Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Με την παρούσα προσφυγή, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί να αναγνωρισθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς τα άρθρα 5, 7 και 9 της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών , και προς το παράρτημα ΙΙ της οδηγίας αυτής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2. ρος στήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 5, 7 και 9 της οδηγίας περί πτηνών και του παραρτήματος ΙΙ αυτής, καθόσον η Ιταλική Δημοκρατία:
- θέσπισε ένα σύστημα που επιτρέπει τη σύλληψη πτηνών που ανήκουν στα είδη Passer italiae, Passer montanus και Sturnus vulgaris με σκοπό τη διάθεση ως κραχτών και την αιχμαλωσία των ειδών αυτών·
- καθόρισε ότι το σύστημα αυτό εφαρμόζεται ως γενική και μόνιμη παρέκκλιση, και
- παρέλειψε να μεταφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχεία α_ και β_, της εν λόγω οδηγίας.
Ι - Το νομικό πλαίσιο
A - Η οδηγία περί πτηνών
3. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας περί πτηνών, η οδηγία αυτή αποσκοπεί «στη διατήρηση όλων των ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών» . ρος τον σκοπό αυτόν, η οδηγία θεσπίζει ένα σύστημα προστασίας, διαχειρίσεως και ελέγχου των ειδών αυτών. Ρυθμίζει επίσης την εκμετάλλευσή τους.
4. Κατά το άρθρο 5, στοιχεία α_ και ε_, της οδηγίας περί πτηνών, απαγορεύεται γενικώς ο φόνος, η σύλληψη ή η αιχμαλωσία των προστατευομένων ειδών.
5. Ωστόσο κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας περί πτηνών, τα αναφερόμενα στο παράρτημα ΙΙ είδη μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο θηρευτικών πράξεων στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας. Συγκεκριμένα, τα είδη που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ, μέρος 1, είναι δυνατόν να θηρεύονται οπουδήποτε μέσα στην κοινοτική γεωγραφική ζώνη εφαρμογής της οδηγίας 79/409. Τα είδη που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ, μέρος 2, είναι δυνατόν να θηρεύονται μόνο στα κράτη μέλη που αναφέρονται στο εν λόγω παράρτημα.
6. Τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από το περιοριστικό αυτό σύστημα θήρας, καθώς και από τους άλλους περιορισμούς και απαγορεύσεις που προβλέπει ιδίως το άρθρο 5 της οδηγίας περί πτηνών αν δεν υπάρχει άλλη ικανοποιητική λύση και για τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, ήτοι:
α) για λόγους υγείας, δημόσιας ασφάλειας και αεροπορικής ασφάλειας, για να προληφθούν σοβαρές ζημιές στις καλλιέργειες, για την προστασία της χλωρίδας και της πανίδας·
β) για ερευνητικούς και διδακτικούς σκοπούς, για σκοπούς εμπλουτισμού πληθυσμών και επανεισαγωγής, καθώς και για εκτροφή σχετική με αυτές τις ενέργειες και
γ) για να επιτραπεί, με αυστηρά ελεγχόμενους όρους και κατά τρόπο επιλεκτικό, η σύλληψη, η αιχμαλωσία και η ορθολογική εκμετάλλευση ορισμένων πτηνών σε μικρές ποσότητες.
7. Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας περί πτηνών, «[ο]ι εξαιρέσεις πρέπει να μνημονεύουν:
- τα είδη που αποτελούν αντικείμενο εξαιρέσεων [...],
- τα επιτρεπόμενα μέσα, εγκαταστάσεις ή μεθόδους συλλήψεως ή θανατώσεως,
- τις συνθήκες κινδύνου και τις χρονικές και τοπικές περιστάσεις στις οποίες οι εξαιρέσεις μπορούν να εφαρμοσθούν,
- την αρχή η οποία είναι αρμόδια να δηλώσει ότι πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις και να αποφασίσει ποια μέσα, εγκαταστάσεις ή μέθοδοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν, σε ποια όρια και από ποια πρόσωπα,
- τους ελέγχους που θα πραγματοποιηθούν».
8. Το άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία εντός δύο ετών από την κοινοποίησή της».
B - Οι εθνικές διατάξεις
Ο ιταλικός νόμος 157/92, της 11ης Φεβρουαρίου 1992
9. Ο νόμος 157/92 αποτελεί την εθνική νομοθετική πράξη με την οποία η Ιταλική Δημοκρατία μετέφερε στην εσωτερική έννομη τάξη τις διατάξεις της οδηγίας περί πτηνών.
10. Το άρθρο 1, παράγραφος 3, του νόμου αυτού ορίζει ότι οι διεπόμενες από το γενικό καθεστώς περιφέρειες θεσπίζουν τις διατάξεις περί διαχειρίσεως και προστασίας όλων των ειδών της άγριας πανίδας, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, τις διεθνείς συμβάσεις και τις κοινοτικές οδηγίες». Το άρθρο αυτό διευκρινίζει ότι οι διεπόμενες από ειδικό καθεστώς περιφέρειες και οι αυτόνομες επαρχίες υπόκεινται στην υποχρέωση αυτή «εντός των ορίων των αποκλειστικών τους αρμοδιοτήτων, όπως αυτές ορίζονται από τα αντίστοιχα συνταγματικά τους κείμενα».
11. Το άρθρο 2, παράγραφος 3, του νόμου 157/92 προβλέπει ότι «ο έλεγχος του πληθυσμιακού επιπέδου των πτηνών στα αεροδρόμια ανατίθεται στο Υπουργείο Μεταφορών».
12. Το άρθρο 4, παράγραφος 4, του νόμου 157/92 ορίζει ότι «η σύλληψη πτηνών με σκοπό να διατεθούν ως κράχτες επιτρέπεται μόνο για τα πτηνά που ανήκουν στα εξής είδη: σταρήθρα, κεδρότσιχλα, κοκκινότσιχλα, κίχλη φιλόμελος, ψαρόνι, κότσυφας, σπουργίτης, δενδροσπουργίτης, καλημάνα και φάσσα. Τα ανήκοντα σε άλλα είδη συλληφθέντα πτηνά πρέπει να ελευθερώνονται πάραυτα, αφού τους τοποθετηθούν δακτυλίδια ποδιών».
13. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του νόμου 157/92 ορίζει ότι «οι περιφέρειες θεσπίζουν επίσης διατάξεις σχετικά με τη σύνθεση και τη διαχείριση του πληθυσμού των ζωντανών κραχτών συλλήψεως που ανήκουν στα είδη που απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 4, με τις οποίες επιτρέπεται σε κάθε κυνηγό που ασκεί θηρευτική δραστηριότητα, σύμφωνα με το άρθρο 12, πέμπτο εδάφιο, στοιχείο b), να κατέχει το πολύ δέκα πτηνά κάθε είδους μέχρι, κατ' ανώτατο όριο, σαράντα συνολικώς πτηνά. Όσον αφορά τους κυνηγούς οι οποίοι ασκούν τη θηρευτική δραστηριότητα στήνοντας προσωρινές ενέδρες με ζωντανούς κράχτες, ο ανωτέρω αριθμός δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δέκα συνολικώς πτηνά κατ' ανώτατο όριο».
14. Το άρθρο 18 του νόμου 157/92, όπως είχε αρχικώς, απαριθμεί διάφορα είδη - μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα αποτελούντα το αντικείμενο της διαφοράς πτηνά - των οποίων επιτρέπεται η θήρα στην Ιταλία.
15. Το άρθρο 19, παράγραφος 2, του νόμου 157/92 ορίζει ότι ο έλεγχος των ειδών της άγριας πανίδας, ακόμη και στις ζώνες στις οποίες δεν επιτρέπεται η θήρα, βαρύνει τις περιφέρειες, ώστε να πραγματοποιηθούν οι εξής στόχοι: βελτίωση της διαχειρίσεως του ζωολογικού πλούτου, προστασία του εδάφους, λόγοι υγιεινής, βιολογική επιλογή, προστασία της ιστορικής και καλλιτεχνικής κληρονομιάς, προστασία της κτηνοτροφικής, γεωργικής και δασικής παραγωγής και των ιχθυολογικών αποθεμάτων. Ο εν λόγω έλεγχος πρέπει να πραγματοποιείται επιλεκτικώς και, κατά γενικό κανόνα, με χρήση οικολογικών μεθόδων. Αν το Istituto Nazionale per la Fauna Selvatica διαπιστώσει την ανεπάρκεια των μεθόδων ελέγχου, οι περιφέρειες μπορούν να επιτρέψουν την εφαρμογή προγραμμάτων σφαγής των οικείων ειδών, αναθέτοντάς την στους θηροφύλακες ή, εν πάση περιπτώσει, στους δασοφύλακες, στους κοινοτικούς φύλακες, ή ακόμη και σε ιδιώτες κατόχους θηρευτικών αδειών.
Η εγκύκλιος 3/93 του Υπουργείου Γεωργίας, της 29ης Ιανουαρίου 1993
16. Η εγκύκλιος 3/93 θεσπίζει καθεστώς παρεκκλίσεων στις απαγορεύσεις που επιβάλλονται με την οδηγία περί πτηνών. Ορίζει ότι η σύλληψη πτηνών με σκοπό να διατεθούν ως κράχτες και η αιχμαλωσία τους, όπως προβλέπουν τα άρθρα 4, παράγραφος 4, και 5, παράγραφος 2, του νόμου 157/92, επιτρέπονται στο πλαίσιο των προβλεπομένων στο άρθρο 9 της οδηγίας περί πτηνών εξαιρέσεων.
Το διάταγμα του προέδρου του Υπουργικού Συμβουλίου της 21ης Μαρτίου 1997
17. Για τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας περί πτηνών, το διάταγμα της 21ης Μαρτίου 1997 τροποποίησε το άρθρο 18 του νόμου 157/92 εξαιρώντας τα είδη Passer italiae , Passer montanus , Passer domesticus, Colinus virgunianus, Sturnus vulgaris , Corvus frugilegus, Corvus monedula, Bonasia bonasia και Limosa limosa από τον κατάλογο των δυναμένων να θηρευθούν ειδών.
18. Με την από 13 Μα_ου 1997 εγκύκλιο του INFS , δόθηκαν ορισμένες διευκρινίσεις. Συγκεκριμένα, το έγγραφο αυτό αναφέρει ότι το διάταγμα της 21ης Μαρτίου 1997:
«[...] εξαίρεσε από τα είδη των οποίων επιτρέπεται η θήρα, μεταξύ άλλων, το ψαρόνι, (sturnus vulgaris), τον δενδροσπουργίτη (passer montanus), τον ιταλοσπουργίτη καθώς και τον σπιτοσπουργίτη (passer domesticus), είδη τα οποία εξακολουθούσαν παλαιότερα να συλλαμβάνονται για να αποτελέσουν ζωντανούς κράχτες χρησιμοποιούμενους στη θήρευση με ενέδρα.
Η προστασία που παρέχεται στα τέσσερα αυτά είδη δεν επιτρέπει τη χρήση τους ως κραχτών για τη θήρευση· επιβάλλεται επομένως να επέλθουν τροποποιήσεις στους ισχύοντες σχετικά με τη διαχείριση των εγκαταστάσεων συλλήψεως κανόνες.
Οι αρχές στις οποίες απευθύνεται η παρούσα εγκύκλιος πρέπει να λάβουν υπόψη τους, κατά την κατάρτιση των "περιφερειακών ή επαρχιακών ρυθμίσεων σχετικά με τη λειτουργία των εγκαταστάσεων συλλήψεως πτηνών που θα χρησιμοποιηθούν ως κράχτες" για το έτος 1997, ότι οφείλουν να προνοήσουν ώστε να επιφέρουν τις κατάλληλες τροποποιήσεις στα πρότυπα που παρέσχε το INFS. έραν της απαγορεύσεως συλλήψεως για το ψαρόνι, τον ιταλοσπουργίτη, τον δενδροσπουργίτη καθώς και τον σπιτοσπουργίτη, πρέπει επίσης να αποκλεισθεί η πιθανότητα χορηγήσεως αδείας συλλήψεων στις ζώνες αναπαύσεως (όπως, αντιθέτως, σημειώνεται στους "γενικούς κανόνες για την εκμετάλλευση και τη διαχείριση των εγκαταστάσεων θήρας πτηνών ως κραχτών" που αναφέρονται στην παράγραφο με τίτλο: τύποι εγκαταστάσεων και εξειδικεύσεως, σημείο 3).
Δεδομένου ότι οι τροποποιήσεις των προαναφερθέντων κανονισμών, όπως και ο τροποποιημένος κατάλογος των ειδών που επιτρέπεται να συλληφθούν, εμπίπτουν στην έννοια της απαιτούμενης κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, του νόμου 157/92 ικανότητας, πρέπει να κοινοποιηθούν, με τη φροντίδα των αρχών αυτών, σε εύλογο διάστημα στους υποψηφίους των επαρχιών που θα ανακοινώσουν στην INFS, εντός σύντομης προθεσμίας, τις αποδείξεις περί της ικανότητάς τους, όπως προβλέπονται για το τρέχον έτος.»
Το διάταγμα της 27ης Σεπτεμβρίου 1997
19. Το διάταγμα αυτό εκδόθηκε από τον πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, καθορίζει τους όρους εφαρμογής της παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, της οδηγίας περί πτηνών.
20. Το άρθρο 2 του εν λόγω διατάγματος ορίζει ότι «οι εριφέρειες, κατόπιν συμφωνίας με τους Υπουργούς εριβάλλοντος και Αγροτικής ολιτικής, θεσπίζουν τους κανόνες περί των εξαιρέσεων που προβλέπει το άρθρο 1 του παρόντος διατάγματος, κάνοντας μνεία:
- της δικαιολογήσεως της παρεκκλίσεως, αφού ληφθεί υπόψη το μέγεθος του πληθυσμού κάθε είδους και αφού επισημανθούν οι τεχνικές, στατιστικές και επιστημονικές εκτιμήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διοικητική εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ,
- των ειδών και των ποσοτήτων που αποτελούν το αντικείμενο της παρεκκλίσεως,
- της εξετάσεως των διαφόρων εναλλακτικών λύσεων που καθιστούν δυνατή την ικανοποίηση, αρμοδίως, των συμφερόντων που υποστηρίζει το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ,
[...]
- των επιτρεπομένων μέσων, εγκαταστάσεων και μεθόδων συλλήψεως ή [...] σφαγής,
- των περιόδων και των τόπων ασκήσεως της παρεκκλίσεως,
- του τελευταίου χρονικού ορίου εφαρμογής της παρεκκλίσεως,
- των όρων, των οργάνων εφαρμογής και του συστήματος επαληθεύσεως των πραγματοποιηθέντων ελέγχων [...]» .
21. Το άρθρο 3 του διατάγματος της 27ης Σεπτεμβρίου 1997 ορίζει ότι:
«Η ρύθμιση των όρων εφαρμογής των παρεκκλίσεων που αναφέρονται στα προηγούμενα άρθρα εφαρμόζεται επίσης όσον αφορά τη σύλληψη πτηνών με σκοπό να διατεθούν ως κράχτες, που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 4, του νόμου 157, της 11ης Φεβρουαρίου 1992.»
22. Το άρθρο 4 του διατάγματος της 27ης Σεπτεμβρίου 1997 ορίζει ότι το INFS είναι η αρμόδια κατά την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας περί πτηνών αρχή, η οποία είναι εξουσιοδοτημένη να δηλώνει ότι συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις.
23. Όσον αφορά τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχεία α_ και β_, της εν λόγω οδηγίας, το προοίμιο του διατάγματος της 27ης Σεπτεμβρίου 1997 ορίζει ότι διέπονται από τα άρθρα 2, τρίτο εδάφιο, και 19 του νόμου 157/92.
24. Κατόπιν προσφυγών που άσκησαν ορισμένες περιφέρειες, το Corte costituzionale ακύρωσε το διάταγμα της 27ης Σεπτεμβρίου 1997, με την απόφαση 169, της 14ης Μα_ου 1999.
ΙΙ - Το διαδικαστικό πλαίσιο
A - Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
25. Κατόπιν εξετάσεως της ιταλικής ρυθμίσεως, η Επιτροπή θεώρησε ότι ο νόμος 157/92 επέτρεπε τη θήρα, τη σύλληψη προς τον σκοπό διαθέσεως των πτηνών ως κραχτών και την αιχμαλωσία ειδών πτηνών τα οποία, δυνάμει της οδηγίας περί πτηνών, θα έπρεπε να προστατεύονται και ότι η ιταλική ρύθμιση - συγκεκριμένα η εγκύκλιος 3/93 - δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις σχετικά με το σύστημα εξαιρέσεων στις απαγορεύσεις της θήρας, της αιχμαλωσίας και της συλλήψεως, που προβλέπει η εν λόγω οδηγία.
26. Στις 30 Νοεμβρίου 1993 η Επιτροπή απέστειλε, σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης EK (νυν άρθρο 226 EK), στην Ιταλική Κυβέρνηση έγγραφο οχλήσεως, εκθέτοντας τις αιτιάσεις της και καλώντας την να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός δύο μηνών.
27. Στις 21 Μαρτίου 1997, οι ιταλικές αρχές απέστειλαν στην Επιτροπή το αντίγραφο του από 4 Μαρτίου 1997 εγγράφου του Υπουργείου Γεωργικών όρων, όρων Διατροφής και Δασικών όρων με το οποίο ανακοίνωσαν την επικείμενη θέσπιση ρυθμιστικών διατάξεων προκειμένου να επιτευχθεί η συμμόρφωση προς τις επιβαλλόμενες από την οδηγία περί πτηνών υποχρεώσεις. Στις 29 Μα_ου 1997, η Ιταλική Κυβέρνηση κοινοποίησε το κείμενο του διατάγματος της 21ης Μαρτίου 1997 το οποίο τροποποιεί το άρθρο 18 του νόμου 157/92 εξαιρώντας εννέα είδη πτηνών από τον κατάλογο των ειδών που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο θήρας στην Ιταλία.
28. Στις 7 Αυγούστου 1997, η Επιτροπή, θεωρώντας ως ανεπαρκή τα μέτρα που έλαβαν οι ιταλικές αρχές, απηύθυνε στην Ιταλική Κυβέρνηση αιτιολογημένη γνώμη, κάνοντας μνεία των λόγων για τους οποίους επέμενε στις αιτιάσεις της όσον αφορά τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που προβλέπει η οδηγία περί πτηνών στα άρθρα 4 και 5 του νόμου 157/92. Εξάλλου, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι ούτε και το ισχύον στην Ιταλία καθεστώς εφαρμογής των εξαιρέσεων επί των απαγορεύσεων που θέτει η οδηγία περί πτηνών ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου. Κατά συνέπεια, κάλεσε την Ιταλική Δημοκρατία να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την εν λόγω γνώμη εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.
29. Απαντώντας στην αιτιολογημένη γνώμη, η Ιταλική Κυβέρνηση, με έγγραφα της 1ης Οκτωβρίου, της 5ης και της 17ης Νοεμβρίου 1997, διαβίβασε στην Επιτροπή το κείμενο του διατάγματος της 27ης Σεπτεμβρίου 1997 όπως δημοσιεύθηκε στη Gazzetta ufficiale della Repubblica italiana.
30. Εκτιμώντας ότι τα μέτρα που εκδόθηκαν ανταποκρίνονταν μόνον εν μέρει στις υποχρεώσεις που προβλέπει η οδηγία περί πτηνών, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ιταλική Κυβέρνηση, στις 18 Ιουνίου 1998, συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη. Κάλεσε εξάλλου την Ιταλική Δημοκρατία να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να ολοκληρώσει τη μεταφορά της οδηγίας αυτής στο εθνικό δίκαιο εντός διμήνου.
31. Ενόψει της σιωπής της Ιταλικής Κυβερνήσεως, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
B - Τα αιτήματα των διαδίκων
32. Η προσφυγή της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30 Απριλίου 1999.
33. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
«να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο
- θεσπίζοντας κοινοτικό καθεστώς το οποίο επιτρέπει τη σύλληψη και την αιχμαλωσία τριών ειδών (passer italiae, passer montanus και sturnus vulgaris), κατά παράβαση των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 5 και 7, και του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας "περί πτηνών", και ορίζοντας ότι το καθεστώς αυτό εφαρμόζεται ως γενική και μόνιμη παρέκκλιση, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 9 της ίδιας οδηγίας, δημιουργώντας δε επιπλέον ανεπίτρεπτη κατάσταση νομικής αβεβαιότητας· και
- θεσπίζοντας νομοθετικό καθεστώς για τις προϋποθέσεις και τις λεπτομέρειες εφαρμογής της παρεκκλίσεως από τις απαγορεύσεις της οδηγίας "περί πτηνών" μη απολύτως συμβιβαζόμενο προς τις επιταγές του άρθρου 9 της εν λόγω οδηγίας, ειδικότερα όσον αφορά τους λόγους παρεκκλίσεως της παραγράφου 1, στοιχεία α_ και β_, του άρθρου αυτού.
Να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.»
34. Η Ιταλική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο:
«- να κηρύξει απαράδεκτη τη δεύτερη αιτίαση που διατυπώνεται στο δικόγραφο της προσφυγής·
- να απορρίψει την προσφυγή κατά τα λοιπά·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.»
ΙΙΙ - Ισχυρισμοί της Επιτροπής και εκτίμηση
35. Η Επιτροπή διατυπώνει δύο αιτιάσεις κατά της Ιταλικής Κυβερνήσεως. ρώτον, της προσάπτει ότι παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 5, 7 και 9 καθώς και τις διατάξεις του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας περί πτηνών. Δεύτερον, υποστηρίζει ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν μετέφερε πλήρως στο εθνικό δίκαιο τις διατάξεις του άρθρου 9 της οδηγίας περί πτηνών.
A - Η πρώτη αιτίαση
36. Η αιτίαση αυτή χωρίζεται σε δύο σκέλη. Κατά το πρώτο σκέλος της πρώτης αιτιάσεως, η Επιτροπή εκτιμά ότι η Ιταλική Κυβέρνηση, επιτρέποντας τη σύλληψη και την αιχμαλωσία τριών προστατευομένων ειδών προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως κράχτες, παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 της οδηγίας περί πτηνών. Εξάλλου, κατά το δεύτερο σκέλος της αιτιάσεως αυτής, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η Ιταλική Κυβέρνηση εισήγαγε καθεστώς παρεκκλίσεως από τις απαγορεύσεις της θήρας που επιβάλλει η οδηγία περί πτηνών, το οποίο αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 9 της εν λόγω οδηγίας.
Το πρώτο σκέλος της πρώτης αιτιάσεως
α) Οι παρατηρήσεις των διαδίκων
37. Κατά την Επιτροπή, τα άρθρα 5 και 7 της οδηγίας περί πτηνών απαγορεύουν σαφώς τη θήρα, τη σύλληψη και την αιχμαλωσία εκπροσώπων των ειδών που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ της εν λόγω οδηγίας. Τα τρία είδη, Passer italiae, Passer montanus και Sturnus vulgaris, δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ ως είδη των οποίων επιτρέπεται η θήρα, η σύλληψη και η αιχμαλωσία στην Ιταλία.
38. Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι, από τα άρθρα 4, παράγραφος 4, και 5, παράγραφος 2, του νόμου 157/92 προκύπτει επίσης σαφώς ότι τα είδη αυτά μπορούν να συλληφθούν με σκοπό να διατεθούν ως κράχτες. Ομοίως, από τις ίδιες εθνικές διατάξεις προκύπτει ότι επιτρέπεται η αιχμαλωσία των τριών αυτών προστατευομένων ειδών.
39. Το ασυμβίβαστο των διατάξεων της ιταλικής νομοθεσίας με τα άρθρα 5 και 7 της οδηγίας περί πτηνών είναι, επομένως, προφανές.
40. Η Ιταλική Κυβέρνηση δέχεται ότι η οδηγία περί πτηνών απαγορεύει τη θήρα, τη σύλληψη με σκοπό τη διάθεση και την αιχμαλωσία των τριών αυτών επιδίκων ειδών στην Ιταλία. Ωστόσο, ισχυρίζεται κατ' ουσίαν ότι η ιταλική νομοθεσία πληροί τις απαιτήσεις της οδηγίας περί πτηνών.
41. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, το διάταγμα της 21ης Μαρτίου 1997, διά της απαγορεύσεως της θήρας των ειδών αυτών, απαγόρευσε επίσης σιωπηρώς τη σύλληψή τους με σκοπό να διατεθούν ως κράχτες. Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι υφίσταται στενός σύνδεσμος μεταξύ των διατάξεων των άρθρων 4, παράγραφος 4, και 18, παράγραφος 1, του νόμου 157/92, ο οποίος προσδιορίζει τον κατάλογο των ειδών που μπορούν να θηρευθούν, υπό την έννοια ότι η σύλληψη με σκοπό τη διάθεση των πτηνών ως κραχτών επιτρέπεται μόνο για τα είδη των οποίων επιτρέπεται η θήρα.
β) Εκτίμηση
42. Από τα άρθρα 5 και 7 της οδηγίας περί πτηνών προκύπτει ότι απαγορεύεται η θήρα, η σύλληψη και η αιχμαλωσία πτηνών που ανήκουν στα είδη που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας. Τα είδη Passer italiae, Passer montanus και Sturnus vulgaris δεν περιλαμβάνονται μεταξύ εκείνων των οποίων επιτρέπεται η θανάτωση, σύλληψη και αιχμαλωσία στην Ιταλία.
43. Από το άρθρο 4, παράγραφος 4, του νόμου 157/92 προκύπτει ότι επιτρέπεται στην Ιταλία η σύλληψη πτηνών που ανήκουν στα τρία αυτά είδη προκειμένου να διατεθούν ως κράχτες. Επίσης, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του νόμου 157/92 επιτρέπει στις περιφέρειες να ρυθμίζουν τους όρους αιχμαλωσίας των πτηνών που ανήκουν στα τρία αυτά είδη και προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως κράχτες.
44. Δεδομένου ότι τα επίδικα είδη δεν περιλαμβάνονται μεταξύ αυτών των οποίων επιτρέπεται η θήρα, η σύλληψη και η αιχμαλωσία, εφόσον - τουλάχιστον όσον αφορά την Ιταλία - ούτε στο μέρος 1 ούτε στο μέρος 2 του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας περί πτηνών περιλαμβάνονται, το κανονιστικό πλαίσιο των άρθρων 4, παράγραφος 4, και 5, παράγραφος 2, του νόμου 157/92 αντιβαίνει προς τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 5 και 7 της οδηγίας περί πτηνών και του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας αυτής.
45. Όσον αφορά τα επιχειρήματα με τα οποία η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλει ότι η απαγόρευση είναι σιωπηρή και πρέπει να συναχθεί από τη συνδυασμένη ανάγνωση του άρθρου 18 του νόμου 157/92, όπως τροποποιήθηκε από το διάταγμα της 21ης Μαρτίου 1997, και του άρθρου 4, παράγραφος 4, του εν λόγω νόμου, εκτιμώ ότι δεν είναι επαρκή από πλευράς των προϋποθέσεων της ακρίβειας και της σαφήνειας που απαιτεί το Δικαστήριο στο θέμα της μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων της οδηγίας περί πτηνών.
46. ράγματι, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο έχει κρίνει, σχετικά με την οδηγία περί πτηνών, ότι, «μολονότι η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των κοινοτικών κανόνων δεν απαιτεί κατ' ανάγκη τυπική και κατά γράμμα επανάληψη των διατάξεων της με ρητή και ειδική διάταξη και η μεταφορά αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί με ένα γενικό νομικό πλαίσιο, εφόσον αυτό εξασφαλίζει πράγματι την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας κατά τρόπο επαρκώς σαφή και ακριβή, ο βαθμός ακριβείας της μεταφοράς έχει ιδιαίτερη σημασία σε περίπτωση όπως η προκείμενη, όπου η διαχείριση της κοινής κληρονομιάς έχει ανατεθεί στα κράτη μέλη, όσον αφορά το έδαφος του καθενός απ' αυτά» .
47. Επομένως, από το γράμμα του άρθρου 18 του νόμου 157/92, όπως ισχύει τροποποιημένο, προκύπτει ότι, όσον αφορά τα επίμαχα είδη, έχει απαγορευθεί μόνον η δραστηριότητα της θήρας. Εξάλλου, ουδεμία γίνεται μνεία όσον αφορά τις δραστηριότητες της συλλήψεως με σκοπό να διατεθούν τα τρία εν λόγω προστατευόμενα είδη ως κράχτες ή όσον αφορά την αιχμαλωσία τους, ούτε ρητώς ούτε διά παραπομπής. Επίσης, το προαναφερθέν άρθρο 18 δεν ορίζει ότι η εν λόγω απαγόρευση αφορά επίσης τις δραστηριότητες που προβλέπονται στα άρθρα 4, παράγραφος 4, και 5, παράγραφος 2, του νόμου 157/92.
48. Βάσει των προεκτεθέντων, καταλήγω ότι τα άρθρα 4, παράγραφος 4, και 5, παράγραφος 2, του νόμου 157/92 δεν τηρούν τις επιταγές των άρθρων 5 και 7 της οδηγίας περί πτηνών λαμβανόμενες υπόψη σε συνδυασμό με το παράρτημα ΙΙ της οδηγίας αυτής.
Το δεύτερο σκέλος της πρώτης αιτιάσεως
α) Οι παρατηρήσεις των διαδίκων
49. Κατά την Επιτροπή, η ιταλική νομοθεσία και συγκεκριμένα το άρθρο 3 του διατάγματος της 27ης Σεπτεμβρίου 1997, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 4, του νόμου 157/92, καθιστά δυνατή τη γενική και διαρκή παράβαση των απαγορεύσεων που προβλέπει η οδηγία περί πτηνών, ιδίως στο άρθρο 5, στοιχείο α_, ενώ αυτή δεν επιτρέπεται από το καθεστώς παρεκκλίσεων από τις απαγορεύσεις θήρας που θέσπισε το άρθρο 9 της εν λόγω οδηγίας.
50. Η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί την ορθότητα της αναλύσεως αυτής. Κατά την άποψή της, η ιταλική νομοθεσία ρυθμίζει επακριβώς αυτή τη δραστηριότητα συλλήψεως και τη θέτει υπό τον άμεσο έλεγχο των αρχών και των δημοσίων οργανισμών.
51. Επομένως, ο κυνηγός που ενδιαφέρεται να χρησιμοποιήσει πτηνά ως κράχτες δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να τα συλλάβει μόνος του, αλλά οφείλει να τα προμηθευθεί από ειδικώς ιδρυθέντες οργανισμούς, στους οποίους και μόνον επιτρέπεται να τα συλλάβουν.
52. Ο έλεγχος της δραστηριότητας των οργανισμών αυτών έχει ανατεθεί στο INFS, το οποίο βεβαιώνει επίσης τη δραστηριότητα που ασκήθηκε και αποφασίζει για τη διάρκειά της. Το Ινστιτούτο αυτό, μετά την έκδοση του διατάγματος της 21ης Μαρτίου 1997, φρόντισε εγκαίρως, με την εγκύκλιο του INFS, να παράσχει στις ενδιαφερόμενες αρχές τις αναγκαίες οδηγίες προκειμένου να εξαιρεθούν από τη δραστηριότητα συλλήψεως με σκοπό τη χρήση ως κραχτών των ειδών Passer italiae, Passer montanus και Sturnus vulgaris που ήδη εξαιρούνται από τον κατάλογο των ειδών των οποίων επιτρέπεται η θήρα.
β) Εκτίμηση
53. Η ανάλυση της Επιτροπής με βρίσκει σύμφωνο. Κατά τη γνώμη μου, η ιταλική νομοθεσία δεν τηρεί τις απαιτήσεις της σαφήνειας και της ακρίβειας που επιβάλλει η νομολογία του Δικαστηρίου.
54. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «στον τομέα της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, τα κριτήρια βάσει των οποίων τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από τις απαγορεύσεις που θέτει η οδηγία πρέπει να επαναλαμβάνονται σε σαφείς εθνικές διατάξεις» .
55. Επίσης, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «εθνική ρύθμιση που επιτρέπει τη θήρα ορισμένων ειδών πτηνών που δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας, χωρίς εντούτοις να αναφέρει τα κριτήρια της παρεκκλίσεως και χωρίς να υποχρεώνει, κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, τις περιφέρειες να λαμβάνουν υπόψη τα εν λόγω κριτήρια και να τα εφαρμόζουν, δεν πληροί τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτώνται οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 9 της οδηγίας» .
56. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η ιταλική νομοθεσία δεν καθιερώνει την αρχή της απαγορεύσεως της συλλήψεως των τριών επιμάχων ειδών με σκοπό να διατεθούν ως κράχτες. Αντιθέτως, το άρθρο 4, παράγραφος 4, του νόμου 157/92 καθιερώνει την αρχή της εγκρίσεως της δραστηριότητας αυτής.
57. Το γράμμα του άρθρου 3 του διατάγματος της 27ης Σεπτεμβρίου 1997, όπως το διατύπωσε ο Ιταλός νομοθέτης, δεν κατέστησε σαφέστερη τη νομική κατάσταση που ίσχυε μέχρι τότε . Το άρθρο αυτό ορίζει, συγκεκριμένα, ότι οι λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, της οδηγίας περί πτηνών ισχύουν επίσης ως προς το άρθρο 4, παράγραφος 4, του νόμου 157/92.
58. Ωστόσο, όπως προανέφερα, το άρθρο 4, παράγραφος 4, του νόμου 157/92 δεν θεσπίζει παρέκκλιση σύμφωνη με το άρθρο 9 της οδηγίας περί πτηνών. Με άλλα λόγια, το άρθρο 4, παράγραφος 4, του νόμου 157/92 δεν προβλέπει ότι η σύλληψη των εν λόγω προστατευομένων ειδών πρέπει να θεωρηθεί ως παρέκκλιση που δικαιολογείται βάσει των διατάξεων του άρθρου 9 της οδηγίας περί πτηνών. Κατά συνέπεια, το άρθρο 3 του διατάγματος της 27ης Σεπτεμβρίου 1997 δεν μπορεί να καθορίσει εγκύρως τις λεπτομέρειες εφαρμογής μιας παρεκκλίσεως που δεν έχει ακόμη θεσπιστεί. Επομένως, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι το άρθρο 3 του διατάγματος της 27ης Σεπτεμβρίου 1997 δεν αντιστοιχεί προς τη διάταξη της οποίας τους όρους εφαρμογής αποσκοπεί να προσδιορίσει.
59. Αυτή η έλλειψη αντιστοιχίας έχει επίσης σημαντικές συνέπειες όσον αφορά την ασφάλεια δικαίου. ώς είναι, πράγματι, δυνατόν να ερμηνευθούν και να συμβιβασθούν μεταξύ τους οι διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 4, του νόμου 157/92 και το άρθρο 3 του διατάγματος της 27ης Σεπτεμβρίου 1997; ρέπει να θεωρηθεί ότι η σύλληψη των προστατευομένων ειδών με σκοπό να διατεθούν ως κράχτες αντιπροσωπεύει τον κανόνα του κοινού δικαίου, όπως φαίνεται ότι προκύπτει από το άρθρο 4, παράγραφος 4, του νόμου 157/92; Ή, αντιθέτως πρέπει να θεωρηθεί ότι το άρθρο 3 του διατάγματος της 27ης Σεπτεμβρίου 1997 συνιστά διάταξη η οποία διευκρινίζει το εφαρμοστέο μόνο στις αναγκαίες περιπτώσεις καθεστώς παρεκκλίσεως για να καταστήσει δυνατή, υπό προϋποθέσεις αυστηρώς ελεγχόμενες και επιλεκτικώς, τη σύλληψη, την αιχμαλωσία ή κάθε άλλη συνετή εκμετάλλευση ορισμένων πτηνών σε μικρές ποσότητες; Αν πρέπει να υπερισχύσει η δεύτερη ερμηνεία, όπως ισχυρίζεται η Ιταλική Κυβέρνηση, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το ιταλικό σύστημα δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 9 της οδηγίας, συγκεκριμένα όσον αφορά τον προσδιορισμό της αρμόδιας αρχής για τον καθορισμό των προϋποθέσεων εφαρμογής της παρεκκλίσεως και για τον έλεγχο αν τα μέσα, τα μέτρα και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται συμφωνούν προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και αν η εφαρμογή των μέσων αυτών δικαιολογείται ελλείψει άλλης ικανοποιητικής λύσεως. Συγκεκριμένα, η αρμόδια επί του θέματος αρχή στην Ιταλία είναι το INFS. Φαίνεται, όμως, ότι το Ινστιτούτο αυτό διαθέτει συμβουλευτική μόνον εξουσία .
60. Επιβάλλεται, επομένως, το συμπέρασμα ότι η ιταλική νομοθεσία, μη ρυθμίζοντας με ακρίβεια και, ιδίως, μη επαναλαμβάνοντας σε σαφώς καθορισμένες εθνικές διατάξεις τα κριτήρια βάσει των οποίων είναι δυνατή η παρέκκλιση από τις απαγορεύσεις που επιβάλλονται με την οδηγία όσον αφορά τη σύλληψη των προστατευομένων ειδών με σκοπό να διατεθούν ως κράχτες καθώς και των λεπτομερειών εφαρμογής της παρεκκλίσεως αυτής, δεν τηρεί τις διατάξεις του του άρθρου 9 της οδηγίας περί πτηνών.
61. Με βάση τα προεκτεθέντα, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει ότι τα άρθρα 4, παράγραφος 4, και 5, παράγραφος 2, του νόμου 157/92 δεν τηρούν τις επιταγές του άρθρου 9 της οδηγίας περί πτηνών.
B - Η δεύτερη αιτίαση
α) Οι παρατηρήσεις των διαδίκων
62. Η Επιτροπή προσάπτει κατ' ουσίαν στην Ιταλική Δημοκρατία ότι δεν μετέφερε πλήρως, σαφώς και απεριφράστως στην εσωτερική έννομη τάξη όλα τα ουσιώδη στοιχεία που αφορούν το άρθρο 9 της οδηγίας περί πτηνών, ήτοι, αφενός, τις περιπτώσεις στις οποίες είναι δυνατή η εφαρμογή των παρεκκλίσεων που απαριθμούνται ρητώς στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού και, αφετέρου, τους όρους και τις προϋποθέσεις εφαρμογής που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου.
63. Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, κατ' εφαρμογήν των αρχών που έχει θέσει παγίως η νομολογία του Δικαστηρίου, η δεύτερη αιτίαση πρέπει να κριθεί απαράδεκτη. ράγματι, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η αιτίαση αυτή δεν προβλήθηκε διά της πράξεως με την οποία κινήθηκε η διαδικασία, ήτοι διά του εγγράφου οχλήσεως της 30ής Νοεμβρίου 1993.
β) Εκτίμηση
Επί της ενστάσεως απαραδέκτου
64. Θεωρώ, όπως και η Επιτροπή, ότι η ένσταση απαραδέκτου που προβάλλει η Ιταλική Δημοκρατία είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.
65. ράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο σκοπός της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας έγκειται στο να παρασχεθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα, αφενός, να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο και, αφετέρου, να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή. Κατά πάγια επίσης νομολογία του Δικαστηρίου, σκοπός του εγγράφου οχλήσεως είναι να προσδιορίσει το αντικείμενο της διαφοράς και να παράσχει στο κράτος μέλος που καλείται να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του τα αναγκαία στοιχεία για την προετοιμασία της άμυνάς του .
66. Το έγγραφο οχλήσεως δεν μπορεί πάντως να υπόκειται στις ίδιες απαιτήσεις πληρότητας στις οποίες υπόκειται η αιτιολογημένη γνώμη. ράγματι, το έγγραφο αυτό μπορεί να συνίσταται σε μια πρώτη σύντομη και γενική περίληψη των αιτιάσεων, ενώ η μετέπειτα αιτιολογημένη γνώμη πρέπει να διευκρινίζει τις αιτιάσεις αυτές, με πλήρη και λεπτομερή έκθεση των λόγων που ώθησαν την Επιτροπή να σχηματίσει την πεποίθηση ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος παρέβη υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο .
67. Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η αιτίαση που αντλείται από τη μη ορθή μεταφορά του άρθρου 9 της οδηγίας περί πτηνών στην εσωτερική έννομη τάξη, όπως διατυπώθηκε από την Επιτροπή στο δικόγραφο της προσφυγής της, δεν περιεχόταν μόνο στη συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη, αλλά είχε ήδη εκτεθεί συντόμως και γενικώς στο έγγραφο οχλήσεως της 30ής Νοεμβρίου 1993. Στο έγγραφο αυτό, η Επιτροπή αναφερόταν ρητώς σε ορισμένες από τις προϋποθέσεις στις οποίες υπέκειτο η εφαρμογή των παρεκκλίσεων που προβλέπονται με το άρθρο 9 της οδηγίας περί πτηνών προκειμένου να προκαλέσει τις παρατηρήσεις των ιταλικών αρχών όσον αφορά ιδίως τη γενική ανεπάρκεια των νομοθετικών της ρυθμίσεων επί του θέματος.
Η τέταρτη και η πέμπτη παράγραφος του εγγράφου αυτού έχουν ως εξής:
«Επ' αυτού, επιβάλλεται να προστεθεί ότι το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας περί πτηνών του Συμβουλίου ορίζει ότι, για τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9, παράγραφος 1, μια διοικητική αρχή εξουσιοδοτείται να δηλώνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου αυτής και να αποφασίζει σε ποια περιοχή και για ποια πτηνά μπορεί να επιτραπεί κατ' εξαίρεση η θήρα.
Οι αρμόδιες κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2, της προαναφερθείσας οδηγίας αρχές οφείλουν εξάλλου να εξετάσουν εάν υφίσταται άλλη ικανοποιητική λύση η οποία να καθιστά δυνατή την επίλυση του συγκεκριμένου προβλήματος χωρίς να καταστεί αναγκαίο να επιτραπεί παρέκκλιση.»
68. H αρχή αυτού του χωρίου («επ' αυτού, επιβάλλεται να προστεθεί») δείχνει, κατά τη γνώμη μου, ότι η Επιτροπή είχε την πρόθεση να διατυπώσει διαφορετική αιτίαση από εκείνη την οποία εξέθεσε προηγουμένως στο ίδιο έγγραφο. Επίσης, από τη διατύπωση του προεκτεθέντος χωρίου προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή είχε την πρόθεση να αναφερθεί σε ένα πρόβλημα γενικότερο από τη δυνατότητα θήρας και συλλήψεως ορισμένων ειδών κατά παράβαση των διατάξεων της οδηγίας, ήτοι το γενικότερο ζήτημα των λεπτομερειών εφαρμογής των εξαιρέσεων που προβλέπει το άρθρο 9 καθώς και του ελέγχου που αποσκοπεί στη διαπίστωση του αν υφίστανται άλλες λύσεις πέραν της παρεκκλίσεως.
69. Η έννοια και το περιεχόμενο των αιτιάσεων που διατύπωσε η Επιτροπή δεν εμφανίζουν αμφισημία. Οι αιτιάσεις, όπως διατυπώθηκαν τόσο στο έγγραφο οχλήσεως όσο και στην αιτιολογημένη γνώμη και στο δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής, κατέστησαν εξάλλου δυνατό στις ιταλικές αρχές να προβάλουν πλήρως τις παρατηρήσεις τους επ' αυτών.
70. Έτσι, με έγγραφο της 21ης Μαρτίου 1997, σε απάντηση του εγγράφου οχλήσεως, οι ιταλικές αρχές, αφενός, κοινοποίησαν το τελικό κείμενο ενός κανονιστικού μέτρου για την επίλυση του συγκεκριμένου ζητήματος της δυνατότητας θήρας των προστατευομένων ειδών και, αφετέρου, ανακοίνωσαν την επικείμενη έκδοση μιας γενικής νομοθετικής πράξεως για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 9 της οδηγίας περί πτηνών. Οι αρχές αυτές αναγνώρισαν περαιτέρω ότι το ζήτημα της μεταφοράς του άρθρου 9 στο εσωτερικό δίκαιο συνιστούσε αιτίαση η οποία είχε διατυπωθεί από παλαιά σημειώνοντας, στην τρίτη παράγραφο του εγγράφου αυτού, ότι «η εν λόγω πράξη προσανατολισμού τερματίζει την από παλαιά διατυπωμένη εναντίον μας αιτίαση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί μη ορθής μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 9 της οδηγίας 79/409 επί των εξαιρέσεων». Τέλος, στο έγγραφο απαντήσεως στην αιτιολογημένη γνώμη της 7ης Αυγούστου 1997, η Ιταλική Κυβέρνηση παρουσίασε την έκδοση του διατάγματος της 27ης Σεπτεμβρίου 1997 ως μέτρο που αποσκοπούσε στην προσαρμογή της εθνικής έννομης τάξης προκειμένου να ληφθεί υπόψη η αιτίαση ως προς το γενικό ζήτημα της ανεπαρκούς μεταφοράς του άρθρου 9 της οδηγίας περί πτηνών στην εσωτερική έννομη τάξη.
71. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Επιτροπή έδωσε στην Ιταλική Δημοκρατία τη δυνατότητα να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα άρθρα 5, 7, και 9 καθώς και από το παράρτημα ΙΙ της οδηγίας περί πτηνών και να προβάλει λυσιτελώς τις παρατηρήσεις της επί των αιτιάσεων αυτών κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής φάσεως. Επομένως, η ένσταση απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί.
Επί της ουσίας
72. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «η δυνατότητα παρεκκλίσεως από το περιοριστικό της θήρας καθεστώς, καθώς και από τους άλλους περιορισμούς και απαγορεύσεις των άρθρων 5, 6 και 8 της οδηγίας, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 9 της οδηγίας αυτής [...] εξαρτάται από τρεις προϋποθέσεις. ρώτον, το κράτος μέλος πρέπει να περιορίζει την παρέκκλιση στην περίπτωση όπου δεν υπάρχει άλλη ικανοποιητική λύση. Δεύτερον, η παρέκκλιση πρέπει να στηρίζεται τουλάχιστον σε έναν από τους λόγους που απαριθμούνται περιοριστικώς στα στοιχεία α_, β_ και γ_, της παραγράφου 1 του άρθρου 9. Τρίτον, η παρέκκλιση πρέπει να ικανοποιεί τα συγκεκριμένα τυπικά κριτήρια που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου και τα οποία έχουν ως στόχο να περιορίσουν τις παρεκκλίσεις στο απολύτως αναγκαίο μέτρο και να καταστήσουν δυνατή την εκ μέρους της Επιτροπής επιτήρηση. Το εν λόγω άρθρο, επιτρέποντας ευρεία παρέκκλιση από το γενικό καθεστώς προστασίας, αφορά επομένως μόνον τη συγκεκριμένη εφαρμογή σε καθορισμένες περιπτώσεις για να αντιμετωπιστούν συγκεκριμένες ανάγκες και ειδικές καταστάσεις» .
73. To Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι τα ουσιώδη στοιχεία του άρθρου 9 της οδηγίας περί πτηνών πρέπει να μεταφέρονται στο εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο σαφή, πλήρη και μη διφορούμενο . Στα ουσιώδη στοιχεία περιλαμβάνονται η εξέταση του αν υφίσταται ικανοποιητική εναλλακτική λύση στη σκοπούμενη παρέκκλιση και η τήρηση των διατάξεων του άρθρου 9, παράγραφος 2, της οδηγίας περί πτηνών.
74. Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι τα ουσιώδη στοιχεία του άρθρου 9 της οδηγίας περί πτηνών δεν μεταφέρθηκαν από τον Ιταλό νομοθέτη στην εσωτερική έννομη τάξη όσον αφορά τις παρεκκλίσεις που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχεία α_ και β_.
75. Το διάταγμα της 27 Σεπτεμβρίου 1997 ορίζει ρητώς ότι το τεθέν σε εφαρμογή σύστημα παρεκκλίσεων αφορά μόνο την περίπτωση που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ_.
76. Κατά το προοίμιο του εν λόγω διατάγματος, οι παρεκκλίσεις που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχεία α_ και β_, της οδηγίας περί πτηνών διέπονται από το άρθρο 2, παράγραφος 3, και το άρθρο 19 του νόμου 157/92.
77. Δεν αμφισβητείται ότι οι εθνικές αυτές διατάξεις δεν προσδιορίζουν ούτε τους όρους ούτε τον τρόπο εφαρμογής των παρεκκλίσεων που προβλέπει με το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας περί πτηνών.
78. Επίσης, οι εθνικές αυτές διατάξεις δεν ορίζουν ότι η εφαρμογή των παρεκκλίσεων αυτών υπόκειται στον έλεγχο της ελλείψεως άλλων ικανοποιητικών λύσεων.
79. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η ιταλική νομοθεσία δεν μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο τα ουσιώδη στοιχεία του άρθρου 9 της οδηγίας περί πτηνών.
80. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να αναγνωρίσει ότι η ιταλική νομοθεσία παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 9 της οδηγίας περί πτηνών.
ρόταση
81. ροτείνω επομένως στο Δικαστήριο:
1) να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία:
- θεσπίζοντας ένα κανονιστικό σύστημα το οποίο επιτρέπει τη σύλληψη και την αιχμαλωσία τριών ειδών (Passer italiae, Passer montanus και Sturnus vulgaris), κατά παράβαση των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 5 και 7 και του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, και προβλέποντας ότι το σύστημα αυτό εφαρμόζεται ως γενική και μόνιμη παρέκκλιση, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 9 της οδηγίας αυτής, και
- θεσπίζοντας ένα κανονιστικό σύστημα για τις προϋποθέσεις και τις λεπτομέρειες εφαρμογής της παρεκκλίσεως από τις απαγορεύσεις που επιβάλλονται με την εν λόγω οδηγία το οποίο δεν συμφωνεί πλήρως με τις απαιτήσεις του άρθρου 9 της οδηγίας, ιδίως όσον αφορά τους λόγους παρεκκλίσεως της παραγράφου 1, στοιχεία α_ και β_, του εν λόγω άρθρου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την προαναφερθείσα οδηγία·
2) να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy