ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 24ης Οκτωβρίου 2002 ( 1 )
Περιεχόμενα
Ι — Εισαγωγή
II — Αιτήματα και λόγοι αναιρέσεως
III — Εξέταση της υποθέσεως
Α — Επί της κακής συνθέσεως του τμήματος (όγδοος λόγος αναιρέσεως)
Β — Επί της εσφαλμένης εκτιμήσεως του ζητήματος της απαρτίας κατά τη λήψη της αποφάσεως από την Επιτροπή (τέταρτος λόγος αναιρέσεως)
Γ — Επί των λόγων αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλεται η εσφαλμένη εκτίμηση του Πρωτοδικείου ως προς την ουσιαστική νομιμότητα της αποφάσεως της Επιτροπής (πρώτος και δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
1. Επί των αρνητικών επιπτώσεων των επικρινομένων με την απόφαση της Επιτροπής συμπεριφορών επί της «κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού» κατά την έννοια του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
2. Επί του αυτοτελούς χαρακτήρα της παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού μέσω της συμμετοχής στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
3. Επί του ζητήματος της προβαλλόμενης καταχρήσεως εξουσίας από την Επιτροπή (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
Δ — Επί των λόγων αναιρέσεως που αφορούν το πρόστιμο
1. Επί του ζητήματος των πλημμελειών της αιτιολογίας της αποφάσεως της Επιτροπής όσον αφορά το ύψος του προστίμου (τρίτος και τέταρτος λόγος αναιρέσεως)
2. Επί του ζητήματος της εις ολόπληρον ευθύνης με τη Siderùrgica Aristrain Olaberría SL (πέμπτος λόγος αναιρέσεως)
3. Επί του ζητήματος της μη επαρκούς εκτιμήσεως της αρχής της κατανομής των ευθυνών ανάλογα με τη σοβαρότητα του πταίσματος (πέμπτος λόγος αναιρέσεως)
4. Επί του ζητήματος του υπολογισμού του χρονικού σημείου από το οποίο καταλογίζονται στην αναιρεσείουσα οι παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού (πέμπτος λόγος αναιρέσεως)
5. Επί του ζητήματος του υπολογισμού του προστίμου σε ECU (έκτος λόγος αναιρέσεως)
Ε — Επί του λόγου αναιρέσεως που αφορά τη διάταξη περί δικαστικών εξόδων (έβδομος λόγος αναιρέσεως)
ΣΤ— Επί του λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η μακρά διάρκεια της ένδικης διαδικασίας αντιβαίνει στο άρθρο 6 ΕΣΔΑ (ένατος λόγος αναιρέσεως)
IV — Δικαστικά έξοδα
V — Πρόταση
Ι — Εισαγωγή
1.
Η παρούσα υπόθεση αφορά τον έλεγχο της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (δεύτερο πενταμελές τμήμα) της 11ης Μαρτίου 1999 που εκδόθηκε επί της υποθέσεως Aristrain κατά Επιτροπής ( 2 ) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
2.
Όσον αφορά το ιστορικό των σχέσεων μεταξύ του βιομηχανικού κλάδου της χαλυβουργίας και της Επιτροπής κατά τα έτη 1970-1990, ιδίως όσον αφορά τις ρυθμίσεις για τη μεγάλη κρίση και την απόφαση 2448/88/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 19ης Ιουλίου 1988, που καθιερώνει σύστημα επιτηρήσεως για ορισμένα προϊόντα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( 3 ), παραπέμπω στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Το σύστημα επιτηρήσεως που καθιέρωσε η απόφαση 2448/88 έληξε στις 30 Ιουνίου 1990 και αντικαταστάθηκε από ένα καθεστώς ατομικής και εθελοντικής πληροφορήσεως ( 4 ).
3.
Στις 16 Φεβρουαρίου 1994, η Επιτροπή εξέδωσε κατά δεκαεπτά ευρωπαϊκών χαλυβουργικών επιχειρήσεων και κατά μιας επαγγελματικής ενώσεως τους την απόφαση 94/215/ΕΚΑΧ σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ όσον αφορά συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές που εφήρμοσαν ευρωπαίοι παραγωγοί δοκών χάλυβα ( 5 ) (στο εξής: απόφαση). Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι αποδέκτες της αποφάσεως είχαν παραβεί το δίκαιο τού ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα διά της δημιουργίας ενός συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών το οποίο αντέβαινε στους κανόνες του ανταγωνισμού και προβαίνοντας στον καθορισμό τιμών και στην κατανομή των αγορών. Στην περίπτωση της Siderúrgica Aristrain Madrid SL (στο εξής: αναιρεσείουσα), η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο ύψους 10600000 ECU.
4.
Πολλές θιγόμενες εταιρίες, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα καθώς και ο εμπορικός σύνδεσμος, άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά της αποφάσεως αυτής. Τελικώς, το Πρωτοδικείο μείωσε το πρόστιμο σε 7100000 ευρώ και απέρριψε κατά τα λοιπά την προσφυγή.
5.
Στις 25 Μαΐου 1999, η αναιρεσείουσα κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής.
ΙΙ — Αιτήματα και λόγοι αναιρέσεως
6.
Η αναιρεσείουσα ζητεί με την αίτηση της αναιρέσεως από το Δικαστήριο:
1)
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση λαμβανομένων υπόψη όλων ή μερικών από τις προβληθείσες πλημμέλειές της και, τόσο στην περίπτωση που αποφανθεί ρητώς επί των τεθέντων νομικών ζητημάτων όσο και στην περίπτωση που αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο, να διαπιστώσει όλες τις έννομες συνέπειες που προκύπτουν από την αναίρεση της ανωτέρω αποφάσεως, και ειδικότερα:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στον βαθμό που διαπιστώνει ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, και, ως εκ τούτου, να ακυρώσει για τον λόγο αυτόν την απόφαση της Επιτροπής
—
να κρίνει την υπόθεση, στον βαθμό που είναι ώριμη για την έκδοση αποφάσεως, ή άλλως να την αναπέμψει στο Πρωτοδικείο προκειμένου να αποφανθεί επί της ουσίας σύμφωνα με τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω και, ως εκ τούτου, να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής στον βαθμό που η απόφαση αυτή στηρίζεται στους λόγους αυτούς ή, επικουρικώς, να μειώσει το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα:
—
οφειλή εις ολόκληρον,
—
έλλειψη αιτιολογίας,
—
ύπαρξη αντιφατικών διατάξεων στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,
—
παραβίαση της αρχής της ισότητας και της αναλογικότητας λόγω του υπολογισμού των προστίμων σε ECU,
—
παράλειψη του Πρωτοδικείου να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των εξόδων και των τόκων της προσφεύγουσας, τα οποία προκύπτουν από την εγγύηση για ολόκληρο το πρόστιμο ή από άλλη τυχόν καταβολή της προσφεύγουσας και προκειμένου το Πρωτοδικείο να προβεί στη διαπίστωση ότι το πρόστιμο είναι τοκοφόρο το πρώτον αφ' ης στιγμής κατέστη εκτελεστή η απόφαση του και, ως εκ τούτου, να υποχρεώσει την Επιτροπή στην καταβολή των δαπανών και των τόκων που δημιουργήθηκαν λόγω της καταβολής εγγυήσεως για το πρόστιμο ή για την πληρωμή του,
—
τα όμοια όσον αφορά τον όγδοο και τον ένατο λόγο αναιρέσεως
—
να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο, εφόσον δεν είναι ώριμη προς έκδοση αποφάσεως:
—
και μάλιστα σε σχέση με την ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας
2)
σε περίπτωση που η αίτηση αναιρέσεως γίνει εν όλω ή εν μέρει δεκτή, να καταδικαστεί η αναιρεσιβαλλόμενη στα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως,
2)
να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
7.
Η αναιρεσείουσα προβάλλει με το δικόγραφο της αιτήσεως της αναιρέσεως τους ακόλουθους λόγους αναιρέσεως:
Πρώτος λόγος αναιρέσεως
«Παραβίαση του κοινοτικού δικαίου λόγω εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας του άρθρου 65 τής Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (στο εξής: Συνθήκη ΕΚΑΧ) κατά την εκτίμηση των παραβάσεων που φέρεται ότι διαπράχθηκαν στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ και της αγοράς ΕΚΑΧ στον βαθμό που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ως προς το σημείο αυτό αντιφατικές αιτιολογίες.»
Λεύτερος λόγος αναιρέσεως
«Παραβίαση του κοινοτικού δικαίου λόγω εσφαλμένης εκτιμήσεως σχετικά με την ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας, δεδομένου ότι το προβληθέν συναφώς από την προσφεύγουσα επιχείρημα και οι προβληθείσες ενδείξεις δεν εξετάστηκαν δεόντως.»
Τρίτος λόγος αναιρέσεως
«Παραβίαση του κοινοτικού δικαίου λόγω εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας του άρθρου 15 της Συνθήκης ΕΚΑΧ όσον αφορά την έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με το πρόστιμο.»
Τέταρτος λόγος αναιρέσεως
«Παραβίαση του κοινοτικού δικαίου δεδομένου ότιη απόφαση του Πρωτοδικείου είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη ως προς τα ακόλουθα ζητήματα:
α)
Όσον αφορά ένα ουσιώδες σημείο της επιχειρηματολογίας των αιτούντων σχετικά με την έλλειψη απαρτίας κατά τη λήψη από την Επιτροπή της προσβαλλομένης αποφάσεως.
β)
Το ύψος των επιβληθέντων προστίμων δεν αποτέλεσε αντικείμενο συγκρίσεως, άνευ αιτιολογίας της παραλείψεως αυτής, με το ύψος των προστίμων τα οποία επιβλήθηκαν σε άλλες υποθέσεις συμπράξεως επιχειρήσεων στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΟΚ.»
Πέμπτος λόγος αναιρέσεως
«Παραβίαση του κοινοτικού δικαίου δεδομένου ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου περιέχει μία σειρά αντιφατικών διατάξεων όσον αφορά την εξέταση και εκτίμηση διαφόρων επιχειρημάτων:
α)
πρώτον, όσον αφορά την εις ολόκληρον οφειλή, ακολούθως λόγω του ότι το πρόστιμο επιβλήθηκε μόνο στη Siderurgica Aristrain Madrid, πρέπει αυτή να αναλάβει την ευθύνη και για τη συμπεριφορά της θυγατρικής της εταιρίας,
β)
δεύτερον, όσον αφορά την επιβαρυντική περίσταση της γνώσεως του παράνομου χαρακτήρα των επιρριπτομένων συμπεριφορών και, τέλος,
γ)
όσον αφορά το παρατιθέμενο στο διατακτικό της αποφάσεως της Επιτροπής χρονικό σημείο από το οποίο καταλογίζονται εις βάρος της Siderurgica Aristrain Madrid οι παραβάσεις που φέρεται ότι διέπραξε.»
Έκτος λόγος αναιρέσεως
«Παραβίαση του κοινοτικού δικαίου λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της αρχής της ισότητας και της αναλογικότητας δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο δεν εκτίμησε ορθώς τις υποτιμήσεις της ισπανικής πεσέτας. Ως εκ τούτου, το πρόστιμο που έπρεπε να καταβάλει η Siderúrgica Aristrain Madrid ήταν αυξημένο σε σχέση με τα πρόστιμα τα οποία έπρεπε να καταβάλουν άλλες επιχειρήσεις πληρώνοντας σε μη υποτιμημένα ή ακόμη και ανατιμημένα νομίσματα.»
Έβδομος λόγος αναιρέσεως
«Παραβίαση του κοινοτικού δικαίου και προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων όσον αφορά τις αντιφατικές αιτιολογίες της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, δεδομένου ότι δεν υποχρέωσε την Επιτροπή να καταβάλει τις δαπάνες και τους τόκους που προήλθαν από την εγγύηση για το πρόστιμο ή για την πληρωμή του.»
Όγδοος λόγος αναιρέσεως
«Παραβίαση του κοινοτικού δικαίου λόγω παραβάσεως του άρθρου 33 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και των δικονομικών εγγυήσεων δεδομένου ότι στις διασκέψεις του Πρωτοδικείου μετείχαν μόνον τρεις εκ των πέντε δικαστών από τους οποίους αποτελείτο το τμήμα κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως.»
Ένατος λόγος αναιρέσεως
«Παραβίαση του κοινοτικού δικαίου δεδομένου ότι δεν ελήφθη υπόψη το αίτημα της προσφεύγουσας περί εκδόσεως μιας δίκαιης αποφάσεως εντός εύλογου χρόνου κατά παράβαση του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.»
Σύνοψη των λόγων αναιρέσεως και των σκελών τους κατά θεματική ενότητα
8.
Από τις αναπτύξεις επί των επιμέρους λόγων αναιρέσεως και των σκελών τους προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα προβάλλει διάφορες παραβιάσεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Συνοψίζοντας κατά θεματική ενότητα, η αναιρεσείουσα φρονεί ότι
το Πρωτοδικείο υπέπεσε με την αναιρεσι-βαλλόμενη απόφαση του σε ορισμένες δικονομικές πλημμέλειες δεδομένου ότι
—
η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από ένα τμήμα με κακή σύνθεση (όγδοος λόγος αναιρέσεως) και
το Πρωτοδικείο παραβίασε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του το κοινοτικό δίκαιο δεδομένου ότι
—
δέχθηκε εσφαλμένως την τυπική νομιμότητα της αποφάσεως της Επιτροπής, μολονότι η απόφαση αυτή δεν είχε εκδοθεί νομοτύπως (τέταρτος λόγος αναιρέσεως),
—
δέχθηκε εσφαλμένως την ουσιαστική νομιμότητα της αποφάσεως της Επιτροπής, μολονότι
οι επικρινόμενες στην απόφαση της Επιτροπής συμπεριφορές δεν μπορούσαν να έχουν αρνητικές επιπτώσεις επί της «κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού» κατά την έννοια του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ (πρώτος λόγος αναιρέσεως) και
δεν υπήρξε παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, διότι η συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών δεν αποτελεί αυτοτελή παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού (πρώτος λόγος αναιρέσεως) και
η Επιτροπή υπερέβη τα άκρα όρια της διακριτικής της εξουσίας (δεύτερος λόγος αναιρέσεως),
—
εκτίμησε εσφαλμένα το πρόστιμο, την αιτιολογία του και τους αποδέκτες του (τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγος αναιρέσεως),
—
παρέλειψε στη διάταξη του περί των εξόδων να καταδικάσει την Επιτροπή στην καταβολή των εξόδων και των τόκων που προήλθαν από τη σύσταση εγγυήσεως ή από την τυχόν καταβολή του προστίμου (έβδομος λόγος αναιρέσεως),
—
κατά παράβαση του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) δεν παρέσχε έννομη προστασία εντός ευλόγου χρόνου (ένατος λόγος αναιρέσεως).
9.
Η εξέταση των λόγων αναιρέσεως που ακολουθεί βασίζεται στην ανωτέρω σύνοψη. Οι λόγοι αναιρέσεως, τα σκέλη στα οποία είναι διαρθρωμένοι και τα επιχειρήματα που προβάλλει η αναιρεσείουσα καθώς και η επιχειρηματολογία της Επιτροπής θα εκτεθούν κατά τη σειρά αυτών των επιμέρους σημείων.
10.
Οι λόγοι αναιρέσεως στην παρούσα διαδικασία αντιστοιχούν εν μέρει από άποψη περιεχομένου προς αυτούς που προβλήθηκαν στο πλαίσιο της υποθέσεως C-194/99 Ρ (Thyssen Stahl AG κατά Επιτροπής) ή προς αυτούς που προβλήθηκαν στην υπόθεση C-182/99 (Salzgitter AG κατά Επιτροπής) ( 6 ) ή προς ορισμένα σκέλη αυτών των λόγων αναιρέσεως. Θα αναγνώσω σήμερα επίσης τις προτάσεις μου επί των ανωτέρω υποθέσεων. Όπου υπάρχει ταυτότητα περιεχομένου των επιχειρημάτων, θα παραπέμπω στις εκτιμήσεις στις οποίες προέβην με τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως C-194/99 Ρ ή επί της υποθέσεως C-182/99 Ρ.
ΠΙ — Εξέταση της υποθέσεως
Α — Επί της κακής συνθέσεως τον τμήματος (όγδοος λόγος αναιρέσεως)
Επιχειρήματα των διαδίκων
11.
Η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της σκέψεως 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
12.
Υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη, απόφαση υπεγράφη μόνον από τρεις δικαστές. Δεν φέρει ούτε την υπογραφή του δικαστή ο οποίος σε κάθε περίπτωση ήταν ο πρόεδρος του δικάσαντος τμήματος μέχρι το πέρας της προφορικής διαδικασίας ούτε άλλου δικαστή ο οποίος επίσης μετέσχε και στην προφορική διαδικασία.
13.
Στον βαθμό που το Πρωτοδικείο στηρίζεται, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στο άρθρο 32, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου (στο εξής: Κανονισμός Διαδικασίας), παραβλέπει ότι η εκ περιτροπής λήξη της θητείας ενός δικαστή δεν περιλαμβάνεται στις περιπτώσεις που απαριθμεί το άρθρο 32, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας. Το Πρωτοδικείο μπορούσε να προβλέψει ότι ορισμένοι δικαστές δεν θα μπορούσαν να μετάσχουν στη διάσκεψη λόγω λήξεως της θητείας τους επομένως, έπρεπε να αλλάξει η σύνθεση του τμήματος.
14.
Δεδομένου ότι δύο δικαστές μετέσχον στην προφορική διαδικασία, όχι όμως και στην τελική συζήτηση, η απόφαση αντιβαίνει όχι μόνο στο άρθρο 33, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, αλλά παραβιάζει και τις προστατευόμενες από το κοινοτικό δίκαιο και από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ θεμελιώδεις οικονομικές εγγυήσεις, διότι στα πολυμελή δικαστήρια η διάσκεψη αποτελεί μια ουσιώδη δραστηριότητα που εξυπηρετεί την αποτροπή των υποκειμενικών εκτιμήσεων.
15.
Η Επιτροπή φρονεί ότι το άρθρο 32 του Κανονισμού Διαδικασίας που μνημονεύεται στη σκέψη 77 της αποφάσεως έχει σημασία στον βαθμό που για την ύπαρξη απαρτίας στα τμήματα απαιτείται η παρουσία τριών δικαστών, πράγμα το οποίο συμβαίνει εν προκειμένω.
16.
Κατά την Επιτροπή, η αναιρεσείουσα ερμηνεύει εσφαλμένα το άρθρο 33 του Κανονισμού Διαδικασίας. Κατά την άποψη της, δεν υπάρχει παράβαση της διατάξεως αυτής στην περίπτωση που δεν μπορούν να μετέχουν στη διάσκεψη όλοι οι δικαστές οι οποίοι μετέσχον στην προφορική διαδικασία, αλλά μόνο στην περίπτωση που στη διάσκεψη μετέσχον δικαστές οι οποίοι δεν μετέσχον στην προφορική διαδικασία.
17.
Τέλος, παρατηρεί η Επιτροπή, εφόσον μπορούσε να προβλεφθεί ότι δεν θα μετείχαν στη διάσκεψη οι δύο δικαστές, αυτό μπορούσε να προβληθεί κατά την προφορική διαδικασία ή κατά τη συνεδρίαση του Ιανουαρίου 1998.
18.
Επιπλέον, η Επιτροπή επικαλείται τη σκέψη 323 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου επί της υποθέσεως PVC II ( 7 ), στην οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε έναν παρεμφερή ισχυρισμό.
Εκτίμηση
19.
Δεδομένου ότι οι ενστάσεις που αφορούν τη σύνθεση του δικάσαντος τμήματος αντιστοιχούν κατ' ουσίαν στην επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας Salzgitter AG στην υπόθεση C-182/99 Ρ, παραπέμπω στα σημεία 21 επ. των προτάσεων μου, τις οποίες θα αναγνώσω επί της ανωτέρω υποθέσεως σήμερα, όπου διευκρινίζω τους λόγους για τους οποίους ο όγδοος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι λόγοι αυτοί ισχύουν και εν προκειμένω.
20.
Ως προς την επίκληση του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, αρκεί απλώς η διαπίστωση ότι η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε θεμελιωμένη επιχειρηματολογία ως προς το σημείο αυτό ούτε προκύπτει από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) ότι το ζήτημα αυτό εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής ( 8 ).
21.
Επομένως, ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι υπήρχε κακή σύνθεση του δικάσαντος τμήματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Β — Επί της εσφαλμένης εκτιμήσεως του ζητήματος της απαρτίας κατά τη λήψη της αποφάσεως από την Επιτροπή (τέταρτος λόγος αναιρέσεως)
22.
Η αναιρεσείουσα βάλλει με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως κατά της εσφαλμένης, κατά την άποψη της, σε δύο σημεία αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Η αναιρεσείουσα βάλλει με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως κατά της παραδοχής του Πρωτοδικείου ότι κατά τη λήψη της αποφάσεως από την Επιτροπή υπήρχε η απαιτούμενη απαρτία. Το δεύτερο σημείο αφορά την αιτιολογία για το ύψος του προστίμου και θα εξεταστεί στη συνέχεια ( 9 ).
Επιχειρήματα των διαδίκων
23.
Η αναιρεσείουσα βάλλει κατά των σκέψεων 186 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Κατά την άποψη της, το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένα τα πρακτικά της συνεδριάσεως της Επιτροπής της 16ης Φεβρουαρίου 1994 και, ως εκ τούτου, κατέληξε στο —εσφαλμένο συμπέρασμα— ότι υπήρχε η απαιτούμενη απαρτία της Επιτροπής κατά τη λήψη της αποφάσεως. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 13 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και τα άρθρα 5 και 8 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής.
24.
Δεδομένου ότι τα πρακτικά δεν ήταν σαφή ως προς την παρουσία ορισμένων μελών της Επιτροπής κατά τη λήψη της αποφάσεως, το Πρωτοδικείο θα έπρεπε αυτεπαγγέλτως να προβεί σε περαιτέρω έρευνα ή τουλάχιστον να αιτιολογήσει για ποιο λόγο αρνήθηκε τη διεξαγωγή συμπληρωματικών αποδείξεων που ζήτησε η αναιρεσείουσα.
25.
Η Επιτροπή θεωρεί το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως απαράδεκτο, διότι αφορά την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το Πρωτοδικείο.
26.
Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή φρονεί ότι το σκέλος αυτό είναι αβάσιμο, διότι οι αναπτύξεις του Πρωτοδικείου στις επικρινόμενες σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι σύννομες. Αντιθέτως, η αναιρεσείουσα είναι αυτή που ερμηνεύει εσφαλμένα τα πρακτικά της συνεδριάσεως.
Εκτίμηση
27.
Δεδομένου ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί συμπίπτουν κατ' ουσίαν με την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας Thyssen Stahl AG στην υπόθεση C-194/99 Ρ, παραπέμπω στα σημεία 52 επ. των προτάσεων μου επί της ανωτέρω υποθέσεως τα οποία θα αναγνώσω σήμερα, όπου διευκρινίζω τους λόγους για τους οποίους το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο. Οι λόγοι αυτοί ισχύουν και εν προκειμένω.
28.
Επομένως, δεδομένου ότι τα πρακτικά δεν ήσαν «ασαφή» σύμφωνα με τη μη δυνάμενη να προσβληθεί κατ' αναίρεση ερμηνεία του Πρωτοδικείου, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος αν ήταν παράνομη η άρνηση του Πρωτοδικείου να διατάξει τη διεξαγωγή συμπληρωματικών αποδείξεων σχετικά με το αν υπήρχε η απαιτούμενη απαρτία.
29.
Επομένως, το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο αμφισβητείται η εκτίμηση του Πρωτοδικείου σχετικά με το ζήτημα της απαρτίας κατά τη λήψη της αποφάσεως από την Επιτροπή, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
Γ — Επί των λόγων αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλεται η εσφαλμένη εκτίμηση του Πρωτοδικείου ως προς την ουσιαστική νομιμότητα της αποφάσεως της Επιτροπής (πρώτος και δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
30.
Η αναιρεσείουσα προβάλλει με τον πρώτο και με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως την εσφαλμένη κατά την άποψη της εκτίμηση του Πρωτοδικείου σχετικά με την ουσιαστική νομιμότητα της αποφάσεως της Επιτροπής.
31.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως περιλαμ· βάνει δύο σκέλη. Με το πρώτο σκέλος η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι εσφαλμένως το Πρωτοδικείο δεν δέχτηκε την έλλειψη αρνητικών επιπτώσεων των επικρινομένων στην απόφαση της Επιτροπής συμπεριφορών επί της «κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού» κατά την έννοια του άρθρου 61, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Με το δεύτερο σκέλος η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της παραδοχής του Πρωτοδικείου ότι η συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών αποτελεί αυτοτελή παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού.
32.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι κακώς το Πρωτοδικείο δεν δέχτηκε την ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας από την Επιτροπή κατά την εκτίμηση του ζητήματος αν έπρεπε να επιβληθεί πρόστιμο για ορισμένες παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού (άρθρο 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ).
1. Επί των αρνητικών επιπτώσεων των επικρινομένων με την απόφαση της Επιτροπής συμπεριφορών επί της «κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού» κατά την έννοια του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
Επιχειρήματα των διαδίκων
33.
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της εσφαλμένης, κατά την άποψη της, εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου το οποίο δεν έλαβε υπόψη του ότι η διατάξεις του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 81 ΕΚ) και του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ έχουν διαφορετικό ρυθμιστικό περιεχόμενο. Η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί ότι η απαγόρευση «όλ[ων] [των] συμφων[ιών] [...] και κάθε εναρμονισμέν[ης] πρακτικ[ής]» στη Συνθήκη ΕΚ καθώς και η απαγόρευση «όλων των συμφωνιών [...] και κάθε εναρμονισμένης πρακτικής» στη Συνθήκη ΕΚΑΧ έχουν την ίδια εν γένει σημασία και εξυπηρετούν, σε τελική ανάλυση, τον ίδιο σκοπό.
34.
Ωστόσο, το οικονομικό και ρυθμιστικό πλαίσιο των δύο Συνθηκών είναι διαφορετικό. Για τη στοιχειοθέτηση παραβάσεως του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ απαιτείται η πρόκληση δυσμενών επιπτώσεων επί της «κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού». Ωστόσο, η έννοια αυτού του είδους του ανταγωνισμού διαφέρει από την έννοια του ανταγωνισμού τον οποίον προστατεύει το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 81 ΕΚ) και, ως εκ τούτου, η ερμηνεία της Συνθήκης ΕΚ δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτούσια επί της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
35.
Το πρόβλημα αυτό έγκειται εν προκειμένω στο ότι οι συναντήσεις στο πλαίσιο της επιτροπής δοκών, οι οποίες ελήφθησαν υπόψη στην αιτιολογία της αποφάσεως της Επιτροπής για τη στοιχειοθέτηση διαφόρων παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού, πραγματοποιήθηκαν με πρωτοβουλία και υπό την εποπτεία της Επιτροπής.
36.
Όπως προκύπτει μεταξύ άλλων από τις καταθέσεις των συνεργατών της ΓΔ III, η Επιτροπή ήταν ενήμερη σχετικά με το ότι οι μετασχοντες στις συναντήσεις αυτές επρόκειτο να ανταλλάξουν τις εντυπώσεις και τις απόψεις τους περί των εξελίξεων των τιμών και των μελλοντικών τάσεων στις συναφείς αγορές προϊόντων, γνωστοποιώντας μάλιστα τις ατομικές προθέσεις τους ως προς το σημείο αυτό. Η συνεργασία που προήχθη με τον τρόπο αυτόν αντιστοιχεί σε αυτό που η Επιτροπή θεωρεί ως «σύμπραξη», ήτοι μια διαρκή συμφωνία μεταξύ των μερών των οποίων ο κύριος σκοπός έγκειται στην εξισορρόπηση προσφοράς και ζητήσεως καθώς και στην εναρμόνιση των τιμών.
37.
Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο και στη συνέχεια επίσης εφάρμοσε και ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, δεδομένου ότι κακώς χρησιμοποίησε τα κριτήρια εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ, μολονότι η κρίσιμη εν προκειμένω αγορά χάλυβα παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Η αγορά αυτή χαρακτηρίζεται από μεγάλη διαφάνεια λόγω της πληθώρας των στοιχείων που είναι προσιτά στον οποιονδήποτε· στην αγορά αυτή υπάρχει μια φυσική παραλληλότητα των τιμών, οσάκις η συγκυρία είναι ευνοϊκή. Τούτο επιβεβαιώθηκε και από τις μαρτυρικές καταθέσεις.
38.
Επομένως, η παραδοχή του Πρωτοδικείου ότι η παραλληλότητα των τιμών συνεπάγεται κατ' ανάγκην την ύπαρξη αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής είναι εσφαλμένη στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο δέχθηκε την ορθότητα της ανωτέρω απόψεως αφού, όπως διαλαμβάνεται στις σκέψεις 606 έως 623, γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο μείωσε κατά 15 % το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα για τις διάφορες συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές.
39.
Κατά την Επιτροπή, στερείται ερείσματος το επιχείρημα ότι η παράβαση του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ (προστασία της «κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού») διαφέρει από την παράβαση του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 81 ΕΚ) λόγω των προβλεπόμενων στη Συνθήκη ΕΚΑΧ μέτρων της Επιτροπής. Η Επιτροπή παραπέμπει στις αναπτύξεις του Πρωτοδικείου στις σκέψεις 316 έως 320 και 323 έως 331.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε επαρκώς την απαγόρευση του καθορισμού τιμών κατά την έννοια του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και το γεγονός ότι το άρθρο 60 της Συνθήκης ΕΚΑΧ δεν αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
40.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή τελούσε σε γνώση των επιρριπτομένων στην αναιρεσείουσα πρακτικών που ήσαν αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού και ότι ενίσχυσε τις πρακτικές αυτές μέσω της ΓΔ III, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και παραπέμπει συναφώς στις σκέψεις 510 και 511 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή φρονεί ότι πρόκειται για διαπιστώσεις πραγματικών περιστατικών οι οποίες δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο.
41.
Όσον αφορά τη συμμετοχή στις συνεδριάσεις της επιτροπής δοκών, η αναιρεσείουσα συγχέει τις μνημονευόμενες στη σκέψη 232 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως «σύννομες» συνεδριάσεις με τις μυστικές συνεδριάσεις που επιδίωκαν παράνομο σκοπό (οι οποίες περιγράφονται στις σκέψεις 510 και 511 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Στην αναιρεσείουσα επιρρίπτεταιη συμμετοχή σε αυτές τις μυστικές συνεδριάσεις.
42.
Η Επιτροπή τονίζει ότι ο γενικός σκοπός των ιδιαίτερων μέτρων της Συνθήκης ΕΚΑΧ, ήτοι η διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως και, ως εκ τούτου, η διασφάλιση της σταθερότητας του γενικού επιπέδου τιμών, είναι άσχετη με τις αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικές οι οποίες επιρρίπτονται στην αναιρεσείουσα με την απόφαση της: καθορισμός τιμών, εναρμόνιση των επιβαρύνσεων επί των τιμών, κατανομή αγορών και συστήματα ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τις παραγγελίες και τις παραδόσεις.
Εκτίμηση
43.
Δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί της αναιρε-σείουσας συμπίπτουν κατ' ουσίαν με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας Thyssen Stahl AG στην υπόθεση C-194/99 Ρ, παραπέμπω στα σημεία 135 επ. και 158 επ. των προτάσεων μου, τις οποίες θα αναγνώσω σήμερα επί της ανωτέρω υποθέσεως, όπου διευκρινίζω τους λόγους για τους οποίους το πρώτο σκέλοςτου πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Οι λόγοι αυτοί ισχύουν και εν προκειμένω.
44.
Επομένως, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο προβάλλεται η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της εννοίας «κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού» του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
2. Επί του αυτοτελούς χαρακτήρα της παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού μέσω της συμμετοχής στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
Επιχειρήματα των διαδίκων
45.
Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι εσφαλμένως το Πρωτοδικείο υπέλαβε ότι η απόφαση της Επιτροπής είναι νόμιμη δεχόμενη ότι η συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών αποτελεί αυτοτελή παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού, ανεξάρτητη από τις λοιπές παραβάσεις.
46.
Η αναιρεσείουσα παραδέχεται ότι η διάκριση μεταξύ αντίθετων και σύμφωνων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συστημάτων ανταλλαγής πληροφοριών είναι ιδιαίτερα δυσχερής, αν ληφθεί υπόψη ότι βάσει των άρθρων 47, 60, 64 και 70 της Συνθήκης ΕΚΑΧ οι επιχειρήσεις υποχρεούνται ούτως ή άλλως να προβαίνουν σε εκτεταμένες δημοσιεύσεις όσον αφορά τις τιμές τους και τους λοιπούς όρους.
47.
Η αναιρεσείουσα αντιτάσσει ότι το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 420 της αναιρεσι-βαλλομένης αποφάσεως, απέρριψε την άποψη που προέβαλε η Επιτροπή κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου σύμφωνα με την οποία η ανταλλαγή πληροφοριών δεν θεωρείται στην απόφαση της Επιτροπής ως αυτοτελής παράβαση. Με τον τρόπο αυτόν, το Πρωτοδικείο υποκατέστησε την Επιτροπή με τη δική του εκτίμηση υπερβαίνοντας ως εκ τούτου τα όρια των αρμοδιοτήτων του.
48.
Η Επιτροπή φρονεί ότι η επιχειρηματολογία αυτή είναι απαράδεκτη, διότι προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου.
49.
Κατά την Επιτροπή, η επιχειρηματολογία στερείται κατά τα λοιπά ερείσματος, δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο ερμηνεύει την απόφαση της Επιτροπής και όχι τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
Εκτίμηση
50.
Η αναιρεσείουσα ουδόλως εξηγεί τους λόγους για τους οποίους η εκτίμηση του Πρωτοδικείου ότι η συμμετοχή στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών αποτελεί αυτοτελή παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ είναι εσφαλμένη. Αντιθέτως, η αναιρεσείουσα προβάλλει απλώς ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του την αντίθετη νομική άποψη (μη αυτοτελής παράβαση) που εξέφρασαν οι εκπρόσωποι της Επιτροπής κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία ακολουθώντας την άποψη που διατύπωσε η Επιτροπή στην απόφαση της (αυτοτελής παράβαση).
51.
Ως εκ τούτου, η αναιρεσείουσα επικαλείται προφανώς λιγότερο την κακή ερμηνεία του ουσιαστικού-νομικού περιεχομένου του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ όσον αφορά τη νομική εκτίμηση του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών, προβάλλοντας πρωτίστως την υπέρβαση αρμοδιοτήτων από το Πρωτοδικείο, η οποία αποτελεί παράβαση του άρθρου 33 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
52.
Δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί αυτοί συμπίπτουν κατ' ουσίαν με την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας Thyssen Stahl AG στην υπόθεση C-194/99 Ρ, παραπέμπω στα σημεία 89 επ. των προτάσεων μου, τις οποίες θα αναγνώσω σήμερα επί της ανωτέρω υποθέσεως, όπου διευκρινίζω τους λόγους για τους οποίους το δεύτερο σκέλος τουπρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Οι λόγοι αυτοί ισχύουν και εν προκειμένω.
53.
Επομένως, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο στον βαθμό που προβάλλεται με αυτό η υπέρβαση αρμοδιοτήτων από το Πρωτοδικείο.
54.
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο θεωρήσει ότι η επιχειρηματολογία της αναι-ρεσείουσας στρέφεται και κατά της νομικής εκτιμήσεως της συμμετοχής της στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών, οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, υπό το πρίσμα αυτό, συμπίπτουν επίσης κατ' ουσίαν με την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας Thyssen Stahl AG στην υπόθεση C-194/99 Ρ.
55.
Ως εκ τούτου, παραπέμπω στα σημεία 109 επ. ( 10 ) των προτάσεων μου, τις οποίες θα αναγνώσω σήμερα επί της ανωτέρω υποθέσεως, όπου διευκρινίζω τους λόγους για τους οποίους το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και ως προς το σημείο αυτό ως αβάσιμο. Οι λόγοι αυτοί ισχύουν και εν προκειμένω.
56.
Επομένως, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και ως προς το σημείο αυτό ως αβάσιμο, δεδομένου ότι με αυτό προβάλλεται γενικώς, ήτοι χωρίς συνεκτίμηση των δηλώσεων των εκπροσώπων της Επιτροπής κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία, ότι κακώς δεν ελήφθη υπόψη το γεγονός ότι βάσει του δικαίου του ανταγωνισμού το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών δεν έχει αυτοτελή χαρακτήρα.
3. Επί του ζητήματος της προβαλλόμενης καταχρήσεως εξουσίας από την Επιτροπή (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
Επιχειρήματα των διαδίκων
57.
Η αναιρεσείουσα αναφέρεται στις σκέψεις 526 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο δεν κατόρθωσε να άρει τις επιφυλάξεις οι οποίες υπήρχαν λόγω των αποχρωσών ενδείξεων που προέκυψαν στην παρούσα υπόθεση σχετικά με την κατάχρηση εξουσίας από την Επιτροπή.
58.
Το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την παραλλήλως προς τη διαδικασία, που κατέληξε στην έκδοση αποφάσεως από την Επιτροπή, διενεργηθείσα έρευνα της Επιτροπής σχετικά με τυχόν παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού σε σχέση με τις αγορές ρολών χάλυβα. Ωστόσο, η έρευνα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία όσον αφορά την αιτίαση της καταχρήσεως εξουσίας, διότι η εν λόγω έρευνα σταμάτησε, ενώ η διαδικασία που αφορούσε τις αγορές δοκών από χάλυβα εξακολούθησε, μολονότι οι αγορές ρολών χάλυβα ήσαν κατά πολύ σημαντικότερες για την πλειονότητα των παραγωγών χάλυβα που έθιγε η απόφαση της Επιτροπής.
59.
Με δήλωση του στη συνέντευξη Τύπου της 16ης Φεβρουαρίου 1994, το μέλος της Επιτροπής Van Miert χαρακτήρισε το επιβληθέν πρόστιμο ως «παραδειγματικό», υπονοώντας με τον τρόπο αυτόν ότι είναι δυνατόν κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου να μη λαμβάνονται υπόψη μόνον οι περιστάσεις που συνδέονται άμεσα με τις διαδικασίες που έχουν ως αντικείμενο τις αγορές δοκών από χάλυβα. Τούτο αποτελεί ένδειξη ότι ενδεχομένως επιβλήθηκε υψηλότερο πρόστιμο λόγω των ερευνών σχετικά με τις αγορές ρολών χάλυβα οι οποίες σταμάτησαν.
60.
Τούτο πλήττει ιδιαιτέρως την αναιρεσεί-ουσα, δεδομένου ότι—όπως το Πρωτοδικείο διαπίστωσε στη σκέψη 4 της αναιρεσιβαλλο-μένης αποφάσεως— η αναιρεσείουσα παράγει μόνον δοκούς από χάλυβα.
61.
Τέλος, το γεγονός ότι η επίμαχη απόφαση της Επιτροπής ελήφθη μία ημέρα μετά τη διακοπή των διαπραγματεύσεων, οι οποίες διεξάγονταν μεταξύ της Επιτροπής και των επιχειρήσεων του κοινοτικού τομέα χάλυβα και είχαν ως αντικείμενο τη διευθέτηση των διαφορών τους σχετικά με την οικονομική αναδιάρθρωση των αγορών χάλυβα, δεν ελήφθη υπόψη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διότι δεν κρίνεται ως επαρκής ένδειξη χωρίς η εκτίμηση αυτή να αιτιολογείται κατά τρόπο πειστικό.
62.
Η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως UFEX ( 11 ), παραπονείται για το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως περιόρισε, αν ληφθεί υπόψη η εν λόγω πληθώρα ενδείξεων, τον έλεγχο των λόγων που αφορούσαν την αιτίαση περί καταχρήσεως εξουσίας στα έγγραφα που περιλαμβάνονταν στην —κατατεθείσα από την Επιτροπή ενώπιον του Πρωτοδικείου— δικογραφία και για το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο δεν έκρινε αναγκαία καμία περαιτέρω έρευνα προκειμένου να επιβεβαιώσει τις ενδείξεις αυτές, μολονότι η δικογραφία περιείχε έγγραφα τα οποία μπορούσαν να δώσουν λαβή για εύλογες επιφυλάξεις.
63.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι απαράδεκτος αυτός ο λόγος αναιρέσεως, διότι η αναιρεσείουσα επαναλαμβάνει απλώς την ίδια επιχειρηματολογία που προέβαλε πρωτοδίκως.
64.
Επιπλέον, ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι το Πρωτοδικείο διέλαβε διεξοδικές αιτιολογίες στις σκέψεις 529, 530 και 531 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
65.
Κατά την Επιτροπή, κακώς η αναιρεσεί-ουσα επικαλείται την απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως UFEX. Η υπόθεση UFEX δεν είναι παρεμφερής με την παρούσα υπόθεση όσον αφορά την έρευνα των πραγματικών περιστατικών από το Πρωτοδικείο, δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο απέρριψε στην περίπτωση εκείνη την εξέταση περαιτέρω εγγράφων, μολονότι η αναιρεσείουσα στην υπόθεση εκείνη, εν αντιθέσει προς την αναιρεσείουσα στην παρούσα υπόθεση, είχε κατονομάσει και προσκομίσει συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προέκυπταν, κατά την άποψη της, άλλα πραγματικά περιστατικά.
Εκτίμηση
66.
Όσον αφορά κατ' αρχάς τη γενική αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το Πρωτοδικείο έπρεπε εν όψει της πληθώρας των ενδείξεων να μην περιοριστεί στην έρευνα των προσκομισθέντων από την Επιτροπή εγγράφων, συντάσσομαι με την άποψη της Επιτροπής ότι η επίκληση της αποφάσεως UFEX ( 12 ) είναι αλυσιτελής. Πράγματι, η προβληματική στην περίπτωση εκείνη ήταν διαφορετική: το Πρωτοδικείο απέρριψε την αιτίαση περί καταχρήσεως εξουσίας με την αιτιολογία ότι η τότε προσφεύγουσα δεν είχε προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας, μολονότι είχε προς τούτο ζητήσει την προσκόμιση εγγράφου το οποίο περιέγραψε επακριβώς αναφέροντας τον συντάκτη, τον λήπτη και την ημερομηνία, το δε Πρωτοδικείο απέρριψε το αίτημα αυτό.
67.
Ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση προσκομίσθηκαν αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον του Πρωτοδικείου και αυτό προέβη στην εκτίμηση τους όπως προκύπτει από τη σκέψη 530. Ως εκ τούτου, η αναιρεσείουσα παραπονείται στην πραγματικότητα για την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Πρωτοδικείο. Ωστόσο, αυτό δεν μπορεί να εξεταστεί κατ' αναίρεση, πλην της αιτιάσεως της παραμορφώσεως του αποδεικτικού υλικού από το Πρωτοδικείο, και, ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προς το σημείο αυτό ως απαράδεκτος.
68.
Ορθώς επίσης η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε την κατάχρηση εξουσίας ήδη στο πλαίσιο της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας και ότι προς στήριξη της αιτιάσεως αυτής παρέθεσε τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα που παραθέτει στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
69.
Τόσο η παρατήρηση του μέλους της Επιτροπής Van Miert σχετικά με τον «παραδειγματικό» χαρακτήρα των προστίμων όσο και η χρονική εγγύτητα προς τη διακοπή των διαπραγματεύσεων σχετικά με την αναδιάρθρωση των κοινοτικών αγορών χάλυβα, όσο επίσης και η συνάφεια με την παύση της έρευνας σχετικά με τυχόν παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού στο πλαίσιο των αγορών ρολών χάλυβα, προβλήθηκαν ήδη κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία ως ενδείξεις σχετικά με την ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας. Ως προς το σημείο αυτό η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε προς στήριξη του δευτέρου λόγου αναιρέσεως κανένα άλλο επιχείρημα.
70.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και ως προς το σημείο αυτό ως απαράδεκτος, καθ' ο μέτρο με αυτόν επιχειρείται, χωρίς άλλη δικαιολογητική βάση, απλώς ο εκ νέου έλεγχος των ισχυρισμών που προβλήθηκαν ήδη πρωτοδίκως ( 13 ).
71.
Ωστόσο, ορθώς υποστηρίζει η αναιρε-σείουσα ως προς το σημείο αυτό ότι το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε στις σκέψεις 526 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως όλα τα προβληθέντα επιχειρήματα. Το σκεπτικό της αποφάσεως περιορίζεται εν προκειμένω στο ζήτημα της χρονικής εγγύτητας προς τη διακοπή των διαπραγματεύσεων που αφορούσαν την αναδιάρθρωση των κοινοτικών αγορών χάλυβα. Το ζήτημα αυτό αφορούσε όλες τις επιχειρήσεις που πλήττονταν από την απόφαση της Επιτροπής.
72.
Ωστόσο, το ζήτημα της υποτιθέμενης σχέσεως μεταξύ του ύψους του προστίμου που επιβλήθηκε με την απόφαση της Επιτροπής και της παύσεως των ερευνών σχετικά με τυχόν παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού στο πλαίσιο των αγορών ρολών χάλυβα αφορούσε πρωτίστως την αναιρεσείουσα, δεδομένου ότι αυτή παράγει αποκλειστικά δοκούς από χάλυβα και όχι ρολά χάλυβα. Επομένως, ορθώς η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν εξέτασε την ατομική αιτίαση περί της προβαλλόμενης καταχρήσεως εξουσίας.
73.
Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι η αναίρεση πρέπει να απορρίπτεται και στην περίπτωση που «το σκεπτικό μιας αποφάσεως του Πρωτοδικείου ενέχει παράβαση του κοινοτικού δικαίου, αλλά το διατακτικό της αποφάσεως είναι ορθό για άλλους νομικούς λόγους» ( 14 ).
74.
Εν προκειμένω, το σκεπτικό του Πρωτοδικείου σχετικά με την απόρριψη της αιτιάσεως περί καταχρήσεως εξουσίας ευσταθεί εξίσου και για την ιδιαίτερη αιτίαση που προβάλλει η αναιρεσείουσα:
75.
Πράγματι, το γεγονός και μόνον ότι το αρμόδιο μέλος της Επιτροπής χαρακτήρισε σε συνέντευξη Τύπου το ύψος του προστίμου που επιβλήθηκε με την απόφαση της Επιτροπής ως «παραδειγματικό» δεν δικαιολογεί, και αν ακόμη ληφθεί υπόψη η ταυτόχρονη παύση άλλων ερευνών για τη διαπίστωση παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού, εν προκειμένω, καμία υπόνοια καταχρήσεως εξουσίας εις βάρος της Επιτροπής, αφού ο χαρακτηρισμός «παραδειγματικό» επιδέχεται διάφορες ερμηνείες και όχι μόνον την ερμηνεία ότι με τον τρόπο αυτόν σκοπήθηκε η επιβολή κυρώσεων για τυχόν παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού στο πλαίσιο άλλων αγορών χάλυβα.
76.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προς το σημείο αυτό ως αβάσιμος.
77.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως εν μέρει απαράδεκτος και κατά τα λοιπά ως αβάσιμος.
Δ — Επί των λόγων αναιρέσεως που αφορούν το πρόστιμο
78.
Η αναιρεσείουσα προβάλλει με τον τρίτο, με το δεύτερο σκέλος του τετάρτου, με τον πέμπτο και με τον έκτο λόγο αναιρέσεως διάφορες παραβιάσεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ που αφορούν το πρόστιμο.
1. Επί του ζητήματος των πλημμελειών της αιτιολογίας της αποφάσεως της Επιτροπής όσον αφορά το ύψος του προστίμου {τρίτος και τέταρτος λόγος αναιρέσεως)
79.
Η αναιρεσείουσα βάλλει με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως και με το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως κατά της προβαλλόμενης παραλείψεως του Πρωτοδικείου να λάβει υπόψη τις πλημμέλειες της αιτιολογίας της αποφάσεως.
Επιχειρήματα των διαδίκων
80.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα βάλλει κατά των σκέψεων 553 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και αιτιάται το Πρωτοδικείο για το γεγονός ότι θεώρησε ότι δεν είναι από νομικής απόψεως επισφαλής η δημοσιοποίηση από την Επιτροπή της ακριβούς μεθόδου υπολογισμού του ύψους του προστίμου όχι με την απόφαση της αλλά το πρώτον ενώπιον του Πρωτοδικείου. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο παρέβη το κοινοτικό δίκαιο λόγω εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας του άρθρου 15 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
81.
Η αναιρεσείουσα επικαλείται μεταξύ άλλων τη νομολογία που δημιούργησε το Πρωτοδικείο με την απόφαση του επί της υποθέσεως Tréfilunion ( 15 ). Το Πρωτοδικείο, στηριζόμενο στην ανωτέρω νομολογία, διαπίστωσε στη σκέψη 557 της αναιρεσιβαλλο-μένης αποφάσεως ότι θα ήταν ευκταίον όπως οι επιχειρήσεις γνωρίζουν λεπτομερώς («detalladamente») τη μέθοδο υπολογισμού, «χωρίς προς τούτο να απαιτείται η άσκηση προσφυγής κατά των αποφάσεων ενώπιον του Πρωτοδικείου». Σύμφωνα με τις αναπτύξεις του Πρωτοδικείου στη σκέψη 558 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αυτό συμβαίνει «όταν η Επιτροπή —όπως εν προκείμένοι)— χρησιμοποιεί συγκεκριμένους μαθηματικούς τύπους για τον υπολογισμό των προστίμων».
82.
Εντούτοις, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε στη σκέψη 555 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η απόφαση της Επιτροπής ήταν επαρκώς αιτιολογημένη ως προς το σημείο αυτό, μολονότι η ακριβής μέθοδος υπολογισμού γνωστοποιήθηκε το πρώτον κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος στο πλαίσιο της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας.
83.
Αν επικυρωθεί η εκτίμηση αυτή του Πρωτοδικείου, τότε αυτό θα έχει ως συνέπεια να μπορεί η Επιτροπή «να προσθέτει κι άλλα στοιχεία στην αιτιολογία της αποφάσεως της μέχρι την προφορική διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου».
84.
Με το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά των σκέψεων 647 επ. της αναιρεσιβαλ-λομένης αποφάσεως και αιτιάται το Πρωτοδικείο για το γεγονός ότι δεν αιτιολόγησε επαρκώς για ποιο λόγο δεν συνέκρινε το ύψος του προστίμου που επέβαλε η απόφαση της Επιτροπής με τα πρόστιμα που επέβαλε η Επιτροπή με δύο άλλες αποφάσεις της τις οποίες επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία.
85.
Κατά την αναιρεσείουσα, από σύγκριση με το ύψος των προστίμων που επιβλήθηκαν με τις άλλες αποφάσεις της Επιτροπής, θα προέκυπτε ότι το πρόστιμο που επέβαλε η Επιτροπή με την παρούσα απόφαση της—σε σχέση με τις δύο άλλες αποφάσεις με τις οποίες επιβλήθηκαν πρόστιμα για πολύ σοβαρότερες παραβάσεις— είναι υπέρμετρα υψηλό.
86.
Κατά την Επιτροπή, η αναιρεσείουσα ερμηνεύει εσφαλμένα την απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Tréfilunion ( 16 ) όσον αφορά τη γνωστοποίηση του υπολογισμού του προστίμου. Κατά την άποψη της, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ήταν επαρκής η αιτιολογία σχετικά με το ύψος του προστίμου ωστόσο, το Πρωτοδικείο εξέφρασε, με ένα obiter dictum, την ευχή όπως η Επιτροπή παραθέτει περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού.
87.
Εν τω μεταξύ, η Επιτροπή εξέδωσε τις «κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων» ( 17 ), με τις οποίες γνωστοποίησε τη γενική μέθοδο υπολογισμού των προστίμων, τις οποίες λαμβάνει υπόψη και για την αιτιολογία των αποφάσεων της. Ωστόσο, οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές δεν υπήρχαν κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεως από την Επιτροπή.
88.
Όσον αφορά την παράλειψη του Πρωτοδικείου να συγκρίνει το ύψος του προστίμου που επιβλήθηκε με την παρούσα απόφαση της Επιτροπής με το ύψος των προστίμων που επιβλήθηκαν σε παρεμφερείς περιπτώσεις, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας είναι διττώς απαράδεκτη: αφενός, πρόκειται για μια απλή επανάληψη επιχειρημάτων τα οποία προβλήθηκαν ήδη ενώπιον του Πρωτοδικείου και, αφετέρου, η επιχειρηματολογία αφορά την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
89.
Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι οι σχετικές αναπτύξεις του Πρωτοδικείου είναι σύμφωνες με το κοινοτικό δίκαιο.
Εκτίμηση
90.
Δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί που αφορούν τη γνωστοποίηση της ακριβούς μεθόδου υπολογισμού του προστίμου συμπίπτουν κατ' ουσίαν με την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας Thyssen Stahl AG στην υπόθεση C-194/99 Ρ, παραπέμπω στα σημεία 218 επ. των προτάσεων μου, τα οποία θα αναγνώσω σήμερα επί της ανωτέρω υποθέσεως, όπου διευκρινίζω τους λόγους για τους οποίους ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι λόγοι αυτοί ισχύουν και εν προκειμένω.
91.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό που διατυπώθηκε προς στήριξη του δευτέρου σκέλους του τετάρτου λόγου αναιρέσεως ότι η αιτιολογία της αποφάσεως της Επιτροπής είναι ελλιπής λόγω της παραλείψεως να συγκριθεί το ύψος των προστίμων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότιτο Πρωτοδικείο έκρινε στη σκέψη 649 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι οι τρεις αποφάσεις της Επιτροπής δεν είναι παρεμφερείς αιτιολογώντας —αντίθετα με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας— την εκτίμηση αυτή στις σκέψεις 650 επ.
92.
Επομένως, η αιτιολογία δεν είναι ελλιπής και το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι δεν υπάρχει παράβαση του άρθρου 15 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Επομένως, και το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
93.
Ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του ότι η αιτιολογία της αποφάσεως της Επιτροπής ήταν ελλιπής, πρέπει να απορριφθούν αμφότεροι ως αβάσιμοι.
2. Επί του ζητήματος της εις ολόκληρον ευθύνης με τη Siderúrgica Aristrain Olaberría SL (πέμπτος λόγος αναιρέσεως)
94.
Η αναιρεσείουσα προβάλλει με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως την εσφαλμένη κατά την άποψη της εκτίμηση της αξιώσεως λόγω υπάρξεως εις ολόκληρον ευθύνης.
Επιχειρήματα των διαδίκων
95.
Η αναιρεσείουσα βάλλει κατά των σκέψεων 131 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθώς και κατά της παραδοχής του Πρωτοδικείου ότι είναι σύννομη η προβαλλόμενη με την απόφαση της Επιτροπής αξίωση κατά της αναιρεσείουσας λόγω της εις ολόκληρον ευθύνης με την αδελφή εταιρία της Siderúrgica Aristrain Olaberría SL (στο εξής: Aristrain Olaberría).
96.
Στην απόφαση της Επιτροπής ουδόλως αιτιολογείται γιατί η Επιτροπή έκρινε ότι η αναιρεσείουσα και η Aristrain Olaberría ευθύνονται εις ολόκληρον για το πρόστιμο ούτε γιατί η Επιτροπή στρέφεται μόνον κατά της αναιρεσείουσας και όχι κατά της άλλης επιχειρήσεως.
97.
Αντ' αυτού, το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε εκ των υστέρων, στις σκέψεις 141 και 143 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την ύπαρξη εις ολόκληρον ευθύνης καθώς και την προβολή της εντεύθεν αξιώσεως μόνον κατά της αναιρεσείουσας. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο επιχείρησε να θεραπεύσει μια πλημμέλεια ή μια παράλειψη της Επιτροπής υποκαθιστώντας την Επιτροπή με τη δική του εκτίμηση. Επομένως, το Πρωτοδικείο υπερέβη τα όρια των εξουσιών του, δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο αποκλειστικά για την ακύρωση των αποφάσεων της Επιτροπής και όχι για τη θεραπεία τους.
98.
Η αναιρεσείουσα βάλλει κατά τα λοιπά κατά της παραδοχής του Πρωτοδικείου ότι η Επιτροπή ενήργησε συννόμως επιβάλλοντας εική και ως έτυχε σε μία εκ των δύο εταιριών το πρόστιμο που αναλογούσε σε αμφότερες λόγω του ότι οι δύο αδελφές εταιρίες αποτελούν οικονομική ενότητα και, ως εκ τούτου, εμπίπτουν στην έννοια της «επιχειρήσεως».
99.
Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο μετέφερε επί των πραγματικών περιστατικών της παρούσας υποθέσεως ανεπιτρεπτους τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την ευθύνη της μητρικής εταιρίας μιας συμπράξεως για την αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορά της θυγατρικής εταιρίας.
100.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο με τη διαπίστωση του ότι αμφότερες οι αδελφές εταιρίες ευθύνονται εις ολόκληρον για τις πράξεις της συμπράξεως ουδέν προσέθεσε στους ισχυρισμούς της Επιτροπής ότι αμφότερες οι επιχειρήσεις ανήκουν στην ίδια σύμπραξη και ότι αποτελούν «οικονομική ενότητα». Κατά την Επιτροπή, το Πρωτοδικείο ακολούθησε απλώς την άποψη που ανέκαθεν υποστήριζε η Επιτροπή.
101.
Κατά τα λοιπά, οι εκτιμήσεις του Πρωτοδικείου στις σκέψεις 135 έως 143 της αναι-ρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν αντιβαίνουν στο κοινοτικό δίκαιο. Κατά την Επιτροπή, ορθώς το Πρωτοδικείο στηρίχτηκε στη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την έννοια της «επιχειρήσεως» του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και ορθώς έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι εν προκειμένω δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπάρχει «εταιρία χαρτοφυλακίου σύμφωνα με την παραδοσιακή έννοια του όρου».
102.
Η Επιτροπή φρονεί ότι ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι με την προβολή αξιώσεως κατά της αναιρεσείουσας η Επιτροπή επέλεξε απλώς έναν εκ των δύο εις ολόκληρον οφειλετών κατά των οποίων θα μπορούσε να στραφεί για την είσπραξη του προστίμου.
Εκτίμηση
103.
Κατ' αρχάς επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αναιρεσείουσα με την επιχειρηματολογία της επί του πρώτου σκέλους του πέμπτου λόγου αναιρέσεως φρονεί προφανώς ότι το Πρωτοδικείο αντί της Επιτροπής έλαβε την απόφαση σχετικά με την εις ολόκληρον ευθύνην της αναιρεσείουσας και της Aristrain Olaberría και ότι το Πρωτοδικείο προσέθεσε εκ των υστέρων την αιτιολογία στην απόφαση αυτή. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 33 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, διότι συμπληρώνοντας την απόφαση της Επιτροπής υπερέβη την εξουσία του που έγκειται στον έλεγχο των αποφάσεων της Επιτροπής.
104.
Είναι μεν αληθές ότι ουδαμού της αποφάσεως της Επιτροπής γίνεται ρητή μνεία της υπάρξεως εις ολόκληρον ευθύνης. Εντούτοις, αυτό δεν σημαίνει ότι το Πρωτοδικείο προσέθεσε αυτή τη νομική έννοια στην απόφαση της Επιτροπής. Αντιθέτως, το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 131 επ. της αναι-ρεσιβαλλομένης αποφάσεως εξέτασε διεξοδικώς την απόφαση της Επιτροπής σε σχέση με τις αναφορές στην αναιρεσείουσα, στην Aristrain Olaberría καθώς και σε σχέση με την υπαγωγή αμφοτέρων στον όρο «Aristrain». Από την εξέταση αυτή προκύπτει ότι η Επιτροπή θεωρεί στην απόφαση της ότι υπάρχει εις ολόκληρον ευθύνη αμφοτέρων των επιχειρήσεων. Ακολούθως, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι η Επιτροπή καταλήγει στην ύπαρξη ευθύνης για το πρόστιμο, του οποίου το ύψος υπολογίζεται βάσει του συνολικού κύκλου εργασιών αμφοτέρων των επιχειρήσεων. Τέλος, το Πρωτοδικείο συνάγει από την ανωτέρω εξέταση ότι η βούληση της Επιτροπής ήταν να στραφεί κατά ενός εκ των δύο εις ολόκληρον οφειλετών, ήτοι κατά της αναιρεσείουσας, πράγμα που προκύπτει από το γεγονός ότι από τις δύο αδελφές επιχειρήσεις μόνον η αναιρεσείουσα εμφανίζεται ως αποδέκτρια της αποφάσεως της Επιτροπής.
105.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε ερμηνεία και όχι σε συμπλήρωση της αποφάσεως της Επιτροπής και ότι, ως εκ τούτου, το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί εν πάση περιπτώσει ως αβάσιμο, καθ' ο μέτρο με αυτόν προβάλλεται η παράβαση του άρθρου 33 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
106.
Ωστόσο, η αναιρεσείουσα βάλλει και κατά του περιεχομένου των αναπτύξεων του Πρωτοδικείου σχετικά με τη νομιμότητα της εις ολόκληρον ευθύνης των δύο αδελφών εταιριών, καθώς και σχετικά με την επιλογή της αναιρεσείουσας ως μόνης αποδέκτριας της αποφάσεως της Επιτροπής.
107.
Κατ' αρχάς, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε ορθώς τις αναπτυχθείσες από τη νομολογία αρχές σχετικά με την έννοια της «επιχειρήσεως» στο κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού (εν προκειμένω στο άρθρο 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ) και στην περίπτωση που δεν πρόκειται για τη σχέση μεταξύ μητρικής και θυγατρικής εταιρίας στο πλαίσιο της συμπράξεως, αλλά για μια ιδιαίτερη κατάσταση όπου δύο αδελφές εταιρίες μιας συμπράξεως διαπράττουν από κοινού και κατόπιν απλής μεταξύ τους συνεννοήσεως συγκεκριμένες παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού, χωρίς να μπορεί να διαπιστωθεί ότι κάποια μητρική εταιρία επηρέαζε με οποιονδήποτε τρόπο τις εταιρίες αυτές είτε συντονίζοντας είτε υπαγορεύοντας τη συμπεριφορά τους.
108.
Όπως προκύπτει μεταξύ άλλων από την απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως ICI ( 18 ), την οποία παραθέτει και το Πρωτοδικείο στη σκέψη 136 της αναιρεσι-βαλλομένης αποφάσεως, οι ανεξάρτητες εταιρίες πρέπει να θεωρούνται από νομικής απόψεως «επιχειρήσεις» κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού (εν προκειμένω του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ), εφόσον οι εταιρίες αυτές αποτελούν «οικονομική ενότητα». Η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε ότι αυτό συνέβαινε εν προκειμένω.
109.
Αντιθέτως, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της εντεύθεν συναγόμενης έννομης συνέπειας ότι η ίδια και η Aristrain Olaberría ευθύνονται, λόγω της οικονομικής ενότητάς τους, εις ολόκληρον για το πρόστιμο το οποίο υπολογίστηκε βάσει του συνολικού κύκλου εργασιών και των δύο αδελφών εταιριών. Συναφώς, το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε στην απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως ICI ( 19 ) και μετέφερε τις αρχές που ανέπτυξε το Δικαστήριο στην υπόθεση εκείνη στα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως.
110.
Ωστόσο, στην προπαρατεθείσα υπόθεση επρόκειτο —όπως ορθώς διαπιστώνει η αναιρεσείουσα— για την προβολή αξιώσεως μόνον κατά της μητρικής εταιρίας της συμπράξεως λόγω της αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφοράς της θυγατρικής εταιρίας της συμπράξεως και όχι για την εις ολόκληρον ευθύνη δύο εταιριών.
111.
Με την απόφαση επί της υποθέσεως Metsä-Serla κ.λπ. ( 20 ), το Δικαστήριο έκρινε ρητώς πλέον ότι στις περιπτώσεις παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού, στις οποίες εμπλέκονται πλείονες εταιρίες οι οποίες εμφανίζουν «οικονομική ενότητα», είναι κατ' αρχήν δυνατή η ύπαρξη και εις ολόκληρον ευθύνης, εφόσον μια επιχείρηση ενήργησε «για λογαριασμό και προς το συμφέρον» της συνευθυνομένης επιχειρήσεως.
112.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα και η Aristrain Olaberría ενήργησαν, όπως διαπιστώνει το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 134 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην περίπτωση των επιρριπτομένων σε αυτές παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού προς το κοινό συμφέρον τους, ήτοι «για λογαριασμό και προς το συμφέρον» αμφοτέρων. Το γεγονός ότι δεν μπορεί να διαπιστωθεί η ύπαρξη μητρικής εταιρίας, η οποία επηρέαζε με οποιονδήποτε τρόπο τις δύο αυτές εταιρίες είτε συντονίζοντας είτε υπαγορεύοντας τη συμπεριφορά τους, δεν μπορεί να επηρεάσει τη νομική εκτίμηση. Πράγματι, από τη νομολογία του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι πρέπει να υπάρχει κάθετη επιρροή ούτε ότι απαιτείται η ύπαρξη μονομερούς επιρροής. Αντιθέτως, κρίσιμο είναι απλώς και μόνον το ότι υπήρξε μια τέτοιου είδους επιρροή και ότι η επιρροή αυτή ασκήθηκε προς το συμφέρον της επηρεά-ζουσας εταιρίας. Αυτό συνέβη και εν προκειμένω, έστω και υπό την ιδιαίτερη μορφή της αμοιβαίας επιρροής στο πλαίσιο μιας σχέσεως ισότητας.
113.
Επομένως, το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως είναι και ως προς το σημείο αυτό αβάσιμο, καθ' ο μέτρο η αναι-ρεσείουσα βάλλει κατά της φερόμενης ως εσφαλμένης εκτιμήσεως της εις ολόκληρον ευθύνης.
114.
Αυτό καθεαυτό το ζήτημα της εις ολόκληρον ευθύνης είναι διαφορετικό από το ζήτημα της προβολής αξιώσεως βάσει της ευθύνης αυτής. Πράγματι, σύμφωνα με την απόφαση της Επιτροπής η ευθύνη αυτή βαρύνει αποκλειστικά την αναιρεσείουσα.
115.
Συναφώς, το Πρωτοδικείο διαλαμβάνει στη σκέψη 143 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως απλώς ότι δεν υπάρχει «παρανομία», διότι η Επιτροπή «απλώς στερήθηκε ενός εις ολόκληρον συνοφειλέτη στο πρόσωπο της τελευταίας αυτής εταιρίας».
116.
Φρονώ ότι η αιτιολογία αυτή παρορά την ουσία της εις ολόκληρον ενοχής και λαμβάνει υπόψη της μόνον το συμφέρον της Επιτροπής.
117.
Είναι μεν ορθόν ότι στην περίπτωση της εις ολόκληρον ενοχής δύο εταιρίες οφείλουν ολόκληρο το (υπολογιζόμενο βάσει του συνολικού κύκλου εργασιών) πρόστιμο, όπως επίσης είναι ορθόν ότι η Επιτροπή μπορεί κατ' αρχήν να στραφεί κατά το δοκούν κατά ενός εκ των δύο οφειλετών. Ωστόσο, η προβολή αξιώσεως πρέπει να διακρίνεται από το ζήτημα του προσδιορισμού του οφειλέτη, δεδομένου ότι ο προσδιορισμός του προσώπου του οφειλέτη συντελείται το πρώτον όταν η Επιτροπή στραφεί κατά ενός εκ των δύο εις ολόκληρον οφειλετών. Μέχρι του χρονικού αυτού σημείου αμφότεροι οι εις ολόκληρον οφειλέτες μπο-. ρουν να αποφασίσουν ανεξάρτητα από την Επιτροπή σχετικά με το ποιος εκ των δύο θα καταβάλει ποιο τμήμα του προστίμου ή σχετικά με το αν ένας και μόνον θα αναλάβει την καταβολή του. Η Επιτροπή, απευθύνοντας την απόφαση της σύμφωνα με το άρθρο 6 αποκλειστικά κατά της αναιρεσείουσας, στέρησε την αναιρεσείουσα από αυτήν την ελευθερία αποφάσεως.
118.
Επιπλέον, το γεγονός ότι το άρθρο 6 της αποφάσεως της Επιτροπής μνημονεύει μόνον την αναιρεσείουσα ως αποδέκτρια της αποφάσεως καθιστά την αναιρεσείουσα μόνη οφειλέτρια. Επομένως, η απόφαση της Επιτροπής μπορεί ως εκτελεστός τίτλος σύμφωνα με το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΚΑΧ να εκτελεστεί μόνον κατά της αναι-ρεσείουσας. Αν η αναιρεσείουσα επιθυμούσε, σε περίπτωση επισπεύσεως αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον της να στραφεί αναγωγικώς ( 21 ) κατά της Aristrain Olaberría, θα υπήρχε κίνδυνος να επικαλεσθεί η τελευταία στην περίπτωση αυτή —και μάλιστα νομίμως— ότι η απόφαση της Επιτροπής απευθύνεται σύμφωνα με το άρθρο 6 προς την αναιρεσείουσα την οποία μνημονεύει ως μόνη οφειλέτρια και ότι, ως εκ τούτου, η αναιρεσείουσα κατέβαλε το πρόστιμο οτο πλαίσιο της εκπληρώσεως δικής της ενοχής και όχι στο πλαίσιο της εκπληρώσεως μιας εις ολόκληρον ενοχής.
119.
Επομένως, είναι δυνατόν να προκύψουν σοβαρά μειονεκτήματα για τους ενδιαφερομένους στην περίπτωση που η Επιτροπή προβεί στην επιλογή μεταξύ πλειόνων εις ολόκληρον οφειλετών ήδη με την απόφαση της και όχι κατά το στάδιο της αναγκαστικής εκτελέσεως. Το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του το σημείο αυτό, πράγμα το οποίο είναι τοσούτο μάλλον σοβαρό, καθόσον δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτά τα πλεονεκτήματα που έχει αυτός ο τρόπος ενέργειας της Επιτροπής ( 22 ).
120.
Το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να θεωρηθεί βάσιμο, καθ' ο μέτρο η αναιρεσείουσα προβάλλει με αυτόν ότι η απόφαση της Επιτροπής στρεφόταν μόνον κατά της ιδίας και όχι και κατά της Aristrain Olaberría.
121.
Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 54, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚΑΧ, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί ως προς το σημείο αυτό, δεδομένου ότι στην απόφαση αυτήν αναφέρεται μόνον η αναιρεσείουσα εκ των δύο εις ολόκληρον ευθυνόμένων επιχειρήσεων. Δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο έχει συγκεντρώσει όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, η διαφορά είναι ώριμη προς εκδίκαση και το Δικαστήριο μπορεί σύμφωνα με το άρθρο 54, παράγραφος 2, του Οργανισμού ΕΚΑΧ να αποφανθεί οριστικώς επ' αυτής.
122.
Επομένως, τα άρθρα 4 και 6 της αποφάσεως της Επιτροπής πρέπει να ακυρωθούν, καθ' ο μέτρο η απόφαση αυτή μνημονεύει εκ των δύο εις ολόκληρον οφειλομένων επιχειρήσεων μόνον την αναιρεσείουσα.
3. Επί του ζητήματος της μη επαρκούς εκτιμήσεως της αρχής της κατανομής των ευθυνών ανάλογα με τη σοβαρότητα του πταίσματος (πέμπτος λόγος αναιρέσεως)
123.
Η αναιρεσείουσα προβάλλει με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως ότι κατά την άποψη της δεν ελήφθη επαρκώς υπόψη η αρχή της κατανομής των ευθυνών ανάλογα με τη σοβαρότητα του πταίσματος.
Επιχειρήματα των διαδίκων
124.
Η αναιρεσείουσα βάλλει κατά των σκέψεων 627 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες επικυρώνεται η διαπίστωση των σημείων 305 επ. της αποφάσεως της Επιτροπής ότι όλοι οι αποδέκτες της αποφάσεως έπρεπε να γνωρίζουν, βάσει των πληροφοριακών στοιχείων σχετικά με τις έρευνες της Επιτροπής κατά τον Μάιο του 1988 και την επακολουθήσασα το 1990 απόφαση της επί της υποθέσεως σχετικά με τον «ανοξείδωτο πλατύ χάλυβα» ( 23 ), ότι η συμπεριφορά τους αντέβαινε στους κανόνες του ανταγωνισμού.
125.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι υπήρξε παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, διότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως επιβεβαίωσε ότι συνιστά επιβαρυντική περίσταση η γνώση ενός ορισμένου ζητήματος, μολονότι η γνώση αυτή συνάγεται αποκλειστικά από αποδεικτικά στοιχεία κατά ορισμένων άλλων εμπλεκομένων επιχειρήσεων και μολονότι το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε κατ' ιδίαν την ορθότητα του επίμαχου ισχυρισμού σε σχέση με την αναιρεσείουσα.
126.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η ανωτέρω αιτίαση είναι απαράδεκτη, δεδομένου ότι αφορά την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών.
127.
Κατά την Επιτροπή, η αιτίαση αυτή είναι και αβάσιμη, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα παραμόρφωσε την επιχειρηματολογία του Πρωτοδικείου που διατυπώνεται με σαφήνεια στις επικρινόμενες σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Εκτίμηση
128.
Τα κριθέντα από το Πρωτοδικείο σημεία 305 επ. της αποφάσεως της Επιτροπής αφορούν το κοινώς γνωστό ανακοινωθέν Τύπου της Επιτροπής της 2ας Μαΐου 1988 σχετικά με τις έρευνες επί της υποθέσεως του «ανοξείδωτου πλατέος χάλυβα» και την επακολουθήσασα απόφαση της Επιτροπής της 18ης Ιουλίου 1990. Περαιτέρω, τα σημεία αυτά της αποφάσεως της Επιτροπής αφορούν τη συγκεκριμένη γνώση του παράνομου χαρακτήρα των τιμωρουμένων με αυτήν παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού, γνώση η οποία μπορεί σε κάθε περίπτωση να προσαφθεί στις επιχειρήσεις εκείνες οι οποίες και επέδειξαν την επικρινόμενη συμπεριφορά στις αγορές «ανοξείδωτου πλατέος χάλυβα» και συμμετέσχον στις παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού για τις οποίες επιβλήθηκαν πρόστιμα με την απόφαση της Επιτροπής, μεταξύ δε των επιχειρήσεων αυτών είναι βέβαιο ότι δεν συγκαταλέγεται ωστόσο η αναιρεσείουσα.
129.
Η Επιτροπή και το Πρωτοδικείο που δέχεται τις απόαεις της στην αναιρεσιβαλ-λόμενη απόφαση συνάγουν τα πορίσματα τους, ως προς το ότι όλοι οι αποδέκτες της αποφάσεως της Επιτροπής έπρεπε να γνωρίζουν τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς που επεδείχθη στις αγορές δοκών από χάλυβα, από μια συνολική θεώρηση των γενικών και των ειδικών περιστάσεων. Τούτο συνιστά εκτίμηση πραγματικών περιστατικών η οποία, υπό τη φύλαξη του ελέγχου για την ύπαρξη τυχόν παραμορφώσεως, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
130.
Επομένως, το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
4. Επί του ζητήματος του υπολογισμού του χρονικού σημείου από το οποίο καταλογίζονται στην αναιρεσείουσα οι παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού (πέμπτος λόγος αναιρέσεως)
131.
Η αναιρεσείουσα βάλλει με το τρίτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως κατά της επικυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής όσον αφορά τον υπολογισμό βάσει ενός συγκεκριμένου χρονικού σημείου.
Επιχειρήματα των διαδίκων
132.
Η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της σκέψεως 226 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το Πρωτοδικείο κατά την εξέταση του καθορισμού των τιμών στο πλαίσιο της επιτροπής δοκών διαπίστωσε προηγουμένως ότι η ημερομηνία, η οποία αναγράφεται στην ισπανική και τη γαλλική γλωσσική απόδοση του άρθρου 4 της αποφάσεως της Επιτροπής το οποίο αφορά την έναρξη των πράξεων της αναιρεσείουσας, ήτοι «31 Δεκεμβρίου 1989», αποτελεί «λάθος εκ παραδρομής» («error de transcripción») και ότι το ορθόν είναι «31 Δεκεμβρίου 1988».
133.
Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι ένα «λάθος εκ παραδρομής» στο διατακτικό της αποφάσεως της Επιτροπής είναι άνευ σημασίας.
134.
Επιπλέον, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες στο σκεπτικό του, δεδομένου ότι προς επίρρωση της κρίσεως του παραπέμπει στη γερμανική και την αγγλική απόδοση της αποφάσεως της Επιτροπής στις οποίες ορθώς η ημερομηνία αναγράφεται κατά την κρίση του Πρωτοδικείου «31 Δεκεμβρίου 1988». Ωστόσο, οι γλωσσικές αυτές αποδόσεις της αποφάσεως δεν αποτελούσαν για την αναιρεσείουσα γλώσσα διαδικασίας.
135.
Η σκέψη 226 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αντιφάσκει προς τις αναπτύξεις του Πρωτοδικείου στη σκέψη 209 της αναι-ρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το Πρωτοδικείο' στηρίχθηκε στο αντίθετο επιχείρημα σε σχέση με τις αποκλίσεις της ιταλικής αποδόσεως της αποφάσεως. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε στη σκέψη 209 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι: «τα σφάλματα στην ιταλική απόδοση της αποφάσεως είναιάνευ σημασίας, αφού μάλισταη ιταλική απόδοση της αποφάσεως δεν απευθύνεται προς την προσφεύγουσα».
136.
Η Επιτροπή φρονεί ότι η επιχειρηματολογία αυτή στερείται ερείσματος. 'Εστω και αν γίνει δεκτό ότι το Πρωτοδικείο δεν έπρεπε να αναφερθεί στις λοιπές γλωσσικές αποδόσεις της αποφάσεως, ωστόσο ορθώς το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως της Επιτροπής προκύπτει η ορθή ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 1988».
Εκτίμηση
137.
Όσον αφορά τις επικρίσεις της αναιρε-σείουσας σχετικά με τη σοβαρότητα ενός λάθους εκ παραδρομής στο διατακτικό της αποφάσεως, πρέπει να τονιστεί ότι το Πρωτοδικείο ορθώς επικαλείται στην επικρινόμενη σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 24 ), σύμφωνα με την οποία τα εκ παραδρομής λάθη δεν ασκούν επιρροή, οσάκις το πλαίσιο και ο σκοπός που επιδιώκει μια κανονιστική ρύθμιση επιβάλλουν μια αποκλίνουσα ερμηνεία σε σχέση με τη διατύπωση της.
138.
Όσον αφορά την προβαλλόμενη αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσι-βαλλομένης αποφάσεως, επιβάλλεται κατ' αρχάς η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις στις σκέψεις 209 και 226 όσον αφορά τη σημασία των γλωσσικών αποδόσεων της αποφάσεως, οι οποίες δεν είναι γλώσσες διαδικασίας, ήδη εκ του λόγου ότι το Πρωτοδικείο στην πρώτη εκ των δύο προαναφερθεισών σκέψεων εξέτασε ένα τελείως διαφορετικό ζήτημα ( 25 ).
139.
Κατά τα λοιπά, το Πρωτοδικείο ουδόλως περιορίζεται με τη σκέψη 226 της αναι-ρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου αιτιολογεί την εκτίμηση του ότι επρόκειτο για λάθος εκ παραδρομής, στη σύγκριση με γλωσσικές αποδόσεις οι οποίες δεν αποτελούσαν τη γλώσσα διαδικασίας της αναιρεσείουσας. Αντιθέτως, το Πρωτοδικείο στηρίζεται κυρίως σε άλλα —πανομοιότυπα σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις— τμήματα της αποφάσεως από τη συνολική εξέταση των οποίων προκύπτει ότι στο άρθρο 4 της αποφάσεως της Επιτροπής υπήρχε λάθος εκ παραδρομής.
140.
'Ετσι, το Πρωτοδικείο στηρίζεται στα σημεία 313 επ. της αποφάσεως της Επιτροπής («στο τμήμα ΙΙ. Νομική εκτίμηση»), όπου ως ημερομηνία ενάρξεως των παραβάσεων των —πληττομένων από την απόφαση της Επιτροπής— ισπανών παραγωγών αναγράφεται η «31η Δεκεμβρίου 1988». Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο στηρίζεται στο άρθρο 1 του διατακτικού της αποφάσεως της Επιτροπής, στο οποίο κάτω από την επωνυμία «Aristrain» αναφέρεται η διάρκεια των διαφόρων παραβάσεων συνολικού χρόνου «24 μηνών». Αν το χρονικό αυτό διάστημα των 24 μηνών ανατρέξει στο παρελθόν από το τέλος της κρίσιμης χρονικής περιόδου προκύπτει ότι οι πράξεις άρχισαν το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 1989.
141.
Επομένως, αντίθετα με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε επαρκώς και άνευ αντιφάσεων τη σχετική εκτίμηση του και, ως εκ τούτου, το τρίτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
5. Επί του ζητήματος του υπολογισμού του προοτίμου σε ECU (έκτος λόγος αναιρέσεως)
Επιχειρήματα των διαδίκων
142.
Η αναιρεσείονσα βάλλει κατά της εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου στις σκέψεις 659 επ. ότι ήταν δυνατόν από νομικής απόψεως να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα σύμφωνα με το άρθρο 1 της αποφάσεως να καταβάλει το πρόστιμο σε ECU.
143.
Ως εκ τούτου, το ύψος του καταβλητέου προστίμου καθορίστηκε βάσει της μετατροπής των εν λόγω κύκλων εργασιών σύμφωνα με τον μέσο συντελεστή μετατροπής του έτους αναφοράς, ενώ το πρόστιμο, αν καταβαλλόταν στο εθνικό νόμισμα, θα έπρεπε να καταβληθεί βάσει της ισοτιμίας μετατροπής που ίσχυε την προτεραία της καταβολής.
144.
Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο έσφαλε κρίνοντας ότι η Επιτροπή έπρεπε να μετατρέψει σε ενιαίο νόμισμα τους διαφόρους γνωστοποιηθέντες κύκλους εργασιών προκειμένου να μπορέσει να τους συγκρίνει. Ωστόσο, το αν το επιβληθέν πρόστιμο είναι υψηλότερο από ένα άλλο μπορεί να διαπιστωθεί μόνο με την εφαρμογή επί του κύκλου εργασιών ενός συντελεστή ο οποίος καθορίζεται σε συνάρτηση με τη διάρκεια της παραβάσεως και τη συμμετοχή εκάστης επιχειρήσεως στις παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού.
145.
Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι δεν υπάρχει επομένως κανένας αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί τη χρησιμοποίηση ενός συστήματος το οποίο εισάγει δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος των επιχειρήσεων των οποίων το εθνικό νόμισμα υποτιμήθηκε κατά τη διάρκεια των ετών αναφοράς. Επομένως, το Πρωτοδικείο, επιδοκιμάζοντας την επιλογή της Επιτροπής μεταξύ των διαφόρων μεθόδων υπολογισμού, παραβίασε την αρχή της επιεικείας.
146.
Εξάλλου, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του ότι το πρόστιμο καταβάλλεται σε χρόνο διαφορετικό από αυτόν του καθορισμού του ύψους του.
147.
Η Επιτροπή φρονεί αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και ότι η αναιρεσείουσα δεν προτείνει καμία εφαρμόσιμη εναλλακτική μέθοδο.
148.
Επομένως, κατά λογική συνέπεια, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο κύκλος εργασιών και ο συντελεστής μετατροπής του έτους της παραβάσεως, διότι έτσι απεικονίζεται πραγματικά η σοβαρότητα της παραβάσεως στη χρονική της αλληλουχία και παρέχεται η δυνατότητα να εκτιμηθούν με μεγαλύτερη ακρίβεια όλα τα τυχόν πλεονεκτήματα που προέκυψαν από την παράβαση.
149.
Ως προς την καταβολή του προστίμου, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι δεν είναι υποχρεωτική η καταβολή του σε εθνικό νόμισμα, αλλά ότι μπορεί να καταβληθεί και σε ECU.
150.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι οι τυχόν διακυμάνσεις του συντελεστή μετατροπής κατά τον χρόνο καθορισμού του ύψους του προστίμου και κατά τον χρόνο καταβολής του οφείλονται στο γεγονός ότι η αναιρεσεί-ουσα αποφάσισε να μην καταβάλει πάραυτα το πρόστιμο και να μην καταθέσει, ήδη από το 1994, το ποσό του προστίμου σε τραπεζικό λογαριασμό.
Εκτίμηση
151.
Το Δικαστήριο έκρινε με τις σκέψεις 87 επ. της αποφάσεως του επί της υποθέσεως Sarrio ( 26 ), οι οποίες αφορούσαν την παρεμφερή προβληματική σε σχέση με παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού οι οποίες ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚ, ήτοι σε σχέση με τον κανονισμό 17 ( 27 ), ως εξής:
«Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε κατά ποιον τρόπο το Πρωτοδικείο, μη αποκρούοντας τη μέθοδο υπολογισμού της Επιτροπής που στηριζόταν στον κύκλο εργασιών του τελευταίου πλήρους έτους παραβάσεως, παραβίασε τον κανονισμό 17 ή τις γενικές αρχές του δικαίου.
Κατ' αρχάς, ο κανονισμός 17 δεν απαγορεύει τη χρήση του ECU κατά τον καθορισμό των προστίμων. 'Επειτα, η Επιτροπή χρησιμοποίησε μία καιτην αυτή μέθοδο υπολογισμού των προστίμων τα οποία επέβαλε στις επιχειρήσεις λόγω συμμετοχής τους σε μία και την αυτή παράβαση, η μέθοδος δε αυτή της έδωσε τη δυνατότητα να εκτιμήσει το οικονομικό μέγεθος καιτην οικονομική ισχύ κάθε επιχειρήσεως, καθώς και την έκταση της παραβάσεως που διέπραξε καθεμιά τους σε συνάρτηση προς την οικονομική πραγματικότητα που ίσχυε κατά τον χρόνο της διαπράξεως της.
Τέλος, όσον αφορά, ειδικότερα, τις νομισματικές διακυμάνσεις, πρόκειται για αστάθμητο παράγοντα δυνάμενο να δημιουργήσει πλεονεκτήματα όπως και μειονεκτήματα, με τον οποίο βρίσκονται συνήθως αντιμέτωπες, στο πλαίσιο της εμπορικής τους δραστηριότητας, οι επιχειρήσεις και η ύπαρξη του οποίου δεν επηρεάζει, αυτή καθαυτή, το κύρος του ποσού ενός προστίμου που έχει καθοριστεί νομίμως σε συνάρτηση προς τη σοβαρότητα της παραβάσεως και τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε κατά το τελευταίο έτος της διαπράξεως της. Εν πάση περιπτώσει, το ανώτατο ύψος του προστίμου —που, σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, καθορίζεται σε συνάρτηση προς τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε κατά την διαχειριστική περίοδο που προηγείται της εκδόσεως της αποφάσεως— αποτελεί ένα όριο για τις ενδεχομένως βλαπτικές συνέπειες των νομισματικών διακυμάνσεων.»
152.
Δεδομένου ότι δεν μπορεί να γίνει κατανοητό για ποιο λόγο οι αρχές αυτές δεν μπορούν να ισχύσουν ή πρέπει να ισχύσουν κατά τρόπο διαφορετικό στο πλαίσιο της εφαρμογής του κρίσιμου εν προκειμένω άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η επιχειρηματολογία της αναιρεσεί-ουσας πρέπει να απορριφθεί για τους ίδιους λόγους.
153.
Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ε.— Επί του λόγου αναιρέσεως που αφορά τη διάταξη περί δικαστικών εξόδων (έβδομος λόγος αναιρέσεως)
Επιχειρήματα των διαδίκων
154.
Η αναιρεσείονσα βάλλει κατά της σκέψεως 717 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και παραπονείται ότι το Πρωτοδικείο —παρά την προβολή σχετικού αιτήματος— δεν καταδίκασε την Επιτροπή στην καταβολή των εξόδων και των τόκων τα οποία προκύπτουν από τη σύσταση εγγυήσεως ή από την τυχόν καταβολή του προστίμου. Κατά την αναιρεσείουσα, η απαίτηση της πηγάζει από το άρθρο 91 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου (στο εξής: Κανονισμός Διαδικασίας).
155.
Η αναιρεσείουσα αιτιολογεί αυτήν την απορριφθείσα από το Πρωτοδικείο αξίωση της ως εξής: εφόσον η απόφαση της Επιτροπής δεν είναι οριστική ενόσω δεν έχει επικυρωθεί από ένα αμερόληπτο και ανεξάρτητο δικαστήριο —εν προκειμένω από το Πρωτοδικείο— θα έπρεπε η καταδίκη στα έξοδα και τους τόκους που προκύπτουν από τη σύσταση εγγυήσεως να απαγγέλλεται το πρώτον όταν το Πρωτοδικείο ολοκληρώσει αυτόν τον πλήρη δικαιοδοτικό έλεγχο. Άλλως, το Πρωτοδικείο δεν θα ασκούσε πλήρη δικαιοδοσία κατά την έννοια του άρθρου 6 ΕΣΔΑ και αυτό θα αποτελούσε παράβαση της ανωτέρω διατάξεως.
156.
Η Επιτροπή φρονεί ότι ορθώς το Πρωτοδικείο απέρριψε το προβληθέν από την αναιρεσείουσα κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία αίτημα περί καταδίκης της Επιτροπής στην καταβολή των εξόδων και των τόκων που απορρέουν από τη σύσταση εγγυήσεως ή από την τυχόν καταβολή του προστίμου.
157.
Κατ' αρχάς, η Επιτροπή δεν κατανοεί με ποιον τρόπο είναι δυνατόν να αποδοθεί στο Πρωτοδικείο η εκτίμηση ότι η απόφαση της Επιτροπής καθίσταται οριστική το πρώτον όταν επικυρωθεί από το Πρωτοδικείο. Κατά την Επιτροπή, ως προς το σημείο αυτό υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ενός άλλου μέρους της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο εξετάζει το κατά πόσον η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής ήταν σύμφωνη με το άρθρο 6 ΕΣΔΑ.
158.
Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δέχεται μεν εν γένει τη σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως προκειμένου να μην προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση για την είσπραξη του προστίμου κατά τη διάρκεια της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας, ωστόσο αυτό ουδόλως μεταβάλλει το γεγονός ότι η απόφαση της αποτελεί σύμφωνα με το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΚΑΧ εκτελεστό τίτλο και ότι οι προσφυγές που ασκούνται ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 39 της Συνθήκης ΕΚΑΧ δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Αν τα πρόστιμα έπρεπε να καθίστανται τοκοφόρα μετά την επικύρωση τους από το Πρωτοδικείο, τούτο θα καθιστούσε άνευ περιεχομένου το άρθρο 39 και θα εξωθούσε στην άσκηση προσφυγών με αποκλειστικό σκοπό την καθυστέρηση της καταβολής του προστίμου.
159.
Τέλος, η Επιτροπή παραπέμπει στις σκέψεις 111 έως 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες το Πρωτοδικείο απαντά στους ισχυρισμούς που αφορούν την προβαλλόμενη παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και την ύπαρξη και τη σημασία του πλήρους δικαιοδοτικού ελέγχου.
Εκτίμηση
160.
Κατ' αρχάς, τίθεταιτο ζήτημα αν πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο έβδομος λόγος αναιρέσεως λόγω παραβάσεως της απαγορεύσεως προβολής νέων ισχυρισμών ( 28 ) κατ' αναίρεση.
161.
Πράγματι, από τη σκέψη 717 της αναι-ρεσιβαλλομένης αποφάσεως την οποία επικρίνει η αναιρεσείουσα δεν προκύπτει ότι το αίτημα που εσφαλμένως κατά την άποψη της αναιρεσείουσας απέρριψε το Πρωτοδικείο —ήτοι να καταδικαστεί η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 91 του Κανονισμού Διαδικασίας στην καταβολή των εξόδων και των τόκων τα οποία απορρέουν από τη σύσταση εγγυήσεως ή από την τυχόν καταβολή του προστίμου— αποτέλεσε πράγματι αντικείμενο της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας.
162.
Από την προπαρατεθείσα σκέψη προκύπτει μόνον ότι η αναιρεσείουσα ζήτησε την καταδίκη της Επιτροπής στις «δαπάνες που προέκυψαν στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας» σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας ή σύμφωνα με το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Ωστόσο, «έξοδα και τόκοι που προκύπτουν από τη σύσταση εγγυήσεως ή από την τυχόν καταβολή του προστίμου» είναι τα έξοδα τα οποία προκύπτουν το πρώτον με την έκδοση της αποφάσεως, ήτοι μεταγενεστέρως, και επομένως τα έξοδα αυτά δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να είναι τα έξοδα της διοικητικής διαδικασίας.
163.
Ούτε μπορεί να υποτεθεί ότιη απόφαση του Πρωτοδικείου εξέθεσε ελλιπώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, διότι και η εκτίμηση του Πρωτοδικείου αφορά—όπως προκύπτει σαφώς από τις σκέψεις 714 επ. της αναιρε-σιβαλλομένης αποφάσεως— μόνον το ζήτημα της αναλήψεως των εξόδων που προέκυψαν στο πλαίσιο της ενώπιον της Επιτροπής διοικητικής διαδικασίας.
164.
Ωστόσο, θα πρέπει να εξεταστεί προσεκτικά το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα και η Επιτροπή θεωρούν, σύμφωνα με την ταυτόσημη ως προς το σημείο αυτό επιχειρηματολογία τους, ότι το αίτημα περί καταδίκης της Επιτροπής στην «καταβολή των εξόδων και τόκων τα οποία απορρέουν από τη σύσταση εγγυήσεως ή από την τυχόν καταβολή του προστίμου» υποβλήθηκε και κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία.
165.
Στην υπόθεση Αλεξοπούλου ( 29 ) το Δικαστήριο έκρινε ότι είναι προφανώς δυνατή από νομικής απόψεως, όσον αφορά το ζήτημα της εκτιμήσεως αν ένας ισχυρισμός αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας, η αυτεπάγγελτη εξέταση της δικογραφίας του Πρωτοδικείου εφόσον υπάρχουν τέτοιου είδους επιφυλάξεις, μολονότι η αναιρεσείουσα —όπως εν προκειμένω— παρά την υποτιθέμενη γνώση των πιθανών κενών της αποφάσεως του Πρωτοδικείου δεν επικαλέστηκε τη δικογραφία της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας.
166.
Όπως προκύπτει από το σημείο VI του δικογράφου της προσφυγής στο πλαίσιο της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας, η αιτίαση σχετικά με τα έξοδα και τους τόκους οι οποίοι απορρέουν από τη σύσταση εγγυήσεως ή από την τυχόν καταβολή του προστίμου δεν αποτελεί αίτημα προβαλλόμενο το πρώτον κατ' αναίρεση, και, ως εκ τούτου, ο έβοομοςλόγος αναιρέσεως είναι ως προς το σημείο αυτό παραδεκτός.
167.
Μολονότι η αιτιολογία αυτή της αναι-ρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι—πράγμα που μπορούσε να αντιληφθεί η αναιρεσείουσα— ελλιπής, ωστόσο η αναιρεσείουσα ουδαμού της επιχειρηματολογίας της προβάλλει την ύπαρξη παραβάσεως του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, αλλ' απλώς παραπονείται για την εσφαλμένη εκτίμηση της υποχρεώσεως καταβολής των εξόδων.
168.
Ως εκ τούτου, τίθεται το ερώτημα μήπως η αναιρεσείουσα προέβαλε εσφαλμένο λόγο αναιρέσεως, δεδομένου ότι, αν η αναιρεσι-βαλλόμενη απόφαση, όπως διαπιστώθηκε, ουδόλως εξετάζει τα αιτήματα που προέβαλε πρωτοδίκως η αναιρεσείουσα, τότε είναι δυσχερές για το Δικαστήριο να εξετάσει την ορθότητα της εκτιμήσεως αυτού του ειδικού ζητήματος περί των εξόδων.
169.
Ωστόσο, είναι προφανές ότι, αν η αναιρεσείουσα είχε προβάλει τον σωστό λόγο αναιρέσεως (παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, άρθρο 30 του Οργανισμού ΕΚΑΧ), αυτός ο λόγος αναιρέσεως θα ήταν βάσιμος. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο θα έπρεπε να αναιρέσει τη σκέψη 717 της αναι-ρεσιβαλλομένης αποφάσεως λόγω ελλιπούς αιτιολογίας σύμφωνα με το άρθρο 54, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚΑΧ και να αναπέμψει, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του ιδίου άρθρου, την υπόθεση στο Πρωτοδικείο. Σε περίπτωση απορρίψεως του αιτήματος από το Πρωτοδικείο, το Δικαστήριο θα μπορούσε να εξετάσει, ενδεχομένως, στο πλαίσιο μιας δεύτερης αναιρετικής διαδικασίας, τη σχετική εκτίμηση του Πρωτοδικείου.
170.
Ωοτόσο, δεδομένου ότι το άρθρο 54, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚΑΧ προβλέπει ως εναλλακτική δυνατότητα ότι το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, επιβάλλεται εν προκειμένω για λόγους οικονομίας της διαδικασίας όπως το Δικαστήριο αποφανθεί το ίδιο κατ' εξαίρεση στην παρούσα υπόθεση επί του ζητήματος της καταβολής αυτών των εξόδων και όπως λάβει συναφώς υπόψη του τη νομική βάση που επικαλέστηκε η αναιρε-σείουσα με την προσφυγή της ενώπιον του Πρωτοδικείου.
171.
Ερωτάται επομένως αν το άρθρο 91 του Κανονισμού Διαδικασίας αποτελεί την ορθή νομική βάση για την απόδοση των εξόδων και τόκων που απορρέουν από τη σύσταση εγγυήσεως ή από την τυχόν καταβολή του προστίμου.
172.
Σχετικά με τα έξοδα για τη σύσταση εγγυήσεως, το Δικαστήριο έχει κρίνει με τη διάταξη του επί της υποθέσεως Krupp ( 30 ) ότι «τα έξοδα [...] για τη σύσταση της τραπεζικής εγγυήσεως [...] δεν [μπορούν] να χαρακτηριστούν ως έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η αιτούσα “λόγω της δίκης” κατά την έννοια της προαναφερθείσης διατάξεως ( 31 ). Πράγματι, το γεγονός ότι η σύσταση της εγγυήσεως ήταν μία από τις δύο προϋποθέσεις από τις οποίες η Επιτροπή είχε εξαρτήσει τη δυνατότητα της αιτούσας να αποφύγει την εκτέλεση της αποφάσεως περί επιβολής του προστίμου [...] δεν αρκεί για να χαρακτηριστούν τα εν λόγω έξοδα ως έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η αιτούσα “λόγω της δίκης” την οποία προκάλεσε η άσκηση της προσφυγής αυτής.»
173.
Όσον αφορά την απώλεια τόκων η οποία υπάρχει στην περίπτωση της καταβολής του προστίμου, η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας όσον αφορά το γεγονός ότιη απόφαση της Επιτροπής δεν ήταν οριστική είναι ελάχιστα πειστική. Όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, η απόφαση της είναι σε κάθε περίπτωση, βάσει του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΚΑΧ σε συνδυασμό με το άρθρο 39, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, αμέσως εκτελεστή και, ως εκ τούτου, η αξίωση της Επιτροπής για την καταβολή τόκων είναι επίσης άμεση, εφόσον ο αποδέκτης της αποφάσεως δεν καταβάλει το πρόστιμο μετά τη λήξη της προθεσμίας καταβολής.
174.
Επομένως, η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας μάλλον δεν αποσκοπεί να κλονίσει τη βασική αξίωση της Επιτροπής για την είσπραξη τόκων σε περίπτωση μη καταβολής των προστίμων, αλλά αφορά προφανώς την αξίωση τόκων για εκείνο το μέρος του προστίμου κατά το οποίο το Πρωτοδικείο μείωσε το πρόστιμο με την αναιρεσι-βαλλόμενη απόφαση ή την αντίστοιχη συμμετοχή στα έξοδα για τη σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως προκειμένου να αποτραπεί προσωρινώς η εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής.
175.
Ωστόσο, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε τον ισχυρισμό αυτόν, παραπέμπω σχετικά με το πρόβλημα αυτό εν γένει στις αναπτύξεις του Πρωτοδικείου στη σκέψη 697 της αποφάσεως του επί της παρεμφερούς υποθέσεως British Steel ( 32 ).
176.
Επομένως, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι κακώς το Πρωτοδικείο απέρριψε το αίτημά της να καταδικαστεί η Επιτροπή βάσει του άρθρου 91 του Κανονισμού Διαδικασίας στην καταβολή των τόκων και των εξόδων που απορρέουν από τη σύσταση εγγυήσεως ή από την τυχόν καταβολή του προστίμου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΣΤ — Επί του λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η μακρά διάρκεια της ένδικης διαδικασίας αντιβαίνει στο άρθρο 6 ΕΣΔΑ (ένατος λόγος αναιρέσεως)
Επιχειρήματα των διαδίκων
177.
Η αναιρεσείουσα επικαλείται την απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Baustahlgewebe ( 33 ). Θ αναιρεσείουσα φρονεί ότι η απόφαση επί της διαφοράς καθυστέρησε σε τέτοιο βαθμό λόγω της ένδικης διαδικασίας, η οποία διήρκεσε πλέον των πέντε ετών και της οποίας προηγήθηκε τριετής διοικητική διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής, ώστε να υπάρχει παράβαση του άρθρου 6 ΕΣΔΑ.
178.
Η αναιρεσείουσα φρονεί μεταξύ άλλων ότι η καθυστέρηση οφείλεται στις αντιρρήσεις της Επιτροπής να παράσχει στην αναιρεσείουσα την άδεια να λάβει γνώση του περιεχομένου των αναγκαίων για την άμυνά της εγγράφων.
179.
Επομένως, η αναιρεσείουσα δεν πρέπει να καταβάλει τόκους για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο καθυστέρησε και παρακωλύθηκε η πρόοδος της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας λόγω της συμπεριφοράς της Επιτροπής.
180.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως διαφέρουν από αυτές της υποθέσεως Baustahlgewebe. Στην παρούσα υπόθεση η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη δυνάμει του άρθρου 23 του Οργανισμού ΕΚΑΧ του Δικαστηρίου και δύο διατάξεων του Πρωτοδικείου ( 34 ) να διαβιβάσει στο Πρωτοδικείο όλα τα σχετικά με την ένδικη διαφορά υπομνήματα, να εξετάσει όλα τα έγγραφα και να ορίσει εκείνα τα οποία θα μπορούσαν να διαβιβαστούν στις προσφεύγουσες.
181.
Επιπλέον, το Πρωτοδικείο προέβη με πρωτοβουλία των προσφευγουσών σε έναν τόσο εξονυχιστικό έλεγχο των υπομνημάτων και των εγγράφων.
Εκτίμηση
182.
Δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί συμπίπτουν κατ' ουσίαν με την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας Thyssen Stahl AG στην υπόθεση C-194/99 Ρ, παραπέμπω στα σημεία 231 επ. των προτάσεων μου, τα οποία θα αναγνώσω σήμερα επί της ανωτέρω υποθέσεως, όπου διευκρινίζω τους λόγους για τους οποίους ο ένατος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι λόγοι αυτοί ισχύουν και εν προκειμένω.
183.
Επομένως, δεδομένου ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπήρξε παραβίαση της απαιτήσεως για παροχή ένδικης προστασίας εντός ευλόγου χρόνου, παρέλκει η διεξοδικότερη εξέταση του ζητήματος αν έννομη συνέπεια της παραβάσεως αυτής μπορεί να είναι καιη απώλεια της αξιώσεως καταβολής τόκων για το χρονικό διάστημα που διήρκεσε η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου ( 35 ).
184.
Επομένως, ο ένατος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της υπερβολικά μακράς διαρκείας της διαδικασίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
IV — Δικαστικά έξοδα
185.
Κατά το άρθρο 32 του Οργανισμού ΕΚΑΧ του Δικαστηρίου και το άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο κρίνει το íδιo οριστικά τη διαφορά όταν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 3, του Κανονισμού του Διαδικασίας, το οποίο δυνάμει του άρθρου του 118 εφαρμόζεται αναλογικά και επί της αναιρετικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα δικαστικά έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος θα φέρει τα έξοδά του, εφόσον κάθε διάδικος έχει εν μέρει ηττηθεί και εν μέρει νικήσει ή εφόσον συντρέχει εξαιρετικός λόγος. Δεδομένου ότι μόνον ένας από τους λόγους αναιρέσεως που αφορούν το πρόστιμο είναι βάσιμος, και τούτος εν μέρει μόνον, είναι εύλογο όπως η αναιρεσείουσα φέρει τα δικαστικά έξοδά της και τα τέσσερα πέμπτα των εξόδων της Επιτροπής.
V — Πρόταση
186.
Επομένως, για τους λόγους που εκθέτω ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Μαρτίου 1999 επί της υποθέσεως Τ-156/94 (Siderúrgica Aristrain Madrid SL κατά Επιτροπής), καθ' ο μέτρο με την απόφαση αυτή επιβεβαιώνεται ότι η επιβολή προστίμου μόνο στη Siderúrgica Aristrain Madrid SL είναι σύννομη
—
να ακυρώσει τα άρθρα 4 και 6 της αποφάσεως 94/215/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 1994, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ όσον αφορά συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές που εφήρμοσαν ευρωπαίοι παραγωγοί δοκών χάλυβα, καθ' ο μέτρο η απόφαση αυτή μνημονεύει εκ των δύο εις ολόκληρον ευθυνόμενων επιχειρήσεων μόνον τη Siderúrgica Aristrain Madrid SL
—
να απορρίψει κατά τα λοιπά την αίτηση αναιρέσεως
—
να καταδικάσει τη Siderùrgica Aristrain Madrid SL στα δικαστικά έξοδα της και στα τέσσερα πέμπτα των εξόδων της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) Τ-156/94, Συλλογή 1999, σ. II-645.
( 3 ) EE L 212, σ. 1.
( 4 ) Πρβλ., σκέψη 33 της αποφάσεως της 11ης Μαρτίου 1999, Τ-141/94, Thyssen Stahl κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II-347).
( 5 ) EE L 116, σ. 1.
( 6 ) Απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2003, Συλλογή 2003, σ. I-10821.
( 7 ) Απόφαση τικ 20ης Απριλίου 1999, Τ-305/94 έως Τ-307/94, Τ-313/94 έως Τ-316794, Τ-318/94, Τ-325/94, Τ-328/94, Τ-329/94 και Τ-335/94, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-931).
( 8 ) Στην απόφαση Piersack (τικ 1ης Οκτωβρίου 1982, σειρά Α, αριθ. 53, § 16, σημείο 33) αφέθηκε ανοιχτό το ζήτημα αυτό, στη δε απόφαση Pfeifer και Pianki (της 25ης Φεβρουαρίου 1992, οειρά Α, αριθ. 227, §§35 επ.) το ΕΔΔΑ διαπίστωσε απλώς ότιη σύνθεση του Δικαστηρίου πρέπει να είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις του νόμου. Στην απόφαση Deumeland (τικ 29ης Μαίου 1986, σειρά Α, αριθ. 100, §§ 81 επ.) διαπιστώθηκε ότι «η εναλλαγή των δικαστών αποτελεί ένα φυσιολογικό φαινόμενο τη; δικαστικής ζωής».
( 9 ) Σημεία 84 επ.
( 10 ) Πλην του οημείου 115 των προτάσεων μου επί της υποθέσεως C-194/99 Ρ.
( 11 ) Απόφαση της 4ης Μαρτίου 1999, C-119/97 Ρ, UFEX κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. Ι-1341).
( 12 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11 (σκέψη 111).
( 13 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 Ρ, Επιτροπή κατά Brazelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. Ι-1981).
( 14 ) Βλ. π.χ. την απόφαση της 9ης Ιουνίου 1992, C-30/91 Ρ, Lestelle κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. I-3755, σκέψη 28).
( 15 ) Απόφαση της δης Αποριλίου 1995, T-148/89, Tréfilunion κατά Επιτροπής (Σλλογή 1995, σ. ΙΙ-1063).
( 16 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15.
( 17 ) Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ (EE 1998, C 9, σ. 3).
( 18 ) Απόφαοη της 14ης Ιουλίου 1972, 48/69, ICI κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 99).
( 19 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18.
( 20 ) Απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2000, C-294/98 Ρ, Metsä-Serla κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-10065, σκέψη 26). Η απόφαοη του Δικαστηρίου αφορά την απόφαση της Επιτροπής της 13ης Ιουλίου 1994 σχετικά με μια διαδικασία βάσει του αρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ (IV/C 33.833 — Χαρτόνι) (ΕΕ L 243, σ. 1).
( 21 ) Στην περίπτωση αξιώσεων εξ αναγωγής βάσει εις ολόκληρον ενοχής, ο καθού η εκτέλεση θα δεσμευόταν από το εκάστοτε ισχύον εθνιχό δίκαιο.
( 22 ) Ακόμη και στην περίπτωση —που προφανώς δεν συντρέχει εν προκειμένω— επαπειλούμενης αφερεγγυότητας ενός εις ολόκληρον οφειλέτη αυτός ο τρόπος ενέργειας της Επιτροπής δεν θα ήταν άνευ ετέρου επιβεβλημένος, διότι στην περίπτωση της εις ολόκληρον ενοχής ευθύνονται άπαντες οι εις ολόκληρον οφειλέτες για την ένοχη και, επομένως, κατά το στάδιο της αναγκαστικηςεκτελέσεως θα υπάρχει σε κάθε περίπτωση ένας φερέγγυος οφειλέτης για την καταβολή ολόκληρου του προστίμου. Εξαλλου, στην απόφαση της επί των υποθέσεων για το χαρτόνι (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20) η Επιτροπή —ολίγους μήνες μετά την παρούσα απόφαση— μνημόνευσε στο διατακτικό της αποφάσεως της άπαντες τους εις ολόκληρον οφειλέτες ως αποδέκτες της αποφάσεως.
( 23 ) Απόφαση 90/417/ΕΚΑΧ τις Επιτροπής, της 18ης Ιουλίου 1990, αχετιχά με τη διαδιχασία του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ που αφορά συμφωνία και εναρμονισμένες πρακτιχές μεταξύ ευρωπαίων παραγωγων πλατέων προϊόντων ψυχρής ελάσεως ανοξείδωτου χάλυβα (EE L 220, σ. 28).
( 24 ) Απόφαση της 2ας Ιουνίου 1994, C-30793, ACATEL Electronics Vertriebs (Συλλογή 1994, σ. Ι-2305).
( 25 ) Το ζήτημα ήταν στην περίπτωση εκείνη ότι οι χειρόγραφες τροποποιήσεις του καμένου της αποφάσεως, οι οποίες επήλθαν σύμφωνα με τα αποδεικτικά στοιχεία μετά τη λήψη της αποφάσεως από την Επιτροπή, δεν μπορούν να έχουν σημασία για το ζήτημα της ταυτότητας περιεχομένου του κειμενου της αποφάσεως που κοινοποιήθηκε και του κειμένου που συνέταξε η Επιτροπή ως απόφαση της, εφόσον οι τροποποιήσεις αυτές επήλθαν σε μια γλωσσική απόδοση της αποφάσεως η οποία δεν ήταν γλώσσα διαδικασίας και ως τούτου δεν κοινοποιήθηκε.
( 26 ) Απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2000, C-291/98 Ρ, Sarriό κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-9991). Η απόφαση αυτή αφορά την απόφαση της Επιτροπής 94/601.
( 27 ) Κανονισμός 17 του Συμβουλίου της 21ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκη (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25).
( 28 ) Βλ. την παρατιθέμενη στην υποσημείωση 14 απόφαση.
( 29 ) Απόφαοη της 1ης Ιουλίου 1999, C-155/98 Ρ, Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. Ι-4069).
( 30 ) Διάταξη του Δικαστηρίου της 20ής Νοεμβρίου 1987, 183/83, Krupp κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 4611, σκέψη 10).
( 31 ) Επρόκειτο οτην υπόθεση εκείνη, δεδομένου ότι η διάταξη εκδόθηκε πριν από την ίδρυση του Πρωτοδικείου, για το ως προς το σημείο αυτό ταυτόσηιιο άρθρο 73, στοιχείο β', του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου.
( 32 ) Απόφαση της 11ης Μαρτίου 1999, Τ-151/94, British Steel κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-629). Η προσφεύγουσα στην υπόθεση εκείνη δεν είχε μεν προβάλει αίτημα περί καταδίκης της Επιτροπής στην καταβολή των τόκων και των εξόδων στα οποία η ίδια υποβλήθηκε, αλλά είχε ζητήσει την επιστροφή (κατά το μέτρο που τελικώς της αναλογούσε) του προστίμου που είχε καταβάλει χωρίς νόμιμη αιτία στην Επιτροπή καθώς και «τωντόκων υπερημερίας». Το Πρωτοδικείο τόνισε ότι η Επιτροπή υποχρεούται σύμφωνα με το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ να άρει τις δυσμενείς συνέπειες που προκάλεσε η απόφαση της. Βάσει του άρθρου αυτού, μια επιχείρηση έχει κατ' αρχήν αξίωση για την επιστροφή των ζητηθέντων τόκων στην περίπτωση που το Πρωτοδικείο ακυρώσει εν ολω ή εν μέρει το ήδη καταβληθέν από την επιχείρηση πρόστιμο. Με την εκδοθείσα επί αντίστοιχης προσφυγής της British Steel απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Οκτωβρίου 2001, Τ-171/99, Corus UK κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-2967), το Πρωτοδικείο συγκεκριμενοποίησε την αξίωση για την άρση των δυσμενών συνεπειών που προκάλεσε απόφαση της Επιτροπής και δέχτηκε ότι υπάρχει κατ' αρχήν η δυνατότητα βάσει του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ να επιδικαστεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις αποζημίωση για τα έξοδα και τους τόκους στα οποία ενδέχεται να υποβλήθηκε η προσφεύγουσα στο πλαίσιο της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας λόγω (και μέχρι του ύφους) του ακυρωθέντος προστίμου. Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η αξίωση κατά της Επιτροπής για την άρση των δυσμενών συνεπειών που προκάλεσε απόφαση της αφορά σε κάθε περιπτωση καιτην καταβολή τόκων υπερημερίας για το άνευ νομίμου αίτιας καταβληθέν μέρος του προστίμου.
( 33 ) Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-185/95 Ρ, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. Ι-8417).
( 34 ) Διατάξεις του Πρωτοδικείου τικ 19ης Ιουνίου 1996, Τ-134/94, Τ-136/94, Τ-137/94, Τ-138/94, Τ-141/94, Τ-145/94, Τ-147/94, Τ-148/94, Τ-151/94, Τ-156/94 και Τ-157/94, ΝΜΗ Stahlwerke κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. II-537), και της 10ης Δεκεμβρίου 1997, Τ-134/94, Τ-136/94, Τ-137/94, Τ-138/94. Τ-141/94, Τ-145/94, Τ-147/94, Τ-148/94, Τ-151/94, Τ-156/94 και Τ-157/94, ΝΜΗ Stahlwerke κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. II-2293).
( 35 ) Στηναπόφαοη επί τνς υποθέσεως Bauslahlgewebe (προπαρατεθείοα στην υποσημείωση 33) κρίθινε ότι η μείωση του ίδιου του προστίμου αποτελεί έννομη συνέπεια.
Full & Egal Universal Law Academy