Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Ι - Εισαγωγή
1 Η παρούσα υπόθεση αφορά τον έλεγχο της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 11ης Μαρτίου 1999 που εκδόθηκε επί της υποθέσεως Τ-141/94 (1) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
2 Όσον αφορά την προϋστορία των σχέσεων μεταξύ του βιομηχανικού κλάδου της χαλυβουργίας και της Επιτροπής κατά τα έτη 1970-1990, ιδίως όσον αφορά τις ρυθμίσεις για τη μεγάλη κρίση και την απόφαση 2448/88/ΕΚΑΞ της Επιτροπής, της 19ης Ιουλίου 1988, που καθιερώνει σύστημα επιτήρησης για ορισμένα προϋόντα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα (2) (στο εξής: απόφαση 2448/88), παραπέμπω στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Το σύστημα επιτηρήσεως που καθιέρωσε η απόφαση 2448/88 έληξε στις 30 Ιουνίου 1990 και αντικαταστάθηκε από ένα καθεστώς ατομικής και εθελοντικής πληροφορήσεως (3).
3 Στις 16 Φεβρουαρίου 1994 η Επιτροπή εξέδωσε κατά δεκαεπτά ευρωπαϋκών χαλυβουργικών επιχειρήσεων και κατά μιας επαγγελματικής ενώσεώς τους την «απόφαση 94/215/ΕΚΑΞ, σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 65 της συνθήκης ΕΚΑΞ, όσον αφορά συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές που εφάρμοσαν ευρωπαίοι παραγωγοί δοκών χάλυβα» (4) (στο εξής: απόφαση). Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι αποδέκτες της αποφάσεως είχαν παραβεί το δίκαιο του ανταγωνισμού της Ευρωπαϋκής Κοινότητας Άνθρακα και Ξάλυβα δημιουργώντας σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών το οποίο αντέβαινε στους κανόνες του ανταγωνισμού και προβαίνοντας στον καθορισμό τιμών και στην κατανομή των αγορών. Η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο σε δεκατέσσερις από τις ανωτέρω εταιρίες. Στην περίπτωση της Thyssen Stahl AG (στο εξής: αναιρεσείουσα) η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο ύψους 6 500 000 ECU.
4 Πολλές θιγόμενες εταιρίες, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα καθώς και η επαγγελματική ένωση, άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά της αποφάσεως αυτής. Το Πρωτοδικείο δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή της αναιρεσείουσας και μείωσε το πρόστιμο σε 4 400 000 ευρώ.
5 Στις 25 Μαου 1999, η αναιρεσείουσα κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής.
ΙΙ - Αιτήματα και λόγοι αναιρέσεως
6 Η αναιρεσείουσα ζητεί με την αίτηση αναιρέσεως από το Δικαστήριο:
1. να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Μαρτίου 1999 που εκδόθηκε επί της υποθέσεως Τ-141/94 καθ' ο μέτρο καθορίζει το ύψος του εις βάρος της επιβληθέντος προστίμου σε 4 400 000 ευρώ (σημείο 2 του διατακτικού), καθ' ο μέτρο απορρίπτει την προσφυγή της (σημείο 3 του διατακτικού) και την καταδικάζει να φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα καθώς και το ήμισυ των εξόδων της Επιτροπής (σημείο 4 του διατακτικού)·
2. να ακυρώσει τα άρθρα 1, 3 και 4 της αποφάσεως της Επιτροπής Ε (94) 321, τελικό, της 16ης Φεβρουαρίου 1994, καθ' ο μέτρο τα άρθρα αυτά δεν ακυρώθηκαν ήδη με την απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Μαρτίου 1999 επί της υποθέσεως Τ-141/94·
3. να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1. να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως,
2. να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
7 Η αναιρεσείουσα προβάλλει με το δικόγραφο της αιτήσεώς της αναιρέσεως τους ακόλουθους λόγους αναιρέσεως:
Πρώτος λόγος αναιρέσεως
«Η απόφαση παραβιάζει, από πολλές απόψεις, τις δικονομικές αρχές. Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο παραβίασε τα δικονομικά δικαιώματα της αναιρεσείουσας, προσέβαλε το δικαίωμά της ακροάσεως, το δικαίωμά της για τη διεξαγωγή μιας δίκαιης δίκης και παρέβη την πηγάζουσα από την αρχή της οίκοθεν εξετάσεως από το Πρωτοδικείο και των πραγματικών περιστατικών που ευνοούν τις επιχειρήσεις. Επιπλέον, το Πρωτοδικείο εσφαλμένως θεώρησε ότι οι πλημμέλειες της διοικητικής διαδικασίας ήρθησαν κατά την ενώπιόν του διαδικασία.»
Δεύτερος λόγος αναιρέσεως
«Η απόφαση παραβιάζει τις διατάξεις του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής του 1993 που προβλέπουν την τήρηση ορισμένου τύπου και την κύρωση των αποφάσεων της Επιτροπής και, ως εκ τούτου, θεωρεί εσφαλμένως ότι η απόφαση της Επιτροπής κυρώθηκε νομοτύπως.»
Τρίτος λόγος αναιρέσεως
«Η απόφαση παραβιάζει το άρθρο 33 της Συνθήκης ΕΚΑΞ δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο υπερέβη τις αρμοδιότητές του όσον αφορά τον έλεγχο της επίδικης αποφάσεως.»
Τέταρτος λόγος αναιρέσεως
«Η απόφαση αντιβαίνει από πολλές απόψεις στο άρθρο 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ:
Το Πρωτοδικείο χαρακτηρίζει εσφαλμένως την παρακολούθηση των παραγγελιών και των παραδόσεων ως αυτοτελή παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ, χωρίς να αποδεικνύει ότι η ανταλλαγή πληροφοριών είχε δυσμενείς συνέπειες για τον ανταγωνισμό. Επιπλέον, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη δεχόμενο, βάσει εσφαλμένης ερμηνείας της εννοίας της "κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού", ότι η παρακολούθηση των παραγγελιών και των παραδόσεων νόθευσε την κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού.
Το Πρωτοδικείο εσφαλμένως χαρακτήρισε την επίμαχη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, σχετικά με τον καθορισμό των τιμών, ως παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ. Προς τούτο, το Πρωτοδικείο στηρίζεται σε μια επίσης εσφαλμένη ερμηνεία της εννοίας της "κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού" κατά την έννοια του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ.»
Πέμπτος λόγος αναιρέσεως
«Τέλος, το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 65, παράγραφος 5 της Συνθήκης ΕΚΑΞ και την αρχή του καταλογισμού των ευθυνών ανάλογα με τη βαρύτητα του πταίσματος υπερεκτιμώντας τον βαθμό που ευθύνεται η προσφεύγουσα. Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του τις συνέπειες από τη διαπιστωθείσα ασάφεια του όρου "κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού" κατά την έννοια του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ και υπέλαβε εσφαλμένως ότι η αναιρεσείουσα είχε πλήρη γνώση του παράνομου χαρακτήρα της συμπεριφοράς της. Κατά συνέπεια, εσφαλμένως το Πρωτοδικείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τον καθορισμό του προστίμου, ως ελαφρυντική περίσταση, το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα πράγματι δεν είχε παρά αμυδρή γνώμη του παράνομου χαρακτήρα της συμπεριφοράς της.»
Έκτος λόγος αναιρέσεως
«Περαιτέρω, όσον αφορά την επιτήρηση των παραγγελιών και των παραδόσεων, το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΞ, δεδομένου ότι δεν εκτίμησε επαρκώς τις οικονομικές συνέπειες της ανταλλαγής πληροφοριών, οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό του προστίμου και, ως εκ τούτου, υπερεκτίμησε την έκταση των συνεπειών αυτών. Η επιβολή χωριστού προστίμου για την ανταλλαγή πληροφοριών ήταν επιπλέον παράνομη εκ του λόγου και μόνον ότι δεν υπήρχε αυτοτελής παράβαση.»
Έβδομος λόγος αναιρέσεως
«Το Πρωτοδικείο παραβίασε την απαίτηση που επιβάλλει την επαρκή αιτιολόγηση του υπολογισμού του προστίμου και παρέβη ως εκ τούτου το άρθρο 15 της Συνθήκης ΕΚΑΞ. Το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι η έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας δεν μπορεί να θεραπευθεί στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας.»
Όγδοος λόγος αναιρέσεως
«Συνεπεία της υπερβολικά μακράς διαρκείας, πέντε σχεδόν ετών, της διαδικασίας ενώπιόν του, το Πρωτοδικείο προσέβαλε το δικαίωμα της αναιρεσείουσας για παροχή δικαστικής προστασίας εντός εύλογου χρόνου.»
Σύνοψη των λόγω αναιρέσεως και των σκελών τους κατά θεματική ενότητα
8 Από τις αναπτύξεις των επιμέρους λόγων αναιρέσεως και των σκελών τους προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα προβάλλει την ύπαρξη διαφόρων παραβιάσεων της Συνθήκης ΕΚΑΞ. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, αν συνοψιστούν θεματικώς οι λόγοι αναιρέσεως που προβάλλει, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο κατά το ότι
- εσφαλμένως δέχθηκε ότι η απόφαση της Επιτροπής είναι τυπικώς νόμιμη, μολονότι
στο πλαίσιο της ενώπιον της Επιτροπής διαδικασίας παραβιάστηκαν ορισμένα διαδικαστικά δικαιώματα (πρώτος λόγος αναιρέσεως) και
η απόφαση δεν εκδόθηκε νομοτύπως (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)·
- υπερέβη τις αρμοδιότητες ελέγχου του που έχει βάσει του άρθρου 33, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ (τρίτος λόγος αναιρέσεως)·
- εσφαλμένως δέχθηκε την ουσιαστική νομιμότητα της αποφάσεως της επιτροπής, μολονότι δεν υπήρχε παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ (τέταρτος λόγος αναιρέσεως), διότι η συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών (5) δεν συνιστά αυτοτελή παράβαση των κανόνων περί ανταγωνισμού και
το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών και ο καθορισμός τιμών δεν ήταν δυνατόν να επηρεάσουν κατά τρόπο παράνομο την «κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού»·
εκτίμησε εσφαλμένως τα πρόστιμα και την αιτιολογία τους (πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγος αναιρέσεως)·
- δεν της παρασχέθηκε εντός ευλόγου χρόνου δικαστική προστασία κατά παράβαση του άρθρου 6 της Ευρωπαϋκής Συμβάσεως περί προασπίσεως των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (όγδοος λόγος αναιρέσεως).
9 Η εξέταση των λόγων αναιρέσεως που ακολουθεί βασίζεται στην ανωτέρω σύνοψη. Οι λόγοι αναιρέσεως, τα σκέλη στα οποία είναι διαρθρωμένοι και τα επιχειρήματα που προβάλλει η αναιρεσείουσα καθώς και η επιχειρηματολογία της Επιτροπής θα εκτεθούν βάσει αυτών των επιμέρους σημείων.
10 Οι λόγοι αναιρέσεως που προβάλλονται στο πλαίσιο της δίκης αυτής συμπίπτουν, από άποψη περιεχομένου, σε μεγάλη έκταση με τους λόγους αναιρέσεως ή τα σκέλη στα οποία αυτοί είναι διαρθρωμένοι που προβλήθηκαν στο πλαίσιο των παράλληλων δικών. Ως εκ τούτου, αυτοί οι λόγοι αναιρέσεως θα εκτεθούν στις αντίστοιχες προτάσεις (6) με τον ίδιο συνοπτικό τρόπο προκειμένου, δια της παραπομπής στις παρούσες προτάσεις, να αποφευχθούν οι επαναλήψεις.
III - Εξέταση της υποθέσεως
Α - Επί των λόγων αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλεται εσφαλμένη εκτίμηση της τυπικής νομιμότητας της αποφάσεως της Επιτροπής
11 Η αναιρεσείουσα προβάλλει αυτή την παράβαση της Συνθήκης με τον πρώτο και δεύτερο λόγο αναιρέσεως.
1. Επί της προσβολής των διαδικαστικών δικαιωμάτων από την Επιτροπή (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
12 Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως έχει κατ' αρχήν δύο σκέλη. Με το πρώτο σκέλος, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του την έκταση της υποχρεώσεως της Επιτροπής για αυτεπάγγελτη έρευνα. Με το δεύτερο σκέλος, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας από την Επιτροπή. Η αναιρεσείουσα βάλλει με αμφότερα τα σκέλη αυτού του λόγου αναιρέσεως κατά της εσφαλμένης παραδοχής ότι είναι δυνατή η θεραπεία των ελαττωμάτων αυτών στο πλαίσιο της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας.
α) Επί του ζητήματος της προσβολής της αρχής της αυτεπάγγελτης έρευνας από την Επιτροπή και της δυνατότητας θεραπείας της
Επιχειρήματα των διαδίκων
13 Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του στις σκέψεις 92 έως 116 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως την έκταση της υποχρεώσεως της Επιτροπής προς διενέργεια αυτεπάγγελτης έρευνας. Δεδομένου ότι οι γραπτές πληροφορίες που συνέλεξε η ΓΔ IV δεν ήταν δυνατόν να παράσχουν επαρκείς διευκρινίσεις, σχετικά με το κατά πόσον οι παράνομες συμπεριφορές των επιχειρήσεων ήσαν γνωστές στους υπαλλήλους της ΓΔ III ή κατά πόσον προκλήθηκαν αντικειμενικώς από αυτούς, η Επιτροπή είχε την υποχρέωση να εξετάσει τους όντως εμπλεκόμενους υπαλλήλους της. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η εξέταση αυτή ήταν απαραίτητη και τους εξέτασε στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας. Εντούτοις, το Πρωτοδικείο αρνείται ότι η Επιτροπή υπέχει μια τέτοιου είδους υποχρέωση. Τα αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη της η ΓΔ IV, όσον αφορά τον ρόλο της ΓΔ ΙΙΙ, δεν είναι στο σύνολό τους επαρκή προκειμένου να παράσχουν πλήρεις και εκτεταμένες διευκρινίσεις ως προς το σημείο αυτό και έπρεπε στο πλαίσιο ήδη της διοικητικής διαδικασίας να προσκομιστούν και άλλα αποδεικτικά στοιχεία.
14 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι αυτό το σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως δεν αφορά την παράβαση διατάξεως νόμου από το Πρωτοδικείο, αλλά τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν στις σκέψεις 108 επ. και την εκτίμησή τους από το Πρωτοδικείο, και ως εκ τούτου αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Η αναιρεσείουσα επιβεβαιώνει το απαράδεκτο αυτού του λόγου αναιρέσεως με τον ισχυρισμό της ότι τα «αποδεικτικά στοιχεία» που προσκόμισε η Επιτροπή δεν ήσαν επαρκή. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε στις σκέψεις 96 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως την έκταση της υποχρεώσεως αυτεπάγγελτης έρευνας και εφάρμοσε ένα αυστηρό κριτήριο. Ωστόσο, η αναιρεσείουσα δεν βάλλει κατά των σκέψεων αυτών.
15 Επικουρικώς, η Επιτροπή θεωρεί ότι ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος ως προς το σημείο αυτό. Η αναιρεσείουσα διευρύνει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως αυτεπάγγελτης έρευνας. Εάν οι διευκρινίσεις της ΓΔ ΙΙΙ ήσαν ακριβείς και λεπτεμορείς, όπως διαπίστωσε το Πρωτοδικείο, δεν υπήρχε λόγος για περαιτέρω έρευνες.
16 Η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της ενστάσεως που προέβαλε η Επιτροπή. Φρονεί ότι είναι εσφαλμένη η διάκριση που προτείνει η Επιτροπή μεταξύ του μέτρου της υποχρεώσεως έρευνας (νομικό ζήτημα) και της εφαρμογής του (διαπίστωση πραγματικών γεγονότων). Τα επιχειρήματά της αφορούν την ερμηνεία ενός κοινοτικού κανόνα (αρχή της αυτεπάγγελτης έρευνας) και την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αρχή αυτή. Αμφότερα τα στοιχεία αυτά ανάγονται, κατά την άποψή της, στην εκτίμηση νομικών ζητημάτων από το Πρωτοδικείο και, ως εκ τούτου, υπόκεινται σε αναλυτικό έλεγχο.
17 Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει περαιτέρω ότι το Πρωτοδικείο, όπως εκθέτει στη σκέψη 115 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, θεώρησε ότι η προσβολή της αρχής της αυτεπάγγελτης έρευνας θεραπεύθηκε στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας. Η αντίληψη αυτή προσκρούει, κατά την αναιρεσείουσα, στην πάγια νομολογία (7).
18 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι από το γεγονός και μόνον ότι το Πρωτοδικεί έλαβε ορισμένα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας και προχώρησε στη διεξαγωγή αποδείξεων δεν μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωσή της προς έρευνα της υποθέσεως. Έστω και αν γίνει δεκτό ότι το Πρωτοδικείο αναγνώρισε, δια της διεξαγωγής αποδείξεων στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας, ότι παρεισέφρυσαν λάθη στην έρευνα που διενήργησε η Επιτροπή σχετικά με ορισμένες πλευρές της υποθέσεως, εντούτοις δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή παραβίασε συλλήβδην την αρχή της αυτεπάγγελτης έρευνας.
19 Η αναιρεσείουσα αντικρούει τον ισχυρισμό αυτό. Η ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής δεν εξαρτάται από το αν παραβιάστηκαν στο σύνολό τους οι υποχρεώσεις σχετικά με τη διενέργεια έρευνας, αλλά από το αν οι διαδικαστικές πλημμέλειες στις οποίες υπέπεσε η Επιτροπή είναι δυνατόν να έχουν επιπτώσεις επί της αποφάσεώς της. Η απόφαση της Επιτροπής σχετικά με τα πρόστιμα αποτελεί απόφαση που λαμβάνεται κατά δίκαιη κρίση, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να καθοριστούν επακριβώς οι πιθανές επιπτώσεις επί της αποφάσεως της Επιτροπής από μια διαδικαστική πλημμέλεια που περιορίζεται σε ένα μόνο σημείο της υποθέσεως και, συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να αποκλειστεί κατ' αρχήν η ακυρότητα της αποφάσεως της Επιτροπής, έστω και στην περίπτωση διαδικαστικών πλημμελειών οι οποίες περιορίζονται σε ένα σημείο της υποθέσεως.
20 Επί της αιτιάσεως της παράνομης θεραπείας διαδικαστικών πλημμελειών στις οποίες υπέπεσε η Επιτροπή στο πλαίσιο της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η σκέψη 115 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ρητώς μνημονεύει τη δυνατότητα θεραπείας των πλημμελειών αυτών. Το ζήτημα αυτό δεν χρήζει περαιτέρω έρευνας, δεδομένου ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαπίστωσε το Πρωτοδικείο δεν αποδεικνύουν τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί παραβάσεως της υποχρεώσεως της Επιτροπής προς έρευνα της υποθέσεως.
Εκτίμηση
21 Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του την έκταση της υποχρεώσεως της Επιτροπής προς διενέργεια αυτεπάγγελτης έρευνας. Η επιχειρηματολογία δίδει λαβή να εξεταστεί το ζήτημα εάν και κατά πόσον η «τήρηση της αρχής της αυτεπάγγελτης έρευνας από την Επιτροπή» αποτελεί νομικό ζήτημα υποκείμενο σε αναιρετικό έλεγχο.
22 Προς απάντηση του ερωτήματος πρέπει να εξεταστεί διεξοδικότερα τί νοείται ως «έκταση» της υποχρεώσεως αυτεπάγγελτης έρευνας. Η έκταση ενδέχεται να αφορά, αφενός, το αντικείμενο της αποδείξεως, ήτοι το αν διενεργήθηκαν έρευνες για όλα τα κρίσιμα πραγματικά γεγονότα της υπό εξέταση υποθέσεως που άπτονται του δικαίου του ανταγωνισμού καθώς και για τους λόγους απαλλαγής. Περαιτέρω, η έκταση ενδέχεται να αναφέρεται στα αποδεικτικά μέσα, ήτοι στο αν, ποια και πόσα αποδεικτικά μέσα χρησιμοποίησε η Επιτροπή για να διαπιστώσει την ύπαρξη ορισμένων πραγματικών γεγονότων ή τη συνδρομή ορισμένων λόγων απαλλαγής.
23 Το ζήτημα του αντικειμένου της αποδείξεως είναι νομικό εκ του λόγου και μόνον ότι δεν μπορεί να διακριθεί από τη νομική εκτίμηση μιας συμπεριφοράς. Αυτό σημαίνει ότι, αν η Επιτροπή δεν διενεργήσει ενδελεχείς έρευνες για όλα τα κρίσιμα εκάστοτε πραγματικά γεγονότα της υπό εξέταση υποθέσεως, δυσχερώς μπορεί να διαπιστωθεί από νομικής απόψεως η ύπαρξη παραβάσεως. Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει όσον αφορά το ζήτημα της εκτάσεως των χρησιμοποιηθέντων αποδεικτικών μέσων (8).
24 Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι η αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής ήλεγξε (9), ως ενδεχόμενο απαλλακτικό στοιχείο, το τί γνώριζαν και ποια ήταν η συμπεριφορά άλλων υπηρεσιών της. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο διέγνωσε ότι η Επιτροπή γνώριζε το αποδεικτέο θέμα και συμπεριφέρθηκε αναλόγως. Το γεγονός αυτό δεν αμφισβητείται ούτε από την αναιρεσείουσα στην επιχειρηματολογία της σχετικά με την αρχή της αυτεπάγγελτης έρευνας,
25 Το Πρωτοδικείο προέβη επίσης σε ορισμένες διαπιστώσεις όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα εξετάζοντας στη σκέψη 108 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τη σχετική αλληλογραφία μεταξύ των διευθυντών των ΓΔ III και ΓΔ IV και αξιολογώντας ως πρόσφορα αποδεικτικά μέσα τις παρεχόμενες οδηγίες, καθώς και την ερμηνεία του περιεχομένου της. Η αναιρεσείουσα βάλλει κατά των διαπιστώσεων αυτών με αυτό το σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
26 Εντούτοις, η εκτίμηση της προαναφερθείσας αλληλογραφίας από το Πρωτοδικείο δεν αποτελεί νομικό ζήτημα, αλλά εκτίμηση πραγματικού γεγονότος, διότι το Πρωτοδικείο εκτιμά τα όντως χρησιμοποιηθέντα αποδεικτικά μέσα βάσει του πρόσφορου χαρακτήρα τους και της σοβαρότητάς τους. Η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται αφεαυτής σε αναιρετικό έλεγχο (10), υπό την επιφύλαξη του ελέγχου της παραμορφώσεως στοιχείων.
27 Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση διεξαγωγής αυτεπάγγελτης έρευνας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
28 Ο προβαλλόμενος από την αναιρεσείουσα ισχυρισμός ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως θεώρησε ότι είναι δυνατή η θεραπεία της διαδικαστικής πλημμέλειας της Επιτροπής στο πλαίσιο της ενώπιόν του διαδικασίας δεν χρήζει περαιτέρω εξετάσεως, διότι, όπως ελέχθη, σε ουδεμία διαδικαστική πλημμέλεια υπέπεσε η Επιτροπή.
β) Επί της προσβολής διαδικαστικών δικαιωμάτων και της δυνατότητας θεραπείας
Επιχειρήματα των διαδίκων
29 Η αναιρεσείουσα επικαλείται την προσβολή των δικαιωμάτων της άμυνας κατ' αρχάς σε σχέση με την αιτίασή της περί παραβιάσεως της αρχής της αυτεπάγγελτης έρευνας. Κατά την άποψή της, το Πρωτοδικείο δεν εκτίμησε ορθώς την έκταση των όντως υφισταμένων υποχρεώσεων έρευνας που υπέχει η Επιτροπή βάσει της αρχής της αυτεπάγγελτης έρευνας και, ως εκ τούτου, προσέβαλε και τα δικαιώματα άμυνας της αναιρεσείουσας, ήτοι το δικαίωμά της νόμιμης ακροάσεως, διότι η αναιρεσείουσα δεν ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσει προς άμυνά της τον ρόλο που διαδραμάτισε η ΓΔ ΙΙΙ.
30 Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι η αναιρεσείουσα αντλεί την υποτιθέμενη προσβολή των δικαιωμάτων της άμυνας από τη φερόμενη παραβίαση της υποχρεώσεως αυτεπάγγελτης έρευνας, η οποία όμως δεν συντρέχει. Κατά την άποψή της, παρέλκει η χωριστή εξέταση της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας.
31 Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι υπάρχει προσβολή των δικαιωμάτων της άμυνας στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, διότι δεν της επετράπη να ασκήσει το δικαίωμά της νόμιμης ακροάσεως, λόγω του ότι δεν είχε πρόσβαση στα αποτελέσματα της έρευνας σχετικά με τον ρόλο της ΓΔ ΙΙΙ στην έρευνα που διεξήχθη μετά την πρώτη ακρόαση. Η αναιρεσείουσα αμφισβητεί στο πλαίσιο αυτό, επικαλούμενη την απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε επί της υποθέσεως Technische Universitδt Mόnchen (11), μεταξύ άλλων τις σκέψεις 113 και 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
32 Κατά την αναιρεσείουσα, το δικαίωμα της νόμιμης ακροάσεως περιλαμβάνει την υποχρέωση της Επιτροπής να παράσχει στα εμπλεκόμενα μέρη τη δυνατότητα να λάβουν θέση τόσο επί των εγγράφων που περιέχουν επιβαρυντικά όσο και αυτών που περιέχουν ελαφρυντικά στοιχεία. Με διάταξη της 10ης Δεκεμβρίου 1997, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η αναιρεσείουσα είχε το δικαίωμα να λάβει γνώση ορισμένων εσωτερικών εγγράφων τα οποία η Επιτροπή έπρεπε να προσκομίσει, δεδομένου ότι τα έγγραφα αυτά εκ πρώτης όψεως περιείχαν αποδεικτικά στοιχεία τα οποία μπορούσαν να στηρίξουν ορισμένες κρίσιμες για την απόφαση απόψεις που είχαν προβληθεί στα σοβαρά. Αντιθέτως, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η Επιτροπή δεν έπρεπε να παράσχει στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να λάβουν θέση, ήδη στο πλαίσιο της προδικασίας, επί των ενδεχομένως ελαφρυντικών στοιχείων. Κατά την αναιρεσείουσα, εάν οι επιχειρήσεις ήσαν σε θέση να χρησιμοποιήσουν προς άμυνά τους, από ένα ήδη προηγούμενο στάδιο, τα έγγραφα που ήλθαν στο φως το πρώτον στο πλαίσιο της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας, ενδεχομένως η Επιτροπή να είχε λάβει διαφορετική απόφαση.
33 Κατά την αναιρεσείουσα, ούτε τα αποτελέσματα της εσωτερικής έρευνας που διεξήγαγε η Επιτροπή είναι δυνατόν να θεωρηθούν ότι εξαιρούνται από την υποχρέωση δημοσιοποιήσεως και ότι αποτελούν εσωτερικά έγγραφα. Η εξαίρεση αυτή ισχύει μόνο για έγγραφα τα οποία δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα, διότι η Επιτροπή κατά την εκτίμηση της υποθέσεως δεν μπορεί να στηριχθεί σε αυτά (π.χ., εσωτερικά σχέδια, απόψεις, ή σημειώσεις με παρατηρήσεις) ή αποσκοπούν στην προστασία του απορρήτου των διασκέψεων, πράγμα που επιτρέπει στις υπηρεσίες της Επιτροπής να διατυπώνουν με απόλυτη ελευθερία τις απόψεις τους επί των εκκρεμών υποθέσεων. Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για τα εν λόγω έγγραφα δεδομένου ότι τα έγγραφα αυτά αφορούν τον ρόλο ορισμένων υπηρεσιών της Επιτροπής στο πλαίσιο των συμπεριφορών που καταλογίζονται στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις.
34 Η Επιτροπή τονίζει ότι η αναιρεσείουσα δεν βάλλει κατά της διαπιστώσεως του Πρωτοδικείου που παρατίθεται στη σκέψη 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή δεν υποχρεούται να διενεργεί συμπληρωματικές έρευνες ή να προβαίνει σε ακρόαση μαρτύρων υποδεικνυομένων από τους ενδιαφερομένους, εφόσον θεωρεί ότι η υπόθεση έχει επαρκώς διερευνηθεί.
35 Η απόρριψη της επιχειρηματολογίας της αναιρεσείουσας από το Πρωτοδικείο προκύπτει επίσης από τη σκέψη 113 έως 115 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με τις οποίες η υποχρέωση κοινοποιήσεως εγγράφων στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις δεν εκτείνεται στα εσωτερικά σημείωματα της Επιτροπής και σε άλλα εμπιστευτικής φύσεως έγγραφα. Κατά τα λοιπά, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των εσωτερικών σημειωμάτων που αφορούν την έρευνα που διεξήγαγε η Επιτροπή κατόπιν της ακροάσεως, αφενός, και των εγγράφων σχετιά με τις επαφές μεταξύ της ΓΔ ΙΙΙ και των βιομηχανιών χαλυβουργίας, αφετέρου. Με διάταξη της 10ης Δεκεμβρίου 1997, το Πρωτοδικείο περιέλαβε στη δικογραφία μόνον τα τελευταία έγγραφα, διότι μόνον αυτά αφορούσαν άμεσα ένα πραγματικό γεγονός της υποθέσεως. Τα αποτελέσματα της εσωτερικής έρευνας συνίσταντο σε γνώμες και σημειώσεις με παρατηρήσεις της ΓΔ IV, γνώση του περιεχομένου των οποίων δεν επιτρέπεται.
36 Κατά την Επιτροπή, η αναιρεσείουσα συγχέει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο τη λήψη γνώσης του περιεχομένου εσωτερικών σημειωμάτων στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας και στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας. Στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας πρέπει να γίνεται στάθμιση μεταξύ της αρχής της αποτελεσματικότητας της διοικητικής δράσεως και της διασφαλίσεως της παροχής έννομης προστασίας κατά των πράξεων της διοικήσεως. Η στάθμιση αυτή πρέπει να γίνεται από το Πρωτοδικείο στο πλαίσιο της αποφάσεως που εκδίδει βάσει του άρθρου 23 του Οργανισμού ΕΚΑΞ του Δικαστηρίου και όχι από την Επιτροπή στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας.
Εκτίμηση
37 Κατ' αρχάς, δεν χρειάζεται να εξεταστεί λεπτομερέστερα η επιχειρηματολογία ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του ότι η παραβίαση της αρχής της αυτεπάγγελτης έρευνας ενδέχεται να συνιστά και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα - όπως ελέχθη ανωτέρω (12) - δεν παρέθεσε κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλημμέλεια κατά την εκτίμηση της υποχρεώσεως αυτεπάγγελτης έρευνας που υπέχει η Επιτροπή.
38 Κατά τα λοιπά, η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας αναφέρεται στο δικαίωμα να λάβει γνώση των εγγράφων και στο να ασκήσει εκ νέου το δικαίωμα ακροάσεως, αυτή τη φορά επί του περιεχομένου των εγγράφων, τα οποία συντάχθηκαν μετά την πρώτη ακρόαση. Και στην περίπτωση αυτή το ζήτημα είναι αν τυχόν προσβολή αυτών των δικαιωμάτων άμυνας μπορεί να αρθεί στο πλαίσιο της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας.
39 Κατ' αρχάς επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όταν δεν αναγνωρίζεται το δικαίωμα να ληφθεί γνώση του περιεχομένου των εγγράφων, δεν μπορεί να αναγνωριστεί δικαίωμα ακροάσεως εκ του περιεχομένου τους. Επομένως, στη συνέχεια το επίκεντρο της αναλύσεώς μου θα είναι κατ' αρχάς το δικαίωμα λήψεως γνώσεως του περιεχομένου εγγράφων.
40 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, υπάρχει προσβολή του δικαιώματος λήψεως γνώσεως του περιεχομένου εγγράφων (13) μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η γνώση των στοιχείων των εγγράφων αυτών θα ήταν δυνατόν να επηρεάσει την εξέλιξη της διαδικασίας και, ως εκ τούτου, το περιεχόμενο της αποφάσεως. Επομένως, δεν απαιτείται οριστική εκτίμηση για το ότι η απόφαση έχει πράγματι διαφορετικό περιεχόμενο (14).
41 Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν το Πρωτοδικείο χρησιμοποίησε και εφάρμοσε ορθώς αυτό το κριτήριο ελέγχου στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (15).
42 Με τη σκέψη 114 το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι τα έγγραφα σχετικά με τα πορίσματα των ερευνών που διεξήχθησαν από την Επιτροπή μετά την πρώτη ακρόαση «δεν περιείχαν προδήλως κανένα ελαφρυντικό στοιχείο» ως προς τη ΓΔ ΙΙΙ. Με τον τρόπο αυτό το Πρωτοδικείο διατύπωσε με απολύτως σαφείς όρους ότι η γνώση των εγγράφων αυτών δεν μπορούσε να επηρεάσει την εξέλιξη της περαιτέρω διαδικασίας και, ως εκ τούτου, το περιεχόμενο της αποφάσεως.
43 Το περιεχόμενο των εγγράφων παρατίθεται στις σκέψεις 100 έως 106 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Δεν είναι προφανές ότι τα έγγραφα αυτά περιείχαν έστω την ελάχιστη ένδειξη ότι θα ήταν δυνατόν να προκύψει από αυτά κάποιο απαλλακτικό στοιχείο υπέρ της αναιρεσείουσας. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο το οποίο να κλωνίζει την αποδεικτική αξία που προσέδωσε το Πρωτοδικείο στα έγγραφα αυτά όσον αφορά τα προβληθέντα ελαφρυντικά («ρόλος της ΓΔ ΙΙΙ»).
44 Κατά συνέπεια, ορθώς το Πρωτοδικείο δεν αναγνώρισε στην αναιρεσείουσα το δικαίωμα να λάβει σε μεγαλύτερη έκταση γνώση των εγγράφων της Επιτροπής.
45 Εφόσον το Πρωτοδικείο ορθώς διαπίστωσε σύμφωνα με τα ανωτέρω ότι δεν αναγνωρίζεται δικαίωμα προκειμένου να ληφθεί εκ νέου γνώση του περιεχομένου εγγράφων, συνάγεται σύμφωνα με τις εισαγωγικές αναπτύξεις ταυτόχρονα το συμπέρασμα ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε σφάλμα εκτιμήσεως, δεχόμενο ότι δεν συντρέχει προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας λόγω του ότι δεν παρασχέθηκε η δυνατότητα εκ νέου ασκήσεως του δικαιώματος ακροάσεως (σχετικά με το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών).
46 Το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας (γνώση του περιεχομένου εγγράφων και νόμιμη ακρόαση), πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί ως αβάσιμο.
47 Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως θεώρησε ότι είναι δυνατή η θεραπεία των υποτιθέμενων διαδικαστικών πλημμελειών της Επιτροπής κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία δεν χρήζει περαιτέρω έρευνας (16), διότι - όπως ελέχθη - δεν υπάρχει διαδικαστική πλημμέλεια της Επιτροπής.
2. Επί της αποφάσεως της Επιτροπής (Δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
48 Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως περιλαμβάνει επίσης δύο σκέλη. Με το πρώτο σκέλος η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της παραδοχής του Πρωτοδικείου ότι κατά τη λήψη της αποφάσεως από την Επιτροπή υπήρχε η απαιτούμενη για τη διενέργεια ψηφοφορίας απαρτία. Με το δεύτερο σκέλος η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του την παράβαση ορισμένων διατάξεων οι οποίες επιβάλλουν την τήρηση ορισμένου τύπου για την κύρωση της αποφάσεως αυτής και ότι δεν συνέπιπτε, από άποψη περιεχομένου, το κείμενο της αποφάσεως που κοινοποιήθηκε με αυτό που ενέκρινε η Επιτροπή.
α) Επί του ζητήματος της απαρτίας κατά τη λήψη της αποφάσεως από την Επιτροπή
Επιχειρήματα των διαδίκων
49 Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως αρνήθηκε στη σκέψη 142 την ύπαρξη παραβάσεως ουσιώδους τύπου κατά τη λήψη της αποφάσεως από την Επιτροπή, ερμηνεύοντας εσφαλμένα τα πρακτικά συνεδριάσεως της Επιτροπής (στο εξής: πρακτικά) και καταλήγοντας, ως εκ τούτου, στο - ανακριβές - συμπέρασμα ότι κατά τη λήψη της αποφάσεως υπήρχε η απαιτούμενη απαρτία των μελών της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο παρέβη τα άρθρα 5 και 6 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής (17).
50 Η Επιτροπή αντικρούει ότι η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της διαπιστώσεως πραγματικών γεγονότων και κατά της εκτιμήσεως του αποδειτικού υλικού και ότι, ως εκ τούτου, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
51 Κατά την Επιτροπή, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι επίσης αβάσιμος διότι τα ονόματα των προσώπων τα οποία μετείχαν στη συνεδρίαση για τη λήψη της αποφάσεως προκύπτουν από τον κατάλογο των παρόντων μελών της σελίδας 2 των πρακτικών. Η λειτουργία του ως μέσου τεκμηριώσεως και η αποδεικτική ισχύς του καταλόγου των παρόντων μελών δεν αναιρείται από το γεγονός ότι σε άλλο σημείο των πρακτικών αναφέρεται ότι ορισμένα μέλη του γραφείου των μελών της Επιτροπής παρέστησαν κατά τη συνεδρίαση «εν τη απουσία των μελών της Επιτροπής».
Εκτίμηση
52 Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε στον κατάλογο των παρόντων μελών που περιέχεται στη σελίδα 2 των πρακτικών της συνεδριάσεως (18), προκειμένου να απαντήσει στο ερώτημα αν κατά τη λήψη της αποφάσεως υπήρχε ο απαιτούμενος αριθμός μελών που προβλέπουν τα άρθρα 5 και 6 του εσωτερικού κανονισμού του 1993. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η σημείωση στη σελίδα 40 των πρακτικών, σύμφωνα με την οποία ορισμένα μέλη του γραφείου των μελών της Επιτροπής παρέστησαν κατά τη συνεδρίαση «εν τη απουσία των μελών της Επιτροπής» (19) δεν έρχεται σε αντίφαση με τον κατάλογο των παρόντων μελών της σελίδας 2 των πρακτικών (20).
53 Η Επιτροπή προβάλλει ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι, κατά το σκέλος του αυτό, απαράδεκτος, διότι ενδεχομένως στρέφεται, ως προς το σημείο αυτό, κατά εκτιμήσεως πραγματικού γεγονότος από το Πρωτοδικείο η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
54 Το Δικαστήριο έχει ασχοληθεί στη μέχρι τούδε νομολογία του αρκετές φορές με το ζήτημα αν η εκτίμηση ενός εγγράφου αποτελεί πραγματικό ή νομικό ζήτημα (21). Η εκτίμηση ενός εγγράφου από το Πρωτοδικείο περιλαμβάνει τα εξής τρία στάδια:
55 Κατ' αρχάς, η εκτίμηση είναι δυνατόν να αφορά τη διαπίστωση του αμιγώς γλωσσικού περιεχομένου ενός εγγράφου (π.χ. ποια ήταν η πράγματι χρησιμοποιηθείσα λεκτική διατύπωση). Ακολούθως, η εκτίμηση είναι δυνατόν να αφορά τη στηριζόμενη στη λεκτική διατύπωση διαπίστωση του αντικειμενικού και όχι επομένως του νομικού νοήματος του εγγράφου (τί εκφράζεται εν γένει με τη λεκτική αυτή διατύπωση). Τέλος, ένα έγγραφο είναι δυνατόν να εκτιμηθεί, βάσει του ούτω προκύπτοντως αντικειμενικού νοήματός του, από νομικής απόψεως (ανταποκρίνεται το έγγραφο στις απαιτήσεις που θέτει το ουσιαστικό δίκαιο).
56 Η διαπίστωση της λεκτικής διατυπώσεως και του αντικειμενικού νοήματος ενός εγγράφου αποτελούν απλώς προστάδιο της νομικής εκτιμήσεως. Η διαπίστωση και η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων - υπό την επιφύλαξη του ελέγχου σχετικού με τυχόν παραμόρφωσή τους - δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Η καθαυτό νομική εκτίμηση πραγματοποιείται το πρώτον στο τρίτο στάδιο, η δε εκτίμηση αυτή υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
57 Η παρούσα υπόθεση αποτελεί ένα κλασσικό παράδειγμα των προπεριγραφέντων τριών σταδίων: Το κείμενο των σελίδων 2, 7 και 40 των πρακτικών παρατίθεται στις σκέψεις 140 επ. και 146 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Με τις επικρινόμενες σκέψεις 142 επ., το Πρωτοδικείο προβαίνει στη διαπίστωση του αντικειμενικού περιεχομένου του εγγράφου όσον αφορά το ζήτημα των παρόντων, όπως αυτό προκύπτει από τη συνολική θέωρηση της σελίδας 40 σε σχέση με τις σελίδες 2 και 7 των πρακτικών. Το Πρωτοδικείο προβαίνει στη νομική εκτίμηση του αντικειμενικού νοήματος (ύπαρξη απαρτίας των μελών της Επιτροπής προς λήψη αποφάσεως σύμφωνα με το άρθρο 5 του εσωτερικού κανονισμού 1993) το πρώτον στη σκέψη 147.
58 Η αναιρεσείουσα προβάλλει με την επιχειρηματολογία της ότι δεν υπήρχε η απαιτούμενη απαρτία, επομένως βάλλει κατά του δευτέρου σταδίου της εκτιμήσεως ενός εγγράφου, ήτοι κατά της διαπιστώσεως του νοήματος των πρακτικών από το Πρωτοδικείο. Επομένως, η αναιρεσείουσα επικρίνει την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Πρωτοδικείο και όχι τη νομική εκτίμησή του.
59 Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι δεν ελήφθη υπόψη το γεγονός ότι κατά τη λήψη της αποφάσεως από την Επιτροπή δεν υπήρχε απαρτία, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
β) Επί του ζητήματος της νομότυπης κυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής και της αντιστοιχίας, από άποψη περιεχομένου, μεταξύ του κειμένου της αποφάσεως που κοινοποιήθηκε και του κειμένου που εγκρίθηκε ως απόφαση της Επιτροπής
Επιχειρήματα των διαδίκων
60 Η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο απέρριψε στη σκέψη 158 της αποφάσεώς του ως αβάσιμη την αιτίασή της ότι η κοινοποιηθείσα απόφαση C(94)321, τελικό, της Επιτροπής δεν είχε κυρωθεί σύμφωνα με το άρθρο 16 του εσωτερικού κανονισμού του 1993. Κατά συνέπεια, εφάρμοσε εσφαλμένως, μεταξύ άλλων, τις διατάξεις που διέπουν τον τύπο της διαδικασίας για τη λήψη αποφάσεων από την Επιτροπή και δεν έλαβε υπόψη του τον σκοπό του τεκμηρίου νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων.
61 Το Πρωτοδικείο δεν διαπίστωσε με την απόφασή του ούτε ότι η κοινοποιηθείσα στην προσφεύγουσα απόφαση ταυτίζεται με τις αποφάσεις C(94)621/2 και C(94)321/3 ούτε ότι η απόφαση αυτή είχε προσαρτηθεί νομοτύπως στα πρακτικά. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει τα πρακτικά που έφεραν τις πρωτότυπες υπογραφές του Προέδρου της και του Γενικού Γραμματέα της, στα δε πρακτικά δεν υπήρχε η ημερομηνία της υπογραφής. Κατά την αναιρεσείουσα, εσφαλμένως το Πρωτοδικείο κατέληξε ότι η κοινοποιηθείσα απόφαση κυρώθηκε νομοτύπως στις 23 Φεβρουαρίου 1994, δεδομένου ότι από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία δεν προκύπτει το συμπέρασμα αυτό.
62 Η Επιτροπή φρονεί ότι το επιχείρημα της αναντιστοιχίας μεταξύ των διαφόρων κειμένων της αποφάσεως καθιστά τον λόγο αναιρέσεως απαράδεκτο, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε κανένα στοιχείο προς στήριξη των αιτιάσεών της κατά των αναπτύξεων του Πρωτοδικείου σχετικά με το σημείο αυτό, η δε επιχειρηματολογία της αφορά τη διαπίστωση πραγματικών γεγονότων, πράγμα για το οποίο αρμόδιο είναι μόνον το Πρωτοδικείο.
Εκτίμηση
63 Η επικριθείσα από την αναιρεσείουσα σκέψη 158 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αφορά την προβαλλόμενη αναντιστοιχία μεταξύ του κειμένου της αποφάσεως που ενέκρινε η Επιτροπή και του κειμένου της αποφάσεως που κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα.
64 Η αντιστοιχία, από απόψεως περιεχομένου και μόνον, του κειμένου της αποφάσεως που κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα με το κείμενο της αποφάσεως το οποίο ενέκρινε η Επιτροπή αποτελεί πραγματικό και όχι νομικό ζήτημα.
65 Το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει επομένως να απορριφθεί ως απαράδεκτο στο μέτρο που με αυτό προβάλλεται η αναντιστοιχία μεταξύ του εγκριθέντος και του κοινοποιηθέντος κειμένου της αποφάσεως.
66 Ωστόσο, από τα επιχειρήματα που προβάλλονται προς στήριξη αυτού του σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, προφανώς, βάλλει κυρίως κατά της απορρίψεως των επιφυλάξεών της σχετικά με τη νομότυπη κύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, τις οποίες διατύπωσε κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου. Έτσι όμως η αναιρεσείουσα δεν βάλλει κατά της σκέψεως 158, την οποία η ίδια παραθέτει, αλλά, αντιθέτως, κατά της σκέψεως 166 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
67 Το ζήτημα όμως της αντιστοιχίας του περιεχομένου των κειμένων της αποφάσεως και το ζήτημα της νομότυπης κυρώσεως της ληφθείσας αποφάσεως συνδέονται - όπως μόλις έδειξα - αρρήκτως μεταξύ τους. Κατά συνέπεια, η απλώς ελλιπής, ως προς το σημείο αυτό, παράθεση των αναιρεσιβαλλομένων σκέψεων δεν πρέπει να έχει ως συνέπεια το να μην εξεταστούν οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας σχετικά με το ότι δεν ελήφθη υπόψη η παράτυπη κύρωση.
68 Με την επιχειρηματολογία της η αναιρεσείουσα αμφισβητεί προφανώς το αν το Πρωτοδικείο επέλεξε ορθά τα συγκρινόμενα αντικείμενα προς απόδειξη της αντιστοιχίας του περιεχομένου τους. Και τούτο διότι το Πρωτοδικείο δεν συνέκρινε το κοινοποιηθέν στην αναιρεσείουσα κείμενο με το πρωτότυπο της αποφάσεως, αλλά με ένα φωτοαντίγραφο. Αυτό συνεπάγεται ότι το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε σε ένα απρόσφορο αποδεικτικό μέσο, ελλείψει του κυρωθέντος πρωτοτύπου της αποφάσεως, για τον έλεγχο της αντιστοιχίας του περιεχομένου.
69 Η ανωτέρω σκέψη δεν πρέπει να απορριφθεί άνευ ετέρου, εάν ληφθούν υπόψη οι απαιτήσεις και ο σκοπός της κυρώσεως των αποφάσεων της Επιτροπής. Από τα άρθρα 9 και 16 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής του 1993 προκύπτει ότι μια απόφαση κυρώνεται δια της εγκρίσεως από την Επιτροπή των πρακτικών της εκάστοτε συνεδριάσεως και στην πρώτη σελίδα των εγκριθέντων πρακτικών τίθεται η υπογραφή του Προέδρου και του Γενικού Γραμματέα (άρθρο 9). Η απόφαση κυρώνεται με το να τεθούν οι υπογραφές αυτές επί των πρακτικών (άρθρο 16, πρώτη παράγραφος, δεύτερο εδάφιο). Το άρθρο 16, πρώτο εδάφιο, του εσωτερικού κανονισμού ορίζει ότι οι πράξεις που εγκρίνονται «προσαρτώνται» στα εκάστοτε πρακτικά. Μόνο με τον τρόπο αυτό είναι δυνατό να γίνει αντιληπτή προς τα έξω η ενότητα της μη υπογεγραμμένης αποφάσεως και των υπογεγραμμένων πρακτικών, το δε κείμενο αυτής της - προσαρτηθείσας - αποφάσεως είναι δυνατό να διακρίνεται από ένα μη κυρωθέν κείμενο (22).
70 Επομένως, οι ανωτέρω απαιτήσεις του Κανονισμού Διαδικασίας δεν αποτελούν αυτοσκοπό, αλλά αντιθέτως έχουν ακριβώς την έννοια ότι, σε περίπτωση αμφιβολίας, θα είναι δυνατό να αποδειχθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου αν και ποιο είναι το κείμενο που ενέκρινε η Επιτροπή ως συλλογικό όργανο (23). Ακριβώς ειπείν, το κείμενο μιας αποφάσεως που εγκρίνει η Επιτροπή είναι, από νομικής απόψεως, το πρωτότυπο, εφόσον κυρωθεί νομοτύπως. Δεδομένου ότι πρέπει να συγκρίνονται το κοινοποιηθέν κείμενο και το «πρωτότυπο», μόνον η προσκόμιση της κυρωθείσας αποφάσεως καθιστά δυνατή κατ' αρχήν την ασφαλή σύγκρισή τους.
71 Επομένως, τίθενται τα ερωτήματα: πώς ήταν δυνατό το Πρωτοδικείο, βάσει ενός φωτοαντιγράφου, να διαπιστώσει εάν υπήρχε πρωτότυπο το οποίο τηρούσε τις εφαρμοστέες διατάξεις περί κυρώσεως και ποιο ήταν το περιεχόμενο του πρωτοτύπου;
72 Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των υπογραφών που τίθενται στην πρώτη σελίδα των πρακτικών και στην απαίτηση να «προσαρτάται» η απόφαση στα πρακτικά.
73 Στη σκέψη 165, το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε στην επικύρωση του φωτοαντιγράφου από τον ασκήσαντα καθήκοντα Γενικού Γραμματέα της Επιτροπής κατά τον χρόνο της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου, ο οποίος έθεσε τη σφραγίδα και την υπογραφή του προβαίνοντας στη σαφή εκτίμηση ότι η σφραγίδα «επικυρωμένο αντίγραφο» έχει την έννοια ότι ο Γενικός Γραμματέας βεβαιώνει ότι οι υπογραφές του φωτοαντιγράφου των πρακτικών συμπίπτουν με αυτές του πρωτοτύπου των πρακτικών. Συναφώς, πρόκειται για μια, από απόψεως περιεχομένου, εκτίμηση αποδεικτικών στοιχείων η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
74 Αντιθέτως, δυσκολότερη είναι η απάντηση στο ερώτημα πώς το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι είναι σε θέση, από τυπικής απόψεως, να διαπιστώσει βάσει ενός φωτοαντιγράφου ότι εκείνο το κείμενο της αποφάσεως, το οποίο υπήρχε στην Επιτροπή κατά τη λήψη της αποφάσεως, «είχε προσαρτηθεί» στο πρωτότυπο των πρακτικών όταν καταρτίστηκε το φωτοαντίγραφο.
75 Ως προς το σημείο αυτό, το Πρωτοδικείο στηρίζεται, με τη σκέψη 162, πρώτον στο γεγονός ότι παρέλαβε τα πρακτικά και το κείμενο της αποφάσεως (αμφότερα σε φωτοαντίγραφα) «σε μια θήκη» και δεύτερον στις δηλώσεις των εκπροσώπων της Επιτροπής ενώπιον του Πρωτοδικείου ότι παρέλαβαν αμφότερα τα κείμενα «ως έχει» από τον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής (24).
76 Ωστόσο, χωρίς όμως να σημαίνει ότι κάτι τέτοιο συνέβη στην παρούσα υπόθεση, είναι θεωρητικά απολύτως δυνατόν να φωτοτυπηθούν χωριστά τα υπογεγραμμένα πρακτικά, καθώς και ένα κείμενο για το οποίο προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι είναι αυτό το οποίο υπήρχε κατά τη λήψη της αποφάσεως, και να αποσταλούν τα φωτοαντίγραφα αυτά «σε μια θήκη». Αυτό όμως ακριβώς σκοπεί να αποτρέψει, όπως ελέχθη ανωτέρω, η τήρηση της προβλεπόμενης για την κύρωση απαιτήσεως να «προσαρτώνται» στα πρακτικά οι εγκριθείσες πράξεις. Το καθαρά φιλικό γεγονός της «προσαρτήσεως» και, ως εκ τούτου, η ύπαρξη και το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής είναι δυνατόν να διαπιστωθούν με ασφάλεια κατ' αρχήν μόνο δια της αυτοψίας αμφοτέρων των ταυτοχρόνως προσκομιζομένων ενώπιον του Πρωτοδικείου πρωτοτύπων κειμένων (πρακτικά και κείμενο της αποφάσεως).
77 Ωστόσο, δεν προσκομίστηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου το πρωτότυπο κανενός εκ των δύο κειμένων, αντ' αυτού δε το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε μεταξύ άλλων στη δήλωση των εκπροσώπων της Επιτροπής (ότι παρέλαβαν αμφότερα τα κείμενα «ως έχει» από τον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής). Ως προς το σημείο αυτό, το Πρωτοδικείο ερμήνευσε τη δήλωση των εκπροσώπων της Επιτροπής υπό την έννοια ότι αυτοί παρέλαβαν αμφότερα τα φωτοαντίγραφα προσαρτημένο το μεν στα δε «ως έχει» ακριβώς όπως είναι «προσαρτημένα» τα κείμενα και στο πρωτότυπό τους. Εξ αυτού και εκ του γεγονότος ότι τα φωτοαντίγραφα αυτά τους εγχειρίστηκαν από τον ίδιο τον Γενικό Γραμματέα, επομένως από τον μοναδικό δυνατό κάτοχο των πρωτοτύπων, το Πρωτοδικείο συνάγει προφανώς ότι το πρωτότυπο αμφοτέρων των κειμένων με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, και μάλιστα υπό τη μορφή «παραρτήματος», βρίσκεται στην κατοχή του Γενικού Γραμματέα.
78 Το Πρωτοδικείο στηρίζει τη συλλογιστική του στο σημείο αυτό επομένως κυρίως στις δηλώσεις των εκπροσώπων της Επιτροπής, στους οποίους δίδει πίστη, και ερμηνεύει τις δηλώσεις αυτές με συγκεκριμένο τρόπο. Αυτό αποτελεί εκτίμηση αποδεικτικών στοιχείων η οποία είναι ανέλεγκτη, υπό την επιφύλαξη της παραμορφώσεως των αποδεικτικών μέσων από το Πρωτοδικείο, και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι ως προς το σημείο αυτό απαράδεκτος.
79 Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα επικρίνει τη σκέψη 164 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία το Πρωτοδικείο στηρίζει τη νομότυπη κύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής και στη δική του νομολογία επί της αρχής του τεκμηρίου νομιμότητος των κοινοτικών πράξεων (25).
80 Φρονώ ότι το Πρωτοδικείο στο σημείο αυτό δεν λαμβάνει υπόψη του το περιεχόμενο του αναγνωρισμένου από τη νομολογία τεκμηρίου νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων. Το τεκμήριο αυτό ισχύει κυρίως στην περίπτωση κατά την οποία αποδεικνύεται ότι μια πράξη των Κοινοτήτων πάσχει πλημμέλεια (26). Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή πρόκειται για την εκτίμηση σχετικά με το αν η πράξη είναι εντέλει (από τυπικής απόψεως) πλημμελής, ακριβέστερα, για την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται για μια τέτοια παραδοχή. Είναι προφανές ότι στη σκέψη 164 παρεισέφρυσε ένα λάθος στη συλλογιστική του Πρωτοδικείου, δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο θεωρεί το τεκμήριο νομιμότητας ως αποδεικτικό μέσο σχετικά με το ότι η πράξη είναι νόμιμη (υπό την έννοια της «ανυπαρξίας πλημμελειών»). Με τον τρόπο αυτό το Πρωτοδικείο συγχέει το αντικείμενο για το οποίο διεξάγονται αποδείξεις με την ίδια τη διεξαγωγή αποδείξεων.
81 Εντούτοις, το ελάττωμα αυτό του σκεπτικού του Πρωτοδικείου δεν συνεπάγεται ότι είναι εσφαλμένες οι αναπτύξεις του Πρωτοδικείου σχετικά με τη νομότυπη κύρωση της αποφάσεως. Και τούτο διότι το Πρωτοδικείο παρέθεσε συμπληρωματικώς και μόνον τη νομολογία επί του τεκμηρίου νομιμότητας σε σαφή σχέση προς την αιτιολογία που διέλαβε - την οποία μόλις εξέθεσα - σχετικά με την εκτίμηση της δηλώσεως των εκπροσώπων της Επιτροπής (27) και, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να προσδοθεί στην αιτιολογία αυτή αυτοτελής, βαρύνουσα σημασία.
82 Σχετικά με την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του ότι οι υπογραφές του Γενικού Γραμματέα και του Προέδρου επί των πρακτικών δεν έφεραν ημερομηνία, αρκεί η διαπίστωση ότι η επιχειρηματολογία αυτή επαναλαμβάνει την ίδια ακριβώς επιχειρηματολογία που προέβαλε ως προσφεύγουσα στο πλαίσιο της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας. Στην παρούσα διαδικασία δεν προβλήθηκαν νέα επιχειρήματα σχετικά με τον λόγο για τον οποίον οι διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου στη σκέψη 167 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να θεωρηθούν εσφαλμένες.
83 Κατά πάγια νομολογία (28) του Δικαστηρίου, λόγος αναιρέσεως ο οποίος στηρίζεται σε μια απλώς επαναλαμβανόμενη επιχειρηματολογία πρέπει να απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
84 Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν είχε κυρωθεί νομοτύπως, πρέπει να απορριφθεί επίσης ως απαράδεκτο.
Β - Επί του λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι το Πρωτοδικείο υπερέβη τη δικαιοδοσία του (τρίτος λόγος αναιρέσεως)
Επιχειρήματα των διαδίκων
85 Η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας βάλλει κατά της σκέψεως 392 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι η Επιτροπή θεώρησε στην απόφαση ότι αποτελεί αυτοτελή παράβαση η συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών, μολονότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 384 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι εκπρόσωποι της Επιτροπής κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία υποστήριξαν σχετικά με το ζήτημα αυτό ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι η συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών αποτελούσε τμήμα ευρύτερων παραβάσεων που αποσκοπούσαν στη διευκόλυνση συμφωνιών καθορισμού τιμών και κατανομής αγορών.
86 Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι το Πρωτοδικείο με τον τρόπο αυτό υπερέβη τη δικαιοδοσία που του αναγνωρίζει το άρθρο 33 της Συνθήκης ΕΚΑΞ, δεδομένου ότι δεν περιορίστηκε στον έλεγχο της αποφάσεως, αλλά προέβη στη διόρθωση της αποφάσεως της Επιτροπής.
87 Κατά την Επιτροπή, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο χαρακτηρισμός από την Επιτροπή ενός συστήματος ως συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών δεν αποτελεί νομικό, αλλά πραγματικό ζήτημα, το οποίο δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου.
88 Επικουρικώς προβάλλει ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι η αναίρεση στρεφόταν κατά της αποφάσεως της Επιτροπής. Δεν ήταν δυνατόν να στρέφεται κατά των δηλώσεων των εκπροσώπων της Επιτροπής στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου, δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο δεν δεσμεύεται από τις δηλώσεις αυτές. Ωστόσο, στο άρθρο 1 και στην παράγραφο 314 της αποφάσεως, στο πλαίσιο της απαριθμήσεως των επιμέρους παραβάσεων, η συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών μνημονεύεται μαζί με τις συμφωνίες καθορισμού τιμών και κατανομής αγορών.
Εκτίμηση
89 Κατ' αρχάς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αναιρεσείουσα με την επιχειρηματολογία της επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως υποστηρίζει ότι συμμερίζεται την ευνοϋκή για την ίδια άποψη της Ειτροπής, όπως αυτή διατυπώθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου (ήτοι ότι η συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών δεν αποτελεί αυτοτελή παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού). Αντιθέτως, δεν συμμερίζεται ως προς το σημείο αυτό τη δυσμενή για την ίδια άποψη της Επιτροπής, όπως αυτή διατυπώνεται στην απόφασή της (αυτοτελής παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού). Κατά συνέπεια, η αναιρεσείουσα δεν συμμερίζεται ούτε την κρίση του Πρωτοδικείου με την οποία επιβεβαιώνεται η άποψη της Επιτροπής που διατυπώνεται στην απόφασή της.
90 Ωστόσο, με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε εσφαλμένα το δίκαιο του ανταγωνισμού (άρθρο 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ), πράγμα που συμβαίνει με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως τον οποίο θα εξετάσω στη συνέχεια (29).
91 Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα βάλλει ρητώς κατά της προβαλλόμενης υπερβάσεως δικαιοδοσίας από το Πρωτοδικείο κατά παράβαση του άρθρου 33, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, σε συνδυασμό με το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΚΑΞ. Ως εκ τούτου, θα εξετάσω στη συνέχεια την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας βάσει των ανωτέρω διατάξεων.
92 Οι ανωτέρω ρυθμίσεις επιτρέπουν απλώς στο Πρωτοδικείο να προβαίνει στον έλεγχο των αποφάσεων της Επιτροπής απαγορεύοντας ταυτοχρόνως, υπό την επιφύλαξη των απεριόριστων εξουσιών ελέγχου που αναγνωρίζει το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚΑΞ, τις διαπλαστικές παρεμβάσεις εις βάρος του προσφεύγοντος.
93 Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο διέπλασε εις βάρος της το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, προβάλλει την ύπαρξη παραβιάσεως της Συνθήκης, ήτοι του άρθρου 33, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ. Κατά συνέπεια, ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός.
94 Ωστόσο, είναι αμφίβολο το κατά πόσον στην προκειμένη υπόθεση το Πρωτοδικείο προέβη σε μια διαπλαστική παρέμβαση. Αυτό θα συνέβαινε μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είχε προσδώσει στην απόφαση της Επιτροπής περιεχόμενο διαφορετικό από αυτό που πράγματι η απόφαση αυτή είχε. Ωστόσο, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιβεβαιώνει κατ' αποτέλεσμα τη διατυπωθείσα από την Επιτροπή στην απόφασή της άποψη ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών αποτελεί αφεαυτού παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ. Συνεπώς, θα μπορούσε ενδεχομένως να καταλογιστεί στο Πρωτοδικείο ότι μετέβαλε το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το περιεχόμενο της αρχικής αποφάσεως της Επιτροπής είχε μεταβληθεί στο σημείο αυτό κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας.
95 Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι οι τροποποιήσεις αυτές επήλθαν προφανώς με την απάντηση στη γραπτή ερώτηση του Πρωτοδικείου και με τις συναφείς αναπτύξεις των εκπροσώπων της Επιτροπής κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
96 Ωστόσο, οι εκπρόσωποι της Επιτροπής δεν ήσαν σε θέση - έστω και αν πράγματι αυτό επιδίωκαν - να τροποποιήσουν κατά τρόπο νομικά δεσμευτικό το περιεχόμενο της αποφάσεως για τον λόγο και μόνον ότι δεν θα υπήρχε στην περίπτωση αυτή η προς τούτο αναγκαία και νομοτύπως εκδοθείσα απόφαση της Επιτροπής.
97 Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής δεν μεταβλήθηκε κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας, το Πρωτοδικείο έλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως βάση εκείνο το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής το οποίο η απόφαση αυτή είχε κατά την έγκρισή της από την Επιτροπή. Επομένως, το Πρωτοδικείο περιορίστηκε στη δικαιοδοσία του ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ και δεν μετέβαλε το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής εις βάρος της νυν αναιρεσείουσας.
98 Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται υπέρβαση δικαιοδοσίας από το Πρωτοδικείο κατά παράβαση του άρθρου 33, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ, είναι αβάσιμος.
Γ - Επί του λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι είναι εσφαλμένη η εκτίμηση από το Πρωτοδικείο της ουσιαστικής νομιμότητας της αποφάσεως της Επιτροπής (τέταρτος λόγος αναιρέσεως)
99 Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως περιλαμβάνει δύο σκέλη. Με το πρώτο σκέλος η αναιρεσείουσα στρέφεται κατά της παραδοχής του Πρωτοδικείου ότι κακώς η Επιτροπή δέχθηκε ότι η συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών αποτελεί αυτοτελή παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού. Με το δεύτερο σκέλος η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι δεν ελήφθη υπόψη ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών δεν είχε αρνητικές επιπτώσεις επί της «κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού» κατά την έννοια του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ.
1. Επί του αυτοτελούς χαρακτήρα της παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού δια της συμμετοχής στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
100 Στο σημείο αυτό, η αναιρεσείουσα στρέφεται κατά των σκέψεων 393 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Φρονεί ότι κακώς το Πρωτοδικείο χαρακτήρισε τον έλεγχο των παραγγελιών και των παραδόσεων ως παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΚΑΞ, μολονότι το υπό κρίση εν προκειμένω σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών δεν ήταν δυνατόν να περιορίσει αφεαυτού τον ανταγωνισμό.
101 Κατά την αναιρεσείουσα, στην προκειμένη περίπτωση η ανταλλαγή πληροφοριών δεν αφορούσε τις τιμές, αλλά τη στατιστική καταγραφή των ποσοτήτων των παραγγελιών και των παραδόσεων. Η ανταλλαγή των στοιχείων αυτών ενισχύει κατ' αρχήν τον ανταγωνισμό.
102 Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε κατά τρόπο αντιφατικό την αντίθεση στον ανταγωνισμό του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών. Το Πρωτοδικείο θεώρησε στη σκέψη 403 ότι το σύστημα αντιβαίνει αφεαυτού στον ανταγωνισμό, ενώ ταυτόχρονα στις σκέψεις 401 επ. θεωρεί ως επιχείρημα της αντιθέσεως αυτής στον ανταγωνισμό το γεγονός ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών συνεπάγεται τη «διατήρηση των παραδοσιακών εμπορικών ρευμάτων». Στην περίπτωση ενός συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών, το οποίο πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά αφεαυτού αυτοτελή παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης, θα πρέπει οι επιπτώσεις του επί του ανταγωνισμού να προκύπτουν από το ίδιο το σύστημα και ενδεχομένως από την εν γένει δομή της αγοράς.
103 Κατά την αναιρεσείουσα, κακώς το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε στη νομολογία που δημιούργησαν οι υποθέσεις σχετικά με την «UK Tractor Registration Exchange» (30) και κακώς δέχτηκε ότι η δομή της αγοράς δοκών, όπως και στην περίπτωση της αγοράς ελκυστήρων, χαρακτηρίζεται επίσης από ένα στενό ολιγοπώλιο, προκειμένου με τον τρόπο αυτό να δικαιολογήσει την εκτίμηση ότι η συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών αποτελεί παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού. Ωστόσο, όπως το Πρωτοδικείο διαπίστωσε στη σκέψη 400 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην αγορά χαλύβδινων δοκών οι δέκα μεγαλύτερες επιχειρήσεις κατείχαν μόνον τα δύο τρίτα των μεριδίων αγοράς, πράγμα που αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα ενός έντονου ανταγωνισμού μεταξύ των πολυάριθμων ανταγωνιστών. Στην περίπτωση μιας τέτοιας διαρθρώσεως της αγοράς αποκλείεται σε κάθε περίπτωση η παραδοχή μιας απλής ολιγοπωλιακής διαρθρώσεως και πάντως η παραδοχή μιας αγοράς υψηλής συγκεντρώσεως.
104 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν παραθέτει επακριβώς τα επικρινόμενα τμήματα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και τα νομικά επιχειρήματα που θα έπρεπε να προβάλει προς στήριξη του αιτήματός της αναιρέσεως των τμημάτων αυτών της αποφάσεως. Κατά την Επιτροπή, οι αιτιάσεις κατά των σκέψεων 401 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι αβάσιμες, δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο, αντίθετα με τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, στήριξε την κρίση του ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών αντιβαίνει στους κανόνες του ανταγωνισμού σε αυτό το ίδιο το σύστημα.
105 Ως απαράδεκτοι, δεδομένου ότι στρέφονται κατά της εκτιμήσεως πραγματικών γεγονότων, κρίνονται και οι ισχυρισμοί με τους οποίους η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της κρίσεως του Πρωτοδικείου σχετικά με την ολιγοπωλιακή διάρθρωση της αγοράς δοκών. Επιπλέον, η ίδια η αναιρεσείουσα χαρακτήρισε στην από 8 Απριλίου 1994 προσφυγή της (σημείο 80) την αγορά δοκών ως ολιγοπωλιακή αγορά.
106 Απορριπτέες είναι και οι επικρίσεις της αναιρεσείουσας σχετικά με την αναφορά του Πρωτοδικείου στις αποφάσεις για τους ελκυστήρες. Και τούτο διότι στις αποφάσεις εκείνες το Πρωτοδικείο εξάρτησε ρητώς τη θετική επίδραση επί του ανταγωνισμού των συστημάτων ανταλλαγής πληροφοριών, ως μέσου διαφάνειας μεταξύ των επιχειρήσεων, από την ύπαρξη κατακερματισμού της προσφοράς στην αγορά, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει στην περίπτωση της αγοράς δοκών.
107 Επιπλέον η αναιρεσείουσα επιλέγει ένα μόνο στοιχείο, ενώ το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε την αντίθεση του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών στον ανταγωνισμό με πλειάδα στοιχείων. Η αγορά δοκών από χάλυβα είναι μεν σε μικρότερο βαθμό ολιγοπωλιακή από την αγορά την οποία αφορούσαν οι αποφάσεις για τους ελκυστήρες. Από την άλλη πλευρά όμως, οι δοκοί από χάλυβα αποτελούν πλέον ομοιογενή προϋόντα από τους ελκυστήρες και, ως εκ τούτου, ο ανταγωνισμός όσον αφορά τα χαρακτηριστικά των προϋόντων στην παρούσα περίπτωση είναι ευθύς εξαρχής περιορισμένος.
108 Η έρευνα των επιπτώσεων που προκαλεί μια συμφωνία για τον ανταγωνισμό περιλαμβάνει την εκτίμηση περίπλοκων οικονομικών δεδομένων, ο δικαστικός έλεγχος των οποίων περιορίζεται κατ' ανάγκη στο αν τηρήθηκαν οι διατάξεις που προβλέπουν την τήρηση ορισμένης διαδικασίας, αν η αιτιολογία είναι επαρκής, αν τα πραγματικά περιστατικά διαπιστώθηκαν επακριβώς, αν η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν είναι προδήλως εσφαλμένη και αν υπάρχει τυχόν υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας. Ωστόσο, η αναιρεσείουσα ουδόλως προέβαλε τον ισχυρισμό ότι το Πρωτοδικείο δεν τήρησε τα κριτήρια αυτά όσον αφορά την εξέταση του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών από την Επιτροπή.
Εκτίμηση
109 Κατ' ουσίαν, η αναιρεσείουσα θέτει εν προκειμένω το ζήτημα αν το Πρωτοδικείο εφάρμοσε εσφαλμένως στο υπό εξέταση σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών τις απαιτούμενες από το κοινοτικό δίκαιο προϋποθέσεις, όπως αυτές προκύπτουν από τη νομολογία που δημιούργησαν οι αποφάσεις για τους ελκυστήρες (31), οι οποίες πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να θεωρηθεί ότι ορισμένα συστήματα ανταλλαγής πληροφοριών αντιβαίνουν προς τους κανόνες του ανταγωνισμού.
110 Κατ' αρχάς, θα ήθελα να εκθέσω με την επιβαλλόμενη συντομία τα βασικά σημεία της νομολογίας αυτής.
111 Εκ προοιμίου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Δικαστήριο δεν είχε μέχρι τούδε την ευκαιρία να αναλύσει το ζήτημα της αυτοτελούς παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού από συστήματα ανταλλαγής πληροφοριών βάσει της Συνθήκης ΕΚΑΞ (άρθρο 65 της Συνθήκης ΕΚΑΞ). Όλες οι μέχρι τούδε υποθέσεις κρίθηκαν εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚ (άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΚ, νυν άρθρο 81 ΕΚ). Δεδομένου ότι στην παρούσα υπόθεση κρίσιμο είναι κατ' αρχάς μόνο το αν και σε ποιο βαθμό ορισμένα συστήματα ανταλλαγής πληροφοριών μπορούν αφεαυτών να νοθεύσουν εν γένει τον ανταγωνισμό, είναι δυνατό να μην εξεταστεί κατ' αρχάς το ζήτημα των ενδεχόμενων διαφορών προς τη Συνθήκη ΕΚΑΞ. Το αν τα πορίσματα αυτά μπορούν να εφαρμοστούν στην «κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού» της Ευρωπαϋκής Κοινότητας Άνθρακος και Ξάλυβος (άρθρο 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ) θα εξεταστεί χωριστά στη συνέχεια (32).
112 Αυτοτελής παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού στην περίπτωση των συστημάτων ανταλλαγής πληροφοριών υπάρχει όταν η παράβαση αυτή προκύπτει από τα ίδια τα συστήματα, επομένως ανεξαρτήτως του αν οι πληροφορίες που αποκτήθηκαν μέσω αυτών χρησιμοποιήθηκαν για άλλες «κλασσικές» παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού, όπως είναι π.χ. οι συμφωνίες για τον καθορισμό τιμών και για την κατανομή των αγορών. Το Δικαστήριο αναγνώρισε κατ' αρχήν, με τις αποφάσεις του για τον χαρτοπολτό (33) και για τους ελκυστήρες (34), ότι τα συστήματα ανταλλαγής πληροφοριών συνιστούν αυτοτελή παραβίαση των κανόνων του ανταγωνισμού. Προκειμένου να θεμελιώσει την κρίση του αυτή, το Δικαστήριο στηρίζεται στη βασική αρχή την οποία χαρακτηρίζει ως «αρχή της αυτονομίας» (35). «Κάθε επιχειρηματίας πρέπει να καθορίζει κατά τρόπο αυτόνομο την πολιτική που προτίθεται να ακολουθήσει στην κοινή αγορά και τους όρους που προτίθεται να επιφυλάξει στην πελατεία του» (36). Αυτή η αρχή της αυτονομίας παραβιάζεται από ένα σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών το οποίο δύναται να έχει ως συνέπεια «τη δημιουργία συνθηκών ανταγωνισμού που δεν αντιστοιχούν προς τις κανονικές συνθήκες της εν λόγω αγοράς» (37). Αυτό συμβαίνει κυρίως στην περίπτωση κατά την οποία η συστηματική ανταλλαγή πληροφοριών αφορά μια «ολιγοπωλιακή αγορά υψηλής συγκεντρώσεως». Σε μια τέτοια αγορά η συστηματική ανταλλαγή πληροφοριών μπορεί να παράσχει στοιχεία για τη θέση στην αγορά και την εμπορική στρατηγική των ανταγωνιστών (38).
113 Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι ορισμένα συστήματα ανταλλαγής πληροφοριών, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, είναι σύμφωνα με τον ανταγωνισμό. Έτσι ένα σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών, στο οποίο έχουν πρόσβαση, πέραν των όσων μετέχουν σε αυτό, και π.χ. κύκλοι αγοραστών, δύναται μάλλον να ενισχύσει τον ανταγωνισμό παρά να τον περιορίσει (39). Ακόμη και μια αγορά στην οποία πράγματι ισχύουν οι κανόνες του ανταγωνισμού, στην οποία η προσφορά είναι κατακερματισμένη, ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα την ενίσχυση του ανταγωνισμού μέσω των πληροφοριών που αποκτήθηκαν με το σύστημα αυτό (40). Και τούτο διότι στην περίπτωση αυτή όσοι συμμετέχουν στο σύστημα αυτό είναι σε θέση μέσω της διαφάνειας που εξασφαλίζει να προσαρμόζουν την ατομική τους συμπεριφορά στην αγορά αυτή.
114 Το Πρωτοδικείο εξέτασε το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών εντός του πλαισίου αυτού.
115 Κατ' αρχάς, όσον αφορά την ύπαρξη ολιγοπωλιακής αγοράς, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι ο λόγος αναιρέσεως, καθ' ο μέτρο στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι είναι εσφαλμένη η εκτίμηση όσον αφορά την αγορά των δοκών από χάλυβα (ολιγοπωλιακά διαρθρωμένη), είναι απαράδεκτος. Πρόκειται για μια εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, τα οποία - υπό την επιφύλαξη του ελέγχου για τυχόν παραμόρφωση στοιχείων - δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
116 Στηριζόμενο στα ανωτέρω, το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι η αντίθεση του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών στον ανταγωνισμό έγκειται στον «περιορισμό της ελευθερίας λήψεως αποφάσεων» των επιχειρήσεων. Το Πρωτοδικείο δικαιολογεί τον περιορισμό αυτό στις σκέψεις 402 επ. με την πίεση που ασκείται στις επιχειρήσεις που συμμετέχουν στο σύστημα αυτό η οποία προέρχεται από τις συζητήσεις που ακολουθούν την ανταλλαγή πληροφοριών (ανάλυση, αξιολόγηση και επικρίσεις όσον αφορά τα επίπεδα των παραγγελιών και των παραδόσεων κ.λπ.).
117 Φρονώ ότι πράγματι το Πρωτοδικείο με την ανωτέρω αιτιολογία αμφισβήτησε από λογικής απόψεως αυτό το οποίο καθιστά τη συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών αυτοτελή παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού.
118 Και τούτο διότι η αντίθεση ορισμένων συστημάτων ανταλλαγής πληροφοριών στον ανταγωνισμό δεν προκύπτει ευθέως από το γεγονός ότι οι πληροφορίες θίγουν την ελευθερία λήψεως αποφάσεων. Αντιθέτως, αυτό είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα των συμφωνιών ή των εναρμονισμένων πρακτικών παραδοσιακού τύπου. Η αντίθεση ενός συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών στον ανταγωνισμό έγκειται στο ότι αίρει ένα άλλο επίσης χαρακτηριστικό γνώρισμα της επιχειρηματικής δραστηριότητας, ήτοι τον κίνδυνο της αβεβαιότητας. Η ελευθερία λήψεως αποφάσεων και ο κίνδυνος της αβεβαιότητας είναι όμως δύο διαφορετικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός ιδεατού προτύπου ανταγωνισμού. Τα δύο αυτά χαρακτηριστικά γνωρίσματα είναι μεν δυνατόν να επηρεάζονται αμοιβαία. Είναι απολύτως δυνατόν η αρθείσα αβεβαιότητα σε ορισμένες οικονομικές καταστάσεις να επηρεάζει και την ελευθερία λήψεως αποφάσεων, ασκώντας π.χ. πίεση για την υιοθέτηση μιας συγκεκριμένης στάσεως στην αγορά. Ωστόσο, αυτό δεν είναι αναγκαίο να συμβαίνει. Σύμφωνα δε με τη νομολογία του Δικαστηρίου που δημιουργήθηκε από τις αποφάσεις (41) για τους ελκυστήρες, ο περιορισμός του ανταγωνισμού μέσω ορισμένων συστημάτων ανταλλαγής πληροφοριών είναι δυνατόν να επέρχεται από το γεγονός και μόνον ότι μειώνεται ο συμφυής με το ιδεατό πρότυπο ανταγωνισμού κίνδυνος της αβεβαιότητας.
119 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση όσον αφορά την επιχειρηματολογία του Πρωτοδικείου ότι το Πρωτοδικείο αγνόησε τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη του, προκειμένου να αιτιολογήσει την κρίση του ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών συνιστά αυτοτελή παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, την προς τούτο μη απαραιτήτως αναγκαία επίδρασή του επί της ελευθερίας λήψεως αποφάσεων.
120 Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορρίπτεται οσάκις το σκεπτικό μιας αποφάσεως του Πρωτοδικείου παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο, αλλά το διατακτικό της είναι ορθό για άλλους λόγους (42).
121 Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να τονιστεί ότι το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 410 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, παραπέμπει ρητώς στη σχετική νομολογία που δημιούργησε η απόφαση για τους ελκυστήρες. Βάσει των πραγματικών περιστατικών που δεν μπορούν πλέον να αμφισβητηθούν, δεν μπορεί να υπάρξει καμία εύλογη αμφιβολία ότι το Πρωτοδικείο, ακόμη και αν είχε - κατά την άποψή μου - κατανοήσει ορθώς τη μέχρι τούδε νομολογία, θα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών πληροί τις προϋποθέσεις μιας συμπεριφοράς που αντιβαίνει στους κανόνες του ανταγωνισμού. Όπως το Πρωτοδικείο διαπιστώνει στη σκέψη 394 επ., το σύστημα παρείχε τη δυνατότητα σε όσους συμμετείχαν σε αυτό - αποκλειομένων των μη μετεχόντων στο σύστημα ανταγωνιστών καθώς και των καταναλωτών - μέσω της γνωστοποιήσεως των καλυπτομένων συνήθως από το επιχειρηματικό απόρρητο στοιχείων για τις παραγγελίες και τις παραδόσεις (43) κάθε συμμετέχουσας στο σύστημα επιχειρήσεως να γνωρίζουν τα πλέον πρόσφατα στοιχεία σχετικά με τη θέση που καταλαμβάνει στην αγορά κάθε συμμετέχουσα στο σύστημα επιχείρηση σε σχέση με το σύνολο των πωλήσεων σε όλες τις οικείες αγορές. Έτσι συνέβαινε ακριβώς αυτό το οποίο καθιστά αφεαυτού ένα σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών αντίθετο προς τους κανόνες του ανταγωνισμού: ένας μειωμένος κίνδυνος των αβεβαιοτήτων που αποτελούν χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανταγωνισμού αποκλειστικά για όσους μετέχουν στο σύστημα.
122 Επομένως, δεδομένου ότι είναι δυνατόν να θεωρηθεί συνολικώς ότι το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε στην κρίση του ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών αντιβαίνει στους κανόνες του ανταγωνισμού και ότι στήριξε την αιτιολογία του αυτή ορθώς στη μέχρι τούδε νομολογία και, επομένως, ορθώς αποφάνθηκε κατ' αποτέλεσμα, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι η προεκτεθείσα πλημμέλεια της αιτιολογίας είναι αρκούντως σοβαρή ώστε να είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως.
123 Το πρώτο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι δεν ελήφθη υπόψη το γεγονός ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών δεν συνιστούσε αυτοτελή παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, πρέπει επομένως να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτο και κατά τα λοιπά ως αβάσιμο.
2. Επί των επιπτώσεων του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών και του καθορισμού τιμών στην «κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού» κατά την έννοια του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΞ
Επιχειρήματα των διαδίκων
124 Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως θεώρησε ότι οι επικρινόμενες συμπεριφορές αντιβαίνουν στο άρθρο 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ, διότι στηρίχθηκε σε εσφαλμένη ερμηνεία της εννοίας «κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού» κατά την έννοια του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ.
125 Ως «κανονική λειτουργία» του ανταγωνισμού κατά την έννοια της Συνθήκης ΕΚΑΞ πρέπει να νοηθούν όχι μόνον οι περιορισμοί ενός ιδεατού προτύπου ανταγωνισμού από τις γενικές νομικές δυνατότητες των άρθρων 5, 46 έως 48 της Συνθήκης ΕΚΑΞ ή της αποφάσεως 2448/88. Αντιθέτως, στην έννοια αυτή πρέπει να περιληφθεί και εκείνη η περίπτωση ανταγωνισμού η οποία προκύπτει στη συγκεκριμένη περίπτωση από το σύνολο των ιδιαίτερων προϋποθέσεων πλαισίου που απορρέουν από τη Συνθήκη ΕΚΑΞ. Από την άποψη αυτή, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του την επίδραση της συμπεριφοράς της ΓΔ ΙΙΙ επί της δομής του ανταγωνισμού στην αρχική υπόθεση.
126 Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα αναφέρεται στην αξιολόγηση του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών και του καθορισμού τιμών βάσει των κανόνων του ανταγωνισμού και προς στήριξη των ισχυρισμών της προβάλλει συνοπτικώς τα εξής:
127 Το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του ότι οι επιχειρήσεις έχουν στο πλαίσιο της κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού εντός της ΕΚΑΞ περιθώριο κινήσεων το οποίο περιλαμβάνει και τις αμφισβητούμενες συμπεριφορές. Η επιχειρηθείσα από το Πρωτοδικείο διαφοροποίηση της νομικής εκτιμήσεως, ήτοι ότι υπήρξαν, αφενός, γενικές, μη δεσμευτικές, στο πλαίσιο της συνεργασίας με τη ΓΔ ΙΙΙ, επιτρεπόμενες συζητήσεις καθώς και, αφετέρου, απαγορευμένες συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές δεν είναι πειστική.
128 Η αναιρεσείουσα στηρίζεται ουσιαστικά στην κατάθεση του τότε συνεργάτη της ΓΔ ΙΙΙ, κ. Kutscher, η οποία παρατίθεται στη σκέψη 484 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ο κ. Kutscher έκανε λόγο για «συναίνεση». Η επίτευξη μιας τέτοιας συναινέσεως περιλαμβάνει όμως όχι μόνον την απλή ανταλλαγή προβλέψεων, ειδικότερα σχετικά με τις επιμέρους τιμές και τις ποσότητες, αλλά και μια αντίστοιχη συμφωνία μεταξύ των επιχειρήσεων. Μια τέτοια εσωτερική συνεννοήση θεωρείται από τη ΓΔ ΙΙΙ ως εκ τούτου όχι μόνον επιτρεπτή, αλλά αναπόφευκτη όσον αφορά τις πληροφορίες που αυτή χρειάζεται.
129 Κατά την αναιρεσείουσα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διέλαβε εν πάση περιπτώσει αντιφατικές αιτιολογίες, διότι, αφενός, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε στη σκέψη 318 όσον αφορά τον καθορισμό τιμών ότι καμία από τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΞ δεν επιτρέπει εναρμονισμένες πρακτικές καθορισμού των τιμών. Αφετέρου, το Πρωτοδικείο ορίζει στη σκέψη 269 την έννοια της «εναρμονισμένης πρακτικής» με τέτοια ευρύτητα ώστε ακόμη και η μεταξύ των επιχειρήσεως ανταλλαγή προβλέψεων σχετικά με την εξέλιξη των τιμών, την οποία ο κ. Kutscher έκρινε ως επιτρεπτή, πρέπει να θεωρηθεί εναρμονισμένη πρακτική. Εντούτοις, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει, π.χ. στη σκέψη 534, ότι η Επιτροπή δεν γνώριζε τις παραβάσεις του άρθρου 65, παράγραφος 1.
130 Περαιτέρω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι αντιφατική διότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του κατά την εξέταση της παραβάσεως του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ το κατά πόσον επηρέασε την Επιτροπή, το έλαβε όμως υπόψη του κατά τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου. Και τούτο διότι στη σκέψη 644 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, σχετικά με το ύψος του προστίμου, ότι η ίδια η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των επιχειρήσεων σχετικά με τις προβλέψεις τους περί της κινήσεως των τιμών, όπως εκείνη που θεωρούσε θεμιτή η ΓΔ ΙΙΙ, θα μπορούσε να ενισχύσει «κάποιον παραλληλισμό» των συμπεριφορών στην αγορά. Κατά την αναιρεσείουσα, τα ανωτέρω ισοδυναμούν με τη διαπίστωση ότι οι επιχειρήσεις διέθεταν στο πλαίσιο αυτό ένα ευρύ περιθώριο κινήσεων, όσον αφορά την εναρμόνιση της πολιτικής τους περί τιμών, το οποίο περιελάμβανε και συμπεριφορές οι οποίες θα θεωρούνταν σε άλλη περίπτωση - και δη στο πλαίσιο του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 81 ΕΚ) - ως παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού. Με τον τρόπο όμως αυτό, το Πρωτοδικείο έρχεται σε αντίφαση με την αιτιολογία του σχετικά με την παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ, την οποία παραθέτει στις σκέψεις 318, 330 και 411 όσον αφορά τις επιμέρους παραβάσεις.
131 Η Επιτροπή τονίζει ότι το περιεχόμενο της εννοίας «κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού» στην Ευρωπαϋκή Κοινότητα Άνθρακος και Ξάλυβος δεν μπορεί να περιοριστεί από την ίδια, αλλά από τη Συνθήκη.
132 Κατά την Επιτροπή, δεν είναι αντιφατικό το να εξετάζονται στο πλαίσιο του καθορισμού του προστίμου οι οικονομικές επιπτώσεις της παραβάσεως και να λαμβάνονται συναφώς υπόψη, σε ορισμένη έκταση, και οι «επαφές μεταξύ επιχειρήσεων που γίνονταν δεκτές από τη ΓΔ ΙΙΙ», διότι με τον τρόπο αυτό δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση η έννοια της κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού όπως η έννοια αυτή ορίζεται από τη Συνθήκη ΕΚΑΞ.
133 Η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας θα μπορούσε να γίνει δεκτή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η «επιδιωχθείσα και ανεχθείσα από τη ΓΔ ΙΙΙ κατάσταση» είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορούν οι επικρινόμενες συμπεριφορές να επηρεάσουν την κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού εντός της ΕΚΑΞ. Το Πρωτοδικείο όμως δεν προέβη σε τέτοια διαπίστωση. Αντιθέτως, στις σκέψεις 643 επ. συνέκρινε απλώς τις οικονομικές συνέπειες των επικρινομένων συμπεριφορών όχι με την κατάσταση η οποία θα υπήρχε αν δεν είχε πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε επαφή μεταξύ των επιχειρήσεων, αλλά μόνο με την κατάσταση εκείνη την οποία η ΓΔ ΙΙΙ είχε επιδιώξει και ανεχθεί.
Εκτίμηση
134 Ο ισχυρισμός της εσφαλμένης ερμηνείας του όρου «κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού» κατά την έννοια του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ (στο εξής: κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού) στηρίζεται στη βασική παραδοχή ότι αυτή η έννοια του ανταγωνισμού, λόγω της προσθήκης της λέξεως «κανονική», διαφέρει από την έννοια του ανταγωνισμού του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 81 ΕΚ). Από τα ανωτέρω προκύπτουν τρεις βασικές ομάδες επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας:
- Το Πρωτοδικείο δεν διέγνωσε ή δεν διέγνωσε ορθώς την περιλαμβανόμενη στην κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού νόμιμη διατάραξη της ιδεοτυπικής λειτουργίας του ανταγωνισμού.
- Το Πρωτοδικείο χρησιμοποίησε κατά τρόπο αντιφατικό την έννοια της «εναρμονισμένης πρακτικής» ως νόθευση της κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού.
- Το Πρωτοδικείο εφάρμοσε κατά τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου σύμφωνα με το άρθρο 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΞ έννοια της κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού διαφορετική από αυτήν που εφάρμοσε κατά την εξέταση του ζητήματος της παραβάσεως του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ.
α) Επί του ζητήματος σχετικά με το αν και σε ποια έκταση στην έννοια της κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού περιλαμβάνονται νομιμοποιημένες διατάξεις της ιδεοτυπικής λειτουργίας του ανταγωνισμού
135 Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (44) εξετάζεται η διαφορά μεταξύ της κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού και του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 81 ΕΚ) σχετικά με το αν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Συνθήκη ΕΚΑΞ λαμβάνει ως βάση μια καθεαυτή διαταραχθείσα κατάσταση του ανταγωνισμού στις αγορές που υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής της. Το Πρωτοδικείο ακολούθησε αυτή την άποψη της αναιρεσείουσας μόνον κατά το ότι αναγνώρισε κατ' αρχήν ότι η κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού στις αγορές της ΕΚΑΞ, λόγω του ολιγοπωλιακού χαρακτήρα τους και λόγω συγκεκριμένων σκοπών βιομηχανικής πολιτικής καθώς και λόγω της εφαρμογής αντίστοιχων μέσων (45), ενδέχεται να αποκλίνει από την ιδεοτυπική λειτουργία του ανταγωνισμού (46). Ωστόσο, το Πρωτοδικείο ρητώς αρνείται να αντλήσει από τα νομικά αυτά δεδομένα ορισμένες γενικές συνέπειες όσον αφορά το δίκαιο του ανταγωνισμού της ΕΚΑΞ.
136 Η αναιρεσείουσα δεν βάλλει κατά της γενικής εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου ότι ο ολιγοπωλιακός χαρακτήρας των οικείων αγορών και η εφαρμογή του συνόλου των μέσων που απαιτούνται για την επίτευξη ενός σκοπού βιομηχανικής πολιτικής διαφοροποιούν την κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού από την ιδεοτυπική λειτουργία του. Φρονώ ότι εν προκειμένω τίθεται αντιθέτως ένα διαφορετικό ζήτημα, ήτοι το αν το Πρωτοδικείο εσφαλμένως περιόρισε το εύρος των διαταράξεων της ιδεοτυπικής λειτουργίας του ανταγωνισμού, οι οποίες καλύπτονται από τη Συνθήκη ΕΚΑΞ (οι οποίες είναι ούτως ειπείν «συμφυείς προς το σύστημα»), στον ολιγοπωλιακό χαρακτήρα των οικείων αγορών και στην ορθή εφαρμογή των μέσων που προβλέπει η Συνθήκη ΕΚΑΞ για την επίτευξη σκοπών βιομηχανικής πολιτικής. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας έχει την έννοια ότι το Πρωτοδικείο θα έπρεπε να εξετάσει αν θα ήταν δυνατόν και οι δημιουργούμενες από τη συμπεριφορά ενός κοινοτικού οργάνου «ιδιαίτερες προϋποθέσεις πλαισίου της ατομικής περιπτώσεως» να αποτελούν μια καλυπτόμενη από τη Συνθήκη ΕΚΑΞ διατάραξη της ιδεοτυπικής λειτουργίας του ανταγωνισμού. Αν συνέβαινε αυτό, η κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού θα βρισκόταν πράγματι ως εκ τούτου κάτω του κατωφλίου της ιδεοτυπικής λειτουργίας του ανταγωνισμού. Εξ αυτού πάλι το Πρωτοδικείο θα έπρεπε, κατά την αναιρεσείουσα, να αντλήσει ορισμένες συνέπειες κατά την εφαρμογή του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ.
137 Φρονώ ότι το Πρωτοδικείο στη σκέψη 302 εκκίνησε από την ορθή αφετηρία για την απάντηση του ζητήματος. Στην ανωτέρω σκέψη αναφέρεται σχετικά με τη συνεκτίμηση του ολιγοπωλιακού χαρακτήρα των αγορών της ΕΚΑΞ κατά την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου του ανταγωνισμού ότι:
«[Ο ολιγοπωλιακός αυτός χαρακτήρα], μολονότι αληθεύει ότι μπορεί, σε ορισμένο βαθμό, να μετριάσει τα αποτελέσματα του ανταγωνισμού, η εκτίμηση αυτή δεν δικαιολογεί ερμηνεία του άρθρου 65 επιτρέπουσα συμπεριφορές επιχειρήσεων οι οποίες [...] περιορίζουν ακόμη περισσότερο τον ανταγωνισμό [η υπογράμμιση δική μου]. Ενόψει των συνεπειών που μπορεί να έχει η ολιγοπωλιακή διάρθρωση της αγοράς, είναι ακόμη πιο αναγκαίο να προστατευθεί ο απομένων ανταγωνισμός».
138 Η βασική αυτή εκτίμηση του Πρωτοδικείου είναι δυνατόν να ισχύσει και πέραν της ολιγοπωλιακής διαρθρώσεως των αγορών της ΕΚΑΞ. Και τούτο διότι ούτε οι εξετασθείσες από το Πρωτοδικείο διαταράξεις υπό τη μορφή των ιδιαιτεροτήτων της Ευρωπαϋκής Κοινότητος Άνθρακος και Ξάλυβος ούτε οι κατά την άποψη της αναιρεσείουσας καλυπτόμενες από τη Συνθήκη ΕΚΑΞ με την έννοια της κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού «ιδιαίτερες προϋποθέσεις πλαισίου της ατομικής περιπτώσεως» προκαλούν τη μερική ή προσωρινή «κατάλυση» του ανταγωνισμού. Στην πραγματικότητα πρόκειται μάλλον - όπως ορθώς διαπίστωσε το Πρωτοδικείο - ενδεχομένως για έναν «μετριασμό» (των αποτελεσμάτων) του ανταγωνισμού. Η διαφορά έγκειται στο ότι στην περίπτωση του «καταλυθέντος» ανταγωνισμού είναι απολύτως εύλογο να αμφισβητηθεί το αν είναι δυνατόν να εξακολουθήσουν να υπάρχουν αντίθετες προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορές. Αντιθέτως, στην περίπτωση του «μετριασθέντος» ανταγωνισμού είναι σαφές ότι η ιδεοτυπική λειτουργία του ανταγωνισμού εξακολουθεί να υπάρχει (47) (ανεπαισθήτως) και, ως εκ τούτου, είναι άξια προστασίας.
139 Από την ανωτέρω ανάγκη προστασίας προκύπτει κατά τρόπο επιτακτικό ότι μαζί με τις ήδη αναφερθείσες εγγενείς διαταράξεις του συστήματος θα πρέπει και οι «ιδιαίτερες προϋποθέσεις πλαισίου της συγκεκριμένης περιπτώσεως», τις οποίες επικαλείται η αναιρεσείουσα στην παρούσα υπόθεση, να τίθενται σε κάθε περίπτωση αποκλειστικά βάσει των σκοπών και των μέσων που προβλέπει η Συνθήκης ΕΚΑΞ.
140 Αυτές οι «ιδιαίτερες προϋποθέσεις πλαισίου της συγκεκριμένης περιπτώσεως» είναι, σύμφωνα με την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας, οι επαφές των επιχειρήσεων, για τις οποίες δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η ΓΔ ΙΙΙ συνέβαλε, τουλάχιστον, στην πραγματοποίησή τους. Το Πρωτοδικείο εξέτασε την πτυχή αυτή της υποθέσεως στο κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που φέρει τον τίτλο «Επί της εμπλοκής της ΓΔ ΙΙΙ στις παραβάσεις που διαπιστώθηκαν μετά το πέρας του καθεστώτος έκδηλης κρίσεως» και το οποίο περιλαμβάνει τις σκέψεις 515 επ.
141 Η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη κυρίως την κατάθεση του συνεργάτη της ΓΔ ΙΙΙ κ. Kutscher, υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, σύμφωνα με τα δικά της στοιχεία, προσδοκούσε ότι οι επιχειρήσεις που συμμετείχαν στις εσωτερικές προκαταρκτικές επαφές θα κατέληγαν σε κάποιο είδος «συναινέσεως» (48) σχετικά με την εξέλιξη διαφόρων παραμέτρων της αγοράς (παραγωγοί, παραδόσεις, τιμές καθώς και τις εκάστοτε τάσεις της αγοράς). Έτσι, η Επιτροπή θα ήταν σε θέση να έχει επεξεργασμένες και συγκεντρωμένες τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της αγοράς και τις μελλοντικές εξελίξεις της.
142 Το Πρωτοδικείο εξέτασε στη σκέψη 318 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τη νομιμότητα της «συναινέσεως», την επίτευξη της οποίας επιθυμούσε η Επιτροπή. Το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μια «συναίνεση» υπό τη μορφή καθορισμού τιμών δεν καλύπτεται από τα άρθρα 46 έως 48 της Συνθήκης ΕΚΑΞ (49). Αν ληφθεί υπόψη ο καθαρά τεχνικός χαρακτήρας ιδίως του άρθρου 47 της Συνθήκης ΕΚΑΞ όσον αφορά τη συλλογή πληροφοριών και βάσει της ως άνω εκτεθείσας ανάγκης προστασίας του άνευ ετέρου μετριασθέντος ανταγωνισμού, η εκτίμηση αυτή του Πρωτοδικείου δεν είναι από νομικής απόψεως επικριτέα.
143 Όσον αφορά το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε στις σκέψεις 542 και 549 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι το πραγματικό περιεχόμενο των εν λόγω συνομιλιών απεκρύβη σκοπίμως από την Επιτροπή. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν χρειαζόταν προφανώς τα εξατομικευμένα στοιχεία τα οποία ανταλλάσσονταν στο πλαίσιο των συνομιλιών αυτών (50). Κατά συνέπεια, δεν ήταν δυνατόν να πρόκειται για προκαταρκτικές επαφές, των οποίων ο σκοπός και το περιεχόμενο αφορούσε την παροχή των αναγκαίων πληροφοριών «για την εκπλήρωση της αποστολής (της Επιτροπής)» κατά την έννοια του άρθρου 47, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ.
144 Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, στο μέτρο που αφορά την ερμηνεία και την εφαρμογή της εννοίας της «κανονικής λειτουργίας» του ανταγωνισμού του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ, όσον αφορά το εύρος του προβλεπομένου στη διάταξη αυτή (νομιμοποιημένου) μετριασμού του ανταγωνισμού.
β) Επί του ζητήματος της αντιφατικής χρήσεως της εννοίας της «εναρμονισμένης πρακτικής» ως μέσου νοθεύσεως της κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού
145 Αυτό το σκέλος του λόγου αναιρέσεως βάλλει κατά της προβαλλόμενης παρερμηνείας της εννοίας της «κανονικής λειτουργίας» του ανταγωνισμού στην ΕΚΑΞ στο πλαίσιο της παραδοχής ότι υπήρξαν «εναρνομισμένες πρακτικές». Προς καλύτερη κατανόηση του τεθέντος νομικού ζητήματος πρέπει να δοθεί εξ αρχής η ακόλουθη εξήγηση:
146 Στις σκέψεις 243 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εξετάζεται και επιβεβαιώνεται ότι τρεις αυξήσεις τιμών στην αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου αποτελούσαν απαγορευμένες «εναρμονισμένες πρακτικές» κατά την έννοια του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ.
147 Παραπέμποντας στην απόφασή του επί της υποθέσεως Rhτne-Poulenc (51), το Πρωτοδικείο τόνισε στο πλαίσιο αυτό μεταξύ άλλων τα εξής:
«[...] Από τη σχετική με τη Συνθήκη ΕΚ νομολογία του Πρωτοδικείου προκύπτει ότι, για να συναχθεί η ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής, δεν είναι αναγκαίο η συνεννόηση να έχει διαμορφώσει [...] τη συμπεριφορά των ανταγωνιστών στην αγορά» (52).
148 Από τα ανωτέρω συνάγεται, κατά την αναιρεσείουσα, ένας τόσο ευρύς ορισμός της εννοίας της «εναρμονισμένης πρακτικής», ώστε να είναι δυνατόν να αποτελούν παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού και συμπεριφορές επιχειρήσεων οι οποίες ουδόλως αποσκοπούν στον επηρεασμό της συμπεριφοράς των ανταγωνιστών στην αγορά. Εφόσον όμως δεν απαιτείται η ύπαρξη τέτοιου σκοπού - αυτή είναι προφανώς η συλλογιστική της αναιρεσείουσας - τότε συνιστά «εναρμονισμένη πρακτική» και είναι επίσης παράνομη η ζητηθείσα από την Επιτροπή ανταλλαγή πληροφοριών ενόψει της προετοιμασίας των απαιτουμένων παραμέτρων της αγοράς. Εντούτοις, το Πρωτοδικείο σε άλλο σημείο (53) της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως απορρίπτει ρητώς τη συλλογιστική αυτή. Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι η υποτιθέμενη αυτή αντίφαση θα μπορούσε να λυθεί μόνο με κατάλληλη περιοριστική ερμηνεία της εννοίας «κανονική λειτουργία» του ανταγωνισμού του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ, πράγμα το οποίο δεν έπραξε το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
149 Επομένως, η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας στηρίζεται κυρίως στο γεγονός ότι το Πρωτοδικείο, κατά την άποψή της, διαπίστωσε ότι μια συμπεριφορά πρέπει να αποσκοπεί στη δημιουργία μιας παράλληλης συμπεριφοράς στην αγορά προκειμένου να αποτελεί αντίθετη προς τον ανταγωνισμό «εναρμονισμένη πρακτική».
150 Επομένως, η αναιρεσείουσα εκκινεί προφανώς από μια ορισμένη ερμηνεία του όρου «εναρμονισμένη πρακτική» (ή του αντίστοιχου όρου του άρθρου 81 ΕΚ). Αυτό μου δίνει την αφορμή να εκθέσω με συντομία τις γενικές γραμμές αυτού του είδους των παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού σύμφωνα με τη νομολογία του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου:
151 Εναρμονισμένη πρακτική είναι δυνατόν να υπάρχει μόνον εφόσον υπήρξαν ορισμένες συμπεριφορές τουλάχιστον υπό τη μορφή επαφών (54) μεταξύ επιχειρήσεων. Περαιτέρω, πρέπει να αποδεικνύεται μια αντικειμενικά παράλληλη συμπεριφορά στην αγορά των επιχειρήσεων (55) (πλην της περιπτώσεως των συστημάτων ανταλλαγής πληροφοριών (56)), μεταξύ δε των επαφών και της παράλληλης συμπεριφοράς στην αγορά πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος (57). Δεν απαιτείται οπωσδήποτε η απόδειξη επιπτώσεων επί της αγοράς (58). Πάντως, οι έντονες ή οι ασθενείς επιπτώσεις επί της αγοράς είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη κατά τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου, και δη στο πλαίσιο της σοβαρότητας της πράξεως (59).
152 Φρονώ ότι η επίκληση από την αναιρεσείουσα του χωρίου της αποφάσεως Rhτne-Poulenc (60)που παρατίθεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι αλυσιτελής για τους ακόλουθους λόγους. Η υπόθεση της αναιρεσείουσας ότι το Πρωτοδικείο θεωρεί στη σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την οποία η αναιρεσείουσα παραθέτει, ότι η συνεννόηση δεν πρέπει «να αποσκοπεί» στην επακολουθήσασα παράλληλη συμπεριφορά στην αγορά των συμμετεχόντων, πρέπει να οφείλεται σε παρανόηση του γερμανικού όρου «erstrecken» που χρησιμοποιείται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση:
153 Η επιλεγείσα διατύπωση στη γερμανική, η οποία ήταν η γλώσσα διαδικασίας, σύμφωνα με την οποία η ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής «nicht davon abhδnge, dass sich die Abrede [...] auf das Marktverhalten der Konkurrenten erstreckte» (η υπογράμμιση δική μου) είναι δυνατόν να ερμηνευθεί στη γερμανική και υπό την έννοια ότι η συνεννόηση δεν πρέπει να αποσκοπεί στη συμπεριφορά στην αγορά. Ωστόσο, είναι επίσης δυνατόν η πρόταση αυτή να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η συνεννόηση δεν πρέπει να προκαλεί (61) την παράλληλη συμπεριφορά στην αγορά.
154 Δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο (62) είχε πράγματι δεχθεί κατά τον χρόνο εκδόσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως την τελευταία αυτή εκδοχή παραπέμποντας ρητώς στην απόφασή του επί της υποθέσεως Rhτne-Poulenc, πρέπει να θεωρηθεί ότι το Πρωτοδικείο εξέτασε στην επικρινόμενη σκέψη απλώς και μόνον το ζήτημα του κατά πόσον απαιτείται να αποδεικνύεται μια παράλληλη συμπεριφορά στην αγορά. Η σκέψη αυτή μπορεί να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα αυτό, ωστόσο δεν μπορεί να συναχθεί από αυτήν ότι το Πρωτοδικείο είχε την πρόθεση να διατυπώσει οποιαδήποτε κρίση σχετικά με το ζήτημα του σκοπού ορισμένων συμπεριφορών.
155 Κατά συνέπεια, από τα ανωτέρω χωρία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι δυνατόν να συναχθεί ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ότι εναρμονισμένες πρακτικές κατά την έννοια του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ είναι δυνατόν να υπάρχουν και στην περίπτωση κατά την οποία ορισμένες συμπεριφορές έχουν άλλον σκοπό από αυτόν του επηρεασμού της συμπεριφοράς στην αγορά των συμμετεχόντων. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να συναχθεί από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ούτε και ότι η ανταλλαγή πληροφοριών, η οποία διεξήχθη αποκλειστικά εντός των νομίμων ορίων που θέτει η Συνθήκη ΕΚΑΞ προκειμένου να παρασχεθούν στην Επιτροπή τα στοιχεία που ήσαν απαραίτητα για την εκπλήρωση της επιστολής της, συνιστά παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού.
156 Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό με ποιον τρόπο υπάρχει αντίφαση ως προς το σημείο αυτό σε σχέση με άλλα χωρία της αποφάσεως.
157 Το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί ως αβάσιμο, καθ' ο μέτρο προβάλλεται με αυτό η αντιφατική χρήση του όρου «εναρμονισμένη πρακτική» ως μέσου νοθεύσεως της κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ.
γ) Επί της αντιφατικής χρήσεως του όρου «κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού» του άρθρου 65, παράγραφοι 1 και 5, της Συνθήκης ΕΚΑΞ
158 Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εξέτασε στις σκέψεις 632 επ. το αν η Επιτροπή έλαβε επαρκώς υπόψη της κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου τις «οικονομικές επιπτώσεις» των διαφόρων παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού. Το Πρωτοδικείο - όπως προεκτέθηκε (63) - ορθώς έκρινε ότι για τη διαπίστωση παραβάσεως του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ δεν απαιτείται κατ' αρχήν να αποδειχθεί η ύπαρξη οικονομικών επιπτώσεων. Από τα ανωτέρω το Πρωτοδικείο συνάγει ότι οι οικονομικές επιπτώσεις μιας παραβάσεως δεν μπορούν κατ' αρχήν (64) να ληφθούν υπόψη ούτε και για τον καθορισμό του ύψους του προστίμου.
159 Το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη του εξάλλου στη σκέψη 644, όσον αφορά τις συμφωνίες περί τιμών, ότι και στην περίπτωση μιας θεμιτής βάσει των κανόνων του ανταγωνισμού συμπεριφοράς των εμπλεκομένων επιχειρήσεων «δεν αποκλείεται ότι τέτοιες επαφές μεταξύ επιχειρήσεων, που γίνονταν δεκτές από τη ΓΔ ΙΙΙ, θα μπορούσαν να ενισχύσουν κάποιον παραλληλισμό των συμπεριφορών στην αγορά, ιδίως όσον αφορά τις αυξήσεις τιμών που προκάλεσε, εν μέρει τουλάχιστον, η ευνοϋκή οικονομική συγκυρία του 1989».
160 Φρονώ ότι από την ανωτέρω σκέψη μπορεί μόνο να συναχθεί ότι το Πρωτοδικείο, στο σημείο αυτό, συμπεριλαμβάνει στις εκτιμήσεις του σχετικά με το ζήτημα των «οικονομικών επιπτώσεων» μια υποθετική εξέλιξη (νόμιμη συμπεριφορά - παράλληλη συμπεριφορά στην αγορά μέσω άλλων πράξεων - ενίσχυση αυτής της παράλληλης συμπεριφοράς στην αγορά την οποία προκαλεί η νόμιμη συμπεριφορά).
161 Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο διέπραξε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, διότι έλαβε υπόψη του αυτή την υποθετική εξέλιξη το πρώτον στο πλαίσιο των έννομων συνεπειών και όχι στο πλαίσιο της εξετάσεως του αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του πραγματικού ή του σχετικού κανόνα δικαίου.
162 Φρονώ ότι η αναιρεσείουσα, με την επιχειρηματολογία της επί του σκέλους αυτού του λόγου αναιρέσεως, δεν λαμβάνει υπόψη της ότι το ζήτημα εν προκειμένω δεν είναι αν ορισμένες συμπεριφορές πληρούν τις προϋποθέσεις του πραγματικού ή του σχετικού κανόνα δικαίου, αλλά το αν αποδεικνύεται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των συμπεριφορών και των παράλληλων συμπεριφορών στην αγορά που επακολούθησαν: εφόσον αποδεικνύονται ορισμένες συμπεριφορές, μια παράλληλη συμπεριφορά στην αγορά και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτών, υπάρχει παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ. Εφόσον όμως το Πρωτοδικείο καταλήξει ότι και μια νόμιμη συμπεριφορά θα είχε ως συνέπεια την αυτή ή παρεμφερή παράλληλη συμπεριφορά στην αγορά, τότε δημιουργούνται σοβαρές επιφυλάξεις ως προς την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των συμπεριφορών και της συμπεριφοράς στην αγορά και δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ως αποδεδειγμένη η πλήρωση των πραγματικών προϋποθέσεων για την εφαρμογή του σχετικού κανόνα δικαίου.
163 Στην παρούσα όμως υπόθεση το Πρωτοδικείο κάνει λόγο, στη σκέψη 644, με πολύ μεγάλη προσοχή για το ότι «δεν αποκλείεται» ότι ακόμη και νόμιμες συμπεριφορές «θα μπορούσαν (ούτε καν "να προκαλέσουν", αλλά μόνον) να ενισχύσουν κάποιο παραλληλισμό των συμπεριφορών στην αγορά». Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι το Πρωτοδικείο αμφισβητεί σοβαρά την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των συμπεριφορών που έκρινε προηγουμένως ως παράνομες και της συμπεριφοράς στην αγορά (εν προκειμένω: καθορισμός τιμών) (65).
164 Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η σκέψη αυτή του Πρωτοδικείου αντιφάσκει προς εκείνα τα σημεία του σκεπτικού του με τα οποία αιτιολογεί ότι ο καθορισμός των τιμών πληροί τις προϋποθέσεις του σχετικού κανόνα δικαίου.
165 Ως εκ τούτου, το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, καθ' ο μέτρο προβάλλεται με αυτό η αντιφατική χρήση του όρου «κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού» του άρθρου 65, παράγραφοι 1 και 5, της Συνθήκης ΕΚΑΞ.
166 Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η εσφαλμένη εκτίμηση της ουσιαστικής νομιμότητας της αποφάσεως της Επιτροπής (άρθρο 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ), πρέπει επομένως να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτος και κυρίως ως αβάσιμος.
Δ - Επί των λόγων αναιρέσεως που αφορούν το πρόστιμο
167 Η αναιρεσείουσα προβάλλει τις παραβιάσεις αυτές της Συνθήκης με τους πέμπτο, έκτο και έβδομο λόγο αναιρέσεως.
1. Επί του ισχυρισμού ότι δεν ελήφθη επαρκώς υπόψη η αρχή του καταλογισμού των ευθυνών ανάλογα με τη σοβαρότητα του πταίσματος (πέμπτος λόγος αναιρέσεως)
Επιχειρήματα των διαδίκων
168 Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι, βάσει των πραγματικών περιστατικών που διαπίστωσε το Πρωτοδικείο, έπρεπε να της καταλογιστεί ένας - πολύ μειωμένος - βαθμός υπαιτιότητας. Το Πρωτοδικείο, θεωρώντας στις σκέψεις 504, 514 και 489 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι οι διάφορες παραβάσεις είναι προφανείς, αντιφάσκει με τη διαπίστωσή του στη σκέψη 643 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η συμπεριφορά της ΓΔ ΙΙΙ στο πλαίσιο του συστήματος επιτηρήσεως, μεταξύ των μέσων του 1988 έως τα τέλη του 1990, δημιούργησε «ορισμένη ασάφεια» όσον αφορά το περιεχόμενο της εννοίας «κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού» της Συνθήκης ΕΚΑΞ. Όπως προκύπτει από τη σκέψη 643, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι είναι πιθανό, λόγω της εμπλοκής της ΓΔ ΙΙΙ, να μην αποτελεί οπωσδήποτε παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ η ανταλλαγή εξατομικευμένων στοιχείων στην προκειμένη περίπτωση. Λόγω αυτών των ασαφειών, η αναιρεσείουσα δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς της υπό το πρίσμα των κανόνων της Συνθήκης ΕΚΑΞ. Επιπλέον, οι γενικές συστάσεις της ΓΔ ΙΙΙ για την τήρηση των κανόνων του ανταγωνισμού δεν μπορούσαν να συμβάλουν, λόγω της προαναφερθείσας ασάφειας, στο να αντιληφθεί η αναιρεσείουσα τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς της.
169 Τέλος, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί την ύπαρξη «προθέσεως αποκρύψεως στοιχείων» την οποία δέχθηκε συναφώς το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 522 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Και τούτο διότι, κατά την αναιρεσείουσα, στο πλαίσιο του συστήματος επιτηρήσεως της Επιτροπής ήταν απαραίτητο να εκτίθενται συνοπτικά και να είναι επεξεργασμένες οι πληροφορίες που παρέσχαν οι επιχειρήσεις στη ΓΔ ΙΙΙ. Ως εκ τούτου, οι ανταλλαγείσες πληροφορίες δεν ταυτίζονταν με τις παρασχεθείσες στη ΓΔ ΙΙΙ πληροφορίες, διότι οι γνωστοποιηθείσες στη ΓΔ ΙΙΙ πληροφορίες ήσαν συνοπτικές και, ως εκ τούτου, περισσότερο γενικόλογες από τις πράγματι διεξαχθείσες συνομιλίες των επιχειρήσεων.
170 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα, βάλλοντας κατά της διαπιστώσεως του Πρωτοδικείου ότι οι παραβιάσεις ήσαν σαφείς και πρόδηλες, ότι υπήρχαν πράγματι συμφωνίες σχετικά με τον καθορισμό τιμών, ότι υπήρχε ανταλλαγή στοιχείων σχετικά με παραδόσεις ή ότι υπήρχε πρόθεση αποκρύψεως στοιχείων, βάλλει κατά της διαπιστώσεως και της εκτιμήσεως πραγματικών γεγονότων που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο.
171 Εν πάση περιπτώσει, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι και αβάσιμος. Και τούτο διότι δεν προσάφθηκαν στην αναιρεσείουσα συμπεριφορές ευρισκόμενες σε οριακό σημείο μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας, αλλά για εξόφθαλμες παραβάσεις της απαγορεύσεως των συμπράξεων, ως προς τις οποίες η αναιρεσείουσα δεν ήταν δυνατόν να πλανάται.
Εκτίμηση
172 Η αναιρεσείουσα επικαλείται νομική πλάνη και αιτιολογεί με τον τρόπο αυτό την κατά την άποψή της εσφαλμένη εκτίμηση της υπαιτιότητάς της.
173 Η αναιρεσείουσα στηρίζεται ως προς το σημείο αυτό κυρίως στη σκέψη 643 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι «η ΓΔ ΙΙΙ δημιούργησε ορισμένη αστάθεια όσον αφορά το περιεχόμενο της εννοίας "κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού", υπό την έννοια της Συνθήκης ΕΚΑΞ».
174 Δεν μπορεί πράγματι να απορριφθεί άνευ ετέρου η άποψη ότι το ανωτέρω χωρίο διατυπώνει ορισμένες επιφυλάξεις ως προς το κατά πόσον η αναιρεσείουσα μπορούσε να αντιληφθεί τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς της. Θα πρέπει να γίνει δεκτό, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ότι το χωρίο αυτό θα μπορούσε να έρχεται σε αντίφαση προς τις αναπτύξεις του Πρωτοδικείου στις σκέψεις 504, 514 καθώς και 589 επ.
175 Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι το Πρωτοδικείο εξέφερε τις αντίστοιχες κρίσεις του στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους αλληλουχίες:
176 Το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα μπορούσε να αντιληφθεί τον παράνομο χαρακτήρα των επικρινομένων συμπεριφορών της κατ' αρχάς με τις αναπτύξεις του σχετικά με την ουσιαστική νομιμότητα της αποφάσεως της Επιτροπής στο πλαίσιο της έρευνάς του για τις «υποτιθέμενες παρανοήσεις σχετικά με την εφαρμογή ή το περιεχόμενο του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης μετά το πέρας του καθεστώτος έκδηλης κρίσεως» (66).
177 Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο προέβη σε αντίστοιχες παρατηρήσεις στις αναπτύξεις του επί του αιτήματος μειώσεως του προστίμου, αυτή τη φορά σε σχέση με την έρευνά του ως προς την «καλή πίστη της προσφεύγουσας, την παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και τη μη λήψη μεταβατικών μέτρων μετά τη λήξη της ισχύος του καθεστώτος έκδηλης κρίσεως» (67).
178 Το χωρίο (68) που έρχεται σε αντίφαση με τα ανωτέρω περιλαμβάνεται μεν επίσης στις αναπτύξεις του Πρωτοδικείου σχετικά με το αίτημα μειώσεως του προστίμου, στο πλαίσιο όμως του «δυσανάλογου χαρακτήρα» του προστίμου. Στις αναπτύξεις αυτές εξετάζεται η πτυχή των «οικονομικών επιπτώσεων» των επικρινομένων συμπεριφορών μεταξύ πολλών άλλων λόγων οι οποίοι προβλήθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου σχετικά με τον δυσανάλογο χαρακτήρα του προστίμου. Στο πλαίσιο αυτό, το Πρωτοδικείο συγκρίνει την κατάσταση που δημιούργησαν οι επικρινόμενες συμπεριφορές με την κατάσταση που θα είχε δημιουργηθεί εάν οι συζητήσεις μεταξύ των επιχειρήσεων είχαν διεξαχθεί αποκλειστικά και μόνον προς το συμφέρον της ΓΔ ΙΙΙ.
179 Ωστόσο, φρονώ ότι στο πλαίσιο της συγκρίσεως δύο οικονομικών καταστάσεων δεν απαιτείται, εάν δεν είναι μάλιστα περιττό, η αναφορά υποκειμενικών απόψεων όπως είναι οι υποτιθέμενες ή οι πραγματικές αστάθειες ορισμένων νομικών εννοιών (69). Υπό το πρίσμα αυτό, δεν μπορεί να αντληθεί από τη σκέψη 643 κανένα συμπέρασμα προς στήριξη του ισχυρισμού που προβάλλει εν προκειμένω η αναιρεσείουσα.
180 Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι δεν ελήφθη υπόψη η αρχή του καταλογισμού των ευθυνών ανάλογα με τη σοβαρότητα του πταίσματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
2. Επί του υπολογισμού του αναλογούντος μέρους προστίμου για τη συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών (έκτος λόγος αναιρέσεως)
Επιχειρήματα των διαδίκων
181 Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι το Πρωτοδικείο θεώρησε στη σκέψη 649 της αποφάσεως τη συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών ως αυτοτελή παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ, λόγω της οποίας αυξάνεται το ύψος του προστίμου, μολονότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών είχε δευτερεύουσα σημασία σε σχέση με τις λοιπές παραβάσεις.
182 Η Επιτροπή παραπέμπει στη λοιπή επιχειρηματολογία της σχετικά με τον αυτοτελή χαρακτήρα της παραβάσεως που τελείται υπό τη μορφή της συμμετοχής στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών.
183 Η αναιρεσείουσα αναφέρει περαιτέρω τη σκέψη 644 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με την οποία το Πρωτοδικείο, στηριζόμενο στο γεγονός ότι το σύστημα επιτηρήσεως της ΓΔ ΙΙΙ τροποποίησε την «κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού», αιτιολόγησε τη μείωση του προστίμου για τον καθορισμό τιμών. Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι εσφαλμένως το Πρωτοδικείο περιόρισε τις εκτιμήσεις αυτές στον καθορισμό τιμών. Οι εκτιμήσεις αυτές ισχύουν επίσης για τη συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών και έπρεπε ως εκ τούτου να εφαρμοστούν από το Πρωτοδικείο κατά λογική συνέπεια και επ' αυτής έτσι ώστε να μειωθεί το ύψος του προστίμου και ως προς τη συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών.
184 Η Επιτροπή φρονεί ότι οι λόγοι για τους οποίους το Πρωτοδικείο μείωσε το ύψος του προστίμου που είχε επιβληθεί σχετικά με τον καθορισμό τιμών δεν ισχύουν και για τη συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών.
Εκτίμηση
185 Ο έκτος λόγος αναιρέσεως περιλαμβάνει δύο σκέλη. Κατ' αρχάς πρέπει να εξεταστεί εν γένει αν το Πρωτοδικείο ορθώς επιβεβαίωσε ότι είναι δυνατόν η συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών να αποτελεί ένα ιδιαίτερο τμήμα του καθορισμού του ύψους του προστίμου. Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, πρέπει να εξεταστεί το δεύτερο σκέλος σύμφωνα με το οποίο το Πρωτοδικείο, κατά την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας, έπρεπε να εφαρμόσει τους λόγους μειώσεως του προστίμου, βάσει των οποίων μείωσε το μέρος του προστίμου που αναλογούσε στον καθορισμό τιμών, και στο μέρος του προστίμου που αναλογούσε στη συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών.
186 Σε αντίθεση με την Επιτροπή, φρονώ ότι το πρώτο σκέλος αυτού του λόγου αναιρέσεως αφορά ένα ζήτημα το οποίο πρέπει να χωριστεί από την ήδη ανωτέρω (70) γενόμενη εκτίμηση του αυτοτελούς χαρακτήρα του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών. Ενώ κατ' αρχάς εξετάστηκε αν υπάρχει εν γένει παράβαση (πλήρωση των προϋποθέσεων του πραγματικού), τώρα θα εξεταστεί αν αυτός ο αυτοτελής χαρακτήρας, ως προς τις προϋποθέσεις του πραγματικού, είναι δυνατόν ή επιβάλλεται να έχει ως συνέπεια την αυτοτελή εκτίμηση των έννομων συνεπειών.
187 Αυτό το σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως διαφέρει κατά τα λοιπά και από το ανωτέρω (71) εξετασθέν ζήτημα σχετικά με το αν το Πρωτοδικείο ενήργησε εσφαλμένως μη λαμβάνοντας υπόψη του και στην περίπτωση της εκτιμήσεως του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών υποθετικά δεδομένα τα οποία έλαβε υπόψη του κατά την εκτίμηση του καθορισμού του ύψους του προστίμου. Στην πρώτη περίπτωση έπρεπε να εξεταστεί αν η επιχειρηματολογία του Πρωτοδικείου σχετικά με τον έλεγχο των έννομων συνεπειών έπρεπε να επηρεάσει την εξέτασή του σχετικά με την πλήρωση των προϋποθέσεων του πραγματικού ή του σχετικού κανόνα δικαίου. Εν προκειμένω το ζήτημα έγκειται - αντιστρόφως - στο αν και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ποιες είναι οι επιπτώσεις που μπορεί να έχει η πλήρωση των προϋποθέσεων του πραγματικού επί των έννομων συνεπειών.
188 Το Πρωτοδικείο - ορθώς (72) - επιβεβαίωσε τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών αποτελεί αυτοτελή παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού. Δεδομένου ότι οι πληροφορίες, τις οποίες απέκτησαν οι συμμετέχοντες στο σύστημα, χρησιμοποιήθηκαν χωρίς αμφιβολία για τις μετέπειτα συμφωνίες περί τιμών και περί κατανομής αγορών, τίθεται το ερώτημα: Έκρινε ορθώς το Πρωτοδικείο ότι ο αυτοτελής χαρακτήρας, όσον αφορά τις προϋποθέσεις του πραγματικού, αυτής της παραβάσεως του δικαίου του ανταγωνισμού μπορεί να συνεκτιμάται για την αύξηση του ύψους του προστίμου και στην περίπτωση κατά την οποία τα πλεονεκτήματα που προήλθαν παράνομα από την παράβαση αυτή χρησιμοποιήθηκαν, ήτοι ούτως ειπείν «αναλώθηκαν», κατά τη διάπραξη και άλλων παραβάσεων; Η κατάσταση αυτή ανακύπτει κατά κανόνα στην περίπτωση του συνδυασμού συστημάτων ανταλλαγής πληροφοριών, αφενός, και «κλασσικών» παραβάσεων του κανονισμού, όπως είναι η κατανομή αγορών και οι συμφωνίες περί τιμών, αφετέρου.
189 Οι λόγοι, με τους οποίους το Δικαστήριο αιτιολόγησε στις υποθέσεις για τους ελκυστήρες (73) τον αυτοτελή χαρακτήρα της παραβάσεως ως προς την πλήρωση των προϋποθέσεων του πραγματικού, δεν μπορούν, κατά την άποψή μου, να ισχύσουν στην πράξη ανεπιφυλάκτως στο ζήτημα της αυτοτέλειας ως προς τις έννομες συνέπειες. Αυτό δεν μπορεί να συμβεί και για τον λόγο ότι από τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων εκείνων δεν προέκυψε κάποια αφορμή για την εξέταση του ζητήματος αυτού.
190 Η Επιτροπή εξέτασε το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών στις υποθέσεις για τους ελκυστήρες στο πλαίσιο του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 81 ΕΚ) ως γνωστοποιηθείσα συμφωνία, ωστόσο είχε ήδη προηγουμένως ενημερωθεί για το γεγονός ότι παρεμφερείς προκαταρκτικές συμφωνίες υπήρχαν ήδη και εφαρμόζονταν επί σειρά ετών χωρίς να έχουν γνωστοποιηθεί. Η Επιτροπή διαπίστωσε με την απόφασή της (74) για τους ελκυστήρες ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών αντέβαινε στους κανόνες του ανταγωνισμού, απέρριψε το αίτημα για χορήγηση ατομικής απαλλαγής και διέταξε την παύση της συμπεριφοράς αυτής στο μέλλον, χωρίς όμως να επιβάλει πρόστιμα. Συνεπώς, η Επιτροπή έπρεπε μεν να εξετάσει, ως προς την πλήρωση των προϋποθέσεων του πραγματικού των σχετικών κανόνων δικαίου, το αν το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών για τους ελκυστήρες συνιστούσε αυτοτελή παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού, διότι αυτό ήταν το αντικείμενο της αιτήσεως για τη χορήγηση πιστοποιητικού περί μη νοθεύσεως του ανταγωνισμού, όχι όμως και τον αυτοτελή χαρακτήρα της παραβάσεως του δικαίου του ανταγωνισμού στο επίπεδο των έννομων συνεπειών, διότι αντικείμενο της δίκης δεν ήταν πράξεις χρησιμοποιήσεως των πληροφοριών αυτών υπό τη μορφή συμφωνιών περί τιμών, κατανομής αγορών κ.λπ.
191 Στις αποφάσεις που εκδόθηκαν επί των υποθέσεων Mo Och Domsjφ (75) κ.λπ. (στο εξής: υποθέσεις για το χαρτόνι) τα πραγματικά περιστατικά επίσης διέφεραν, διότι η Επιτροπή είχε λάβει ως βάση την ύπαρξη μιας ενιαίας πράξεως, ως προς την πλήρωση των προϋποθέσεων του πραγματικού, δεδομένου ότι η συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών και οι συμπεριφορές στο πλαίσιο των οποίων χρησιμοποιήθηκαν οι πληροφορίες είχαν θεωρηθεί ευθύς εξαρχής ως ενιαία παράβαση του κοινοτικού δικαίου περί ανταγωνισμού, η οποία είχε επισύρει αντιστοίχως ένα μόνον ενιαίο πρόστιμο.
192 Ωστόσο, η παρούσα υπόθεση περιέχει αμφότερα τα στοιχεία: η Επιτροπή με την απόφασή της έλαβε ως βάση, στο επίπεδο της πληρώσεως των προϋποθέσεων του πραγματικού, την ύπαρξη αυτοτελούς παραβάσεως και έλαβε υπόψη τη συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών αυξάνοντας για τον λόγο αυτό το πρόστιμο. Υπό το πρίσμα αυτό, τίθεται στο σημείο αυτό για πρώτη φορά το ερώτημα αν περισσότερες αυτοτελείς παραβάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού είναι δυνατό να συνεκτιμηθούν αυτοτελώς και στο επίπεδο των έννομων συνεπειών.
193 Το άρθρο 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΞ δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη σχετική με την αντιμετώπιση περισσοτέρων πράξεων ούτε σχετική με το αν, και υπό ποιες προϋποθέσεις, περισσότερες αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πράξεις πληρούν όλες μαζί ενδεχομένως το πραγματικό ενός μόνον κανόνα δικαίου ούτε σχετική με το αν, και με ποιο τρόπο, η πλήρωση των προϋποθέσεων του πραγματικού περισσοτέρων κανόνων δικαίου επηρεάζει τις έννομες συνέπειες. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το κοινοτικό δίκαιο αναγνωρίζει στην Επιτροπή κατ' αρχήν ένα περιθώριο εκτιμήσεως ως προς το σημείο αυτό.
194 Ωστόσο, πρέπει να εξεταστεί αν από τις κοινές νομικές παραδόσεις των κρατών μελών είναι δυνατόν να συναχθεί ένας ενιαίος τρόπος αντιμετωπίσεως του προβλήματος.
195 Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν στα εθνικά όργανα που είναι αρμόδια για την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού ένα σχετικά ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως - το οποίο υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο - κατά τον υπολογισμό του ύψους των προστίμων που επιβάλλονται στο πλαίσιο της διαδικασίας εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού. Συναφώς, συχνά μεν μνημονεύεται ρητώς η «σοβαρότητα» της παραβάσεως ή των παραβάσεων ως κριτήριο για την επιμέτρηση του προστίμου (76). Ωστόσο, οι εθνικές αυτές διατάξεις δεν διευκρινίζουν τις περισσότερες φορές αν είναι δυνατόν ή αν πρέπει να συνεκτιμάται και η ύπαρξη περισσοτέρων μεταξύ τους παραβάσεων. Κωδικοποιημένες ρυθμίσεις σχετικά με τη συνεκτίμηση πολλαπλών παραβάσεων των διατάξεων του ανταγωνισμού του κράτους μέλους έχουν θεσπίσει η Δανία, η Γερμανία, η Ιταλία, το Λουξεμβούργο, η Αυστρία και η Πορτογαλία. Εν μέρει η κατάσταση αυτή αντιμετωπίζεται βάσει της αρχής της απορροφήσεως, ήτοι επιβάλλεται ένα συνολικό πρόστιμο, του οποίου το ύψος καθορίζεται τις περισσότερες φορές σε σχέση με τη βαρύτερη παράβαση (77).
196 Δεδομένου ότι η συνεκτίμηση πολλών συναφών μεταξύ τους παραβάσεων και οι εντεύθεν έννομες συνέπειες ρυθμίζονται κατά τρόπο διαφορετικό στο εθνικό δίκαιο του ανταγωνισμού των κρατών μελών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει συναφώς μια κοινή νομική παράδοση των κρατών μελών (78).
197 Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ότι το κοινοτικό δίκαιο (άρθρο 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΞ) υποχρεώνει την Επιτροπή, αλλά ούτε και ότι την εμποδίζει, να λάβει υπόψη της κατά τον καθορισμό του όψους του προστίμου ως επιβαρυντική περίσταση την ύπαρξη περισσοτέρων συναφών μεταξύ τους παραβάσεων.
198 Στο περιθώριο εκτιμήσεως, το οποίο αναγνωρίζουν ως εκ τούτου στην Επιτροπή οι σχετικές διατάξεις, τίθενται ορισμένα όρια στην περίπτωση που η δυνατότητα αυτή ασκείται κατά τρόπο αυθαίρετο ή απρόσφορο.
199 Προς εκτίμηση του τρόπου ασκήσεως της δυνατότητας αυτής πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο δικαιολογητικός λόγος κάθε μορφής κυρώσεως, ήτοι η «απαξία» μιας πράξεως. Βάσει των ανωτέρω, θα ήταν αυθαίρετος ή απρόσφορος ο τρόπος ασκήσεως της δυνατότητας αυτής από την Επιτροπή αν προέβαινε στην αύξηση του ύψους του προστίμου λόγω της υπάρξεως περισσοτέρων παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού, μολονότι η απαξία της πρώτης παραβάσεως, λόγω της χρησιμοποιήσεώς της στο πλαίσιο των λοιπών παραβάσεων, έπρεπε να θεωρηθεί ως «αναλωθείσα».
200 Στην περίπτωση ενός συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών, το οποίο αποτελεί αυτοτελή παράβαση, η απαξία της πράξεως, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (79), έγκειται στο γεγονός ότι εξαλείφεται εν μέρει ή πλήρως ο κίνδυνος της αβεβαιότητας που αποτελεί ουσιώδες χαρακτηριστικό του ελεύθερου ανταγωνισμού. Αντιθέτως, η απαξία «κλασσικών» παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού, όπως είναι οι συμφωνίες περί τιμών ή η κατανομή των αγορών, έγκειται σε μια άλλου είδους διατάρραξη του ελεύθερου ανταγωνισμού, ήτοι στον περιορισμό της αυτονομίας των συμμετεχουσών επιχειρήσεων ως προς τη λήψη αποφάσεων. Επομένως, είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι υπάρχει «ανάλωση» της απαξίας της πρώτης πράξεως (εξάλειψη του κινδύνου της άγνοιας) με τη διάπραξη της δεύτερης πράξεως (περιορισμός της ελευθερίας δράσεως) μόνο στην περίπτωση κατά την οποία δεν έχει απομείνει στη συγκεκριμένη περίπτωση κάτι από την απαξία της πρώτης πράξεως το οποίο θα δικαιολογούσε την επιβολή χωριστού προστίμου.
201 Δεν αποκλείεται μεν να υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες ο αυτοτελής χαρακτήρας της απαξίας των πληροφοριών που αποκτώνται στο πλαίσιο ενός συστήματος πληροφοριών εξαφανίζεται πλήρως δια της χρησιμοποιήσεώς τους προς επίτευξη συμφωνιών περί τιμών και για την κατανομή των αγορών. Ωστόσο, ο οποιοσδήποτε σχετικός ισχυρισμός δεν προβλήθηκε ούτε ενώπιον του Πρωτοδικείου ούτε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
202 Εν γένει, θα πρέπει μάλλον να θεωρηθεί ότι «ο χαρακτηριστικός για τον ανταγωνισμό κίνδυνος της αβεβαιότητας», τον οποίο το Δικαστήριο θεωρεί ως άξιο προστασίας, δια της λήψεως συστηματικώς πληροφοριών σχετικών με τα επιχειρηματικά απόρρητα των ανταγωνιζομένων μειώνεται σε τέτοιο βαθμό ώστε είναι σχεδόν αδιανόητη η αποκατάσταση του ελεύθερου ανταγωνισμού μεταξύ «απληροφόρητων επιχειρήσεων».
203 Αν εφαρμοστούν τα ανωτέρω στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτό σημαίνει ότι οι συστηματικά και σε τακτά χρονικά διαστήματα παρεχόμενες πληροφορίες σχετικά με τις ποσότητες παραδόσεων και τις τιμές των ανταγωνιστών δεν χάνουν την «από νομικής απόψεως αποδοκιμαζόμενη» αξία τους για τους συμμετέχοντες σε αυτό το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών, εφόσον οι συμφωνίες περί τιμών ισχύουν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και η κατανομή των αγορών πραγματοποιήθηκε σε καθορισμένες γεωγραφικές ζώνες. Αντιθέτως, είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι οι πληροφορίες έχουν ορισμένη διάρκεια λόγω του ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη συνέχεια για περαιτέρω συμφωνίες περί τιμών ή για την κατανομή των αγορών ή λόγω του ότι οι συμμετέχοντες αποκτούν εποπτεία επί της αγοράς και της διαρθρώσεώς της, την οποία δεν έχει ο μέσος επιχειρηματίας που ενεργεί σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο.
204 Εν προκειμένω, η Επιτροπή στήριξε την αύξηση του προστίμου σε ένα τέτοιο - τουλάχιστον - «υπόλοιπο απαξίας» που ενέχει η συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή ενήργησε αυθαίρετα κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου. Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να επιρριφθεί ούτε στο Πρωτοδικείο ότι εσφαλμένως παρέλειψε να χαρακτηρίσει ως παράνομη τη συμπεριφορά αυτή της Επιτροπής.
205 Συνεπώς, το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών αποτελούσε ιδιαίτερη παράμετρο στον καθορισμό του ύψους του προστίμου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
206 Επί του δευτέρου σκέλους του έκτου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι το Πρωτοδικείο μείωσε μόνον το μέρος του προστίμου που αφορούσε τις συμφωνίες περί τιμών, χωρίς ωστόσο να μεταβάλει το μέρος του προστίμου που αφορούσε τη συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών, πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής:
207 Οι λόγοι, για τους οποίους το Πρωτοδικείο έκρινε στη σκέψη 644 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι θα έπρεπε να μειωθεί το πρόστιμο για τις συμφωνίες περί καθορισμού τιμών, συντρέχουν - όπως ρητώς διαπίστωσε στο Πρωτοδικείο στη σκέψη 646 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως - μόνον όσον αφορά αυτές τις παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού, όχι όμως όσον αφορά το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών.
208 Οι λόγοι αυτοί αφορούν ορισμένες υποθετικές οικονομικές επιπτώσεις εξωτερικών παραγόντων, όπως δέχθηκε το Πρωτοδικείο, οι οποίες θα μπορούσαν να φωτίσουν υπό άλλο πρίσμα, κατά την άποψη του Πρωτοδικείου, τις οικονομικές συνέπειες των συμφωνιών περί καθορισμού των τιμών. Το Πρωτοδικείο θεώρησε προφανώς - όπως προκύπτει από τη σκέψη 646 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως - ότι αυτές οι υποθετικές οικονομικές συνέπειες πρέπει να κρίνονται διαφορετικά όταν απορρέουν από διαφορετικές παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού.
209 Έτσι όμως, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά διαπιστώσεως πραγματικών γεγονότων από το Πρωτοδικείο η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
210 Επομένως, το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Πρωτοδικείο δεν εφάρμοσε και στη συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών τους λόγους που έλαβε υπόψη του για τη μείωση του μέρους του προστίμου που αφορούσε τις συμφωνίες περί καθορισμού τιμών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
211 Ο έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αμφισβητείται η ορθότητα του υπολογισμού του μέρους του προστίμου που αφορά τη συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών, είναι εν μέρει απαράδεκτος και κατά τα λοιπά αβάσιμος.
3. Επί των πλημμελειών της αιτιολογίας της αποφάσεως της Επιτροπής όσον αφορά το ύψος του προστίμου (έβδομος λόγος αναιρέσεως)
Επιχειρήματα των διαδίκων
212 Η αναιρεσείουσα αμφισβητεί την ορθότητα της διαπιστώσεως του Πρωτοδικείου στη σκέψη 606 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι στην απόφαση της Επιτροπής εκτίθενται επαρκώς και αντικειμενικώς οι παράγοντες που ελήφθησαν υπόψη για να κριθεί η σοβαρότητα των διαφόρων διαπιστωθεισών παραβάσεων.
213 Από την απόφαση της Επιτροπής προκύπτει επίσης με ποιο τρόπο ελήφθη υπόψη η διάρκεια των παραβάσεων. Η αναιρεσείουσα μνημονεύει στο σημείο αυτό τη σκέψη 612 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία «από την ανάλυση των περιστατικών που διενήργησε το Πρωτοδικείο προκύπτει ότι η Επιτροπή δικαιολογήσε δεόντως, αναφερόμενη είτε στις ενέργειες των ενδιαφερομένων είτε στις περιόδους αναφοράς τις οποίες αφορούν οι ενέργειες αυτές, τη διάρκεια των συμπεριφορών που συνιστούν παράβαση και διαλαμβάνονται στο άρθρο 1 της Αποφάσεως». Ωστόσο, ακόμα και μια εις βάθος μελέτη της αποφάσεως της Επιτροπής δεν επιτρέπει, κατά την αναιρεσείουσα, παρά μόνον υποθέσεις ως προς τον ακριβή χρόνο στον οποίο η Επιτροπή τοποθετεί τις παραβάσεις. Μεταξύ άλλων δεν είναι σαφές αν και σε ποιο βαθμό ελήφθη υπόψη η διακοπή της λειτουργίας του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών.
214 Όσον αφορά τον υπολογισμό του προστίμου, η απόφαση περιέχει, κατά την αναιρεσείουσα, μια αντίφαση. Στις σκέψεις 608 και 609 το Πρωτοδικείο παραπέμπει στη σχετική νομολογία σύμφωνα με την οποία οι επιχειρήσεις πρέπει να γνωρίζουν τον τρόπο υπολογισμού του προστίμου χωρίς να είναι υποχρεωμένες να ασκήσουν προς τούτο προσφυγή. Εντούτοις, στις σκέψεις 610 και 611 το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε στο γεγονός ότι η Επιτροπή προσκόμισε τα αναγκαία αριθμητικά στοιχεία κατά τη διάρκεια της ενώπιόν του διαδικασίας. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 15 της Συνθήκης ΕΚΑΞ μια τέτοια αιτιολογία θα έπρεπε να παρατίθεται ήδη στην απόφαση της Επιτροπής.
215 Η Επιτροπή επικαλείται τις σκέψεις 07, 614 και 626 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο εξέτασε δεόντως τα διάφορα κριτήρια για τον υπολογισμό του προστίμου για καθεμία επιχείρηση και ότι αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή του. Κατά συνέπεια, ο λόγος αναιρέσεως είναι ως προς το σημείο αυτό αβάσιμος.
216 Τα επιχειρήματα που προβάλλονται κατά της εκτιμήσεως της διάρκειας της παραβάσεως καθιστούν τον λόγο αναιρέσεως απαράδεκτο, δεδομένου ότι στρέφεται κατά της εκτιμήσεως πραγματικών γεγονότων τα οποία δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο.
217 Όσον αφορά τον υπολογισμό του προστίμου, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι θα ήταν ευκταία η παράθεση του μαθηματικού τρόπου υπολογισμού του προστίμου στην απόφαση της Επιτροπής, αλλά δεν το απαίτησε. Κατά την Επιτροπή, το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό του προστίμου προκύπτουν με σαφήνεια από την απόφαση της Επιτροπής. Κατά την Επιτροπή, και το σκέλος αυτό του λόγου αναιρέσεως είναι αβάσιμο.
Εκτίμηση
218 Το Δικαστήριο ασχολήθηκε επανειλλημένως κατά το παρελθόν με το αν και σε ποιο βαθμό η Επιτροπή υποχρεούται να χρησιμοποιεί ένα τρόπο υπολογισμού κατά την επιμέτρηση του προστίμου και να τον παραθέτει ενδεχομένως.
219 Κατά πάγια νομολογία (80), την οποία ρητώς παραθέτει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 605 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, «το περιεχόμενο της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται ιδίως με βάση το γεγονός ότι η βαρύτητα των παραβάσεων πρέπει να καθορίζεται βάσει μεγάλου αριθμού στοιχείων όπως είναι, ιδίως, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υποθέσεως, το πλαίσιό της και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των προστίμων, τούτο δεν χωρίς να υφίσταται δεσμευτικός ή εξαντλητικός κατάλογος κριτηρίων πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνονται υπόψη [...]. Επιπλέον, κατά τον καθορισμό του ύψους κάθε προστίμου, η Επιτροπή διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οφείλει να εφαρμόζει, προς τούτο, κάποιον συγκεκριμένο μαθηματικό τύπο».
220 Στις αποφάσεις που εκδόθηκαν επί των υποθέσεων για το χαρτόνι (81), το Δικαστήριο διευκρίνισε ποιες απαιτήσεις πρέπει να πληροί η αιτιολογία των αποφάσεων της Επιτροπής διαλαμβάνοντας συναφώς ότι:
«[...] ο συνιστάμενος στην υποχρέωση αιτιολογήσεως ουσιώδης τύπος τηρείται άπαξ η Επιτροπή εκθέτει με την απόφασή της τα στοιχεία εκτιμήσεως τα οποία χρησιμοποίησε για να μετρήσει τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παραβάσεως. Ελλείψει αυτών των στοιχείων η απόφαση πάσχει έλλειψη αιτιολογίας» (82).
221 Στην παρούσα υπόθεση, η απόφαση της Επιτροπής - όπως διαπίστωσε το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 606 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως - περιέχει «επαρκή και κατάλληλη έκθεση» των παραγόντων που ελήφθησαν υπόψη για να κριθεί η σοβαρότητα των διαφόρων παραβάσεων. Η Επιτροπή διαπίστωσε περαιτέρω ότι οι παραβάσεις ήσαν «μακράς διαρκείας», τεκμηριώνοντας μάλιστα τη θέση της αυτή με - χωριστούς για κάθε επιμέρους συμμετέχουσα επιχείρηση - αριθμητικούς πίνακες και εκφράζοντας έτσι «την αρχή ότι τα μερικά πρόστιμα που αντιστοιχούν στις διάφορες παραβάσεις επιμερίζονται με βάση τη διάρκεια των παραβάσεων αυτών» (83).
222 Όσον αφορά την παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως λόγω της διακοπής της λειτουργίας του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών, πρέπει να τονιστεί ότι το Δικαστήριο στις αποφάσεις του επί των υποθέσεων για το χαρτόνι αποφάνθηκε και πάλι με σαφήνεια ότι δεν υπάρχει υποχρέωση για αυτόματο υπολογισμό των προστίμων και για παράθεση αντίστοιχης αιτιολογίας. Ταυτόχρονα, το Δικαστήριο τόνισε ότι η Επιτροπή δεν υπέχει μεν τέτοια υποχρέωση, έχει όμως το δικαίωμα να μετέλθει τον τρόπο αυτό υπολογισμού εφόσον δεν απεμπολεί την εξουσία της εκτιμήσεως «καταφεύγοντας αποκλειστικά και με μηχανικό τρόπο σε αριθμητικούς τύπους» (84).
223 Επομένως, εφόσον η Επιτροπή δεν υποχρεούται να υπολογίζει το συνολικό ύψος του προστίμου βάσει μαθηματικών τύπων, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ούτε και ότι πρέπει να ενεργεί με τον τρόπο αυτό κατά την εκτίμηση της διάρκειας των παραβάσεων. Επομένως, δεν συνάγεται από το κοινοτικό δίκαιο ότι κάθε ενδεχόμενη διακοπή πρέπει υποχρεωτικά να λαμβάνεται υπόψη (85).
224 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θα είχε εκπληρώσει στην παρούσα υπόθεση την υποχρέωσή της αιτιολογήσεως και στην περίπτωση κατά την οποία δεν συγκεκριμενοποιούσε - όπως έπραξε με την απόφασή της - με την κατάρτιση ατομικών πινάκων με αριθμητικά στοιχεία τη σχέση της διάρκειας κάθε παραβάσεως με το ύψος των επιμέρους προστίμων. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατόν να απαιτείται από την Επιτροπή να παραθέτει ακόμη πιο λεπτομερή στοιχεία όσον αφορά τη διάρκεια κάθε επιμέρους παραβάσεως από τον κάθε συμμετέχοντα. Αρκεί το γεγονός ότι μπορεί να γίνει αντιληπτό το ποια είναι η συνολική διάρκεια των εκάστοτε παραβάσεων βάσει των οποίων υπολογίστηκε το πρόστιμο.
225 Επομένως, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι δεν ελήφθη υπόψη η έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως όσον αφορά το ύψος του προστίμου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ε - Επί του λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η διάρκεια της ένδικης διαδικασίας αντιβαίνει στην ΕΣΔΑ (όγδοος λόγος αναιρέσεως)
226 Με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, λόγω της υπέρμετρα μεγάλης διάρκειας της διαδικασίας, το Πρωτοδικείο προσέβαλε το δικαίωμα προς έκδοση δικαστικής αποφάσεως εντός ευλόγου χρόνου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Ευρωπαϋκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ).
Επιχειρήματα των διαδίκων
227 Η αναιρεσείουσα επικαλείται τη μακρά διάρκεια της διοικητικής και της ένδικης διαδικασίας και παραπέμπει συναφώς στην απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε επί της υποθέσεως Baustahylgewebe (86). Κατά την αναιρεσείουσα, η διάρκεια των σχεδόν πέντε ετών της ένδικης διαδικασίας δεν δικαιολογείται ούτε από την περιπλοκότητα των πραγματικών περιστατικών ούτε από τη διεξαγωγή των αποδείξεων. Επιπλέον, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το σύνολο της διαδικασίας· στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο θα αποφανθεί επί περιστατικών τα οποία συνέβησαν πριν από δέκα και πλέον έτη, όταν δε εκδοθεί η οριστική απόφαση θα έχει παρέλθει χρόνος που θα εγγίζει σχεδόν τα δεκαπέντε έτη. Μετά από ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, η απόφαση πλήττει την επιχείρηση κατά διαφορετικό τρόπο, όσον αφορά τα οικονομικά δεδομένα της και το προσωπικό της, απ' ό,τι αν η απόφαση αυτή της επιβαλλόταν κατά τον χρόνο εμπλοκής της στις παραβάσεις. Για τους πράγματι ενδιαφερομένους αυτό ισυδυναμεί με αρνησιδικία.
228 Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' αρχάς, η αναιρεσείουσα μπορεί να αμφισβητήσει, επικαλούμενη το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, μόνον τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας, όχι όμως και τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας. Η διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου δεν ήταν υπέρμετρα παρατεταμένη αν ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις της υποθέσεως.
229 Στην περίπτωση της αναιρεσείουσας διακυβεύονταν σημαντικά οικονομικά συμφέροντα. Η υπόθεση ήταν περίπλοκη, περιελάμβανε ένδεκα προσφυγές σε τέσσερις διαφορετικές γλώσσες και απαιτούσε τη λεπτομερή εξέταση πολλών εγγράφων. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα επέμενε - όπως ακριβώς και οι λοιπές προσφεύγουσες των μετέπειτα υποθέσεων που συνενώθηκαν προκειμένου να υπάρξει κοινή προφορική διαδικασία - να υποβάλλει διαρκώς αιτήματα, των οποίων η εξέταση ήταν χρονοβόρα. Επομένως, κακώς η αναιρεσείουσα παραπονείται για τη διάρκεια της διαδικασίας.
230 Κατά την άποψη της Επιτροπής, η σύγκριση με τη διάρκεια της αντίστοιχης διαδικασίας στην υπόθεση Baustahlgewebe καταδεικνύει ότι δεν μπορεί εν προκειμένω να προσαφθεί στο Πρωτοδικείο ότι η ενώπιόν του διαδικασία είχε υπέρμετρα μεγάλη διάρκεια. Και τούτο διότι κατά τα τρία έτη που μεσολάβησαν από την περάτωση της γραπτής διαδικασίας μέχρι την απόφαση περί ενάρξεως της προφορικής διαδικασίας ελήφθησαν πληθώρα οργανωτικών της διαδικασίας μέτρων. Περαιτέρω, το χρονικό διάστημα του ενός έτους, που παρήλθε από το πέρας της προφορικής διαδικασίας μέχρι της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, ήταν εξαιρετικά σύντομο αν ληφθεί υπόψη ο όγκος της υποθέσεως.
Εκτίμηση
231 Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δικαίως, δημοσίως και εντός εύλογου χρόνου από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο νομίμως λειτουργούν το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως.
232 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (87), «τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου την τήρηση των οποίων διασφαλίζει το Δικαστήριο (88). Συναφώς, το Δικαστήριο εμπνέεται από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών καθώς και από τα στοιχεία τα οποία παρέχουν οι διεθνείς πράξεις περί προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, για τις οποίες έχουν συνεργαστεί ή στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη. Η Ευρωπαϋκή σύμβαση περί προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) έχει συναφώς προέχουσα σημασία» (89).
233 Έτσι, το Δικαστήριο με την απόφασή του επί της υποθέσεως Baustahlgewebe διαπίστωσε ότι η απορρέουσα από τα θεμελιώδη δικαιώματα της ΕΣΔΑ γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου κατά την οποία κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα για μια δίκαιη δίκη, και ειδικότερα για μια δίκη εντός εύλογου χρόνου, εφαρμόζεται και στο πλαίσιο ένδικης προσφυγής την οποία ασκεί μια επιχείρηση κατ' αποφάσεως της Επιτροπής η οποία της επιβάλλει πρόστιμα λόγω παραβάσεως του δικαίου του ανταγωνισμού (90).
234 Προκειμένου να εξεταστεί αν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας προσβλήθηκε το δικαίωμα της αναιρεσείουσας για έκδοση αποφάσεως επί της υποθέσεώς της εντός ευλόγου χρόνου κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, επιβάλλεται κατ' αρχάς να καθοριστεί το διάστημα που πρέπει να ληφθεί υπόψη.
235 Κατά τη νομολογία του Ευρωπαϋκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ), όσον αφορά την εκτίμηση του «εύλογου χρόνου της διάρκειας της διαδικασίας» πρέπει καταρχήν να λαμβάνεται υπόψη και ο προ της ασκήσεως του ένδικου βοηθήματος χρόνος της διοικητικής διαδικασίας (91).
236 Κατά το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, ως λόγοι αναιρέσεως επιτρέπεται να προβληθούν μεταξύ άλλων οι τυχόν πλημμέλειες στις οποίες υπέπεσε το Πρωτοδικείο κατά την ενώπιόν του διαδικασία και οι οποίες θίγουν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος (92). Η ισχύς του θεμελιώδους δικαιώματος προς λήψη αποφάσεως εντός ευλόγου χρόνου, όσον αφορά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής, δεν περιορίστηκε ως προς το σημείο αυτό, καθότι υπάρχει δυνατότητα προβολής της αντίστοιχης διαδικαστικής πλημμέλειας της Επιτροπής ενώπιον του Πρωτοδικείου (93).
237 Ωστόσο, δεν χρειάζεται απάντηση εν προκειμένω στο ερώτημα σχετικά με το αν είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη και η διάρκεια της ενώπιον της Επιτροπής διαδικασίας κατά την εκτίμηση από το Δικαστήριο αν παρεσχέθη έννομη προστασία εντός εύλογου χρόνου, δεδομένου ότι εν πάση περιπτώσει η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε ως επιχείρημα το ότι θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η διάρκεια της ενώπιον της Επιτροπής διαδικασίας το πρώτον - και μάλλον εν παρόδω - με την αίτησή της αναιρέσεως. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου, η αναιρεσείουσα δεν υποστήριξε ότι εθίγη από τη διάρκεια της ενώπιον της Επιτροπής διαδικασίας. Κατά συνέπεια, ο λόγος αναιρέσεως είναι ως προς το σημείο αυτό απαράδεκτος, δεδομένου ότι το στοιχείο αυτό προβάλλεται το πρώτον κατ' αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου (94).
238 Βάσει των ανωτέρω, για την εκτίμηση του αν παρασχέθηκε στην αναιρεσείουσα έννομη προστασία εντός ευλόγου χρόνου, πρέπει να ληφθεί υπόψη εν προκειμένω μόνον η συνολική διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου, η οποία διήρκεσε, από την κατάθεση του δικογράφου της προσφυγής μέχρι της δημοσιεύσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τέσσερα έτη και έντεκα μήνες περίπου.
239 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ προκύπτει ότι ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μιας διαδικασίας πρέπει να κρίνεται ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε υποθέσεως και, ειδικότερα, ανάλογα με τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων τα οποία διακυβεύονται, καθώς επίσης και ανάλογα με την περιπλοκότητα της υποθέσεως και τη συμπεριφορά των μετεχόντων διαδίκων και αρχών (95). Ωστόσο, δεδομένου ότι ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μιας διαδικασίας πρέπει να εκτιμάται ανάλογα με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως βάσει ορισμένων στοιχείων, είναι δυνατόν η σύγκριση με άλλες διαδικασίες - όπως π.χ. με αυτήν της υποθέσεως Baustahlgewebe - να προσφέρει τουλάχιστον ορισμένα βασικά στοιχεία για μια τέτοια εκτίμηση (96).
240 Κατ' αρχάς, δεν αμφισβητείται εν προκειμένω ότι από την έκβαση της ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκης διακυβεύονταν πραγματικά συμφέροντα της αναιρεσείουσας (97). Και τούτο διότι η Επιτροπή επέβαλε εις βάρος της αναιρεσείουσας ένα συγκριτικά, χωρίς καμία αμφιβολία, υψηλό πρόστιμο ύψους 32 000 000 ECU, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί εντός τριών μηνών από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως, πλέον τόκων με ετήσιο επιτόκιο 9,75 % σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής του προστίμου (98). Εξάλλου, η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίστηκε ότι η οικονομικής της επιβίωση κινδυνεύει άμεσα από την έκβαση του δικαστικού αγώνα και, ως εκ τούτου, δεν υπήρξαν στοιχεία που θα επέβαλαν την εσπευσμένη εκδίκαση της υποθέσεως από το Πρωτοδικείο (99).
241 Όσον αφορά την περιπλοκότητα της υποθέσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε με την απόφασή της την ύπαρξη παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού από δεκαεπτά χαλυβουργικές επιχειρήσεις, καθώς και από μια επαγγελματική ένωσή τους, επέβαλε δε κατά δεκατεσσάρων εξ αυτών των επιχειρήσεων πρόστιμα λόγω αντίστοιχων παραβάσεων.
242 Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθώς και από τη δικογραφία προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο έπρεπε να εξετάσει πολυσέλιδα έγγραφα (100) και να εκτιμήσει μεγάλο αριθμό πραγματικών περιστατικών και νομικών ζητημάτων, τόσο ως προς το σύνολο των προσφευγουσών όσο και ως προς την αναιρεσείουσα χωριστά. Πέραν της αναιρεσείουσας, δέκα ακόμη αποδέκτες της αποφάσεως της Επιτροπής άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου. Οι ένδεκα υποθέσεις, στις οποίες η γλώσσα διαδικασίας εποίκιλλε, ενώθηκαν από το Πρωτοδικείο προς διευκόλυνση της διεξαγωγής των αποδείξεων και της προφορικής διαδικασίας (101).
243 Μεταξύ άλλων και για λόγους οικονομίας της δίκης επιτρέπεται, και σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις επιβάλλεται, η συνένωση και η συνεκδίκαση διαφόρων υποθέσεων ή η από κοινού εξέτασή τους για την έκδοση αποφάσεως επ' αυτών (102). Κατά συνέπεια, ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας της παρούσας διαδικασίας δεν μπορεί να εξεταστεί μεμονωμένα ως προς το σημείο αυτό, αλλά σε σχέση με το σύνολο των υποθέσεων που εκδικάστηκαν εκ παραλλήλου ή που συνεκδικάστηκαν εν μέρει από το Πρωτοδικείο.
244 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο έπρεπε να κρίνει μια περίπλοκη υπόθεση τόσο από πλευράς πραγματικών περιστατικών όσο και από νομικής απόψεως.
245 Ως εκ τούτου, απομένει ο έλεγχος της διάρκειας της διαδικασίας βάσει της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων, της Επιτροπής και του Πρωτοδικείου. Προς τούτο φρονώ ότι επιβάλλεται να εξεταστούν χωριστά ορισμένα επιμέρους τμήματα της διαδικασίας, όπως ήδη έπραξε το Δικαστήριο στην απόφασή του επί της υποθέσεως Baustahlgewebe. Η διάκριση, στην οποία προέβη το Δικαστήριο στην ανωτέρω απόφαση, των σταδίων μέχρι και την προφορική διαδικασία, αφενός, και μετά την προφορική διαδικασία μέχρι δημοσιεύσεως της αποφάσεως (103), αφετέρου, είναι εύστοχη διότι στο πρώτο στάδιο η διάρκεια της διαδικασίας είναι δυνατόν να επηρεαστεί και από τις επιχειρήσεις καθώς και από την Επιτροπή, ενώ στο δεύτερο στάδιο την ευθύνη για την περαιτέρω διάρκεια της διαδικασίας φέρει μόνον το Πρωτοδικείο.
246 Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 49 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το πρώτο στάδιο από της ασκήσεως της προσφυγής μέχρι και την προφορική διαδικασία, το οποίο είναι κρίσιμο για την εκτίμηση της διάρκειας της διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση, διήρκεσε σχεδόν τέσσερα έτη. Το στάδιο της διασκέψεως μέχρι τη δημοσίευση της αποφάσεως διήρκεσε σχεδόν ένα έτος.
247 Όσον αφορά κατ' αρχάς το δεύτερο στάδιο, είναι προφανές ότι η διάρκειά του δεν μπορεί να επικριθεί. Και τούτο διότι το χρονικό διάστημα ούτε καν ενός έτους, για τη διάσκεψη του Πρωτοδικείου μέχρι τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είναι εύλογο αν ληφθούν υπόψη η περιπλοκότητα της υποθέσεως και τα διαδικαστικά δεδομένα όπως π.χ. το γλωσσικό καθεστώς (104). Η διάρκεια αυτή υπολείπεται κατά πολύ της διάρκειας των 22 μηνών για το ίδιο στάδιο της διαδικασίας στην υπόθεση Baustahlgewebe η οποία κρίθηκε από το Δικαστήριο ως μη εύλογη.
248 Αντιθέτως, φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι η διάρκεια των σχεδόν τεσσάρων ετών του πρώτου σταδίου είναι πράγματι σχετικά μεγάλη, έστω και αν ληφθεί υπόψη ότι στο στάδιο αυτό περιλαμβάνεται και η διάρκεια της γραπτής διαδικασίας, και, ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστεί διεξοδικότερα κυρίως βάσει της εκάστοτε συμπεριφοράς των επιχειρήσεων, της Επιτροπής και του Πρωτοδικείου.
249 Όσον αφορά τη συμπεριφορά του Πρωτοδικείου, επιβάλλεται κατ' αρχάς η διαπίστωση ότι - αντίθετα προς ό,τι συνέβη στη διαδικασία της υποθέσεως Baustahlgewebe - δεν υπήρξαν μακρόχρονες περίοδοι πρόδηλης αδράνειας του Πρωτοδικείου, οι οποίες θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν μόνο λόγω της συνδρομής εξαιρετικών περιστάσεων (105), όπως προκύπτει από τις δραστηριότητές του οι οποίες παρατίθενται στις σκέψεις 49 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
250 Αντιθέτως, το Πρωτοδικείο ασχολήθηκε προφανώς κατά το χρονικό διάστημα μέχρι την προφορική διαδικασία κυρίως με το ζήτημα του δικαιώματος της λήψεως γνώσεως των διαδικαστικών εγγράφων της Επιτροπής (106). Στο πλαίσιο αυτό, το Πρωτοδικείο έπρεπε, αφενός, να κρίνει αν επρόκειτο για «εμπιστευτικής φύσεως» έγγραφα και, αφετέρου, εάν επρόκειτο για «εσωτερικά έγγραφα», τα οποία δεν είχαν ή δεν μπορούσαν να έχουν σημασία για τη νομική εκτίμηση της αποφάσεως της Επιτροπής. Το δικαίωμα λήψεως γνώσεως των εγγράφων της Επιτροπής και η προσκόμισή τους εξετάστηκαν από το Πρωτοδικείο στις διατάξεις του της 19ης Ιουνίου 1996 (107) και της 10ης Δεκεμβρίου 1997 (108).
251 Ωστόσο, έστω και αν βάσει των ανωτέρω δεν μπορεί να διαπιστωθεί ότι υπήρξαν στάδια πρόδηλης αδράνειας, αυτό δεν σημαίνει ότι η έντονη δραστηριοποίηση του Πρωτοδικείου αποκλείει το ενδεχόμενο να έχει προσβληθεί το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας εντός εύλογου χρόνου.
252 Προς εκτίμηση της υπάρξεως προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος της παροχής έννομης προστασίας εντός εύλογου χρόνου, είναι απολύτως πρόσφορο κατ' αρχήν να εξετάζεται διεξοδικότερα το είδος και η διάρκεια των δραστηριοτήτων, αφού ληφθεί ιδιαιτέρως υπόψη η εκάστοτε αφορμή (που είναι δυνατόν να προέρχεται από τις επιχειρήσεις, την Επιτροπή ή από το ίδιο το Πρωτοδικείο).
253 Ωστόσο, στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει ταυτόχρονα να λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των διαδίκων που διακυβεύονται καθώς και το συμφέρον του Πρωτοδικείου. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η διαπίστωση, όσον αφορά την αναιρεσείουσα, ότι δύναται κατ' αρχήν να εξαντλήσει όλες τις δικονομικές δυνατότητες που της είναι χρήσιμες (109). Στις δικονομικές αυτές δυνατότητες περιλαμβάνεται ασφαλώς και η υποβολή αιτήσεως προκειμένου η προσφεύγουσα να λάβει γνώση του περιεχομένου των εγγράφων της Επιτροπής. Επομένως, αντίθετα με τα επιχειρήματα της Επιτροπής - πλην της περιπτώσεως της πρόδηλης καταχρήσεως - ουδόλως συνιστά αντιφατική συμπεριφορά το γεγονός ότι η προσφεύγουσα υπέβαλε πρώτα την αίτηση αυτή και στη συνέχεια παραπονέθηκε για τη διάρκεια της διαδικασίας.
254 Εξάλλου, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο η εξέταση από το Πρωτοδικείο των αιτήσεων που υποβάλλουν οι επιχειρήσεις ή η Επιτροπή να απαιτήσει ένα υπέρμετρα μεγάλο χρονικό διάστημα. Στην περίπτωση αυτή, η καθυστέρηση στην παροχή έννομης προστασίας εντός εύλογου χρόνου θα έπρεπε να επιρριφθεί στο Πρωτοδικείο. Το ίδιο θα ίσχυε για μια προδήλως παρελκυστική συμπεριφορά της Επιτροπής, εφόσον θα ήταν δυνατόν να προσαφθεί στο Πρωτοδικείο ότι δεν αντέδρασε καταλλήλως.
255 Ωστόσο, η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε συγκεκριμένους ισχυρισμούς ως προς τη συνδρομή των ανωτέρω περιστάσεων οι οποίοι θα παρείχαν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να προβεί στην εκτίμησή τους.
256 Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι θα έπρεπε να της επιτραπεί να λάβει γνώση του περιεχομένου των εγγράφων ήδη κατά τη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής και, ως εκ τούτου, με την «εκ των υστέρων» προβολή του αιτήματος αυτού ενώπιον του Πρωτοδικείου υπήρξε καθυστέρηση, είναι αλυσιτελής για τον λόγο ότι η γνώση του περιεχομένου των εγγράφων στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής θα είχε καθυστερήσει και τη διαδικασία εκείνη και για τον λόγο ότι δεν μπορεί κατ' αρχήν να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι μεριμνά για την προστασία των συμφερόντων τρίτων («απόρρητος χαρακτήρας») ή για τα ανεξάρτητα από τη διαδικασία συμφέροντά της («εσωτερικά έγγραφα»).
257 Επιπλέον, από τα στοιχεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως - τα οποία η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε ή δεν επέκρινε ως ανεπαρκή - δεν προκύπτει για ποιον λόγο δεν ήταν εύλογη η διάρκεια της εξετάσεως των σχετικών αιτημάτων της αναιρεσείουσας. Η εκτίμηση του «απόρρητου χαρακτήρα» των εγγράφων της Επιτροπής έχρηζε πολύπλευρου ελέγχου από το Πρωτοδικείο λόγω της σταθμίσεως των πιθανών δικαιωμάτων τρίτων, των δικαιωμάτων της Επιτροπής και των δικαιωμάτων των επιχειρήσεων συμπεριλαμβανομένης της αναιρεσείουσας. Τέλος, ο χαρακτηρισμός των εγγράφων της Επιτροπής ως «εσωτερικών εγγράφων» απαιτούσε μια προσωρινή ουσιαστική εκτίμησή τους προκειμένου να διαπιστωθεί αν το περιεχόμενό τους ασκεί ενδεχομένως επιρροή (110).
258 Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχουν στοιχεία τα οποία να στηρίζουν τον ισχυρισμό ότι η συμπεριφορά της Επιτροπής προκάλεσε περιττές καθυστέρησεις. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως - η ορθότητα της οποίας δεν αμφισβητήθηκε ως προς το σημείο αυτό - και οι ίδιες οι επιχειρήσεις συνέτειναν σε ορισμένες καθυστερήσεις, δεδομένου ότι δεν συμμορφώθηκαν αμέσως και με τον δέοντα τρόπο στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας που έλαβε το Πρωτοδικείο (111).
259 Επομένως, επιβάλλεται εν κατακλείδι η διαπίστωση ότι δεν μπορεί να προσαφθούν στο Πρωτοδικείο καθυστερήσεις στη διεξαγωγή της διαδικασίας, αν ληφθούν υπόψη οι απαιτήσεις της κατ' αντιδικίαν διαδικασίας και ενός εύλογου περιθωρίου εκτιμήσεως στο πλαίσιο της εύρευνας των αναγκαίων βάσεων της αποφάσεως, καθώς και η ανάγκη να προστατευθούν εξίσου τα συμφέροντα των διαδίκων και να τηρηθούν οι κανόνες που διέπουν το γλωσσικό καθεστώς της Κοινότητας (112) και, ως εκ τούτου, ο συνολικός χρόνος της διαδικασίας δεν μπορεί να θεωρηθεί μη εύλογος.
260 Επομένως, ο όγδοος λόγος αναιρέσεως ο οποίος στηρίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
IV - Πρόταση
261 Επομένως, για τους ανωτέρω λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο:
- να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
- να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
(1) - Thyssen κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-347).
(2) - ΕΕ L 212, σ. 1.
(3) - Βλ. σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
(4) - ΕΕ L 116, σ. 1.
(5) - Η αναιρεσείουσα κάνει λόγο για «επιτήρηση των παραγγελιών και των παραδόσεων» (στον ενικό), εννοεί όμως προφανώς τόσο την επιτήρηση των παραγγελιών και των παραδόσεων στο πλαίσιο της Επιτροπής για τις δοκούς χάλυβα όσο και την ανταλλαγή πληροφοριών στο πλαίσιο της ενώσεως για τον ελασμένο χάλυβα. Δεδομένου ότι η ύπαρξη δύο αλληλοσυμπληρούμενων συστημάτων ανταλλαγής πληροφοριών (βλ. σκέψη 371 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) στην περίπτωση της αναιρεσείουσας δεν έχει σημασία ούτε για την απόφαση της Επιτροπής ούτε για την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αλλά ούτε και για την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας, θα γίνεται λόγος στη συνέχεια σε κάθε περίπτωση για «το» σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών.
(6) - Υποθέσεις C-176/99 P (Arbed κατά Επιτροπής), C-179/99 P (Eurofer κατά Επιτροπής), C-182/99 P (Salzgitter κατά Επιτροπής), C-195/99 P (Krupp Hoeschj κατά Επιτροπής), C-196/99 P (Aristrain κατά Επιτροπής), C-1198/99 P (Ensidesa κατά Επιτροπής), C-199/99 P (Corus κατά Επιτροπής).
(7) - Αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 1995, Τ-30/91, Solvay κατά Επιτροπής, γνωστή ως Soda (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1775, σκέψεις 98 και 103), της 20ής Απριλίου 1999, συνεκδικασθείσες υποθέσες Τ-305/94 έως Τ-313/94 έως Τ-316/94, Τ-318/94, Τ-325/94, Τ-325/94, Τ-328/94, Τ-329/94 και Τ-335/94, Limburgse Vinyl Maatschappij NV κ.λπ. κατά Επιτροπής, γνωστή ως PVC (Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-931, σκέψη 1022).
(8) - Ενδεχομένως, μπορεί να δικαιολογηθεί μια εξαίρεση στις περιπτώσεις στις οποίες η διεξαγωγή αυτεπάγγελτης έρευνας όσον αφορά την επιλογή ή τον αριθμό των αποδεικτικών μέσων που χρησιμοποίησε η Επιτροπή εγείρει αμφιβολίες ως προς τη σοβαρότητα της έρευνας.
(9) - Βλ., π.χ., τη σκέψη 108 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(10) - Πάγια νομολογία, βλ., π.χ., τη διάταξη του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 2001 στην υπόθεση C-479/00 P [R] (Επιτροπή κατά Gerot, Συλλογή 2001, σ. Ι-3121).
(11) - Απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-269/90, Hauptzollamt Mόnchen-Mitte κατά Technische Universitδt Mόnchen (Συλλογή 1991, σ. Ι-5469).
(12) - Βλ., ανωτέρω, σημείο 21 επ.
(13) - Βασική είναι η απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Δεκεμβρίου 1992, συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ-10/92 κ.λπ., Cimenteries κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-2667).
(14) - Αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 29ης Ιουνίου 1995, Τ-30/90 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 8) και Τ-36/91 (ICI κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1847), απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C-51/92 P, Hercules Chemicals κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. Ι-4235, μια από τις υποθέσεις Polypropylen), βλ. επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mischo της 25ης Οκτωβρίου 2001, επί της υποθέσεως C-244/99 P, DSM NV και DSM Kunststoffen BV κατά Επιτροπής (μη εισέτι δημοσιευθείσα στην επίσημη Συλλογή), γνωστή ως «υποθέσεις PVC II».
(15) - Η απόφαση στην υπόθεση C-269/90 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 25), την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα, κάνει μόνον με γενικούς όρους λόγο για το ότι «το δικαίωμα ακροάσεως σε μια τέτοια διοικητική διαδικασία απαιτεί να είναι σε θέση ο ενδιαφερόμενος, και δη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που εξελίσσεται ενώπιον της Επιτροπής, να λάβει θέση και να κάνει γνωστή λυσιτελώς την άποψή του ως προς την κρισιμότητα των πραγματικών περιστατικών καθώς και, ενδεχομένως, ως προς τα έγγραφα που έγιναν δεκτά από το κοινοτικό όργανο». Το Πρωτοδικείο δεν αμφισβήτησε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αυτή τη γενική αρχή.
(16) - Το Δικαστήριο αποφάνθηκε εν τω μεταξύ σχετικά με το δικαίωμα γνώσεως του περιεχομένου εγγράφου ότι «η σημειωθείσα προσβολή δεν θεραπεύεται απλώς και μόνο με το να καταστεί η πρόσβαση δυνατή [...] κατά τη δικαστική διαδικασία [...]». Βλ. απόφαση C-51/92 P (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 78).
(17) - ΕΕ L 230, σ. 15.
(18) - Σκέψη 140.
(19) - Σκέψη 141.
(20) - Σκέψη 142 επ.
(21) - Η απόφαση της 16ης Ιουνίου 1994, C-39/93 P, SFEI κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. Ι-2681), αφορούσε το αν ένα έγγραφο της Επιτροπής, με το οποίο τίθεται στο αρχείο μια αίτηση, πρέπει να θεωρηθεί «προκαταρκτική λήψη θέσεως» και αν, ως εκ τούτου, αποτελεί υποκείμενη σε προσφυγή πράξη· η απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1991, C-283/90 P, Vidrαny κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. Ι-4339) αφορούσε το αν ένα έγγραφο «ιατρικής φύσεως», γεγονός που είχε σημασία για την αναγνώριση δικαιώματος γνώσεως των στοιχείων του φακέλου βάσει συγκεκριμένων διατάξεων· η απόφαση της 8ης Απριλίου 1992, C-346/90 P, F κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-2691) αφορούσε το αν ένα έγγραφο είναι διευκρινιστικό ή αν αποτελεί «ένσταση», γεγονός που ήταν κρίσιμο για την έναρνξη συγκεκριμένης προθεσμίας.
(22) - Από της εκδόσεως του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής του 1999 (ΕΕ L 252, σ. 41) το άρθρο 16, πρώτη παράγραφος είναι κατά πολύ σαφέστερο «Οι πράξεις που εγκρίνονται σε συνεδρίαση προσαρτώνται άρρηκτα στη γλώσσα ή στις γλώσσες που είναι αυθεντικές, σε ανακεφαλαιωτικό σημείωμα που καταρτίζεται κατά το τέλος της συνεδριάσης της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της οποίας εγκρίθηκαν. Οι πράξεις αυτές κυρώνονται με την υπογραφή του Προέδρου και του Γενικού Γραμματέα στην τελευταία σελίδα του ανακεφαλαιωτικού σημειώματος» (οι υπογραμμίσεις δικές μου). Στον ισχύοντα από 1ης Ιανουαρίου 2001 εσωτερικό κανονισμό της Επιτροπής του 2001 (ΕΕ L 308, σ. 26) η διάταξη αυτή (νυν άρθρο 18, παράγραφος 1) δεν τροποποιήθηκε.
(23) - Αυτό τονίζεται ρητώς στην απόφαση της 15ης Ιουνίου 1994, C-137/92 P Επιτροπή κατά BASF κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. Ι-2555, σκέψη 75, γνωστή ως «PVC I») και στην απόφαση της 6ης Απριλίου 2000, C-286/95 P, Επιτροπή κατά ICI, (Συλλογή 2000, σ. Ι-2341, σκέψη 47).
(24) - Σκέψη 162 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(25) - Απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Οκτωβρίου 1994, Τ-35/92, Deere κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-957).
(26) - Πρβλ. την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24 απόφαση, C-137/92 P (σκέψη 48).
(27) - Στην αρχή της σκέψεως 164 γίνεται άμεση αναφορά στην εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των δηλώσεων των εκπροσώπων της Επιτροπής: «υπό τις περιστάσεις αυτές και ενόψει τεκμηρίου νομιμότητος των κοινοτικών πράξεων [...] η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι [...]» (η υπογράμμιση δική μου).
(28) - Βλ., π.χ., τη διάταξη του Δικαστηρίου της 26ης Απριλίου 1993, C-244/92 P, Kupka-Floridi κατά Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-2041).
(29) - Βλ. κατωτέρω σημεία 99 επ.
(30) - Αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 27ης Οκτωβρίου 1994, Τ-34/92, Fiatagri και New Holland Ford κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-905) και Τ-35/92, Deere κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-957) καθώς και τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις αντίστοιχες κατ' αναίρεση δίκες: της 28ης Μαου 1998, C-8/95 P, New Holland Ford κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. Ι-3175) και C-7/95 P (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 26).
(31) - Αποφάσεις C-8/95 P (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 31) και C-7/95 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 26).
(32) - Βλ. κατωτέρω σημεία 135 επ.
(33) - Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1993, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-89/85, C-104/85, C-114/85, C-116/85, C-117/85 και C-125/85 έως 129/85, Ahlstrφm κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. Ι-1307).
(34) - Προπαρατεθείσες στις υποσημειώσεις 26 και 31.
(35) - Αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1972, π.χ. 48/69, ICI κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 99, γνωστή ως απόφαση για τις χρωστικές ουσίες.
(36) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 26 (σκέψη 86).
(37) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 26 (σκέψη 87).
(38) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 26 (σκέψη 88).
(39) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 26 (σκέψη 88).
(40) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 26 (σκέψη 88).
(41) - Προπαρατεθείσες στις υποσημειώσεις 26 και 31.
(42) - Βλ., π.χ., την απόφαση της 9ης Ιουνίου 1992, C-30/91 P, Lestelle (Συλλογή 1992, σ. Ι-3755, σκέψη 28).
(43) - Η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας ότι το σύστημα αυτό αφορούσε «μόνον» στοιχεία για τις παραγγελίες και τις παραδόσεις και όχι για τις τιμές συνδέεται προφανώς με το γεγονός ότι στην απόφαση για τον χαρτοπολτό (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 34) το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών αφορούσε τιμές. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, κρίσιμο δεν είναι το αντικείμενο των πληροφοριών, αλλά η λειτουργία τους. Πρέπει να πρόκειται για πληροφορίες που καλύπτονται συνήθως από το επιχειρηματικό απόρρητο, διότι η γνωστοποίησή τους θα παρείχε τη δυνατότητα στον ανταγωνιστή να προσαρμόζει τη δική του συμπεριφορά στην αγορά σε σχέση με συγκεκριμένες επιχειρήσεις. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση των πληροφοριών που αφορούν τα πλέον πρόσφατα δεδομένα για τις ποσότητες παραγγελιών και παραδόσεων.
(44) - Σκέψη 299 επ.
(45) - Εξετάστηκε το σύστημα των άρθρων 46 έως 48 και 60 της Συνθήκης ΕΚΑΞ σε σχέση με το άρθρο 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ.
(46) - «Ανταγωνισμός» κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ.
(47) - Όπως ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε στη σκέψη 303, παραπέμποντας στη νομολογία του Δικαστηρίου [γνωμοδότηση 1/61 της 13ης Δεκεμβρίου 1961 (Rec. 1961, σ. 527), αποφάσεις της 13ης Απριλίου 1994, C-128/92, Banks (Συλλογή 1994, σ. Ι-1209), της 21ης Δεκεμβρίου 1954, 1/54, Γαλλία κατά Ανωτάτης Αρχής (Rec. 1954, σ. 7), της 21ης Ιουνίου 1958, 8/57 (Groupement des hauts fourneaux και aciιries belges κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 271, αρχή της παραπομπής σ. 251)] ότι «ο σκοπός του ελεύθερου ανταγωνισμού έχει επομένως, στο πλαίσιο της Συνθήκης [ΕΚΑΞ], αυτοτελή χαρακτήρα και την ίδια επομένως δεσμευτική ισχύ με τους άλλους σκοπούς της Συνθήκης που καθορίζονται στα άρθρα 2 έως 4».
(48) - Σκέψη 485.
(49) - Στο σημείο αυτό, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του ότι οι συμφωνίες περί τιμών, οι οποίες επήλθαν κατόπιν των επαφών τις οποίες ζήτησε να πραγματοποιηθούν η ΓΔ ΙΙΙ βάσει της αποφάσεως 2448/88, ευρίσκονταν μέχρι του πέρατος της ισχύος της αποφάσεως αυτής κατά τα μέσα του 1990 εκτός του νομικού πλαισίου της. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της αποφάσεως αυτής, οι κύκλοι συνομιλιών μέχρι τα μέσα του 1990 έπρεπε να αφορούν αποκλειστικά τις ποσότητες παραγωγής και παραδόσεως. Εξάλλου, οι συνομιλίες αυτές δεν ήταν δυνατόν να αφορούν προβλέψεις ή έστω τις τάσεις εξελίξεως των αγορών, διότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 2 της αποφάσεως αυτής, σκοπός του συστήματος πληροφοριών που θέσπισε η απόφαση 2448/88 ήταν απλώς και μόνο η παροχή στοιχείων στην Επιτροπή μηνιαίως σχετικά με τις ποσότητες παραγωγής και παραδόσεως που διαπιστώνονταν εκ των υστέρων.
(50) - Το Πρωτοδικείο θα μπορούσε να καταλήξει μέσω μιας - μη χωρήσασας - εκτιμήσεως της αποδεικτικής αξίας της καταθέσεως του κ. Kutscher στο συμπέρασμα ότι οι συμφωνίες περί τιμών αυτού του είδους είχαν πραγματοποιηθεί, όπως μπορεί να γίνει αντιληπτό, με τη «συναίνεση» εκείνη την οποία η ΓΔ ΙΙΙ χρειαζόταν και προσδοκούσε. Υπέρ της απόψεως αυτής θα συνηγορούσε κυρίως το προφανές ενδιαφέρον της Επιτροπής να της παρασχεθούν από τεχνικής απόψεως επεξεργασμένες πληροφορίες, όχι όμως και «ενοποιημένα» στοιχεία κατά παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού.
(51) - Απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1991, Τ-1/89, Rhτne-Poulenc κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-867), η οποία είναι μια από τις υποθέσεις για το πολυπροπυλένιο. Σε σχέση με τις αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' αναίρεση από το Δικαστήριο επί των υποθέσεων αυτών βλ. την απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C-49/92 P, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni (Συλλογή 1999, σ. Ι-4125), στο εξής: υποθέσεις για το πολυπροπυλένιο.
(52) - Σκέψη 269.
(53) - Σκέψη 564.
(54) - Βλ., π.χ., τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1975, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 40 έως 48, 50, 54 έως 56, 11, 113, 114/73, Cooeperatieve Vereniging «Suiker Unie» κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1975, σ. 507) και της 14ης Ιουλίου 1981, 172/80, Zόchner κατά Bayerische Vereinsbank (Συλλογή 1981, σ. 2021).
(55) - Αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 1999, π.χ. C-49/92 P (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 52). Η σκέψη 118 έχει ως εξής: «Εξ αυτών έπεται ότι, όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης [ΕΚ], η έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής ενέχει, πέρα από τη διαβούλευση μεταξύ επιχειρήσεων, και συμπεριφορά στην αγορά συνακόλουθη προς αυτή τη διαβούλευση και σχέση αιτίου και αιτιατού μεταξύ των δύο αυτών στοιχείων.» Το Δικαστήριο έκρινε στην απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2000, C-291/98 P, Sarriσ κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-9991) - μια από τις υποθέσεις για το χαρτόνι - ότι είναι δυνατόν να υπάρχει παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού και στην περίπτωση κατά την οποία μια ενδιαφερόμενη επιχείρηση συμμετείχε παθητικά στις συζητήσεις, όχι όμως και στις παράλληλες συμπεριφορές στην αγορά που επακολούθησαν.
(56) - Βλ. την απόφαση C-7/95 P (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 26). Από την άποψη αυτή, το Δικαστήριο επέλεξε μια κάπως υπέρμετρα ανεπιφύλακτη διατύπωση στις αποφάσεις που εκδόθηκαν λίγο αργότερα επί των υποθέσεων για το πολυπροπυλένιο (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 52), η οποία ενδεχομένως θα ήταν δυνατόν να προκαλέσει παρανοήσεις, διότι το αντικείμενο των υποθέσεων αυτών αφορούσε επίσης μεταξύ άλλων συστήματα ανταλλαγής πληροφοριών. Και τούτο διότι ο εξαιρετικός χαρακτήρας της αντιμετωπίσεως που τυγχάνουν ορισμένα συστήματα ανταλλαγής πληροφοριών δικαιολογείται πλήρως από το γεγονός ότι ο αυτοτελής χαρακτήρας αυτών των παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού - όπως προεκτέθη - προκύπτει από τη μείωση των κινδύνων αβεβαιότητας που ενέχει ένα ιδεατό πρότυπο ανταγωνισμού. Επομένως, δεδομένου ότι οι κανόνες του ανταγωνισμού σκοπούν στις περιπτώσεις αυτές στη διατήρηση ενός άξιου προστασίας κινδύνου, δεν είναι κρίσιμη η απόδειξη της υπάρξεως παράλληλης συμπεριφοράς. Άλλως έχει το πράγμα στην περίπτωση των κλασσικών παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού, των οποίων ο σκοπός έγκειται στη διατήρηση της επιχειρηματικής αυτονομίας στη λήψη αποφάσεων. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να αποδεικνύεται μια παράλληλη συμπεριφορά στην αγορά, διότι ειδάλλως θα είναι δυνατόν κατά κανόνα να προβληθούν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς το αν οι επικρινόμενες συμπεριφορές στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πράγματι πρόσφορες να περιορίσουν την αυτονομία στη λήψη αποφάσεων.
(57) - Βλ. την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 52 νομολογία.
(58) - Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 30ής Ιουνίου 1966, 56/65, Sociιtι Technique Miniere κατά Maschinenbau Ulm (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 313) και C-49/92 P (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 52). Μόνον εφόσον ο σκοπός δεν αφορά τον περιορισμό του ανταγωνισμού ή δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί ότι υπάρχει τέτοιος σκοπός, έχουν σημασία οι επιπτώσεις επί της αγοράς. Δεν εξετάζονται όμως οι γενικές οικονομικές επιπτώσεις επί της αγοράς, αλλά μόνον εκείνες οι επιπτώσεις επί της αγοράς που περιορίζουν τον ανταγωνισμό. Συναφώς, αρκεί οι περιορισμοί του ανταγωνισμού να προκύπτουν από τη συμφωνία ή τη συμπεριφορά, δεν χρειάζεται όμως να έχουν πράγματι επέλθει. Βλ. επίσης τις αποφάσεις για τους ελκυστήρες, C-7/95 P (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 26 και C-8/95 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 31).
(59) - Βλ., π.χ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Ιουλίου 1991, C-62/86, AKZO κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. Ι-3359).
(60) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 52.
(61) - Η σκέψη αυτή στο γαλλικό πρωτότυπο είναι ως προς το σημείο αυτό σαφής: «[...] il n'est pas nιcessaire que la concertation se soit rιpercutιe [...] sur le comportement des concurrents sur le marchι» (η υπογράμμιση δική μου).
(62) - Το Δικαστήριο δεν ακολούθησε την άποψη του Πρωτοδικείου. Στις αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' αναίρεση στις υποθέσεις για το πολοπροπυλένιο (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 52), το Δικαστήριο δεν επικύρωσε την κρίση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση Rhτne-Poulenc (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 52) ότι η απλή και μόνον εικασία ότι η συμπεριφορά των επιχειρήσεων πρέπει οπωσδήποτε να έχει ως συνέπεια μια αντίστοιχη παράλληλη συμπεριφορά στην αγορά, δεν αρκεί προκειμένου να γίνει δεκτή η ύπαρξη εναρμονισμένης συμπεριφοράς (άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ). Οι ανωτέρω αποφάσεις δεν είχαν εκδοθεί κατά τον χρόνο της εκδικάσεως της παρούσας υποθέσεως από το Πρωτοδικείο.
(63) - Βλ. ανωτέρω σημείο 151.
(64) - Σκέψη 636 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(65) - Δεν μπορώ να αντιληφθώ πλήρως τη διατυπούμενη στη σκέψη αυτή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως υπόθεση και όσον αφορά την αιτιολογία για τη μείωση του αναλογούντος μέρους προστίμου.
(66) - Σκέψεις 504 και 514 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(67) - Σκέψεις 589 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(68) - Σκέψη 643 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(69) - Ως εκ τούτου, οι επικρινόμενες αναπτύξεις του Πρωτοδικείου μπορούν μάλλον να δημιουργήσουν αμφιβολίες ως προς την ορθότητα της αιτιολογίας για τη μείωση του προστίμου. Ωστόσο, αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο του υπό εξέταση λόγου αναιρέσεως.
(70) - Βλ. ανωτέρω σημεία 109 επ.
(71) - Βλ. ανωτέρω σημεία 158 επ.
(72) - Βλ. ανωτέρω σημεία 109 επ.
(73) - Προπαρατεθείσες στις υποσημειώσεις 26 και 31.
(74) - Απόφαση της Επιτροπής της 17ης Φεβρουαρίου 1992 σε μια διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ στην υπόθεση IV/31.370 και 31.446 (UK Agricultural Tractor Registration Exchange) (ΕΕ L 68 της 13ης Μαρτίου 1992, σ. 19).
(75) - Π.χ. η απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2000, C-283/98 P, Mo Och Domsjφ (Συλλογή 2000, σ. Ι.-9855), οι αποφάσεις αφορούν την απόφαση της Επιτροπής της 13ης Ιουλίου 1994 σε μια διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ (IV/C/33.833 - Ξαρτόνι) (ΕΕ L 243, σ. 1), παρεμφερή επίσης τα πραγματικά περιστατικά στις υποθέσεις για το PVC, βλ. την απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Φεβρουαρίου 1992, συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ-79/89 κ.λπ. BASF κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-315), η απόφαση αφορά την απόφαση της Επιτροπής της 21ης Δεκεμβρίου 1988 για μια διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/31.865, PVC) (ΕΕ 1989, L 74, σ. 1).
(76) - Βέλγιο, Φιλανδία, Γαλλία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Κάτω Ξώρες, Σουηδία, Ισπανία και Ηνωμένο Βασίλειο.
(77) - Εν μέρει το ύψος αυτό αποτελεί ένα ανώτατο όριο, εν μέρει αποτελεί τη βάση για μια αντίστοιχη αύξηση του προστίμου. Σε ορισμένα κράτη μέλη υπάρχουν συγκεκριμένα ανώτατα όρια και όσον αφορά την αύξηση του ύψους του προστίμου.
(78) - Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lιger της 3ης Φεβρουαρίου 1998 επί της υποθέσεως C-185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. Ι-8417).
(79) - Βλ. τις προπαρατεθείσες στις υποσημειώσεις 26, 31 και 34 αποφάσεις.
(80) - Διάταξη του Δικαστηρίου της 25ης Μαρτίου 1996, C-137/95 P, SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ.Ι-1611), απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Απριλίου 1997, C-22/94, Irish Farmers Association κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. Ι-1809), απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Απριλίου 1995, Τ-150/89, Martinelli κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1165).
(81) - Βλ. υποσημείωση 76.
(82) - Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 76 (σκέψη 44).
(83) - Σκέψη 607 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(84) - Προπαρατεθείσα απόφαση στην υποσημείωση 76 (σκέψη 47).
(85) - Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή δεν δύναται να λαμβάνει υπόψη της αυτές τις διακοπές της διάρκειας των παραβάσεων. Θα πρέπει όμως να λαμβάνεται γενικώς υπόψη ότι κατά κανόνα οι παραβάσεις του δικαίου των συμπράξεων επιχειρήσεων έχουν διαρκή χαρακτήρα και, επομένως, η Επιτροπή έχει συχνά τη δυνατότητα να θεωρήσει ότι υπάρχει ένα μόνον διαρκές έγκλημα ή περισσότερα συνδεόμενα μεταξύ τους εγκλήματα και στην περίπτωση που αποδεικνύεται ο χρόνος της διακοπής ή η μη συμμετοχή ορισμένων επιχειρήσεων σε συγκεκριμένες πράξεις. Βλ., π.χ., τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούσαν τη βάση των υποθέσεων επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1972, 48/69 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36) και η απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Μαρτίου 1974, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 6/73 και 7/73, Instituto Chemioterapico Italiano και Commercial Solvents Corporation κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1974, σ. 113).
(86) - Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. Ι-8417).
(87) - Βλ. την απόφαση της 28ης Μαρτίου 2000, C-7/98, Krombach (Συλλογή 2000, σ. Ι-1935, σκέψεις 25 και 26).
(88) - Βλ., π.χ., τη γνωμοδότηση 2/94 της 28ης Μαρτίου 1996 (Συλλογή 1996, σ. Ι-1759, σκέψη 33).
(89) - Βλ., π.χ., την απόφαση της 11ης Μαου 1986, 222/84, Johnston (Συλλογή 1986, σ. 1651, σκέψη 18). Εξάλλου, οι αρχές αυτές περιελήφθησαν στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση. Σύμφωνα με το άρθρο 46, στοιχείο δδ, της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση, το Δικαστήριο ελέγχει την εφαρμογή της διατάξεως αυτής όσον αφορά τη δραστηριότητα των οργάνων, στο μέτρο που έχει αρμοδιότητα βάσει των Συνθηκών περί ιδρύσεως των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων και βάσει της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση. Πρβλ. επίσης την απόφαση της 6ης Μαρτίου 2001, C-274/99 P, Connolly (Συλλογή 2001, σ. Ι-1611, σκέψη 38).
(90) - Απόφαση Baustahlgewebe (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 87, σκέψη 21)· βλ. επίσης την απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2000, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-174/98 P και C-189/98 P, Κάτω Ξώρες και Van der Wal κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-1, σκέψη 17).
(91) - Έτσι, σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ ο κρίσιμος χρόνος σε «ποινικές υποθέσεις» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ δεν άρχεται το πρώτον με την κίνηση της ποινικής διώξεως, αλλά ήδη με το που θα περιέλθει σε γνώση του ενδιαφερομένου ότι του αποδίδονται ποινικές κατηγορίες ή ότι υπάρχουν εις βάρος του υπόνοιες, ήτοι ότι υπάρχουν συγκεκριμένα ενοχοποιητικά στοιχεία (πρβλ., π.χ., ΕΔΔΑ, απόφαση Imbrioscia της 24ης Νοεμβρίου 1993, σειρά Α, αριθ. 275, παράγραφος 36). Αλλά και στις αστικές διαφορές ο κρίσιμος για τη διάρκεια της διαδικασίας χρόνος αρχίζει ήδη με την κίνηση της διοικητικής προδικασίας, εφόσον είναι δυνατόν στο πλαίσιο της προδικασίας αυτής να ληφθεί μια δεσμευτική απόφαση και εφόσον η άσκηση ενδίκου βοηθήματος ενώπιον του Δικαστηρίου εξαρτάται από τη διεξαγωγή της (πρβλ. ΕΔΔΑ, αποφάσεις Erkner και Hofauer της 23ης Απριλίου 1987, σειρά Α, αριθ. 117, παράγραφος 64, και Lithgow κ.λπ. της 18ης Ιουλίου 1986, σειρά Α, αριθ. 102, παράγραφος 119).
(92) - Απόφαση Baustahlgewebe (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 87, σκέψη 19 [και την παρατιθέμενη στη σκέψη αυτή νομολογία] και 28).
(93) - Πρβλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1987, 223/85, RSV κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 4617, σκέψη 14 επ.), αλλά και την απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Οκτωβρίου 1997, Τ-213/95 και Τ-18/96, SCK και FNK κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-1739, σκέψη 56) και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία του Δικαστηρίου· περαιτέρω, όσον αφορά τις πειθαρχικές διαδικασίες, βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Νοεμβρίου 2001, C-270/99 P, Z κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 2001, σ. Ι-9197, σκέψη 24)· βλ. επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mischo της 27ης Οκτωβρίου 2001 επί της υποθέσεως C-244/99 P (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σημεία 95 επ.). Εξάλλου, οι εγγενείς ιδιαιτερότητες του τρόπου οργανώσεως της κοινοτικής δικαιοσύνης δεν δικαιολογούν την προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος προς έκδοση αποφάσεως εντός ευλόγου χρόνου όπως προβλέπει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ: πρβλ. (σε σχέση με ένα άλλο θεμελιώδες δικαίωμα) τη διάταξη του Δικαστηρίου της 4ης Φεβρουαρίου 2000 στην υπόθεση C-17/98, Emesa Sugar (Συλλογή 2000, σ. Ι-675, σκέψη 18).
(94) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. Ι-1981).
(95) - Πρβλ. τις αποφάσεις Z κατά Κοινοβουλίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 94, σκέψη 24), Baustahlgewebe (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 87, σκέψη 29) καθώς και ΕΔΔΑ, αποφάσεις Erkner και Hofauer (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 92, σκέψη 66), Kemmache της 27ης Νοεμβρίου 1993, σειρά Α, αριθ. 218, § 60, X κατά Γαλλίας, της 31ης Μαρτίου 1992, σειρά Α, αριθ. 234-C, § 32, Φωκάς κατά Γαλλίας, της 23ης Απριλίου 1996, Recueil des arrκts et dιcisions, 1996-ΙΙ, § 71, και Γαρυφάλλου ΑΕΒΕ κατά Ελλάδος, της 24ης Σεπτεμβρίου 1997, Recueil des arrκts et dιcisions, 1997-V, § 39).
(96) - Βλ., στο πνεύμα αυτό, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mischo επί των υποθέσεων για το PVC II (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 15, σκέψεις 158 και 159).
(97) - Βλ. συναφώς τις αναπτύξεις του Δικαστηρίου στην απόφαση Baustahlgewebe οι οποίες ισχύουν και στην παρούσα υπόθεση (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 87, σκέψεις 30 και 31).
(98) - Βλ. άρθρα 4 και 5 της αποφάσεως.
(99) - Πρβλ. συναφώς τη νομολογία του ΕΔΔΑ (βλ., π.χ., ΕΔΔΑ απόφαση Α. κ.λπ. κατά Δανίας της 8ης Φεβρουαρίου 1986, Recueil des arrκts et dιcisions 1996-1, § 78), σύμφωνα με την οποία σε ορισμένες υποθέσεις, στις οποίες επαπειλείται η επέλευση μη αναστρέψιμης ζημίας, επιβάλλεται η λήψη αποφάσεως κατ' επειγόντος.
(100) - Μόνον ο φάκελος που διαβίβασε η Επιτροπή στις 24 Νοεμβρίου 1994 στο Πρωτοδικείο περιελάμβανε περίπου 11 000 έγγραφα, σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(101) - Βλ. τις σκέψεις 4 και 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(102) - Πρβλ. ΕΔΔΑ, απόφαση Sόίmann κατά Γερμανίας, της 16ης Σεπτεμβρίου 1996, Recueil des arrκts et dιcisions 1996-IV, §§ 56 και 59).
(103) - Βλ. για περισσότερες λεπτομέρειες τη σκέψη 45 της αποφάσεως Baustahlgewebe (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 87).
(104) - Πρβλ. Baustahlgewebe (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 87, σκέψη 43). Στην παρούσα υποθέση - για όλες τις προσφεύγουσες που άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου - έπρεπε να μεταφραστούν συνολικώς πάνω από 2 500 σελίδες αποφάσεων του Πρωτοδικείου από τα γαλλικά προς τις εκάστοτε γλώσσες διαδικασίας και εν περιλήψει προς τις λοιπές επίσημες γλώσσες της Κοινότητας, προτού καταστεί δυνατή η δημοσίευση των αποφάσεων.
(105) - Πρβλ. ΕΔΔΑ, αποφάσεις Zimmermann και Steiner, της 13ης Ιουλίου 1983, σειρά Α, αριθ. 66, § 27, και Guincho της 10ης Ιουλίου 1984, σειρά Α, αριθ. 81, § 36.
(106) - Κατόπιν τούτου και μέχρι την προφορική διαδικασία το Πρωτοδικείο ασχολήθηκε μερικούς μήνες ακόμη με διάφορα άλλα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας. Βλ. σκέψεις 57 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(107) - Διάταξη της 10ης Ιουνίου 1996, Τ-134/94, Τ-136/94, Τ-137/94, Τ-138/94, Τ-141/94, Τ-145/94, Τ-147/94, Τ-148/94, Τ-151/94, Τ-156/94 και Τ-157/94, NMH Stahlwerke κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-537), στο εξής: διάταξη της 19ης Ιουνίου 1996.
(108) - Διάταξη της 10ης Δεκεμβρίου 1997, Τ-134/94, Τ-136/94, Τ-137/94, Τ-138/94, Τ-141/94, Τ-145/94, Τ-147/94, Τ-148/94, Τ-151/94, Τ-156/94 και Τ-157/94, NMH Stahlwerke κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-2298), στο εξής: διάταξη της 10ης Δεκεμβρίου 1997.
(109) - Πρβλ. την απόφαση Baustahlgewebe (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 87, σκέψη 39) καθώς και ΕΔΔΑ, απόφαση Poiss της 23ης Απριλίου 1987, σειρά Α, αριθ. 117, § 57).
(110) - Επρόκειτο για την επιχειρηματολογία διαφόρων μερών της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου σχετικά με τον ρόλο άλλων γενικών διευθύνσεων, κυρίως για τον ρόλο της ΓΔ ΙΙΙ. Βλ. συναφώς και ανωτέρω σημεία 40 επ.
(111) - Οι απαντήσεις στις πρώτες ερωτήσεις του Πρωτοδικείου ήσαν ανεπαρκείς.
(112) - Απόφαση Baustahlgewebe (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 87, σκέψη 43).
Full & Egal Universal Law Academy