Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Η παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά κατ' ουσίαν το ερώτημα αν οι επαγγελματίες οδηγοί στις μεταφορές επιβατών πρέπει να λάβουν την περίοδο εβδομαδιαίας αναπαύσεως, την οποία μεταθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3820/85 , στην επόμενη εβδομάδα μαζί με τη δεύτερη περίοδο εβδομαδιαίας αναπαύσεως και χωρίς διακοπή, ή αν μπορούν να χωρίσουν αυτές τις περιόδους αναπαύσεως. Αν είναι δυνατό το τελευταίο, ερωτάται περαιτέρω, αν είναι δυνατό, στην περίπτωση αυτή, να μετατεθεί η δεύτερη περίοδος εβδομαδιαίας αναπαύσεως, με τη σειρά της, στην επόμενη εβδομάδα.
2. Το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία του προαναφερθέντος άρθρου στο αγγλικό κείμενο, σύμφωνα με το οποίο: «[...] the weekly rest period may be postponed ... and added on to that second week's weekly rest» .
ΙΙ - Οι εφαρμοστέες διατάξεις
α) Κανονισμός 3820/85
3. Στο εξής η παραπομπή στα άρθρα του κανονισμού αυτού γίνεται χωρίς να αναφέρεται ο κανονισμός.
4. ροτού παρατεθούν κατά λέξη οι κρίσιμες για τη συγκεκριμένη υπόθεση διατάξεις, πρέπει να εξεταστεί συνοπτικά η συστηματική της ρυθμίσεως. Στο τμήμα IV του κανονισμού ρυθμίζεται ο χρόνος οδηγήσης (άρθρο 6) και στο τμήμα V τα διαλείμματα (άρθρο 7) και οι περίοδοι αναπαύσεως (άρθρα 8 και 9).
5. Η ημερήσια περίοδος οδήγησης δεν πρέπει κατά κανόνα να υπερβαίνει τις 9 ώρες. Μπορεί όμως να παρατείνεται σε 10 ώρες δύο φορές την εβδομάδα (άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο). Σύμφωνα με το άρθρο 7, μετά από οδήγηση τεσσερισήμισι ωρών θα πρέπει να γίνεται διάλειμμα 45 λεπτών, εκτός αν ακολουθεί περίοδος αναπαύσεως για τον οδηγό. Το διάλειμμα αυτό μπορεί να αντικαθίσταται από περισσότερα διαλείμματα 15 λεπτών το καθένα.
6. Η περίοδος ημερήσιας αναπαύσεως πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον 11 συνεχείς ώρες (άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο). Η ημερήσια ανάπαυση μπορεί να ληφθεί μέσα σε όχημα εφόσον αυτό διαθέτει κουκέτα και είναι σταθμευμένο (άρθρο 8, παράγραφος 7).
7. Μετά από έξι το πολύ ημερήσιες περιόδους οδήγησης, ο οδηγός πρέπει να παίρνει μια εβδομαδιαία περίοδο αναπαύσεως (άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο). Μια από τις περιόδους ημερήσιας αναπαύσεως παρατείνεται από 11 σε 45 ώρες. Μειώσεις είναι δυνατές, πρέπει όμως να αντισταθμίζονται (άρθρο 8, παράγραφος 3).
8. Στις διεθνείς μεταφορές επιβατών και, αν τον αποφασίσουν τα κράτη μέλη, στις εθνικές μεταφορές επιβατών - με εξαίρεση τις τακτικές γραμμές - μπορεί να προβλεφθεί ότι ο οδηγός πρέπει να παίρνει την εβδομαδιαία περίοδο αναπαύσεως μετά από δώδεκα, αντί για έξι, ημερήσιες περιόδους οδήγησης (άρθρο 6, παράγραφος 1, τέταρτο και πέμπτο εδάφιο). Στις περιπτώσεις αυτές, η περίοδος εβδομαδιαίας αναπαύσεως μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 5, να μετατεθεί στην επόμενη εβδομάδα «και να ληφθεί μαζί με την εβδομαδιαία ανάπαυση αυτής της δεύτερης εβδομάδας».
9. Οι κρίσιμες για την υπόθεση παράγραφοι των προαναφερθέντων άρθρων έχουν ως εξής:
«Άρθρο 6
1. (πρώτο εδάφιο) [...]
Μετά από έξι το πολύ ημερήσιες περιόδους οδήγησης, ο οδηγός πρέπει να παίρνει μια εβδομαδιαία περίοδο αναπαύσεως όπως ορίζει το άρθρο 8 παράγραφος 3.
Η περίοδος εβδομαδιαίας αναπαύσεως μπορεί να μετατεθεί στο τέλος της έκτης ημέρας, εφόσον η συνολική διάρκεια οδήγησης κατά τις έξι ημέρες δεν υπερβαίνει το μέγιστο χρόνο που αντιστοιχεί σε έξι ημερήσιες περιόδους οδήγησης.
Στην περίπτωση διεθνών μεταφορών επιβατών, εκτός από τις τακτικές γραμμές, οι λέξεις "έξι" και "έκτης" του δευτέρου και τρίτου εδαφίου αντικαθίστανται αντίστοιχα από τις λέξεις "δώδεκα" και "δωδέκατης".
Τα κράτη μέλη μπορούν να επεκτείνουν την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου στις εθνικές μεταφορές επιβατών στο έδαφός τους, πλην των τακτικών γραμμών.
[...]»
«Άρθρο 8
1. Για κάθε περίοδο 24 ωρών, ο οδηγός πρέπει να έχει ελάχιστη περίοδο ημερήσιας αναπαύσεως 11 συνεχών ωρών, οι οποίες μπορούν να μειωθούν σε 9 τουλάχιστον συνεχείς ώρες, όχι περισσότερο από τρεις φορές την εβδομάδα, με την προϋπόθεση ότι η μείωση αυτή θα αντισταθμίζεται με ίση περίοδο αναπαύσεως πριν από το τέλος της εβδομάδας που ακολουθεί.
Τις ημέρες κατά τις οποίες ο χρόνος αναπαύσεως δεν μειώνεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, μπορεί να κατανέμεται σε δύο ή τρεις χωριστές περιόδους κατά τη διάρκεια του 24ώρου, η μία από τις οποίες πρέπει να διαρκεί τουλάχιστον 8 συνεχόμενες ώρες. Στην περίπτωση αυτή, η ελάχιστη διάρκεια της αναπαύσεως αυξάνεται σε 12 ώρες.
[...]
3. Κάθε εβδομάδα, μία από τις περιόδους αναπαύσεως που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 παρατείνεται, υπό τύπον εβδομαδιαίας αναπαύσεως, σε 45 συνολικά συνεχόμενες ώρες. Αυτή η περίοδος αναπαύσεως μπορεί να μειωθεί σε τουλάχιστον 36 συνεχείς ώρες εάν λαμβάνεται στο μέρος που είναι συνήθως η βάση του οχήματος ή στο μέρος που είναι η βάση του οδηγού ή σε 24 συνεχείς ώρες εάν λαμβάνεται αλλού. Η μείωση αυτή αντισταθμίζεται με ισοδύναμο χρόνο αναπαύσεως που λαμβάνεται συγκεντρωτικά πριν από το τέλος της τρίτης εβδομάδας που ακολουθεί την εν λόγω εβδομάδα.
[...]
5. Στην περίπτωση των μεταφορών επιβατών, στις οποίες εφαρμόζεται το άρθρο 6 παράγραφος 1 τέταρτο και πέμπτο εδάφιο, μια περίοδος εβδομαδιαίας αναπαύσεως μπορεί να μετατεθεί στην εβδομάδα που ακολουθεί εκείνη για την οποία οφείλεται η ανάπαυση και να ληφθεί μαζί με την εβδομαδιαία ανάπαυση αυτής της δεύτερης εβδομάδας.
6. Κάθε περίοδος αναπαύσεως που λαμβάνεται σε αντιστάθμισμα της μείωσης της ημερήσιας ή/και της εβδομαδιαίας αναπαύσεως πρέπει να παρέχεται, αν το ζητήσει ο ενδιαφερόμενος, στον τόπο στάθμευσης του οχήματος ή στον τόπο όπου ο οδηγός έχει τη βάση του και να λαμβάνεται μαζί με άλλη περίοδο αναπαύσεως οκτώ τουλάχιστον ωρών.
[...]»
10. Το αγγλικό κείμενο του άρθρου 8, παράγραφος 5, έχει ως εξής:
«In the case of the carriage of passengers ... the weekly rest period may be postponed until the week following that in respect of which the rest is due and added on to that second week's weekly rest.»
11. Η αντίστοιχη φράση στις άλλες γλώσσες έχει ως εξής:
- «rattachée au repos»
- «angehängt werden»
- «ligado ao repouso»
- «adscribirse al descanso»
- «collegato al riposo»
- «laggas sammen»
- «tages sammen»
- «worden gevoegd bij».
β) Το εθνικό δίκαιο
12. Το άρθρο 96 (11 A) του Transport Act του 1968 ορίζει τα εξής:
«Όταν ο οδηγός αυτοκινήτου οχήματος στη Μεγάλη Βρετανία δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της εφαρμοστέας κοινοτικής νομοθεσίας όσον αφορά τις περιόδους οδηγήσεως ή τον χρόνο εργασίας ή αναπαύσεως, [...] επιβάλλεται στον παραβάτη με συνοπτική διαδικασία πρόστιμο που δεν υπερβαίνει ποσό αντιστοιχούν στο επίπεδο 4 του σχετικού πίνακα.»
ΙΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά
13. Τα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου. Σύμφωνα με αυτή, ο G. E. Hume εργαζόταν ως οδηγός λεωφορείου. Λόγω της φύσεως των καθηκόντων του ήταν δυνατή, στην περίπτωσή του, η εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 1, τέταρτο και πέμπτο εδάφιο, και του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 3820/85.
14. Ο συνολικός χρόνος οδηγήσεώς του κατά το χρονικό διάστημα από τις 09.15 ώρα στις 16 Ιουλίου έως τις 16.45 ώρα στις 24 Ιουλίου ανήλθε σε 38 1/2 ώρες. Μεταξύ της 24ης Ιουλίου 1995 και της 26ης Ιουλίου 1995 ο G. E. Hume έλαβε περίοδο αναπαύσεως 38 1/2 ωρών.
15. Στις 26 Ιουλίου 1995 εργάστηκε με χρόνο οδηγήσεως 8 ωρών και έλαβε περίοδο αναπαύσεως 24 ωρών.
16. Κατά το χρονικό διάστημα από 27 Ιουλίου 1995 έως 3 Αυγούστου 1995, ο G. E. Hume εργάστηκε εκ νέου με συνολικό χρόνο οδηγήσεως 41 ώρες και 45 λεπτά. Έλαβε περίοδο αναπαύσεως 36 1/2 ωρών εκτός της βάσεώς του.
17. Στις 5 Ιανουαρίου 1996, ασκήθηκε κατά του G. E. Hume μήνυση διότι:
«[Ο κατηγορούμενος] οδηγούσε στις 25 Ιουλίου 1995, στο Ferryhill, στην κομητεία του Ντάραμ ή αλλού, όχημα στο οποίο έχει εφαρμογή ο κανονιμός (ΕΟΚ) 3820/85 του Συμβουλίου και παρέλειψε μετά από δώδεκα το πολύ ημερήσιες περιόδους οδηγήσεως να λάβει δύο συνεχόμενες εβδομαδιαίες περιόδους αναπαύσεως όπως προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού, κατά παράβαση του άρθρου 96 (11 A) του Transport Act (νόμου περί μεταφορών) του 1968.»
18. Η κατηγορούσα αρχή στην κύρια δίκη θεώρησε ότι ο G. E. Hume δεν έλαβε περίοδο εβδομαδιαίας αναπαύσεως κατά την εβδομάδα που άρχισε στις 17 Ιουλίου 1995. Ήταν συνεπώς υποχρεωμένος, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 3820/85, να προσθέσει την περίοδο εβδομαδιαίας αναπαύσεως της εβδομάδας αυτής στην περίοδο εβδομαδιαίας αναπαύσεως της εβδομάδας που άρχισε στις 24 Ιουλίου 1995. Ο G. E. Hume όμως δεν το έπραξε στην προκειμένη περίπτωση, αλλά έλαβε περιόδους αναπαύσεως που αντιστοιχούσαν μόνο στην ημερήσια περίοδο αναπαύσεως και σε μια περίοδο που αντιστάθμιζε τη μειωμένη περίοδο αναπαύσεως των 36 ωρών που είχε λάβει προηγουμένως. Όταν η περίοδος εβδομαδιαίας αναπαύσεως μετατίθεται, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 5, η μεταφερόμενη περίοδος αναπαύσεως πρέπει να προστεθεί στην περίοδο εβδομαδιαίας αναπαύσεως της δεύτερης εβδομάδας, δηλαδή να ληφθεί μαζί με την περίοδο αναπαύσεως που προβλέπεται γι' αυτή τη δεύτερη εβδομάδα.
19. Για την περίπτωση που θεωρηθεί ότι η περίοδος αναπαύσεως για την εβδομάδα που άρχισε στις 17 Ιουλίου μετατέθηκε στις 24 Ιουλίου και ότι ο G. E. Hume δεν ήταν υποχρεωμένος να λάβει την περίοδο αναπαύσεως κατά την εβδομάδα αυτή μαζί με την μετατεθείσα περίοδο αναπαύσεως, υποστηρίζεται ότι ο G. E. Hume δεν μπορούσε να μεταθέσει περαιτέρω την περίοδο αναπαύσεώς του για την εβδομάδα που άρχισε στις 24 Ιουλίου, αλλά ήταν υποχρεωμένος να λάβει δύο περιόδους εβδομαδιαίας αναπαύσεως κατά την εβδομάδα αυτή.
20. Ο G. E. Hume προς υπεράσπισή του υποστήριξε ότι έλαβε, για την εβδομάδα που άρχισε στις 10 Ιουλίου, επαρκή περίοδο εβδομαδιαίας αναπαύσεως, έστω και αν η εν λόγω περίοδος αναπαύσεως ήταν μειωμένη και, κατά συνέπεια, έπρεπε να αντισταθμιστεί σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 6, του κανονισμού 3820/85, πράγμα που έγινε στις 26 και 27 Ιουλίου. Συνεπώς, στις 24 και 25 Ιουλίου έλαβε, μεταθέτοντας την περίοδο αναπαύσεως σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 5, επαρκή περίοδο αναπαύσεως για την εβδομάδα που άρχισε στις 17 Ιουλίου. Και για την εβδομάδα που άρχισε στις 24 Ιουλίου έλαβε επαρκή περίοδο εβδομαδιαίας αναπαύσεως στις 4 και 5 Αυγούστου, μεταθέτοντας την περίοδο αναπαύσεως σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 5.
21. Το άρθρο 8, παράγραφος 5, δεν απαιτεί, προκειμένου η περίοδος εβδομαδιαίας αναπαύσεως να ληφθεί μαζί με την περίοδο αναπαύσεως της επόμενης εβδομάδας, να ληφθεί σε συνδυασμό με την επόμενη αυτή περίοδο αναπαύσεως χωρίς διακοπή. Επίσης δεν είναι απαραίτητο να ληφθούν αυτές οι δύο περίοδοι αναπαύσεως την ίδια εβδομάδα.
IV - Τα υποβληθέντα ερωτήματα
22. Δεδομένου ότι το Sedgefield Magistrates' Court θέωρησε κρίσιμη, για να αποφανθεί επί της διαφοράς, την ερμηνεία του άρθρου 8 του κανονισμού, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα ζητώντας την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επ' αυτών:
«1) Οσάκις, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3820/85 του Συμβουλίου, ένας οδηγός ο οποίος έχει το σχετικό δικαίωμα επιλέγει να μεταθέσει την περίοδο εβδομαδιαίας αναπαύσεως στην εβδομάδα που ακολουθεί εκείνη για την οποία οφείλεται η ανάπαυση, πρέπει ο εν λόγω οδηγός να λάβει δύο περιόδους εβδομαδιαίας αναπαύσεως διαδοχικά και χωρίς διακοπή μεταξύ τους κατά την επόμενη αυτή εβδομάδα;
2) Εάν στο πρώτο ερώτημα δοθεί αρνητική απάντηση, πρέπει εν πάση περιπτώσει ο οδηγός αυτός να λάβει δύο περιόδους εβδομαδιαίας αναπαύσεως κατά την επόμενη εβδομάδα ή μπορεί να μεταθέσει, εκ νέου, την περίοδο εβδομαδιαίας αναπαύσεως για τη δεύτερη αυτή εβδομάδα στην επόμενη εβδομάδα;»
V - Οι ισχυρισμοί των συμμετεχόντων στη δίκη
23. Κατά την άποψη της Βρετανικής Κυβερνήσεως πρέπει να δοθεί πρώτα απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, διότι μόνον εάν ο G. E. Hume δεν είχε το δικαίωμα να μεταθέσει και την περίοδο εβδομαδιαίας αναπαύσεως της δεύτερης εβδομάδας θα είχε παραβεί τον κανονισμό. Το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού δεν μπορεί παρά να έχει την έννοια ότι η περίοδος αναπαύσεως της δεύτερης εβδομάδας, με την οποία πρέπει να ληφθεί μαζί η περίοδος αναπαύσεως της προηγούμενης εβδομάδας, πρέπει και αυτή να ληφθεί κατά την εν λόγω εβδομάδα. Υπέρ αυτού συνηγορούν το γράμμα και η λογική της διατάξεως προς αποφυγή της συνεχούς μεταθέσεως της περιόδου αναπαύσεως στις επόμενες εβδομάδες.
24. Στην προκειμένη περίπτωση, εάν στο δεύτερο ερώτημα δοθεί απάντηση υπό την έννοια αυτή, παρέλκει η εξέταση του πρώτου ερωτήματος. Αν παρ' όλ' αυτά είναι απαραίτητο να δοθεί απάντηση στο πρώτο ερώτημα, η Βρετανική Κυβέρνηση υποστηρίζει σχετικά ότι οι δύο περίοδοι αναπαύσεως, που πρέπει να ληφθούν λόγω μεταθέσεως κατά τη δεύτερη εβδομάδα, δεν είναι πάντοτε απαραίτητο να ληφθούν χωρίς διακοπή, αλλά μόνον όταν με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται ότι και οι δύο περίοδοι αναπαύσεως θα ληφθούν κατά τη διάρκεια αυτής της δεύτερης εβδομάδας. Αυτό είναι απαραίτητο για να εμποδιστεί η διαρκής μετάθεση περιόδων αναπαύσεως και να εξασφαλιστεί ότι αυτές οι περίοδοι αναπαύσεως θα ληφθούν πράγματι. Από τον κανονισμό πάντως δεν προκύπτει ότι οι οικείες περίοδοι αναπαύσεως πρέπει πάντα να λαμβάνονται χωρίς διακοπή. Αν αυτή ήταν η επιθυμία του νομοθέτη θα μπορούσε να το έχει ρυθμίσει ρητώς στον κανονισμό.
25. Κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως στην παρούσα υπόθεση, πρόκειται για ένα πρόβλημα ερμηνείας που αφορά μόνον το αγγλικό κείμενο του κανονισμού. Το γαλλικό κείμενο των οικείων διατάξεων δεν δημιουργεί δυσχέρειες ερμηνείας ή εφαρμογής. Από το γράμμα του γαλλικού κειμένου του άρθρου 8, παράγραφος 5, προκύπτει ότι η μετατεθείσα περίοδος αναπαύσεως και η περίοδος αναπαύσεως της δεύτερης εβδομάδας πρέπει να ληφθούν διαδοχικά χωρίς διακοπή.
26. Ο κανονισμός 3820/85 αποσκοπεί στην εναρμόνιση των όρων του ανταγωνισμού και στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και της οδικής ασφάλειας. Η επαύξηση των περιόδων εβδομαδιαίας αναπαύσεως, που έλαβε χώρα με τον κανονισμό αυτό, εξυπηρετεί την κοινωνική πρόοδο και την ασφάλεια στις οδικές μεταφορές. Το άρθρο 8, παράγραφος 5, δεν μπορεί συνεπώς να ερμηνευθεί παρά υπό την έννοια ότι οι δύο περίοδοι αναπαύσεως που πρέπει να ληφθούν κατά τη διάρκεια μιας εβδομάδας δεν μπορεί να ληφθούν ανεξάρτητα η μια από την άλλη. Υπό το πρίσμα της ερμηνείας αυτής, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.
27. Η ορτογαλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι διατάξεις περί περιόδου εβδομαδιαίας αναπαύσεως του άρθρου 8, παράγραφος 5, αποτελούν ένα αυτόνομο σύστημα, που εξυπηρετεί την προσαρμογή των διατάξεων περί της περιόδου εβδομαδιαίας αναπαύσεως στις ιδιαίτερες συνθήκες των μεταφορών. Το άρθρο 8, παράγραφος 5, ορίζει συνεπώς, σαφώς και αναμφίβολα, ότι η περίοδος εβδομαδιαίας αναπαύσεως, που μετατίθεται στην επόμενη εβδομάδα, πρέπει να ληφθεί μαζί με τη δεύτερη περίοδο εβδομαδιαίας αναπαύσεως.
28. Κατά την άποψη της Επιτροπής το αγγλικό κείμενο του άρθρου 8, παράγραφος 5, υποδηλώνει ότι οι δύο περίοδοι εβδομαδιαίας αναπαύσεως πρέπει να ληφθούν μαζί, δηλαδή χωρίς διακοπή. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο κανονισμός δεν περιέχει διάταξεις ως προς το αν και με ποιες ενδεχόμενες συνέπειες αυτές οι περίοδοι εβδομαδιαίας αναπαύσεως μπορούν να διακοπούν ή να μετατεθούν. Το κείμενο του κανονισμού αυτού στις άλλες γλώσσες συνηγορεί επίσης υπέρ μιας τέτοιας ερμηνείας.
29. Σκόπος του κανονισμού είναι, μεταξύ άλλων, να προωθήσει την κοινωνική πρόοδο και την οδική ασφάλεια. Τον σκοπό αυτό εξυπηρετεί ιδιαίτερα ο καθορισμός των περιόδων εβδομαδιαίας αναπαύσεως, με αποτέλεσμα να μην τίθεται θέμα ευρείας ερμηνείας του άρθρου 8, παράγραφος 5. Δεδομένου ότι οι διατάξεις για τη λήψη ή τη μετάθεση των περιόδων εβδομαδιαίας αναπαύσεως είναι πολύ ακριβείς και περιεκτικές, η έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 5, δεν μπορεί παρά να είναι ότι η μετατεθείσα περίοδος εβδομαδιαίας αναπαύσεως και η περίοδος εβδομαδιαίας αναπαύσεως της δεύτερης εβδομάδας πρέπει να ληφθούν μαζί και χωρίς διακοπή. Δεδομένου ότι στο πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί απάντηση υπό την έννοια αυτή, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
VI - Αξιόλογηση
30. ρέπει κατ' αρχάς να παρατηρηθεί ότι η κατηγορούσα αρχή κατηγορεί τον G. E. Hume ότι στις 25 Ιουλίου 1995 οδήγησε όχημα χωρίς να λάβει τις θεωρούμενες ως απαραίτητες περιόδους εβδομαδιαίας αναπαύσεως. Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει όμως ότι ο G. E. Hume από τις 24 έως τις 26 Ιουλίου 1995 έλαβε συνολικά περίοδο αναπαύσεως 38 1/2 ωρών. Δεδομένου ότι, αφενός, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώνει τα εκάστοτε πραγματικά περιστατικά και τις χρονικές συνθήκες και, αφετέρου, ότι για την απάντηση των στα υποβληθέντα ερωτήματα δεν είναι κρίσιμο αν ο G. E. Hume οδήγησε όχημα στις 25 Ιουλίου 1995 ή αν έλαβε περίοδο αναπαύσεως, παρέλκει η περαιτέρω εξέταση του ζητήματος αυτού.
31. Αποφασιστική για την απάντηση στο πρώτο υποβληθέν ερώτημα είναι η ερμηνεία του γράμματος του άρθρου 8, παράγραφος 5, και συγκεκριμένα του αποσπάσματος «added on to that second week's weekly rest» .
32. Η διατύπωση στις λοιπές γλώσσες υποδηλώνει ότι το άρθρο 8, παράγραφος 5, έχει πράγματι την έννοια ότι οι δύο περίοδοι εβδομαδιαίας αναπαύσεως, που πρέπει να ληφθούν κατά τη διάρκεια μιας εβδομάδας στο μέτρο που η σώρρευση αυτή οφείλεται σε μετάθεση, πρέπει να ληφθούν μαζί και χωρίς διακοπή.
33. Υπέρ της ερμηνείας αυτής δεν συνηγορεί μόνον η διατύπωση του αποσπάσματος, αλλά και το γεγονός ότι το τμήμα αυτό της φράσεως περιελήφθη στη διάταξη. Αν ήταν δυνατός και επιθυμητός ο χωρισμός των περιόδων αναπαύσεως, θα αρκούσε η διατύπωση ότι η περίοδος αναπαύσεως μπορεί να μετατεθεί στη δεύτερη εβδομάδα.
34. Η διατύπωση του άρθρου 8, παράγραφος 5, δεν συνηγορεί συνεπώς υπέρ της απόψεως που υποστηρίζει ο κατηγορούμενος της κύριας δίκης, έστω και αν το αγγλικό κείμενο δεν είναι τόσο σαφές και ορισμένο, ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία ως προς την ερμηνεία.
35. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, όταν μια διάταξη δεν είναι επαρκώς σαφής και ρητή, το περιεχόμενό της πρέπει να καθορίζεται λαμβανομένων υπόψη των σκοπών του νομοθετήματος και του νομικού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το νομοθέτημα αυτό .
36. Από την πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού προκύπτει ότι με αυτόν επιδιώκονται τρεις σκοποί: η εξάλειψη των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, η βελτίωση των συνθηκών εργασίας και η οδική ασφάλεια. Κατά συνέπεια, ο κανονισμός περιέχει λεπτομερείς διατάξεις σχετικά με το πλήρωμα, τον χρόνο οδήγησης, τα διαλείμματα και τις περιόδους αναπαύσεως, καθώς και διατάξεις που αφορούν τον έλεγχο και τις κυρώσεις των παραβάσεων του κανονισμού.
37. Όπως προκύπτει από τη δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη, ο κανονισμός εκδόθηκε ώστε, όσον αφορά την περίοδο αναπαύσεως, να καθορισθούν η κατώτατη διάρκεια καθώς και οι λοιπές προϋποθέσεις στις οποίες υπόκεινται η ημερήσια και εβδομαδιαία ανάπαυση των οδηγών. Το Συμβούλιο, κατά την έκδοση του κανονισμού, θεώρησε ότι - όπως αναφέρεται στη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη - «[...] θα ευνοηθεί η κοινωνική πρόοδος και η οδική ασφάλεια εάν αυξηθεί η διάρκεια των εβδομαδιαίων περιόδων αναπαύσεως ενώ παράλληλα θα υπάρχει η δυνατότητα μείωσης των περιόδων αυτών με την προϋπόθεση ότι ο οδηγός θα μπορεί να λαμβάνει τον υπολειπόμενο χρόνο αναπαύσεως στον τόπο της επιλογής του, μέσα σε καθορισμένη προθεσμία».
38. Το άρθρο 8, παράγραφος 3, προβλέπει επομένως ότι καταρχήν πρέπει να λαμβάνεται μια περίοδος εβδομαδιαίας αναπαύσεως συνολικά 45 συνεχόμενων ωρών. Αυτή η περίοδος αναπαύσεως μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 3, να μειωθεί σε μια ελάχιστη διάρκεια 36 ή 24 συνεχομένων ωρών. Κάθε μείωση πρέπει όμως να αντισταθμίζεται με ισοδύναμο χρόνο αναπαύσεως, που πρέπει να λαμβάνεται πριν από το τέλος της τρίτης εβδομάδας που ακολουθεί την εν λόγω εβδομάδα.
39. Στην περίπτωση των μεταφορών επιβατών, μια περίοδος εβδομαδιαίας αναπαύσεως μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 5, να μετατεθεί στην εβδομάδα που ακολουθεί εκείνη για την οποία οφείλεται η ανάπαυση. Στην περίπτωση αυτή η μετατεθείσα περίοδος αναπαύσεως πρέπει να ληφθεί μαζί με την εβδομαδιαία ανάπαυση αυτής της δεύτερης εβδομάδας.
40. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι μπορεί να υπάρξει απόκλιση από την προβλεπόμενη διάρκεια των περιόδων εβδομαδιαίας αναπαύσεως που πρέπει να ληφθούν, μόνον εάν υπάρξει αντιστάθμισμα στις εβδομάδες που ακολουθούν. Δεδομένου ότι ο κανονισμός ρυθμίζει - όπως καταδείχθηκε - πολύ λεπτομερώς την ελάχιστη διάρκεια και τις λοιπές προϋποθέσεις της περιόδου εβδομαδιαίας αναπαύσεως, οι πιθανές εξαιρέσεις ή παρεκκλίσεις από αυτές πρέπει να ερμηνεύονται στενά.
41. Η άποψη που υποστηρίζει όμως ο G. E. Hume θα οδηγούσε σε ευρεία ερμηνεία αντίθετη προς τους γενικούς σκοπούς του κανονισμού.
42. Η οδική ασφάλεια πρέπει να ενισχυθεί στο πλαίσιο του κανονισμού με αυστηρούς περιορισμούς του χρόνου οδηγήσεως και με τον καθορισμό των περιόδων αναπαύσεως. Η προώθηση της κοινωνικής προόδου επιτυγχάνεται με το να επιτρέπεται η παράταση του χρόνου οδηγήσεως ή η μείωση της περιόδου αναπαύσεως μόνον υπό την προϋπόθεση ότι ως αντιπαροχή προβλέπεται αντισταθμιστική ρύθμιση για τον οδηγό.
43. Ο κανονισμός εξυπηρετεί επίσης και ιδίως την προστασία της υγείας του οδηγού και συγχρόνως την οδική ασφάλεια. Αμφότερα μπορούν να εξασφαλιστούν μόνον εφόσον η κατ' εξαίρεση επιτραπείσα πρόσθετη ημερήσια περίοδος οδηγήσεως ακολουθείται από μακρύτερη διακοπή αναπαύσεως. Ο καταμερισμός αυτής της φάσεως αναπαύσεως, δηλαδή η διακοπή της από περισσότερες διαδρομές, θα αντιστρατευόταν και τους δύο αυτούς σκοπούς. Όσον αφορά τις περιόδους αναπαύσεως, το άρθρο 8 κάνει στις παραγράφους 1 έως 3, πάντοτε λόγο για συνεχόμενες ώρες· στην παράγραφο 6 ορίζεται ότι η περίοδος αναπαύσεως πρέπει να λαμβάνεται μαζί με άλλη περίοδο αναπαύσεως. Από την έλλειψη της λέξεως «συνεχόμενες» στο άρθρο 8, παράγραφος 5, δεν μπορεί όμως να συναχθεί ότι η διάταξη επιτρέπει καταμερισμό των περιόδων αναπαύσεως, διότι η φράση «να ληφθεί μαζί» σημαίνει - από πλευράς έννοιας και σκοπού του κανονισμού - ακριβώς το ίδιο με άλλες λέξεις.
44. Και η επίτευξη του σκοπού της εξαλείψεως των διαστρεβλώσεων του ανταγωνισμού προϋποθέτει ότι όλες οι επιχειρήσεις εκπληρώνουν με επιμέλεια όλες τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει ο κανονισμός. Εάν επιτρεπόταν στις επιχειρήσεις η δυνατότητα τακτικού σχεδιασμού υπερβάσεων του χρόνου οδηγήσεως, αυτό θα έθετε σε σημαντικό κίνδυνο τον επιδιωκόμενο σκοπό, διότι θα μπορούσε να θιγεί το όλο σύστημα περιορισμού του χρόνου οδηγήσεως.
45. Εάν ήταν συνεπώς δυνατόν, όπως υποστηρίζει στην προκειμένη περίπτωση ο G. E. Hume, να ληφθούν οι δύο περίοδοι εβδομαδιαίας αναπαύσεως χωριστά η μια από την άλλη, με συνέπεια τη μετάθεση της περιόδου εβδομαδιαίας αναπαύσεως που έπρεπε να ληφθεί κατά την εκάστοτε εβδομάδα στην επόμενη εβδομάδα, αυτό δεν θα είχε ως συνέπεια την τήρηση των προβλεπομένων περιόδων αναπαύσεως, αλλά τη δυνατότητα συνεχούς μεταθέσεώς τους στις επόμενες εβδομάδες.
46. Αυτό όμως θα ήταν αντίθετο τόσο προς το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 5, όσο και προς την έννοια και το σκοπό του κανονισμού. Δεδομένου ότι ο κανονισμός επιτρέπει μόνον υπό ορισμένες προϋποθέσεις τη μείωση της περιόδου εβδομαδιαίας αναπαύσεως, στο μέτρο που η μείωση αυτή αντισταθμίζεται κατά την επόμενη εβδομάδα, πρέπει να γίνει δεκτό, ιδίως υπό το πρίσμα των σκοπών και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται ο κανονισμός, ότι οι δύο περίοδοι εβδομαδιαίας αναπαύσεως που πρέπει να ληφθούν δεν μπορούν να ληφθούν χωριστά η μια από την άλλη.
47. Στο πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει, συνεπώς, να δοθεί η απάντηση ότι ένας οδηγός, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 3820/85, μεταθέτει την περίοδο εβδομαδιαίας αναπαύσεώς του στην εβδομάδα που ακολουθεί εκείνη για την οποία οφείλεται η ανάπαυση, πρέπει κατά τη δεύτερη εβδομάδα να λάβει δύο περιόδους αναπαύσεως διαδοχικά και χωρίς διακοπή μεταξύ τους.
48. Δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε το δεύτερο ερώτημά του μόνο για την περίπτωση που δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η περαιτέρω εξέταση του δευτέρου ερωτήματος.
49. Επικουρικώς μόνον πρέπει να αναφερθεί ότι μια τέτοια περαιτέρω μετάθεση θα ήταν εντελώς αντίθετη προς το σκοπό του κανονισμού και σε καμία περίπτωση πλέον δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται στην επιταγή που εκφράζεται με τις λέξεις «να ληφθεί μαζί». Οι ελεύθερες ημέρες που θα κερδίζονταν με τον τρόπο αυτό δεν θα είχαν πλέον σχέση με τον χρόνο οδηγήσεως που επιμηκύνθηκε και δεν θα εξυπηρετούσαν, ως ημέρες αναπαύσεως, την αναγκαία για την υγεία ξεκούραση. Με την κατάλληλη σώρευση θα μπορούσαν μάλιστα να μετατραπούν σε πρόσθετες ημέρες αδείας.
VII - Επί των δικαστικών εξόδων
50. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Γαλλική και η ορτογαλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστήριου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
VIII - Συμπέρασμα
51. Βάσει των προηγουμένων σκέψεων προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα:
«Ένας οδηγός, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3820/85, μεταθέτει την περίοδο εβδομαδιαίας αναπαύσεώς του στην εβδομάδα που ακολουθεί εκείνη για την οποία οφείλεται η ανάπαυση, πρέπει κατά τη δεύτερη εβδομάδα να λάβει δύο περιόδους αναπαύσεως διαδοχικά και χωρίς διακοπή μεταξύ τους.»
Full & Egal Universal Law Academy