ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 26ης Σεπτεμβρίου 2002 ( 1 )
Περιεχόμενα
Ι — Εισαγωγή
II — Αιτήματα και λόγοι αναιρέσεως
III — Εξέταση της υποθέσεως
Α— Επί του λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η εκτίμηση περί της ουσιαστικής νομιμότητας της αποφάσεως της Επιτροπής είναι εσφαλμένη (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
1. Επί του ζητήματος της απαρτίας κατά τη λήψη της αποφάσεως από την Επιτροπή
2. Επί της νομότυπης κυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής και επί της αντιστοιχίας του περιεχομένου μεταξύ της κοινοποιηθείσας και της ληφθείσας αποφάσεως
Β — Επί του λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι το Πρωτοδικείο υπερέβη τις αρμοδιότητές του (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
Γ — Επί των λόγων αναιρέσεως με τουςοποίους προβάλλεται ότι είναι εσφαλμένη η εκτίμηση περί της ουσιαστικής νομιμότητας της αποφάσεως
1. Επί του αν η συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών συνιστά αυτοτελή παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
2. Επί των αρνητικών συνεπειών του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών επί της «κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού» κατά την έννοια του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
3. Επί της εκτιμήσεως της συμμετοχής της αναιρεσείουσας στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
4. Επί του ζητήματος της αυτουργίας της αναιρεσείουσας όσον αφορά μια συμφωνία περί τιμών για τη γερμανική αγορά (τρίτος λόγος αναιρέσεως)
Δ — Επί των λόγων αναιρέσεως που αφορούν το πρόστιμο
1. Επί της μη επαρκούς συνεκτιμήσεως της αρχής του καταμερισμού των ευθυνών ανάλογα με τη βαρύτητα του πταίσματος (τέταρτος λόγος αναιρέσεως)
2. Επί του ζητήματος της ελλείψεως αιτιολογίας ως προς το ύψος του προ- στίμου (πέμπτος λόγος αναιρέσεως)
Ε — Επί του λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η διάρκεια της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας συνιστά παράβαση της ΕΣΔΑ (έκτος λόγος αναιρέσεως)
IV — Πρόταση
Ι — Εισαγωγή
1.
Η παρούσα υπόθεση αφορά τον έλεγχο της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (δεύτερο πενταμελές τμήμα) της 11ης Μαρτίου 1999 που εκδόθηκε επί της υποθέσεως Krupp Hoesch κατά Επιτροπής ( 2 ) (στο εξής: αναιρεσιβαλλό-μενη απόφαση).
2.
Όσον αφορά την προϊστορία των σχέσεων μεταξύ του βιομηχανικού κλάδου της χαλυβουργίας και της Επιτροπής κατά τα έτη 1970-1990, ιδίως όσον αφορά τις ρυθμίσεις για τη μεγάλη κρίση και την απόφαση 2448/88/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 19ης Ιουλίου 1988, που καθιερώνει σύστημα επιτηρήσεως για ορισμένα προϊόντα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( 3 ), παραπέμπω στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Το σύστημα επιτηρήσεως που καθιέρωσε η απόφαση 2448/88 έληξε στις 30 Ιουνίου 1990 και αντικαταστάθηκε από ένα καθεστώς ατομικής και εθελοντικής πληροφορήσεως ( 4 ).
3.
Στις 16 Φεβρουαρίου 1994 η Επιτροπή εξέδωσε κατά δεκαεπτά ευρωπαϊκών χαλυβουργικών επιχειρήσεων και κατά μιας επαγγελματικής ενώσεως τους την απόφαση 94/215/ΕΚΑΧ σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ όσον αφορά συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές που εφήρμοσαν ευρωπαίοι παραγωγοί δοκών χάλυβα ( 5 ) (στο εξής: απόφαση). Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι αποδέκτες της αποφάσεως είχαν παραβεί το δίκαιο του ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα διά της δημιουργίας ενός συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών το οποίο αντέβαινε στους κανόνες του ανταγωνισμού και προβαίνοντας στον καθορισμό τιμών και στην κατανομή των αγορών. Η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο σε δεκατέσσερις από τις ανωτέρω εταιρίες. Στην περίπτωση της Krupp Hoesch Stahl AG (στο εξής: αναιρεσείουσα), η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο ύψους 13000 ECU.
4.
Πολλές θιγόμενες εταιρίες, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα καθώς και η επαγγελματική ένωση, άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά της αποφάσεως αυτής. Κατ' αποτέλεσμα, το Πρωτοδικείο μείωσε το πρόστιμο στα 9000 ευρώ και απέρριψε την προσφυγή κατά τα λοιπά.
5.
Στις 25 Μαΐου 1999, η αναιρεσείουσα κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής.
II — Αιτήματα και λόγοι αναιρέσεως
6.
Η αναιρεσείουσα ζητεί με την αίτηση της αναιρέσεως από το Δικαστήριο:
1)
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθ' ο μέτρο καθορίζει το ύψος του εις βάρος της επιβληθέντος προστίμου σε 9000 ευρώ (σημείο 1 του διατακτικού), καθ' ο μέτρο απορρίπτει την προσφυγή της (σημείο 2 του διατακτικού) και την καταδικάζει να φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα καθώς και το ήμισυ των εξόδων της Επιτροπής (σημείο 3 του διατακτικού)
2)
να ακυρώσει τα άρθρα 1, 3 και 4 της αποφάσεως της Επιτροπής C(94) 321 τελικό, της 16ης Φεβρουαρίου 1994, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ όσον αφορά συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές που εφήρμοσαν οι ευρωπαίοι παραγωγοί δοκών χάλυβα
3)
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
7.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως-
2)
να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
8.
Η αναιρεσείουσα προβάλλει με το δικόγραφο της αιτήσεως της αναιρέσεως τους ακόλουθους λόγους αναιρέσεως:
Πρώτος λόγος αναιρέσεως
«Η απόφαση του Πρωτοδικείου παραβιάζει τις διατάξεις του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής του 1993 που προβλέπουν την τήρηση ορισμένου τύπου για την κύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής και, ως εκ τούτου, δέχεται αβασίμως ότι η απόφαση είχε κυρωθεί νομοτύπως.»
Λεύτερος λόγος αναιρέσεως
«Η απόφαση του Πρωτοδικείου παραβιάζει από πολλές απόψεις το άρθρο 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Το Πρωτοδικείο εκτίμησε εσφαλμένα την παρακολούθηση των παραγγελιών και των παραδόσεων ως αυτοτελή παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού χωρίς να είναι σε θέση να δικαιολογήσει την αντίθεση της παρακολουθήσεως αυτής στους κανόνες του ανταγωνισμού. Το Πρωτοδικείο παρερμηνεύει την έννοια της “κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού” του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και, ως εκ τούτου, καταλήγει στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι οι προσαπτόμενες στις επιχειρήσεις συμπεριφορές αντιβαίνουν στους κανόνες του ανταγωνισμού. Επιπλέον, το Πρωτοδικείο δεν εκτιμά ορθώς τη νομική σημασία του γεγονότος ότι η προσφεύγουσα συμμετείχε μόνο σ' αυτό καθεαυτό το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών.»
Τρίτος λόγος αναιρέσεως
«Τέλος, το Πρωτοδικείο, διαπιστώνοντας ότι η προσφεύγουσα προέβη σε συμφωνία περί των τιμών πριν από τις 18 Απριλίου 1989, χωρίς να παραθέτει στοιχεία σχετικά με το περιεχόμενο ή το χρονικό σημείο που συνή-φθη η συμφωνία αυτή, προσβάλλει τα δικαιώματα άμυνας της προσφεύγουσας, του άρθρου 15 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, την αρχή της ειδικότητας καθώς και το δικαίωμα της προσφεύγουσας για παροχή έννομης προστασίας.»
Τέταρτος λόγος αναιρέσεως
«Η απόφαση παραβιάζει το άρθρο 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ καθώς και την αρχή της κατανομής των ευθυνών ανάλογα με τη βαρύτητα του πταίσματος που κατοχυρώνει η ανωτέρω διάταξη δεχόμενη αβάσιμα ότι η προσφεύγουσα γνώριζε ότι η συμπεριφορά της ήταν παράνομη.»
Πέμπτος λόγος αναιρέσεως
«Το Πρωτοδικείο παραβιάζει το άρθρο 15 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, δεδομένου ότι δεν λαμβάνει υπόψη του τις απαιτήσεις που πρέπει να πληροί η αιτιολογία σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού του προστίμου προκειμένου να θεωρηθεί επαρκής. Το Πρωτοδικείο δέχεται εσφαλμένως ότι αυτή η έλλειψη αιτιολογίας θεραπεύτηκε στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας.»
Έκτος λόγος αναιρέσεως
«Το Πρωτοδικείο προσέβαλε το δικαίωμα της προσφεύγουσας για παροχή έννομης προστασίας εντός ευλόγου χρόνου, δεδομένου ότι η διάρκεια των σχεδόν πέντε ετών της ενώπιον του διαδικασίας είναι υπέρμετρα μεγάλη.»
Σύνοψη κατά θεματική ενότητα των λόγων αναιρέσεως και των σκελών τους
9.
Από τις αναπτύξεις των επιμέρους λόγων αναιρέσεως και των σκελών τους προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα προβάλλει την ύπαρξη διαφόρων παραβιάσεων της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, αν συνοψιστούν θεματικώς οι λόγοι αναιρέσεως που προβάλλει, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο κατά το ότι
—
δέχθηκε την ουσιαστική νομιμότητα της αποφάσεως της Επιτροπής, μολονότι η απόφαση αυτή δεν είχε εκδοθεί νομοτύπως (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
—
υπερέβη τις αρμοδιότητες του ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
—
υπέλαβε εσφαλμένως ότι η απόφαση της Επιτροπής είναι ουσιαστικά νόμιμη, μολονότι δεν υπήρχε καμία παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, διότι
η συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών ( 6 ) δεν αποτελούσε αυτοτελή παραβίαση των κανόνων του ανταγωνισμού (δεύτερος λόγος αναιρέσεως) και
το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών και οι συμφωνίες περί καθορισμού τιμών δεν μπορούσαν να έχουν αρνητικές επιπτώσεις επί της «κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού»(δεύτερος λόγος αναιρέσεως) και
η απόφαση δεν εκτίμησε ορθώς τη συμβολή της αναιρεσείουσας στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών (δεύτερος λόγος αναιρέσεως) και
η απόφαση δεν τεκμηρίωσε με επαρκή στοιχεία την ευθύνη της αναιρεσείουσας όσον αφορά τις συμφωνίες περί τιμών για τη γερμανική αγορά, πράγμα που συνιστά και παράβαση του άρθρου 15 της Συνθήκης ΕΚΑΧ (τρίτος λόγος αναιρέσεως)
—
εκτίμησε εσφαλμένα το πρόστιμο και την αιτιολογία του (τέταρτος και πέμπτος λόγος αναιρέσεως)
—
κατά παράβαση του άρθρου 6 ΕΣΔΑ δεν παρέσχε εντός ευλόγου χρόνου έννομη προστασία (έκτος λόγος αναιρέσεως).
10.
Η εξέταση των λόγων αναιρέσεως που ακολουθεί βασίζεται στην ανωτέρω σύνοψη. Οι λόγοι αναιρέσεως, τα σκέλη στα οποία είναι διαρθρωμένοι και τα επιχειρήματα που, προβάλλει η αναιρεσείουσα καθώς και η επιχειρηματολογία της Επιτροπής θα εκτεθούν βάσει αυτών των επιμέρους σημείων.
11.
Οι λόγοι αναιρέσεως που προβάλλονται στην παρούσα διαδικασία αντιστοιχούν εν μέρει, από άποψη περιεχομένου, με τους λόγους αναιρέσεως ή με σκέλη των λόγων αναιρέσεως που προβάλλονται στην υπόθεση C-194/99 Ρ (Thyssen Stahl AG κατά Επιτροπής) ( 7 ). Θα αναπτύξω σήμερα τις προτάσεις μου και επί της ανωτέρω υποθέσεως. Όπου υπάρχει θεματική αντιστοιχία των επιχειρημάτων, θα παραπέμπω στις παρούσες προτάσεις μου στις εκτιμήσεις που προέβην με τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως C-194/99 Ρ.
ΙΙΙ — Εξέταση της υποθέσεως
Α — Επί του λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η εκτίμηση περί της ουσιαστικής νομιμότητας της αποφάσεως της Επιτροπής είναι εσφαλμένη (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
12.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως περιλαμβάνει δύο σκέλη. Με το πρώτο σκέλος η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της παραδοχής του Πρωτοδικείου ότι κατά τη λήψη της αποφάσεως από την Επιτροπή υπήρχε η απαιτούμενη προς τούτο απαρτία. Με το δεύτερο σκέλος η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι παραβιάστηκαν οι διατάξεις πού προβλέπουν την τήρηση ορισμένου τύπου για την κύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής.
1. Επί του ζητήματος της απαρτίας της Επιτροπής κατά τη λήψη της αποφάσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
13.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένα στη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τα από 16 Φεβρουαρίου 1994 πρακτικά της συνεδριάσεως της Επιτροπής, κατά την οποία ελήφθη η απόφαση, και, ως εκ τούτου, παρέβη τα άρθρα 5 και 6 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής της 17ης Φεβρουαρίου 1993 ( 8 ). Και τούτο διότι το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι υπήρχε η απαιτούμενη απαρτία μελών της Επιτροπής για τη λήψη της αποφάσεως, ενώ από τη διατύπωση της σελίδας 40 των πρακτικών συνάγεται ότι δεν υπήρχε ο απαιτούμενος αριθμός των παρόντων μελών της Επιτροπής για τη λήψη της αποφάσεως.
14.
Η ερμηνεία αυτή αγνοεί τη σημασία της αρχής της συλλογικότητας, όπως τη διατύπωσε το Δικαστήριο στην απόφαση του της 15ης Ιουνίου 1994, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ. ( 9 ).
15.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι βάλλει κατά της διαπιστώσεως πραγματικών γεγονότων και κατά της εκτιμήσεως αποδεικτικών μέσων που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο.
16.
Επικουρικώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αναιρέσεως είναι επίσης αβάσιμος. Στη σελίδα 40 των πρακτικών αναφέρονται οι προϊστάμενοι και τα μέλη των γραφείων των μελών της Επιτροπής τα οποία παρίστανται στη συνεδρίαση «εν τη απουσία των μελών της Επιτροπής». Ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί τη λειτουργία ως μέσου τεκμηριώσεως και την αποδεικτική ισχύ του καταλόγου των παρόντων μελών που παρατίθενται στη σελίδα 2 των πρακτικών, στον οποίο αναγράφονται ποια μέλη της Επιτροπής ήταν παρόντα και ποια απόντα κατά τη συζήτηση του σημείου XXV.
Εκτίμηση
17.
Δεδομένου ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις αντιστοιχούν κατ' ουσίαν στα επιχειρήματα που προέβαλε η αναιρεσείουσα Thyssen Stahl AG στο πλαίσιο της υποθέσεως C-194/99 Ρ, παραπέμπω στα σημεία 52 επ. των προτάσεων μου, τις οποίες θα αναγνώσω σήμερα επί της ανωτέρω υποθέσεως, όπου εξηγώ τους λόγους για τους οποίους προτείνω να απορριφθεί αυτό το σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως ως απαράδεκτο. Οι λόγοι αυτοί ισχύουν αντιστοίχως.
18.
Επομένως, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι δεν ελήφθη υπόψη η έλλειψη της απαιτούμενης απαρτίας κατά τη λήψη της αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
2. Επί της νομότυπης κυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής και επί της αντιστοιχίας του περιεχομένου μεταξύ της κοινοποιηθείσας και της ληφθείσας αποφάσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
19.
Η αναιρεσείουσα αμφισβητεί την ορθότητα των σκέψεων 83 έως 87 της αναιρεσιβαλλομενης αποφάσεως, με τις οποίες το Πρωτοδικείο απέρριψε ως αβάσιμη την αιτίαση της προσφεύγουσας ότι η —κοινοποιηθείσα σε αυτήν— απόφαση C(94) 321 τελικό, δεν είχε κυρωθεί σύμφωνα με το άρθρο 16 του εσωτερικού κανονισμού του 1993. Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο δεν διαπίστωσε ούτε το αν το κείμενο της αποφάσεως που κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα ταυτίζεται με το κείμενο των αποφάσεων C(94) 321/2 και 321/3 ούτε το αν η απόφαση αυτή είχε προσαρτηθεί νομοτύπως στα πρακτικά.
20.
Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο εξέλαβε ως δεδομένο ότι η κύρωση της αποφάσεως ήταν νομότυπη, στηριζόμενη, με τη σκέψη 85, στο τεκμήριο νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων. Με τον τρόπο αυτό, το Πρωτοδικείο παρερμήνευσε τον σκοπό του τεκμηρίου αυτού, δεδομένου ότι το τεκμήριο της νομιμότητας δεν αντιτάσσεται, στην περίπτωση της παραβιάσεως των διατάξεων που προβλέπουν την τήρηση ορισμένου τύπου κατά την έκδοση μιας αποφάσεως, σε προσφυγή περί ακυρώσεως.
21.
Επιπλέον, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει τα πρακτικά με το πρωτότυπο της υπογραφής του Προέδρου και του Γενικού Γραμματέα, στα πρακτικά δε δεν είχε τεθεί η ημερομηνία της υπογραφής τους.
22.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Με την επιχειρηματολογία της ότι το κείμενο της αποφάσεως που της κοινοποιήθηκε δεν προσαρτήθηκε στα πρακτικά, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί την αντιστοιχία μεταξύ του κοινοποιηθέντος κειμένου της αποφάσεως, αφενός, και του κειμένου των αποφάσεων C(94) 321/2 και C(94) 321/3, αφετέρου, μολονότι η διαπίστωση της αντιστοιχίας αυτής αποτελεί διαπίστωση ενός πραγματικού γεγονότος.
Εκτίμηση
23.
Δεδομένου ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις αντιστοιχούν κατ' ουσίαν στα επιχειρήματα που προέβαλε η αναιρεσείουσα Thyssen Stahl AG στην υπόθεση C-194/99 Ρ, παραπέμπω στα σημεία 63 επ. των προτάσεων μου, τις οποίες θα αναπτύξω σήμερα επί της ανωτέρω υποθέσεως, όπου εξηγώ τους λόγους για τους οποίους το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο. Οι λόγοι αυτοί ισχύουν αντιστοίχως.
24.
Επομένως, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι δεν ελήφθη υπόψη το γεγονός ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν είχε κυρωθεί νομοτύπως, πρέπει να απορριθφεί επίσης ως απαράδεκτο.
25.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο του ως απαράδεκτος.
Β — Επί του λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι το Πρωτοδικείο υπερέβη τις αρμοδιότητές του (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
26.
Η αναιρεσείουσα επικαλείται την παράβαση του άρθρου 33 της Συνθήκης ΕΚΑΧ όχι μεν στην περιγραφή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, αλλά στο πλαίσιο της θεμελιώσεως του πρώτου σκέλους αυτού του λόγου αναιρέσεως.
Επιχειρήματα των διαδίκων
27.
Η αναιρεσειουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παραβίασε την ανωτέρω διάταξη, σύμφωνα με την οποία το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο μόνο για τον έλεγχο των αποφάσεων που αφορούν επιχειρήσεις. Το Πρωτοδικείο, χαρακτηρίζοντας με τη σκέψη 122 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών ως αυτοτελή παράβαση, ερμήνευσε την απόφαση της Επιτροπής κατά τρόπο που είναι αντίθετος, κατά τη ρητή δήλωση της Επιτροπής, με το περιεχόμενο της αποφάσεως της. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο υπερέβη την αρμοδιότητα του ελέγχου της επίδικης αποφάσεως που έχει βάσει του άρθρου 33 της Συνθήκης, δεδομένου ότι δεν είναι αρμόδιο στο πλαίσιο της εκδικάσεως της προσφυγής ακυρώσεως να μεταβάλει το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής.
28.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αναιρέσεως είναι ως προς το σημείο αυτό απαράδεκτος. Το αν η συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών χαρακτηρίζεται στην απόφαση της Επιτροπής ως αυτοτελής παράβαση ή ως τμήμα ευρύτερων παραβάσεων δεν αποτελεί νομικό ζήτημα, αλλά ανάγεται στην εκτίμηση ενός πραγματικού γεγονότος από το Πρωτοδικείο. Ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου.
29.
Επικουρικώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αναιρέσεως είναι ως προς το σημείο αυτό αβάσιμος. Στον έλεγχο του Πρωτοδικείου υπόκειται η απόφαση της Επιτροπής και όχι οι δηλώσεις στις οποίες προβαίνουν οι εκπρόσωποι της Επιτροπής στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας. Από τα σημεία 266 έως 271, 300 και 314 καθώς και από το άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής προκύπτει ότι η συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών αναφέρεται αυτοτελώς μεταξύ άλλων παραβάσεων.
Εκτίμηση
30.
Δεδομένου ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις συμπίπτουν κατ' ουσίαν με την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας Thyssen Stahl AG στην υπόθεση C-194/99 Ρ, παραπέμπω στα σημεία 89 επ. των προτάσεών μου, τις οποίες θα αναπτύξω σήμερα επί της προαναφερθείσας υποθέσεως, όπου εξηγώ τους λόγους για τους οποίους το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Οι λόγοι αυτοί ισχύουν αντιστοίχως.
31.
Επομένως, το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Πρωτοδικείο υπερέβη τις αρμοδιότητες του κατά παράβαση του άρθρου 33 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
Γ — Επί των λόγων αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλεται ότι είναι εσφαλμένη η εκτίμηση περί της ουσιαστικής νομιμότητας της αποφάσεως
32.
Η αναιρεσείουσα βάλλει την ανωτέρω παραβίαση της Συνθήκης με το δεύτερο έως και το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως καθώς και με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως.
1. Επί του αν η συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών συνιστά αυτοτελή παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
33.
Το ζήτημα αυτό τίθεται με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.
Επιχειρήματα των διαδίκων
34.
Κατ' αρχάς, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί την ορθότητα της σκέψεως 122 της αναιρε-σιβαλλομένης αποφάσεως. Υποστηρίζει ότι κακώς η απόφαση δέχθηκε ότι η συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών συνιστά αυτοτελή παράβαση, δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο δεν αιτιολόγησε και δεν περιέλαβε στην απόφαση του αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών, ως αυτοτελής παράβαση, είχε αρνητικές επιπτώσεις επί του ανταγωνισμού.
35.
Προκειμένου ένα σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών να αποτελεί αυτοτελή παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, πρέπει οι επιπτώσεις επί του ανταγωνισμού του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών να απορρέουν από το ίδιο αυτό σύστημα και, ενδεχομένως, από τη γενική διάρθρωση της αγοράς, όχι όμως από τον συνδυασμό του συστήματος πληροφοριών με μια υποτιθέμενη σύμπραξη τιμών η οποία πρέπει να διακρίνεται από αυτό.
36.
Η εκτίμηση του Πρωτοδικείου (σκέψεις 135 και 142 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) ότι τα συστήματα ανταλλαγής πληροφοριών περιόρισαν την αυτονομία των συμμετεχόντων παραγωγών στη λήψη αποφάσεων είναι εσφαλμένη. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται εσφαλμένως στη νομολογία του Πρωτοδικείου επί των αποκαλουμένων «υποθέσεων για τους ελκυστήρες» ( 10 ) η οποία δεν προσφέρεται προς στήριξη της εκτιμήσεως αυτής. Και τούτο διότι κατά κανόνα ενισχύει τον ανταγωνισμό η διαφάνεια που επιτυγχάνεται μέσω της ανταλλαγής αυτής στο πλαίσιο μιας αγοράς της οποίας χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι η ύπαρξη του στοιχείου του ανταγωνισμού. Μόνο στην περίπτωση κατά την οποία από την αγορά απουσιάζει αυτό το στοιχείο του ανταγωνισμού, η δε διάρθρωση της χαρακτηρίζεται κυρίως από την ύπαρξη ενός στενού ολιγοπωλίου, είναι δυνατόν να περιοριστεί η αυτονομία λήψεως αποφάσεων των συμμετεχουσών επιχειρήσεων.
37.
Το Πρωτοδικείο εσφαλμένως υπέλαβε, χωρίς καμία αιτιολογία, ότι η αγορά των δοκών από χάλυβα έχει μια στενά ολιγοπω-λιακή διάρθρωση, μολονότι διαπιστώνει με τη σκέψη 134 της αποφάσεως ότι οι δέκα μεγαλύτερες επιχειρήσεις κατέχουν μόνον τα 2/3 των μεριδίων της αγοράς. Η διάρθρωση αυτή της αγοράς είναι ενδεικτική της υπάρξεως έντονου ανταγωνισμού μεταξύ των πολυάριθμων ανταγωνιστών και αποκλείει την ύπαρξη μιας απλής ολιγοπωλιακής διαρθρώσεως.
38.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως, προς στήριξη του οποίου προβάλλονται πολύ γενικά επιχειρήματα, είναι απαράδεκτος ως προς το σημείο αυτό, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν παραθέτει το τμήμα της αποφάσεως το οποίο επικρίνει ούτε τα νομικά επιχειρήματα στα οποία στηρίζεται.
39.
Στο μέτρο που ο λόγος αναιρέσεως βάλλει κατά της διαπιστώσεως του Πρωτοδικείου ότι η αγορά των δοκών χάλυβα έχει ολιγοπωλιακή διάρθρωση είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι αφορά την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Πρωτοδικείο. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα χαρακτήρισε κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία την αγορά των δοκών χάλυβα ως ολιγοπωλιακή αγορά.
40.
Τέλος, η ασκηθείσα κριτική κατά της νομολογίας στις υποθέσεις για τους ελκυ-στήρες είναι αβάσιμη. Μόνο στην περίπτωση του κατακερματισμού της προσφοράς είναι δυνατόν ένα σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών να μην έχει επιπτώσεις επί του ανταγωνισμού. Αυτό ουδόλως συμβαίνει στην αγορά των δοκών χάλυβα, στην οποία τα 2/3 της φαινόμενης καταναλώσεως αντιστοιχούν σε δέκα επιχειρήσεις που συμμετέχουν στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών.
41.
Ως προς το σημείο αυτό το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε διεξοδικά με τις σκέψεις 124 έως 137 της αποφάσεως τον αντίθετο με τους κανόνες του ανταγωνισμού χαρακτήρα του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών.
42.
Όσον αφορά το ζήτημα των υποτιθέμενων διαφορετικών διαρθρώσεων των αγορών, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι από τη σύγκριση της διαρθρώσεως της αγοράς των δοκών χάλυβα με αυτήν της αγοράς ελκυ-στήρων στο Ηνωμένο Βασίλειο προκύπτει ότι η αγορά των ελκυστήρων παρουσιάζει μεν υψηλότερο βαθμό συγκεντρώσεως, ωστόσο, ο μικρότερος βαθμός συγκεντρώσεως της αγοράς των δοκών χάλυβα ισοσταθμίζεται από τη μεγαλύτερη ομοιογένεια των προϊόντων και, ως εκ τούτου, ο ανταγωνισμός είναι περιορισμένος λόγω των χαρακτηριστικών των προϊόντων.
Εκτίμηοη
43.
Δεδομένου ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις αντιστοιχούν κατ' ουσίαν στα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας Thyssen Stahl AG στην υπόθεση C-194/99 Ρ, παραπέμπω στα σημεία 109 επ. των προτάσεων μου, που αναπτύσσω σήμερα επί της υποθέσεως, όπου εξηγώ τους λόγους για τους οποίους το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί εν μέρει ως απαράδεκτο και προεχόντως ως αβάσιμο. Οι λόγοι αυτοί ισχύουν αντιστοίχως.
44.
Επομένως, το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι εσφαλμένως θεωρήθηκε ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών συνιστά αυτοτελή παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, πρέπει να απορριφθεί εν μέρει ως απαράδεκτο και προεχόντως ως αβάσιμο.
2. Επί των αρνητικών συνεπειών του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών επί της «κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού» κατά την έννοια του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
45.
Το ζήτημα αυτό τίθεται με το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.
Επιχειρήματα των διαδίκων
46.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε, μεταξύ άλλων, με τις σκέψεις 147 και 149 της αναιρεσιβαλλο-μένης αποφάσεως, το άρθρο 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, δεχόμενο βάσει μιας εσφαλμένης ερμηνείας του όρου «κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού» ότι η λειτουργία αυτή επλήγη από το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών. Έτσι, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του ότι η Επιτροπή παρακολουθούσε την «κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής από 1ης Ιουλίου 1988 έως και τις 20 Ιουνίου 1990 μέσω ενός συστήματος επιτηρήσεως, στο πλαίσιο του οποίου οι επιχειρήσεις υποχρεούνταν να παραδίδουν στην Επιτροπή τις από κοινού προβλέψεις τους σχετικά με τις παραμέτρους της αγοράς και, ως εκ τούτου, ήταν επιβεβλημένο να συζητούν μεταξύ τους τα ατομικά τους δεδομένα.
47.
Κατά την αναιρεσείουσα, η συμπεριφορά της ΓΔ III επηρέασε την «κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού», δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά ελήφθησαν στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ διά της οποίας έχει μεταβληθεί η αρχική κατάσταση του ανταγωνισμού.
48.
Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο παραβλέποντας το γεγονός ότι αυτού του είδους οι συμπεριφορές ήταν επιβεβλημένες στο πλαίσιο της συνεργασίας με την Επιτροπή και παραλείποντας να συναγάγει εντεύθεν τις αναγκαίες έννομες συνέπειες.
49.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, το αν η ανταλλαγή δεδομένων σχετικά με παραγγελίες και παραδόσεις ήταν αναγκαία στο πλαίσιο της συνεργασίας με την Επιτροπή δεν συνιστά νομικό, αλλά πραγματικό ζήτημα. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως είναι ως προς το σημείο αυτό απαράδεκτος.
50.
Επικουρικώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν δέχεται την άποψη ότι η ανταλλαγή ατομικών δεδομένων σχετικά με παραγγελίες και παραδόσεις ήταν αναγκαία στο πλαίσιο της συνεργασίας με την Επιτροπή. Το Πρωτοδικείο έκρινε με τις σκέψεις 168 έως 175 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι οι επιχειρήσεις απέκρυψαν από την Επιτροπή την ύπαρξη των επίμαχων συστημάτων ανταλλαγής πληροφοριών. Η αναιρεσείουσα, υποστηρίζοντας ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών που καταλογίζεται στις επιχειρήσεις ήταν απαραίτητο στο πλαίσιο της συνεργασίας με την Επιτροπή, βάλλει κατά της διαπιστώσεως και εκτιμήσεως πραγματικών γεγονότων από το Πρωτοδικείο.
Εκτίμηση
51.
Δεδομένου ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις συμπίπτουν κατ' ουσίαν με τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας Thyssen Stahl AG στην υπόθεση C-194/99 Ρ, παραπέμπω στα σημεία 135 επ. των προτάσεων μου που αναπτύσσω σήμερα επί της υποθέσεως, όπου εξηγώ τους λόγους για τους οποίους το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
52.
Επομένως, το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι εκτιμήθηκαν εσφαλμένως οι επιπτώσεις του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών επί της «κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού» κατά την έννοια του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
3. Επί της εκτιμήσεως της συμμετοχής της αναιρεσείουσας στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
53.
Το ζήτημα αυτό τίθεται με το τέταρτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.
Επιχειρήματα των διαδίκων
54.
Η αναιρεσείουσα αμφισβητεί την ορθότητα της σκέψεως 143 της αναιρεσιβαλλομέ-νης αποφάσεως, με την οποία το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι η συμμετοχή της αναι-ρεσείουσας στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών αντιβαίνει στους κανόνες του ανταγωνισμού, μολονότι η αναιρεσείουσα δεν ήταν σε θέση να αντλήσει από τις ανταλλαγείσες πληροφορίες συμπεράσματα για τους αριθμούς των κατατομών σχήματος U, τα οποία παράγει, δεδομένου ότι οι πληροφορίες αφορούσαν μόνον τον συνολικό όγκο των κατατομών σχήματος Ι, Τ και U.
55.
Επομένως, η ύπαρξη παραβιάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού συνίσταται ενδεχομένως στη συμμετοχή στις βασιζόμενες στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών συζητήσεις, στις οποίες όμως η αναιρεσείουσα, όπως ρητώς διαπίστωσε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 104 της αναιρεσιβαλλομέ-νης αποφάσεως, δεν έλαβε μέρος.
56.
Κατά την αναιρεσείουσα, κακώς το Πρωτοδικείο της καταλογίζει ότι τα δεδομένα τα οποία παρέσχε διευκόλυναν τουλάχιστον τις λοιπές επιχειρήσεις να αποκτήσουν εποπτεία επί της καταστάσεως της αγοράς. Αυτό συνιστά «συνεκτίμηση των συμπεριφορών τρίτων» οι οποίες δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι πραγματώνουν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων που τιμωρούν οι σχετικοί κανόνες του ανταγωνισμού. Και τούτο διότι στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι υπάρχει ευθύνη για «ηθική αυτουργία ή συνδρομή», πράγμα το οποίο βαίνει πέραν του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει ρύθμιση του κοινοτικού δικαίου διευρύνουσα την ευθύνη πέραν των πράξεων που τιμωρούνται βάσει του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας ή της συνδρομής, το Πρωτοδικείο παραβίασε τη θεμελιώδη αρχή «Nullum crimen sine lege», η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ισχύει και στη διοικητική ποινική διαδικασία και η οποία απορρέει από το άρθρο 7 της ΕΣΔΑ.
57.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η επιχειρηματολογία αυτή είναι απαράδεκτη, διότι βάλλει κατά της διαπιστώσεως και εκτιμήσεως πραγματικών γεγονότων από το Πρωτοδικείο.
58.
Επικουρικώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η επιχειρηματολογία αυτή είναι αβάσιμη. Το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δεν συμμετείχε στις συνεδριάσεις και τις συζητήσεις δεν σημαίνει ότι η συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών δεν είναι αντίθετη προς τους κανόνες τους ανταγωνισμού. Διά της συμμετοχής στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών η αναιρεσείουσα παρέσχε στις λοιπές επιχειρήσεις τη δυνατότητα να ελέγξουν σε ποιο βαθμό η ίδια κινείται εντός των παραδοσιακών ρευμάτων του εμπορίου. Τέλος, κατά την Επιτροπή, αυτοτελή παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού διαπράττει και ο αποκαλύπτων πληροφοριακά στοιχεία τα οποία είναι κατά κανόνα εμπιστευτικά και, με τον τρόπο αυτό, μειώνει την αβεβαιότητα που θα υπήρχε άλλως για τις λοιπές επιχειρήσεις. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα δεν διευκρινίζει για ποιο λόγο συμμετείχε άνευ αντιρρήσεων στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών, μολονότι τα παρεχόμενα σ' αυτή στοιχεία ήσαν, όπως υποστηρίζει, άχρηστα.
Εκτίμηση
59.
Η επιχειρηματολογία της αναιρεσεί-ουσας περιέχει δύο διαφορετικές αιτιάσεις: πρώτον, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί την ορθότητα της εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου ότι η συμμετοχή της στο σύστημα ανταλλαγης πληροφοριών συνιοτά αυτουργία. Δεύτερον, η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι το Πρωτοδικείο θεώρησε τη συμμετοχή της στο σύστημα αυτό όχι ως αυτουργία, αλλ απλώς ως —σύμφωνα με τη διατύπωση της αναι-ρεσείουσας— «συνδρομή» στην αυτουργία άλλων συμμετεχόντων στο σύστημα και ότι την υπήγαγε, με τον χαρακτηρισμό αυτό της συνδρομής, στο πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
60.
Κατ' αρχάς δεν ευσταθεί το υποστηριζόμενο από την Επιτροπή ότι ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος διότι βάλλει κατά της διαπιστώσεως ή της εκτιμήσεως πραγματικών γεγονότων. Και τούτο διότι η αναιρεσείουσα δεν στρέφεται κατά των διαπιστώσεων του Πρωτοδικείου όσον αφορά τα πιθανά πλεονεκτήματα που αποκόμισε από τη συμμετοχή της στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών.
61.
Όσον αφορά το ζήτημα της αυτουργίας της αναιρεσείουσας, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι το Πρωτοδικείο έκρινε με τη σκέψη 148, επικαλούμενο τη δική του νομολογία επί των γνωστών ως υποθέσεων για τους ελκυ-στήρες ( 11 ), ότι η συμμετοχή αυτή καθεαυτή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών αποτελεί αυτοτελή παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού. Κατά τα λοιπά, στη σκέψη 140 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως απαντά η εκτίμηση ότι «η αντίθεση της επικρινόμενης ανταλλαγής στους κανόνες του ανταγωνισμού [...] [έγκειται] στον χαρακτήρα καθεαυτόν των παρεχομένων στοιχείων». Τέλος, το Πρωτοδικείο έλαβε αφορμή από το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δεν συμμετείχε στις βασιζόμενες στην ανταλλαγή αυτή συζητήσεις, προκειμένου να μειώσει το μέρος του προστίμου που αφορούσε τη συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών ( 12 ).
62.
Με τον τρόπο αυτό, πράγματι το Πρωτοδικείο ρητώς έκρινε ότι αυτή καθεαυτή η γνωστοποίηση ίδιων στοιχείων στο πλαίσιο του επίμαχου συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών αποτελεί αυτοτελή παράβαση και, ως εκ τούτου, δεν ασκεί επιρροή το αν η επιχείρηση που γνωστοποίησε δικά της στοιχεία άντλησε ορισμένα πλεονεκτήματα από τη λειτουργία του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών.
63.
Η εκτίμηση αυτή του Πρωτοδικείου είναι ορθή διότι στηρίζεται στους ίδιους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο έκρινε ότι η συμμετοχή σε ορισμένα συστήματα ανταλλαγής πληροφοριών αποτελεί αυτοτελή, ανεξάρτητη από τις βασιζόμενες σε αυτήν κλασικές παραβάσεις (όπως π.χ. οι συμφωνίες περί τιμών ή περί κατανομής αγορών) παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού. Και τούτο διότι με τις αποφάσεις του επί των υποθέσεων για τους ελκυστήρες ( 13 ) το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα συστήματα αυτά αντιβαίνουν στους κανόνες του ανταγωνισμού, διότι μέσω αυτών εξαλείφεται ο κίνδυνος της αβεβαιότητας που αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο ενός ιδεατού προτύπου ανταγωνισμού ( 14 ). Κατά λογική ακολουθία, παραβαίνει τους κανόνες του ανταγωνισμού όποιος, με τη συμμετοχή του σε ένα τέτοιο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών, διαταράσσει το ιδεατό πρότυπο ενός «συνόλου επιχειρηματιών που δεν γνωρίζει τα επιχειρηματικά απόρρητα των ανταγωνιστών». Κατά συνέπεια, παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού συνιστά όχι μόνον η άρση της ίδιας αντιστοίχως αβεβαιότητας, αλλά και η τροφοδότηση ενός τέτοιου συστήματος με στοιχεία τα οποία είναι χρήσιμα σε τρίτους.
64.
Βάσει των ανωτέρω, οι σκέψεις 140 και 143 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν στηρίζουν το συμπέρασμα που συνάγει η αναιρεσείουσα, ήτοι ότι το Πρωτοδικείο με τον τρόπο αυτό δημιούργησε μια νέα κατηγορία στο δίκαιο του ανταγωνισμού (ευθύνη βάσει των κανόνων του ανταγωνισμού για συνεργούς ot οποίοι δεν είναι αυτουργοί ( 15 )) διότι υπήγαγε στην κατηγορία αυτή την παρούσα υπόθεση.
65.
Ως εκ τούτου, παρέλκει η εξέταση του αν μια τέτοια — «νέα» — κατηγορία καλύπτεται από το άρθρο 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Παρέλκει επίσης η εξέταση του αν η εκ νέου εισαγωγή μιας τέτοιας κατηγορίας θα αποτελούσε παράβαση του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ λόγω της μη προβλεψιμότητάς της ( 16 ).
66.
Επομένως, το τέταρτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο προβάλλεται η εσφαλμένη εκτίμηση της συμμετοχής της αναιρεσείουσας στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
4. Επί του ζητήματος της αυτουργίας της αναιρεσείουσας όσον αφορά μια συμφωνία περί τιμών για τη γερμανική αγορά (τρίτος λόγος αναιρέσεως)
Επιχειρήματα των διαδίκων
67.
Η αναιρεσείουσα παραπέμπει στη σκέψη 162 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το Πρωτοδικείο, σε σχέση με την παρατιθέμενη στη σκέψη 160 της αναιρεσι-βαλλομένης αποφάσεως σημείωση «οιλοιποί προσφέροντες —κυρίως η Hoesch— θα πρέπει πρώτα να τηρήσουν τις συμφωνηθείσες τιμές», έκρινε ότι:
«στην παρούσα αλληλουχία, η ανωτέρω σημείωση αποτελεί επαρκές αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με το ότι η TradeARBED και η Hoesch είχαν συνάψει συμφωνία περί των τιμών σε χρονικό σημείο πριν την 18η Απριλίου 1989».
68.
Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο δέχθηκε μια απλή σημείωση επί εγγράφου ως αποδεικτικό στοιχείο για την ύπαρξη παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού χωρίς να διακριβώσει το περιεχόμενο ή το χρονικό σημείο της συμφωνίας αυτής.
69.
Με τον τρόπο αυτό, το Πρωτοδικείο προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της αναι-ρεσείουσας, παρέβη το άρθρο 15 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, την αρχή της ειδικότητας καθώς και το δικαίωμα της για παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
70.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η ανωτέρω επιχειρηματολογία είναι απαράδεκτη, διότι η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της εκτιμήσεως διαπιστωθέντων γεγονότων, χωρίς να προβάλλει ότι η διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων από το Πρωτοδικείο είναι εσφαλμένη ή ότι τα αποδεικτικά στοιχεία παραμορφώθηκαν.
Εκτίμηση
71.
Είναι προφανές ότι η αναιρεσείουσα βάλλει με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά της εκτιμήσεως πραγματικών γεγονότων ( 17 ) από το Πρωτοδικείο, όσον αφορά την παρατιθέμενη στη σκέψη 160 της αναιρεσι-βαλλομένης αποφάσεως σημείωση. Η εκτίμηση αυτή δεν ελέγχεται —υπό την επιφύλαξη του ελέγχου τυχόν παραμορφώσεως— κατ' αναίρεση.
72.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος βάλλει κατά της εκτιμήσεως της ευθύνης της αναιρεσείουσας ως αυτουργού όσον αφορά μια συμφωνία περί τιμών για τη γερμανική αγορά, είναι απαράδεκτος.
Δ — Επί των λόγων αναιρέσεως που αφορούν το πρόστιμο
1. Επί της μη επαρκούς συνεκτιμήσεως της αρχής του καταμερισμού των ευθυνών ανάλογα με τη σοβαρότητα του πταίσματος (τέταρτος λόγος αναιρέσεως)
Επιχειρήματα των διαδίκων
73.
Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παρέβη το άρθρο 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και την αρχή του καταμερισμού των ευθυνών ανάλογα με τη σοβαρότητα του πταίσματος, διότι υπερεκτίμησε τη σοβαρότητα του πταίσματος της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του τις επιπτώσεις της συμπεριφοράς της Επιτροπής εξαιτίας της οποίας δημιουργήθηκε σύγχυση σχετικά με το περιεχόμενο της εννοίας της κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, θεώρησε δε εσφαλμένως στη σκέψη 149 της αποφάσεως ότι η αναιρεσείουσα είχε πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι η συμπεριφορά της ήταν παράνομη. Ως εκ τούτου, εσφαλμένως το Πρωτοδικείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, ως ελαφρυντική περίσταση, ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε πράγματι παρά ελάχιστη επίγνωση του γεγονότος ότι η συμπεριφορά της ήταν παράνομη.
74.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο εξέθεσε στις σκέψεις 101 έως 103 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η αναιρεσείουσα συμμετείχε στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών. Κατά τα λοιπά, μεταξύ των επιχειρήσεων δεν ανταλλάσσονταν οι παρεχόμενες στην Επιτροπή πληροφορίες (συνοπτικές στατιστικές), αλλά ατομικά στοιχεία σχετικά με παραγγελίες και παραδόσεις, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε η Επιτροπή, όπως προκύπτει από τη σκέψη 168 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Δεν μπορεί να γίνει λόγος για την πρόκληση συγχύσεως από την Επιτροπή.
Εκτίμηση
75.
Δεδομένου ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις συμπίπτουν κατ' ουσίαν με τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας Thyssen Stahl AG στην υπόθεση C-194/99 Ρ, παραπέμπω στα σημεία 171 επ. των προτάσεων μου που αναπτύσσω σήμερα επί της υποθέσεως, όπου εξηγώ τους λόγους για τους οποίους ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι λόγοι αυτοί ισχύουν και εν προκειμένω.
76.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι δεν ελήφθη επαρκώς υπόψη η αρχή του καταμερισμού των ευθυνών ανάλογα με τη σοβαρότητα του πταίσματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
2. Επί της ελλείψεως αιτιολογίας ως προς το ύψος του προστίμου (πέμπτος λόγος αναιρέσεως)
Επιχειρήματα των διαδίκων
77.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παρέβη τις απαιτήσεις που επιβάλλουν την επαρκή αιτιολόγηση του τρόπου υπολογισμού του προστίμου και, ως εκ τούτου, το άρθρο 15 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
78.
Με τη σκέψη 196 της αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η απόφαση της Επιτροπής είναι επαρκώς αιτιολογημένη, μολονότι σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου η αιτιολογία του τρόπου υπολογισμού των προστίμων που παρατίθεται στις αποφάσεις της Επιτροπής πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα στα μέρη να αντιληφθούν ποια κριτήρια και με ποιο τρόπο ελήφθησαν συγκεκριμένα υπόψη στην περίπτωση τους για τον υπολογισμό του προστίμου. Κατά την αναιρεσείουσα, αυτό δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.
79.
Επιπλέον, το Πρωτοδικείο αντιφάσκει δεχόμενο μεν με τις σκέψεις 198 και 199 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι οι επιχειρήσεις θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να πληροφορηθούν τον τρόπο υπολογισμού του προστίμου, χωρίς να είναι υποχρεωμένες προς τούτο να ασκήσουν προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά της εν λόγω αποφάσεως, και αποφαινόμενο με τις σκέψεις 200 και 201 ότι τα στοιχεία που αφορούν τον υπολογισμό του προστίμου δεν ανήκουν στην αιτιολογία.
80.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο εξέτασε την αιτιολογία σχετικά με το ύψος του προστίμου μεταξύ άλλων στη σκέψη 197 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Η Επιτροπή θεωρεί óτι δεν υπάρχει αντίφαση στις εκτιμήσεις του Πρωτοδικείου. Και τούτο διότι στη σκέψη 198 το Πρωτοδικείο χαρακτήρισε μεν ως «ευκταία» την παράθεση του τρόπου υπολογισμού του προστίμου στην απόφαση της Επιτροπής, όχι όμως και ως επιβεβλημένη. Επομένως, το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η Επιτροπή ανταποκρίθηκε στην υποχρέωση της αιτιολογήσεως, δεδομένου ότι παρέθεσε στην απόφαση της όλα τα κριτήρια για την εκτίμηση του ύψους του προστίμου.
Εκτίμηση
81.
Κατ' αρχάς, είναι ορθή η άποψη της Επιτροπής ότι δεν υπάρχει αντίφαση στις σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τις οποίες επικρίνει η αναιρεσείουσα.
82.
Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε με τις σκέψεις 198 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η παράθεση των μαθηματικών τύπων, καθόσον η Επιτροπή χρησιμοποίησε τέτοιους τύπους, είναι «ευκταία». Επομένως, δεν αντιφάσκει προς τα ανωτέρω η εκτίμηση στη σκέψη 200 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι δεν απαιτείται η παράθεση των τύπων αυτών στην απόφαση της Επιτροπής, αλλά είναι δυνατόν, αν παραστεί ανάγκη, τα στοιχεία αυτά να προσκομιστούν το πρώτον ενώπιον του Πρωτοδικείου.
83.
Δεδομένου ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις συμπίπτουν κατ' ουσίαν με τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας Thyssen Stahl AG στην υπόθεση C-194/99 Ρ, παραπέμπω στα σημεία 217 επ. των προτάσεων μου, που αναπτύσσω σήμερα επί της υποθέσεως, όπου εξηγώ τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οιλόγοιαυτοί ισχύουν και εν προκειμένω.
84.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά το ύψος του προστίμου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ε — Επί του λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η διάρκεια της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας συνιστά παράβαση της ΕΣΔΑ (έκτος λόγος αναιρέσεως)
Επιχειρήματα των διαδίκων
85.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, λόγω της υπερβολικά μακράς διάρκειας, πέντε σχεδόν ετών, της διαδικασίας, το Πρωτοδικείο προσέβαλε το δικαίωμά της για παροχή εντός ευλόγου χρόνου έννομης προστασίας. Στην απόφαση που εκδόθηκε επί της υποθέσεως Baustahlgewebe κατά Επιτροπής ( 18 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι είναι αδικαιολόγητη η διάρκεια των πέντε ετών και έξι μηνών για μια διαδικασία.
86.
Κατά την αναιρεσείουσα, πρέπει να ληφθεί υπόψη η συνολική διάρκεια της διαδικασίας. Το Πρωτοδικείο κλήθηκε να κρίνει στην παρούσα διαδικασία περιστατικά τα οποία έλαβαν χώρα πριν από δέκα και πλέον έτη, όταν δε θα εκδοθεί η οριστική απόφαση του Δικαστηρίου το χρονικό αυτό διάστημα θα εγγίζει τα δεκαπέντε έτη. Η απόφαση που θα εκδοθεί μετά από μια τόσο μακρά διαδικασία δεν θα πλήττει πλέον την επιχείρηση υπό τη μορφή που αυτή είχε κατά τον χρόνο εμπλοκής της στις παραβάσεις ούτε τα πρόσωπα που όντως είχαν αναμιχθεί σε αυτές, αλλά θα ισοδυναμεί με αρνησιδικία.
87.
Κατ' αρχάς, η Επιτροπή τονίζει ότι η αναιρεσείουσα έχει τη δυνατότητα βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, ΕΣΔΑ να αμφισβητήσει μόνον τον εύλογο χαρακτήρα της διάρκειας της ένδικης διαδικασίας, αλλά όχι και τον εύλογο χαρακτήρα της διάρκειας της διοικητικής διαδικασίας. Ωστόσο, κατά την Επιτροπή, η διάρκεια της διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση δεν ήταν υπερβολικά μακρά σε σύγκριση με τη διάρκεια της διαδικασίας στην υπόθεση Baustahlgewebe κατά Επιτροπής. Ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μιας διαδικασίας πρέπει να κρίνεται ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε υποθέσεως, ιδίως ανάλογα με τα συμφέροντα των εμπλεκομένων που διακυβεύονται από τη δίκη, ανάλογα με την περιπλοκότητα της υποθέσεως, ανάλογα με τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος και των αρμοδίων αρχών.
88.
Εν προκειμένω, η Επιτροπή επέβαλε κατά της αναιρεσείουσας πρόστιμο ύψους 13000 ECU, η δε περιπλοκότητα της υποθέσεως προκύπτει από το μέγεθος της αποφάσεως της Επιτροπής και από το γεγονός ότι, όπως φαίνεται από τις σκέψεις 20 έως 25 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ασκήθηκαν ένδεκα προσφυγές σε τέσσερις διαφορετικές γλώσσες και κατατέθηκαν 65 φάκελοι με σχεδόν 11000 αριθμημένα έγγραφα. Επιπλέον, η εξέταση των αιτήσεων που υπέβαλε η αναιρεσείουσα από τις αρχές του 1995, προκειμένου να λάβει γνώση του περιεχομένου των εσωτερικών εγγράφων της Επιτροπής, συνεπαγόταν τη λήψη μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας από το Πρωτοδικείο. Ενόψει των περιστάσεων αυτών, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι η διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου ήταν υπερβολικά μακρά.
Εκτίμηση
89.
Δεδομένου ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις συμπίπτουν κατ' ουσίαν με τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας Thyssen Stahl AG στην υπόθεση C-194/99 Ρ, παραπέμπω στα σημεία 230 επ. των προτάσεων μου, που αναπτύσσω σήμερα επί της υποθέσεως, όπου εξηγώ τους λόγους για τους οποίους ο έκτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ol λόγοι αυτοί ισχύουν και εν προκειμένω.
90.
Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αμφισβητείται ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας, πρέπεινα απορριφθεί ως αβάσιμος.
IV — Πρόταση
91.
Βάσει των ανωτέρω προτείνω επομένως στο Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως
—
να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική,.
( 2 ) Τ-147/94, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-603.
( 3 ) EE L 212, σ. 1.
( 4 ) Πρβλ. σκέψη 33 της αποφάσεως της 11ης Μαρτίου 1999, Τ-141/94, Thyssen Stahl κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-347).
( 5 ) EE L 116, σ. 1.
( 6 ) Η αναιρεσείουσα χάνει λόγο για «επιτήρηση των παραγγελιών και των παραδόσεων» (στον ενικό), εννοεί όμως προφανώς τόσο την επιτήρηση των παραγγελιών και των παραδόσεων στο πλαίσιο της Επιτροπής νια τις δοκούς χάλυβα όσο και την ανταλλαγή πληροφοριών στο πλαίσιο της ενώσεως για τον ελασμένο χάλυβα. Δεδομένου ότι η ύπαρξη δύο αλληλοσυμπληρούμενων συστημάτων ανταλλαγής πληροφοριών (βλ σκέψη 371 της αποφάσεως Thyssen Siali] χατα Επιτροπής, προπαρατεθείαα στην υποσημείωση 4) στην περίπτωση της αναιρεσείουσας δεν έχει σημασία ούτε για την απόφαση της Επιτροπής ούτε για την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αλλά ούτε και για την επιχειρηματολογία τη; αναιρεσείουσας, θα γίνεται λόγος στη συνέπεια σε κάθε περίπτωση για «το» σύστημα ανταλλαγής πληρο-φοριων.
( 7 ) Απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2003, Συλλογή 2003, σ. Ι-10821.
( 8 ) EEL 230, σ. 15.
( 9 ) C-137/92 Ρ, Συλλογή 1994, σ. Ι-2555.
( 10 ) Ειδικότερα η απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1994, Τ-34/92, Fiatagli και New Holland Ford κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. II-1905).
( 11 ) Αποφάσεις Fiatagri και New Holland Ford κατά Επιτροπής (προ-παρατεθείσα στην υποσημείωση 10), και της 27ης Οκτωβρίου 1994, Τ-35/92, Deere κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. 1I-957).
( 12 ) Σκέψεις 205 επ. της αναιρεαιβαλλομένης αποφάσεως.
( 13 ) Αποφάσεις που εκδόθηκαν oto πλαίσιο των αντίστοιχων κατ' αναίρεση δικών στις 28 Μαΐου 1998: C-S95 Ρ, New Holland Ford κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-3175), και C-7/95 Ρ, Deere κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-3111).
( 14 ) Για τη διεξοδική ανάλυση του ζητήματος αυτού βλ. τα σημεία 118 επ. των προτάσεων μου επί της υποθέσεως C-194/99 Ρ, Thyssen Stalli κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημίωση 7), τις οποίες θα αναγνώσω σήμερα επίσης.
( 15 ) Φρονώ ότι δεν υπάρχει προς το παρόν κανένας λόγοςναεισαχθεί στο κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού μια αυστηρή διάκριση μεταξύ συναντονργίας και συνέργιας, και τούτο διότι το Δικαστήριο δέχεται μια οχετικα ευρεία εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού, π.χ. ενιαία παράβαση που έχει τη μορφή διαδοχικών στοιχείων ενεργητικής δράσεως και παθητικής συμμετοχής (απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999 στις γνωστές ως «υποθέσεις για το πολυπροπυλένιο», κ.λπ., C-235/92 Ρ, Montecatini κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-4539). Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζεται η ύπαρξη συναυτουργίας, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, και σε περιπτώσεις στις οποίες συμφωνά με το γενικό ποινικό δίκαιο ορισμένων κρατών μελών θεμελιώνεται μικρότερη ποινική ευθύνη για συνέργια. Επομένως, στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου ακολουθείται διαφορετική δογματική οδός, η οποία όμως καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα: τίθεται ενα ευρύ πλαίσιο για τη θεμελίωση της (συν)αυτουργίας, ήδε Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να λάβα υπόψη της την ύπαρξη διαφορετικών μορφών συμμετοχής σε μια παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού στο πλαίσιο της επιμετρησεως του προστίμου βάσει της «βαρύτητας» της συμμέτοχης^ προκειμένου να μειώσει το ύψος του προστίμου. Την άποψη αυτή απηχεί και η οκεψη 144 της αναιρεσιβαλλομενης αποφάσεως, με την οποία διαπιστώνεται «ότι η ιδιαίτερη θέση της προσφεύγουσας ως παραγωγού κατατομών σχήματος U με μικρό μερίδιο στην αγορά δοκών χάλυβα της Κοινότητας είναι δυνατόν μεν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο θα εκτιμηθα η βαρύτητα της προσαπτόμενης σε αυτήν παραβάσεως, όχι όμως και την εκτίμηση σχετικά με την ύπαρξη και το είδος της παραβάσεως αυτής.»
( 16 ) Πρβλ. π.χ. απόφαση ΕΔΔΑ, S.W. κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 22ας Νοεμβρίου 1995, σειρά Α αριθ. 335-Β, § 36, η οποία έκλινε τα εξής για την περίπτωση της μεταστροφής της εθνικής νομολογίας (το 1990 κρίθηκε ότι ο βιασμός εντός του γάμου συνιστά αξιόποινη πράξη, μολονότι από το 1736 εθεωρείτο μη αξιόποινη πράξη): «However clearly drafted a legal provision may be, in any system of law, including criminal law, there is an inevitable element of judicial interpretation. There will always be a need for elucidation of doubtful points and for adaptation to changing circumstances. Indeed, [...] the progressive development of the criminal law through judicial law-making is a well entrenched and necessary part of legal tradition. Article 7 of the Convention cannot be read as outlawing the gradual clarification of the rules of criminal liability through judicial interpretation from case to case, provided that the resultant development is consistent with the essence of the offence and could reasonably be foreseen.»
( 17 ) Πα τη διάκριση μεταξύ διαπιστώσεως πραγματικών γεγονότων, εκτιμήσεως πραγματικών γεγονότων και νομικών ζητημάτων κατά την ερμηνεία εγγράφων βλ. επίσης τα σημεία 54 επ. των προτάσεων μου επί της υποθέσεως C-194/99 Ρ (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7), τις οποίες θα αναγνώσω σήμερα επίοης.
( 18 ) Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-185/95 Ρ (Συλλογή 1998, σ. Ι-8417).
Full & Egal Universal Law Academy