ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 26ης Σεπτεμβρίου 2002 ( 1 )
Περιεχόμενα
Ι — Εισαγωγή
II — Αιτήματα και λόγοι αναιρέσεως
III — Εξέταση της υποθέσεως
Α— Επί του λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι ερμηνεύθηκε εσφαλμένα ο όρος «αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων» του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
Β — Επί των λόγων αναιρέσεως που αφορούν το ζήτημα του αυτοτελούς χαρακτήρα της παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού με το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών (δεύτερος και τέταρτος λόγος αναιρέσεως)
Γ — Επί του λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι ερμηνεύθηκε εσφαλμένα ο όρος «τείνουν» του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και ότι το Πρωτοδικείο υπερέβη τις αρμοδιότητες του (τρίτος λόγος αναιρέσεως)
IV — Πρόταση
Ι — Εισαγωγή
1.
Η παρούσα υπόθεση αφορά τον έλεγχο της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (δεύτερο πενταμελές τμήμα) της 11ης Μαρτίου 1999 που εκδόθηκε επί της υποθέσεως Eurofer κατά Επιτροπής ( 2 ) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
2.
Όσον αφορά την προϊστορία των σχέσεων μεταξύ του βιομηχανικού κλάδου της χαλυβουργίας και της Επιτροπής κατά τα έτη 1970-1990, ιδίως όσον αφορά τις ρυθμίσεις για τη μεγάλη κρίση και την απόφαση 2448/88/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 19ης Ιουλίου 1988, που καθιερώνει σύστημα επιτήρησης για ορισμένα προϊόντα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( 3 ), παραπέμπω στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Το σύστημα επιτηρήσεως που καθιέρωσε η απόφαση 2448/88 έληξε στις 30 Ιουνίου 1990 και αντικαταστάθηκε από ένα καθεστώς ατομικής και εθελοντικής πληροφορήσεως ( 4 ).
3.
Στις 16 Φεβρουαρίου 1994 η Επιτροπή εξέδωσε κατά δεκαεπτά ευρωπαϊκών χαλυβουργικών επιχειρήσεων και κατά μιας επαγγελματικής ενώσεως τους, της Ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας βιομηχανιών σιδήρου και χάλυβα, Eurofer ASBL (στο εξής: αναιρεσείουσα), την απόφαση 94/215/ΕΚΑΧ σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ όσον αφορά συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές που εφήρμοσαν ευρωπαίοι παραγωγοί δοκών χάλυβα ( 5 ) (στο εξής: απόφαση). Οι αποδέκτες της αποφάσεως παρέβησαν, κατά την άποψη της Επιτροπής, το δίκαιο του ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, εγκαθιδρύοντας κατά τρόπο που αντέβαινε στον ανταγωνισμό ορισμένα συστήματα ανταλλαγής πληροφοριών και συνάπτοντας συμφωνίες περί καθορισμού των τιμών και περί κατανομής των αγορών. Η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμα σε δεκατέσσερις από τις επιχειρήσεις αυτές. Στην περίπτωση της αναιρεσείουσας ως ενώσεως επιχειρήσεων, η Επιτροπή διαπίστωσε με το άρθρο 2 της αποφάσεως της ότι «παρέβη το άρθρο 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, επειδή διευκόλυνε τα μέλη της στην ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών σε σχέση με τις παραβάσεις που διέπραξαν τα μέλη της [...]». Επιπλέον, η απόφαση περιέχει στο άρθρο 3 διάταξη εντέλλουσα την παύση ορισμένων συμπεριφορών στο μέλλον.
4.
Κατά της αποφάσεως πλείονες θιγόμενες επιχειρήσεις και η αναιρεσείουσα άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου. Το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή της αναιρεσείουσας.
5.
Η αναιρεσείουσα άσκησε, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Μαΐου 1999, αίτηση αναιρέσεως κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
ΙΙ— Αιτήματα και λόγοι αναιρέσεως
6.
Η αναιρεσείουσα ζητεί με την αίτητή της αναιρέσεως από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει εξ ολοκλήρου την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,
—
δεχόμενο τα πρωτοδίκως προβληθέντα αιτήματά της, να ακυρώσει το άρθρο 2 καθώς και το άρθρο 3, καθ' ο μέρος αφορά την αναιρεσείουσα, της αποφάσεως της Επιτροπής C(94) 321 της 16ης Φεβρουαρίου 1994, και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως,
2)
να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
7.
Η αναιρεσείουσα προβάλλει με το δικόγραφο της αιτήσεως της αναιρέσεως τους ακόλουθους λόγους αναιρέσεως:
Πρώτος λόγος αναιρέσεως
«Παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ λόγω εσφαλμένης ερμηνείας του όρου “αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων”».
Λεύτερος λόγος αναιρέσεως
«Παράβαση του άρθρου 15, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ λόγω εσφαλμένης, αντιφατικής και υπερβαίνουσας τα όρια της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Πρωτοδικείου αιτιολογίας όσον αφορά τη διαπίστωση στο άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η Eurofer διευκόλυνε την ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών σε σχέση με τις παραβάσεις που διέπραξαν τα μέλη της».
Τρίτος λόγος αναιρέσεως
«Παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ καθώς και της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Πρωτοδικείου λόγω εσφαλμένης ερμηνείας του όρου “που τείνουν” κατά την εφαρμογή του στις φερόμενες ως επιπτώσεις επί του ανταγωνισμού του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών που είχε οργανώσει η Eurofer».
Τέταρτος λόγος αναιρέσεως
«Παράβαση του άρθρου 15, παράγραφος 1, και του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ λόγω εσφαλμένης ερμηνείας του όρου “να παρεμποδίζουν, να περιορίζουν ή να νοθεύουν την κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού” και λόγω αντιφατικής αιτιολογίας κατά την εφαρμογή του στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών που είχε οργανώσει η Eurofer».
8.
Οι λόγοι αναιρέσεως που προβάλλονται στην παρούσα διαδικασία αντιστοιχούν εν μέρει, από άποψη περιεχομένου, στους λόγους αναιρέσεως ή σε σκέλη των λόγων αναιρέσεως που προβάλλονται στην υπόθεση C-194/99 Ρ (Thyssen Stahl AG κατά Επιτροπής) ( 6 ). Θα αναπτύξω σήμερα τις προτάσεις μου και επί της ανωτέρω υποθέσεως. Όπου υπάρχει θεματική αντιστοιχία των επιχειρημάτων, θα παραπέμπω, στις παρούσες προτάσεις μου, στις εκτιμήσεις που προέβην με τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως C-194/99 Ρ.
IIΙ — Εξέταση της υποθέσεως
Α — Επί του λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι ερμηνεύθηκε εσφαλμένα ο όρος «αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων» του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
Επιχειρήματα των διαδίκων
9.
Η αναιρεσείουσα βάλλει κατά των σκέψεων 109 επ. και 137 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως διαπίστωσε την ύπαρξη αποφάσεως ενώσεως επιχειρήσεων. Με τον τρόπο αυτό, το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένα το νόημα και τον σκοπό του όρου «απόφαση» μιας ενώσεως επιχειρήσεων. Κατά την αναιρεσείουσα, η απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων αποτελεί «υποκατηγορία και μόνον των συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων και όχι μια ειδική περίπτωση των δραστηριοτήτων» και, ως εκ τούτου, σε περίπτωση που υπάρχει συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων παρέλκει η εξέταση σχετικά με την ύπαρξη αποφάσεως ενώσεως επιχειρήσεων.
10.
Κατά τα λοιπά, εσφαλμένως το Πρωτοδικείο δέχθηκε, με τη σκέψη 130 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το άρθρο 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ έχει εφαρμογή στις δραστηριότητες των ενώσεων επιχειρήσεων, μολονότι μια ένωση επιχειρήσεων είναι δυνατόν να παραβιάζει την απαγόρευση της συμπράξεως επιχειρήσεων μόνον όταν συμπεριφέρεται ως επιχείρηση. Το Πρωτοδικείο εσφαλμένως στηρίχθηκε στην απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως SOREMA ( 7 ), διότι η απόφαση αυτή αφορά ακριβώς την περίπτωση κατά την οποία καταλογίστηκαν στην ένωση οι δραστηριότητες των μελών της σχετικά με τις πωλήσεις.
11.
Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι το Πρωτοδικείο κατέληξε με τις σκέψεις 110 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, βάσει ορισμένων ενδείξεων την ύπαρξη των οποίων δεν αμφισβητεί η αναιρεσείουσα, στο συμπέρασμα ότι υπήρχε απόφαση της αναιρεσείουσας. Η διαπίστωση αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγματικού γεγονότος και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
12.
Κατά την Επιτροπή, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε με τις σκέψεις 112 και 204 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι, πέραν της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην επιτροπή δοκών, υπήρχε ένα σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών το οποίο είχε οργανωθεί από την αναιρεσείουσα. Επομένως, ορθώςτο Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι, πέραν της συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων, υπήρχε και απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων. Το άρθρο 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων αποτελούν μια μόνον υποκατηγορία των συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων.
13.
Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ θεωρεί τις ενώσεις επιχειρήσεων ρητώς ως υποκείμενα τα οποία είναι δυνατόν να παραβούν το δίκαιο του ανταγωνισμού. Δεν είναι σύμτ φωνο προς τα ανωτέρω το ότι η αναιρεσείουσα καταλογίζει τη συμπεριφορά της στα μέλη της ενώσεως, επιχειρεί δε να παρουσιάσει την απόφαση απλώς ως επικουρικό στοιχείο του πραγματικού του ανωτέρω κανόνα δικαίου.
14.
Κατά την Επιτροπή, όπως ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 131 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το άρθρο 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ εφαρμόζεται και στις ειδικές δραστηριότητες των ενώσεων και όχι μόνο στις επιμέρους επιχειρηματικές δραστηριότητες. Η ρύθμιση θα ήταν περιττή αν η διάταξη αυτή εφαρμοζόταν στη συμπεριφορά των ενώσεων αυτών μόνον εφόσον η συμπεριφορά αυτή ενέπιπτε, ούτως ή άλλως, στη ρύθμιση για τις επιχειρήσεις.
Εκτίμηση
15.
Προφανώς, η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι υπάρχουν ορισμένα προβλήματα που συν δέονται με την ιδιομορφία της αρχικής υποθέσεως, λόγω του ότιη συμμετοχή των μελών της αναιρεσείουσας στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών που η ίδια είχε οργανώσει επιτελεί, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου, τριπλή λειτουργία: η συμμετοχή των μελών της αναιρεσείουσας στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών αποτελεί κατ' αρχάς παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού από τα μέλη και δεύτερον ένδειξη για την ύπαρξη «αποφάσεως» της αναιρεσείουσας, ως ενώσεως επιχειρήσεων, και τρίτον η οργάνωση του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών αποτελεί παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού από την ίδια την αναιρεσείουσα.
16.
Καθ' ο μέτρο από τη συμμετοχή των μελών της αναιρεσείουσας στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών συνάγεται η ύπαρξη αποφάσεως της αναιρεσείουσας, πρόκειται για εκτίμηση πραγματικού γεγονότος η οποία —υπό την επιφύλαξη του ελέγχου για τυχόν παραμόρφωση— δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ( 8 ). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι ως προς το σημείο αυτό απαράδεκτος.
17.
Περαιτέρω, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση συνάγεται ότι το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι η συμπεριφορά των επιχειρήσεων είναι δυνατόν να αποτελεί παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, η δε βάσει της συμπεριφοράς αυτής αποδεικνυόμενη απόφαοη της οικείας ενώσεως επιχειρήσεων είναι δυνατόν να αποτελεί ταυτόχρονα παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού από την ίδια την ένωση. Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι η συμπεριφορά μέλους της ενώσεως είναι δυνατόν επικουρικώς και μόνον να καταλογιστεί στην ένωση, ήτοι εφόσον η συμπεριφορά αυτή δεν έχει ήδη τιμωρηθεί ως παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού διαπραχθείσα από το μέλος της ενώσεως.
18.
Ωστόσο, η άποψη αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ ( 9 ). Ως προς το σημείο αυτό θα πρέπει μεν να γίνει δεκτή η άποψη της αναιρεσείουσας ότι η ευθύνη των ενώσεων βάσει του δικαίου του ανταγωνισμού είναι επικουρική σε εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες η συμπεριφορά των επιχειρήσεων, οι οποίες είναι μέλη της ενώσεως, δεν στηρίζεται σε συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές των επιχειρήσεων μεταξύ τους, αλλά ρυθμίζεται από τη συμπεριφορά της ενώσεως. Ωστόσο, αυτό ουδόλως σημαίνει ότι η εφαρμογή του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ επί των ενώσεων περιορίζεται στην περίπτωση αυτή. Αυτό προκύπτει από τις ακόλουθες σκέψεις:
19.
Το άρθρο 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ δεν παρέχει τη δυνατότητα, αντίθετα με το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 81 ΕΚ) σε συνδυασμό με το άρθρο 15 του κανονισμού 17, ( 10 ) επιβολής προστίμων κατά ενώσεως επιχειρήσεων η οποία έλαβε αποφάσεις που αντιβαίνουν στους κανόνες του ανταγωνισμού. Το άρθρο 65, παράγραφος 4, προβλέπει απλώς, ως έννομες συνεπείς, την ακυρότητα της αποφάσεως και την επιβολή, με απόφαση της Επιτροπής, υποχρεώσεως να παύσει τη συμπεριφορά αυτή στο μέλλον.
20.
Αν η υποχρέωση αυτή παύσεως μιας συμπεριφοράς στο μέλλον επιβληθεί εις βάρος των μελών της ενώσεως, τότε αυτή η υποχρέωση καταλαμβάνει μόνον τα μέλη προς τα οποία απευθύνεται η απόφαση (βλ. άρθρο 3 σε συνδυασμό με άρθρο 1 της αποφάσεως). Εάν θεωρηθεί ότι η υποχρέωση παύσεως ορισμένης συμπεριφοράς στο μέλλον δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί πλέον στην ίδια την ένωση εκ του λόγου και μόνον ότι έχει ήδη επιβληθεί σε ορισμένα μέλη της ενώσεως, τότε αυτό θα είχε ως συνέπεια να μην είναι δυνατόν να απαγορευθεί νομίμως στην ένωση να εξακολουθεί να εφαρμόζει άνευ τροποποιήσεων την απόφαση με άλλα ή με νέα μέλη.
21.
Αυτό θα στερούσε το άρθρο 65, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΚΑΧ από μια σημαντική αποτρεπτική λειτουργία που επιτελεί. Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να δοθεί μια τέτοια ερμηνεία στο άρθρο 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, ιδίως αν ληφθεί υπόψη η αδυναμία επιβολής προστίμων κατά ενώσεως επιχειρήσεων η οποία έλαβε μια απόφαση που αντιβαίνει στους κανόνες του ανταγωνισμού. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ είναι δυνατόν επικουρικώς και μόνον να επισύρει ποινή σε σχέση με τη συμπεριφορά των μελών της ενώσεως η οποία ευθυγραμμίζεται με την απόφαση αυτή.
22.
Ως προς την άποψη της αναιρεσείουσας ότι το άρθρο 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ πρέπει να εφαρμόζεται μόνο σε αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού αποφάσεις ενώσεως επιχειρήσεων, εφόσον οι αποφάσεις αυτές ελήφθησαν από την ένωση στο πλαίσιο της δικής της επιχειρηματικής λειτουργίας, αρκεί να λεχθεί ότι από το σύνολο της νομολογίας του Δικαστηρίου δεν μπορεί να συναχθεί μια τέτοια αρχή ( 11 ). Όπως ορθώς υποστήριξε η Επιτροπή, μια τέτοια αρχή θα ήταν περιττή και για τον λόγο ότι ενώσεις, οι οποίες διαπράττουν παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού στο πλαίσιο των δικών τους επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, θα ενέπιπταν ούτως ή άλλως στην έννοια της «επιχειρήσεως» του άρθρου 65, παράγραφος 1, ΕΚΑΧ, η δε εφαρμογή της διατάξεως αυτής σε «ενώσεις» θα ήταν περιττή.
23.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προς το σημείο αυτό ως αβάσιμος.
24.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η εσφαλμένη ερμηνεία του όρου «αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων» κατά την έννοια του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο του ως εν μέρει απαράδεκτος και κυρίως ως αβάσιμος.
Β — Επί των λόγων αναιρέσεως που αφορούν το ζήτημα του αυτοτελούς χαρακτήρα της παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού με το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών (δεύτερος και τέταρτος λόγος αναιρέσεως)
Επιχειρήματα των διαδίκων
25.
Η αναιρεσείουσα βάλλει με τα επιχειρήματά της επίτου δευτέρου λόγου αναιρέσεως κατά της ερμηνείας του άρθρου 2 της αποφάσεως της Επιτροπής που παρατίθεται στις σκέψεις 169 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως του άρθρου 15 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, μολονότι η απόφαση της Επιτροπής περιέχει αντιφατική αιτιολογία σχετικά με τη διαπίστωση του άρθρου 2 της αποφάσεως της, σύμφωνα με την οποία η αναιρεσείουσα οργάνωσε το σύστημά της ανταλλαγής πληροφοριών «σε σχέση» με τις παραβάσεις των μελών της.
26.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε με τις σκέψεις 173 και 175, αφενός, και με τη σκέψη 189 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αφετέρου, σε αντιφάσεις διαπιστώνοντας ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών που οργάνωσε η αναιρεσείουσα αποτελεί αυτοτελή παράβαση σε σχέση με τις παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού από τα μέλη της, ταυτόχρονα όμως το Πρωτοδικείο δέχεται ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών χρησίμευσε στον έλεγχο της τηρήσεως των ποσοστώσεων.
27.
Επιπλέον, το Πρωτοδικείο υπερέβη οτη σκέψη 191 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τα όρια της καθ' ύλην αρμοδιότητάς του, προσθέτοντας στην υπόθεση νέα πραγματικά περιστατικά. Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι τα μέλη της αναιρεσείουσας εξακολούθησαν την εφαρμογή του συστήματος ποσοστώσεων το οποίο έληξε στις 30 Ιουνίου 1988, προκειμένου να συναγάγει εξ αυτού ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών που είχε οργανώσει η αναιρεσείουσα ήταν παράνομο. Ωστόσο, η υποτιθέμενη περαιτέρω εφαρμογή του συστήματος ποσοστώσεων δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στα πραγματικά περιστατικά που παρατίθενται στην απόφαση της Επιτροπής ούτε στην ίδια την απόφαση του Πρωτοδικείου.
28.
Μετα επιχειρήματά της επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά των σκέψεων 185 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με τις οποίες η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι ερμηνεύθηκε και εφαρμόστηκε εσφαλμένα η προϋπόθεση του πραγματικού «να παρεμποδίζουν, να περιορίζουν ή να νοθεύουν την κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού» του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
29.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο χαρακτήρισε στη σκέψη 202 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το σύστημά της ανταλλαγής πληροφοριών ως αυτοτελή παράβαση, στη δε σκέψη 191 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στηρίχθηκε, προκειμένου να αιτιολογήσει τον περιορισμό του ανταγωνισμού, στη λειτουργία του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών ως μέσου επιτηρήσεως του σεβασμού των εθνικών αγορών από μια σύμπραξη παραγωγών δοκών χάλυβα, ήτοι στηρίχθηκε στον επιβοηθητικό, μη αυτοτελή, ρόλο του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών.
30.
Η αναιρεσείουσα αμφισβητεί ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών θα ήταν δυνατό αφ' εαυτού να περιορίσει τον ανταγωνισμό. Κατά την άποψη της, ένα σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών δύναται να περιορίσει τον ανταγωνισμό μόνον όταν οι συμμετέχοντες σε αυτό διά της εισροής δεδομένων περιορίζονται ως προς την επιχειρηματική τους αυτονομία δράσεως και λήψεως αποφάσεων. Αυτό όμως θα συνέβαινε μόνο στην περίπτωση κατά την οποία οι συμμετέχοντες λόγω της συμφωνηθείσας γνωστοποιήσεως δεδομένων δεν προέβαιναν σε ορισμένες πράξεις ανταγωνισμού, διότι το εντεύθεν προβάδισμα θα αντισταθμιζόταν αμέσως από τις πράξεις ανταγωνισμού των λοιπών συμμετεχόντων που θα επακολουθούσαν.
31.
Ωστόσο, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι τα δεδομένα που ανταλλάσσονταν δεν ήσαν επαρκώς λεπτομερή ιδίως ως προς τα προϊόντα και τους αγοραστές ώστε να είναι δυνατόν να περιοριστεί σε τέτοιο βαθμό η αυτονομία δράσεως των συμμετεχόντων, διότι τα δεδομένα αυτά αφορούσαν τη συνολική κατηγορία προϊόντων «δοκοί χάλυβα», η οποία στην επίσημη τελωνειακή στατιστική περιλαμβάνει, μόνο για τις δοκούς τύπου Η, U και Ι, συνολικά δέκα διαφορετικές κατηγορίες οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Επομένως, εσφαλμένως το Πρωτοδικείο διαπίστωσε «λακωνικά» με τη σκέψη 188 ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών αφορούσε ομοιογενή προϊόντα και ότι, ως εκ τούτου, ο ανταγωνισμός λόγω των χαρακτηριστικών των προϊόντων ήταν άκρως περιορισμένος. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο αντλεί την πληροφορία αυτή από μια δευτερεύουσα πρόταση της αιτιολογικής σκέψεως 269 της αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία δεν στηρίζεται ως προς το σημείο αυτό σε καμία αιτιολογία.
32.
Κατ' αρχάς, η Επιτροπή τονίζει ότι η αναιρεσείουσα ερμηνεύει εσφαλμένα τη σκέψη 191 της αποφάσεως. Από τη σκέψη αυτή δεν προκύπτει ότι οι επιχειρήσεις εξακολούθησαν το σύστημα ποσοστώσεων και πέραν της 30ής Ιουνίου 1988. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε απλώς ότι οι επιχειρήσεις είχαν τη δυνατότητα με το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών να ελέγχουν σε ποιον βαθμό εκάστη εξ αυτών εξακολουθούσε να συμμορφώνεται με τις εθνικές αγορές οι οποίες χρησίμευαν ως βάση για το σύστημα ποσοστώσεων.
33.
Ως προς τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι υπάρχει αυτοτελής παράβαση, η Επιτροπή υποστηρίζει κατ' αρχάς ότι αυτό αποτελεί διαπίστωση πραγματικού γεγονότος η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
34.
Κατά τα λοιπά, η αναιρεσείουσα επικαλείται την αντιφατικότητα της αιτιολογίας μόνο σε σχέση με τη σκέψη 191 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως την οποία ερμηνεύει εσφαλμένα. Κατά την Επιτροπή, υπήρχε σύμπραξη για τον καθορισμό τιμών και για την κατανομή αγορών. Ωστόσο, ανεξαρτήτως των συμπράξεων αυτών, το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών μπορούσε αφ' εαυτού να επηρεάσει αισθητώς τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων στην αγορά.
35.
Επικουρικώς, πρέπει να αντιταχθεί στην αναιρεσείουσα ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών είχε ως συνέπεια για τους συμμετέχοντες σε αυτό τον περιορισμό της αυτονομίας τους δράσεως και λήψεως αποφάσεων. Και τούτο διότι οι επιχειρήσεις, έστω και άνευ των παλαιών ρυθμίσεων για τις ποσοστώσεις, θα εξακολουθούσαν να κινούνται εντός των «παραδοσιακών εμπορικών ρευμάτων».
36.
Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι με την επίκριση της κατά των αναπτύξεων του Πρωτοδικείου, που αφορούν τον ομοιογενή χαρακτήρα των προϊόντων, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της διαπιστώσεως και εκτιμήσεως πραγματικών γεγονότων στα οποία το Πρωτοδικείο στήριξε την κρίση του ότι οι ανταλλαγείσες πληροφορίες μπορούσαν να επηρεάσουν αισθητώς τη συμπεριφορά των συμμετεχόντων στο σύστημα αυτό. Ως εκ τούτου, η αιτίαση είναι απαράδεκτη.
Εκτίμηση
37.
Επιβάλλεται κατ' αρχάς η διαπίστωση ότι η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο και με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως επιδιώκει προφανώς τον ίδιο σκοπό. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των επιχειρημάτων επί των δύο λόγων αναιρέσεως, αυτό που κυρίως ενδιαφέρει την αναιρεσείουσα σε αμφότερες τις περιπτώσεις είναι η δήθεν εσφαλμένη εκτίμηση της αποφάσεως της Επιτροπής όσον αφορά την παραδοχή ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών που είχε οργανώσειη αναιρεσείουσα αποτελούσε, σε σχέση με τις παραβάσεις των μελών της, αυτοτελή παράβαση —ανεξάρτητη από τις λοιπές επικρινόμενες με την απόφαση της Επιτροπής παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού—των κανόνων του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να εξεταστούν από κοινού.
38.
Κατ' αρχάς, ως προς την επικρινόμενη υπέρβαση της αρμοδιότητας του Πρωτοδικείου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από τη σκέψη 191 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορεί να συναχθεί κάποιο στοιχείο στο οποίο θα μπορούσε να στηριχθεί η προβαλλόμενη παράβαση του άρθρου 33 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Η σκέψη αυτή κάνει λόγο απλώς για εξακολούθηση του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών, όχι όμως για εξακολούθηση του συστήματος ποσοστώσεων.
39.
Επομένως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει υπέρβαση της αρμοδιότητας του Πρωτοδικείου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προς το σημείο αυτό ως αβάσιμος.
40.
Καθ' ο μέτρο η αναιρεσείουσα στρέφεται κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως για τον λόγο ότι επικύρωσε την απόφαση της Επιτροπής ως προς το ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών που είχε οργανώσειη αναιρεσείουσα διευκόλυνε (τα μέλη της) στην προετοιμασία και τη διάπραξη άλλων παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού και ως προς το ότι το σύστημα αυτό θα έπρεπε ταυτόχρονα να θεωρηθεί ως αυτοτελής ( 12 ) παράβαση της αναιρεσείουσας, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας συμπίπτουν κατ' ουσίαν με τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας Thyssen Stahl AG στην υπόθεση C-194/99 P.
41.
Επομένως, παραπέμπω στα σημεία 109 επ. των προτάσεων μου που αναπτύσσω σήμερα επί της ανωτέρω υποθέσεως, όπου εξηγώ τους λόγους για τους οποίους ο δεύτερος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως προς το σημείο αυτό ως εν μέρει απαράδεκτοι και κυρίως ως αβάσιμοι. Οι λόγοι αυτοί ισχύουν και εν προκειμένω.
42.
Συνεπώς, ο δεύτερος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι εσφαλμένως κρίθηκε ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών συνιστά αυτοτελή παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, πρέπει να απορριφθούν εν μέρει ως απαράδεκτοι και κατά τα λοιπά ως αβάσιμοι.
Γ — Επί του λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι ερμηνεύθηκε εσφαλμένα ο όρος «τείνουν» του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και ότι το Πρωτοδικείο υπερέβη τις αρμοδιότητες του (τρίτος λόγος αναιρέσεως)
Επιχειρήματα των διαδίκων
43.
Η αναιρεσείουσα βάλλει κατά των σκέψεων 191 και 195 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
44.
Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη χου ότι η απόφαση της Επιτροπής εσφαλμένως στηρίχθηκε σχις επιπχώσεις του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών που είχε οργανώσει η αναιρεσείουσα, μολονότι το άρθρο 65, παράγραφος 1, χης Συνθήκης ΕΚΑΧ καθιστά σαφές με τον όρο «τείνουν» όχι ανχιβαίνουν στον ανταγωνισμό μόνον οι συμπεριφορές που αποσκοπούν στη διατάραξη του ανταγωνισμού. Αυτό προκύπτει επίσης από τον γαλλικό όρο «tendre» που χρησιμοποιείται στο επίσημο κείμενο της διατάξεως.
45.
Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε με τη σκέψη 191 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών διευκόλυνε την επιτήρηση του συστήματος ποσοστώσεων, του οποίου η εφαρμογή παρανόμως εξακολουθούσε, και, ως εκ τούτου, έτεινε «εκ της φύσεως του» στη διατήρηση της στεγανοποίησης της αγοράς. Έτσι το Πρωτοδικείο υπερέβη την καθ' ύλην αρμοδιότητά του προβαίνοντας στη διαπίστωση πραγματικού περιστατικού (εξακολούθηση του συστήματος ποσοστώσεων) το οποίο δεν απαντά με το περιεχόμενο αυτό στην απόφαση της Επιτροπής.
46.
Με τη σκέψη 195 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών δύναται να επηρεάσει τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων και με τη σκέψη 196 διαπίστωσε ότι «ως εκ τούτου» το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών «έτεινε» να παρεμποδίζει, να περιορίζει ή να νοθεύει την κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Με τον τρόπο αυτό, το Πρωτοδικείο προέβη σε μια «διορθωτική νομική υπαγωγή» έναντι της αποφάσεως της Επιτροπής, υποκαθιστώντας την έννοια των «επιπτώσεων» με την έννοια του «χείνω», ήτοι με τον σκοπό της αποφάσεως της ενώσεως επιχειρήσεων.
47.
Η Επιτροπή τονίζει ότι το Πρωτοδικείο ουδόλως πρόσθεσε με τις σκέψεις 191 και 196 της αποφάσεως πραγματικά περιστατικά στην απόφαση της Επιτροπής, αλλά απλώς εκτίμησε αυτά που ήδη είχαν διαπιστωθεί.
48.
Το Πρωτοδικείο δεν παρέβη ούτε το άρθρο 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Η διατύπωση «tendre à» (τείνουν να) αντιστοιχεί στη διατύπωση χου άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 81, παράγραφος 1 ΕΚ) «έχω ως ανχικείμενο» ή «έχω ως αποχέλεσμα». Επιπλέον, το ρήμα «tendre à» σημαίνει επίσης «avoir tendance à..., évoluer de façon à...». Επομένως, αρκεί η συμφωνία να αποσκοπεί αντικειμενικώς στον περιορισμό του ανταγωνισμού. Ο υποκειμενικός σκοπός των συμπεριφορών δεν ασκεί συναφώς καμία επιρροή.
49.
Δεν μπορεί να επικριθεί το Πρωτοδικείο για το ότι δεν αρκέστηκε στην απλή διαπίστωση ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών δύναται να επηρεάσει αισθητώς τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων, αλλά προχώρησε ένα βήμα περαιτέρω με τις σκέψεις 191 και 196 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως συνάγοντας από τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά, αφενός, ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών αποσκοπούσε ειδικώς στη στεγανοποίηση των αγορών και, αφετέρου, ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών αποσκοπούσε εν γένει στην παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση της κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού.
Εκτίμηση
50.
Η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας ότι το Πρωτοδικείο υπερέβη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τα όρια των αρμοδιοτήτων του στηρίζεται, αφενός, σε εσφαλμένη ερμηνεία της σκέψεως 191 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως η οποία — όπως διαπιστώθηκε ανωτέρω ( 13 ) — δεν περιέχει κανενός είδους κρίση ως προς την παράνομη εξακολούθηση του συστήματος ποσοστώσεων.
51.
Αφετέρου, μια τέτοια υπέρβαση αρμοδιοτήτων πρέπει να οφείλεται στην υποκατάσταση της εννοίας των «επιπτώσεων» που χρησιμοποιείται στην απόφαση της Επιτροπής από την έννοια του «τείνω» που χρησιμοποιείται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών. Αυτή η τελευταία αιτίαση συνδέεται, από λογικής απόψεως, με την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένα την έννοια του «τείνω» του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και, ως εκ τούτου, θα συνεξετασθούν ευθύς αμέσως.
52.
Η αναιρεσείουσα θεωρεί προφανώς ότι από το άρθρο 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ προκύπτει ότι μόνο συμπεριφορές οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα επιπτώσεις επί της αγοράς που νοθεύουν τον ανταγωνισμό είναι δυνατόν να αποτελούν παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού.
53.
Το Δικαστήριο, με τη νομολογία του επί της παράλληλης διατάξεως της Συνθήκης ΕΚ (άρθρο 85, νυν άρθρο 81 ΕΚ) ( 14 ), έχει ήδη κρίνει ότι δεν είναι αναγκαίο η συμφωνία ή η εναρμονισμένη πρακτική να αποσκοπούν στην πρόκληση επιπτώσεων επί της αγοράς οι οποίες αντιβαίνουν στους κανόνες του ανταγωνισμού. Δεν θα εξετάσω στο σημείο αυτό αν οι γενικές αρχές που ανέπτυξε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚ μπορούν να εφαρμοστούν εν γένει επί της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
54.
Και τούτο διότι οι σκέψεις του Δικαστηρίου σχετικά με την αντίθεση στον ανταγωνισμό ορισμένων συστημάτων ανταλλαγής πληροφοριών βάσει της Συνθήκης ΕΚ μπορούν να μεταφερθούν και χωρίς εξέταση του ζητήματος αυτού στη Συνθήκη ΕΚΑΧ:
55.
Το Δικαστήριο αιτιολόγησε την αντίθεση ορισμένων συστημάτων ανταλλαγής πληροφοριών στους κανόνες του ανταγωνισμού με το σκεπτικό ότι τα συστήματα αυτά αντιβαίνουν στην «αρχή της αυτονομίας» των επιχειρήσεων κατά τη λήψη αποφάσεων ( 15 ) που αναγνωρίζει το κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού, διότι τα συστήματα αυτά «μετριάζ[ουν] ή εξαλείφ[ουν] την αβεβαιότητα ως προς τη λειτουργία της αγοράς και επομένως [...] νοθεύ[ουν] τον ανταγωνισμό μεταξύ κατασκευαστών» ( 16 ).
56.
Από τη συλλογιστική του Δικαστηρίου στην προπαρατεθείσα νομολογία, σχετικά με την αντίθεση ορισμένων συστημάτων ανταλλαγής πληροφοριών στους κανόνες του ανταγωνισμού, προκύπτει ότι στις περιπτώσεις αυτές η αντίθεση αυτή στους κανόνες του ανταγωνισμού δεν εξαρτάται ούτε από την «πρόκληση» διαταράξεως του ανταγωνισμού (εν προκειμένω υπό την έννοια των «επιπτώσεων επί της αγοράς») ούτε από την ύπαρξη ενός τέτοιου «σκοπού». Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την προπαρατεθείσα απόφαση, η αντίθεση ορισμένων συστημάτων ανταλλαγής πληροφοριών στους κανόνες του ανταγωνισμού έγκειταιήδη στο γεγονός ότι εξαλείφει, για τις συμμετέχουσες σε αυτά επιχειρήσεις, τον κίνδυνο της αβεβαιότητας που αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο ενός ιδεατού προτύπου ανταγωνισμού. Ως εκ τούτου, για να αντιβαίνει ένα σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών στους κανόνες του ανταγωνισμού, αρκεί το γεγονός ότι τείνει στην εξάλειψη της αβεβαιότητας και στη μέσω της εξαλείψεως αυτής και μόνον προκαλούμένης νοθεύσεως του ανταγωνισμού.
57.
Επομένως, το Πρωτοδικείο, διαπιστώνοντας με τη σκέψη 195 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι οι «πληροφορίες, τις οποίες ελάμβαναν οι επιχειρήσεις στο πλαίσιο του επίδικου συστήματος, [...] [εδύναντο] να επηρεάσουν αισθητώς τη συμπεριφορά τους», για να διαπιστώσει στη συνέχεια με τη σκέψη 196 ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών της αναιρεσείουσας «έτεινε επομένως να παρεμποδίζει, να περιορίζει ή να νοθεύει την κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ», πράττει τούτο ακολουθώντας τη συλλογιστική του Δικαστηρίου σχετικά με την αντίθεση ορισμένων συστημάτων ανταλλαγής πληροφοριών στους κανόνες του ανταγωνισμού και, επομένως, η απόφαση του Πρωτοδικείου δεν είναι αναιρετέα ως προς το σημείο αυτό.
58.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι ερμηνεύθηκε εσφαλμένα ο όρος «τείνουν» του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και ότι το Πρωτοδικείο υπερέβη τις αρμοδιότητές του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
IV — Πρόταση
59.
Βάσει των ανωτέρω προτείνω επομένως στο Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως
—
να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμίΐνιχή.
( 2 ) T-136/94, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-263.
( 3 ) EE L 212, σ. 1.
( 4 ) Πρβλ. σκέψη 33 της αποφάσεως της 11ης Μαρτίου 1999, Τ-141/94, Thyssen Stahl κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, ο. II-347).
( 5 ) EE L 116, σ.1.
( 6 ) Απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2003, Συλλογή 2003, α I-10821.
( 7 ) Απόφαση της 19ης Μαρτίου 1964, 67/63, SOREMA ατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1065).
( 8 ) Πάγια νομολογία, βλ. π:/, τηδιάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου τη; 11ης Απριλίου 2001, C-479,00 Ρ (R), Επιτροπή κατά Gerot Pharmazeutika (Συλλογή 2001, σ. Ι-3121).
( 9 ) Το Δικαστήριο έχει ήδη επανειλημμένως κρίνει αποφάσεις της Επιτροπής στις οποίεςη απόφαση μιας ενώσεως επιχειρήσεων θεωρήθηκε ως παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, η δε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής από τα μέλη της ενώσεωςκρίθηκε ότι αποτελεί παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού από αυτά τα ίδια τα μέλη: αποφάσεις της 15ης Μαΐου 1975, 71/74, Fnibo κατά Επιτροπής και Vereniging De Fruitunie (Συλλογή τόμος 1975, α. 181) της 29ης Οκτωβρίου 1980, 209/78 έως 215/78 και 218/78, van Landewyck κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 207), και της 8ης Νοεμβρίου 1983, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 96/82 έως 102/82,104/82,105/82, 108/82 και 110/82, IAZ κλπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, ο. 3369).
( 10 ) Κανονισμός 17 του Συμβουλίου της 6ης Φεβρουαρίου 1962 — πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25).
( 11 ) Βλ. τις αποφάσεις Frobo van Lindewyck και IAZ (προπαρατευθείσες στην υπο οημείωοη 9), χαθώ; χαι την απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1987, 45/85, Verband der Sachversicherer κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 405).
( 12 ) Η αναιρεσείουσα βάλλει μόνον κατά της παραδοχής ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών που είχε οργανώσει η ίδια είχε ως προς το αντικείμενό τον αυτοτελή χαρακτήρα σε σχέση με τις συμφωνίες περί τιμών και περί κατανομής αγορών των μελών της. Η αναιρεσείουσα δεν στρέφεται και κατά της εκτιμήσεως ότι στην παρούσα υπόθεση καιη αυτουργία είναι χωριστή ως προςτα δύο είδη των παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού (στην υπόθεση C-194/99 Ρ αυτό δεν συνέβαινε εξ αρχής), η δεπράξη της κατά την έννοια αυτή κρίνεταιως «αυτοτελής».
( 13 ) Βλ. ανωτέρω σημείο 37.
( 14 ) Αποφάσεις της 30ής Ιουνίου 1966, 56/65, Société Technique Minière κατά Maschinenbau Ulm (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 313), και της 8ης Ιουλίου 1999, C-49/92 Ρ, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni (Συλλογή 1999, σ. I-4125). Μόνον εφόσον δεν υπάρχει σκοπός περιορισμού του ανταγωνισμού ή δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί η ύπαρξη ενός τέτοιου σκοπού, έχουν σημασία οι επιπτώσεις επί της αγοράς.
( 15 ) Αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1972, π.χ. 48/69, ία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 99).
( 16 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Μαίου 1998, C-7/95 Ρ, Deere ατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-3111, σκέψη 90).
Full & Egal Universal Law Academy