Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως το Δικαστήριο καλείται να ελέγξει τη διαδικασία που έχει υιοθετήσει η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με τις προαγωγές των υπαλλήλων της.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση του ρωτοδικείου της 25ης Μαρτίου 1999 , με την οποία το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι η επίμαχη διαδικασία δεν εγγυάτο τη «συγκριτική εξέταση των προσόντων» των υποψηφίων, σύμφωνα με το άρθρο 45 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: Κανονισμός).
Ι - Το νομικό πλαίσιο
2. Στο άρθρο 45, παράγραφος 1, του Κανονισμού ορίζεται ότι:
«Η προαγωγή κατά βαθμό παρέχεται με απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής και συνεπάγεται την κατάληψη από τον υπάλληλο του αμέσως ανωτέρου βαθμού της κατηγορίας ή του κλάδου στον οποίο ανήκει. Η προαγωγή γίνεται αποκλειστικά με επιλογή μεταξύ των υπαλλήλων που έχουν συμπληρώσει έναν ελάχιστο χρόνο υπηρεσίας στον βαθμό τους, μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων που έχουν σειρά προαγωγής, καθώς και των εκθέσεων για τους υπαλλήλους αυτούς.
Ο ελάχιστος αυτός χρόνος ανέρχεται, για τους υπαλλήλους που έχουν διοριστεί στον εισαγωγικό βαθμό του κλάδου ή της κατηγορίας τους, σε έξι μήνες από τη μονιμοποίησή τους· για τους άλλους υπαλλήλους ανέρχεται σε δύο έτη.»
3. Τον Νοέμβριο του 1988 η Επιτροπή δημοσίευσε τον πρακτικό οδηγό της διαδικασίας προαγωγών των υπαλλήλων της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: πρακτικός οδηγός) . Σύμφωνα με τον πρακτικό οδηγό, οι ετήσιες προαγωγές των υπαλλήλων της Επιτροπής γίνονται σύμφωνα με μια διαδικασία που αποτελείται από πέντε στάδια τα οποία μπορούν να περιγραφούν ως εξής .
Κατά την πρώτη φάση της διαδικασίας, η διοίκηση δημοσιεύει στο δελτίο διοικητικών πληροφοριών τον πίνακα των δικαιουμένων προαγωγής υπαλλήλων κατά τη συγκεκριμένη περίοδο προαγωγών. Η δημοσίευση αυτή αποσκοπεί στο να παράσχει τη δυνατότητα στους ενδιαφερομένους υπαλλήλους να επισημάνουν στη διοίκηση τυχόν σφάλματα ή παραλείψεις.
Κατά τη δεύτερη φάση, κάθε γενικός διευθυντής της Επιτροπής προβαίνει, σύμφωνα με τις διαδικασίες που έχουν θεσπιστεί στις διάφορες γενικές διευθύνσεις, στη συγκριτική έρευνα των προσόντων των υπαλλήλων της οικείας γενικής διευθύνσεως που έχουν τα τυπικά προσόντα προαγωγής και προτείνει τους προακτέους κατά σειρά προτεραιότητας και κοινοποιεί την πρότασή του στην επιτροπή προαγωγών.
Κατά την τρίτη φάση, η επιτροπή προαγωγών επιλέγει τους υπαλλήλους που θεωρούνται οι πλέον άξιοι προαγωγής, συγκρίνοντας τα προσόντα των υποψηφίων σύμφωνα με την κατάλληλη για τον συγκεκριμένο βαθμό μέθοδο αξιολογήσεως. Η επιτροπή προαγωγών συντάσσει με τον τρόπο αυτό «πίνακα των πλέον αξίων προαγωγής υπαλλήλων» τον οποίο υποβάλλει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ). Ο αριθμός των περιλαμβανομένων στον προκαταρκτικό αυτόν πίνακα υπαλλήλων είναι κατά κανόνα μεγαλύτερος από τον αριθμό των προαγωγών για τις οποίες υπάρχει πρόβλεψη στον προϋπολογισμό.
Κατά την τέταρτη φάση, η ΑΔΑ επικυρώνει τον πίνακα των υπαλλήλων που κρίθηκαν οι πλέον άξιοι προαγωγής και τον δημοσιεύει, με αλφαβητική σειρά, στο δελτίο διοικητικών πληροφοριών.
Τέλος, κατά την τελική φάση, η ΑΔΑ ορίζει ποιες προαγωγές θα πραγματοποιηθούν με βάση τον πίνακα αυτόν και υπογράφει τις ατομικές αποφάσεις. Στη συνέχεια, η διοίκηση δημοσιεύει τον πίνακα των προαχθέντων υπαλλήλων στο δελτίο διοικητικών πληροφοριών.
ΙΙ - ραγματικά περιστατικά και διαδικασία
4. Από τον φάκελο της δικογραφίας προκύπτει σαφώς ότι η Hamptaux - προσφεύγουσα ενώπιον του ρωτοδικείου - προσελήφθη ως υπάλληλος της Επιτροπής την 1η Ιουνίου 1973. Εργάζεται στη Γενική Διεύθυνση ροσωπικού και Διοικήσεως (ΓΔ ΙΧ) και έχει τον βαθμό Β 3 από την 1η Απριλίου 1992.
5. Στο πλαίσιο της διαδικασίας προαγωγών του 1997 προτάθηκε από τη γενική διεύθυνση της προσφεύγουσας η προαγωγή της στον βαθμό Β 2. Στη σειρά προτεραιότητας που κατάρτισε η ΓΔ ΙΧ βρισκόταν στη δέκατη τρίτη θέση επί συνόλου δεκατεσσάρων υποψηφίων .
6. Ωστόσο, τελικώς δεν δόθηκε στην προσφεύγουσα η προαγωγή που επιθυμουσε. Το όνομά της δεν περιελήφθη ούτε στον πίνακα των κριθέντων αξίων προαγωγής υπαλλήλων ούτε στον πίνακα των υπαλλήλων που προήχθησαν το 1997 .
Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, η ΑΔΑ προήγαγε δέκα υπαλλήλους από τη ΓΔ ΙΧ. Μεταξύ αυτών, δύο υποψήφιοι - η Β. και η D. - είχαν ήδη περιληφθεί στον πίνακα των κρινομένων ως αξίων προαγωγής κατά την προηγούμενη διαδικασία, αλλά δεν είχαν τελικώς προαχθεί. Όλοι οι οκτώ άλλοι υποψήφιοι είχαν προταθεί από τη ΓΔ ΙΧ το προηγούμενο έτος, αλλά δεν είχαν περιληφθεί στον πίνακα των κριθέντων ως πλέον αξίων προαγωγής υπαλλήλων.
7. Στις 8 Οκτωβρίου 1997 η προσφεύγουσα υπέβαλε ένσταση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού, την οποία η Επιτροπή απέρριψε με απόφασή της της 30ής Ιανουαρίου 1998.
8. Η Hamptaux άσκησε προσφυγή ενώπιον του ρωτοδικείου στις 13 Μα_ου 1998. Με την προσφυγή αυτή ζήτησε την ακύρωση των δύο μέτρων, δηλαδή της αποφάσεως της ΑΔΑ να την περιλάβει στον πίνακα των πλέον αξίων προαγωγής στον βαθμό Β 2 υπαλλήλων κατά την περίοδο προαγωγών του 1997 και της αποφάσεως της ΑΔΑ περί μη προαγωγής της στον βαθμό Β 2 για την ίδια περίοδο (στο εξής: επίδικες αποφάσεις) .
ΙΙΙ - Η προσβαλλόμενη απόφαση
9. Η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ενώπιον του ρωτοδικείου ότι, εκδίδοντας τις επίδικες αποφάσεις, η Επιτροπή παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 45, παράγραφος 1, του Κανονισμού . Υποστήριξε ότι η ΑΔΑ δεν είχε προβεί στην πραγματικότητα σε συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων για προαγωγή .
10. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή υποστήριξε ότι οι προαγωγές για το έτος 1997 έγιναν σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον πρακτικό οδηγό .
Επισήμανε ότι από τους δέκα υπαλλήλους που προήχθησαν στον βαθμό Β 2 δύο υποψήφιοι είχαν ήδη περιληφθεί στον πίνακα των κρινομένων ως πλέον αξίων προαγωγής υπαλλήλων το 1996, αλλά δεν κατέστη τελικώς δυνατή η προαγωγή τους. εραιτέρω, οι άλλοι οκτώ υποψήφιοι είχαν ήδη προταθεί από τη ΓΔ ΙΧ κατά τη διαδικασία του προηγουμένου έτους, αλλά δεν είχαν περιληφθεί ούτε στον πίνακα των θεωρουμένων ως πλέον αξίων προαγωγής υπαλλήλων ούτε στον πίνακα των προαχθέντων υπαλλήλων.
Η Επιτροπή ανέφερε επίσης ότι οι δέκα αυτοί υπάλληλοι δικαιούνταν κάποιου είδους «προτεραιότητας» έναντι της προσφεύγουσας. Σύμφωνα με τον πρακτικό οδηγό:
- υποψήφιοι που περιελήφθησαν στον πίνακα των πλέον αξίων προαγωγής υπαλλήλων σε μια διαδικασία προαγωγών, αλλά δεν προήχθησαν στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής , περιλαμβάνονται αυτομάτως στον πίνακα των θεωρουμένων ως πλέον αξίων προαγωγής κατά την επόμενη διαδικασία και προάγονται αυτομάτως, εκτός αν δεν είναι «πλέον άξιοι» προαγωγής, και
- οι υποψήφιοι που προτάθηκαν από τη γενική τους διεύθυνση στο πλαίσιο ορισμένης διαδικασίας προαγωγών, αλλά δεν περιελήφθησαν στον πίνακα των θεωρουμένων ως πλέον αξίων προαγωγής υπαλλήλων, εφόσον δεν υπάρξει «εμπεριστατωμένη αιτιολογία περί του αντιθέτου», περιλαμβάνονται αυτομάτως στο επόμενο έτος στον πίνακα των προτεινομένων από τη γενική τους διεύθυνση προακτέων υπαλλήλων.
11. Η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι μια τέτοια αιτιολόγηση δεν συμβιβάζεται με τις διατάξεις του άρθρου 45, παράγραφος 1, του Κανονισμού . Υποστήριξε ότι η συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων στο πλαίσιο συγκεκριμένης διαδικασίας προαγωγών δεν είναι δυνατό να εξαρτάται από το αν οι υπάλληλοι είχαν ήδη προταθεί για προαγωγή σε προηγούμενη διαδικασία.
12. Στην προσβαλλόμενη απόφαση το ρωτοδικείο ανέφερε τα εξής:
«35 ρέπει να υπομνησθεί, καταρχάς, ότι από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η ΑΔΑ, αποφασίζοντας σχετικά με προαγωγή υπαλλήλου, έχει βάσει του ΚΥΚ την εξουσία να προβαίνει στη σχετική επιλογή με βάση συγκριτική εξέταση των προσόντων των προαγωγίμων υποψηφίων με βάση τη μέθοδο την οποία κρίνει ως την πλέον κατάλληλη (...).
36 Επομένως, προς εκτίμηση των προσόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο αποφάσεως περί προαγωγής βάσει του άρθρου 45 του ΚΥΚ, η ΑΔΑ έχει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, ενώ ο έλεγχος του κοινοτικού δικαστή πρέπει να περιορίζεται στο αν η διοίκηση, ενόψει των μεθόδων που ακολούθησε και των λόγων στους οποίους στηρίχθηκε η εκτίμησή της, κινήθηκε εντός ορίων που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση και δεν χρησιμοποίησε την εξουσία της με τρόπο προδήλως εσφαλμένο. Συνεπώς, το ρωτοδικείο δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ΑΔΑ στην εκτίμηση των προσόντων των υποψηφίων (...).
37 Από τον πρακτικό οδηγό [της διαδικασίας προαγωγών των υπαλλήλων της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων] και από τις εξηγήσεις που παρέσχε η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει ότι οι υπάλληλοι που περιλαμβάνονταν ήδη το προηγούμενο έτος στον πίνακα των εχόντων τα περισσότερα προσόντα υπαλλήλων, τον οποίο καταρτίζει η ΑΔΑ, αλλά οι οποίοι δεν είχαν προαχθεί, περιλαμβάνονται αυτομάτως στον αντίστοιχο πίνακα του επομένου έτους, εκτός και αν έπαυσαν να συγκεντρώνουν τα απαιτούμενα προσόντα. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, οι εν λόγω υπάλληλοι προάγονται αυτομάτως.
38 ρέπει να εξετασθεί αν η εν λόγω διαδικασία προσέβαλε τα δικαιώματα της προσφεύγουσας στο πλαίσιο της διαδικασίας προαγωγής.
39 Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 45, παράγραφος 1, του ΚΥΚ ορίζεται ότι:
(...)
40 Στο πλαίσιο αυτό, είναι ανάγκη να εξεταστεί η πρώτη αιτίαση, σύμφωνα με την οποία δεν υπήρξε συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων.
41 Από το άρθρο 45, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ προκύπτει ότι κάθε υπάλληλος που έχει σειρά προαγωγής, δηλαδή που έχει συμπληρώσει ένα ελάχιστο όριο αρχαιότητας στον βαθμό του, δικαιούται να αναμένει από την ΑΔΑ την εκ μέρους της συγκριτική εξέταση των προσόντων του και των εκθέσεων βαθμολογίας του (...).
42 Επομένως, η προσφεύγουσα εδικαιούτο να αναμένει την εκ μέρους της ΑΔΑ συγκριτική εξέταση των προσόντων της και των εκθέσεων βαθμολογίας της στο πλαίσιο της επίμαχης διαδικασίας προαγωγών.
43 Το άρθρο 45, παράγραφος 1, του ΚΥΚ δεν διακρίνει την κατάσταση των υπαλλήλων που περιλαμβάνονταν ήδη το προηγούμενο έτος στον πίνακα των εχόντων τα περισσότερα προσόντα ατόμων, τον οποίο καταρτίζει η ΑΔΑ, έναντι εκείνης των λοιπών υπαλλήλων. ράγματι, δεν θέτει καμία συμπληρωματική προϋπόθεση πέραν εκείνης της ελάχιστης αρχαιότητας στον βαθμό (...).
44 Τόσο από τα έγγραφα που κατέθεσε η Επιτροπή όσο και από τις εξηγήσεις της κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει ότι οι υπάλληλοι που περιλαμβάνονταν το προηγούμενο έτος στον πίνακα των εχόντων τα περισσότερα προσόντα ατόμων, τον οποίο καταρτίζει η ΑΔΑ, και οι οποίοι δεν είχαν προαχθεί, περιλαμβάνονται αυτομάτως στον αντίστοιχο πίνακα του επομένου έτους και προάγονται αυτομάτως, εκτός αν έπαυσαν να συγκεντρώνουν τα απαιτούμενα προσόντα. Κατά συνέπεια, σε αντίθεση με την υποχρέωση που της επιβάλλει το άρθρο 45, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, η ΑΔΑ δεν προέβη, στο πλαίσιο της επίμαχης διαδικασίας προαγωγών, σε συγκριτική εξέταση των προσόντων της προσφεύγουσας, καθώς και των εκθέσεων βαθμολογίας της, έναντι εκείνων των δύο υπαλλήλων που περιλαμβάνονταν ήδη το προηγούμενο έτος στον καταρτισθέντα από την ΑΔΑ πίνακα των εχόντων τα περισσότερα προσόντα υπαλλήλων, προσβάλλοντας ένα αδιαμφισβήτητο δικαίωμα της προσφεύγουσας στο πλαίσιο της διαδικασίας προαγωγών.
45 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή δικαιολόγησε την ενέργεια αυτή υποστηρίζοντας ότι το προηγούμενο έτος είχε ήδη γίνει σύγκριση των προσόντων της προσφεύγουσας με εκείνα του συνόλου των συναδέλφων της. ροσέθεσε ότι οι προτάσεις προαγωγών του προηγουμένου έτους δημιούργησαν τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των προταθέντων υπαλλήλων. Τέλος, υπογράμμισε έντονα ότι το γεγονός ότι η ΑΔΑ περιλαμβάνει κάποιον υπάλληλο στον πίνακα των εχόντων τα περισσότερα προσόντα θεωρείται από την Επιτροπή ως κεκτημένο δικαίωμα για τους εν λόγω υπαλλήλους που δεν προήχθησαν το προηγούμενο έτος και οι οποίοι δεν έπαυσαν να συγκεντρώνουν τα απαιτούμενα προσόντα.
46 Συναφώς, το ρωτοδικείο υπενθυμίζει ότι οι υπάλληλοι δικαιούνται να αναμένουν την εκ μέρους της ΑΔΑ συγκριτική εξέταση των προσόντων τους και των εκθέσεων βαθμολογίας τους στο πλαίσιο κάθε διαδικασίας προαγωγών. Το δικαίωμα αυτό είναι σημαντικό για τον πρόσθετο λόγο ότι οι υπάλληλοι που είχαν τα περισσότερα προσόντα το προηγούμενο έτος δεν είναι κατ' ανάγκη οι ίδιοι το επόμενο έτος. Ομοίως, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι πραγματοποιήθηκε σύγκριση των προσόντων της προσφεύγουσας, στο πλαίσιο των προαγωγών του έτους 1996, με εκείνα των λοιπών υπαλλήλων που είχαν τα περισσότερα προσόντα το 1996.
47 Ακόμη, το ρωτοδικείο δεν μπορεί να δεχθεί τους ισχυρισμούς της Επιτροπής ότι έχει εφαρμογή εν προκειμένω η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Έχει δικαίωμα να ζητήσει την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του κάθε ιδιώτης που βρίσκεται σε κατάσταση από την οποία προκύπτει ότι η κοινοτική διοίκηση, παρέχοντάς του συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις, του δημιούργησε βάσιμες ελπίδες (...). Εντούτοις, υποσχέσεις που δίδονται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι διατάξεις του ΚΥΚ δεν μπορούν να δημιουργήσουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη όσον αφορά το άτομο προς το οποίο απευθύνονται (...).
48 Κατά συνέπεια, έστω και αν η Επιτροπή είχε παράσχει διαβεβαιώσεις στους υπαλλήλους οι οποίοι περιλαμβάνονταν το προηγούμενο έτος στον πίνακα των εχόντων τα περισσότερα προσόντα υπαλλήλων, οι εν λόγω διαβεβαιώσεις ήταν προφανώς παράνομες και δεν μπορούσαν να θεμελιώσουν τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τους. Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή δεν ισχυρίστηκε ότι έδωσε "συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις" που να δημιουργούν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη. Αντιθέτως, δεν αμφισβητείται ότι, τουλάχιστον κατά τη δημοσίευση του ως άνω πίνακα το 1997, περιελήφθη μια προειδοποίηση κατά την οποία "οι περιλαμβανόμενοι στους εν λόγω πίνακες υπάλληλοι οι οποίοι δεν προήχθησαν την ημερομηνία αυτή δεν [έχουν] δικαίωμα να περιληφθούν αυτομάτως στους μεταγενέστερους πίνακες" (βλ. δελτίο διοικητικών πληροφοριών αριθ. 998 της 8ης Αυγούστου 1997, σ. 4).
49 Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι οι υπάλληλοι που περιλαμβάνονταν το προηγούμενο έτος στον πίνακα των εχόντων τα περισσότερα προσόντα υπαλλήλων, τον οποίο καταρτίζει η ΑΔΑ, είχαν κεκτημένο δικαίωμα να προαχθούν το επόμενο έτος, εκτός αν έπαυσαν να συμπληρώνουν τα σχετικά προσόντα, πρέπει να υπομνησθεί ότι ο ΚΥΚ δεν παρέχει κανένα δικαίωμα προς προαγωγή, ούτε καν στους υπαλλήλους που πληρούν όλες τις απαιτούμενες για να προαχθούν προϋποθέσεις (...).
50 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι η επίδικη διαδικασία προαγωγών πάσχει πλημμέλεια που συνιστά ουσιώδες ελάττωμα, καθόσον δεν πληρώθηκε η προϋπόθεση της συγκριτικής εξετάσεως των προσόντων της ενδιαφερομένης και των δύο ατόμων που περιλαμβάνονταν το προηγούμενο έτος στον πίνακα των εχόντων τα περισσότερα προσόντα υπαλλήλων, τον οποίο καταρτίζει η ΑΔΑ, όπως επιτάσσει το άρθρο 45, παράγραφος 1, του ΚΥΚ (...)».
13. Επομένως, το ρωτοδικείο, χωρίς να ερευνήσει τις υπόλοιπες αιτιάσεις που προέβαλε η προσφεύγουσα , ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής περί μη προαγωγής της ενδιαφερομένης στον βαθμό Β 2 κατά τη διαδικασία προαγωγών του 1997.
IV - Η αίτηση αναιρέσεως
14. Με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την προσβαλλομένη απόφαση και, αποφαινόμενο επί της ουσίας της διαφοράς, να απορρίψει την ασκηθείσα προσφυγή. Επικουρικώς, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναπέμψει την υπόθεση στο ρωτοδικείο και να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
15. Η Hamptaux ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης.
16. ρος στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η Επιτροπή επικαλείται έναν μόνο λόγο, την έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως και νομικό σφάλμα.
Επί του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, που αφορά την έλλειψη αιτιολογίας και νομικό σφάλμα
Επιχειρήματα της Επιτροπής
17. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση βασίζεται σε αντιφατική αιτιολογία και σε νομικό σφάλμα. Ειδικότερα, κατά την Επιτροπή, υφίσταται αντίφαση μεταξύ:
α) του ότι το ρωτοδικείο δέχεται ότι η προβλεπόμενη στον πρακτικό οδηγό διαδικασία δεν εξασφαλίζει «συγκριτική εξέταση των προσόντων» των υποψηφίων, καθότι οι περιληφθέντες στον πίνακα των προαγωγίμων και μη προαχθέντες («κατάλοιπα») περιλαμβάνονται αυτοδικαίως στον πίνακα των πλέον αξίων προαγωγής και
β) του ότι το ρωτοδικείο διαπιστώνει ότι, σύμφωνα με την επίμαχη διαδικασία, οι παραλειφθέντες περιλαμβάνονται στον πίνακα των πλέον αξίων προαγωγής υπαλλήλων μόνον εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχουν καταστεί «ανάξιοι προαγωγής».
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η έννοια του όρου «μη άξιος πλέον προαγωγής» είναι ότι δεν δικαιολογείται πλέον να περιλαμβάνεται ο υποψήφιος στον πίνακα προτεραιότητας των πλέον αξίων προαγωγής υπαλλήλων. Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή δεν αντιλαμβάνεται πώς θα ήταν δυνατό να ελέγξει αν ένας υπάλληλος «δεν είναι πλέον άξιος προαγωγής», χωρίς να συγκρίνει τα προσόντα του με αυτά των άλλων υποψηφίων προαγωγής. Στο πλαίσιο αυτό, η εξέταση του αν ο υποψήφιος «δεν είναι πλέον άξιος προαγωγής» ισοδυναμεί με «συγκριτική εξέταση των προσόντων» κατά την έννοια του άρθρου 45 του Κανονισμού.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο εσφαλμένως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι παραλειφθέντες εγγράφονται αυτομάτως στον πίνακα των πλέον αξίων προαγωγής υπαλλήλων. Αντίθετα, από τα περιστατικά που δέχθηκε το ίδιο το ρωτοδικείο συνάγεται ότι η ΑΔΑ ερευνά, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν οι παραλειφθέντες έχουν παύσει να είναι άξιοι προαγωγής από το ένα έτος στο άλλο.
18. Η Επιτροπή διευκρινίζει επίσης ότι υφίσταται υπέρ των παραλειφθέντων ένα είδος «μαχητού τεκμηρίου» σε σχέση με την εγγραφή τους στον πίνακα των πλέον αξίων προαγωγής υπαλλήλων.
Συγκεκριμένα, στις περισσότερες περιπτώσεις, το επίπεδο αποδόσεως των υπαλλήλων είναι σχετικά σταθερό κατά την πορεία τους από το ένα έτος στο άλλο. Επομένως, είναι σπάνιο ένας υποψήφιος που έχει κριθεί «πλέον άξιος προαγωγής» το ένα έτος να καταστεί ξαφνικά «μη άξιος προαγωγής» το επόμενο έτος. Εξάλλου, τα προσόντα ενός υποψηφίου δεν εκτιμώνται σε σχέση με ένα μόνον έτος, αλλά εκτιμώνται κατ' ανάγκην με βάση μακρύτερο χρονικό διάστημα - άλλως θα ευνοούνταν κακώς οι υπάλληλοι που αρκούνται στο να καταβάλλουν προσπάθειες κατά τα έτη στη διάρκεια των οποίων μπορούν να ελπίζουν σε προαγωγή.
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι εύλογο, και δη αναγκαίο, όταν η ΑΔΑ προβαίνει στη «συγκριτική εξέταση των προσόντων» που προβλέπεται στο άρθρο 45 του Κανονισμού, να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι ένας υποψήφιος έχει ήδη περιληφθεί στον πίνακα των πλέον αξίων προαγωγής υπαλλήλων κατά τη διαδικασία προαγωγών του προηγουμένου έτους.
Ανάλυση
19. Καταρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι οι δύο λόγοι αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως που επικαλείται η Επιτροπή - αντιφατική αιτιολογία και νομικό σφάλμα - στηρίζονται σε κοινή επιχειρηματολογία.
Κατ' ουσίαν, η Επιτροπή προσάπτει στο ρωτοδικείο ότι έκρινε ότι η προβλεπόμενη στον πρακτικό οδηγό διαδικασία δεν είναι σύμφωνη με τις επιταγές του άρθρου 45 του Κανονισμού, διότι οι παραλειφθέντες περιλαμβάνονται αυτοδικαίως στον πίνακα των πλέον αξίων προαγωγής υπαλλήλων και προάγονται αυτομάτως, εκτός αν κριθεί ότι «δεν είναι πλέον άξιοι προαγωγής». Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το συμπέρασμα αυτό είναι εσφαλμένο και αντιφατικό, καθότι, σύμφωνα με τον πρακτικό οδηγό, η ΑΔΑ εξετάζει ατομικά για την κάθε περίπτωση αν οι παραλειφθέντες «δεν είναι πλέον άξιοι προαγωγής». Η Επιτροπή εκτιμά ότι η εξέταση του αν ο υποψήφιος «δεν είναι πλέον άξιος προαγωγής» ισοδυναμεί με «συγκριτική εξέταση των προσόντων» των υποψηφίων .
20. Το άρθρο 45, παράγραφος 1, του Κανονισμού επιβάλλει στην ΑΔΑ μια θεμελιώδη υποχρέωση κατά τη διεξαγωγή κάθε διαδικασίας προαγωγών. Υποχρεώνει τη διοίκηση να προβαίνει σε «συγκριτική» εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων που είναι υποψήφιοι προαγωγής καθώς και των εκθέσεων που τους αφορούν.
Η χρήση του όρου «συγκριτική» στο άρθρο 45 συνεπάγεται την εκ μέρους της διοικήσεως συνολική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων προαγωγής προκειμένου να εντοπιστούν οι ομοιότητες ή οι διαφορές που υφίστανται μεταξύ τους. Επομένως, πέραν της ατομικής εκτιμήσεως των προσόντων κάθε υποψηφίου, επιβάλλεται η «αντιπαράθεση» των προσόντων και των εκθέσεων που αφορούν τον καθένα προκειμένου να επιλεγεί ο ή οι υπάλληλος(οι) που δικαιολογείται να προαχθεί(ούν). Επομένως, δυνάμει του άρθρου 45 του Κανονισμού, η ΑΔΑ υποχρεούται, στο πλαίσιο κάθε διαδικασίας προαγωγών, να εκτιμά τα προσόντα κάθε υποψηφίου σε σχέση με τα προσόντα των άλλων υποψηφίων προαγωγής.
21. Η ανάγκη πραγματοποιήσεως «συγκριτικής» εξετάσεως των προσόντων δεν αποκλείει την εκ μέρους της ΑΔΑ δυνατότητα συνεκτιμήσεως του γεγονότος ότι ένας υποψήφιος έχει ήδη περιληφθεί στον πίνακα των πλέον αξίων προαγωγής υπαλλήλων κατά προηγούμενο έτος.
ράγματι, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι «(...) όταν προβαίνει στην εξέταση των προσόντων που προβλέπεται στο προαναφερθέν άρθρο 45, η ΑΔΑ δεν υποχρεούται να στηριχθεί μόνο στις εκθέσεις βαθμολογίας των υποψηφίων αλλά μπορεί να θεμελιώσει επίσης την κρίση της σε άλλες πτυχές των προσόντων των υποψηφίων, όπως άλλες πληροφορίες που έχουν σχέση με την υπηρεσιακή και προσωπική κατάσταση των ενδιαφερομένων (...)» .
Υπό το πρίσμα αυτό, η εγγραφή ενός υποψηφίου στον πίνακα των πλέον αξίων προαγωγής υπαλλήλων σε διαδικασία προαγωγών προηγουμένου έτους εντάσσεται προφανώς στις διάφορες «πτυχές» των επαγγελματικών προσόντων του ενδιαφερομένου. εραιτέρω, όπως τόνισε η Επιτροπή, τα προσόντα ενός υποψηφίου δεν είναι σωστό να εκτιμώνται σε σχέση με ένα μόνον έτος αλλά είναι εύλογο να αποτιμώνται σε ευρύτερη χρονική βάση.
22. Ωστόσο, σε αντίθεση με τα υποστηριζόμενα από την Επιτροπή, θεωρώ ότι η εξέταση του αν ο υποψήφιος «δεν είναι πλέον άξιος προαγωγής», στο πλαίσιο της προβλεπομένης από τον πρακτικό οδηγό διαδικασίας, δεν ταυτίζεται με τη «συγκριτική» εξέταση των προσόντων των υποψηφίων κατά την έννοια του άρθρου 45 του Κανονισμού.
Ειδικότερα, όπως επισήμανε η Hamptaux , ο όρος «μη άξιος πλέον προαγωγής» προϋποθέτει μόνον ατομική εκτίμηση των προσόντων του υποψηφίου. Συνεπάγεται σύγκριση των επαγγελματικών επιδόσεων του ενδιαφερομένου με τις προηγούμενες επιδόσεις του, προκειμένου να κριθεί αν είναι δυνατό να του αναγνωριστεί ότι έχει προσόντα και ιδιότητες τουλάχιστον ίσου επιπέδου με αυτά που επέδειξε κατά τα προηγούμενα έτη. Επομένως, η εξέταση του αν ο υποψήφιος «δεν είναι πλέον άξιος προαγωγής» περιορίζεται σε εξέταση της συμπεριφοράς του ενδιαφερομένου λαμβανομένου ατομικώς. Δεν επιβάλλει στην ΑΔΑ την υποχρέωση να συγκρίνει τα προσόντα του παραλειφθέντος με τα προσόντα των άλλων υποψηφίων για προαγωγή.
23. Εξάλλου, η θέση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία η επίδικη διαδικασία εξασφαλίζει «συγκριτική» εξέταση των προσόντων των υποψηφίων, δεν ενισχύεται ούτε από το γράμμα του πρακτικού οδηγού ούτε από τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας διαφοράς.
24. ράγματι, ο πρακτικός οδηγός δεν περιέχει κανένα στοιχείο που θα επέτρεπε να γίνει δεκτό ότι η ΑΔΑ, όταν εξετάζει αν ένας παραλειφθείς δεν έχει καταστεί «πλέον μη άξιος προαγωγής», προβαίνει επίσης σε σύγκριση των προσόντων του ενδιαφερομένου με τα προσόντα των άλλων υποψηφίων για προαγωγή.
Ειδικότερα, προκειμένου για προτάσεις προαγωγών που διατυπώνονται από τους γενικούς διευθυντές (δεύτερη φάση της επίδικης διαδικασίας), ο πρακτικός οδηγός διευκρινίζει απλώς ότι:
«πρέπει εξάλλου να τονιστεί - πρόκειται δε για πάγια πρακτική που απαιτούν οι επιτροπές προαγωγών - ότι, εφόσον δεν υπάρχει δικαιολογημένο και αιτιολογημένο αίτημα περί του αντιθέτου, οι προταθέντες και περιληφθέντες στον πίνακα της γενικής διευθύνσεως που δεν προήχθησαν περιλαμβάνονται και πάλι στον πίνακα των υποψηφίων με την ίδια σειρά το επόμενο έτος» .
Ομοίως, προκειμένου για την κατάρτιση του σχεδίου πίνακα των πλέον αξίων προαγωγής υπαλλήλων (τρίτη φάση της επίδικης διαδικασίας), ο πρακτικός οδηγός αναφέρει ότι οι επιτροπές προαγωγών «(...) υπό κανονικές συνθήκες περιλαμβάνουν και πάλι στον πίνακα, χωρίς συζήτηση, τους "πλέον αξίους προαγωγής" του προηγουμένου έτους που δεν είχαν προαχθεί» .
Οι επιφυλάξεις που διατυπώνονται κατά τα ανωτέρω στον πρακτικό οδηγό - με τη χρήση εκφράσεων όπως «εφόσον δεν υπάρχει δικαιολογημένο και αιτιολογημένο αίτημα περί του αντιθέτου» ή «υπό κανονικές συνθήκες» - επιτρέπουν βεβαίως να υποτεθεί ότι η Επιτροπή εξετάζει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αν τα προσόντα των παραλειφθέντων δεν έχουν ενδεχομένως «υποτιμηθεί» από το ένα έτος στο άλλο. Αντίθετα, κατά καμία έννοια δεν εξασφαλίζουν ότι η ΑΔΑ θα προβεί, σύμφωνα με το άρθρο 45 του Κανονισμού, σε σύγκριση των προσόντων των παραλειφθέντων με τα προσόντα των άλλων υποψηφίων.
25. Και τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας διαφοράς επιβεβαιώνουν την απουσία «συγκριτικής εξετάσεως των προσόντων» στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπει ο πρακτικός οδηγός.
Υπενθυμίζω ότι, κατά το επίμαχο έτος, η ΑΔΑ προήγαγε δέκα υπαλλήλους της ΓΔ ΙΧ. Μεταξύ αυτών, δύο υποψήφιοι - η Β. και η D. - είχαν ήδη περιληφθεί στον πίνακα των πλέον αξίων προαγωγής υπαλλήλων κατά το προηγούμενο έτος, χωρίς, ωστόσο, να προαχθούν. Όλοι οι άλλοι υποψήφιοι, οκτώ τον αριθμό, είχαν προταθεί το προηγούμενο έτος από τη γενική τους διεύθυνση, αλλά δεν είχαν εγγραφεί στον πίνακα των πλέον αξίων προαγωγής υπαλλήλων.
Είναι βέβαιο ότι η ΑΔΑ έλαβε τις αποφάσεις της περί προαγωγών χωρίς να προβεί σε σύγκριση των προσόντων της προσφεύγουσας με τα προσόντα της Β. και της D.
ράγματι, ενώπιον του ρωτοδικείου, η Επιτροπή ουδόλως αμφισβήτησε την απουσία συγκριτικής εξετάσεως των προσόντων και των εκθέσεων της προσφεύγουσας με αυτά των δύο προαναφερθεισών υποψηφίων . Αντίθετα, περιορίστηκε να υπενθυμίσει ότι, σύμφωνα με τον πρακτικό οδηγό, η Β. και η D. περιελήφθησαν αυτομάτως στον πίνακα των πλέον αξίων προαγωγής υπαλλήλων κατά το έτος 1997 .
Εξάλλου, το ρωτοδικείο διαπίστωσε το πραγματικό αυτό δεδομένο στη σκέψη 44 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατά την απόφαση:
«όπως συνάγεται [από τη δικογραφία] οι [παραλειφθέντες] περιλαμβάνονται αυτομάτως στον πίνακα των πλέον αξίων προαγωγής του επομένου έτους και προάγονται αυτομάτως, εκτός αν έπαυσαν να συγκεντρώνουν τα απαιτούμενα προσόντα. Κατά συνέπεια, σε αντίθεση με την υποχρέωση που της επιβάλλει το άρθρο 45, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, η ΑΔΑ δεν προέβη, στο πλαίσιο της επίμαχης διαδικασίας προαγωγών, σε συγκριτική εξέταση των προσόντων της προσφεύγουσας (...) έναντι εκείνων των δύο υπαλλήλων που περιλαμβάνονταν ήδη το προηγούμενο έτος στον καταρτισθέντα από την ΑΔΑ πίνακα των εχόντων τα περισσότερα προσόντα υπαλλήλων (...)» .
Στη σκέψη 50 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το ρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «η επίδικη διαδικασία προαγωγών πάσχει πλημμέλεια που συνιστά ουσιώδες ελάττωμα, καθόσον δεν πληρώθηκε η προϋπόθεση της συγκριτικής εξετάσεως των προσόντων της ενδιαφερομένης και των δύο ατόμων που περιλαμβάνονταν το προηγούμενο έτος στον πίνακα των εχόντων τα περισσότερα προσόντα υπαλλήλων (...)» .
26. Επομένως, με βάση τα προεκτεθέντα, φρονώ ότι η εξέταση του αν ο υποψήφιος «δεν είναι πλέον άξιος προαγωγής», στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπεται στον πρακτικό οδηγό, δεν ταυτίζεται με τη «συγκριτική εξέταση των προσόντων» των υποψηφίων κατά την έννοια του άρθρου 45 του Κανονισμού. Ειδικότερα, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η ΑΔΑ, όταν εξετάζει αν ο παραλειφθείς ενδεχομένως δεν είναι πλέον άξιος προαγωγής, προβαίνει σε σύγκριση των προσόντων και των εκθέσεων του συνόλου των υπαλλήλων που είναι προαγώγιμοι.
27. Υπό τις συνθήκες αυτές, το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το ρωτοδικείο, κατά το οποίο η επίμαχη διαδικασία δεν εξασφαλίζει την τήρηση των προβλεπομένων στο άρθρο 45 του Κανονισμού, δεν είναι αναιρετέο ούτε λόγω αντιφατικής αιτιολογίας ούτε λόγω νομικού σφάλματος.
28. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη.
Επί των δικαστικών εξόδων
29. Δυνάμει των άρθρων 69, παράγραφος 2, και 118 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της προσφεύγουσας.
Συμπέρασμα
30. Ενόψει των προηγηθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
2) να καταδικάσει την Επιτροπή στα έξοδα της παρούσας δίκης.
Full & Egal Universal Law Academy