ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 26ης Σεπτεμβρίου 2002 ( 1 )
Περιεχόμενα
Ι — Εισαγωγή
II — Αιτήματα και λόγοι αναιρέσεως
III — Εξέταση της υποθέσεως
Α— Επί του λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι ήταν εσφαλμένη η εκτίμηση της τυπικής νομιμότητας της αποφάσεως της Επιτροπής (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
1. Επί του ζητήματος της απαρτίας κατά τη λήψη της αποφάσεως από την Επιτροπή
2. Επί του ζητήματος της αντιστοιχίας του περιεχομένου μεταξύ της κοινοποιηθείσας και της ληφθείσας αποφάσεως
3. Επί του ζητήματος της νομότυπης κυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής
Β — Επί του λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι το Πρωτοδικείο υπερέβη τις αρμοδιότητές του (πέμπτος λόγος αναιρέσεως)
Γ — Επί των λόγων αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλεται ότι ήταν εσφαλμένη η εκτίμηση της ουσιαστικής νομιμότητας της αποφάσεως της Επιτροπής.
1. Επί της ερμηνείας των όρων «εναρμονισμένες πρακτικές» και «κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού» του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
2. Επί των προβαλλομένων πλημμελειών της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλ-λομένης αποφάσεως όσον αφορά τη διάρκεια των συμφωνιών περί τιμών (τρίτος λόγος αναιρέσεως)
3. Επί του ισχυρισμού ότι είναι εσφαλμένες οι αιτιολογίες της αναιρεσιβαλ-λομένης αποφάσεως όσον αφορά την κατανομή της γαλλικής αγοράς (τέταρτος λόγος αναιρέσεως)
Δ — Επί του λόγου αναιρέσεως που αφορά το πρόστιμο (έκτος λόγος αναιρέσεως)
1. Επί της μετατροπής του προστίμου σε ECU βάσει της ισοτιμίας μετατροπής κατά το τελευταίο έτος των παραβάσεων
2. Επί του υπολογισμού του προστίμου βάσει του κύκλου εργασιών του τελευταίου έτους της χρονικής περιόδου των παραβάσεων
IV — Πρόταση
Ι — Εισαγωγή
1.
Η παρούσα υπόθεση αφορά τον έλεγχο της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (δεύτερο πενταμελές τμήμα) της 11ης Μαρτίου 1999 που εκδόθηκε επί της υποθέσεως Ensidesa κατά Επιτροπής ( 2 ) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
2.
Όσον αφορά την προϊστορία των σχέσεων μεταξύ του βιομηχανικού κλάδου της χαλυβουργίας και της Επιτροπής κατά τα έτη 1970-1990, ιδίως όσον αφορά τις ρυθμίσεις για τη μεγάλη κρίση και την απόφαση 2448/88/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 19ης Ιουλίου 1988, που καθιερώνει σύστημα επιτήρησης για ορισμένα προϊόντα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( 3 ), παραπέμπω στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Το σύστημα επιτηρήσεως που καθιέρωσε η απόφαση 2448/88 έληξε στις 30 Ιουνίου 1990 και αντικαταστάθηκε από ένα καθεστώς ατομικής και εθελοντικής πληροφορήσεως ( 4 ).
3.
Στις 16 Φεβρουαρίου 1994 η Επιτροπή εξέδωσε κατά δεκαεπτά ευρωπαϊκών χαλυβουργικών επιχειρήσεων και κατά μιας επαγγελματικής ενώσεως τους την απόφαση 94/215/ΕΚΑΧ σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ όσον αφορά συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές που εφήρμοσαν ευρωπαίοι παραγωγοί δοκών χάλυβα ( 5 ) (στο εξής: απόφαση). Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι αποδέκτες της αποφάσεως είχαν παραβεί το δίκαιο του ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα διά της δημιουργίας ενός συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών το οποίο αντέβαινε στους κανόνες του ανταγωνισμού και προβαίνοντας στον καθορισμό τιμών και στην κατανομή των αγορών. Η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο σε δεκατέσσερις από τις ανωτέρω εταιρίες. Στην περίπτωση της Empresa Nacional Siderúrgica, SA (Ensidesa) (στο εξής: αναιρεσείουσα), η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο ύψους 4000000 ECU.
4.
Πολλές θιγόμενες εταιρίες, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα καθώς και η επαγγελματική ένωση, άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά της αποφάσεως αυτής. Κατ' αποτέλεσμα, το Πρωτοδικείο μείωσε το πρόστιμο στα 3350000 ευρώ και απέρριψε την προσφυγή κατά τα λοιπά.
5.
Στις 26 Μαΐου 1999, η αναιρεσείουσα κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής.
Π — Αιτήματα και λόγοι αναιρέσεως
6.
Η αναιρεσείουσα ζητεί με την αίτηση της αναιρέσεως από το Δικαστήριο:
1)
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθ' ο μέτρο της επιβάλλει πρόστιμο ύψους 3350000 ευρώ, καθ' ο μέτρο απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή της και την καταδικάζει στα δικαστικά έξοδά της καθώς και στα τρία τέταρτα των εξόδων της Επιτροπής·
επικουρικώς, να αναιρέσει εν μέρει την απόφαση του Πρωτοδικείου για τους λόγους που εκτίθενται στην αίτηση της αναιρέσεως καινά μειώσει το επιβληθέν κατ' αυτής πρόστιμο·
2)
σε αμφότερες τις περιπτώσεις να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
2)
να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
7.
Με την αίτηση της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει τους ακόλουθους λόγους αναιρέσεως.
Πρώτος λόγος αναιρέσεως
«Παράβαση του κοινοτικού δικαίου λόγω εσφαλμένης νομικής εκτιμήσεως της παραβάσεως ουσιώδους τύπου της διαδικασίας κατά την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής.»
Δεύτερος λόγος αναιρέσεως
«Παράβαση του κοινοτικού δικαίου λόγω εσφαλμένης νομικής εκτιμήσεως των επιρρι-πτομένων στην αναιρεσείουσα συμπεριφορών όσον αφορά το άρθρο 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ.»
Τρίτος λόγος αναιρέσεως
«Παράβαση του κοινοτικού δικαίου διότι το Πρωτοδικείο δεν ακύρωσε το άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής για τον λόγο ότι δεν παρέθετε τη διάρκεια της απορρέουσας από τον καθορισμό των τιμών παραβάσεως.»
Τέταρτος λόγος αναιρέσεως
«Παράβαση του κοινοτικού δικαίου λόγω εσφαλμένης εκτιμήσεως της συμφωνίας σχετικά με την κατανομή της γαλλικής αγοράς.»
Πέμπτος λόγος αναιρέσεως
«Παράβαση του κοινοτικού δικαίου λόγω υπερβάσεως των καθηκόντων ελέγχου του
Πρωτοδικείου και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της Ensidesa.» Έκτος λόγος αναιρέσεως
«Το Πρωτοδικείο παρέβη το κοινοτικό δίκαιο επιβεβαιώνοντας τη νομιμότητα της μετατροπής του κύκλου εργασιών σε ECU καθώς και τη νομιμότητα της συνεκτιμήσεως του κύκλου εργασιών του τελευταίου έτους της παραβάσεως.»
Σύνοψη των λόγων αναιρέσεως και των σκελών τους κατά θεματική ενότητα
8.
Από τις αναπτύξεις των επιμέρους λόγων αναιρέσεως και των σκελών τους προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα προβάλλει την ύπαρξη διαφόρων παραβιάσεων της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, αν συνοψιστούν θεματικώς οι λόγοι αναιρέσεως που προβάλλει, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο κατά το ότι
—
δέχθηκε την ουσιαστική νομιμότητα της αποφάσεως της Επιτροπής, μολονότι η απόφαση αυτή δεν είχε εκδοθεί νομοτύπως (πρώτος λόγος αναιρέσεως) ·
—
υπερέβη τις αρμοδιότητες του ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)·
—
δέχθηκε εσφαλμένως την ουσιαστική νομιμότητα της αποφάσεως της Επιτροπής, μολονότι
—
οι επικρινόμενες με την απόφαση της Επιτροπής συμπεριφορές δεν ήταν δυνατόν να έχουν επιπτώσεις επί της «κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού» πατά την έννοια του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ (δεύτερος λόγος αναιρέσεως) ·
—
η απόφαση της Επιτροπής δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη όσον αφορά τη διάρκεια των συμφωνιών περί τιμών (τρίτος λόγος αναιρέσεως)·
—
είναι εσφαλμένη η αιτιολογία σχετικά με την κατανομή της γαλλικής αγοράς (τέταρτος λόγος αναιρέσεως).
—
εκτίμησε εσφαλμένα το πρόστιμο (έκτος λόγος αναιρέσεως).
9.
Η εξέταση των λόγων αναιρέσεως που ακολουθεί βασίζεται στην ανωτέρω σύνοψη. Οι λόγοι αναιρέσεως, τα σκέλη στα οποία είναι διαρθρωμένοι και τα επιχειρήματα που προβάλλει η αναιρεσείουσα καθώς και η επιχειρηματολογία της Επιτροπής θα εκτεθούν βάσει αυτών των επιμέρους σημείων.
10.
Οι λόγοι αναιρέσεως που προβάλλονται στην παρούσα διαδικασία αντιστοιχούν εν μέρει, από άποψη περιεχομένου, με τους λόγους αναιρέσεως ή με σκέλη των λόγων αναιρέσεως που προβάλλονται στην υπόθεση C-194/99 Ρ (Thyssen Stahl AG κατά Επιτροπής) ( 6 ). Θα αναπτύξω σήμερα τις προτάσεις μου και επί της ανωτέρω υποθέσεως. Όπου υπάρχει θεματική αντιστοιχία των επιχειρημάτων, θα παραπέμπω στις παρούσες προτάσεις μου στις εκτιμήσεις που προέβην με τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως C-194/99 Ρ.
ΙΙΙ — Εξέταση της υποθέσεως
Α — Επί τον λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι ήταν εσφαλμένη η εκτίμηση της τυπικής νομιμότητας της αποφάσεως της Επιτροπής (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
11.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως περιλαμβάνει τρία σκέλη. Με το πρώτο σκέλος η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της παραδοχής του Πρωτοδικείου ότι κατά τη λήψη της αποφάσεως από την Επιτροπή υπήρχε η απαιτούμενη απαρτία. Με το δεύτερο και το τρίτο σκέλος η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του την παραβίαση των διατάξεων που προβλέπουν την τήρηση ορισμένου τύπου για την κύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, καθώς και ότι δεν υπήρχε αντιστοιχία μεταξύ του κειμένου της αποφάσεως που της κοινοποιήθηκε και του κειμένου που ενέκρινε η Επιτροπή ως απόφαση της.
1. Επί του ζητήματος της απαρτίας κατά τη λήψη της αποφάσεως από την Επιτροπή
Επιχειρήματα των διαδίκων
12.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως ότι το Πρωτοδικείο εκτίμησε εσφαλμένα τα από 16 Φεβρουαρίου 1994 πρακτικά της συνεδριάσεως των μελών της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της οποίας ελήφθη η προσβαλλόμενη απόφαση. Και τούτο διότι το Πρωτοδικείο θεώρησε, χωρίς να εκτιμήσει όλα τα προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά στοιχεία, βάσει μιας σαφώς εσφαλμένης ερμηνείας των εν λόγω πρακτικών, ότι η απόφαση ελήφθη από τον απαιτούμενο αριθμό των μελών της Επιτροπής.
13.
Συγκεκριμένα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι από τη σελίδα 2 των πρακτικών της προαναφερθείσας συνεδριάσεως της Επιτροπής της 16ης Φεβρουαρίου 1994«προκύπτει» ότι κατά τη διάσκεψη της Επιτροπής ήσαν παρόντα εννέα μέλη, ενώ σύμφωνα με τη σελίδα 40των πρακτικών της συνεδριάσεως αυτής συμμετείχαν στη συνεδρίαση δύο προϊστάμενοι γραφείων και ένα μέλος του γραφείου άλλων επιτρόπων «εν τη απουσία των μελών της Επιτροπής», πράγμα που σημαίνει ότι τρία μέλη της Επιτροπής δεν ήσαν παρόντα κατά την απογευματινή συνεδρίαση που ελήφθη η απόφαση.
14.
Επιπλέον, το Πρωτοδικείο απέρριψε την αίτηση της αναιρεσείουσας για τη διεξαγωγή αποδείξεων προκειμένου να διαπιστωθεί από τον έλεγχο των ημερολογίων των μελών της Επιτροπής ποια μέλη παρίσταντο πράγματι στη συνεδρίαση κατά τη διάρκεια της οποίας ελήφθη η απόφαση. Με τον τρόπο αυτό, το Πρωτοδικείο προσέβαλε το απορρέον από το άρθρο 24 του Οργανισμού ΕΚΑΧ δικαίωμα της αναιρεσείουσας να μεριμνά για τη νομιμότητα της διαδικασίας που τηρήθηκε κατά τη λήψη της αποφάσεως. Το Δικαστήριο ( 7 ) έχει διακηρύξει ρητώς την ύπαρξη ενός τέτοιου δικαιώματος.
15.
Επομένως, η αναιρεσείουσα φρονεί ότι το Δικαστήριο πρέπει να καλέσει, βάσει του άρθρου 24 του Οργανισμού ΕΚΑΧ, την Επιτροπή να προσκομίσει τα ημερολόγια και λοιπά συναφή έγγραφα των μελών της.
16.
Η Επιτροπή υποστηρίξει πρώτον ότι ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι εναπόκειται στο Πρωτοδικείο και μόνο να εκτιμά τα πραγματικά περιστατικά και την αποδεικτική δύναμη που πρέπει να προσδίδεται στα προσκομιζόμενα ενώπιον του στοιχεία.
17.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι και το αίτημα της προσκομίσεως των ημερολογίων είναι απαράδεκτο, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για μέτρο το οποίο είναι δυνατό να ληφθεί στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας. Συγκεκριμένα, το άρθρο 118 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο εφαρμόζεται ειδικώς στις αιτήσεις αναιρέσεως, παραπέμπει στα άρθρα 43, 44, 55 έως 90, 93, 95 έως 100 και 102 του ιδίου αυτού κανονισμού, εξαιρώντας όμως σαφώς τα άρθρα 45 έως 54 τα οποία αφορούν το κεφάλαιο περί αποδείξεως.
18.
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο θεωρήσει ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως προβάλλεται παραδεκτώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Συγκεκριμένα, ορθώς το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη του τον κατάλογο που παρατίθεται στη σελίδα 2 των πρακτικών της συνεδριάσεως, σκοπός του οποίου είναι η συγκεκριμένη καταγραφή των παρόντων και των απόντων μελών της Επιτροπής κατά την εν λόγω συνεδρίαση. Επιπλέον, η αναιρεσεί-ουσα ερμηνεύει εσφαλμένα τη σελίδα 40 των πρακτικών. Όπως τόνισε το Πρωτοδικείο, από τα στοιχεία αυτά δεν προκύπτει ότι τα τρία συγκεκριμένα μέλη της Επιτροπής απουσίαζαν κατά τη συζήτηση του σημείου XXV.
Εκτίμηση
19.
Δεδομένου ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις αντιστοιχούν κατ' ουσίαν στα επιχειρήματα που προέβαλε η αναιρεσείουσα Thyssen Stahl AG στο πλαίσιο της υποθέσεως C-194/99 Ρ, παραπέμπω στα σημεία 52 επ. των προτάσεων μου, τις οποίες θα αναγνώσω σήμερα επί της ανωτέρω υποθέσεως, όπου εξηγώ τους λόγους για τους οποίους προτείνω να απορριφθεί αυτό το σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως ως απαράδεκτο. Οι λόγοι αυτοί ισχύουν και εν προκειμένω.
20.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο ( 8 ) το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της παραδοχής του Πρωτοδικείου ότι κατά τη λήψη της αποφάσεως από την Επιτροπή δεν υπήρχε η απαιτούμενη απαρτία.
2. Επί του ζητήματος της αντιστοιχίας του περιεχομένου μεταξύ της κοινοποιηθείσας και της ληφθείσας αποφάσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
21.
Η αναιρεσείονσα βάλλει με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά της σκέψεως 135 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο διαπίστωσε εσφαλμένως ότι υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ της κοινοποιηθείσας και της ληφθείσας αποφάσεως.
22.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, θεωρώντας ότι το κοινοποιηθέν κείμενο της αποφάσεως δεν πρέπει κατ' ανάγκη να συμπίπτει με το κείμενο της αποφάσεως που ενέκρινε η Επιτροπή, εφάρμοσε εσφαλμένα την παρατιθέμενη από το ίδιο νομολογία ( 9 ), σύμφωνα με την οποία η έλλειψη τυπικής αντιστοιχίας μεταξύ της ληφθείσας αποφάσεως και της αποφάσεως που κοινοποιήθηκε στα μέρη πρέπει να συνεπάγεται την ακυρότητα της τελευταίας.
23.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι το Πρωτοδικείο ως προς το σημείο αυτό απλώς διαπίστωσε τα πραγματικά περιστατικά, επισημαίνοντας ότι δεν εντοπίστηκαν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των διαφόρων κειμένων της αποφάσεως.
24.
Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή θεωρεί ότι ο λόγος αναιρέσεως στερείται νομικού ερείσματος, ερείδεται δε επί εσφαλμένης ερμηνείας της σκέψεως 135 της αναιρεσιβαλλο-μένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο δεν έκρινε ότι η Επιτροπή μπορεί να κοινοποιεί στα μέρη ένα κείμενο το οποίο δεν αντιστοιχεί στο κείμενο της ληφθείσας αποφάσεως, αλλά ότι η μη απολύτως συνεπής σελιδοποίηση ή η χρησιμοποίηση διαφορετικών γραμματοσειρών δεν επηρεάζει τα τυπικά στοιχεία και το νοητικό περιεχόμενο των εγγράφων αυτών.
Εκτίμηση
25.
Η επικριθείσα από την αναιρεσείουσα σκέψη 135 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αφορά την προβαλλόμενη αναντι-στοίχία μεταξύ του κειμένου της αποφάσεως που ενέκρινε η Επιτροπή και του κειμένου της αποφάσεως που κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα.
26.
Η αντιστοιχία, από απόψεως περιεχομένου και μόνον, του κειμένου της αποφάσεως που κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα με το κείμενο της αποφάσεως το οποίο ενέκρινε η Επιτροπή, αποτελεί πραγματικό και όχι νομικό ζήτημα.
27.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι εσφαλμένως το Πρωτοδικείο διαπίστωσε την αντιστοιχία μεταξύ του κειμένου της κοινοποιηθείσας αποφάσεως και του κειμένου που έλαβε ως απόφαση της η Επιτροπή.
3. Επί του ζητήματος της νομότυπης κυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής
Επιχειρήματα των διαδίκων
28.
Η αναιρεσείουσα βάλλει με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά των σκέψεων 143 έως 147 της αναιρεσιβαλλομέ-νης αποφάσεως, τα οποία αφορούν την τήρηση του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κατά την εποχή εκείνη ισχύοντος εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής της 17ης Φεβρουαρίου 1993 ( 10 ). Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι το Πρωτοδικείο, δεχόμενο ότι ήταν επαρκής η διαδικασία που ακολούθησε η Επιτροπή, δεν προσέδωσε το ορθό περιεχόμενο στο άρθρο 16, παράγραφος 1, του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής, σύμφωνα με το οποίο οι πράξεις που εγκρίνονται από την Επιτροπή πρέπει να προσαρτώνται στα πρακτικά της συνεδριάσεως κατά την οποία οι πράξεις αυτές εγκρίθηκαν.
29.
Επιπλέον, το Πρωτοδικείο δεν εκτίμησε ορθώς αυτό το αποδεικτικό στοιχείο λόγω του ότι ο Πρόεδρος και ο Γενικός Γραμματέας της Επιτροπής κύρωσαν το κείμενο της αποφάσεως που κοινοποιήθηκε στα μέρη.
30.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτό το διπλό επιχείρημα είναι απαράδεκτο, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα αμφισβητεί την ορθότητα της διαπιστώσεως πραγματικών γεγονότων ή της εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων που ανήκουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου.
31.
Επιπλέον, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη και οι σκέψεις 145 και 146 της αναι-ρεσιβαλλομένης αποφάσεως η αναιρεσείουσα δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο σχετικά με την ύπαρξη ουσιαστικών διαφορών μεταξύ των κειμένων της αποφάσεως.
32.
Όσον αφορά τη σκέψη 147 της αναιρε-σιβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή υπο-οστηρίζει ότι το άρθρο 16, παράγραφος 1, του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής δεν επιβάλλει την κύρωση της αποφάσεως που κοινοποιείται στα μέρη, αλλά μόνον εκείνης της αποφάσεως που μνημονεύεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως.
Εκτίμηση
33.
Δεδομένου ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις αντιστοιχούν κατ' ουσίαν στα επιχειρήματα που προέβαλε η αναιρεσείουσα Thyssen Stahl AG στην υπόθεση C-194/99 Ρ, παραπέμπω στα σημεία 66 επ. των προτάσεων μου, τις οποίες θα αναπτύξω σήμερα επί της ανωτέρω υποθέσεως, όπου εξηγώ τους λόγους για τους οποίους το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο. Οι λόγοι αυτοί ισχύουν και εν προκειμένω.
34.
Ως εκ τούτου, το τρίτο σκέλος του πρώτον λόγου αναιρέσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι δεν ελήφθη υπόψη η μη νομότυπη κύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
Β — Επι του λογού αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται, ότι το Πρωτοδικείο υπερέβη τις αρμοδιότητες του (πέμπτος λόγος αναιρέσεως)
Επιχειρήματα των διαδίκων
35.
Η αναιρεσείουσα βάλλει κατά των σκέψεων 332 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με τις οποίες το Πρωτοδικείο εξέτασε αν το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο της επιτροπής δοκών αποτελούσε αυτοτελή παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού.
36.
Η αναιρεσείουσα επικαλείται το γεγονός ότι η Επιτροπή σε απάντηση της επί γραπτής ερωτήσεως του Πρωτοδικείου υποστήριξε ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών, του οποίου η δημιουργία καταλογίζεται στις επιχειρήσεις, δεν αποτελεί αυτοτελή παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, αλλά τμήμα περαιτέρω παραβάσεων. Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή προέβη στο πλαίσιο της προφορικής διαδικασίας στη διαπίστωση ότι η νομολογία του Δικαστηρίου επί των υποθέσεων για τους ελκυστήρες ( 11 ) δεν μπορεί να εφαρμοστεί επί του προκειμένου συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών.
37.
Ωστόσο, το Πρωτοδικείο κατέληξε με τη σκέψη 339 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στο συμπέρασμα ότι η απόφαση της Επιτροπής θεωρεί το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών αυτοτελή παράβαση και ότι, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή με την από 19 Ιανουαρίου 1998 απάντηση της και στο πλαίσιο της προφορικής διαδικασίας, καθ' ο μέτρο επιχειρείται με αυτά να τροποποιηθεί η ανωτέρω νομική εκτίμηση.
38.
Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι η απόφαση της Επιτροπής αναδιατυπώθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, ως εκ τούτου, το περιεχόμενο της τροποποιήθηκε, δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο συνήγαγε από την απόφαση της Επιτροπής συμπεράσματα τα οποία η απόφαση αυτή δεν περιέχει. Πράττοντας τούτο, το Πρωτοδικείο, σε αντίθεση με τη δική του νομολογία επί της αποφάσεως της Επιτροπής για τις επίπεδες υάλους ( 12 ), άσκησε εσφαλμένως το καθήκον του ελέγχου της νομιμότητας μιας πράξεως που επιβάλλει κυρώσεις. Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο θα έπρεπε να ακυρώσει τα πρόστιμα τα οποία εσφαλμένως επιβλήθηκαν για μα αυτοτελή παράβαση, η οποία ουδέποτε διετάχθη σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ίδιας της Επιτροπής.
39.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου και διαφέρει από τον προ-βληθέντα πρωτοδίκως λόγο προσφυγής.
40.
Επιπλέον, ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ουδόλως το Πρωτοδικείο αναδιατύπωσε και μετέβαλε το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής, αλλά απλώς απέρριψε τις εξηγήσεις που έδωσε η Επιτροπή με τα υπομνήματα της καθώς και αυτές που έδωσε στο πλαίσιο της προφορικής διαδικασίας.
Εκτίμηση
41.
Δεδομένου ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις συμπίπτουν κατ' ουσίαν με την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας Thyssen Stahl AG στην υπόθεση C-194/99 Ρ, παραπέμπω στα σημεία 89 επ. των προτάσεων μου, τις οποίες θα αναπτύξω σήμερα επί της προαναφερθείσας υποθέσεως, όπου εξηγώ τους λόγους για τους οποίους ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι λόγοι αυτοί ισχύουν και εν προκειμένω.
42.
Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται η υπέρβαση από το Πρωτοδικείο της δικαιοδοσίας του κατά παράβαση του άρθρου 33, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Γ — Επί των λόγων αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλεται ότι ήταν εσφαλμένη η εκτίμηση της ουσιαστικής νομιμότητας της αποφάσεως της Επιτροπής
1. Επί της ερμηνείας των όρων «εναρμονισμένες πρακτικές» και «κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού» του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
Επιχειρήματα των διαδίκων
43.
Η αναιρεσείουσα αμφισβητεί την ορθότητα των σκέψεων 215 επ. της αναιρεσιβαλ-λομένης αποφάσεως και παραπονείται ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε τις έννοιες «συμφωνίες» και «εναρμονισμένη πρακτική» του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ σε σχέση με τις συμφωνίες περί τιμών με τον ίδιο τρόπο όπως και τις αντίστοιχες έννοιες του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 81 ΕΚ), χωρίς να λάβει υπόψη του ότι τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν αντικείμενο της αποφάσεως της Επιτροπής έπρεπε να κριθούν βάσει των άρθρων 46 επ., 60 και 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
44.
Κατά την αναιρεσείουσα, η «κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού» της Συνθήκης ΕΚΑΧ δεν αντιστοιχεί στην έννοια του ανταγωνισμού που προστατεύει η Συνθήκη ΕΚ, αλλά αποτελεί ατελή μορφή ανταγωνισμού σε μια ολιγοπωλιακή αγορά.
45.
Με το άρθρο 60 της Συνθήκης ΕΚΑΧ εισάγεται το στοιχείο της συμπράξεως μεταξύ των επιχειρήσεων προκαλώντας μια σχεδόν αυτόματη εξίσωση των δημοσιευομένων τιμών. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο έκρινε εσφαλμένως τις καταλογιζόμενες στην αναιρεσείουσα συμπεριφορές βάσει του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ χωρίς να λάβει υπόψη του το άρθρο 60.
46.
Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο θεώρησε εσφαλμένως στη σκέψη 230 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να αποδείξει τις επιπτώσεις των επικρινομένων συμπεριφορών επί του ανταγωνισμού. Αυτό αντιφάσκει με το σημείο 222 της αποφάσεως της Επιτροπής όπου η Επιτροπή παραδέχεται ότι οι επιπτώσεις των επικρινομένων συμπεριφορών επί του ανταγωνισμού δεν ήσαν αμελητέες.
47.
Επιπλέον, οι αιτιολογίες της αναιρεσι-βαλλομένης αποφάσεως είναι αντιφατικές, διότι με τη σκέψη 517 το Πρωτοδικείο έκρινε ότι «η Επιτροπή υπερεκτίμησε τις οικονομικές επιπτώσεις των συμφωνιών περί του καθορισμού τιμών που διαπιστώθηκαν εν προκειμένω και επηρέασαν τον ανταγωνισμό που θα υπήρχε αν δεν είχαν διαπραχθεί οι παραβάσεις αυτές ενόψει της ευνοϊκότερης οικονομικής συγκυρίας και της αναγνωριζόμενης στις επιχειρήσεις ελευθερίας κινήσεων για τη διεξαγωγή γενικών συζητήσεων περί προγνώσεων τιμών με άλλες επιχειρήσεις και με τη ΓΔ III».
48.
Κατά τα λοιπά, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά των σκέψεων 404 επ. της αναιρεσιβαλ-λομένης αποφάσεως. Με τη σκέψη 416 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο διαπίστωσε κατόπιν ελέγχου διαφόρων αποδεικτικών στοιχείων ότι οι υπάλληλοι της ΓΔ III «[δεν ήσαν σε θέση] να αντιληφθούν ότι [...] οι πληροφορίες περί τιμών στηρίζονταν σε συμφωνίες των επιχειρήσεων».
49.
Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι το σκεπτικό του Πρωτοδικείου αποτελεί προφανή παραμόρφωση των έγγραφων αποδείξεων και των μαρτυρικών καταθέσεων σχετικά με το αν η ΓΔ III γνώριζε την ανταλλαγή πληροφοριών περί τιμών. Κατά την αναιρεσείουσα, το σκεπτικό αυτό παρέσχε στο Πρωτοδικείο τη δυνατότητα να απορρίψει τα προταθέντα αποδεικτικά στοιχεία και να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι επιχειρήσεις δεν απέδειξαν τη συμμετοχή της ΓΔ III ή τουλάχιστον την ακριβή γνώση της Επιτροπής σχετικά με το περιεχόμενο των συζητήσεων.
50.
Η Επιτροπή φρονεί καταρχάς ότι, αυτός ο λόγος αναιρέσεως αποτελεί απλή επανάληψη των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου και ότι, ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτος.
51.
Ακόμη και αν θεωρηθεί όμως ότι ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός, θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η συλλογιστική του Πρωτοδικείου που εκτίθεται στις σκέψεις 238 επ. και 245 επ. δεν είναι εσφαλμένη. Ειδικότερα, οι καταλογιζόμενες στην αναιρεσείουσα συμπεριφορές που αφορούν τον καθορισμό τιμών και την κατανομή αγορών αποτελούν «συμφωνίες» και «εναρμονισμένη πρακτική» κατά την έννοια του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Οι πρακτικές αυτές δεν μνημονεύονται στο άρθρο 60 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, αν δε θεωρηθούν νόμιμες τότε το άρθρο 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ καθίσταται άνευ αντικειμένου.
52.
Ως προς τις επιπτώσεις επί του ανταγωνισμού η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ορθώς το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι η επικρινόμενη σύμπραξη είχε επιπτώσεις επί του ανταγωνισμού, δεδομένου ότι το άρθρο 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ απαγορεύει συμφωνίες και πρακτικές «που τείνουν [...] να παρεμποδίζουν, να περιορίζουν ή να νοθεύουν την κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού».
53.
Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αναιρέσεως είναι κατά τα λοιπά απαράδεκτος, διότι με αυτόν προβάλλεται ότι η ΓΔ ΠΙ γνώριζε τις μετέπειτα επικρινόμενες συμπεριφορές. Συγκεκριμένα, ως προς το σημείο αυτό, ο λόγος αναιρέσεως αποτελεί ευθεία επίκριση της εκτιμήσεως των αποδείξεων και δεν περιέχει επιχειρήματα σχετικά με την παραμόρφωση του περιεχομένου των αποδεικτικών μέσων. Η αναιρε-σείουσα δεν εκθέτει σε τι συγκεκριμένα συνίσταται η παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων, μολονότι εκείνη οφείλει να αποδείξει σε ποιο σημείο και με ποιο τρόπο το Πρωτοδικείο εκτίμησε εσφαλμένα τα αποδεικτικά μέσα.
Εκτίμηση
54.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως περιλαμβάνει, σύμφωνα με την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας, όσον αφορά την ερμηνεία από το Πρωτοδικείο των εννοιών «συμφωνίες [...] και [...] κάθε εναρμονισμένη πρακτική» καθώς και «κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού» του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, δύο σκέλη με τις ακόλουθες αιτιάσεις:
—
Το Πρωτοδικείο δεν διέγνωσε ή δεν διέγνωσε όπως θα έπρεπε τις νόμιμες μορφές διαταράξεως που περιλαμβάνονται στην έννοια της «κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού».
—
Το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του ότι οι «συμφωνίες» και «κάθε εναρμονισμένη πρακτική» είναι δυνατόν να αποτελούν παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΚΑΧ μόνο στην περίπτωση κατά την οποία αποδεικνύεταιη ύπαρξη επιπτώσεων επί της αγοράς, πράγμα όμως το οποίο το Πρωτοδικείο δεν έλεγξε.
55.
Από το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως συνάγεται ότι η αναιρε-σείουσα συγκαταλέγει, μεταξύ των νομίμων μορφών διαταράξεων που κατά την άποψη της λαμβάνονται στην έννοια της «κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού», προφανώς την ολιγοπωλιακή διάρθρωση των αγορών της ΕΚΑΧ, η οποία θεωρείται ως δεδομένη από τη Συνθήκη ΕΚΑΧ, τις δημοσιεύσεις των τιμοκαταλόγων βάσει του άρθρου 60 της Συνθήκης ΕΚΑΧ καθώς και τη γνώση και τη συμπεριφορά της ΓΔIII που βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 47 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
56.
Δεδομένου ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις συμπίπτουν κατ' ουσίαν με την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας Thyssen Stahl AG στην υπόθεση C-194/99 Ρ, παραπέμπω στα σημεία 135 επ. των προτάσεων που αναπτύσσω σήμερα επί της υποθέσεως, όπου εξηγώ τους λόγους για τους οποίους το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Οι λόγοι αυτοί ισχύουν και εν προκειμένω.
57.
Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι πρέπει να αποδεικνύεται ότι οι «συμφωνίες» και «κάθε εναρμονισμένη πρακτική» του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ —εν αντιθέσει προς τις παράλληλες έννοιες («συμφωνίες» και «κάθε εναρμονισμένη πρακτική») του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 81 ΕΚ)— έχουν επιπτώσεις επί της αγοράς και στην περίπτωση κατά την οποία ο σκοπός των επικρινομένων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών έγκειται στον επηρεασμό της αγοράς με μέσα που αντιβαίνουν στους κανόνες του ανταγωνισμού.
58.
Η αναιρεσείουσα στηρίζει την επιχειρηματολογία της κατ' ουσίαν στην άποψη της για το υποτιθέμενο περιεχόμενο των νόμιμων μορφών διαταράξεων που περιέχονται στην έννοια της «κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού», η οποία — όπως εκτέθηκε — πρέπει να απορριφθεί για λόγους αρχής. Δεδομένου ότι η συλλογιστική που παρατίθεται στη σκέψη 230 της αναιρεσι-βαλλομένης αποφάσεως συνάδει κατά τα λοιπά με την πάγια επί του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 81 ΕΚ) ( 13 ) νομολογία του Δικαστηρίου και δεδομένου ότι δεν μπορώ να αντιληφθώ για ποιον λόγο η νομολογία αυτή δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί επί του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, πρέπει να απορριφθεί και η επιχειρηματολογία αυτή της αναιρεσείουσας ως προς το σημείο αυτό ως αβάσιμη.
59.
Τέλος, óöov αφορά την υποτιθέμενη αντίφαση σε σχέση με τη σκέψη 517 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα συγκρίνει εν προκειμένω τη συλλογιστική της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με το κατά πόσον οι επικρινόμενες συμπεριφορές πληρούν τις προϋποθέσεις του πραγματικού του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ με τους λόγους για τους οποίους το Πρωτοδικείο μείωσε το ύψος του προστίμου βάσει του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ στο πλαίσιο της απεριόριστης εξουσίας του ελέγχου.
60.
Δεδομένου ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις συμπίπτουν κατ' ουσίαν με την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας Thyssen Stahl AG στην υπόθεση C-194/99 Ρ, παραπέμπω στα σημεία 158 επ. των προτάσεων που αναπτύσσω σήμερα επί της προαναφερθείσας υποθέσεως, όπου εξηγώ τους λόγους για τους οποίους το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Οι λόγοι αυτοί ισχύουν και εν προκειμένω.
61.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται ότι ερμηνεύθηκαν εσφαλμένως οι έννοιες «κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού» και «συμφωνίες [...] και κάθε εναρμονισμένη πρακτική» του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο του ως αβάσιμος.
2. Επί των προβαλλομένων πλημμελειών της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά τη διάρκεια των συμφωνιών περί τιμών (τρίτος λόγος αναιρέσεως)
Επιχειρήματα των διαδίκων
62.
Η αναιρεσείουσα βάλλει στο σημείο αυτό κατά της σκέψεως 259 της αναιρεσιβαλλο-μένης αποφάσεως.
63.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο έκρινε με τη σκέψη 259 της αποφάσεώς του ότι τα σημεία 227 έως 237 της αποφάσεως της Επιτροπής δεν περιέχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη συνολική διάρκεια της εκ του καθορισμού των τιμών παραβάσεως. Εντούτοις, το Πρωτοδικείο στηρίζεται στα σημεία 118 επ. της αποφάσεως της Επιτροπής και δέχεται με τη σκέψη 263 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι δεν μπορεί να προσβληθεί η διαπίστωση της Επιτροπής στο σημείο 221 της αποφάσεως της ότι οι συμφωνίες και οι εναρμονισμένες πρακτικές πρέπει να θεωρηθούν σύμπραξη διαρκείας.
64.
Ωστόσο, από τη νομολογία του Πρωτοδικείου προκύπτει ότι η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να αποδεικνύει με τις αποφάσεις της κατά τρόπο εξατομικευμένο την ύπαρξη και τη διάρκεια κάθε επιμέρους παραβάσεως ( 14 ).
65.
Η Επιτροπή φρονεί ότι η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη μόνον τη σκέψη 259 της αναι-ρεσιβαλλομένης αποφάσεως, διαστρέβλωσε το περιεχόμενο της αποφάσεως.
66.
Κατά την άποψη της, ο λόγος αναιρέσεως είναι και αβάσιμος. Το Πρωτοδικείο έκρινε μεν με τη σκέψη 259 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι από τα σημεία 227 έως 237 της αποφάσεως της Επιτροπής δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί η διάρκεια των παραβάσεων ωστόσο, το Πρωτοδικείο στήριξε την εκτίμηση του αυτή σε άλλα σημεία της αποφάσεως της Επιτροπής και στα μνημονευόμενα στα σημεία αυτά έγγραφα, συγκεκριμένα στα σημεία 118 επ. της αποφάσεως της Επιτροπής τα οποία εξετάζονται στις σκέψεις 260 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Εκτίμηση
67.
Είναι προφανές ότι η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη τη σκέψη 259, δεν λαμβάνει υπόψη της ότι τα σημεία της αποφάσεως της Επιτροπής που παρατίθενται στις σκέψεις 260 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως βάση της συλλογιστικής του Πρωτοδικείου στηρίζουν την κυρίως εκτίμηση του.
68.
Από τη νομολογία του Πρωτοδικείου, την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα, δεν συνάγεται ότι υπάρχει υποχρέωση του Πρωτοδικείου να κρίνει μια απόφαση της Επιτροπής που αφορά παρατεταμένες συμπεριφορές που παραβιάζουν τους κανόνες του ανταγωνισμού πάντοτε ανάλογα με το αν η απόφαση αυτή της Επιτροπής παραθέτει εξατομικευμένα αποδεικτικά στοιχεία για την κάθε επιμέρους συμμετοχή της κάθε επιμέρους επιχειρήσεως που εμπίπτει στην απόφαση ( 15 ).
69.
Δεδομένου ότι στην παρούσα υπόθεση δεν προκύπτει ούτε από την αναιρεσιβαλλό-μενη απόφαση ούτε από την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας ότι, και σε ποιες ακριβώς περιπτώσεις, η αναιρεσείουσα αρνείται τη συμμετοχή της, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Πρωτοδικείο ότι οι αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι ως προς το σημείο αυτό πλημμελείς.
70.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται ότι είναι πλημμελείς οι αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά τη διάρκεια των συμφωνιών περί τιμών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
3. Επί του ισχυρισμού ότι είναι εσφαλμένες οι αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά την κατανομή της γαλλικής αγοράς (τέταρτος λόγος αναιρέσεως)
Επιχειρήματα των διαδίκων
71.
Η αναιρεσείουσα βάλλει κατά των σκέψεων 296 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
72.
Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο εσφαλμένως απέρριψε τις εξηγήσεις της ότι οι εξαχθείσες κατά το τελευταίο τρίμηνο του 1989 ποσότητες δεν ήσαν ασυνήθιστες, αλλά αντιθέτως αντιπροσώπευαν τις συνήθεις εξαγωγές της, θεωρώντας ότι αυτό δεν συνιστά ένδειξη για τη μη συμμετοχή της στη συμφωνία, της οποίας σκοπός ήταν η σταθεροποίηση των πωλήσεων των συμμετεχόντων στα παραδοσιακά επίπεδα τους.
73.
Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι η αναιρεσι-βαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως απέρριψε την εφαρμογή επί της παρούσας υποθέσεως των αρχών που απορρέουν από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου CRAM και Rheinzink κατά Επιτροπής ( 16 ), μολονότι η απόφαση της Επιτροπής και στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε να ακυρωθεί, δεδομένου ότι θα ήταν δυνατόν να δοθεί μια εξήγηση για τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως που επιρρίπτονται στην αναιρεσείουσα διαφορετική από αυτήν που δέχθηκε η απόφαση της Επιτροπής.
74.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι απλώς επαναλαμβάνει τις ήδη προβληθείσες πρωτοδίκως αιτιάσεις και διότι βάλλει κατά της εκτιμήσεως πραγματικών γεγονότων.
Εκτίμηση
75.
Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 296 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα υποστήριξε ήδη στο πλαίσιο της διαδιασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου ότι υπάρχει μια διαφορετική εξήγηση για τις πωλήσεις προς τη γαλλική αγορά κατά το τελευταίο τρίμηνο του 1989, οι οποίες στο σημείο 70 της αποφάσεως της Επιτροπής χαρακτηρίζονται ως κατανομή αγοράς που αντιβαίνει στους κανόνες του ανταγωνισμού.
76.
Το Πρωτοδικείο εξέτασε και διαπίστωσε στη σκέψη 270 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η προτεινόμενη εναλλακτική εξήγηση της αναιρεσείουσας δεν δύναται να δημιουργήσει επιφυλάξεις ως προς τη συμμετοχή της αναιρεσείουσας στην κατανομή της γαλλικής αγοράς. Στο σημείο αυτό, το Πρωτοδικείο ρητώς στηρίχθηκε στη νομολογία του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως CRAM και Rheinzink ( 17 ).
77.
Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη στο πλαίσιο του ελέγχου του τις αρχές που απορρέουν από την προπαρατεθείσα νομολογία, απέρριψε όμως την εφαρμογή τους στη συγκεκριμένη υπόθεση, διότι έκρινε ότι δεν μπορούν να αποδυναμώσουν τις ενδείξεις της Επιτροπής. Συναφώς, πρόκειται για μια κρίση η οποία στηρίζεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και η οποία δεν είναι δυνατόν καθεαυτή —υπό την επιφύλαξη του ελέγχου για την ύπαρξη τυχόν παραμορφώσεως— να αποτελέσει αντικείμενο αναιρετικού ελέγχου.
78.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται ότι εκτιμήθηκε εσφαλμένως η συμφωνία σχετικά με την κατανομή της γαλλικής αγοράς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Δ — Επί του λόγου αναιρέσεως που αφορά το πρόστιμο (έκτος λόγος αναιρέσεως)
79.
Ο έκτος λόγος αναιρέσεως περιλαμβάνει δύο σκέλη. Με το πρώτο σκέλος η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της παραδοχής του Πρωτοδικείου ότι νομίμως η Επιτροπή μετέτρεψε με την απόφαση της το πρόστιμο που της επιβλήθηκε σε ECU. Με το δεύτερο σκέλος η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι κακώς το Πρωτοδικείο υπολόγισε το πρόστιμο βάσει του κύκλου εργασιών κατά το τελευταίο έτος των παραβάσεων.
1. Επί της μετατροπής του προστίμου σε ECU βάσει της ισοτιμίας μετατροπής κατά το τελευταίο έτος των παραβάσεων
Επιχειρήματα των διαδίκων
80.
Η αναιρεσείουσα στρέφεται κατά της σκέψεως 471 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται ότι νομίμως επεβλήθη πρόστιμο σε ECU με βάση την ισοτιμία μετατροπής κατά το τελευταίο έτος των παραβάσεων.
81.
Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του ότι η Επιτροπή ενήργησε παρανόμως, δεδομένου ότι, αντί να καθορίσει το πρόστιμο σε πεσέτες και στη συνέχεια να το μετατρέψει σε ECU βάσει της επίσιμης ισοτιμίας που ίσχυε την προτεραία της αποφάσεώς της, η Επιτροπή χρησιμοποίησε για τον υπολογισμό του προστίμου τον κρίσιμο κύκλο εργασιών της αναιρεσεί-ουσας βάσει της ισοτιμίας που ίσχυε το 1990, ήτοι κατά το τελευταίο έτος της χρονικής περιόδου των παραβάσεων, το μετέτρεψε σε ECU και αυτό το ποσό σε ECU, αμετάβλητο, έλαβε υπόψη της το 1994 στην απόφαση της.
82.
Ενόψει της διαφοράς που υπήρχε μεταξύ της ισοτιμίας μετατροπής ισπανικών πεσετών και ECU το 1990 και την προτεραία της αποφάσεως, ήτοι το 1994, αυτός ο τρόπος ενέργειας της Επιτροπής είχε ως αποτέλεσμα να υποχρεωθεί η Ensidesa αδικαιολογήτως στην καταβολή 800000 ECU επιπλέον.
83.
Η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Lührs ( 18 ), από την οποία προκύπτει ότι πρέπει να εφαρμόζεται η ισοτιμία μετατροπής που επιβαρύνει λιγότερο τον ενδιαφερόμενο, θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο παρέβη την αρχή της επιείκειας.
84.
Η Επιτροπή διατυπώνει την άποψη της επ' αμφοτέρων των σκελών αυτού του λόγου αναιρέσεως και θεωρεί ότι είναι απαράδεκτος στο σύνολο του, διότι επαναλαμβάνει απλώς τους προταθέντες ενώπιον του Πρωτοδικείου ισχυρισμούς.
85.
Κατά τα λοιπά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Η εφαρμογή της αρχής της επιεικείας, όπως την αντιλαμβάνεται η αναιρεσείουσα, θα οδηγούσε στον αυθαίρετο καθορισμό των προστίμων κατά περίπτωση, κατά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου ως προς τη δυνατότητα πληροφορήσεως, με ορισμένο βαθμό βεβαιότητας, του προστίμου με το οποίο είναι δυνατόν να τιμωρηθεί μια συμπεριφορά.
86.
Το γεγονός ότι λαμβάνεται υπόψη η ισοτιμία μετατροπής και ο κύκλος εργασιών του τελευταίου έτους, στη διάρκεια του οποίου διεπράχθη η παράβαση, εγγυάται την εφαρμογή μιας ενιαίας διαδικασίας για όλους τους υπευθύνους της παραβάσεως και αποτελεί την καλύτερη επιλογή ώστε να λαμβάνονται υπόψη και τα κέρδη των παραβατών. Καμία άλλη λύση δεν θα παρείχε τη δυνατότητα επιβολής της κατάλληλης ποινής για την επικρινόμενη συμπεριφορά όσον αφορά τον χρόνο κατά τον οποίο διεπράχθη και τις συνέπειες που είχε ως αποτέλεσμα.
Εκτίμηση
87.
Το Δικαστήριο, με την απόφαση του επί της υποθέσεως Sarriό κατά Επιτροπής ( 19 ) έκρινε με τις σκέψεις 87 επ. που αφορούν την προβληματική της μετατροπής ενός προστίμου σε ECU βάσει της ισοτιμίας μετατροπής του τελευταίου έτους των παραβάσεων (βάσει όμως παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού που ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚ, ήτοι σε σχέση με τον κανονισμό 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962 ( 20 )):
«Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε κατά ποιον τρόπο το Πρωτοδικείο, μη αποκρούοντας τη μέθοδο υπολογισμού της Επιτροπής που στηριζόταν στον κύκλο εργασιών του τελευταίου πλήρους έτους παραβάσεως, παραβίασε τον κανονισμό 17 ή τις γενικές αρχές του δικαίου.
Κατ' αρχάς, ο κανονισμός 17 δεν απαγορεύει τη χρήση του ECU κατά τον καθορισμό των προστίμων. 'Επειτα, όπως, διαπίστωσε το Πρωτοδικείο [...], η Επιτροπή χρησιμοποίησε μία και την αυτή μέθοδο υπολογισμού των προστίμων τα οποία επέβαλε στις επιχειρήσεις λόγω συμμετοχής τους σε μία και την αυτή παράβαση, η μέθοδος δε αυτή της έδωσε τη δυνατότητα να εκτιμήσει το οικονομικό μέγεθος και την οικονομική ισχύ κάθε επιχειρήσεως, καθώς και την έκταση της παραβάσεως που διέπραξε καθεμιά τους σε συνάρτηση προς την οικονομική πραγματικότητα που ίσχυε κατά τον χρόνο της διαπράξεώς της.
Τέλος, όσον αφορά, ειδικότερα, τις νομισματικές διακυμάνσεις, πρόκειται για αστάθμητο παράγοντα δυνάμενο να δημιουργήσει πλεονεκτήματα όπως και μειονεκτήματα, με τον οποίο βρίσκονται συνήθως αντιμέτωπες, στο πλαίσιο της εμπορικής τους δραστηριότητας, οι επιχειρήσεις και η ύπαρξη του οποίου δεν επηρεάζει, αυτή καθαυτή, το κύρος του ποσού ενός προστίμου που έχει καθοριστεί νομίμως σε συνάρτηση προς τη σοβαρότητα της παραβάσεως και τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε κατά το τελευταίο έτος της διαπράξεως της. Εν πάση περιπτώσει, το ανώτατο ύψος του προστίμου —που, σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, καθορίζεται σε συνάρτηση προς τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε κατά την διαχειριστική περίοδο που προηγείται της εκδόσεως της αποφάσεως— αποτελεί ένα όριο για τις ενδεχομένως βλαπτικές συνέπειες των νομισματικών διακυμάνσεων.»
88.
Δεδομένου ότι δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό για ποιο λόγο οι αρχές αυτές είναι δυνατόν να εφαρμοστούν ή θα πρέπει να εφαρμοστούν διαφορετικά στο πλαίσιο της εφαρμογής του κρίσιμου εν προκειμένω άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η επιχειρηματολογία της αναιρεσεί-ουσας πρέπει να απορριφθεί για τους ίδιους λόγους.
89.
Στην προπαρατεθείσα απόφαση το Δικαστήριο δεν εξέτασε μεν ρητώς την παρατιθέμενη από την αναιρεσείουσα νομολογία επί της υποθέσεως Lührs, είναι όμως προφανές ότι η αρχή που θέτει η απόφαση αυτή σε σχέση με τους εξαγωγικούς δασμούς «Βάσει των ανωτέρω, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι όσον αφορά τη συνδεόμενη με. τον κανονισμό 348/76 αβεβαιότητα η αρχή της επιεικείας απαιτεί την εφαρμογή της ισοτιμίας που είναι ολιγότερο επαχθής για τον κοινοτικό πολίτη κατά τη μετατροπή των εξαγωγικών δασμών στο εθνικό νόμισμα» ( 21 ) δεν μπορεί να εφαρμοστεί λόγω των διαφορετικών συμφερόντων που διακυβεύονται στην περίπτωση των παραβάσεων της απαγορεύσεως συμπράξεως επιχειρήσεων που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο.
90.
Επομένως, το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι είναι εσφαλμένη η εκτίμηση της επιβολής του προστίμου σε ECU, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
2. Επί του υπολογισμού του προστίμου βάσει του κύκλου εργασιών του τελευταίου έτους της χρονικής περιόδου των παραβάσεων
Επιχειρήματα των διαδίκων
91.
Η αναιρεσείουσα βάλλει στο σημείο αυτό κατά της σκέψεως 474 της αναιρεσιβαλλο-μένης αποφάσεως. Με τη σκέψη αυτή το Πρωτοδικείο δέχεται ότι ορθώς έπραξε η Επιτροπή λαμβάνοντας υπόψη της τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε το τελευταίο έτος της χρονικής περιόδου των παραβάσεων, μολονότι η Επιτροπή θα έπρεπε να λάβει υπόψη της κατά τον υπολογισμό των προστίμων τον τελευταίο κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε πριν από τη λήψη της αποφάσεως της, για τον οποίο διέθετε ενοποιημένους ισολογισμούς, ήτοι στην περίπτωση της αναιρεσείουσας τον κύκλο εργασιών του 1992. Το γεγονός ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη της ως κριτήριο το 1990 δεν συνάδει με την αρχή της ασφάλειας δικαίου και την αρχή της επιείκειας.
92.
Προς στήριξη των ισχυρισμών της η αναιρεσείουσα επικαλείται εκ νέου την απόφαση επί της υποθέσεως Lührs ( 22 ), στην οποία διαπιστώθηκε ότι σε περίπτωση αβεβαιότητας δικαίου θα πρέπει να επιλέγεται η λιγότερο επαχθής για τον ενδιαφερόμενο βάση υπολογισμού του προστίμου, πράγμα το οποίο στην περίπτωση της αναιρεσεí-ουσας συνεπάγεται την υποχρέωση της Επιτροπής να υπολογίσει το ύψος του προστίμου βάσει των στοιχείων του τελευταίου πριν από τη λήψη της αποφάσεώς της διαθέσιμου κύκλου εργασιών.
93.
Η αρχή αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση ούτε με την απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Sarrió κατά Επιτροπής ( 23 ), δεδομένου ότι το πρόβλημα της αβεβαιότητας δικαίου δεν εξετάστηκε στην υπόθεση εκείνη υπό το πρίσμα αυτό.
94.
Η Επιτροπή διατυπώνει τις απόψεις της επ' αμφοτέρων των σκελών αυτού του λόγου αναιρέσεως. Ως εκ τούτου, παραπέμπω στα ανωτέρω σημεία 84 επ. των προτάσεων μου.
Εκτίμηση
95.
Το Δικαστήριο έκρινε στην υπόθεση Sarrió κατά Επιτροπής ( 24 ), με τις σκέψεις 85 επ. σχετικά με την προβληματική του υπολογισμού ενός προστίμου βάσει του κύκλου εργασιών κατά το τελευταίο έτος της χρονικής περιόδου των παραβάσεων (η εκτίμηση του όμως αυτή αφορούσε παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού που ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚ, ήτοι σε σχέση με τον κανονισμό 17), ότι:
«Ως προς τη νομιμότητα της συνεκτιμήσεως δύο ετών αναφοράς, ενός για τον καθορισμό του ανωτάτου ποσού του προστίμου και ενός για την εκτίμηση του μεγέθους και της οικονομικής ισχύος της επιχειρήσεως κατά τον χρόνο της παραβάσεως, πρέπει να διευκρινιστεί αφενός μεν ότι το προβλεπόμενο στο άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 ανώτατο όριο, για πρόστιμα υπερβαίνοντα ένα εκατομμύριο λογιστικές μονάδες και ίσα προς “ποσοστό δέκα τοις εκατό του κύκλου εργασιών που επραγματοποιήθη κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο”, αφορά [...], την οικονομική χρήση που προηγείταιτηςημερομηνίαςτης αποφάσεως. Είναιάλλωστε εύλογη η αναφορά σ' αυτή την οικονομική χρήση όταν πρόκειται να προσδιοριστεί το ανώτατο ποσό του προστίμου που δύναται να επιβληθεί σε επιχείρηση που έχει παραβεί τους κανόνες ανταγωνισμού.
Αφενός μεν, οσάκις τίθεται ζήτημα εκτιμήσεως του μεγέθους και της οικονομικής ισχύος επιχειρήσεως κατά τον χρόνο της παραβάσεως, επιβάλλεται να γίνεται αναφορά στον τότε πραγματοποιηθέντα κύκλο εργασιών [...]. Σε αντίθετη περίπτωση, το σχετικό μέγεθος των επιχειρήσεων που έχουν λάβει μέρος στην παράβαση θα νοθευόταν από τη συνεκτίμηση γεγονότων εξωγενών και τυχαίων, όπως η εξέλιξη των εθνικών νομισμάτων κατά την επακολουθήσασα περίοδο (βλ. απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C-49/92 Ρ, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, Συλλογή 1999, σ. 1-4125, σκέψη 165).»
96.
Δεδομένου ότι δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό για ποιο λόγο οι αρχές αυτές είναι δυνατόν να εφαρμοστούν ή θα πρέπει να εφαρμοστούν διαφορετικά στο πλαίσιο της εφαρμογής του κρίσιμου εν προκειμένω άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η επιχειρηματολογία της αναιρεσεί-ουσας πρέπει να απορριφθεί για τους ίδιους λόγους.
97.
Στα ανωτέρω δεν μπορεί να αντιταχθεί το προβαλλόμενο από την αναιρεσείουσα επιχείρημα της αβεβαιότητας δικαίου σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
98.
Η παρατιθέμενη από την αναιρεσείουσα απόφαση επί της υποθέσεως Lührs ( 25 ) δεν μπορεί ούτε στο σημείο αυτό να ληφθεί υπόψη προς στήριξη των ισχυρισμών της, διότι η απόφαση εκείνη δεν αφορούσε τον υπολογισμό προστίμου λόγω παραβάσεως της απαγορεύσεως συμπράξεως επιχειρήσεων που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο, αλλά τον υπολογισμό εξαγωγικών δασμών, στην περίπτωση του οποίου είναι διαφορετικά τα συμφέροντα που διακυβεύονται. Στην απόφαση Lührs το Δικαστήριο στηρίχθηκε στο στοιχείο της αβεβαιότητας δικαίου σε συνδυασμό με το στοιχείο της φορολογικής δικαιοσύνης. Ωστόσο, στην περίπτωση των παραβάσεων της κοινοτικής νομοθεσίας περί συμπράξεων απαιτείται, για τη δημιουργία συγκρίσιμων μεγεθών, να λαμβάνεται υπόψη ως έτος αναφοράς για τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου το τελευταίο έτος της χρονικής περιόδου των παραβάσεων.
99.
Περαιτέρω, η Επιτροπή δεν έχει, βάσει της νομολογίας Sarrio κατά Επιτροπής, την ελευθερία επιλογής μεταξύ δύο πιθανών ετών αναφοράς, όπως θεωρεί προφανώς η αναιρεσείουσα. Ο μνημονευόμενος στην απόφαση αυτή όρος «κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο» κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 αναφέρεται, όπως μπορεί να γίνει αντιληπτό, μόνο σε εκείνο το ποσοστό του κύκλου εργασιών που είναι κρίσιμο για τον υπολογισμό του ανώτατου ορίου του προστίμου (10 % του κύκλου εργασιών). Και από τον σκοπό της ανωτέρω διατάξεως (αποφυγή δυσανάλογων οικονομικών επιβαρύνσεων) επιβάλλεται η ερμηνεία ότι εν προκειμένω νοείται η τελευταία διαχειριστική περίοδος πριν από τη λήψη της αποφάσεως. Ωστόσο, διαφορετικός είναι ο κύκλος εργασιών βάσει του οποίου υπολογίζεται το αρχικό ύψος του προστίμου. Αυτό θα πρέπει να υπολογίζεται, για τους λόγους που εκθέτει το Δικαστήριο στην απόφαση του Sarrio κατά Επιτροπής, σχετικά με την ύπαρξη συγκρίσιμων μεγεθών, στον κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε κατά το τελευταίο έτος της χρονικής περιόδου των παραβάσεων.
100.
Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή είναι σε κάθε περίπτωση υποχρεωμένη, κατά την αναζήτηση του έτους αναφοράς του οποίου ο κύκλος εργασιών θα ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του προστίμου, να επιλέγει πάντοτε εκείνο το έτος αναφοράς βάσει του οποίου θα είναι λιγότερο επαχθές το ύψος του προστίμου για τις επιμέρους επιχειρήσεις που συμμετείχαν σε παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού.
101.
Επομένως, το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι εσφαλμένως υπολογίστηκε το πρόστιμο βάσει του κύκλου εργασιών που πραγματοποιήθηκε κατά την τελευταία διαχειριστική περίοδο του χρονικού διαστήματος των παραβάσεων, πρέπει να απορριφθεί επίσης ως αβάσιμο.
102.
Ως εκ τούτου, ο έκτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος βάλλει κατά της εκτιμήσεως του προστίμου από το Πρωτοδικείο, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο του ως αβάσιμος.
IV — Πρόταση
103.
Βάσει των ανωτέρω προτείνω επομένως στο Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως
—
να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) Τ-157/94, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-707.
( 3 ) EE L 212, σ. 1.
( 4 ) Πρβλ. σκέψη 33 της αποφάσεως της 11ης Μαρτίου 1999, Τ-141/94, Thyssen Stahl κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-347).
( 5 ) EE L 116, σ. 1.
( 6 ) Απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2003, Ενλογή 2003, σ. I-10S21, ο. Ι-10826.
( 7 ) Απόφαση της 15ης Ιουνίου 1994, C-137/92 Ρ, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-2555).
( 8 ) Δεδομένου ότι δεν χρήζει πλέον απαντήσεως το ερώτημα αν το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να διατάξει αποδείξεις σχετικά με το αν υπήρχε ή όχι η απαιτούμενη απαρτία κατάτη λήψη της αποφάσεως από την Επιτροπή, να ζητήσει ατό την Επιτροπή να προσκομίσει ορισμένα έγγραφα, επίβαλλεται στο σημείο αυτό, για λόγους πληρο-τητας και μόνον, η διαπίστωση ότι οι διατάξεις που ορθώς επικαλείται η Επιτροπή αποκλείουν τη διεξαγωγή αποδείξεων από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της αναιρετική; διαδικασίας.
( 9 ) Βλ. την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7 απόφαση.
( 10 ) EE L230, σ. 15.
( 11 ) Απόφαση της 28ης Μαΐου 1998, C-7/95 Ρ, Deere κατά Επιτροπής(Συλλογή 1998, σ. Ι-3111).
( 12 ) Απόφαση της 10ης Μαρτίου 1992, Τ-68/89, Τ-77/89 και Τ-78/89, SIV κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, ο. ΙΙ-1403).
( 13 ) Αποφάσεις της 30ής Ιουνίου 1966, 56/65, Société Technique Minière (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 313), και της 8ης Ιουλίου 1999, C-49/92 Ρ, Επιτροπή κατά Arde Partecipazioni (Συλλογή 1999, σ. Ι-4125).
( 14 ) Αποφάσεις της10ης Μαρτίου 1992, T-11/89, Shell κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, ο. ΙΙ-757, οχέψη 190), και της; 14ης Μαΐου 1998, Τ-295/94, Buchmann κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, ο. ΙΙ-813).
( 15 ) Η υπόθεση Shell κατά Επιτροπής αφορούσε τις αιτιάσεις κατά της συγκεκριμένης αποδεικτικής διαδικασίας που ακολούθησε η Επιτροπή, από την οποία προέκυπταν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συμμετοχή μιας επιχειρήσεως σε όλες τις παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού που οιεπράχθησαν στο πλαίσιο μιας παρατεινόμενης συμπεριφοράς, στη δε υπόθεση Buchmann κατά Επιτροπής οι αιτιάσεις της προσφεύγουσας άφορου σαν το γεγονός ότι η Επιτροπή, από την αποδειχθείσα συμμετοχή σε συμφωνίες περί τιμών και σε συμφωνίες για την παύση της λειτουργίας των μηχανημάτων, συνήγαγε άνευ ετέρου τη συμμετοχή και στις συμφωνίες για την κατανομή αγορών (αμφότερες οι αποφάσεις παρατίθενται στην υποσημείωση 14).
( 16 ) Απόφαση της 28ης Μαρτίου 1984, συνεκδιζασθείσες νπο0έαΕΐς 29/83 και 30/83 (Συλλογή 1984, ο. 1679).
( 17 ) Προπαρατεθείσα στην υποοημείωση 16.
( 18 ) Απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 1978, 78/77 (Συλλογή τόμος 1978, α 71).
( 19 ) Απόφαση της 16η; Νοεμβρίου 2000, C-291/9S Ρ (Συλλογή 2000, σ. 1-9991). Η ανωτέρω απόφαση αφορούσε την απόφαση 94/601/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 1994, που ελήφθη στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 85 τηκ Συνθήκης ΕΚ (1V/033.833 — Χαρτόνι) (EEL 243, σ. 1).
( 20 ) Πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 τικ Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 25).
( 21 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 13.
( 22 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18.
( 23 ) Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19.
( 24 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση Ī9.
( 25 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18.
Full & Egal Universal Law Academy