφενός ο εθνικός δικαστής δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους η λήψη υπόψη της σχέσεως αυτής μεταξύ της χρήσης της υπό έρευνα αμπελουργικής περιόδου και της παραγωγής των περιόδων αναφοράς θα ήταν παράνομη. Αφετέρου, σε περίπτωση που θεωρείτο παραδεκτό, η απάντηση δεν θα ήταν χρήσιμη διότι, μειώνοντας το ποσοστό αναφοράς, μειώνεται η ποσότητα αναφοράς για την Ιταλία ενώ αυξάνοντας το ποσοστό αυτό η ποσότητα αυτή αυξάνεται· δηλαδή αν κηρυχθεί άκυρη η διάταξη αυτή ενδεχομένως να οδηγούσε τα αρμόδια κοινοτικά όργανα να επιβάλλουν στην Ιταλία την υποχρέωση απόσταξης μεγαλύτερης ποσότητας επιτραπέζιου οίνου κατά τη διάρκεια της επίμαχης αμπελουργικής περίοδου 1993/1994 και συνεπώς να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τους ανακόπτοντες ενώπιον του εθνικού δικαστή Busolin κ.λπ.
76. Θεωρώ ότι η επιχειρηματολογία τόσο του Συμβουλίου όσο και της Επιτροπής δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει τα ζητήματα κύρους κοινοτικών διατάξεων που θέτει ενώπιόν του ο εθνικός δικαστής, εφόσον προκύπτουν στο πλαίσιο εκκρεμούσης ενώπιον του τελευταίου διαφοράς και η διευκρίνιση των οποίων είναι απαραίτητη για την επίλυσή της, ανεξαρτήτως των ευμενών ή και δυσμενών για τους διαδίκους, στην κύρια δίκη, συνεπειών που θα είχε ενδεχόμενη αναγνώριση της ακυρότητας των επίδικων διατάξεων .
77. Ο εθνικός δικαστής δεν αναλύει λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι πάσχει το κύρος της προμνημονευθείσης διατάξεως του κανονισμού 822/87. _Ομως, δεδομένου ότι αναλύει εν εκτάσει τους λόγους ακυρότητας του εκτελεστικού κανονισμού 343/94 της Επιτροπής, τούτο είναι, κατά τη γνώμη μου, αρκετό για να θεωρηθεί ότι παραδεκτώς υποβάλλει το ερώτημα αυτό. Διότι, για λόγους πληρότητας των αιτουμένων απαντήσεων θεωρώ ότι στον έλεγχο του κύρους της διατάξεως αυτής του κανονισμού 822/87, όπως τροποποιήθηκε, θα έπρεπε να οδηγηθούμε ακόμη και αν δεν έθετε ρητώς ζήτημα ο εθνικός δικαστής.
β) Επί της ουσίας
78. Θεωρώ ότι πολλά από τα ζητήματα που τίθενται με το ερώτημα αυτό απαντήθηκαν ήδη κατά την ανάλυση του τρίτου και τετάρτου ερωτήματος, κατά τα προεκτεθέντα, όπου κατέληξα ότι δεν προέκυψαν στοιχεία θίγοντα τον κανονισμό 343/94.
79. Εν προκειμένω, θα προσθέσω ότι δεν τίθεται ούτε ζήτημα κύρους της διατάξεως του άρθρου 39, παράγραφος 11, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β_, του κανονισμού 822/87 του Συμβουλίου. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγω με βάση την παγία νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία «όταν η εφαρμογή από το Συμβούλιο της γεωργικής πολιτικής της Κοινότητας περιλαμβάνει την ανάγκη εκτιμήσεως περίπλοκης οικονομικής καταστάσεως, η διακριτική εξουσία της οποίας απολαύει δεν εφαρμόζεται αποκλειστικά στη φύση και στην έκταση των διατάξεων που θα θεσπίζει, αλλά επίσης, κατά ορισμένο μέτρο, στη διαπίστωση των βασικών στοιχείων, υπό την έννοια ιδίως ότι επιτρέπεται στο Συμβούλιο να στηριχθεί, ενδεχομένως, σε συνολικές διαπιστώσεις. Ο δικαστής, ελέγχοντας την άσκηση αυτής της αρμοδιότητας, πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση της πρόδηλης πλάνης ή της καταχρήσεως εξουσίας ή του ζητήματος μήπως η οικεία αρχή υπερέβη προδήλως τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεώς της» .
80. Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο, με τον κανονισμό 1972/87, κατέληξε στη θέσπιση του επίμαχου κανόνα του άρθρου 39, παράγραφος 11, δεύτερο εδάφιο, ερειδόμενο στο γεγονός «ότι, κατά την εφαρμογή αυτού του καθεστώτος [που θεσπίζεται στο άρθρο 39, του κανονισμού 822/87], παρουσιάσθηκαν πολυάριθμες και σοβαρές δυσκολίες· ότι δεν ήταν δυνατόν να ξεπεραστούν ώστε να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική πραγματοποίηση της απόσταξης, παρά μόνο επιτρέποντας, μεταβατικά, στην Επιτροπή να παρεκκλίνει από ορισμένους κανόνες· ότι θα πρέπει, ως εκ τούτου, προκειμένου να εφαρμοσθεί αποτελεσματικά και δίκαια η υποχρεωτική απόσταξη, να εφαρμοσθούν εκ νέου, για τρεις αμπελουργικές περιόδους, οι μεταβατικές διατάξεις που επιτρέπουν στην Επιτροπή να θεσπίζει, χωρίς να θίγει τα ουσιώδη στοιχεία του καθεστώτος, τα μέτρα που είναι αναγκαία για την αντιμετώπιση τυχόν δυσκολιών που είναι δυνατόν να διακυβεύσουν την πραγματοποίηση της απόσταξης».
81. Επίσης, κατά την παράγραφο 11, πρώτο εδάφιο, του άρθρου 39 , παρατάθηκε έως και την περίοδο 1993/94, η δυνατότητα λήψεως μέτρων που είναι αναγκαία για να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική εφαρμογή της απόσταξης εφόσον εμφανισθούν δυσχέρειες που είναι δυνατόν να θέσουν σε κίνδυνο την πραγματοποίηση ή την ισόρροπη εφαρμογή της υποχρεωτικής απόσταξης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, του άρθρου αυτού. _Οπως εξηγείται , η σπουδαιότητα που παρουσίαζε για τον αμπελοοινικό τομέα μια σειρά προβλημάτων, μεταξύ των οποίων και τα σχετιζόμενα με τη λήψη διαρθρωτικών μέτρων και τη σχέση τους με την υποχρεωτική απόσταξη, «απαιτούν τη μέγιστη δυνατή συνοχή μεταξύ των λύσεων που θα προταθούν» και «για την επίτευξη αυτής της συνοχής, κρίνεται αναγκαία η εκπόνηση των αναγκαίων προτάσεων έχοντας διαθέσιμα όλα τα στοιχεία και, κατά συνέπεια, η παράταση κατά μία περίοδο ορισμένων προθεσμιών» και συγκεκριμένα ως και την περίοδο 1993/94.
82. Η κρίση του Συμβουλίου ερείδετο σε αντικειμενικά στοιχεία για την κατάσταση της αμπελοοινικής αγοράς και σε εκτιμήσεις για την εξέλιξή της. Δεδομένης και της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει κατά την εφαρμογή της γεωργικής πολιτικής της Κοινότητας, η οποία περιλαμβάνει την ανάγκη εκτιμήσεως περίπλοκων οικονομικών καταστάσεων, θεωρώ ότι η κρίση αυτή δεν είναι προφανώς εσφαλμένη. Επιπλέον, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν καθίσταται δυνατό να διαπιστωθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο υπερέβη τα άκρα όρια της διακριτικής του ευχέρειας επειδή εξουσιοδότησε την Επιτροπή να τροποποιήσει το ποσοστό 85 %, εφόσον αυτό επέβαλε η κατάσταση της αμπελοοινικής αγοράς συγκεκριμένης περιόδου, έστω και αν τούτο είχε συμβεί επανειλημμένα κατά τις παρελθούσες αμπελουργικές περιόδους. Συνεπώς, δεν υφίσταται προφανώς εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων βασίσθηκε για να λάβει αυτό το μέτρο.
2) Επί του έκτου ερωτήματος: ζητήματα κύρους της διατάξεως του άρθρου 39, παράγραφοι 3, 4 και 11 του κανονισμού 822/87 του Συμβουλίου και του κανονισμού 343/94 της Επιτροπής
α) Τα τιθέμενα ζητήματα
83. Με το έκτο ερώτημα, ο εθνικός δικαστής θέτει το ζήτημα κατά πόσον οι παράγραφοι 3, 4 και 11, του άρθρου 39, του κανονισμού 822/87, όπως τροποποιήθηκαν με τον κανονισμό 1566/93, καθώς και τον κανονισμό 343/94, που αποτελεί εκτελεστικό μέτρο των δύο πρώτων, στερούνται κύρους λόγω παραβιάσεως των αρχών της λογικής, λόγω προφανούς πλάνης, καταχρήσεως εξουσίας και λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας.
84. Η κριτική του εθνικού δικαστή επικεντρώνεται σε τρία σημεία. α) Καταρχάς υποστηρίζει ότι, επί τη βάσει των δεδομένων που διαθέτει, το ποσοστό 85 % δεν θα μπορούσε ποτέ να εφαρμοσθεί διότι δεν ήταν σύμφωνο με την πραγματική κατάσταση της αμπελοοινικής αγοράς. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείτο από το Συμβούλιο να προσφεύγει στην παράγραφο 11, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β_, για να καθίσταται δυνατή στην πράξη η διενέργεια υποχρεωτικής απόσταξης που προβλέπει το άρθρο 39, του κανονισμού 822/87. Τούτο είχε ως συνέπεια να μένει ανεφάρμοστη η διάταξη της παραγράφου 3, του άρθρου 39. _Ετσι, αποδεικνύεται η προφανώς εσφαλμένη εκτίμηση και η ανορθολογικότητα της επίμαχης ρυθμίσεως, κυρίως επειδή με τον κανονισμό 1566/93 το Συμβούλιο δέχθηκε ότι το ενιαίο ποσοστό θα εξακολουθούσε να είναι 85 %. β) Η επανάληψη του ποσοστού 85 % το 1993 συνιστούσε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, διότι το Συμβούλιο θα έπρεπε ευλόγως να γνωρίζει ότι οι συνθήκες της αγοράς δεν ευνοούσαν την εφαρμογή του. γ) Σε αυτό το πλαίσιο, η διατήρηση διατάξεως που προέβλεπε την εφαρμογή του ποσοστού αναφοράς 85 %, συνιστούσε επιπλέον κατάχρηση εξουσίας διότι, μέσω αυτού του ανεφάρμοστου στην πράξη ποσοστού, το Συμβούλιο επέτρεπε στην Επιτροπή να ρυθμίζει κατά τη θέλησή της τον μηχανισμό της υποχρεωτικής απόσταξης μέσω της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 39, παράγραφος 11, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β_, του κανονισμού 822/87, η οποία, κατά τον εθνικό δικαστή, συνιστά εξαιρετική διάταξη σε σχέση με τη διάταξη της παραγράφου 3, του ιδίου άρθρου που αποτελεί τον κανόνα, όπου αναφέρεται μεν στο ποσοστό 85 % ωστόσο αυτό ήταν ανεφάρμοστο στην πράξη.
β) Γενικές παρατηρήσεις
85. Εν προκειμένω, θεωρώ ότι η στάση αυτή του Συμβουλίου να επαναλαμβάνει μεν το ποσοστό 85 %, να παρέχει όμως την εξουσία στην Επιτροπή να ορίζει άλλο ποσοστό σύμφωνα με τις ανάγκες εξισορρόπησης και εξυγίανσης της αμπελοοινικής αγοράς και ευόδωσης των μέτρων της υποχρεωτικής απόσταξης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καθιστά άκυρη τη σχετική διάταξη για τους λόγους που επικαλείται ο εθνικός δικαστής. Η παροχή εξουσιοδότησης στην Επιτροπή δεν της επέτρεπε να αλλοιώσει τις βασικές αρχές που διέπουν την υποχρεωτική απόσταξη.
86. Καταρχάς, ο κοινοτικός νομοθέτης εκτιμώντας μια σύνθετη οικονομική πραγματικότητα μπορούσε να καθορίσει τα έτη αναφοράς , διαθέτοντας, γενικώς, όπως προανέφερα, ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τη φύση και την έκταση των ληπτέων μέτρων. Αυτή όμως η ευρεία διακριτική ευχέρεια πρέπει να ασκείται με πλήρη σεβασμό των υπέρτερων γενικών αρχών, μεταξύ των οποίων η αρχή της αναλογικότητας.
87. Εν συνεχεία, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, ως είχε η ρύθμιση του κανονισμού 822/87, θα συνιστούσε προφανές σφάλμα κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων , αν το Συμβούλιο δεν αρκείτο στις συγκεκριμένες αυτές περιόδους αναφοράς (1981/82, 1982/83 και 1983/84) , με βάση τις οποίες θα ήλεγχε αν τα κράτη μέλη συμμορφώθηκαν με την υποχρέωσή τους να μην υπερβαίνουν την ποσότητα αναφοράς, αλλά ελάμβανε υπόψη του νέες, μεταγενέστερες περιόδους αναφοράς, πριν όμως ολοκληρωθεί η εκπόνηση των αναγκαίων προτάσεων και εφόσον δεν διέθετε όλα τα αναγκαία στοιχεία, λόγου χάριν, για την εφαρμογή της πολιτικής εκριζώσεων και τη συνακόλουθη μείωση των αμπελουργικών εκτάσεων την οποία επέτυχαν οι παραγωγοί ορισμένων μόνο περιοχών . Διότι έτσι ουσιαστικά θα ευνοούντο οι περιφέρειες που είχαν καταβάλει λιγότερες προσπάθειες προσαρμογής στις συνθήκες της αγοράς και θα επιβαρύνοντο εκείνες που, μειώνοντας την παραγωγή τους, συνέβαλαν στη σταδιακή εξισορρόπησή της . Μια τέτοια ρύθμιση θα μπορούσε να εμπεριέχει υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας και δυσμενή μεταχείριση ορισμένων παραγωγών σε σχέση με άλλους.
γ) Ειδικά για την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
88. Επιπλέον, η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Συμβουλίου κατά τη λήψη μέτρων εφαρμογής της αγροτικής πολιτικής της Κοινότητας πρέπει να ασκείται με πλήρη σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας.
89. Κατά πάγια νομολογία, από την υπέρτερης τυπικής ισχύος αρχή της αναλογικότητας, που αποτελεί τμήμα των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, προκύπτει ότι «οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια του καταλλήλου και αναγκαίου για την επίτευξη των σκοπών που νομίμως επιδιώκονται από την οικεία ρύθμιση, εξυπακουομένου ότι, οσάκις υφίσταται επιλογή μεταξύ περισσοτέρων καταλλήλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το ολιγότερο καταναγκαστικό και τα προξενούμενα μειονεκτήματα δεν πρέπει να είναι δυσανάλογα προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς» .
90. Εξάλλου, όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο της εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας από τον κοινοτικό νομοθέτη στον τομέα της κοινής αγροτικής πολιτικής, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου , «ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει στα θέματα της κοινής γεωργικής πολιτικής ευρεία διακριτική εξουσία η οποία αντιστοιχεί στις πολιτικές ευθύνες που του παρέχουν τα άρθρα 40 και 43 της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, μόνον η πρόδηλη ακαταλληλότητα ενός μέτρου που θεσπίστηκε σε αυτόν τον τομέα, σε σχέση με το στόχο που επιδιώκει το αρμόδιο όργανο, μπορεί να θίξει τη νομιμότητά του» (η υπογράμμιση είναι δική μου).
91. Κατά τη γνώμη μου, δεν αποδεικνύεται ότι το Συμβούλιο με τη θέσπιση των διατάξεων του άρθρου 39, παράγραφοι 3, 4 και 11 παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας.
92. Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο ασκώντας αυτή την αρμοδιότητα προέκρινε τη διεξαγωγή, υπό συγκεκριμένους όρους, υποχρεωτικής αποστάξεως για την εξισορρόπηση και την εξυγίανση του αμπελοοινικού τομέα . _Οπως συνάγεται από την τεσσαρακοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 822/87, η υποχρεωτική απόσταξη αποτελεί το αποτελεσματικότερο μέτρο για τη μείωση των πλεονασμάτων επιτραπέζιου οίνου στην αγορά, το οποίο ενεργοποιείται όταν, με βάση ορισμένα κριτήρια, προκύπτει ότι η αγορά παρουσιάζει σοβαρή έλλειψη ισορροπίας. _Οσον αφορά την κατανομή της συνολικής προς απόσταξη ποσότητας οίνου, στην τεσσαρακοστή έκτη αιτιολογική σκέψη γίνεται αναφορά στην επίδραση των κλιματολογικών συνθηκών καθώς και τις συνέπειες της διαρθρωτικής πολιτικής που μπορούν να διαμορφώσουν μια διαφορετική εξέλιξη της παραγωγής σε διάφορες περιοχές της Κοινότητας.
93. Ενόψει αυτών των στόχων , το Συμβούλιο θεώρησε ως καταλληλότερο κριτήριο τη θέσπιση και τη διατήρηση συγκεκριμένων αμπελουργικών περιόδων αναφοράς (1981/82, 1982/83 και 1983/84), ώστε με βάση αυτές να κρίνεται η συμμόρφωση των κρατών μελών στην προσπάθεια εξισορρόπησης και εξυγίανσης της αμπελοοινικής αγοράς. ρος επίτευξη δε αυτού του στόχου προέκρινε την εξουσιοδότηση της Επιτροπής προς τροποποίηση του προβλεπόμενου ποσοστού 85 % κάθε φορά που το επέβαλε η ανάγκη επιτεύξεως των στόχων της υποχρεωτικής απόσταξης.
94. Η επιλογή του Συμβουλίου δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να θεωρηθεί ως προφανώς ακατάλληλη για την επίτευξη του σκοπουμένου με τη λήψη του μέτρου της υποχρεωτικής απόσταξης αποτελέσματος. _Αλλωστε, ο εθνικός δικαστής δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο η τροποποίηση των περιόδων αναφοράς ή ο καθορισμός ενός νέου σταθερού ποσοστού αναφοράς, παρά ενός ποσοστού προσαρμοσμένου στην κατάσταση κάθε αμπελουργικής περιόδου θα συνιστούσε περισσότερο κατάλληλο και λιγότερο περιοριστικό μέτρο από τον προβλεπόμενο στην κρίσιμη διάταξη μηχανισμό .
95. ροβαίνοντας στην επιλογή αυτή το Συμβούλιο δεν μπορούσε ασφαλώς να προσδιορίσει με ακρίβεια όλα τα μελλοντικά αποτελέσματα της ρυθμίσεώς του. Το Δικαστήριο, σχετικά με το ζήτημα αυτό, παγίως αποφαίνεται ότι : «Η ισχύς μιας κοινοτικής πράξεως δεν μπορεί να εξαρτάται από αναδρομικές εκτιμήσεις αφορώσες τον βαθμό αποτελεσματικότητάς της». Διευκρίνισε δε ότι : «Οσάκις ο κοινοτικός νομοθέτης είναι αναγκασμένος να εκτιμήσει τα μελλοντικά αποτελέσματα ρυθμίσεως την οποία πρέπει να θεσπίσει, καίτοι τα αποτελέσματα αυτά δεν μπορούν να προβλεφθούν με ακρίβεια, η εκτίμησή του δεν μπορεί να επικριθεί παρά μόνον εφόσον προκύπτει ότι αυτή είναι καταφανώς εσφαλμένη ενόψει των στοιχείων που ο ενλόγω νομοθέτης διέθετε κατά τον χρόνο θεσπίσεως της οικείας ρυθμίσεως.»
96. Επομένως, θα ετίθετο ζήτημα κύρους των μέτρων που προβλέπουν οι διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 11, του άρθρου 39, του κανονισμού 822/87, λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, μόνον εφόσον τα μέτρα αυτά ήταν προδήλως ακατάλληλα ή μη αναγκαία σε σχέση με τους επιδιωκόμενους στόχους, τα δε μειονεκτήματα υπερέβαιναν τα πλεονεκτήματα, περίπτωση η οποία, ωστόσο, δεν συντρέχει εν προκειμένω, κατά τα προεκτεθέντα.
δ) Κατάχρηση εξουσίας
97. Η «κατάχρηση εξουσίας», ως λόγος ακυρώσεως μιας πράξεως κοινοτικού οργάνου , σημαίνει ότι το αρμόδιο όργανο έχει εκδώσει κάποια πράξη με αποκλειστικό ή, τουλάχιστον, πρωταρχικό σκοπό άλλον από εκείνο τον οποίο επισήμως αναφέρει. Θεωρώ ωστόσο ότι ο λόγος τον οποίο επικαλείται ο εθνικός δικαστής, όπως τον αναλύει, θα μπορούσε ακριβέστερα να χαρακτηρισθεί ως «κατάχρηση διαδικασίας», ο οποίος ως λόγος ακυρώσεως μιας πράξεως κοινοτικού οργάνου, αποτελεί ειδική κατηγορία του ευρύτερου λόγου «κατάχρηση εξουσίας» . Η κατάχρηση διαδικασίας σημαίνει ότι το αρμόδιο όργανο, καταστρατηγώντας τις σχετικές διατάξεις που προσδιόριζαν την ακολουθητέα διαδικασία για τη λήψη συγκεκριμένης αποφάσεως, ακολούθησε άλλη διαδικασία, που προβλέπεται για διαφορετικό σκοπό, και εξέδωσε την πράξη.
98. Νομίζω ότι εν προκειμένω δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συντρέχει περίπτωση κατάχρησης διαδικασίας ή εξουσίας ούτε ότι ο σκοπός του άρθρου 39 του κανονισμού 822/87, όπως τροποποιήθηκε, είναι να επιτρέψει στην Επιτροπή να ρυθμίσει κατά το δοκούν την υποχρεωτική απόσταξη και συνεπώς την κατανομή της υποχρεωτικής αποστάξεως μεταξύ των διαφόρων περιοχών της Κοινότητας μέσω της διαδικασίας της επιτροπής διαχειρίσεως των οίνων του άρθρου 83 του κανονισμού 822/87 και κατά παράβαση της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΚ (κατέστη, μετά από τροποποίηση, το άρθρο 37 ΕΚ). Η αποδοχή αυτής της απόψεως, την οποία υποστηρίζει ο Busolin και επαναλαμβάνει ο εθνικός δικαστής, θα παραγνώριζε τον σύμφωνο με τη Συνθήκη ΕΚ ρόλο της Επιτροπής κατά την εκτέλεση των πράξεων του Συμβουλίου. Ο εκτελεστικός δε αυτός ρόλος σημαίνει ότι η Επιτροπή πρέπει να κινείται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει κάθε φορά το Συμβούλιο, σεβόμενη πλήρως τις προϋποθέσεις που το Συμβούλιο θεσπίζει για την έκδοση πράξεων εκ μέρους της . Τούτο άλλωστε ανέλυσα σε προηγούμενα σημεία των προτάσεών μου, σχετικά με τα αυστηρά όρια δράσεως της Επιτροπής, που χαράζει το άρθρο 39 του κανονισμού 822/87 και μάλιστα η διάταξη της παραγράφου 11, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β_, σε συνδυασμό με το στοιχείο α_, γι' αυτό και παραπέμπω σε αυτά.
99. Επιπλέον, θα υπενθυμίσω ότι η διαδικασία ενώπιον της επιτροπής διαχειρίσεως του άρθρου 83 του κανονισμού 822/87 προβλέπεται τόσο για την εφαρμογή του άρθρου 39, παράγραφος 11, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β_, όσο και για τον καθορισμό του ενιαίου ποσοστού και των περιόδων αναφοράς (άρθρο 39, παράγραφος 9). Δηλαδή τόσο η τροποποίηση του σταθερού ποσοστού 85 %, που προβλέπεται στην παράγραφο 3 όσο και η προσαρμογή του ποσοστού αυτού για μια ορισμένη αμπελουργική περίοδο θεσπίζονται με την ίδια διαδικασία.
100. Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω θεωρώ ότι το Συμβούλιο δεν ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας ή διαδικασίας επειδή διατήρησε το ενιαίο ποσοστό 85 % και κατά την τροποποίηση του κανονισμού 822/87 με τον κανονισμό 1566/93 έχοντας προβλέψει συγχρόνως την εφαρμογή της παραγράφου 11, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β_, στην αμπελουργική περίοδο 1993/94 και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα είναι αβάσιμα.
VI ρόταση
101. Evόψει των ανωτέρω, προτείνω να δοθεί στα προδικαστικά ερωτήματα που έθεσε η Pretura Circondariale di Treviso Sezione distaccata di Oderzo η ακόλουθη απάντηση:
«Από την προηγηθείσα ανάλυση δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να θίξουν το κύρος:
του άρθρου 39, παράγραφοι 3, 4 και 11, του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87, του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς, όπως τροποποιήθηκε από τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 1972/87 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1987, και 1566/93 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993 και
του κανονισμού (EΚ) 343/94 της Επιτροπής, της 15ης Φεβρουαρίου 1994, για το άνοιγμα υποχρεωτικής αποστάξεως που προβλέπεται στο άρθρο 39 του κανονισμού (EΟΚ) 822/87 και για την παρέκκλιση ορισμένων σχετικών λεπτομερειών εφαρμογής για την περίοδο 1993/94.»
Full & Egal Universal Law Academy