Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Με την παρούσα προσφυγή περί διαπιστώσεως παραβάσεως, η Επιτροπή αμφισβητεί τη συμβατότητα προς την οδηγία 78/687/EOK του δευτέρου συστήματος εκπαιδεύσεως για την πρόσβαση στο επάγγελμα του οδοντιάτρου στην Ιταλία, καθώς και της δυνατότητας της ταυτόχρονης εγγραφής στον ιατρικό και στον οδοντιατρικό σύλλογο που παρέχεται, εντός του εν λόγω κράτους μέλους, στους ιατρούς που ασκούν τη δραστηριότητα του οδοντιάτρου.
Ι - Νομικό πλαίσιο
A - Η κοινοτική νομοθεσία
2. Στις 25 Ιουλίου 1978, το Συμβούλιο εξέδωσε δύο οδηγίες που αφορούσαν, αντιστοίχως, την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων των οδοντιάτρων και τον συντονισμό των δραστηριοτήτων τους .
3. Το άρθρο 1 της οδηγίας περί συντονισμού προβλέπει ότι τα κράτη μέλη εξαρτούν την ανάληψη και την άσκηση των δραστηριοτήτων του οδοντιάτρου, που ασκούνται βάσει των τίτλων που μνημονεύονται στο άρθρο 1 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως καθώς και την άσκηση αυτών από την κατοχή πτυχίου, πιστοποιητικού ή άλλου τίτλου που αναφέρεται στο άρθρο 3 της οδηγίας περί συντονισμού και παρέχει την εγγύηση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει, κατά τη συνολική διάρκεια της εκπαιδεύσεώς του, τις προσήκουσες γνώσεις και πείρα που απαιτεί η εν λόγω οδηγία. Η οδοντιατρική αυτή εκπαίδευση περιλαμβάνει συνολικά τουλάχιστον πέντε έτη θεωρητικών και πρακτικών σπουδών κατά πλήρη απασχόληση.
4. ριν από την έκδοση των οδηγιών αυτών και τη μεταφορά τους στο ιταλικό δίκαιο, το ειδικό επάγγελμα του οδοντιάτρου δεν υφίστατο στην Ιταλία και τις σχετικές δραστηριότητες ασκούσαν, στην πράξη, οι ιατροί. ροκειμένου να ληφθεί υπόψη η ιδιάζουσα αυτή κατάσταση, το άρθρο 19 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως, που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο VII, με τίτλο «Μεταβατικές διατάξεις για την ειδική κατάσταση της Ιταλίας», ορίζει τα εξής:
«Από την στιγμή που η Ιταλία θα λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν, για την άσκηση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 της παρούσης οδηγίας τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους ιατρού, οι οποίοι έχουν εκδοθεί στην Ιταλία σε πρόσωπα που άρχισαν τις πανεπιστημιακές τους σπουδές στην ιατρική το αργότερο δεκαοκτώ μήνες μετά την κοινοποίηση της παρούσας οδηγίας, εφ' όσον συνοδεύονται από βεβαίωση που παρέχεται από τις αρμόδιες ιταλικές αρχές, η οποία πιστοποιεί ότι τα πρόσωπα αυτά έχουν ασχοληθεί, στην Ιταλία, πραγματικά και νόμιμα και κυρίως με τις δραστηριότητες που προβλέπονται στο άρθρο 5 της οδηγίας 78/687/ΕΟΚ, τουλάχιστον επί τρία συνεχή έτη κατά την διάρκεια των πέντε ετών προ της χορηγήσεως της βεβαιώσεως και ότι τα πρόσωπα αυτά έχουν άδεια ασκήσεως των δραστηριοτήτων αυτών με τους ιδίους όρους αυτών που χρησιμοποιούν το δίπλωμα, πιστοποιητικό ή άλλο τίτλο που αναφέρεται στο άρθρο 3, στοιχείο στ_, της παρούσας οδηγίας.
Απαλλάσσονται από την απαίτηση της τριετούς πρακτικής η οποία αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, τα πρόσωπα, τα οποία επεράτωσαν με επιτυχία σπουδές τουλάχιστον τριών ετών που βεβαιώνονται από τις αρμόδιες αρχές σαν ισότιμες με την εκπαίδευση, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 78/687/ΕΟΚ.»
B - Η ιταλική νομοθεσία
5. Με τον νόμο 409, της 24ης Ιουλίου 1985, που φέρει τον τίτλο «Istituzione della professione sanitaria di odontoiatra e disposizioni relative diritto di stabilimento ed alla libera prestazione di servizi da parte dei dentisti cittadini di Stati membri delle Comunità europee» , η Ιταλική Δημοκρατία μετέφερε στην εσωτερική έννομη τάξη της τις οδηγίες περί αναγνωρίσεως και περί συντονισμού.
6. Ο νόμος αυτός καθιέρωσε το επάγγελμα του οδοντιάτρου στην Ιταλία και επιφύλαξε την άσκησή του, με τον τίτλο του «odontoiatra», στα πρόσωπα που ακολούθησαν:
- είτε τη νέα ειδική εκπαίδευση του οδοντιάτρου, διαρκείας πέντε ετών, η οποία πιστοποιείται με το πτυχίο «laurea in odontoiatria e protesi dentaria» , και ακολουθείται από την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος·
- είτε βασική εκπαίδευση του ιατρού, που πιστοποιείται με πτυχίο «laurea in medicina e chirurgia» , ακολουθούμενη από την άδεια ασκήσεως της ιατρικής και της χειρουργικής, και συμπληρώνεται με πτυχίο ειδικεύσεως στον τομέα της οδοντιατρικής. Η ελάχιστη διάρκεια της εκπαιδεύσεως είναι εννέα έτη: έξι έτη ιατρικής εκπαιδεύσεως στα οποία προστίθενται τρία έτη ειδικεύσεως στον τομέα της οδοντιατρικής.
7. Το άρθρο 4 του νόμου 409/85 προβλέπει ότι η εγγραφή στον οδοντιατρικό σύλλογο είναι ασυμβίβαστη με την εγγραφή σε οποιαδήποτε άλλη επαγγελματική ένωση. άντως, το άρθρο 5 παρέχει στους ιατρούς που έχουν ειδικευθεί στον τομέα της οδοντιατρικής τη δυνατότητα να διατηρήσουν συγχρόνως την εγγραφή τους στον ιατρικό και στον οδοντιατρικό σύλλογο. Η μεταβατική διάταξη την οποία αφορά το άρθρο 20 του νόμου αυτού υποχρέωνε τους μη ειδικευμένους ιατρούς, οι οποίοι είχαν αρχίσει την εκπαίδευσή τους πριν από τις 28 Ιανουαρίου 1980, να επιλέξουν την εγγραφή στον οδοντιατρικό σύλλογο εάν είχαν την πρόθεση να ασκήσουν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου, εντός προθεσμίας πέντε ετών από της ενάρξεως της ισχύος του νόμου 409/85, δηλαδή πριν από τις 28 Αυγούστου 1990.
ΙΙ - Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
8. Με το έγγραφο οχλήσεως της 9ης Απριλίου 1997, η Επιτροπή διατύπωσε δύο αιτιάσεις κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας:
- η δεύτερη εκπαίδευση που προβλέπει ο νόμος 409/85 δεν συνάδει προς τα ελάχιστα κριτήρια εκπαιδεύσεως της οδηγίας περί συντονισμού, η οποία απαιτεί εκπαίδευση τουλάχιστον πέντε ετών στον τομέα της οδοντιατρικής. Επιπλέον, η εκπαίδευση αυτή αντιστοιχεί ακριβώς στο ιταλικό πτυχίο ειδικεύσεως στη στοματολογία, του οποίου γίνεται μνεία στο άρθρο 7 της οδηγίας 93/16/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, για τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των ιατρών και της αμοιβαίας αναγνώρισης των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων τους .
- Η δυνατότητα διπλής εγγραφής στον ιατρικό και στον οδοντιατρικό σύλλογο, η οποία παρέχεται στους ιατρούς τους οποίους αφορά το άρθρο 19 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως και οι οποίοι ασκούν κυρίως τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου, δεν συνάδει προς τις οδηγίες περί αναγνωρίσεως ή περί συντονισμού.
9. Με την απάντησή τους, οι ιταλικές αρχές κοινοποίησαν το σχέδιο νόμου 2653 σχετικά με το επάγγελμα του οδοντιάτρου, το οποίο προβλέπει ένα μόνο σύστημα προσβάσεως στο επάγγελμα .
10. Με την αιτιολογημένη γνώμη, η οποία κοινοποιήθηκε στις 18 Μα_ου 1998, η Επιτροπή ενέμεινε στις αιτιάσεις της. Με έγγραφο της 16ης Δεκεμβρίου 1998, οι ιταλικές αρχές διαβίβασαν αντίγραφο του νομοθετικού διατάγματος 386, της 13ης Οκτωβρίου 1998 , με τίτλο «Disposizioni in materia di esercizio della professione di odontoiatra, in attuazione dell'articolo 4 della legge 24 aprile 1998, n° 128».
11. Η προσφυγή της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Μα_ου 1999. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1) να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, διατηρώντας ένα δεύτερο σύστημα εκπαιδεύσεως για την πρόσβαση στο επάγγελμα του οδοντιάτρου, μη σύμφωνο προς την οδηγία περί του συντονισμού, και διατηρώντας τη δυνατότητα διπλής εγγραφής και στον ιατρικό και στον οδοντιατρικό σύλλογο για τους ιατρούς που ασκούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή·
2) να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
12. Η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:
- να κρίνει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη·
- επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
ΙΙΙ - Επί του παραδεκτού της προσφυγής
13. Η Ιταλική Κυβέρνηση αντιτάσσει στην Επιτροπή δύο ενστάσεις απαραδέκτου.
Επί του πρώτου ισχυρισμού περί απαραδέκτου
14. H Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, καταρχάς, ότι η αιτίαση που της απευθύνθηκε, ότι «διατήρησε» το δεύτερο σύστημα εκπαιδεύσεως και τη δυνατότητα διπλής εγγραφής στον ιατρικό και στον οδοντιατρικό σύλλογο, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Για την ακρίβεια, οι επίδικες διατάξεις δεν μπορούσαν να διατηρηθούν, διότι θεσπίστηκαν στο εθνικό δίκαιο μετά την έκδοση της οδηγίας περί συντονισμού και ενόψει της μεταφοράς της στην εθνική έννομη τάξη.
15. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, αν η Επιτροπή είχε την πρόθεση να καταγγείλει την ασυμβατότητα με την οδηγία περί συντονισμού των διατάξεων του νόμου 409/85 σχετικά με το δεύτερο σύστημα εκπαιδεύσεως και τη διπλή εγγραφή στον ιατρικό και στον οδοντιατρικό σύλλογο, θα έπρεπε να προσβάλει μάλλον τη θέση τους σε ισχύ παρά τη διατήρησή τους σε ισχύ.
16. Κατά συνέπεια, η εσφαλμένη διατύπωση της αιτιάσεως αυτής θα μπορούσε να παραπλανήσει την Ιταλική Δημοκρατία, περιορίζοντας τις δυνατότητες άμυνας που διαθέτει.
17. Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
18. Υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή οφείλει, με κάθε δικόγραφο που καταθέτει δυνάμει του άρθρου 226 EK, να παραθέτει τις συγκεκριμένες αιτιάσεις επί των οποίων το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί, καθώς και, κατά τρόπο τουλάχιστον συνοπτικό, τα νομικά και πραγματικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζει τις αιτιάσεις αυτές .
19. Όπως το έγγραφο οχλήσεως που απευθύνει η Επιτροπή στο κράτος μέλος και η αιτιολογημένη γνώμη που διατυπώνει η Επιτροπή, τα οποία οριοθετούν το αντικείμενο της διαφοράς , το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να παρέχει στο οικείο κράτος μέλος τη δυνατότητα να παρουσιάσει την άμυνά του και να αντικρούσει το σύνολο των αιτιάσεων που έχουν προβληθεί εναντίον του από την Επιτροπή.
20. Δεν συνάδουν προς τη νομολογία αυτή οι προσφυγές περί διαπιστώσεως παραβάσεως που ασκούνται με δικόγραφο το οποίο προσβάλλει τα δικαιώματα άμυνας, λόγω της ανακρίβειας των προβαλλομένων αιτιάσεων ή της ελλείψεως νομικής ή πραγματικής αιτιολογίας.
21. Εν προκειμένω, η Ιταλική Κυβέρνηση προσάπτει στην Επιτροπή ότι χρησιμοποιεί ορολογία η οποία δημιουργεί την εντύπωση ότι οι επίμαχες εθνικές διατάξεις είχαν τεθεί σε ισχύ πριν από την οδηγία, ενώ, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, οι διατάξεις αυτές ήσαν μεταγενέστερες της οδηγίας.
22. Η ικανότητα όμως του κράτους μέλους να ετοιμάσει την άμυνά του δεν φαίνεται να εξαρτάται από την ημερομηνία κατά την οποία θεσπίσθηκαν οι εθνικές διατάξεις που κρίθηκαν αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο. Το υποστατό της ίδιας της παραβάσεως είναι ανεξάρτητο από την ημερομηνία αυτή, δεδομένου ότι εξαρτάται από την ύπαρξη των μη σύμφωνων προς το κοινοτικό δίκαιο μέτρων κατά τον χρόνο εκπνοής της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής .
23. Όσον αφορά τα δικαιώματα άμυνας του κατηγορουμένου κράτους μέλους, σημασία έχει να είναι το εν λόγω κράτος μέλος σε θέση να εντοπίσει τις διατάξεις του εθνικού του δικαίου που κρίθηκαν αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο, καθώς και το περιεχόμενό τους.
24. Επιβάλλεται, συναφώς, η παρατήρηση ότι οι διατάξεις αυτές ορίζονται επακριβώς στο δικόγραφο της προσφυγής.
25. Με την πρώτη αιτίαση, η Επιτροπή αμφισβητεί ρητώς τη νομιμότητα της δεύτερης εκπαιδεύσεως που προβλέπει ο νόμος 409/85 . ρος στήριξη της δεύτερης αιτιάσεως που απευθύνει στην Ιταλική Δημοκρατία, η Επιτροπή παραθέτει επίσης το άρθρο 20 του νόμου αυτού και την απόφαση 100/89 του Corte costituzionale, από την οποία προκύπτει ότι εξακολουθεί να είναι δυνατή η διπλή εγγραφή και στον ιατρικό και στον οδοντιατρικό σύλλογο .
26. Λαμβανομένων των διευκρινίσεων αυτών, οι οποίες της παρέχουν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου της προσαπτομένης παραβάσεως, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι δεν ήταν σε θέση να ετοιμάσει την άμυνά της. Κατά συνέπεια, η ένσταση απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου ισχυρισμού περί απαραδέκτου
27. Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει, δεύτερον, ότι η Επιτροπή δεν παρέθεσε, προς στήριξη της προσφυγής της, τις διατάξεις της οδηγίας οι οποίες δεν τηρήθηκαν. Επομένως, δεν εντοπίσθηκαν οι υποχρεώσεις τις οποίες παρέβη η Ιταλική Δημοκρατία.
Επί του παραδεκτού της πρώτης αιτιάσεως
28. ροκειμένου περί της αιτιάσεως σχετικά με τη διάρκεια του δευτέρου συστήματος εκπαιδεύσεως που προβλέπει ο νόμος 409/85, επισημαίνεται ότι η Επιτροπή διευκρίνισε ότι οι υποχρεώσεις τις οποίες αφορά η παράβαση είναι οι προβλεπόμενες στο άρθρο 1 της οδηγίας περί συντονισμού.
29. Η Επιτροπή εξήγησε ότι η τριετής αυτή εκπαίδευση στον τομέα της οδοντιατρικής δεν πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις που διατυπώνονται στο εν λόγω άρθρο, το οποίο απαιτεί ειδική εκπαίδευση πέντε ετών . Κατά τον τρόπο αυτόν, παρέσχε σαφώς στην Ιταλική Δημοκρατία τη δυνατότητα να λάβει γνώση του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται ένα τμήμα της προσφυγής περί διαπιστώσεως παραβάσεως και, επομένως, να ετοιμάσει την άμυνά της.
30. Κατά συνέπεια, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να κριθεί παραδεκτή ως προς το σημείο αυτό.
Επί του παραδεκτού της δεύτερης αιτιάσεως
31. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή παρέλειψε να συνδέσει με συγκεκριμένη διάταξη της οδηγίας περί συντονισμού την αιτίαση σχετικά με τη διπλή εγγραφή και στον ιατρικό και στον οδοντιατρικό σύλλογο των ιατρών τους οποίους αφορά το άρθρο 19 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως. Για τον λόγο αυτόν, η προσφυγή θα πρέπει να κριθεί απαράδεκτη.
32. ριν εξετάσω το ζήτημα αυτό, πρέπει να υπενθυμίσω ορισμένες αρχές που απορρέουν από τη νομολογία σας όσον αφορά το παραδεκτό.
33. Όπως υπενθύμισα, η Επιτροπή οφείλει, με το δικόγραφο της προσφυγής της, να παραθέτει τις συγκεκριμένες αιτιάσεις τις οποίες επικαλείται, καθώς και, κατά τρόπο συνοπτικό, τα νομικά και πραγματικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζονται οι αιτιάσεις αυτές .
34. Σε ορισμένες αποφάσεις, αποφανθήκατε επί λόγων απαραδέκτου που αντλήθηκαν είτε από την αοριστία των αιτημάτων της προσφυγής, είτε από την έλλειψη ρητής παραθέσεως από την Επιτροπή των κανόνων του κοινοτικού δικαίου των οποίων η παράβαση προσάπτεται στο κράτος μέλος.
35. Σε μια από τις αποφάσεις αυτές, το κράτος μέλος καταλόγισε στην Επιτροπή την αοριστία των αιτημάτων της προσφυγής. Η Επιτροπή ζητούσε «να αναγνωριστεί η παράβαση της οδηγίας και ιδίως’ των άρθρων της 2, 3 και 8. Θα μπορούσε όμως να ληφθεί υπόψη μόνον η παράβαση των ρητώς παρατιθεμένων διατάξεων, αποκλειομένης της γενικής αιτιάσεως περί παραβάσεως της οδηγίας αυτής» .
Απορρίψατε τον ισχυρισμό αυτό για τον λόγο ότι τα άρθρα της οδηγίας που παρέθεσε ρητώς η Επιτροπή παρέσχον τη δυνατότητα στην καθής κυβέρνηση να αντιληφθεί χωρίς αμφιβολία ότι η Επιτροπή της είχε προσάψει παράβαση των συγκεκριμένων αυτών διατάξεων. Κατά το Δικαστήριο, το επίρρημα «ιδίως» χρησιμοποιήθηκε με την έννοια του «ειδικώς» προκειμένου να προσδιοριστούν επακριβώς εκείνα τα άρθρα της οδηγίας που δεν είχαν τηρηθεί .
36. Στην ίδια απόφαση, το καθού κράτος μέλος υποστήριξε ότι η παράβαση ενός άρθρου της οδηγίας δεν περιλαμβανόταν στα αιτήματα της αιτιολογημένης γνώμης και είχε προβληθεί για πρώτη φορά με το δικόγραφο της προσφυγής. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, μολονότι ήταν αληθές ότι το επίδικο άρθρο δεν περιλαμβανόταν τύποις στα αιτήματα της αιτιολογημένης γνώμης, ωστόσο μνημονευόταν στο σκεπτικό της μαζί με τις διατάξεις που επικαλέστηκε η Επιτροπή. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου έπρεπε να απορριφθεί . Μια πλέον πρόσφατη απόφαση εφάρμοσε την ίδια αρχή .
37. Σε μια άλλη απόφαση, το οικείο κράτος μέλος αμφισβήτησε ότι το έγγραφο οχλήσεως αποτελούσε έγκυρη πράξη κινήσεως της επίμαχης διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως. Ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή είχε αποστείλει έγγραφο οχλήσεως με τυποποιημένο περιεχόμενο, το οποίο απαριθμούσε σε παράρτημα διάφορες οδηγίες, μεταξύ των οποίων και η αποτελούσα το αντικείμενο της προσφυγής. Επιπλέον, η Επιτροπή είχε δηλώσει ότι ενεργεί σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης EOK αντί του άρθρου 141 της Συνθήκης EKAΕ, που ήταν εντούτοις το μόνο που είχε εφαρμογή στην υπόθεση εκείνη .
Υπενθυμίσατε, καταρχάς, ότι το άρθρο 141 της Συνθήκης EKAΕ ταυτιζόταν με το άρθρο 169 της Συνθήκης EOK. Αφού τονίσατε ότι, σύμφωνα με την παγία νομολογία σας, το έγγραφο οχλήσεως δεν μπορούσε, κατ' ανάγκη, να συνίσταται παρά σε μια πρώτη περίληψη των αιτιάσεων, παρατηρήσατε, στη συνέχεια, ότι ο συνημμένος κατάλογος περιελάμβανε την επίμαχη στην υπόθεση εκείνη οδηγία, η οποία ρητώς μνημονευόταν ως οδηγία Ευρατόμ. Κατά το Δικαστήριο, η Επιτροπή είχε επανορθώσει την έλλειψη παραθέσεως των σχετικών διατάξεων της Συνθήκης ΕΚΑΕ στην αιτιολογημένη γνώμη, όπου έγινε αναφορά σε διάφορα άρθρα της Συνθήκης αυτής. Στις διατάξεις αυτές αναφέρθηκε η Επιτροπή και με το δικόγραφος της προσφυγής .
Διευκρινίσατε, τέλος, ότι η πραγματική αιτίαση της Επιτροπής, δηλαδή η μη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, δεν τροποποιήθηκε κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας. Κατά συνέπεια, το κατηγορούμενο κράτος μέλος δεν μπορούσε να αμφιβάλλει ότι η Επιτροπή του είχε προσάψει, λόγω της μη εκ μέρους του μεταφοράς της επίμαχης οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, παράβαση από πλευράς της Συνθήκης ΕΚΑΕ .
38. Έστω και αν είναι ολιγάριθμες και τα αντικείμενά τους δεν ταυτίζονται απολύτως, οι αποφάσεις αυτές σκιαγραφούν μια τάση η οποία θα ήταν χρήσιμο να διευκρινισθεί, εφόσον το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί ενστάσεως απαραδέκτου που αντλείται από τον αόριστο χαρακτήρα της προσφυγής περί διαπιστώσεως παραβάσεως.
39. Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας αυτής, επιβάλλεται μια πρώτη διαπίστωση: όταν οι κοινοτικοί κανόνες των οποίων προβάλλεται η παράβαση παρατίθενται, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η ένσταση απαραδέκτου που στηρίζεται στην έλλειψη ακριβείας της προσφυγής απορρίπτεται. Αρκεί ότι, στο έγγραφο οχλήσεως, γίνεται μνεία του κειμένου το οποίο περιλαμβάνει τις σχετικές διατάξεις - συνθήκη ή οδηγία, για παράδειγμα - εφόσον οι διατάξεις αυτές μνημονεύονται, στη συνέχεια, στην αιτιολογημένη γνώμη και, τέλος, στο δικόγραφο της προσφυγής. Η θέση των παραπομπών αυτών έχει μικρή σημασία, εφόσον δεν απαιτείται να περιλαμβάνονται στο αιτητικό της αιτιολογημένης γνώμης και της προσφυγής. Αρκεί να μπορούν να γίνουν αντιληπτές, στο σώμα του κειμένου των εγγράφων αυτών, ως προβαλλόμενες από την Επιτροπή προς στήριξη της προσφυγής της.
40. Μπορεί να τεθεί το ερώτημα αν πρέπει να γίνει ένα περαιτέρω βήμα και η προπαρατεθείσα νομολογία να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η αναφορά των σχετικών κοινοτικών διατάξεων, που κρίθηκε επαρκής στις προπαρατεθείσες αποφάσεις, είναι, εν πάση περιπτώσει, αναγκαία. Στην περίπτωση αυτή, η έλλειψη συγκεκριμένης αναφοράς της διατάξεως την οποία παρέβη το κράτος μέλος θα συνεπαγόταν το απαράδεκτο της προσφυγής.
Τονίσατε ότι, καίτοι δεν περιλαμβανόταν τύποις στα αιτήματα της αιτιολογημένης γνώμης, η επίδικη κοινοτική διάταξη μνημονευόταν, εντούτοις, σε άλλο σημείο της εν λόγω γνώμης. Ή ακόμη ότι η Επιτροπή είχε επανορθώσει την έλλειψη παραθέσεως των σχετικών διατάξεων της επίμαχης κοινοτικής πράξεως στην αιτιολογημένη γνώμη και στο δικόγραφος της προσφυγής.
Η ως άνω μέριμνα εξακριβώσεως των αιτιολογικών αναφορών των επιμάχων κειμένων συνεπάγεται υποχρέωση παραθέσεως την οποία υπέχει η Επιτροπή.
41. Δεν νομίζω ότι μια τόση αυστηρή ερμηνεία των προπαρατεθεισών αποφάσεων, η οποία στηρίζεται σε συλλογισμό a contrario, είναι η μόνη δυνατή. Θα ήταν υπερβολικό να απορριφθεί η προσφυγή περί διαπιστώσεως παραβάσεως η οποία δεν παραθέτει τύποις την κοινοτική διάταξη της οποίας προβάλλεται η παράβαση, χωρίς να εξακριβωθεί αν το οικείο κράτος μέλος είναι σε θέση να γνωρίζει το περιεχόμενό της.
42. Το πραγματικό αντικείμενο της συζητήσεως όσον αφορά τον βαθμό ακριβείας των όρων της προσφυγής περί διαπιστώσεως παραβάσεως είναι, προφανώς, η ικανότητα της καθής κυβερνήσεως να οργανώσει την άμυνά της. Δεν μπορεί να αντιτάξει τις σχετικές αντιρρήσεις στις αιτιάσεις που της απευθύνονται εάν αγνοεί το ακριβές περιεχόμενο των κοινοτικών κανόνων των οποίων η παράβαση της καταλογίζεται.
43. Η προπαρατεθείσα νομολογία σας, σχετικά με τα δικαιώματα άμυνας των κρατών μελών όταν διώκονται για παραβίαση του κοινοτικού δικαίου καθώς, και η προπαρατεθείσα νομολογία σχετικά με το περιεχόμενο του δικογράφου της προσφυγής συνηγορούν υπέρ της απόψεως αυτής.
44. Κατά συνέπεια, η προσφυγή περί διαπιστώσεως παραβάσεως είναι παραδεκτή έστω και αν η διάταξη του κοινοτικού δικαίου την οποία παρέβη το καθού κράτος μέλος, κατά τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, δεν παρατίθεται τύποις, εφόσον ο κανόνας δικαίου τον οποίο διατυπώνει μπορεί να συναχθεί συναφώς από την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και από το δικόγραφο της προσφυγής.
45. Το παραδεκτό της δεύτερης αιτιάσεως πρέπει να εξετασθεί υπό το πρίσμα της αρχής αυτής.
46. Με το δικόγραφο της προσφυγής, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η διάκριση μεταξύ του επαγγέλματος του οδοντιάτρου και του επαγγέλματος του ιατρού δεν έχει ολοκληρωθεί στην Ιταλία, χωρίς να συνδέει τον κανόνα αυτόν με συγκεκριμένη διάταξη μιας εκ των δύο οδηγιών.
47. Η οδηγία περί αναγνωρίσεως είναι ο μόνος χρήσιμος κανόνας κοινοτικού δικαίου που παραθέτει η Επιτροπή στον τμήμα της προσφυγής που αφορά τη δεύτερη αιτίαση. Στο τμήμα αυτό εκτίθεται ότι «[η] οδηγία "περί αναγνωρίσεως" αποκλείει τη δυνατότητα της εγγραφής ιατρού κατόχου ενός μόνον πτυχίου και μιας μόνο άδειας ασκήσεως επαγγέλματος συγχρόνως στον ιατρικό και στον οδοντιατρικό σύλλογο» .
Οι επαγγελματίες στους οποίους αναφέρεται η Επιτροπή είναι οι κάτοχοι ιταλικού πτυχίου ιατρικής και χειρουργικής, τους οποίους αφορά το άρθρο 19 της ίδιας οδηγίας. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, κατόπιν της αποφάσεως που εξέδωσε το Corte costituzionale, το άρθρο 20 του νόμου 409/85, το οποίο υποχρεώνει του μη ειδικευμένους ιατρούς που άρχισαν τις σπουδές τους πριν από τις 28 Ιανουαρίου 1980 και ασκούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου να επιλέξουν την εγγραφή στον ένα ή στον άλλο σύλλογο, παραμένει ανεφάρμοστο. Εξακολουθεί να είναι δυνατή η διπλή εγγραφή και τον ιατρικό και στον οδοντιατρικό σύλλογο.
48. Επομένως, η Επιτροπή περιέγραψε τη δεύτερη αιτίαση στο δικόγραφο της προσφυγής αναφερόμενη μόνο στην οδηγία περί αναγνωρίσεως.
49. Αναγνώρισε όμως, στο στάδιο του υπομνήματος απαντήσεως, ότι «η οδηγία "περί αναγνωρίσεως" δεν περιλαμβάνεται ούτε στην αιτιολογημένη γνώμη ούτε στα αιτήματα του δικογράφου της προσφυγής» και κατέληξε διευκρινίζοντας, στο ίδιο στάδιο της διαδικασίας, ότι «το άρθρο 1 της οδηγίας "περί συντονισμού" 78/687 συνιστά προδήλως τον σκελετό των δύο αιτιάσεων» .
50. Απαντώντας στην ένσταση απαραδέκτου που αντέταξε η Ιταλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή θεώρησε σκόπιμο να υπενθυμίσει ότι «περιέγραψε επιμελώς [στην αιτιολογημένη γνώμη και στον δικόγραφο της προσφυγής της] το εθνικό και κοινοτικό "κανονιστικό πλαίσιο" εντός του οποίου εντάσσονται οι δύο τεκμαιρόμενες παραβάσεις της οδηγίας "περί συντονισμού"» .
51. Είναι αληθές ότι το άρθρο 1 της οδηγίας περί συντονισμού, το οποίο, όπως δηλώνει η Επιτροπή στο υπόμνημα απαντήσεως, πρέπει να ληφθεί ως αφετηρία προκειμένου να εξακριβωθεί η ύπαρξη των δύο παραβάσεων που καταλογίζονται στην Ιταλική Δημοκρατία, παρατίθεται στο τμήμα του δικογράφου της προσφυγής που αφορά το νομικό πλαίσιο.
Το τμήμα όμως αυτό, το οποίο είναι καθαρώς περιγραφικό και κοινό για τις δύο αιτιάσεις, στερείται παντελώς αποδεικτικού χαρακτήρα. Κατά το στάδιο αυτό της διαδικασίας, ουδέποτε διαπιστώθηκε κάποια σχέση μεταξύ της παραβάσεως του άρθρου αυτού και της ευχέρειας ταυτόχρονης εγγραφής στις δύο επαγγελματικές ενώσεις .
52. Η οδηγία περί συντονισμού παρατίθεται επίσης στο διατακτικό της προσφυγής, χωρίς ειδική μνεία κανενός άρθρου και χωρίς να συνοδεύεται από νομική αιτιολογία.
53. Κατά συνέπεια, μέχρι τη διευκρίνιση της Επιτροπής, με το υπόμνημα απαντήσεως, ότι η οδηγία περί συντονισμού συνιστά το νομικό έρεισμα στο οποίο στηρίζεται η δεύτερη αιτίαση, γινόταν μνεία μόνον της οδηγίας περί αναγνωρίσεως προς στήριξη του εν λόγω ισχυρισμού σε τμήμα των πράξεών της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας και της ένδικης διαδικασίας, το οποίο ήταν πράγματι αιτιολογημένο.
54. Οι προσπάθειες που καταβάλλει το κράτος μέλος για να εντοπίσει τη νομική βάση της αιτιάσεως που του απευθύνθηκε, οι οποίες ενδέχεται να συνίστανται σε ουσιαστική νομική επιχειρηματολογία κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, δεν μπορούν να αξιοποιηθούν από την Επιτροπή για την εκ των υστέρων άρση των παρατυπιών της διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως, εφόσον είναι πρόδηλον ότι, όπως εν προκειμένω, η αρχική ανεπάρκεια της αιτιολογίας μπορούσε να προκαλέσει πραγματική σύγχυση όσον αφορά την εκ μέρους του κράτους μέλους γνώση της παραβάσεως που του προσάπτεται.
55. Επομένως, θεωρώ ότι η Επιτροπή δεν ικανοποίησε τις προϋποθέσεις που επιβάλλουν να αναφέρονται, στο δικόγραφο της προσφυγής, η ακριβής αιτίαση και τα νομικά και πραγματικά στοιχεία στα οποία η Επιτροπή στηρίζει την αιτίαση αυτή. Κατά συνέπεια, η δεύτερη αιτίαση πρέπει να κριθεί απαράδεκτη.
IV - Επί του ισχυρισμού που αντλείται από την ύπαρξη δεύτερης εκπαιδεύσεως για την πρόσβαση στο επάγγελμα του οδοντιάτρου, μη σύμφωνης προς την οδηγία περί συντονισμού
Επιχειρήματα των διαδίκων
56. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το δεύτερο σύστημα εκπαιδεύσεως που προβλέπει ο νόμος 409/85, στα πλαίσια του οποίου τρία έτη αφιερώνονται στην οδοντιατρική, προδήλως δεν πληροί την προϋπόθεση ειδικής εκπαιδεύσεως πέντε ετών την οποία διατυπώνει το άρθρο 1 της οδηγίας περί συντονισμού.
57. Κατά την Επιτροπή, μια ειδίκευση στον τομέα της ιατρικής δεν μπορεί να εμπίπτει συγχρόνως στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/16 που αφορά τους ιατρούς και στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περί αναγνωρίσεως που αφορά τους οδοντιάτρους. Η οδηγία περί συντονισμού προβλέπει ρητώς τη δημιουργία νέας κατηγορίας επαγγελματιών που έχουν την άδεια ασκήσεως της οδοντιατρικής με τίτλο διαφορετικό από αυτόν του οδοντιάτρου, η οποία κατηγορία καλείται να αντικαταστήσει τους μη ειδικευμένους ιατρούς που ασκούν την οδοντιατρική. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο, το άρθρο 19 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως προβλέπει ότι οι ιατροί - είτε είναι ειδικευμένοι είτε όχι - δεν απολαύουν αυτοδικαίως της αναγνωρίσεως των διπλωμάτων δυνάμει της οδηγίας περί αναγνωρίσεως. Η αναγνώριση τους παρέχεται μόνον κατά παρέκκλιση και προσωρινώς, εφόσον πρέπει να έχουν αρχίσει τις πανεπιστημιακές τους σπουδές στην ιατρική πριν από τις 28 Ιανουαρίου 1980.
58. Επομένως, κατά την Επιτροπή, το δεύτερο σύστημα εκπαιδεύσεως των οδοντιάτρων δεν μπορεί να διατηρηθεί με την ευκαιρία της μεταφοράς της οδηγίας περί συντονισμού στο εσωτερικό δίκαιο. Αντιστοιχεί, άλλωστε, ακριβώς στο πτυχίο της ιατρικής ειδικεύσεως στη στοματολογία (οδοντοστοματολογία) που περιλαμβάνεται στο άρθρο 7 της οδηγίας 93/16.
59. Η Ιταλική Κυβέρνηση αντιτάσσει ότι, για τον υπολογισμό της διάρκειας της εκπαιδεύσεως αυτής, πρέπει να ληφθούν υπόψη ορισμένες περίοδοι σπουδών που συμπληρώθηκαν κατά την εκπαίδευση που απαιτείται για τη λήψη του πτυχίου ιατρικής. Επιπλέον, το άρθρο 1 της οδηγίας περί συντονισμού δεν απαιτεί να πραγματοποιείται η εκπαίδευση την οποία προβλέπει το παράρτημα στο πλαίσιο ενιαίου κύκλου σπουδών που αποσκοπεί αποκλειστικά στη λήψη πτυχίου οδοντιατρικής.
60. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ως οδοντιατρική εκπαίδευση διαρκείας τουλάχιστον πέντε ετών, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας περί συντονισμού, πρέπει να νοηθεί ειδική εκπαίδευση στον τομέα της οδοντιατρικής, η οποία διαρκεί από την έναρξη έως τη λήξη του κύκλου σπουδών, δηλαδή καθόλο το διάστημα των πέντε ετών.
61. Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η οδηγία περί συντονισμού απαιτεί να εκτείνονται οι ειδικές οδοντιατρικές σπουδές στο σύνολο της διάρκειας της πενταετούς εκπαιδεύσεως δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας. ράγματι, το παράρτημα δεν προβλέπει ούτε κατανομή της διάρκειας της εκπαιδεύσεως μεταξύ των διαφόρων γενικών ιατρικών μαθημάτων και των ειδικών μαθημάτων ούτε την ταυτόχρονη και μικτή διδασκαλία των δύο ομάδων μαθημάτων.
Εκτίμηση
62. Από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας περί συντονισμού προκύπτει ότι τα κράτη μέλη εξαρτούν την πρόσβαση στις δραστηριότητες του οδοντιάτρου που ασκούνται με τους τίτλους που ισχύουν στο έδαφός τους και την άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών από την κατοχή τίτλου που παρέχει την εγγύηση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει κατά τη συνολική διάρκεια της εκπαιδεύσεώς του προσήκουσες γνώσεις σε διαφόρους κλάδους σχετικούς με τη οδοντιατρική, καθώς και προσήκουσα πείρα στον τομέα αυτό.
63. Κατά το άρθρο αυτό, «η εκπαίδευση αυτή πρέπει να του παρέχει τις αναγκαίες αρμοδιότητες για το σύνολο των προληπτικών, διαγνωστικών και θεραπευτικών δραστηριοτήτων [όσον αφορά τις ανωμαλίες και τις ασθένειες] των οδόντων, του στόματος, των σιαγόνων και των γύρω ιστών».
64. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, διευκρινίζει, τέλος ότι «η οδοντιατρική αυτή εκπαίδευση περιλαμβάνει συνολικά τουλάχιστον πέντε έτη θεωρητικών και πρακτικών σπουδών κατά πλήρη απασχόληση στην ύλη που απαριθμείται στο παράρτημα και πραγματοποιείται σε πανεπιστήμιο, σε ανώτατο ινστιτούτο αναγνωρισμένο ως ισότιμο ή υπό την εποπτεία πανεπιστημίου».
65. Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, ενώ ορίζει σε πέντε έτη τη συνολική διάρκεια των σπουδών που απαιτούνται για τη συμπλήρωση οδοντιατρικής εκπαιδεύσεως, η διάταξη αυτή ουδέν διαλαμβάνει ως προς τον χρόνο που αφιερώνεται, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, σε έκαστο των μαθημάτων που απαριθμούνται στο παράρτημα της οδηγίας περί συντονισμού.
66. Μεταξύ των τριών κατηγοριών μαθημάτων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα, μόνον η κατηγορία γ_, με τίτλο «Ειδικά οδοντοστοματολογικά μαθήματα», εμπίπτει σε ειδική οδοντιατρική εκπαίδευση. Οι κατηγορίες α_ και β_, που φέρουν, αντιστοίχως, τον τίτλο «Βασικά μαθήματα» και «Ιατροβιολογικά μαθήματα και γενικά ιατρικά μαθήματα», περιλαμβάνουν μαθήματα των οποίων η διδασκαλία είναι αναγκαία για την άσκηση τόσο της ιατρικής όσο και της οδοντιατρικής. Εντούτοις, το άρθρο 1, παράγραφος 2, ουδέν διαλαμβάνει για την ενδεχόμενη ελάχιστη χρονική διάρκεια που θα πρέπει να αφιερωθεί στα καθαρώς οδοντιατρικά μαθήματα.
67. Στο κείμενο που προηγείται της απαριθμήσεως των μαθημάτων περιλαμβάνεται απλώς μια διευκρίνιση, κατά την οποία το πρόγραμμα σπουδών που οδηγεί στη λήψη των τίτλων οδοντιάτρου περιλαμβάνει τουλάχιστον τα μαθήματα αυτά.
68. Κατά συνέπεια, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η οδηγία ουδέν διαλαμβάνει σχετικά με τη διάρκεια της εκπαιδεύσεως που πρέπει να αφιερωθεί, εντός των κρατών μελών, σε κάθε μάθημα ή κατηγορία μαθημάτων, ουδόλως απαγορεύεται η εκπαίδευση η οποία καλύπτει τα μαθήματα της κατηγορίας γ_ του παραρτήματος και περιορίζεται σε διάρκεια μικρότερη των πέντε ετών τα οποία προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας περί συντονισμού.
69. Στην περίπτωση αυτή, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ορθώς οι ιταλικές αρχές διατηρούν ένα δεύτερο σύστημα εκπαιδεύσεως που αποτελείται από έξι έτη ιατρικής εκπαιδεύσεως και τρία έτη ειδικεύσεως στον τομέα της οδοντιατρικής.
70. Εντούτοις, η ως άνω ερμηνεία της οδηγίας περί συντονισμού προσκρούει σε πλείονα εμπόδια.
71. ράγματι, δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η εκπαίδευση που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας περί συντονισμού χαρακτηρίζεται ρητώς ως «οδοντιατρική εκπαίδευση», πράγμα το οποίο προϋποθέτει ότι τα πέντε έτη θεωρητικών και πρακτικών σπουδών που τη συγκροτούν είναι αφιερωμένα σε ουσιαστική διδασκαλία μαθημάτων οδοντιατρικής.
72. Επιπλέον, η προτεινόμενη από την Ιταλική Κυβέρνηση ερμηνεία είναι αντίθετη προς την ομοιόμορφη ερμηνεία της οδηγίας περί συντονισμού, η οποία είναι, εντούτοις, απαραίτητη, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της, δηλαδή της δημόσιας υγείας. Θα ήταν επικίνδυνο να επαφεθεί στην ελεύθερη εκτίμηση των κρατών μελών η μέριμνα καθορισμού, στο πλαίσιο της διάρκειας σπουδών που επιβάλλει η οδηγία αυτή, της κατανομής του χρόνου μεταξύ των οδοντιατρικών και των λοιπών μαθημάτων. Ουδόλως μπορεί να αποκλεισθεί εκ των προτέρων το ενδεχόμενο να περιοριστεί σε μετά βίας επαρκή επίπεδα ο χρόνος που αφιερώνεται στη διδασκαλία των ειδικών οδοντιατρικών μαθημάτων.
73. Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του ιταλικού δικαίου, συνυπάρχουν δύο είδη εκπαιδεύσεως, τα οποία καταλήγουν σε ταυτόσημο δικαίωμα προσβάσεως και ασκήσεως της ίδιας δραστηριότητας, καθώς και στην ίδια αναγνώριση των αντιστοίχων τίτλων στο έδαφος της Κοινότητας. Είναι δυνατόν να δημιουργηθούν αμφιβολίες ως προς τη νομιμότητα της συνυπάρξεως συστημάτων εκπαιδεύσεως τα οποία, παρά το γεγονός ότι η διάρκεια του ενός διαφέρει ουσιωδώς από τη διάρκεια του άλλου, καταλήγουν, κατά τον τρόπο αυτό, σε ταυτόσημους όρους προσβάσεως ασκήσεως και αναγνωρίσεως.
74. Λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων σκέψεων και δεδομένου ότι το κείμενο σχετικά με τη διαρρύθμιση της διδασκαλίας στο πλαίσιο των πέντε ετών δεν παρέχει ακριβείς ενδείξεις, το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας περί συντονισμού πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να κατανείμουν τη διδασκαλία των μαθημάτων της κατηγορίας γ_, που περιλαμβάνονται στο παράρτημα της οδηγίας αυτής, στο σύνολο της νόμιμης διάρκειας που προβλέπει το άρθρο αυτό. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι πρέπει να γίνει δεκτή η προσφυγή της Επιτροπής.
V - Επί των δικαστικών εξόδων
75. Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. άντως, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων. Επειδή η Επιτροπή και η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκαν εν μέρει, το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
ρόταση
76. Λαμβανομένων υπόψη των σκέψεων αυτών, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφασίσει ότι:
«1) Η Ιταλική Δημοκρατία, διατηρώντας ένα σύστημα εκπαιδεύσεως για την πρόσβαση στο επάγγελμα του οδοντιάτρου, το οποίο περιορίζει σε τρία έτη σπουδών την εκπαίδευση στην οδοντιατρική, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 78/687/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδα.»
Full & Egal Universal Law Academy