Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Με την παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το Bundesgerichtshof (Γερμανία) ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει την έννοια του «πρακτικώς αδυνάτου» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα , όπως τροποποιήθηκε στη συνέχεια (στο εξής: οδηγία).
Ι - Το νομικό πλαίσιο
2. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, εισαγωγική περίοδος, και παράγραφος 1, στοιχείο δ_, της οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 88/667/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988 , προβλέπει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε τα καλλυντικά προϊόντα να είναι δυνατόν να διατεθούν στην αγορά μόνον αν το δοχείο και η συσκευασία τους φέρουν, με ανεξίτηλους, ευανάγνωστους και ευδιάκριτους χαρακτήρες τις ακόλουθες ενδείξεις:
[...]
δ) τις ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση, και ιδίως εκείνες που σημειώνονται στη στήλη "Όροι χρησιμοποίησης και προειδοποίησης που πρέπει να περιέχονται υποχρεωτικά στην ετικέτα" των παραρτημάτων ΙΙΙ, IV, VI και VIII, οι οποίες πρέπει να αναγράφονται στον περιέκτη και τη συσκευασία. Επίσης, τις ενδεχόμενες ενδείξεις σχετικά με τις ιδιαίτερες προφυλάξεις που πρέπει να τηρούνται για τα καλλυντικά προϊόντα επαγγελματικής χρήσης, ιδίως εκείνα που προορίζονται για τους κομμωτές. Όπου αυτό είναι πρακτικά αδύνατο, οι ενδείξεις αυτές αναγράφονται σε επισυναπτόμενο σημείωμα, ενώ μια συντετμημένη ένδειξη στον περιέκτη και στη συσκευασία παραπέμπει τον καταναλωτή στις εν λόγω ενδείξεις.»
3. Κατόπιν της εκδόσεως της οδηγίας 93/35/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993 , η τελευταία περίοδος του στοιχείου δ_ αντικαταστάθηκε με το ακόλουθο κείμενο:
«Σε περίπτωση που αυτό είναι πρακτικά αδύνατο, εσώκλειστο σημείωμα, ετικέτα, ταινία ή κάρτα [] πρέπει να περιλαμβάνει αυτές τις ενδείξεις στις οποίες παραπέμπεται ο καταναλωτής είτε με συντετμημένη ένδειξη είτε με το σύμβολο που περιέχεται στο παράρτημα VIII [], που πρέπει να εμφαίνεται στον περιέκτη και τη συσκευασία.»
ΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά και τα προδικαστικά ερωτήματα
4. Μεταξύ των προϊόντων για την περιποίηση των μαλλιών, που παρασκευάζει και πωλεί η επιχείρηση Hans Schwarzkopf GmbH & Co. KG (στο εξής: Schwarzkopf), η σειρά των βαφών μαλλιών «Igora Royal» πωλείται αποκλειστικώς στους κομμωτές και στους λοιπούς επαγγελματίες χρήστες. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι ορισμένοι χρωματικοί τόνοι από τη σειρά αυτή περιέχουν χημικές ουσίες που προβλέπονται από την οδηγία, δηλαδή διαμινοτολουόλια και ρεζορκίνη.
5. Όσον αφορά τις ουσίες αυτές, το παράρτημα ΙΙΙ, πρώτο μέρος, της οδηγίας προβλέπει την υποχρεωτική αναγραφή επί της ετικέτας των ακολούθων προειδοποιητικών ενδείξεων:
- για τα διαμινοτολουόλια:
«Δύναται να προκαλέσει αλλεργική αντίδραση. Συνιστάται δοκιμή ευαισθητότητας. εριέχει διαμινοτολουόλια. Να μη χρησιμοποιείται για τη χρώση των βλεφαρίδων και φρυδιών»·
- για τη ρεζορκίνη:
«Δύναται να προκαλέσει αλλεργική αντίδραση. εριέχει ρεζορκίνη. Να εκπλύνονται καλώς τα μαλλιά μετά τη χρήση. Να μη χρησιμοποιείται για τη χρώση των βλεφαρίδων και φρυδιών. Να εκπλύνονται αμέσως οι οφθαλμοί εάν το προϊόν έλθει σε επαφή με αυτούς».
6. Ένα ουσιαστικά πανομοιότυπο κείμενο με τα δύο προπαρατεθέντα κείμενα προβλέπεται όσον αφορά άλλες χημικές ουσίες.
7. Εξάλλου, η οδηγία προβλέπει επίσης συντομότερες προειδοποιητικές ενδείξεις. ρόκειται, για παράδειγμα, για τα ακόλουθα κείμενα:
- «Να μη χρησιμοποιείται για την περιποίηση των βρεφών»·
- «Να αποφεύγεται κάθε επαφή με τους οφθαλμούς»·
- «Να μη ψεκάζεται προς τους οφθαλμούς»·
- «Για τα παρασκευάσματα υπό μορφήν αεροζόλ: να μη ψεκάζονται προς την κατεύθυνση φλόγας ή ενός σώματος πυρακτωμένου»·
- «Να αποφεύγεται η επαφή με τα μάτια. Μπορεί να προκαλέσει τύφλωση. Μακριά από παιδιά».
8. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, αντί να αναγράφει ολόκληρο το κείμενο των προβλεπομένων προειδοποιητικών ενδείξεων επί της συσκευασίας (χάρτινου κουτιού) και επί του δοχείου (σωληναρίου) που περιέχει τα προϊόντα αυτής της σειράς, η Schwarzkopf αναγράφει εκεί την ένδειξη: «Μόνο για επαγγελματική χρήση. ροσοχή: προσέξτε τις οδηγίες χρήσεως και τις προειδοποιητικές ενδείξεις» σε οκτώ επίσημες γλώσσες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στην αραβική γλώσσα, και συνοδεύει τα εν λόγω προϊόντα με ένα σημείωμα όπου αναγράφονται όλες οι προειδοποιητικές ενδείξεις. Η συσκευασία φέρει, επιπλέον, το προβλεπόμενο από το παράρτημα 8 του γερμανικού διατάγματος σύμβολο σχετικά με τα καλλυντικά προϊόντα, το οποίο είναι ταυτόσημο με εκείνο που προβλέπει το παράρτημα VIII της οδηγίας. ρόκειται για την απεικόνιση ενός ανοικτού βιβλίου και ενός χεριού του οποίου το δάχτυλο δείχνει προς την κατεύθυνση του βιβλίου αυτού.
9. Η Zentrale zur Bekämpfung unlauteren Wettbewerbs eV (στο εξής: ZBUW) (κατά λέξη: Κεντρική υπηρεσία για την καταπολέμηση του αθέμιτου ανταγωνισμού) θεωρεί ότι η διαδικασία αυτή συνιστά παράβαση του γερμανικού διατάγματος σχετικά με τα καλλυντικά προϊόντα και συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού. Χρησιμοποίησε τη δικαστική οδό για να παύσει η εμπορία των εν λόγω προϊόντων ενόσω δεν αναγράφονται οι πλήρεις προειδοποιητικές ενδείξεις επί της συσκευασίας και του περιέκτη, πράγμα το οποίο, κατά τη γνώμη του, θα ήταν εφικτό αν η Schwarzkopf περιοριζόταν στη χρησιμοποίηση της επίσημης γλώσσας του κράτους διανομής.
10. Μετά την καταδικαστική απόφαση στην κατ' έφεση δίκη , η Schwarzkopf άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesgerichtshof, το οποίο εξέδωσε την ακόλουθη διάταξη:
«[...] Υποβάλλεται στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των κατωτέρω ερωτημάτων, σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, δεύτερη περίοδος [], της οδηγίας του Συμβουλίου 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/004, σ. 145), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία του Συμβουλίου 88/667/ΕΟΚ, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, που τροποποιεί για τέταρτη φορά την οδηγία 76/768/ΕΟΚ) (ΕΕ L 382, της 31ης Δεκεμβρίου 1988, σ. 46), σε συνδυασμό με τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΚ:
Έχει την έννοια ο όρος "πρακτικώς αδύνατο"), που περιλαμβάνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, τρίτο εδάφιο [], της αναφερθείσας οδηγίας, ότι καλύπτει επίσης την αναγραφή των προβλεπομένων ενδείξεων προειδοποιήσεως σε περισσότερες γλώσσες, την οποία η παρασκευάζουσα ή η πωλούσα καλλυντικά προϊόντα εταιρία - για οικονομικούς λόγους και για να διευκολύνεται η εντός της Κοινότητας κυκλοφορία των προϊόντων - θεωρεί σκόπιμη, αν με τον τρόπο αυτό η πλήρης ένδειξη προειδοποιήσεως μπορεί να αναγραφεί ευανάγνωστα μόνο στο επισυναπτόμενο σημείωμα, στη δε συσκευασία και τον περιέκτη μπορεί να αναγραφεί μόνο μία συντετμημένη ένδειξη λόγω ελλείψεως χώρου; Συγκεκριμένα: Επιτρέπεται σε μια επιχείρηση να μη αναγράφει την πλήρη ένδειξη προειδοποιήσεως επί της συσκευασίας και του περιέκτη, εκεί δε να αναγράφεται μόνο μια συντετμημένη ένδειξη, αν η επιχείρηση το θεωρεί σκόπιμο για τους αναφερθέντες λόγους να διαθέτει στην αγορά τα προϊόντα της με ενιαία παρουσίαση σε εννέα γλώσσες διαφορετικών αγοραστριών χωρών (μεταξύ των οποίων οκτώ κράτη μέλη της ΕΕ);»
ΙΙΙ - ροκαταρκτικές παρατηρήσεις
11. Στην υπόθεση αυτή απαιτείται να γίνουν δύο προκαταρκτικές παρατηρήσεις.
12. Η πρώτη αφορά το περιεχόμενο της διατάξεως περί παραπομπής. Σύμφωνα με το διατακτικό αυτής, το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, της οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 88/667.
13. Αντίθετα προς το γράμμα του διατακτικού της διατάξεώς του, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί, εντούτοις, στο σημείο ΙΙΙ, 1, δεύτερο εδάφιο, του σκεπτικού, ότι:
«Η διαφορά μεταξύ των διαδίκων έγκειται στο κατά πόσον η εναγομένη μπορεί να επικαλεστεί επιτυχώς την εξαίρεση του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του διατάγματος σχετικά με τα καλλυντικά προϊόντα. Εν προκειμένω, πρέπει να εφαρμοστούν οι διατάξεις όπως ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 1997· οι διατάξεις αυτές έχουν ως εξής [...]».
14. Όμως, το κείμενο του γερμανικού διατάγματος σχετικά με τα καλλυντικά προϊόντα που έχει εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 1997 είναι αυτό που απορρέει από τη μεταφορά της οδηγίας 93/35 στο εσωτερικό δίκαιο.
15. Επιπλέον, το Bundesgerichtshof αναφέρει, εκθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά, ότι οι συσκευασίες φέρουν το σύμβολο που αναγράφεται στο παράρτημα 8 του γερμανικού διατάγματος σχετικά με τα καλλυντικά προϊόντα . Όμως, το παράρτημα αυτό προστέθηκε στο διάταγμα σχετικά με τα καλλυντικά προϊόντα μόνο μετά τη μεταφορά της οδηγίας 93/35 στο εσωτερικό δίκαιο.
16. Αντιθέτως, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση διευκρινίστηκε ότι η διαφορά ήχθη ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων στις 9 Φεβρουαρίου 1995, δηλαδή μετά την έκδοση της οδηγίας 93/35, αλλά πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο και την πραγματική μεταφορά της στη γερμανική νομοθεσία.
17. άντως, λαμβάνοντας υπόψη τα χωρία της διατάξεως περί παραπομπής που μόλις ανέφερα καθώς και το γεγονός ότι, εν πάση περιπτώσει, η επίδικη έννοια (πρακτικώς αδύνατο) δεν άλλαξε από το ένα κείμενο στο άλλο της οδηγίας, θεωρώ ότι παραδεκτώς μπορεί να γίνει αναφορά στην οδηγία 93/35 στο μέτρο που αυτό μπορεί να είναι χρήσιμο για τη διαλεύκανση των τεκμαιρομένων προθέσεων του κοινοτικού νομοθέτη.
18. Η δεύτερη προκαταρκτική μου παρατήρηση αφορά το γεγονός ότι, κατά την Επιτροπή, η δυνατότητα εξαιρέσεως από τον κανόνα αφορά μόνο τις «ενδεχόμενες ενδείξεις σχετικά με τις ιδιαίτερες προφυλάξεις που πρέπει να τηρούνται για τα καλλυντικά προϊόντα επαγγελματικής χρήσης, ιδίως εκείνα που προορίζονται για τους κομμωτές».
19. Η ερμηνεία αυτή βασίζεται πιθανώς στο γεγονός ότι, στο γερμανικό κείμενο της οδηγίας που προηγήθηκε της οδηγίας 93/35, τα διάφορα μέρη του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, χωρίζονταν με άνω τελεία, οπότε μπορούσε να θεωρηθεί ότι το χωρίο σχετικά με το πρακτικώς αδύνατο αφορούσε μόνο το αμέσως προηγούμενο χωρίο, δηλαδή εκείνο σχετικά με τις ειδικές προφυλάξεις που πρέπει να τηρούνται από τους επαγγελματίες χρήστες. Αντιθέτως, στα άλλα γλωσσικά κείμενα, η φράση «Σε περίπτωση που αυτό είναι πρακτικώς αδύνατο» άρχιζε με κεφαλαίο και έπρεπε, επομένως, να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε όλο το κείμενο που προηγείται.
20. Με την οδηγία 93/35, αυτό το μέρος του στοιχείου δ_ τροποποιήθηκε, και στο γερμανικό κείμενο, σε αυτοτελή πρόταση. Επομένως, η ερμηνεία της Επιτροπής δεν ισχύει.
21. Εξάλλου, στα παραρτήματα της οδηγίας δεν βρήκα καμία αναφορά στις ιδιαίτερες προφυλάξεις που πρέπει να τηρούν οι κομμωτές ή οι άλλοι επαγγελματίες χρήστες.
22. Με άλλα λόγια, οι προειδοποιητικές ενδείξεις που αφορούν τα προϊόντα που περιέχουν διαμινοτολουόλια ή ρεζορκίνη, για τα οποία πρόκειται στην παρούσα υπόθεση, επιδιώκουν επομένως να προειδοποιήσουν τους κομμωτές όπως και τους μη επαγγελματίες που χρησιμοποιούν τέτοια προϊόντα. Εξάλλου, οι προθήκες των μεγάλων μαγαζιών προσφέρουν πολυάριθμες βαφές μαλλιών που προορίζονται για το κοινό, των οποίων το χαρτονένιο κουτί συσκευασίας περιλαμβάνει τις εν λόγω προειδοποιήσεις σε μία, δύο, τρεις ή τέσσερις γλώσσες.
IV - Τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου και οι παρατηρήσεις της Schwarzkopf
23. Αφού υπενθύμισε τους λόγους για τους οποίους το κατ' έφεσιν δικάσαν γερμανικό δικαστήριο δέχθηκε στενή ερμηνεία της εννοίας των «πρακτικών λόγων», που εγκρίθηκε από τη γερμανική βιβλιογραφία, το Bundesgerichtshof διερωτάται εντούτοις αν συντρέχει λόγος για το ίδιο να δεχθεί αυτή την ερμηνεία, δεδομένου ότι «καταλήγει σε γενική προτεραιότητα της προστασίας του καταναλωτή και ότι δεν αφήνει πλέον περιθώριο για την αναγνώριση πρακτικών λόγων στο πλαίσιο της εκτιμήσεως συγκεκριμένης περιπτώσεως». Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει συναφώς τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας ως επιβεβαιώνουσα την ερμηνεία δυνάμει της οποίας η κατάσταση, όπως εμφανίζεται στην επίδικη διαφορά, θα δικαιολογούσε το να μην αναγράφονται ολόκληρες οι προβλεπόμενες ενδείξεις επί της συσκευασίας και του περιέκτη. Σύμφωνα με την εν λόγω αιτιολογική σκέψη, η οδηγία έχει ως σκοπό να απαλάσσει τις επιχειρήσεις καλλυντικών προϊόντων από τα εμπόδια του ενδοκοινοτικού εμπορίου, τα οποία απορρέουν από τις μεταβλητές απαιτήσεις όσον αφορά τα συστατικά των προϊόντων εντός των κρατών μελών. Ομοίως, η ερμηνεία διατάξεων σχετικά με τις υποχρεωτικές ενδείξεις μπορεί να δημιουργήσει εμπόδιο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο και την εξαγωγή με προορισμό τρίτες χώρες εκτός της Κοινότητας, αν, δυνάμει της ερμηνείας αυτής, ολόκληρες οι προειδοποιητικές ενδείξεις πρέπει, κάθε φορά, να αναγράφονται στην επίσημη γλώσσα επί της συσκευασίας και του περιέκτη, και οι συντετμημένες ενδείξεις, όπως αυτές εμφανίζονται εν προκειμένω («Μόνο για επαγγελματική χρήση. ροσοχή: προσέξτε τις οδηγίες χρήσεως και τις ενδείξεις προειδοποιήσεως») σε περισσότερες γλώσσες, θεωρούνται ανεπαρκείς. Το επιχείρημα της ευκολότερης κυκλοφορίας στο εσωτερικό της Κοινότητας έχει επίσης κάποια βαρύτητα σε σχέση με τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ). Θα μπορούσε - και το αιτούν δικαστήριο τείνει προς την κατεύθυνση αυτή - να δικαιολογήσει την εικασία ότι οι συντετμημένες ενδείξεις πρέπει, υπό τις παρούσες περιστάσεις, να θεωρούνται επαρκείς, αφού μάλιστα ο καταναλωτής - καθώς καλείται προς τούτο - μπορεί να ανατρέξει σε συνημμένο σημείωμα, οι δε βαφές μαλλιών της εναγομένης, για τις οποίες πρόκειται στην παρούσα υπόθεση, προορίζονται, επί τέλους, μόνο για χρήση από επαγγελματίες (κομμωτές κ.λπ.), ακόμη και αν δεν μπορεί να αποκλειστεί το γεγονός ότι μπορούν να φθάσουν απευθείας στον τελικό καταναλωτή. Κατά το Bundesgerichtshof, η Schwarzkopf επισημαίνει, λυσιτελώς, ότι τόσον ο χρήστης όσο και ο τελικός καταναλωτής είναι συνηθισμένοι, λόγω της πείρας τους στον τομέα των φαρμάκων, να ανατρέχουν στο συνημμένο σημείωμα για τις λεπτομερέστες προειδοποιητικές ενδείξεις. Επομένως, κατά το αιτούν δικαστήριο, ο τρόπος με τον οποίο εμφανίζονται εν προκειμένω οι υποχρεωτικές ενδείξεις λαμβάνει επαρκώς υπόψη τις απαιτήσεις ως προς την προστασία της υγείας.
24. Η δε Schwarzkopf προσθέτει ότι η επίδικη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι η οικεία υποχρέωση δεν καθίσταται λιγότερο αυστηρή μόνο στις περιπτώσεις όπου είναι αντικειμενικά αδύνατο να αναγράφεται όλο το κείμενο των προβλεπομένων προειδοποιήσεων επί των περιεκτών και των συσκευασιών, αλλά σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχουν «πρακτικοί λόγοι».
25. Εν προκειμένω, οι εν λόγω πρακτικοί λόγοι συνίστανται στη μέριμνα δημιουργίας ενιαίας παρουσιάσεως της σειράς των προϊόντων με πανομοιότυπα εσώκλειστα σημειώματα που καθιστούν δυνατή τη διανομή τους σε ευρωπαϊκή κλίμακα καθώς και στα πλεονεκτήματα που μπορούν να αντληθούν εντεύθεν. Τα πλεονεκτήματα αυτά έχουν οικονομικό χαρακτήρα καθόσον καθιστούν δυνατή την πραγματοποίηση οικονομιών κατά τη διανομή, τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της επιχειρήσεως ή την προσαρμογή στην αυξανομένη διεθνοποίηση του εμπορίου, όμως συνίστανται επίσης στην αυξανομένη προστασία του καταναλωτή και του επαγγελματία χρήστη κατά ενδεχομένων κινδύνων για την υγεία. Εντούτοις, δεν είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί ο στόχος αυτός αναγράφοντας το πλήρες κείμενο των υποχρεωτικών προειδοποιήσεων σε εννέα γλώσσες επί των συσκευασιών και των περιεκτών γιατί θα χρειαζόταν μια παραπλανητική ως προς το περιεχόμενό της υπερμεγέθης συσκευασία.
26. Η Schwarzkopf θεωρεί ότι πρέπει να σταθμιστούν τα υφιστάμενα συμφέροντα και, στο πλαίσιο αυτό, να καθοριστεί αν ο σκοπός της προστασίας στον οποίον αποβλέπει η επίδικη κανονιστική ρύθμιση εξυπηρετείται καλύτερα με την αναγραφή συντετμημένων προειδοποιήσεων σε περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες που συνοδεύονται με πλήρη προειδοποίηση επί εσωκλείστου σημειώματος ή με την αναγραφή ολοκλήρου του κειμένου της προειδοποιήσεως επί της συσκευασίας και του δοχείου μόνο στη γλώσσα της χώρας πωλήσεων. Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα προϊόντα προορίζονται αποκλειστικά για επαγγελματίες χρήστες, επομένως για ειδικούς που είναι ενήμεροι.
V - Εκτίμηση
1. Τι πρέπει να νοείται με τις φράσες «δεν είναι δυνατόν για πρακτικούς λόγους» ή «πρακτικώς αδύνατο»;
27. ρέπει κατ' αρχάς να υπομνηστεί ότι οι έννοιες κοινοτικού δικαίου πρέπει να ερμηνεύονται από το Δικαστήριο για να εξασφαλίζεται η ενιαία εφαρμογή τους σε όλα τα κράτη μέλη.
28. Με την απόφασή του Stauder , το Δικαστήριο έκρινε, επ' ευκαιρία αποφάσεως απευθυνομένης προς όλα τα κράτη μέλη, ότι «η ανάγκη ομοιόμορφης εφαρμογής, συνεπώς δε και ομοιόμορφης ερμηνείας αποκλείει τη λήψη υπόψη του νομοθετικού αυτού κειμένου μεμονωμένα σε μια από τις γλωσσικές του αποδόσεις, αλλά απαιτεί να ερμηνεύεται σε σχέση τόσο με την πραγματική βούληση εκείνου που το εξέδωσε, όσο και με τον σκοπό που ο τελευταίος επιδίωκε, ακριβώς υπό το πρίσμα όλων των γλωσσικών αποδόσεων».
29. Εν προκειμένω, έχω τη γνώμη ότι δεν υφίσταται διαφορά μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ_.
30. Στο γερμανικό κείμενο γίνεται λόγος για «πρακτικούς λόγους» για τους οποίους η πλήρης αναγραφή της προειδοποιήσεως «δεν είναι δυνατή» («ist dies aus praktischen Gründen nicht möglich»). Το σουηδικό κείμενο μπορεί να μεταφρασθεί ομοίως με τη φράση «οσάκις αυτό δεν μπορεί να γίνει για πρακτικούς λόγους» («Om detta är ogörligt av praktiska skäl»).
31. Βεβαίως, στο αγγλικό κείμενο («where this is impossible for practical reasons») και στο δανικό , ισπανικό , φινλανδικό , ελληνικό και ολλανδικό κείμενο, η έκφραση «δεν είναι δυνατό» αντικαθίσται με την έκφραση «αδύνατον». Οι δύο αυτές εκφράσεις όμως, κατά τη γνώμη μου, είναι ισοδύναμες.
32. Το γαλλικό κείμενο, καθώς και το ιταλικό και το πορτογαλικό κείμενο χρησιμοποιούν την έκφραση «σε περίπτωση πρακτικής αδυναμίας». Εκ πρώτης όψεως, αυτό μπορεί να φανεί λίγο δυνατότερο, αλλά στην πραγματικότητα δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ του επιθέτου «αδύνατο» και του ουσιαστικού «αδυναμία».
33. Στην πραγματικότητα, οι διαφορές αφορούν μάλλον αυτό που πρέπει να νοείται ως «πρακτικό». ρόκειται, πράγματι, για το ερώτημα αν η υποχρέωση αναγραφής ολόκληρης της προειδοποιήσεως καθίσταται λιγότερο αυστηρή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία είναι «αντικειμενικά» αδύνατη η αναγραφή ολοκλήρου του κειμένου, ελλείψει επαρκούς χώρου, ή, όπως υποστηρίζει η Schwarzkopf, και σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίστανται επαρκείς πρακτικοί λόγοι, μεταξύ άλλων οικονομικού χαρακτήρα, για να παραιτηθεί κανείς από του να το κάνει.
34. Η ZBUW, η Γαλλική, η Ολλανδική και η Φινλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή ισχυρίζονται, κατ' ουσίαν, ότι εφόσον η προειδοποίηση έχει ως σκοπό την προστασία της δημόσιας υγείας, η εξαίρεση από την υποχρέωση αναγραφής ολόκληρου του κειμένου πρέπει να ερμηνεύεται στενώς.
35. Η ZBUW διευκρινίζει ότι αυτό πρέπει να έχει την έννοια ότι η εφαρμογή της εισάγουσας την εξαίρεση διατάξεως είναι δυνατή μόνον οσάκις ο παραγωγός αντιμετωπίζει «εμπόδια τα οποία, για τεχνικούς λόγους, καθιστούν αδύνατη την ενδεδειγμένη αναγραφή ορισμένων ενδείξεων επί των περιεκτών, μεταξύ άλλων το μικρό μέγεθος του δοχείου ή οι τεχνικές δυσκολίες για να αναγραφούν με ανεξίτηλους, ευανάγνωστους και ευδιάκριτους χαρακτήρες ορισμένες ενδείξεις επί του περιέκτη», ακόμη και αν «το αδύνατον» δεν είναι πλήρες.
36. Η Ολλανδική Κυβέρνηση θεωρεί ότι το «πρακτικώς αδύνατο» της συμμορφώσεως προς την υποχρέωση δηλώσεως πρέπει να εξαρτάται από το σχήμα ή τον όγκο του οικείου προϊόντος, ενόψει της φύσεως ή της λειτουργίας αυτού, ή ακόμη από τη συνήθη παρουσίαση του προϊόντος.
37. Η ZBUW προσθέτει, όπως και η Επιτροπή, η Φινλανδική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, ότι οι εκτιμήσεις καθαρά οικονομικού χαρακτήρα είναι ανεπαρκείς για να δικαιολογήσουν την εφαρμογή της εισάγουσας εξαίρεση διατάξεως. Το ίδιο ισχύει για λόγους που έχουν σχέση με τους σχεδιασμούς, την ωφελιμότητα ή τη βούληση του παραγωγού ή του πωλητή, ο οποίος προτιμά φυσικά μια λύση πιο απλή, πιο πρακτική, πιο εύκολη ή οικονομική από εκείνη που απορρέει από την εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας. Το ίδιο συμπέρασμα μπορεί να αντληθεί από την εκτίμηση των οικείων συμφερόντων. Η δημόσια υγεία πρέπει να προστατευθεί κατά προτεραιότητα και, για να γίνει αντιληπτή η έννοια των «πρακτικών λόγων», θα πρέπει να ληφθούν υπόψη εκτιμήσεις που έχουν σχέση με την προστασία της δημόσιας υγείας.
38. Και εγώ προτείνω στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει το εν λόγω κείμενο υπό την έννοια του «υλικώς αδυνάτου».
39. Αργότερα θα εξετάσω αν η ερμηνεία αυτή πρέπει να θεωρείται ασύμβατη προς το άρθρο 30 της Συνθήκης, διότι υποχρεώνει τις επιχειρήσεις να διαφοροποιούν τις συσκευασίες τους ανάλογα με το κράτος μέλος προορισμού του εμπορεύματος.
40. Ο πρώτος λόγος για τον οποίο συμμερίζομαι την άποψη της ZBUW, των τριών κυβερνήσεων και της Επιτροπής έγκειται στο γεγονός ότι οι εκφράσεις «δεν είναι δυνατό», «αδύνατον» ή «αδυναμία» χρησιμοποιούνται, κατ' ουσίαν, σε σχέση με ένα πραγματικό στοιχείο επί του οποίου αυτός που το επικαλείται δεν έχει επίδραση ή το οποίο δεν εξαρτάται από τη βούλησή του.
41. Δεύτερον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, αν το Συμβούλιο είχε θελήσει να καλύψει και τους οικονομικού χαρακτήρα λόγους, θα ήταν εύκολο γι' αυτό να το διευκρινίσει στο κείμενο, διατυπώνοντας το κείμενο ως εξής: «Σε περίπτωση που αυτό είναι πρακτικώς αδύνατο ή γα λόγους οικονομίας ως προς την κατασκευή των συσκευασιών ή των περιεκτών [...]».
42. Αντίστροφα, εντούτοις, θα μπορούσε επίσης να προβληθεί το επιχείρημα ότι, αν το Συμβούλιο είχε θελήσει να καλύψει μόνο τους πρακτικούς λόγους που απορρέουν από το μέγεθος ή το σχήμα του προϊόντος, θα μπορούσε να το διευκρινίσει, όπως έπραξε με άλλα χωρία του άρθρου 6, που προστέθηκαν το 1993.
43. ράγματι, στο τέλος της παραγράφου 1, προστέθηκαν τα ακόλουθα δύο εδάφια:
«Όταν, για λόγους μεγέθους ή σχήματος [], δεν είναι δυνατόν οι ενδείξεις που αναφέρονται στα στοιχεία δ_ και ζ_ [] να αναγράφονται σε εσώκλειστο σημείωμα, οι ενδείξεις αυτές πρέπει να αναγράφονται σε ετικέτα, ταινία ή κάρτα που εσωκλείεται ή προσαρτάται [] στο καλλυντικό προϊόν.
Όταν, στα σαπούνια και στα αρωματικά μπαλάκια λουτρού καθώς και σε άλλα μικρά προϊόντα, δεν είναι δυνατόν, για λόγους μεγέθους ή σχήματος, οι ενδείξεις που αναφέρονται στο στοιχείο ζ_ να αναγράφονται σε εσώκλειστη ετικέτα, ταινία κάρτα ή σημείωμα, οι ενδείξεις αυτές πρέπει να αναγράφονται σε καρτελάκι τοποθετημένο σε άμεση γειτονία με τον περιέκτη μέσα στον οποία διατίθεται προς πώληση το καλλυντικό.»
44. Όμως, όπως η Επιτροπή ανέφερε, η διαφορά μεταξύ της συντάξεως των εδαφίων αυτών και εκείνης του στοιχείου δ_ επιτρέπει εξίσου έναν a contrario συλλογισμό όσο και έναν κατ' αναλογίαν συλλογισμό. ράγματι, το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν διευκρίνισε τι πρέπει να νοείται με τον όρο «πρακτικώς αδύνατο» υπό την έννοια του στοιχείου δ_ μπορεί να αποτελεί εξίσου καλά συνειδητή απόφαση όσο και απλή παράλειψη.
45. Επομένως, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία «η τελευταία - και η πιο σημαντική - άποψη, από την οποία πρέπει να εξετάζεται η επίμαχη διάταξη, είναι καθοριστική: ο σκοπός της κανονιστικής ρυθμίσεως στην οποία ανήκει».
2. Ο σκοπός της οδηγίας
46. Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι δυνατό να υποστηριχθεί ότι η οδηγία επιδιώκει δευτερευόντως μόνο να εξασφαλίσει την προστασία της υγείας αυτών που χρησιμοποιούν τα εν λόγω προϊόντα.
47. Η λογική πορεία την οποία ακολούθησε το Συμβούλιο φαίνεται να ήταν η εξής:
48. Κατ' αρχάς, διαπίστωσε ότι τα εν λόγω προϊόντα δεν μπορούσαν να κυκλοφορήσουν ελεύθερα διότι τα κράτη μέλη είχαν διαφορετικές διατάξεις όσον αφορά τη σύνθεση και την επισήμανση των καλλυντικών προϊόντων (πρώτη και δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας).
49. Το Συμβούλιο είχε επίγνωση του ότι δεν ήταν δυνατή η επίκληση της νομολογίας Cassis de Dijon κατά των εν λόγω διαφορετικών νομοθεσιών, διότι τα κράτη μέλη είχαν το δικαίωμα να προβάλουν, συναφώς, την επιφύλαξη του άρθρου 36 της Συνθήκης που καθιστά δυνατή τη διατήρηση των απαγορεύσεων των εισαγωγών που δικαιολογούνται για λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των προσώπων.
50. Αυτό προκύπτει από την τρίτη αιτιολογική σκέψη, η οποία διαπιστώνει ότι «ο κύριος αντικειμενικός σκοπός των νομοθεσιών αυτών είναι η προάσπιση της δημόσιας υγείας και, κατά συνέπεια, η νομοθεσία της Κοινότητας, στον τομέα αυτόν, πρέπει να εμπνέεται από την επιδίωξη του αυτού σκοπού».
51. Επομένως, το Συμβούλιο καθόρισε, σε κοινοτικό επίπεδο, τους κανόνες που πρέπει να τηρούνται όσον αφορά τη σύνθεση, την επισήμανση και τη συσκευασία των καλλυντικών προϊόντων (τέταρτη αιτιολογική σκέψη).
52. Συνήγαγε εξ αυτού το λογικό συμπέρασμα, στο άρθρο 7, παράγραφος 1, ότι «τα κράτη μέλη δεν δύνανται, για λόγους που αφορούν στις απαιτήσεις τις προβλεπόμενες από την οδηγία αυτή και τα παραρτήματά της, να αρνηθούν, να απαγορεύσουν ή να περιορίσουν τη διάθεση στην αγορά των καλλυντικών προϊόντων, τα οποία ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές της παρούσας οδηγίας και των παραρτημάτων της».
53. αράλληλα, το Συμβούλιο όρισε, στο άρθρο 3 της οδηγίας, ότι «τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να μη δύνανται να κυκλοφορήσουν παρά καλλυντικά προϊόντα, τα οποία ανταποκρίνονται στις διατάξεως της παρούσας οδηγίας και των παραρτημάτων της».
54. Όπως είδαμε προηγουμένως, ο ίδιος κανόνας επαναλαμβάνεται ειδικώς στο άρθρο 6, παράγραφος 1, ως προς τις ενδείξεις που πρέπει να αναγράφονται επί του δοχείου και της συσκευασίας.
55. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία ένα προϊόν διατίθεται στο εμπόριο μόνον εντός του κράτους μέλους όπου παρασκευάστηκε.
56. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι η οδηγία δεν εφαρμόζεται σε όλα τα προϊόντα χωρίς εξαίρεση. ράγματι, το Συμβούλιο απέκλεισε από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας «τα καλλυντικά προϊόντα, που περιέχουν μία από τις ουσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα V». Ως προς τα προϊόντα αυτά, «τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε μέτρο που θεωρούν αναγκαίο [...]» (άρθρο 1, παράγραφος 3, θεσπίστηκε με την οδηγία 88/667). Οι διατάξεις αυτές μπορούν προφανώς να οδηγήσουν έως την απαγόρευση της πωλήσεως των προϊόντων αυτών.
57. Τέλος, το άρθρο 12 προβλέπει ότι, «αν ένα κράτος μέλος διαπιστώσει, επί τη βάσει επαρκώς τεκμηριωμένης αιτιολογήσεως, ότι ένα καλλυντικό προϊόν, αν και σύμφωνο προς τις προδιαγραφές της παρούσας οδηγίας , παρουσιάζει κίνδυνο για την υγεία, δύναται να απαγορεύσει προσωρινώς τη διάθεση στην αγορά του προϊόντος αυτού στο έδαφός του ή να την επιτρέψει υπό ειδικές προϋποθέσεις».
58. Η Επιτροπή πρέπει στη συνέχεια να προβεί σε διαβουλεύσεις, να διατυπώσει τη γνώμη της και να λάβει τα κατάλληλα μέτρα. «Αν η Επιτροπή έχει τη γνώμη ότι είναι ανάγκη να γίνουν τεχνικές προσαρμογές στην παρούσα οδηγία, οι προσαρμογές αυτές αποφασίζονται είτε από την Επιτροπή είτε από το Συμβούλιο. Στην περίπτωση αυτή, το κράτος μέλος που έλαβε τα προστατευτικά μέτρα, δύναται να τα διατυπώσει μέχρι της θέσεως σε ισχύ των προσαρμογών αυτών.»
59. Επομένως, είναι απολύτως αναντίρρητο ότι η προάσπιση της δημόσιας υγείας συνιστά ουσιώδη σκοπό της οδηγίας. Αυτό επιβεβαίωσε η Επιτροπή με την πρώτη αιτιολογική σκέψη της τελευταίας από τις οδηγίες που τροποποιούν την οδηγία 76/768 , όπου δήλωσε ότι «κύριος στόχος της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ είναι η προστασία της δημόσιας υγείας».
60. Επομένως, δεν αμφισβητείται ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των καλλυντικών προϊόντων και των σχετικών με την προστασία της δημόσιας υγείας συμφερόντων, τα τελευταία είναι αυτά που πρέπει να υπερισχύσουν.
61. Επιβάλλεται το συμπέρασμα, επίσης, ότι, λόγω του προέχοντος χαρακτήρα που έχει, στο πλαίσιο της οδηγίας αυτής, η φροντίδα για την προστασία της δημόσιας υγείας, οι εκφράσεις «σε περίπτωση που είναι πρακτικώς αδύνατο» ή «σε περίπτωση που αυτό είναι πρακτικά αδύνατο», πρέπει να ερμηνεύονται στενώς. Μπορούν να αφορούν μόνο την περίπτωση κατά την οποία η αναγραφή ολόκληρης της προειδοποιήσεως επί της συσκευασίας και του δοχείου είναι υλικώς αδύνατη.
62. Ας προσθέσω τέλος ότι το επιχείρημα της Schwarzkopf, που εμφανίζει την επίδικη κανονιστική ρύθμιση ως εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, είναι τουλάχιστον παράδοξο. Όπως έδειξα, η ελεύθερη κυκλοφορία των καλλυντικών προϊόντων κατέστη δυνατή μόνο χάρη στη θέσπιση ορισμένων κοινών κανόνων, και επομένως δύσκολα μπορεί να κατανοηθεί ότι ένας παρασκευαστής θέλει τώρα να απαλλαγεί από αυτούς, υποστηρίζοντας ότι ένας από τους εν λόγω κανόνες συνιστά εμπόδιο στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές.
63. Επιπλέον, το Δικαστήριο αποφάσισε εντούτοις, στην απόφαση Clinique , ότι η οδηγία πρέπει, «όπως κάθε κανονιστική ρύθμιση παραγώγου δικαίου, να ερμηνεύεται υπό το φως των κανόνων της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (βλ., ιδίως, απόφαση της 9ης Ιουνίου 1992, C-47/90, Delhaize και Le Lion, Συλλογή 1992, σ. Ι-3669, σκέψη 26)».
64. Όμως, ορισμένα από τα επιχειρήματα της Schwarzkopf εντέλει υποστηρίζουν κατ' ουσίαν ότι ο επίδικος κανόνας συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που δεν είναι απαραίτητο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού.
3. Είναι δυσανάλογος ο επίδικος κανόνας;
65. Η Schwarzkopf ισχυρίζεται ότι ο κανόνας αυτός δεν μπορεί να δικαιολογηθεί λόγω προστασίας της δημόσιας υγείας και του καταναλωτή, εφόσον η λύση την οποία αυτή επέλεξε θα είχε ως αποτέλεσμα, χάρη στην αναγραφή συντετμημένων προειδοποιήσεων σε πολλές γλώσσες, ισοδύναμη προστασία, αν όχι ανωτέρου επιπέδου, των καταναλωτών και αυτών που κάνουν επαγγελματική χρήση.
66. Κατ' αρχάς, θα καθιστούσε δυνατή την πληροφόρηση και των αλλοδαπών που κατοικούν στη χώρα πωλήσεων, οι οποίοι δεν κατέχουν τη γλώσσα της χώρας αυτής. Η Επιτροπή αντέταξε σ' αυτό, ορθώς κατά τη γνώμη μου, ότι η συντετμημένη προειδοποίηση θα έπρεπε, επομένως, να συντάσσεται και στην τουρκική γλώσσα, δεδομένου ότι σημαντικό τμήμα των εγκατεστημένων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αλλοδαπών έχει τη γλώσσα αυτή ως μητρική γλώσσα. Επιπλέον, το επιχείρημα αυτό σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η απαιτουμένη από την οδηγία διπλή αναγραφή ολόκληρης της προειδοποιήσεως δεν είναι απαραίτητη προκειμένου να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός ή ότι αυτή είναι δυσανάλογη.
67. Το Συμβούλιο θέλησε προδήλως η προειδοποίηση να μπορεί να «αιχμαλωτίσει το βλέμμα» κάθε χρήστη, μια πρώτη φορά όταν πιάνει το κουτί και μια δεύτερη φορά όταν πιάνει στα χέρια το σωληνάριο. Επομένως, μπορεί κανείς να υποθέσει ότι το Συμβούλιο βασίστηκε στο ότι ορισμένα πρόσωπα έχουν μάλλον την τάση να μη διαβάζουν το σημείωμα, ακόμη και όταν παραπέμπονται σ' αυτό. Η Φινλανδική Κυβέρνηση προσθέτει, λυσιτελώς, ότι όλοι οι περιέκτες δεν προορίζονται για να χρησιμοποιηθούν μία μόνο φορά και ότι το σημείωμα μπορεί να χαθεί μετά την πρώτη χρήση του προϊόντος.
68. Η Schwarzkopf υποστηρίζει, εντούτοις, ότι η λύση την οποία επέλεξε παρέχει προστασία ισοδύναμη με εκείνη που μπορεί να προκύψει με την αναγραφή της πλήρους προειδοποιήσεως επί των συσκευασιών και των περιεκτών, δεδομένου ότι ο καταναλωτής και ο επαγγελματίας χρήστης έχουν τη συνήθεια, λόγω της αποκτηθείσας στον τομέα των φαρμάκων πείρας, να συμβουλεύονται το εσώκλειστο σημείωμα.
69. Όμως, η ZBUW ορθώς αντιτάσσει σ' αυτό ότι από την οδηγία προκύπτει ότι τα καλλυντικά προϊόντα δεν πρέπει να μπορούν να προκαλέσουν βλάβη όταν χρησιμοποιούνται υπό κανονικές ή αναμενόμενες συνθήκες χρήσης και ότι δεν μπορεί, επομένως, να αναμένεται από τον καταναλωτή και τον επαγγελματία χρήστη να φέρονται με τον ίδιο συνετό τρόπο κατά τη χρησιμοποίηση των καλλυντικών προϊόντων και κατά τη χρησιμοποίηση των φαρμάκων.
70. Και εγώ θεωρώ ότι δεν μπορεί να απαιτείται από τον καταναλωτή ή τον επαγγελματία χρήστη ο ίδιος βαθμός προφυλάξεως κατά τη χρησιμοποίηση των καλλυντικών προϊόντων και κατά τη χρησιμοποίηση των φαρμάκων, δεδομένου ότι αυτός δεν αναμένει, a priori, τα καλλυντικά προϊόντα να μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την υγεία. Η οδηγία ορίζει τα καλλυντικά προϊόντα ως «κάθε ουσία ή παρασκεύασμα που προορίζεται να έλθει σε επαφή με διάφορα εξωτερικά μέρη του ανθρώπινου σώματος (επιδερμίδα, τριχωτά μέρη του σώματος και της κεφαλής, νύχια, χείλη και εξωτερικά γεννητικά όργανα) ή με τα δόντια και τους βλεννογόνους της στοματικής κοιλότητας, με αποκλειστικό ή κύριο σκοπό τον καθαρισμό τους, τον αρωματισμό τους, τη μεταβολή της εμφάνισής τους ή/και τη διόρθωση των σωματικών οσμών ή/και την προστασία τους ή τη διατήρησή τους σε καλή κατάσταση».
71. Επομένως, το καλλυντικό προϊόν διακρίνεται σαφέστατα από ένα φάρμακο, το οποίο ορίζεται ως «κάθε ουσία ή σύνθεση ουσιών που χαρακτηρίζεται ως έχουσα θεραπευτικές ή προληπτικές ιδιότητες έναντι ασθενειών ανθρώπων ή ζώων. Θεωρείται, ομοίως, ως φάρμακο, κάθε ουσία ή σύνθεση ουσίων που δύναται να χορηγηθεί σε άνθρωπο ή ζώο, προς τον σκοπό να γίνει ιατρική διάγνωση ή να αποκατασταθούν, να βελτιωθούν ή να τροποποιηθούν οργανικές λειτουργίες στον άνθρωπο ή στο ζώο».
72. Ο μέσος καταναλωτής έχει επίγνωση του ότι ορισμένα φάρμακα μπορούν να προκαλέσουν παρενέργειες και για τον λόγο αυτό θα είναι περισσότερο πρόθυμος, όσον τα αφορά, να συμβουλευτεί τον τρόπο χρήσεως που περιλαμβάνεται στο εσώκλειστο σημείωμα. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι τα περισσότερα από τα φάρμακα γράφονται από τον ιατρό, ο οποίος έχει ήδη εξηγήσει στον ασθενή την κατάλληλη δόση και έχει επιστήσει την προσοχή του σε ορισμένες δυνατές παρενέργειες.
73. Επομένως, δεν συντρέχει λόγος συγκρίσεως της συμπεριφοράς του καταναλωτή όσον αφορά τη χρησιμοποίηση φαρμάκων με εκείνη που υιοθετεί χρησιμοποιώντας καλλυντικά προϊόντα, εφόσον τα τελευταία θεωρούνται μάλλον ακίνδυνα.
74. άντως, έχει σημασία να σημειωθεί ότι η οδηγία 92/27/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1992, σχετικά με την επισήμανση και το φύλλο οδηγιών των φαρμάκων που προορίζονται για ανθρώπους , προβλέπει και αυτή την αναγραφή ορισμένων προειδοποιήσεων επί της συσκευασίας, χωρίς καμία δυνατότητα παραπομπής, συναφώς, στο σημείωμα το οποίο πρέπει να περιλαμβάνει και άλλες ενδείξεις.
75. Έτσι, επί της συσκευασίας πρέπει να αναγράφονται η ονομασία του φαρμάκου, η ποιοτική και ποσοτική σύνθεση σε δραστικά συστατικά κατά μονάδες λήψης, κατάλογος των εκδόχων των οποίων η δράση ή το αποτέλεσμα είναι πασίγνωστα, καθώς και:
- ο τρόπος χορήγησης και, αν είναι αναγκαίο, η οδός χορήγησης·
- ειδική προειδοποίηση σύμφωνα με την οποία το φάρμακο πρέπει να φυλάγεται μακριά από παιδιά·
- ειδική προειδοποίηση, αν είναι απαραίτητη, για το φάρμακο αυτό·
- οι ειδικές προφυλάξεις για τη διατήρηση του φαρμάκου, εφόσον απαιτείται·
- οι ιδιαίτερες προφυλάξεις για την απόρριψη των μη χρησιμοποιούμενων προϊόντων ή των υπολειμμάτων που προέρχονται από τα προϊόντα αυτά, εφόσον απαιτείται·
- όταν πρόκειται για φάρμακα που χορηγούνται χωρίς ιατρική συνταγή (φάρμακα αυτοθεραπείας), πρέπει να αναγράφονται και οι ενδείξεις χρήσεως.
76. Είναι σαφές ότι οι ενδείξεις αυτές δεν θα μπορούν ουσιαστικά ποτέ να αναφέρονται επί μιας μόνο συσκευασίας, σε όλες τις γλώσσες των κρατών μελών.
77. Όσον αφορά τα καλλυντικά προϊόντα, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, όπως μας το υπενθυμίζουν η Φινλανδική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, ο κοινοτικός νομοθέτης εμφανώς έκρινε ότι η αναγραφή ολοκλήρου του κειμένου των προειδοποιήσεων, που προβλέπονται στα παραρτήματα της οδηγίας, επί της συσκευασίας και του δοχείου εντός καλλυντικού προϊόντος, στην ή στις εθνικές ή επίσημες γλώσσες της χώρας διανομής, έχει μεγαλύτερο προστατευτικό αποτέλεσμα για τον μέσο καταναλωτή και τον επαγγελματία χρήστη απ' ό,τι η αναγραφή συντετμημένης προειδοποιήσεως με παραπομπή σε συνημμένο σημείωμα.
78. Η Γαλλική και η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζουν, επίσης ορθώς, ότι ο καταναλωτής πρέπει να μπορεί να πληροφορείται για τις ενδεχόμενες προφυλάξεις που πρέπει να λάβει πριν από την αγορά του καλλυντικού προϊόντος και, επομένως, χωρίς να ανοίξει τη συσκευασία, ώστε να μπορεί να αποφασίσει έχοντας πλήρη γνώση του πράγματος.
79. Έχει σημασία πράγματι να μη λησμονείται ότι τα καλλυντικά προϊόντα που καλύπτονται από την οδηγία προορίζονται για το κοινό. Όμως, είναι απολύτως ουσιώδες το να είναι ο καταναλωτής, ο οποίος θέλει για παράδειγμα να αγοράσει ταλκ, ενήμερος, ήδη πριν από την αγορά, ότι ένα ταλκ που περιέχει βορικό οξύ δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την περιποίηση των βρεφών (βλ. παράρτημα ΙΙΙ, πρώτο μέρος, της οδηγίας, αύξων αριθμός 1) ή ότι ένα άλλο προϊόν μπορεί να προκαλέσει τύφλωση (αύξων αριθμός 17 του ιδίου παραρτήματος).
80. Η ποιότητα της πληροφόρησης συνιστά, πράγματι, ένα στοιχείο κλειδί για την προστασία του καταναλωτή. Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι:
«[...] στα πλαίσια της σχετικής κοινοτικής πολιτικής προβλέπεται στενός σύνδεσμος μεταξύ της προστασίας και της πληροφορήσεως του καταναλωτή[...]» και ότι «από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, κατά τις κοινοτικές διατάξεις περί προστασίας των καταναλωτών, η ενημέρωσή τους θεωρείται ως μία από τις κύριες επιταγές [...]» .
81. Μένει να εξετασθεί αν απαίτηση, η οποία δεν είναι δυσανάλογη όταν πρόκειται για προϊόντα που προορίζονται για το κοινό, πρέπει να θεωρείται δυσανάλογη όταν πρόκειται για προϊόντα που προορίζονται μόνο για επαγγελματική χρήση.
4. Η ειδική κατάσταση αυτών που κάνουν επαγγελματική χρήση
82. Η Schwarzkopf ισχυρίζεται ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη, στο πλαίσιο σταθμίσεως των οικείων συμφερόντων, το γεγονός ότι το επίδικο προϊόν προορίζεται αποκλειστικά για επαγγελματίες χρήστες, για τους οποίους δεν επιβάλλεται ο ίδιος βαθμός προστασίας που επιβάλλεται για τον μέσο καταναλωτή.
83. Η Φινλανδική Κυβέρνηση απαντά συναφώς ότι η οδηγία αποσκοπεί στην προστασία της υγείας αυτών που κάνουν επαγγελματική χρήση όπως ακριβώς και της υγείας των καταναλωτών και ότι, επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό να χρησιμοποιηθεί ως πρόφαση το γεγονός ότι ένα προϊόν προορίζεται αποκλειστικά για μια επαγγελματική χρήση και να εφαρμοστεί στην τελευταία περίπτωση λιγότερο αυστηρή διάταξη. ροσθέτει ότι οι επαγγελματίες διατρέχουν ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο υγείας και ότι δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι το προϊόν δεν θα πέσει στα χέρια απλών καταναλωτών.
84. Υπενθυμίζω ως προς το σημείο αυτό ότι, μέχρι την έκδοση της οδηγίας 88/667, το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, δεν ανέφερε καμία υποχρέωση αναγραφής επί των συσκευασιών ή των περιεκτών ειδικές προειδοποιήσεις προοριζόμενες για τους επαγγελματίες χρήστες. Μόνο μετά τις παρατηρήσεις της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής προστέθηκε στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, της οδηγίας η φράση «επίσης, τις ενδεχόμενες ενδείξεις σχετικά με τις ιδιαίτερες προφυλάξεις που πρέπει να τηρούνται για τα καλλυντικά προϊόντα επαγγελματικής χρήσης, ιδίως εκείνα που χρησιμοποιούνται από τους κομμωτές». Η Επιτροπή είχε πράγματι δηλώσει, στο σημείο 2.3 της γνώμης της για την πρόταση οδηγίας 88/667 , ότι «η ΟΚΕ, εξάλλου, εκφράζει την ανησυχία της για το γεγονός ότι δεν γίνεται μνεία για ιδιαίτερες προφυλάξεις όσον αφορά τα καλλυντικά προϊόντα επαγγελματικής χρήσεως, ιδιαίτερα στα κομμωτήρια. Χωρίς αμφιβολία, στις διατάξεις του παραρτήματος ΙΙΙ τονίζονται ορισμένες πληροφορίες, που είναι κοινές για όλους τους χρήστες. άντως, θα ήταν σημαντικό να υποχρεωθούν οι παρασκευαστές να αναφέρουν, για ορισμένα προϊόντα τουλάχιστον, ότι ενδείκνυται τα άτομα τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων αυτών να φορούν γάντια. ράγματι, έστω και αν ορισμένα από τα εν λόγω προϊόντα δεν δημιουργούν ιδιαίτερα προβλήματα, είναι σαφές ότι η επανειλημμένη χρήση τους ημερησίως είναι δυνατόν να έχει ως συνέπεια προβλήματα ερεθισμού και, κατά συνέπεια, πρέπει να δοθεί στους χρήστες η δυνατότητα να τα αποφεύγουν».
85. Εφόσον ένα όργανο, στο πλαίσιο του οποίου εκφράζουν τις απόψεις τους οι επιχειρηματίες και οι εργαζόμενοι, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η προβλεπομένη από την οδηγία ενημέρωση θα βελτιωνόταν αν συμπληρωνόταν με στοιχεία για τους επαγγελματίες, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο νομοθέτης παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας αν απαγόρευσε τη χρησιμοποίηση συντετμημένων ενδείξεων τόσο για τους επαγγελματίες όσο και για τους καταναλωτές.
86. Οι επαγγελματίες με μακρά πείρα γνωρίζουν μεν τις προφυλάξεις που πρέπει να λάβουν, όμως αυτό δεν συμβαίνει κατ' ανάγκην όσον αφορά τους μαθητευομένους. Επιπλέον, είναι δυνατόν να αρχίσουν να χρησιμοποιούνται νέες μάρκες προϊόντων ή νέες εμπορικές ονομασίες χωρίς οι υπάλληλοι να αντιλαμβάνονται αμέσως ότι πρόκειται για προϊόντα που ενέχουν τους ίδιους κινδύνους με αυτούς στους οποίους ήσαν συνηθισμένοι.
87. Στην περίπτωση προϊόντων, τα οποία προορίζονται αποκλειστικά για επαγγελματική χρήση, ασφαλώς είναι νοητό να αρκεστεί κανείς σε συντομότερη προειδοποίηση, τονίζουσα τα ουσιώδη, για παράδειγμα «ροσοχή: κίνδυνος για τα μάτια· κίνδυνοι αλλεργίας· διαβάστε προσεχτικά το συνημμένο σημείωμα».
88. Όμως, το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν ακολούθησε αυτή την οδό δεν επιτρέπει να του προσαφθεί παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Η διαφοροποίηση των υποχρεώσεων όσον αφορά την επισήμανση ανάλογα με τον προορισμό των προϊόντων, αν προορίζονται για το κοινό ή για τους επαγγελματίες, ή, αντιθέτως, η ενοποίηση των εν λόγω υποχρεώσεων, με ευθυγράμμιση των απαιτήσεων για την προστασία του μέσου ενήμερου καταναλωτή, αποτελούν δύο δυνατότητες μεταξύ των οποίων ο κοινοτικός νομοθέτης, επειδή έχει εξουσία εκτιμήσεως που δεν μπορεί να του αμφισβητηθεί, μπορεί να επιλέξει τη μία. Επειδή η επιλογή αυτή δεν ικανοποιεί έναν παρασκευαστή, αυτό δεν σημαίνει ότι τα ληφθέντα μέτρα είναι παράνομα. Αυτά θα ήσαν παράνομα μόνον αν αποδεικνυόταν ότι, προβλέποντας την αναγραφή επί των προοριζομένων για τους επαγγελματίες προϊόντων των ιδίων ενδείξεων με εκείνες που πρέπει να αναγράφονται επί των προϊόντων που προορίζονται για το κοινό, ο κοινοτικός νομοθέτης, λόγω πρόδηλης πλάνης περί την εκτίμηση, επέβαλε στους παρασκευαστές δυσανάλογο βάρος σε σχέση με την προστασία της δημόσιας υγείας που επεδίωκε και είχε δικαίωμα να επιδιώκει. Όμως, η απόδειξη αυτή δεν έγινε.
89. Αν αύριο ο νομοθέτης προβεί σε διαφορετική επιλογή, ούτε αυτή θα μπορεί να αμφισβητηθεί, εφόσον τα θεσπιζόμενα μέτρα τηρούν την αρχή της αναλογικότητας, αλλ' αυτό δεν θα σημαίνει ότι η επιλογή την οποία είχε προηγουμένως κάνει ήταν εσφαλμένη. Η ύπαρξη εξουσίας εκτιμήσεως έχει εξ ορισμού ως συνέπεια ότι προσφέρονται στον αποφασίζοντα διάφορες λύσεις, όλες απολύτως νόμιμες. Μόνο στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή σε περίπτωση δέσμιας διακριτικής ευχέρειας, αποκλείεται οποιαδήποτε δυνατότητα επιλογής και δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν ταυτόχρονα περισσότερες νόμιμες λύσεις.
5. Το άρθρο 30 και οι πολλαπλές γλώσσες
90. Μένει να λεχθεί ακόμα κάτι ως προς το επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο υφίσταται απαγορευμένος περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων σύμφωνα με το άρθρο 30 και το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 29, ΕΚ) αν ένας παρασκευαστής καλλυντικών προϊόντων εμποδίζεται να χρησιμοποιήσει μία μόνο συσκευασία και έναν μόνο περιέκτη για όλα τα κράτη μέλη της Κοινότητας.
91. Αν ήταν δυνατόν να ικανοποιούνται οι απαιτήσεις της προστασίας της δημόσιας υγείας και να χρησιμοποιείται μία μόνο συσκευασία για όλη την κοινοτική αγορά θα βρισκόμασταν σε μια ιδανική κατάσταση.
92. άντως, μεταξύ της ιδανικής και της πραγματικής καταστάσεως μπορεί να υπάρχει μια απόσταση. Η μη αναστρέψιμη πραγματικότητα της Κοινότητας είναι, πράγματι, εκείνη της συνυπάρξεως, εντός μιας και της αυτής αγοράς, πολλών διαφορετικών εθνικών και επισήμων γλωσσών.
93. Το κόστος που απορρέει από το πραγματικό αυτό στοιχείο δεν επιβάλλεται από το Συμβούλιο, αλλά απορρέει από τις πραγματικές καταστάσεις. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράνομος περιορισμός των συναλλαγών, αντίθετος προς το άρθρο 30 της Συνθήκης.
94. Η ανάγκη να τυπωθούν διαφορετικές συσκευασίες δεν ισοδυναμεί εξάλλου με τη «διαφοροποίηση της παραγωγής» που η οδηγία θέλει να αποφύγει (δεύτερη αιτιολογική σκέψη). Η διαφοροποίηση αυτή αφορά, πράγματι, τη σύνθεση των προϊόντων. Ως προς τις οικονομικές ανάγκες που πρέπει να ληφθούν υπόψη, σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική σκέψη, είδαμε ότι δεν μπορούν, σε περίπτωση συγκρούσεως, να υπερισχύσουν της ανάγκης για την προστασία της δημόσιας υγείας.
95. Επομένως, ο κοινοτικός νομοθέτης καλώς προέβλεψε, στο άρθρο 7, παράγραφος 2, ότι τα κράτη μέλη «δύνανται να απαιτήσουν όπως αναγράφονται και στην εθνική ή την επίσημη γλώσσα τους, ή τις γλώσσες τους, οι ενδείξεις που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, υπό β_, γ_ και δ_» .
96. Ας παρατηρηθεί παρεμπιπτόντως ότι είναι υλικώς απολύτως δυνατό να αναγραφούν οι προειδοποιητικές ενδείξεις σε τρεις γλώσσες επί του σωληναρίου και της αντίστοιχης συσκευασίας. Εφόσον κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής , ο παρασκευαστής θα χρειάζεται μόνο τέσσερα είδη συσκευασίας για να καλύπτει τα δεκαπέντε κράτη μέλη, και, ταυτόχρονα, εφόσον οι σχετικές με την επισήμανση υποχρεώσεις είναι σ' αυτά συγκρίσιμες, το σύνολο των αγγλόφωνων, γαλλόφωνων, ισπανόφωνων και πορτογαλόφωνων χωρών του κόσμου (καθώς και, ενδεχομένως, τις αραβόφωνες χώρες, εφόσον η Κοινότητα αριθμεί μόνον ένδεκα γλώσσες και μία από τις συσκευασίες θα μπορούσε, επομένως, να φέρει δύο γλώσσες της Κοινότητας συν την αραβική γλώσσα).
97. Ας σημειωθεί, επιπλέον, ότι το βάρος των γλωσσικών υποχρεώσεων εκδηλώνεται και σ' ένα άλλο επίπεδο. Η οδηγία προβλέπει, πράγματι, στο άρθρο της 7α, ότι επτά πληροφοριακά στοιχεία πρέπει να διατίθενται στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών στην ή στις εθνικές γλώσσες του οικείου κράτους μέλους ή σε γλώσσα που γίνεται εύκολα κατανοητή από αυτές.
98. ρόκειται μεταξύ άλλων για την ποιοτική και ποσοτική σύσταση του προϊόντος, τις μεθόδους παρασκευής, την αξιολόγηση της ασφάλειας που παρουσιάζει το τελικό προϊόν για την ανθρώπινη υγεία και την απόδειξη του αποτελέσματος το οποίο υποτίθεται ότι έχει το καλλυντικό προϊόν.
99. Αυτό αποδεικνύει ακόμα μια φορά ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να δώσει απόλυτη προτεραιότητα στην προστασία της ανθρώπινης υγείας. Θεωρεί προδήλως ότι ένας παρασκευαστής, αν θέλει να διαθέσει τα προϊόντα του εντός άλλων κρατών μελών, πρέπει να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις που απορρέουν από την πολλαπλότητα των γλωσσών της Κοινότητας.
100. Επιθυμώ να προσθέσω ότι, αν ήθελε κανείς να προχωρήσει, όσο τούτο είναι λογικά δυνατό, την άποψη του απαραδέκτου κόστους, θα ήταν υποχρεωμένος να καταλήξει ότι το Συμβούλιο έπρεπε να παραιτηθεί από την επιβολή της αναγραφής προειδοποιητικών ενδείξεων όχι μόνον επί των συσκευασιών των καλλυντικών προϊόντων, αλλά επίσης επί των συσκευασιών των φαρμάκων ή των φυτοφαρμάκων, κάθε φορά που το μακροσκελές των προειδοποιητικών αυτών ενδείξεων θα εμπόδιζε την αναγραφή τους σε όλες τις γλώσσες της Κοινότητας, εν πάση περιπτώσει, οσάκις τα προϊόντα αυτά προορίζονται για επαγγελματίες.
101. Λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία που πρέπει να δοθεί στην προστασία της δημόσιας υγείας, μια τέτοια θέση δεν μπορεί προφανώς να γίνει δεκτή.
VI - ρόταση
102. Ενόψει όλων των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι:
«Ο όρος "πρακτικώς αδύνατου" που περιλαμβάνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα, σε συνδυασμό με τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ), πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι απαγορεύει τη μη αναγραφή του πλήρους κειμένου της προειδοποιήσεως για τον μόνο λόγο ότι η επιχείρηση κρίνει σκόπιμο, για οικονομικούς λόγους, να διαθέτει στο εμπόριο τα προϊόντα της με ενιαία παρουσίαση σε εννέα γλώσσες διαφόρων κρατών, αναγράφοντας μόνο συντετμημένη ένδειξη επί της συσκευασίας και του περιέκτη, εφόσον η πλήρης αναγραφή είναι υλικώς αδύνατη.»
Full & Egal Universal Law Academy