Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Το Bezirksgericht Bregenz (Αυστρία) υπέβαλε στο Δικαστήριο με διάταξη της 29ης Δεκεμβρίου 1998 τρία προδικαστικά ερωτήματα για την ερμηνεία των διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων και τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο. Το αιτούν όργανο ερωτά ειδικότερα αν η προϋπόθεση προηγούμενης συστατικού χαρακτήρα άδεια μεταβιβάσεως για την κτήση μη οικοδομημένου γηπέδου συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο. Συνεπεία της αποφάσεως Konle , εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου διάφορες υποθέσεις που αφορούν τις αυστριακές διαδικασίες χορηγήσεως αδείας για την κτήση ακινήτων . Εν προκειμένω, το Δικαστήριο πρέπει εντούτοις να αποφανθεί πρώτα επί του ζητήματος αν το Bezirksgericht Bregenz, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητά του ως Grundbuchsgericht (δικαστήριο αρμόδιο για θέματα κτηματολογίου) να θεωρηθεί ως «δικαστήριο κράτους μέλους» κατά την έννοια του άρθρου 234 EK.
ΙΙ - Το νομικό πλαίσιο
A - Εθνικό δίκαιο
2. Κατά το αυστριακό δίκαιο, κυριότητα ακινήτου αποκτάται μέσω καταχωρίσεως εγκριθείσας με δικαστική απόφαση («κτήση κυριότητας») στο κτηματολόγιο. Σε συνάρτηση με την έγκριση της καταχωρίσεως της κυριότητας, το αποκαλούμενο Grundbuchsgericht πρέπει να εξετάσει αν είναι αναγκαία η άδεια κυριότητας και, σε καταφατική περίπτωση, αν έχει παρασχεθεί η άδεια και στη συνέχεια αν είναι δυνατή η κτήση της κυριότητας ενδεχομένως χωρίς άδεια μεταβιβάσεως. Το Grundbuchsgericht αποτελεί τμήμα του Bezirksgericht, ενός δικαιοδοτικού οργάνου που αποφαίνεται πρωτοδίκως. Το εφαρμοστέο δίκαιο περιέχεται τόσο στην ομοσπονδιακή νομοθεσία, όσο και στις κανονιστικές διατάξεις των ομοσπόνδων κρατών.
3. Ο Grundverkehrsgesetz του ομόσπονδου κράτους Vorarlberg κάνει διάκριση μεταξύ οικοδομημένων γηπέδων, μη οικοδομημένων προοριζομένων για οικοδόμηση γηπέδων και αγροκτημάτων. Όσον αφορά τα οικοδομημένα γήπεδα, ο Grundverkehrsgesetz προβλέπει έναν τύπο δηλώσεως (Grundverkehrserklärung), με την οποία ο κτήτορας υποχρεούται να μη χρησιμοποιεί τους αποκτώμενους χώρους κατοικίας ως εξοχική κατοικία. Το άρθρο 7 του GVG ορίζει ότι ο αγοραστής πρέπει να προβεί ο ίδιος εγγράφως στη δήλωση αυτή. Στη συνέχεια, ο δήμαρχος του δήμου στον οποίο βρίσκεται το οικόπεδο ή ο πρόεδρος της αποκαλούμενης Grundverkehrs-Landeskommission (στο εξής: Landeskommission) πρέπει, κατόπιν ελέγχου, να κάνει επισήμως δεκτή τη δήλωση. Κατόπιν αυτού, ο αγοραστής μπορεί να ζητήσει από το Grundbuchsgericht την καταχώριση της κυριότητας.
4. Όσον αφορά μη οικοδομημένα γήπεδα τα οποία προορίζονται για οικοδόμηση, το άρθρο 8 GVG απαιτεί ρητώς άδεια μεταβιβάσεως. Η άδεια αυτή πρέπει να παρέχεται όταν ο κτήτορας αποδεικνύει ότι το οικόπεδο θα χρησιμοποιηθεί εντός συγκεκριμένης προθεσμίας κατά τρόπο σύμφωνο προς το πολεοδομικό σχέδιο. Βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 2, GVG, η Landeskommission αποφασίζει σε πρώτο βαθμό για τη χορήγηση της άδειας.
5. Αν δεν υπάρχει η επιβαλλόμενη από τον Grundverkehrsgesetz δήλωση βάσει του άρθρου 7 και αν δεν έχει χορηγηθεί η συστατικού χαρακτήρα άδεια μεταβιβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 8, η συναλλαγή που αφορά το οικόπεδο είναι δυνάμει του άρθρου 29 GVG απολύτως άκυρη.
6. Ο Grundbuchsgesetz περιέχει τη διαδικασία ενώπιον του Grundbuchsgericht. Κατά το άρθρο 76 GBG, το Grundbuchsgericht μπορεί, εκτός των περιπτώσεων που καθορίζονται σ' αυτόν ή σε άλλο νόμο, να διατάξει, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο κατόπιν αιτήσεως των μερών ή των αρχών, την εγγραφή. Η αίτηση καταχωρίσεως πρέπει να συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα. ροκειμένου να εγκρίνει την εγγραφή, το Grundbuchsgericht ελέγχει αν πληρούνται τα κριτήρια του άρθρου 94 GBG, στα οποία περιλαμβάνεται η ύπαρξη άδειας μεταβιβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 8 GVG, χωρίς να υπεισέλθει στη βούληση των μερών. Το άρθρο 95, παράγραφος 1, GBG ορίζει ότι το Grundbuchsgericht αποφασίζει κατ' αρχήν για την αποδοχή ή την απόρριψη της αιτήσεως χωρίς ακρόαση των μερών και χωρίς την έκδοση παρεμπίπτουσας αποφάσεως. Σε ορισμένες πάντως επακριβώς περιγραφόμενες περιπτώσεις προβλέπεται η ακρόαση των μερών. Αν η αίτηση εγγραφής απορριφθεί, η απόφαση πρέπει, κατά το άρθρο 95, παράγραφος 3, GBG, να εκθέτει τους λόγους που εμποδίζουν την έγκριση. Κατά των αποφάσεων του Bezirksgericht που αφορούν θέματα κτηματολογίου προβλέπεται από το άρθρο 122, παράγραφος 1, GBG προβλέπει μόνο το ένδικο μέσο της «Rekurs».
B - Κοινοτικό δίκαιο
7. Το άρθρο 73 Β, παράγραφος 1, της Συνθήκης (άρθρο 56, παράγραφος 1, ΕΚ) έχει ως εξής: «Στα πλαίσια των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, απαγορεύεται οποιοσδήποτε περιορισμός των κινήσεων κεφαλαίων μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών».
ΙΙΙ - Τα περιστατικά και η εξέλιξη της διαδικασίας
8. Τα περιστατικά της παρούσας υποθέσεως, όπως προκύπτουν από τη διάταξη περί παραπομπής και από τα στοιχεία που προσκόμισε η Doris Salzmann-Greif, συνοψίζονται ως ακολούθως.
9. Η κατοικούσα στο Fußach, Bezirksgericht Bregenz, Doris Salzmann-Greif (στο εξής: D. Salzmann) αγόρασε από τον κατοικούντα στον ίδιο δήμο Walter Schneider ένα κείμενο στην ίδια τοποθεσία οικοδομημένο οικόπεδο. Αμφότεροι η αγοράστρια και ο πωλητής έχουν την Αυστριακή ιθαγένεια. Στις 5 Νοεμβρίου 1998, η D. Salzmann απέστειλε μια δήλωση στη Landeskommission. Η δήλωση αυτή είναι σύμφωνη mutatis mutandis με τη δήλωση, κατά την έννοια του άρθρου 7 GVG, ότι η Landeskommission θεωρεί επαρκή για τα οικοδομημένα οικόπεδα, καθόσον περιλαμβάνει την υποχρέωση μη χρησιμοποιήσεως του αποκτηθέντος ακινήτου ως εξοχικής κατοικίας. Στη δήλωσή της, η D. Salzmann επικαλέστηκε ρητά το άρθρο 73 B, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Ως εκ τούτου, η Landeskommission έκρινε ότι η δήλωση δεν συνάδει με τις δυνάμει του Grundverkehrsgesetz προϋποθέσεις, οπότε δεν μπορεί επισήμως να γίνει δεκτή.
10. ερίπου στις 12 Νοεμβρίου 1998, η D. Salzmann υπέβαλε αίτηση καταχωρίσεως της κτήσεως κυριότητας επί του οικείου οικοπέδου στο Bezirksgericht Bregenz, το οποίο πρέπει να αποφανθεί υπό την ιδιότητά του ως Grundbuchsgericht επί της αιτήσεως αυτής. Στην αίτηση επισυνάπτεται η δήλωση της 5ης Νοεμβρίου 1998. Στους λόγους που στηρίζουν την αίτησή της καταχωρίσεως, η D. Salzmann εκθέτει ότι βάσει των κατά το κοινοτικό δίκαιο υποχρεώσεων και της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο δεν είναι απαραίτητη προηγούμενη έγκριση. Στη συνέχεια, η αίτηση απορρίφθηκε με απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 1998 από έναν δικαστικό υπάλληλο λόγω ελλείψεως αδείας μεταβιβάσεως (Rechtspfleger). Η D. Salzmann άσκησε, στις 18 Νοεμβρίου 1998, ενώπιον του Bezirksgericht Bregenz, υπό την ιδιότητά του ως Grundbuchsgericht, Rekurs κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως.
11. Το Bezirksgericht Bregenz διέταξε συναφώς, με διάταξη της 29ης Δεκεμβρίου 1998 να υποβληθεί αίτηση στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των ακολούθων ερωτημάτων:
«1) Μπορούν οι πολίτες κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως να επικαλούνται την ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων ακόμη και στην περίπτωση που μια χρηματοοικονομική συναλλαγή δεν εμφανίζει κανένα διεθνές στοιχείο;
2) Συμβιβάζεται με την ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων το γεγονός ότι για την αγορά οικοπέδου απαιτείται έγκριση της αρμόδιας για τις μεταβιβάσεις ακινήτων αρχής, έχουσα συστατικό αποτέλεσμα;
3) Τι αποτέλεσμα έχει η ρήτρα standstill του παραρτήματος XII, σημείο 1, στοιχείο ε_, της Συμφωνίας ΕΟΧ επί νέων ειδών καταστάσεων που απαιτούν έγκριση σύμφωνα με το δίκαιο περί μεταβιβάσεως ακινήτων, δημιουργήθηκαν δε μετά την από 2 Μα_ου 1992 υπογραφή της Συμφωνίας ΕΟΧ;»
12. Η διάταξη περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Μα_ου 1999. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η D. Salzmann, η Αυστριακή Κυβέρνηση, η Ισπανική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή. Η υπόθεση συζητήθηκε κατά τη συνεδρίαση της 14ης Δεκεμβρίου 2000, στην οποία εκπροσωπήθηκαν η D. Salzmann, η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
13. Η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή διατύπωσαν σοβαρούς ενδοιασμούς ως προς την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Bezirksgericht. Η Αυστριακή Κυβέρνηση διατύπωσε επίσης τους ενδοιασμούς της ως προς το παραδεκτό και τους διευκρίνισε απαντώντας σε γραπτές ερωτήσεις του Δικαστηρίου. Υπό το φως των ανωτέρω, πρέπει να εξετασθεί κατ' αρχάς η φύση της εθνικής διαδικασίας και η ιδιότητα του παραπέμποντος οργάνου.
IV - Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου
A - Οι κατατεθείσες παρατηρήσεις
14. Το άρθρο 234, πρώτο εδάφιο, ΕΚ ορίζει ότι το Δικαστήριο αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις επί της ερμηνείας της Συνθήκης και των πράξεων των οργάνων της Κοινότητας. Κατά το άρθρο 234, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, δικαστήριο κράτους μέλους δύναται, αν κρίνει ότι η απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του αποφάσεως, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ' αυτού.
15. Οι παρεμβαίνοντες επικαλούνται τη νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά το άρθρο 234 ΕΚ προκειμένου να αμφισβητήσουν το παραδεκτό. Ως γνωστόν, κατά πάγια νομολογία, το ζήτημα αν το αιτούν όργανο είναι δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 234 ΕΚ κρίνεται αποκλειστικά βάσει του κοινοτικού δικαίου. Για τον χαρακτηρισμό ενός οργάνου ως δικαιοδοτικού οργάνου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ένας συνδυασμός θεσμικών παραγόντων, όπως είναι η ίδρυση του οργάνου με νόμο, η μονιμότητά του, ο δεσμευτικός χαρακτήρας της δικαιοδοσίας του, ο κατ' αντιμωλία χαρακτήρας της ενώπιόν του διαδικασίας, η εκ μέρους του οργάνου αυτού εφαρμογή των κανόνων δικαίου, καθώς και η ανεξαρτησία του . Επιπλέον, η διαφορά πρέπει να εκδικάζεται στο πλαίσιο μιας διαδικασίας που πρόκειται να καταλήξει στην έκδοση αποφάσεως δικαιοδοτικού χαρακτήρα .
16. Η Επιτροπή και η Ισπανική Κυβέρνηση υποστήριξαν ότι η φύση της δραστηριότητας που ασκεί εν προκειμένω το Bezirksgericht Bregenz, δηλαδή η απόφαση για την καταχώριση της κυριότητας, εμφανίζει έντονες αντιστοιχίες προς την ιταλική «giurisdizione volontaria» στην υπόθεση Job Centre . Στην παρούσα επίσης περίπτωση, το αιτούν δικαστήριο αποφασίζει ως δικαστήριο και δεν επιτελεί δικαιοδοτική λειτουργία. Σύμφωνα με την απόφαση Job Centre, το Bezirksgericht Bregenz πρέπει ως εκ τούτου να στερείται εν προκειμένω αρμοδιότητας υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο.
17. Η αμφιβολία της Επιτροπής ως προς το παραδεκτό ενισχύεται από τις ιδιομορφίες της παρούσας περιπτώσεως. Από τη διάταξη περί παραπομπής του Bezirksgericht Bregenz συνάγει ότι η προσφεύγουσα ουδέποτε ζήτησε την απαιτούμενη κατά το εθνικό δίκαιο άδεια και ότι ουδεμία απόφαση υπήρξε εν προκειμένω επί της ουσίας. Από την αρμόδια αρχή διαπιστώθηκε απλώς εγγράφως ότι η δήλωση που υπέβαλε η προσφεύγουσα δεν ήταν σύμφωνη με το εθνικό δίκαιο. Τα στοιχεία, καθώς και το γεγονός ότι η D. Salzmann επικαλείται ευθέως στην αίτησή της το άρθρο 73 B της Συνθήκης δημιουργούν στην Επιτροπή την εντύπωση ότι σκοπεί μάλλον στον εκ μέρους του Δικαστηρίου έλεγχο της κατά το άρθρο 8 GVG προϋποθέσεως αδείας παρά στην εγγραφή της εν λόγω μεταβιβάσεως κυριότητας στο κτηματολόγιο.
18. Η Αυστριακή Κυβέρνηση τόνισε ότι η διαδικασία κατά τον αυστριακό Bundesgesetz εμπεριέχει σε ορισμένες ιδιαίτερες περιπτώσεις στοιχεία αντιμωλίας. αρά ταύτα, θεωρεί και αυτή βάσει της αποφάσεως Job Centre ότι στην παρούσα περίπτωση το Bezirksgericht Bregenz δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 234 ΕΚ.
19. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η D. Salzmann υπογράμμισε ομοίως την ύπαρξη ορισμένων στοιχείων αντιμωλίας στη διαδικασία, πλην όμως προκειμένου να υποστηρίξει ότι το Bezirksgericht Bregenz πράγματι αποτελεί εν προκειμένω δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 234 ΕΚ. Συγχρόνως, εξέθεσε ότι το αιτούν όργανο δεν είναι όργανο πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, αλλά δευτεροβάθμιο όργανο και, για τον λόγο αυτό, πρόκειται για νομική διαφορά.
B - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
20. Για λόγους τάξεως, παρατηρώ εξ αρχής ότι η αφορώσα την αρμοδιότητα προβληματική πρέπει να εξεταστεί ανεξάρτητα από το ζήτημα αν το κατά τη Συνθήκη καθεστώς της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων έχει εφαρμογή σε μια καθαρά εσωτερική κατάσταση, πράγμα που αποτελεί το αντικείμενο του πρώτου ερωτήματος . Επιπλέον, κατά τη γνώμη μου δεν πρόκειται υποθετική ή προκατασκευασμένη κατάσταση , όπως φαίνεται εμμέσως να υποστηρίζει η Επιτροπή. Στο σκεπτικό της διατάξεως περί παραπομπής εκτίθενται επαρκώς το εθνικό δίκαιο και τα πραγματικά περιστατικά προκειμένου το Δικαστήριο να έχει τη δυνατότητα να αποφανθεί τουλάχιστον επί των πρώτων δύο υποβληθέντων ερωτημάτων. Τα ερωτήματα είναι λυσιτελή, διότι η D. Salzmann έχει πράγματι εν προκειμένω συμφέρον για ερμηνεία του άρθρου 56 ΕΚ. Η απάντηση του Δικαστηρίου μπορεί πράγματι να έχει ως συνέπεια ότι ως προς την κτήση κυριότητας του ακινήτου που απέκτησε καμία άδεια μεταβιβάσεως δεν είναι αναγκαία, διότι αποδεικνύεται ότι το εθνικό δίκαιο δεν συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο.
21. εραιτέρω, δεν τίθεται κανένα ζήτημα ως προς τις θεσμικού χαρακτήρα προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία του Δικαστηρίου για την αιτούσα αρχή. Το Bezirksgericht Bezirksgericht είναι στην Αυστρία το τοπικό πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με αρμοδιότητα στον τομέα του ποινικού και του αστικού δικαίου και επιφορτισμένο με ορισμένα ιδιαίτερα καθήκοντα. Ένα Bezirksgericht Bezirksgericht συνιστάται βάσει νόμου, είναι ανεξάρτητο και λειτουργεί επί μονίμου βάσεως.
22. Επομένως, η πλούσια νομολογία του Δικαστηρίου, με την οποία οριοθετείται συγκεκριμένα η έννοια του «του δικαστηρίου» κατά το άρθρο 234 ΕΚ, μπορεί εν προκειμένω να μη ληφθεί υπόψη. Εδώ δεν πρόεκειται για τη φύση του οργάνου ως δικαστηρίου , αλλά για το ζήτημα αν τα προδικαστικά ερωτήματα υποβάλλονται σταο πλαίσιο ασκήσεως δικαιοδοτικής λειτουργίας. ρος τον σκοπό αυτό, πρέπει να ανευρεθούν ερείσματα στην απόφαση Job Centre.
23. Στην απόφαση Job Centre, τα προδικαστικά ερωτήματα υποβλήθηκαν από το Tribunale civile e penale di Milano. Από το Tribunale ζητήθηκε να εγκρίνει την πράξη συστάσεως της ενώσεως Job Centre. Η αίτηση αυτή έπρεπε να εξεταστεί στο πλαίσιο μιας διαδικασίας που αποκαλείται «εκουσία δικαιοδοσία». Σύμφωνα με τον ιταλικό Αστικό Κώδικα, το Tribunale διατάσσει την εγγραφή της ενώσεως στο μητρώο, όταν διαπιστώνει ότι το καταστατικό της ενώσεως πληροί τις κατά νόμο προϋποθέσεις και αφού ακούσει τον εισαγγελέα. Το Δικαστήριο έκρινε ως προς το πραδεκτό τα ακόλουθα:
«9. Ότι η διάταξη [άρθρο 234 ΕΚ] δεν εξαρτά την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο από την ύπαρξη κατ' αντιδικίαν διαδικασίας [...] εντούτοις από το άρθρο [234 ΕΚ] προκύπτει ότι τα εθνικά δικαστήρια δύνανται να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο μόνον εφόσον εκκρεμεί ενώπιον αυτών διαφορά και εφόσον καλούνται να αποφανθούν στο πλαίσιο διαδικασίας έχουσας προορισμό να καταλήξει στην έκδοση αποφάσεως δικαιοδοτικού χαρακτήρα [...].
10. Τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
11. Το αιτούν δικαστήριο, όταν αποφαίνεται σύμφωνα με τις εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις στο πλαίσιο διαδικασίας "giurisdizione volontaria" επί αιτήσεως περί εγκρίσεως του καταστατικού της εταιρίας με σκοπό την εγγραφή της στο οικείο βιβλίο, επιτελεί δικαιοδοτική λειτουργία, η οποία άλλωστε, σε άλλα κράτη μέλη, ανατίθεται σε διοικητικές αρχές. Συγκεκριμένα, ενεργεί ως διοικητική αρχή χωρίς, συγχρόνως, να καλείται να επιλύσει μια διαφορά. Μόνο στην περίπτωση που ο δικαιούμενος κατά το εθνικό δίκαιο να ζητήσει την έγκριση του καταστατικού ασκήσει ένδικο μέσο κατά της αρνήσεως εγκρίσεως και, κατά συνέπεια, εγγραφής στο οικείο βιβλίο, μπορεί να θεωρηθεί ότι το επιληφθέν δικαστήριο επιτελεί, υπό την έννοια του άρθρου [234 ΕΚ], λειτουργία δικαιοδοτικής φύσεως έχουσα ως αντικείμενο την ακύρωση πράξεως προσβάλλουσας δικαίωμα του αιτούντος [... ]».
24. Από τις σκέψεις αυτές συνάγω ότι το Δικαστήριο επιθυμεί να κάνει σαφή διάκριση μεταξύ δικαστηρίων που λύνουν μια διαφορά και δικαστηρίων τα οποία, ως διοικητικά ή άλλως όργανα, διεκπεραιώνουν μια διοικητική υπόθεση δικαστικώς, δηλαδή με τις εγγυήσεις μιας γνήσιας δικαστικής διαδικασίας .
25. Η απόφαση Victoria Film, επιβεβαίωσε τις αρχές που θέτει η απόφαση Job Centre, μολονότι τα προδικαστικά ερωτήματα στην υπόθεση αυτή δεν υποβλήθηκαν από δικαστήριο, αλλά από μια συμβουλευτική επιτροπή. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε παραδεκτώς να υποβάλει ερωτήματα μια σουηδική επιτροπή φορολογικού δικαίου στο πλαίσιο αιτήσεως μιας επιχειρήσεως για την έκδοση προκριματικής γνωμοδοτήσεως επί φορολογικού ζητήματος, δεδομένου ότι η επιτροπή αυτή δεν έχει ως καθήκον την επίλυση διαφορών και επομένως δεν ασκεί δικαστική λειτουργία. Η Επιτροπή πληρούσε ορισμένα κριτήρια βάσει των οποίων θα μπορούσε να θεωρηθεί ως δικαστήριο, όπως της ανεξαρτησίας και της εξουσίας εκδόσεων αποφάσεων δεσμευτικού χαρακτήρα κατά την εφαρμογή κανόνων δικαίου. Το Δικαστήριο έκρινε εντούτοις ότι, όπως και το Tribunale civile e penale στην υπόθεση Job Centre, η Επιτροπή ασκεί κυρίως διοικητικής φύσεως λειτουργία. Το Δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη το γεγονός ότι η λειτουργία αυτή στα άλλα κράτη μέλη έχει ανατεθεί ρητώς σε διοικητικό όργανο (τη φορολογική αρχή) και ότι μόνον όταν ο υποκείμενος στον φόρο ασκεί έφεση κατά της προκριματικής γνωμοδοτήσεως μπορεί το Δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται της εφέσεως να θεωρηθεί ως δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 234 ΕΚ .
26. Επιστρέφοντας στην παρούσα υπόθεση και συγκρίνοντάς την με την κατάσταση που αφορούσε η υπόθεση Job Centre, φρονώ ότι δεν μπορεί ευλόγως να υφίσταται αμφιβολία για τις αντιστοιχίες των εθνικών διαδικασιών και τον τρόπο λειτουργίας των αιτούντων οργάνων.
27. Κατ' αρχάς, διαπιστώνεται ότι και στις δύο περιπτώσεις ένα υφιστάμενο επί μονίμου βάσεως δικαιοδοτικό όργανο πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας είναι επιφορτισμένο μ' ένα ειδικό καθήκον, δηλαδή την εγγραφή σ' ένα βιβλίο αντιστοίχως μιας ενώσεως και της μεταβιβάσεως κυριότητας ακινήτου. αρά τις αστικού δικαίου συνέπειες με τις οποίες συνδέεται και στις δύο περιπτώσεις η καταχώριση, πρόκειται για δραστηριότητες καθαρά διοικητικού χαρακτήρα .
28. Μια δεύτερη ομοιότητα αφορά το σημείο της αποκτήσεως της κυριότητας ακινήτου. Σε άλλα μέρη της ενώσεως δεν ασχολούνται με τον έλεγχο της σωστής μεταβιβάσεως και της καταχωρίσεως ακινήτων τα δικαστήρια, αλλά διοικητικά όργανα, ημικρατικές αρχές ή και συμβολαιογράφοι.
29. Τρίτον, ο Bezirksgericht, όπως και το Tribunale civile e penale, εκδίδει απόφαση βάσει των εφαρμοστέων κριτηρίων που καθορίζονται με νομοθετικές διατάξεις. Και τα δύο δικαστήρια δεν μπορούν αυτεπαγγέλτως να αποφανθούν επί της εγγραφής. Το Bezirksgericht εκτιμά τα προσκομιζόμενα έγγραφα και αποφαζίσει βάσει αυτών αν και πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί η καταχώριση. Κατ' αρχήν, δεν πραγματοποιείται ακρόαση του αγοραστή και/ή του πωλητή, πράγμα το οποίο ενισχύει και πάλι τον μη δικαιοδοτικό χαρακτήρα. Επίσης, δεν υφίσταται καμία διαφορά μεταξύ του αγοραστή και του πωλητή του οικοπέδου. Το πολύ πολύ να γίνει λόγος για διαφορά απόψεων μεταξύ της D. Salzmann και του Bezirksgericht Bregenz, το οποίο εν προκειμένω εμφανίζεται ως διοικητικό όργανο του αυστριακού Δημοσίου, το οποίο απορρίπτει την αίτηση καταχωρίσεως μιας μεταβιβάσεως ακινήτου. Η κατάσταση αυτή είναι εντούτοις συγκρίσιμη με την κατάσταση οποιουδήποτε διοικητικού οργάνου το οποίο αποφασίζει αρνητικώς επί μιας αιτήσεως χορηγήσεως αδείας.
30. Τέταρτον, το Δικαστήριο, με την απόφαση Job Centre, αποδίδει σημασία στη δυνατότητα της προσφεύγουσας να ασκήσει έφεση αν απορριφθεί η αίτηση καταχωρίσεως. Μια τέτοια δυνατότητα υφίσταται και εν προκειμένω. Αν το Bezirksgericht Bregenz αποφανθεί αρνητικά επί της αιτήσεως καταχωρίσεως της μεταβιβάσεως κυριότητας, η D. Salzmann μπορεί να ασκήσει έφεση ενώπιον δικαστηρίων δευτέρου και τρίτου βαθμού.
31. Ήδη βάσει των προεκτεθέντων είμαι πεπεισμένος ότι το Bezirksgericht Bregenz, όταν ενεργεί ως Grundbuchsgericht, επιτελεί μη δικαιοδοτική λειτουργία . Επομένως, δεν είναι δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 234 ΕΚ που έχει την εξουσία να υποβάλλει προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο. Το γεγονός ότι το Bezirksgericht πληροί κατά τα λοιπά τις διατυπωθείσες με τη νομολογία θεσμικές προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληροί ένα όργανο για να μπορεί να υποβάλλει προδικαστικά ερωτήματα δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή.
32. Εντούτοις, πρέπει να εξετασθούν εγγύτερα ορισμένα σημεία.
33. Όλως κατ' αρχάς, τα ενδεχομένως στοιχεία αντιμωλίας της διαδικασίας. Η D. Salzmann αναφέρθηκε στη δήλωση της 5ης Νοεμβρίου 1998 την οποία δεν δέχθηκε η Landeskommission, γιατί απαιτείται μια άλλη δήλωση. Η D. Salzmann και η Αυστριακή Κυβέρνηση αναφέρθηκαν επιπλέον στη δυνατότητα που έχει το Grundbuchsgesetz δυνάμει του Grundbuchsgericht να θέτει σε ορισμένες περιπτώσεις ερωτήσεις στα μέρη .
34. Εντούτοις, οι περιστάσεις αυτές δεν μπορούν εν προκειμένω να έχουν αποτέλεσμα τον χαρακτηρισμό του Bezirksgericht ως δικαστηρίου κατά την έννοια του άρθρου 234 ΕΚ. Σε μια διοικητική διαδικασία που αφορά την καταχώριση ορισμένης έννομης καταστάσεως είναι φυσικό, στην περίπτωση που δεν έχουν προσκομιστεί πρωτοδίκως όλα τα απαιτούμενα έγγραφα, το διοικητικό όργανο να παρέχει ακόμη στον αιτούντα την ευκαιρία να προσκομίσει τα έγγραφα που λείπουν. Το ότι λόγω της δυνατότητας ακροάσεως των μερών σε εξαιρετικές περιπτώσεις υφίστανται ήδη στοιχεία αντιμωλίας δεν συνιστά καθεαυτό επαρκή επιχειρηματολογία. Το Δικαστήριο δεν θεωρεί πράγματι την προϋπόθεση της κατ' αντιμωλία διαδικασίας ως καθοριστικής σημασίας για το παραδεκτό της υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων . Ενδεχόμενα στοιχεία αντιμωλίας δεν εξαλείφουν εν προκειμένω τον διοικητικό χαρακτήρα της καταχωρίσεως κυριότητας.
35. Σημαντικότερο θεωρώ τον ισχυρισμό της D. Salzmann ότι το Bezirksgericht δεν είναι όργανο πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, αλλά δευτεροβάθμια αρχή. Το Bezirksgericht εξέθεσε στη διάταξη περί παραπομπής ότι λειτουργεί ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. ροηγουμένως, πράγματι, η Landeskommission και ο Rechtspfleger εξέτασαν αρνητική απόφαση κατά της οποίας η D. Salzmann, όπως η ίδια εξέθεσε, άσκησε έφεση ενώπιον του Bezirksgericht Bregenz. Για τον λόγο αυτόν, πρέπει όντως να πρόκειται για ένδικη διαφορά η οποία επιπλέον κρίνεται ήδη σε δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.
36. αρά ταύτα, ούτε αυτός ο ισχυρισμός μπορεί να γίνει δεκτός. ουθενά στη διάταξη περί παραπομπής δεν αναφέρεται ότι το Bezirksgericht είναι δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Αντιθέτως, το Bezirksgericht εκθέτει σαφώς ότι υπό την ιδιότητά του ως Grundbuchsgericht πρέπει να αποφανθεί επί αιτήσεως της D. Salzmann, σύμφωνα με το Grundbuchsgesetz. Το Bezirksgericht υπέβαλε τα ερωτήματα με άλλη διατύπωση στο πλαίσιο μιας διαδικασίας που αφορά την εγγραφή στο κτηματολόγιο. Χάριν πληρότητας, θα εξετάσω και τους ισχυρισμούς της D. Salzmann.
37. Ο ισχυρισμός ότι το Bezirksgericht ενεργεί ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως προς την απόφαση της Landeskommission με την οποία δεν έγινε δεκτή η υποβληθείσα από αυτήν δήλωση είναι άνευ ετέρου εσφαλμένος. Κατά της αποφάσεως αυτής όφειλε, σύμφωνα με το άρθρο 13 GVG, να ασκήσει διοικητική προσφυγή ενώπιον του Unabhängige Verwaltungssenat, ενός ανεξάρτητου διοικητικού οργάνου, προκειμένου να επιτύχει αναθέωρηση της κρίσεως της Landeskommission. Το Bezirksgericht Bregenz, ενεργώντας υπό την ιδιότητά του ως Grundbuchsgericht, δεν έχει την εξουσία να κρίνει διοικητικές προσφυγές που ασκούνται κατά αποφάσεων της Landeskommission. Όταν ενεργεί ως διοικητικό όργανο στο πλαίσιο της καταχωρίσεως συναλλαγών που αφορούν ακίνητα, δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο παρά να ελέγξει αν πληρούνται οι προβλεπόμενες από τον νόμο προϋποθέσεις για μια τέτοια καταχώριση. Το Bezirksgericht όφειλε να μην επιτρέψει την καταχώριση που ζήτησε η D. Salzmann, δεδομένου ότι δεν υφίστατατο η απαιτούμενη από τον νόμο άδεια.
38. Ομοίως αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός της D. Salzmann ότι το Bezirksgericht ενήργησε εν προκειμένω ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο έναντι αρνητικής αποφάσεως του Rechtspfleger ο οποίος απέρριψε την αίτηση καταχωρίσεως. Η D. Salzmann έπρεπε να υποβάλει την αίτηση για την καταχώριση της εν λόγω συναλλαγής στο Bezirksgericht. Η αίτηση δεν εξετάστηκε στο δικαστήριο αυτό από έναν δικαστή, αλλά από έναν Rechtspfleger. Ο Rechtspfleger είναι δικαστικός υπάλληλος επιφορτισμένος με την εκτέλεση ορισμένων καθοριζόμενων από τον νόμο καθηκόντων, τα οποία δεν είναι κυρίως δικαιοδοτικής φύσεως. Οι αρμοδιότητές του καθορίζονται λεπτομερώς με τον Rechtspflegergesetz . Επιμελείται υποθέσεων αστικού δικαίου των οποίων επιλαμβάνονται τα πρωτοβάθμια δικαστήρια, όπως της εκτελέσεως αποφάσεων, πτωχευτικών υποθέσεων, υποθέσεων εμπορικού μητρώου, κληρονομιών και της καταχωρίσεως κυριότητας πλοίων και ακινήτων. Επομένως, ο Rechtspfleger συμβάλλει σημαντικά στην ελάφρυνση του φόρτου εργασίας των δικαστών, ιδίως όταν πρόκειται για σχετικώς απλές ενέργειες, οι οποίες σε άλλα κράτη μέλη επιτελούνται συχνά από μη δικαιοδοτικές αρχές και από μη δικαστικούς υπαλλήλους. Ως εκ περισσού, προσθέτω ότι όταν ο δικαστής είναι επιφορτισμένος με την άσκηση διοικητικών καθηκόντων, όπως της καταχωρίσεως ακινήτων, και ο Rechtspfleger, ο οποίος επιτελεί αντ' αυτού τα εν λόγω καθήκοντα, ενεργεί υπό διοικητική ιδιότητα.
39. Κατά τον Rechtspflegergesetz, ο Rechtspfleger ενεργεί κατόπιν συγκεκριμένης εντολής του δικαστή, την οποία αυτός μπορεί επιπλέον να ανακαλέσει οποτεδήποτε. Ο Rechtspfleger δεσμεύεται από τις οδηγίες του δικαστή. Ο δικαστής μπορεί επίσης να αφαιρέσει από τον Rechtspfleger τη διεκπεραίωση οποιασδήποτε υποθέσεως και να την αναλάβει ο ίδιος, όταν το θεωρεί αναγκαίο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο Rechtspfleger υποχρεούται ο ίδιος να θέσει υπόψη του δικαστή μια υπόθεση .
40. Στην παρούσα υπόθεση, ο Rechtspfleger απέρριψε βάσει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου την αίτηση της D. Salzmann για την καταχώριση της επίδικης συναλλαγής που αφορά ακίνητα. Σύμφωνα με τη ρύθμιση του Rechtspflegergesetz, κάθε απόφαση του Rechtspfleger μπορεί να ελέγχεται από τον δικαστή . Η D. Salzmann άσκησε κατά της αποφάσεως του Rechtspfleger το μοναδικό ένδικο μέσο που διαθέτει από τον νόμο : την άσκηση Rekurs ενώπιον του Bezirksgericht. Η φύση των καθηκόντων του Rechtspfleger συνεπάγεται ότι κατά των αποφάσεών του πρέπει να ζητείται αναθεώρηση από τον δικαστή υπό την ευθύνη του οποίου ασκεί τα καθήκοντά του.
41. Υπ' αυτή την αντίληψη, η Rekurs που άσκησε εν προκειμένω η D. Salzmann ενώπιον του Bezirksgericht έχει τον χαρακτήρα διοικητικής προσφυγής, όπου ο δικαστής ελέγχει αν ο ενεργήσας υπό την ευθύνη του Rechtspfleger εκτέλεσε ορθώς τα καθήκοντά του κατά την άσκηση των διοικητικών δραστηριοτήτων που του ανατέθηκαν. Κατά το άρθρο 11 RPG και το άρθρο 122 GBG, ο δικαστής μπορεί να εκδώσει επί της Rekurs της D. Salzmann δύο αποφάσεις. Δεν κρίνει ότι η ζητούμενη καταχώριση πληροί πράγματι τις προϋποθέσεις του Grundbuchsgesetz, μπορεί ακόμη να προβεί στην υπηρεσιακή ενέργεια που ζητεί η D. Salzmann. Αν κρίνει ότι τα εκτιθέμενα από τη D. Salzmann παράπονα κατά των αποφάσεων του Rechtspfleger δεν μπορούν να γίνουν δεκτά, οφείλει να παραπέμψει τη Rekurs για λεπτομερέστερη εξέταση σε ένα ανώτερο δικαιοδοτικό όργανο, εν προκειμένω το Landesgericht.
42. Από αυτές τις διαδικαστικές διατάξεις προκύπτει σαφώς ότι η Rekurs κατά αποφάσεων του Rechtspfleger ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο αυτός ασκεί τα καθήκοντά του έχει τον χαρακτήρα διοικητικής προσφυγής. Μόνον όταν πρέπει να παραπεμφθεί στο ανώτερο επίπεδο του Landesgericht, αποκτά η Rekurs, μέσω της κρίσεως αυτού του δικαστηρίου, τον χαρακτήρα ένδικης προσφυγής. Επομένως, ο ισχυρισμός της D. Salzmann ότι το Bezirksgericht πρέπει εν προκειμένω να αποφανθεί κατόπιν ασκήσεως ένδικης προσφυγής επί της αποφάσεως του Rechtspfleger δεν είναι ορθός.
43. Το Bezirksgericht ενεργεί ως Grundbuchsgericht, επιτελεί επομένως μη δικαστική, αλλά διοικητική λειτουργία, τόσο στην περίπτωση κατά την οποία ο ίδιος ο δικαστής αποφασίζει επί της καταχωρίσεως συναλλαγών που αφορούν ακίνητο όσο και στην περίπτωση κατά την οποία ελέγχει τις σχετικές αποφάσεις που εκδίδει ο υπό την ευθύνη του ασκών τα καθήκοντά του Rechtspfleger. Τα εν προκειμένω υποβληθέντα στο Δικαστήριο ερωτήματα δεν προέρχονται επομένως από δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 234 ΕΚ. Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να αποφανθεί επί των ερωτημάτων αυτών. Αυτό φυσικά δεν αναιρεί ότι το Δικαστήριο που ενδεχομένως καλείται να αποφανθεί κατόπιν ασκήσεως ένδικης προσφυγής επί των αποφάσεων του Bezirksgericht Bregenz μπορεί, ως δικαιοδοτικό όργανο , να υποβάλει προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο .
V - ρόταση
44. Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να αποφανθεί ότι δεν έχει εξουσία να απαντήσει στα ερωτήματα που του υπέβαλε το Bezirksgericht Bregenz με διάταξη περί παραπομπής της 29ης Δεκεμβρίου 1998.
Full & Egal Universal Law Academy