Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Η παρούσα προδικαστική παραπομπή αφορά το αν συμβιβάζονται με το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 81 ΕΚ) οι συμφωνίες αποκλειστικής προμηθείας που έχουν συναφθεί στη Φινλανδία από προμηθευτή προϊόντων πετρελαίου στο πλαίσιο των πρατηρίων βενζίνης. Το βασικό ζήτημα που ανέκυψε είναι αν τα αποτελέσματα ορισμένων συμφωνιών οι οποίες, κατά τον χρόνο της διαφοράς της κύριας δίκης, μπορούσαν να καταγγελθούν οποτεδήποτε με τη μόνη επιφύλαξη σύντομης καταγγελίας, μπορούν να εκτιμηθούν διαφορετικά από άλλες συμφωνίες ορισμένου χρόνου του εν λόγω προμηθευτή. άντως, το αιτούν δικαστήριο δεν υπέβαλε κανένα ερώτημα ως προς το αν, στην περίπτωση που τέτοιες συμφωνίες εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, μπορούν να απολαύουν της συναφούς εξαιρέσεως κατά κατηγορίες της Επιτροπής, εφαρμοστέας κατά τον χρόνο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών .
Ι - Το νομικό και πραγματικό πλαίσιο
2. Στις 7 και 15 Οκτωβρίου 1986, η Yötuuli Ky, πρώην Jukkola Ky, συνήψε με την Kesoil Oy, προκάτοχο της Neste Markkinointi Oy, σύμβαση συνεργασίας και διανομής προϊόντων σχετικά με τη λειτουργία πρατηρίων υγρών καυσίμων. Δυνάμει της συμβάσεως η Yötuuli Ky έγινε μέλος του δικτύου διανομής Kesoil Oy και θα πωλούσε αποκλειστικώς, στα πρατήρια βενζίνης των οποίων είναι ιδιοκτήτρια, προϊόντα πετρελαίου και άλλα συναφή προϊόντα της Kesoil Oy. Η ισχύς της συμφωνίας ήταν δεκαετής, μετά δε την παρέλευση της δεκαετίας, θα συνέχιζε να ισχύει, εφόσον δεν καταγγελθεί εκ μέρους ενός των συμβαλλομένων, για πέντε περαιτέρω έτη. Η καταγγελία της συμβάσεως πρέπει να πραγματοποιηθεί έξι μήνες πριν από τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου ισχύος της. άντως, προβλεπόταν επίσης ότι, εφόσον η σύμβαση ισχύσει για τουλάχιστον δέκα έτη, ο αγοραστής μπορεί οποτεδήποτε να την καταγγείλει με προθεσμία καταγγελίας ενός έτους.
3. Με το από 23 Ιουνίου 1998 έγγραφο, η Yötuuli Ky πληροφόρησε την Neste Markkinointi Oy ότι, σύμφωνα με τη σύμβαση, θα έπαυε από 1ης Ιουλίου 1998 τις αγορές καυσίμων. Η Neste Markkinointi Oy (στο εξής: ενάγουσα ή Neste) ενήγαγε στη συνέχεια ενώπιον του Tampereen Käräjäoikeus (πρωτοδικείου του Tampere, στο εξής: εθνικό δικαστήριο) την Yötuuli Ky και τους ομόρρυθμους εταίρους της (αποκαλούμενους συλλογικώς στο εξής: εναγομένους) ζητώντας 530 000 φινλανδικά μάρκα (FIM) ως αποζημίωση για παραβίαση της συμβάσεως καθόσον την κατήγγειλε χωρίς να τηρήσει την απαιτούμενη προθεσμία ενός έτους.
4. Για την άμυνά τους, οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι η υποχρέωση αποκλειστικής προμήθειας αντίκειται στο άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ποσοστό λιγότερο του 5 % των ανεξαρτήτων εμπόρων δεν έχουν τέτοιες υποχρεώσεις στη Φινλανδία, η πρόσβαση στην αγορά της Φιλανδίας περιορίζεται και από την έλλειψη ανεξαρτήτων λιανοπωλητών και ο μεγάλος αριθμός σημείων διανομής σε όλη τη χώρα περιορίζει ακόμη περαιτέρω την πρόσβαση. Επιπλέον, κατά την άποψη των εναγομένων, το άρθρο 10 του κανονισμού 1984/83 δεν ετύγχανε εφαρμογής στη σύμβαση, διότι, εφόσον παρατάθηκε αυτομάτως μετά την αρχική δεκαετή περίοδο, πρέπει να θεωρηθεί ως συναφθείσα για «αόριστη διάρκεια» υπό την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, του κανονισμού αυτού. Συνεπώς, η σύμβαση είναι άκυρη σύμφωνα με το άρθρο 81, παράγραφος 2, ΕΚ.
5. Η ενάγουσα αμφισβήτησε αυτούς τους αμυντικούς ισχυρισμούς. Ισχυρίστηκε ότι υποχρέωση αποκλειστικής προμηθείας απαγορεύεται μόνον αν είναι σαφές, λόγω του συνολικού αποτελέσματος των εν λόγω συμβάσεων, ότι οι εγχώριοι και αλλοδαποί ανταγωνιστές δεν μπορούν να εισέλθουν στην οικεία αγορά, και αν είναι σημαντικό το αποτέλεσμα αυτών και άλλων παρεμφερών συμβάσεων επί της στεγανοποιήσεως της αγοράς. Ενώ 573 από το σύνολο των 1 799 πρατηρίων βενζίνης που λειτουργούσαν στη Φινλανδία στις 31 Δεκεμβρίου 1997 ανήκαν στο δίκτυο της Neste και μολονότι η Neste είχε το 33,5 % της φινλανδικής αγοράς λιανικής πωλήσεως βενζίνης και το 44,2 % της αγοράς αυτής για το πετρέλαιο diesel, τον Ιούλιο του 1998 μόνον 27 από τις συμβάσεις αυτές λιανικής πωλήσεως περιελάμβαναν την επίδικη ρήτρα χρονικής διάρκειας. Τα εν λόγω 27 πρατήρια βενζίνης ήσαν γενικώς μικρού μεγέθους και αντιπροσώπευαν μόνον το 2,48 % και το 1,07 % αντιστοίχως των πωλήσεων βενζίνης και πετρελαίου diesel στη Φιλανδία. Κατά συνέπεια, η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι η συναφθείσα από την Yötuuli Ky σύμβαση δεν μπορεί να είχε κανένα σημαντικό αποτέλεσμα επί της στεγανοποιήσεως της αγοράς και οι ενδεχόμενοι περιορισμοί προσβάσεως στη φιλανδική αγορά δεν απέρρεαν από τις ρήτρες αποκλειστικής προμηθείας των συμβάσεων των πρατηρίων βενζίνης. Ο ανταγωνισμός στην αγορά λιανικής προμηθείας καυσίμων διεξάγεται ουσιαστικά βάσει τιμών.
6. Το εθνικό δικαστήριο, με τη διάταξη περί παραπομπής της 1ης Ιουλίου 1999, θεωρεί ότι ο «βαθμός εξάρτησης που προκαλείται από το δίκτυο [συμβάσεων αποκλειστικής προμηθείας στην φιλανδική αγορά πρατηρίων βενζίνης] είναι σημαντικός». άντως, το εθνικό δικαστήριο τονίζει ότι οι διάδικοι διαφωνούν για το κατά πόσον εμποδίζεται πράγματι η πρόσβαση στην αγορά. αραπέμποντας στη νομολογία του Δικαστηρίου Brasserie de Haecht και Δηλιμίτης, το εθνικό δικαστήριο αναφέρει ότι σύμβαση αποκλειστικής προμηθείας παραβαίνει το άρθρο 1, παράγραφος 1, ΕΚ μόνον αν, λαμβανομένου υπόψη του οικονομικού και νομικού πλαισίου της, εμποδίζει την πρόσβαση στην αγορά ή καθιστά δυσχερέστερη την αύξηση υφισταμένου μεριδίου αγοράς . Συναφώς, πρέπει να εξεταστεί αν η σύμβαση αποτελεί μέρος μιας δέσμης ομοειδών συμφωνιών, το σωρευτικό αποτέλεσμα των οποίων είναι ο περιορισμός του ανταγωνισμού. Δεύτερον, «η σύμβαση πρέπει να έχει σημαντικές επιπτώσεις όσον αφορά τη στεγανοποίηση της αγοράς που επιτυγχάνεται με το προαναφερθέν δίκτυο». Κατά την άποψη του εθνικού δικαστηρίου, η «έκταση των επιπτώσεων μιας συγκεκριμένης συμβάσεως εξαρτάται από τη θέση των συμβαλλομένων στην οικεία αγορά και από τη διάρκειά της».
7. Το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι η ενώπιόν του διαφορά απαιτεί να κριθεί αν «η απαγόρευση που βασίζεται στο συνολικό αποτέλεσμα της δέσμης συμβάσεων εφαρμόζεται επίσης στην υπό κρίση σύμβαση». Συνεπώς, ανακύπτει το ζήτημα αν οι επιπτώσεις των συμβάσεων ενός συγκεκριμένου προμηθευτή επί του ανταγωνισμού πρέπει να ληφθούν υπόψη συνολικώς ή αν μπορούν να ληφθούν υπόψη μεμονωμένα. Κατά την άποψη του εθνικού δικαστηρίου, αν η υπό κρίση σύμβαση ληφθεί υπόψη μαζί με άλλες συμβάσεις λήγουσες μετά την προθεσμία καταγγελίας ενός έτους, δεν έχει προφανώς σημαντικές επιπτώσεις επί της στεγανοποιήσεως της αγοράς. Το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι οι αποφάσεις του ρωτοδικείου Langnese-Iglo κατά Επιτροπής και Schöller κατά Επιτροπής, που ερμηνεύουν την υπόθεση Δηλιμίτης, δεν διευκρινίζουν επαρκώς το ζήτημα κατά πόσον είναι δυνατόν να αναλυθούν μεμονωμένα ορισμένες συμβάσεις . Κατά την άποψη του εθνικού δικαστηρίου, συμβάσεις συναφθείσες για διάρκεια πολλών ετών περιορίζουν περισσότερο την πρόσβαση στην αγορά από τις συμβάσεις που μπορούν να καταγγελθούν βραχυπρόθεσμα. Δεν είναι αυθαίρετο να εξεταστούν μεμονωμένα οι συμβάσεις αυτές για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ στο δίκτυο συμβάσεων που έχει συνάψει συγκεκριμένος προμηθευτής. άντως, η άποψη αυτή προσβάλλει την αρχή της ασφαλείας δικαίου, που απαιτεί ενδεχομένως ότι η εφαρμογή απαγορεύσεως που βασίζεται στο συνολικό αποτέλεσμα των δικτύων συμβάσεων αποκλειστικής προμηθείας μπορεί να γίνει δεκτή μόνον κατόπιν εκτιμήσεως του συνόλου των συναφθεισών από κάθε προμηθευτή συμβάσεων.
8. Το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε το ακόλουθο ερώτημα στο Δικαστήριο:
«Έχει εφαρμογή η κατά το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ περί ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων απαγόρευση σε συμφωνίες αποκλειστικής προμηθείας που συνάπτει ένας προμηθευτής, τις οποίες ο αντισυμβαλλόμενός του λιανοπωλητής μπορεί να καταγγείλει με τήρηση προθεσμίας ενός έτους, όταν όλες οι συμφωνίες αποκλειστικής προμηθείας που συνάπτει ο εν λόγω προμηθευτής, είτε μεμονωμένα είτε λόγω της εντάξεώς τους στο πλαίσιο δέσμης ομοειδών συμφωνιών τις οποίες συνάπτουν όλοι οι προμηθευτές, έχουν σημαντικές επιπτώσεις όσον αφορά τη στεγανοποίηση των αγορών, εφόσον όμως οι παρόμοιες με την υπό κρίση συμφωνίες αντιπροσωπεύουν μόνον ένα πολύ μικρό ποσοστό του συνόλου των συμφωνιών αποκλειστικής προμηθείας που συνάπτονται με τον ίδιο προμηθευτή, οι περισσότερες από τις οποίες είναι συμφωνίες ορισμένου χρόνου για διάστημα ανώτερο του έτους;»
ΙΙ - αρατηρήσεις
9. Η Neste, η Γαλλική Δημοκρατία και η Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις.
10. Η Neste τόνισε στις προφορικές της παρατηρήσεις ότι στην παρούσα υπόθεση δεν ανακύπτει κανένα ζήτημα ως προς την πιθανή εφαρμογή της εξαιρέσεως κατά κατηγορίες. Η Neste ισχυρίζεται ότι ο ανταγωνισμός στην αγορά λιανικής προμηθείας προϊόντων πετρελαίου στη Φινλανδία περιορίζεται σε ανταγωνισμό μεταξύ των σημάτων βάσει τιμής. αραπέμποντας κυρίως στην απόφαση Δηλιμίτης, η Neste ισχυρίζεται ότι συμβάσεις όπως οι επίδικες δεν επιδρούν ή, το πολύ, επιδρούν μόνον ελάχιστα στον ανταγωνισμό στην αγορά αυτή. Το αδιαμφισβήτητο δικαίωμα καταγγελίας μιας συμβάσεως με προθεσμία ενός έτους είναι εντελώς εύλογο δεδομένου ότι χορηγεί και στον πωλητή λιανικής πωλήσεως και στον προμηθευτή εύλογη χρονική περίοδο προετοιμασίας για ομαλή αλλαγή του προμηθευτή του πρατηρίου καυσίμων. Το δικαίωμα αυτό χορηγεί στον πωλητή λιανικής πωλήσεως πραγματική ελευθερία να αλλάξει προμηθευτή, χορηγώντας στον υφιστάμενο προμηθευτή ευκαιρία να ανακτήσει τις συχνά σημαντικές επενδύσεις που έχει πραγματοποιήσει στο πρατήριο καυσίμων επ' ονόματι του μεταπωλητή, ή τις δαπάνες στις οποίες προέβη παρέχοντας στον μεταπωλητή εξοπλισμό ή δάνεια με χαμηλό επιτόκιο.
11. Η Γαλλική Δημοκρατία προτείνει στο Δικαστήριο να αναδιατυπώσει το υποβληθέν ερώτημα ώστε να κρίνει αν σύμβαση περιλαμβάνουσα ρήτρα σιωπηρής ανανεώσεως έχει οπωσδήποτε συναφθεί για «αόριστη διάρκεια» και, στην περίπτωση αυτή, ποιές είναι οι επιπτώσεις των ρητρών αυτών επί της προσβάσεως στην αγορά. Κατά την άποψη της Γαλλικής Δημοκρατίας, η σιωπηρή ανανέωση δεν πρέπει αδιακρίτως, για τους σκοπούς εφαρμογής του κανονισμού 1984/83, να εξομοιούται με αόριστη διάρκεια. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της Γαλλικής Δημοκρατίας τόνισε ότι τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να εκτιμούν ελευθέρως τις πραγματικές επιπτώσεις επί του ανταγωνισμού των συμβάσεων που περιλαμβάνουν ρήτρες σιωπηρής ανανεώσεως· οι ρήτρες αυτές, αν η απαιτουμένη προθεσμία καταγγελίας είναι εύλογη, μπορούν να προωθούν αντί να περιορίζουν τον ανταγωνισμό. Η απαίτηση να εξετάζεται, σε κάθε περίπτωση, συνολικά το δίκτυο των συμβάσεων του προμηθευτή περιορίζει την αυτονομία των εθνικών δικαστηρίων και δεν λαμβάνονται υπόψη τα ενδεχόμενα ανταγωνιστικά αποτελέσματα των σιωπηρώς ανανεώσιμων συμβάσεων, όταν εξακολουθεί να υφίσταται πράγματι η δυνατότητα αλλαγής προμηθευτών. Η Γαλλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να μπορούν να λάβουν υπόψη την ποικιλομορφία των πιθανών καταστάσεων. Σιωπηρώς ανανεώσιμη σύμβαση συναφθείσα για βραχεία περίοδο ενός ή δύο ετών μπορεί να διευκολύνει μεγαλύτερη αλλαγή των προμηθευτών απ' ό,τι συμβάσεις ορισμένης διάρκειας συναφθείσες για τέσσερα ή πέντε έτη. άντως, όταν μια σύμβαση πρέπει να θεωρηθεί ως συναφθείσα για αόριστη διάρκεια, η Γαλλική Δημοκρατία φρονεί ότι το γεγονός και μόνον ότι η κατηγορία των συμβάσεων στις οποίες εντάσσεται μπορεί να αντιπροσωπεύει μόνον ένα μικρό ποσοστό των συμβάσεων αποκλειστικής προμηθείας που συνάπτει ένας συγκεκριμένος προμηθευτής δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μεμονωμένη εξέταση των επιπτώσεων της συμβάσεως αυτής στον ανταγωνισμό.
12. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι οι επιτώσεις ατομικής συμβάσεως ή δέσμης συμβάσεων στον ανταγωνισμό είναι σχετικά ασήμαντες δεν σημαίνει ότι αυτή η σύμβαση ή δέσμη συμβάσεων δεν εμπίπτουν στο άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ. Κατά την άποψη της Επιτροπής, αποφασιστικής σημασίας είναι το ζήτημα αν οι συμβάσεις αυτές έχουν τις ίδιες επιπτώσεις στον ανταγωνισμό, όπως οι άλλες συμβάσεις του ιδίου προμηθευτή. Κατά την άποψη της Επιτροπής, είναι αυθαίρετο και αντίθετο προς την προσέγγιση που υιοθέτησε το Δικαστήριο στην απόφαση Δηλιμίτης , να διαχωριστούν οι συμβάσεις που συνάπτει ένας συγκεκριμένος προμηθευτής. Επιπλέον, το ρωτοδικείο απέρριψε ρητώς τη μέθοδο αυτή στις υποθέσεις Langnese-Iglo και Schöller . Ενώ μόνον το εθνικό δικαστήριο μπορεί να εκτιμήσει τις επιπτώσεις που είχαν στη φινλανδική αγορά οι επίδικες συμβάσεις, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής ισχυρίστηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι οι σιωπηρώς ανανεώσιμες συμβάσεις είναι πιθανώς μεγαλύτερης διάρκειας και, ως εκ τούτου, αποτελούν μεγαλύτερη απειλή για τον ανταγωνισμό απ' ό,τι οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, εφόσον η προκαθορισμένη ημερομηνία λήξεως των τελευταίων αυτών συμβάσεων εστιάζει την προσοχή του λιανοπωλητή επί της δυνατότητας αλλαγής προμηθευτών.
ΙΙΙ - Ανάλυση
Α - Η εξαίρεση κατά κατηγορίες
13. Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο ρώτησε μόνον αν η επίδικη συμφωνία παραβιάζει το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ. αρ' όλ' αυτά, προκύπτει επίσης ότι οι εναγόμενοι υποστήριξαν ότι, αν εφαρμόζεται η απαγόρευση αυτή, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στη σύμβαση η εξαίρεση κατά κατηγορίες ορισμένων συμβάσεων πρατηρίων βενζίνης που προβλέπεται στον τίτλο ΙΙΙ του κανονισμού 1984/83, ο οποίος ίσχυε τον Ιούνιο 1998 όταν οι εναγόμενοι κατήγγειλαν τη σύμβαση . Το εθνικό δικαστήριο δεν υπέβαλε κανένα ερώτημα σχετικά με την εφαρμογή της εξαιρέσεως κατά κατηγορίες, δεδομένου ότι έκρινε προφανώς ότι η εξαίρεση αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής. άντως, η Επιτροπή και η Γαλλική Δημοκρατία υπέβαλαν συναφώς γραπτές παρατηρήσεις. Η Neste δεν υπέβαλε παρατηρήσεις.
14. Το άρθρο 10 του κανονισμού 1984/83 θεσπίζει μια εξαίρεση από το άρθρο 81 ΕΚ στις «συμφωνίες στις οποίες συμμετέχουν μόνο δύο επιχειρήσεις και στις οποίες το ένα συμβαλλόμενο μέρος, ο μεταπωλητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του αντισυμβαλλομένου, του προμηθευτή, σε αντάλλαγμα για την παροχή ειδικών οικονομικών ή χρηματοδοτικών πλεονεκτημάτων, να προμηθεύεται μόνον από αυτό [...] ορισμένα καύσιμα αυτοκινήτων με βάση το πετρέλαιο, ορισμένα καύσιμα αυτοκινήτων και ορισμένα άλλα καύσιμα με βάση το πετρέλαιο που καθορίζονται στη σύμβαση». άντως, το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, ορίζει ότι η εξαίρεση αυτή δεν εφαρμόζεται όταν «η συμφωνία έχει συναφθεί για αόριστο χρόνο ή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δέκα έτη» (η υπογράμμιση δική μου). Στην περίπτωση αυτή, το ζήτημα που μπορεί να ανακύψει είναι αν σύμβαση συναφθείσα για δέκα έτη και, στη συνέχεια, ανανεώσιμη αυτομάτως ελλείψει προθεσμίας καταγγελίας για περιόδους πέντε ετών συνιστά σύμβαση «αόριστου χρόνου» και, ως εκ τούτου, αποκλείεται να τύχει της προβλεπομένης στο άρθρο 10 του κανονισμού 1984/83 εξαιρέσεως.
15. Μολονότι αρχικά πίστευα ότι, για να δοθεί η κατά το δυνατόν πληρέστερη και χρησιμότερη απάντηση στο εθνικό δικαστήριο, θα ήταν σκόπιμο να εξεταστεί η δυνατή εφαρμογή του κανονισμού 1984/83, άλλαξα γνώμη κατόπιν του κατηγορηματικού ισχυρισμού της Neste κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι η εξαίρεση κατά κατηγορίες δεν αμφισβητείται στην προκειμένη περίπτωση . Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν νομίζω ότι είναι σκόπιμο, τουλάχιστον εφόσον δεν υπάρχει ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου, το Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα αν σύμβαση όπως η επίδικη πρέπει να θεωρηθεί ως «αορίστου χρόνου» για τους σκοπούς του κανονισμού 1984/83 και συνεπώς αποκλείεται της εξαιρέσεως κατά κατηγορίες .
Β - Το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ και οι συμβάσεις αποκλειστικής προμηθείας
16. Το ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου προϋποθέτει ότι το δίκτυο συμβάσεων αποκλειστικής προμηθείας της Neste, λαμβανόμενο υπόψη μεμονωμένα ή με τα παράλληλα δίκτυα παρεμφερών συμβάσεων που συνάπτουν άλλοι προμηθευτές προϊόντων πετρελαίου στη Φινλανδία, έχει σημαντικές επιπτώσεις επί της στεγανοποιήσεως της αγοράς. Το εθνικό δικαστήριο έκρινε ότι υπάρχουν τέτοιου είδους επιπτώσεις ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου Brasserie de Haecht και Δηλιμίτης . αρ' όλ' αυτά, το εθνικό δικαστήριο δεν έκρινε οριστικά ότι η πρόσβαση εμποδίζεται πράγματι ή ότι οι επίδικες συμβάσεις συμβάλλουν ουσιωδώς στα σφαιρικά αποτελέσματα στεγανοποιήσεως που δημιουργεί το δίκτυο συμβάσεων της Neste. Το εθνικό δικαστήριο επιθυμεί μάλλον κατ' αρχάς να μάθει αν επιτρέπεται, κατά την εφαρμογή του άρθρου 81 ΕΚ, να εξετάζει μεμονωμένα ορισμένες από τις συμβάσεις του προμηθευτή. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, είναι χρήσιμο να υπενθυμίσω ουσιώδη στοιχεία της νομολογίας.
i) Η κρίσιμη για την υπόθεση νομολογία
17. Στην υπόθεση Brasserie de Haecht, το πραγματικό πλαίσιο συνίστατο στη συνύπαρξη πολυαρίθμων συμβάσεων αποκλειστικής προμήθειας που είχαν επιβληθεί από μικρό αριθμό βελγικών ζυθοποιϊών. Το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί αν, για τους σκοπούς του άρθρου 81 ΕΚ, έπρεπε να εξεταστεί το σφαιρικό οικονομικό πλαίσιο της αγοράς ή τα αποτελέσματα των διαφόρων επιδίκων συμβάσεων, λαμβανομένων υπόψη μεμονωμένα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα αποτελέσματα επί του ανταγωνισμού συμβάσεως αποκλειστικής προμηθείας πρέπει να εκτιμώνται «στο οικονομικό και νομικό πλαίσιο στο οποίο [ανήκει]» . Ο λόγος είναι όταν «θα ήταν μάταιο ... να ερευνηθεί μια συμφωνία ... με βάση τα αποτελέσματά της, αν τα αποτελέσματα αυτά έπρεπε να απομονωθούν από την αγορά, στην οποία εκδηλώνονται και αν μπορούσαν να εξεταστούν μόνο αποκομμένα από το σύνολο των αποτελεσμάτων, συγκλινόντων ή μη, εντός του οποίου παράγονται» . Για να καθοριστεί αν μια συμφωνία εμπίπτει πράγματι στο άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ, το Δικαστήριο έκρινε ότι «η ύπαρξη παρόμοιων συμβάσεων μπορεί να λαμβάνεται υπόψη στο μέτρο που το σύνολο των συμβάσεων αυτού του είδους μπορούν να περιορίσουν την ελευθερία του εμπορίου» (η υπογράμμιση δική μου) .
18. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν υιοθέτησε αυστηρή προσέγγιση της εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ στις συμβάσεις αποκλειστικής προμηθείας. Το Δικαστήριο δεν έκρινε ποτέ τυπικώς ότι οι συμφωνίες αυτές είχαν ως «αντικείμενο» τον περιορισμό του ανταγωνισμού αλλά μάλλον επικεντρώθηκε στο σημείο αν, λαμβανόμενες υπόψη στο σύνολο του οικονομικού και νομικού τους πλαισίου, τα αποτελέσματά τους είναι να περιορίζουν τον ανταγωνισμό. Η ίδια προσέγγιση απαντάται στη θεμελιώδη απόφαση της 30ής Ιουνίου 1966, Société technique minière , στην οποία το Δικαστήριο, γνωρίζοντας τα ενδεχόμενα αποτελέσματα υπέρ του ανταγωνισμού, ως διευκόλυνση της διεισδύσεως στην αγορά, των καθέτων περιορισμών που περιλαμβάνονταν στις συμβάσεις προμηθειών, έκρινε ότι, για σύμβαση περιλαμβάνουσα «ρήτρα παραχωρήσεως αποκλειστικού δικαιώματος πωλήσεων» σε συγκεκριμένη επικράτεια (εν προκειμένω, το σύνολο της επικράτειας κράτους μέλους) «αν πρέπει να θεωρηθεί ως απαγορευμένη λόγω του αντικειμένου ή του αποτελέσματός της, πρέπει να ληφθεί υπόψη ιδίως η φύση και η περιορισμένη ή μη ποσότητα των προϊόντων που αποτελούν το αντικείμενο της συμφωνίας, η θέση και η σπουδαιότητα του παραχωρούντος την αποκλειστικότητα και η θέση και η σπουδαιότητα του αποκλειστικού αντιπροσώπου στην αγορά των προϊόντων για τα οποία πρόκειται, ο μεμονωμένος χαρακτήρας της επίμαχης συμφωνίας ή, αντιθέτως, η ένταξή της σε σύνολο συμφωνιών, η αυστηρότητα των ρητρών που έχουν σκοπό την προστασία της αποκλειστικότητας ή, αντιθέτως, οι δυνατότητες που αφήνονται σε άλλα εμπορικά ρεύματα επί των ιδίων προϊόντων, μέσω επανεξαγωγών ή παραλλήλων εισαγωγών» . Από τις απαρχές του κοινοτικού δικαίου περί ανταγωνισμού το Δικαστήριο υπογράμμισε συνεπώς τη σημασία μιας δυναμικής αναλύσεως του πλαισίου. Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τυπικώς τη μέθοδο αυτή, και την ανέπτυξε πρόσφατα στην υπόθεση Δηλιμίτης, που αφορούσε τη γερμανική αγορά ζύθου.
19. Στην υπόθεση Δηλιμίτης, το Δικαστήριο προέβη κατ' αρχάς σε μια αρκετά ευνοϊκή ως προς το αντικείμενό τους συνολική εκτίμηση της φύσεως των συμβάσεων αποκλειστικής προμηθείας .
«Οι συμβάσεις προμήθειας μπύρας προβλέπουν γενικώς ότι ο προμηθευτής παρέχει στον μεταπωλητή ορισμένα οικονομικά και χρηματικά οφέλη, όπως είναι η χορήγηση δανείων υπό ευνοϊκούς όρους, η μίσθωση χώρων για τη λειτουργία του εστιατορίου ή ποτοπωλείου και η παροχή των τεχνικών εγκαταστάσεων, των επίπλων και του λοιπού αναγκαίου για τη λειτουργία του εστιατορίου εξοπλισμού. Η αντιπαροχή συνίσταται κατά κανόνα στην ανάληψη από τον μεταπωλητή της υποχρεώσεως να προμηθεύεται επί ορισμένη περίοδο τα προϊόντα που αφορά η σύμβαση μόνο από τον προμηθευτή. Η υποχρέωση αποκλειστικής προμήθειας συνοδεύεται κατά κανόνα από απαγόρευση πωλήσεως ανταγωνιστικών προϊόντων εντός του μισθίου.
Το όφελος που αποκομίζει ο προμηθευτής από τη σύναψη των συμβάσεων αυτών συνίσταται στο ότι εξασφαλίζει την πραγματοποίηση ορισμένων πωλήσεων, καθόσον ο μεταπωλητής, λόγω της υποχρεώσεως αποκλειστικής προμήθειας και της απαγορεύσεως του ανταγωνισμού που του έχει επιβληθεί, επικεντρώνει τις προσπάθειές του στην πώληση των προϊόντων που αφορά η σύμβαση. Αποτέλεσμα των συμβάσεων προμήθειας είναι επίσης η συνεργασία με τον μεταπωλητή, η οποία παρέχει στον προμηθευτή τη δυνατότητα να προγραμματίζει τις πωλήσεις του κατά τη διάρκεια της ισχύος της συμβάσεως και να οργανώνει αποτελεσματικά την παραγωγή και διανομή των προϊόντων του.
Οι συμβάσεις προμήθειας μπύρας παρέχουν οφέλη και στον μεταπωλητή, καθόσον του επιτρέπουν να εισέλθει στην αγορά της διανομής μπύρας υπό ευνοϊκούς όρους και με εγγυημένο τον εφοδιασμό του. Η σύμπτωση των συμφερόντων μεταπωλητή και προμηθευτή για την προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων που καλύπτονται από τη σύμβαση αποτελεί εγγύηση και για τον μεταπωλητή σε σχέση με τη συνεργασία του προμηθευτή, ώστε να εξασφαλίζεται η ποιότητα των προϊόντων και η παροχή υπηρεσιών στην πελατεία.
Μολονότι σκοπός των συμφωνιών αυτών δεν είναι ο περιορισμός του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, πρέπει εντούτοις να εξεταστεί αν το αποτέλεσμά τους συνίσταται στην παρακώλυση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού.»
Κατά την άποψή μου, η ίδια συλλογιστική ισχύει για τις υποχρεώσεις αποκλειστικής προμήθειας και αγοράς που επιβάλλονται με τις συμβάσεις των πρατηρίων βενζίνης. Οι συμβάσεις αυτές δεν πρέπει να θεωρηθούν ως εμπίπτουσες στο άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ, εκτός αν, στο οικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου επέρχονται, δεν περιλαμβάνουν ρήτρες τα αποτελέσματα των οποίων επί του ανταγωνισμού παρουσιάζουν «επαρκή βαθμό δυσμενούς επιδράσεως» .
20. Δεδομένου ότι είναι μάλλον απίθανο συμφωνία, λαμβανόμενη υπόψη μεμονωμένα, όπως σύμβαση πρατηρίου βενζίνης που έχει συναφθεί μεταξύ προμηθευτή καυσίμων και έχοντος την εκμετάλλευση τοπικού πρατηρίου βενζίνης, να έχει τα περιοριστικά αποτελέσματα που είναι αναγκαία για να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ, το Δικαστήριο ακολούθησε παγίως την πρόταση του γενικού εισαγγελέα Roemer στην υπόθεση Brasserie de Haecht και έκρινε τα αποτελέσματα των συμφωνιών αυτών στο σφαιρικό οικονομικό τους πλαίσιο . άντως, για να καθοριστεί αν τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να απομονώσουν το δίκτυο συμβάσεων αποκλειστικής προμηθείας ενός συγκεκριμένου προμηθευτή για να καθορίσουν αν, λαμβανόμενα υπόψη μεμονωμένα, τα αποτελέσματα ορισμένων συμφωνιών επί του ανταγωνισμού είναι τόσο αμελητέα ώστε αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 81 ΕΚ, πρέπει να εξεταστεί επιμελώς η δυναμική μέθοδος του πλαισίου που αναλύθηκε από το Δικαστήριο στην υπόθεση Δηλιμίτης, όσον αφορά το αποτέλεσμα παρόμοιων συμφωνιών.
21. Στην υπόθεση Δηλιμίτης, το Δικαστήριο ασχολήθηκε με το ζήτημα αν η ύπαρξη πολλών συμφωνιών αποκλειστικής προμηθείας «εμποδίζει τη διείσδυση στην αγορά» . Για να καθοριστεί εάν επρόκειτο περί αυτού, το Δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε πρώτον να εξεταστεί «η σημασία του δικτύου των συμβάσεων αυτών. Στο δίκτυο αυτό ανήκουν όλες οι παρεμφερείς συμβάσεις βάσει των οποίων ένας μεγάλος αριθμός σημείων πωλήσεως εξαρτάται από ορισμένους εγχώριους παραγωγούς ...», δηλαδή τα σωρευτικά αποτελέσματα επί του ανταγωνισμού των διαφόρων δικτύων παραλλήλων συμβάσεων. άντως, «η ύπαρξη μιας δέσμης παρεμφερών συμβάσεων, ακόμη και αν επηρεάζει σημαντικά τις δυνατότητες διεισδύσεως στην αγορά, δεν αρκεί πάντως για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι υπάρχει στεγανοποίηση της σχετικής αγοράς ...» . Αντιθέτως, προτού καν θεωρηθεί ότι πληρούται αυτό το στοιχείο του κριτηρίου, πρέπει να εξεταστούν επίσης οι «δυνατότητες διεισδύσεως» και ο «ανταγωνισμός» που λειτουργούν στην αγορά .
22. Μόνον αν από την εξέταση των στοιχείων αυτών προκύψει ότι «η διείσδυση στη σχετική αγορά είναι δυσχερής», οι διάφορες μεμονωμένες επίδικες συμβάσεις περιορίζουν δυνητικά τον ανταγωνισμό . άντως, πρέπει να καθοριστεί αν οι συμβάσεις συγκεκριμένου προμηθευτή συμβάλλουν σημαντικά «στην παραγωγή του σωρευτικού αποτελέσματος του συνόλου των παρεμφερών συμβάσεων που έχουν συναφθεί στην αγορά αυτή» . Η εκτίμηση αυτή απαιτεί να ληφθούν υπόψη όχι μόνον το μέρος της αγοράς που κατέχει ο προμηθευτής αυτός, αλλά και η διάρκεια των συμβάσεών του. Εφόσον το ζήτημα της χρονικής διάρκειας είναι ουσιώδες εν προκειμένω, αξίζει να αναφερθεί όλο το σχετικό απόσπασμα της αποφάσεως :
«Αν η διάρκεια αυτή είναι προφανώς υπερβολική σε σχέση με τη μέση διάρκεια των συμβάσεων προμήθειας μπύρας που συνάπτονται γενικά εντός της σχετικής αγοράς, τότε για την ατομική σύμβαση ισχύει η απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1. Μια ζυθοποιία δηλαδή, που ελέγχει σχετικά μικρό μέρος της αγοράς και δεσμεύει τα σημεία πωλήσεών της επί πολλά έτη, μπορεί να συμβάλλει στη στεγανοποίηση της αγοράς στον ίδιο βαθμό με μια ζυθοποιία της οποίας η θέση στην αγορά είναι σχετικά ισχυρή, αλλά αποδεσμεύει κατά τακτά και σύντομα χρονικά διαστήματα τα σημεία πωλήσεώς της.»
ii) Εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση
23. Το εθνικό δικαστήριο δεν αποφάσισε ακόμη αν η πρόσβαση στη φινλανδική αγορά προμηθείας προϊόντων πετρελαίου καθίσταται δυσχερής όσον αφορά το πρώτο στοιχείο του κριτηρίου της αποφάσεως Δηλιμίτης. αρά την ισχυρότατη θέση της Neste στην αγορά (577 πρατήρια βενζίνης σε σύνολο 1 799 στις 31 Δεκεμβρίου 1997), αν νέοι και εξ ίσου αποτελεσματικοί ανταγωνιστές εξακολουθούν να διεισδύουν στην αγορά χωρίς δυσχέρειες, ή αν οι υφιστάμενοι ανταγωνιστές μπορούν ευκόλως να αυξάνουν το μερίδιό τους αγοράς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο ανταγωνισμός επηρεάζεται από την ύπαρξη των υφισταμένων δικτύων παραλλήλων συμφωνιών αποκλειστικής προμηθείας. Η Neste τόνισε, τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές παρατηρήσεις της, ότι δεν υφίσταται περιορισμός που να επηρεάζει την εισαγωγή προϊόντων πετρελαίου στη Φινλανδία, ενώ η τιμή, που είναι το σημαντικότερο στοιχείο του ανταγωνισμού στη λιανική αγορά, καθορίζεται κατά το ουσιώδες μέρος στη διεθνή αγορά και υπολογίζεται συγκεκριμένα, όσον αφορά τις βόρειες χώρες, σε σχέση με τις τιμές που χρεώνονται στους λιμένες της Αμβέρσας, του Ρόττερνταμ και του Άμστερνταμ. Η Neste επέστησε επίσης την προσοχή στους νέους προμηθευτές οι οποίοι, τα τελευταία έτη, κατόρθωσαν να επιβληθούν στη φιλανδική αγορά λιανικής πωλήσεως προϊόντων πετρελαίου, στους οποίους ανήκει η αλυσίδα JET, η οποία σήμερα κατέχει μερίδιο αγοράς 10 % με 25 μόνο πρατήρια βενζίνης, δηλαδή λιγότερο του 2 % του συνολικού αριθμού των πρατηρίων. Επιπλέον, φαίνεται ότι η μέση διάρκεια των συμβάσεων των πρατηρίων βενζίνης στη Φινλανδία, περιλαμβανομένων των πρατηρίων της ενάγουσας, είναι τώρα τρία έως πέντε έτη.
24. άντως, επιβάλλεται η υπενθύμιση ότι οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ότι η φινλανδική αγορά λιανικής προμηθείας προϊόντων πετρελαίου έχει ήδη κορεστεί. Το γεγονός και μόνον ότι ορισμένοι νέοι ανταγωνιστές κατόρθωσαν πρόσφατα να εισέλθουν στην αγορά αυτή και το μερίδιο της Neste στην αγορά μειώθηκε πρόσφατα, δεν εμποδίζει τη διαπίστωση ότι η πρόσβαση στην αγορά είναι «δυσχερής», πράγμα το οποίο εμπίπτει στην αρμοδιότητα μόνον του εθνικού δικαστηρίου, κατ' εφαρμογήν του κριτηρίου της αποφάσεως Δηλιμίτης. Κατά την άποψή μου, πρέπει να υφίσταται πλέον της μιας «πραγματικής δυνατότητας» προσβάσεως, η οποία δεν πρέπει να βασίζεται, τουλάχιστον αποκλειστικά, στην κτήση ή ανάληψη υφισταμένων προμηθευτών . Τέλος, αν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι ο ανταγωνισμός δεν περιορίζεται από τα διάφορα δίκτυα συμφωνιών αποκλειστικής προμηθείας, τα επιχειρήματα των εναγομένων στην υπόθεση Neste θα απορριφθούν, δεδομένου ότι η επίδικη συμφωνία δεν μπορεί, μόνη της, να περιορίσει την ανταγωνισμό για τους σκοπούς του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ.
25. άντως, αν το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι η πρόσβαση στη φινλανδική λιανική αγορά των προϊόντων πετρελαίου καθίσταται δυσχερής από τα διάφορα δίκτυα συμφωνιών αποκλειστικής προμηθείας, επισημαίνεται ότι η διάταξη περί παραπομπής αναφέρει ρητώς - διαπίστωση η οποία φαίνεται εύλογη λαμβανομένης υπόψη της ισχυρής θέσεως της Neste στην αγορά και της σημαντικότητας αναλογίας επί του συνόλου των συμβαλλομένων πρατηρίων βενζίνης που εξαρτώνται από αυτή - ότι είναι σημαντική η συμβολή του δικτύου συμφωνιών της ενάγουσας στη σφαιρική στεγανοποίηση της αγοράς αυτής. Η νέα πτυχή που παρουσιάζει η υπόθεση αυτή είναι ότι το εθνικό δικαστήριο δέχεται προφανώς ότι, εκτός από τις επίδικες 27 συμφωνίες, το σύνολο των συμφωνιών της ενάγουσας που ίσχυαν την 1η Ιουλίου 1998, ημερομηνία κατά την οποία οι εναγόμενοι φέρονται ότι έλυσαν τη σύμβαση, καλυπτόταν από την εξαίρεση κατά κατηγορίες του άρθρου 10 του κανονισμού 1984/83. Συνεπώς, τίθεται το ζήτημα αν επιτρέπεται να αντιμετωπίζονται μεμονωμένα τα αποτελέσματα επί του ανταγωνισμού, κατά την ημερομηνία αυτή, αυτών των 27 συμφωνιών, στο μέτρο που μπορούσαν να καταγγελθούν με προθεσμία καταγγελίας ενός έτους.
26. Από την αρχή της ασφαλείας δικαίου μπορεί να αντληθεί ένα αδιάσειστο επιχείρημα υπέρ της αναγκαιότητας σφαιρικής αναλύσεως προκειμένου να καθοριστεί αν το δίκτυο συμβάσεων ενός προμηθευτή εμπίπτει στο άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ. Η εμπεριστατωμένη οικονομική ανάλυση που απαιτεί ήδη η μέθοδος Δηλιμίτης από τα εθνικά δικαστήρια στα οποία έχει ανατεθεί η εφαρμογή του άρθρου 81 είναι εκ φύσεως σύνθετη και συνεπάγεται σχεδόν αναπόφευκτα δυσχέρειες για όλα τα δικαστήρια, πλην των δικαστηρίων που είναι περισσότερο εξειδικευμένα στο δίκαιο του ανταγωνισμού. Το ίδιο το Δικαστήριο αναγνώρισε το γεγονός αυτό στην υπόθεση Δηλιμίτης όπου επέστησε την προσοχή στο καθήκον της Επιτροπής να συνεργάζεται με τα εθνικά δικαστήρια τα οποία, «στα όρια του εφαρμοστέου εθνικού δικονομικού δικαίου», ζητούν να ενημερωθούν από την Επιτροπή «όταν η συγκεκριμένη εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, του άρθρου 86 παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσχέρειες, να του παράσχει οικονομικά και νομικά στοιχεία που διαθέτει» . Επιπλέον, δεδομένου ότι ένας από τους σημαντικούς και ιδιαίτερους σκοπούς της κοινοτικής πολιτικής ανταγωνισμού - σε αντίθεση με την εθνική πολιτική ανταγωνισμού - είναι η προώθηση της ενοποιήσεως των αγορών των κρατών μελών και η πλειοψηφία των συμφωνιών αποκλειστικής προμήθειας, λαμβανομένων υπόψη μεμονωμένα, δεν επηρεάζει ποτέ το διακρατικό εμπόριο, είναι σαφές ότι είναι τόσο πρόσφορη όσο και ουσιώδης η σφαιρική προσέγγιση του πλαισίου καθενός από αυτά τα δίκτυα συμβάσεων.
27. Θεωρώ ότι οι αποφάσεις που εξέδωσε το ρωτοδικείο στις υποθέσεις Langnese-Iglo κατά Επιτροπής και Schöller κατά Επιτροπής ενισχύουν αυτή την άποψη . Ένα από τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι ενάγουσες στις δύο υποθέσεις ήταν ότι οι συμφωνίες αποκλειστικής προμηθείας που είχαν συνάψει με τους «μικρούς» συνήθεις λιανοπωλητές μπορούν να διακρίνονται από τις πωλήσεις παγωτών στα πρατήρια βενζίνης. Ο πρόεδρος του ρωτοδικείου είχε ήδη δεχθεί την αρχή αυτή σε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, υποβληθείσα το 1992 με σκοπό την αναστολή αποφάσεως της Επιτροπής που είχε εκδοθεί στην υπόθεση αυτή . Αποφασίζοντας μια «προσωρινή λύση» για τους σκοπούς της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, ο ρόεδρος του ρωτοδικείου ανέστειλε την εφαρμογή της προσβαλλομένης αποφάσεως εκτός από την λιανική πώληση στα πρατήρια βενζίνης . Συνεπώς, ο πρόεδρος του ρωτοδικείου επιδίωξε να σταθμίσει τα ανταγωνιστικά οικονομικά συμφέροντα των εναγουσών και των κανονιστικών συμφερόντων της Επιτροπής επιτρέποντας στον ανταγωνιστή τους, την εταιρία Mars, να διαπραγματευθεί με τα πρατήρια βενζίνης «τους όρους διανομής των τεσσάρων ειδών παγωτού της» . άντως, στις επί της ουσίας προσφυγές κατά της οριστικής αποφάσεως που εκδόθηκε το 1993 από την Επιτροπή, το ρωτοδικείο αρνήθηκε να εξετάσει μεμονωμένα τις ατομικές συμφωνίες . αραπέμποντας στην υποθέση Δηλιμίτης, το ρωτοδικείο έκρινε ότι, «όταν πρόκειται για πλέγμα παρεμφερών συμβάσεων που έχει συνάψει ένας μόνον παραγωγός, η εκτίμηση της επιπτώσεως που έχει το πλέγμα αυτό επί της λειτουργίας του ανταγωνισμού ισχύει για το σύνολο των επί μέρους συμβάσεων που το συναποτελούν». Το ρωτοδικείο συμφώνησε επίσης με την Επιτροπή ότι «ο διαχωρισμός των επιδίκων συμβάσεων ... σε διάφορες υποθετικές κατηγορίες θα ήταν μάλλον αυθαίρετος» .
28. αρ' όλ' αυτά, όταν το ρωτοδικείο εξέτασε την άποψη των εναγουσών ότι το άρθρο 3 του κανονισμού 17 δεν χορηγεί στην Επιτροπή την εξουσία να τους απαγορεύει να συνάπτουν στο μέλλον συμβάσεις αποκλειστικής προμηθείας ανάλογες με αυτές που κρίθηκαν αντίθετες προς το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ, έκρινε ότι, «ακόμη και αν από την εξέταση των παρεμφερών συμβάσεων που έχουν συναφθεί στη σχετική αγορά καθώς και των άλλων στοιχείων του οικονομικού και νομικού πλαισίου προκύψει ότι δυσχεραίνεται η πρόσβαση στη συγκεκριμένη αγορά, οι συμβάσεις αποκλειστικής προμηθείας ενός προμηθευτή, η συμβολή των οποίων στο σωρευτικό αποτέλεσμα είναι ασήμαντη, δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1» (η υπογράμμιση δική μου) . Το ρωτοδικείο παρατήρησε στη συνέχεια ότι «το άρθρο 85, παράγραφος 1, δεν αντίκειται, κατά κανόνα, στη σύναψη συμβάσεων αποκλειστικής προμηθείας, οι οποίες δεν συμβάλλουν σημαντικά στη στεγανοποίηση της αγοράς» . Συνεπώς, το ρωτοδικείο έκρινε ότι το συμβατό των συμφωνιών αυτών πρέπει, γενικώς, να εκτιμηθεί στο συνολικό τους πλαίσιο.
29. Επομένως, η νομολογία απαιτεί από τα εθνικά δικαστήρια να λαμβάνουν υπόψη όλες τις «παρεμφερείς» συμφωνίες που συνάπτει ένας συγκεκριμένος προμηθευτής. Συνήθως, επειδή οι διάφορες συμφωνίες αποτελούν ένα δίκτυο συμφωνιών αποκλειστικής προμηθείας που συνάπτει ένας συγκεκριμένος προμηθευτής είναι «παρεμφερείς» αν όχι σχεδόν ταυτόσημες. άντως, νομίζω ότι δεν έπεται ότι οι ιδιαίτερες συμφωνίες που περιλαμβάνουν συγκεκριμένες ρήτρες με προδήλως διαφορετικά οικονομικά αποτελέσματα πρέπει οπωσδήποτε, για τους σκοπούς της εφαρμογής του κριτηρίου Δηλιμίτης, να θεωρηθούν ως «παρεμφερείς». Συντάσσομαι με την Neste ότι η άποψη αυτή δεν είναι ασυμβίβαστη με την νομολογία Langnese-Iglo κατά Επιτροπής, και Schöller κατά Επιτροπής, δεδομένου ότι, στις υποθέσεις αυτές, τα χαρακτηριστικά μόνον ορισμένων σημείων λιανικής πωλήσεως (στην πράξη, των πρατηρίων βενζίνης) προεβλήθησαν για να δικαιολογήσουν διαφορετική εξέταση των συμφωνιών τους από τις συναφθείσες με άλλους πωλητές παγωτών συμφωνίες. Για να είναι λυσιτελής μια διάκριση, πρέπει να είναι σημαντική και να βασίζεται σε ουσιώδεις όρους των επιδίκων συμβάσεων και στα συγκεκριμένα διαφορετικά οικονομικά τους αποτελέσματα.
30. Την άποψη αυτή ενισχύει προφανέστατα η ίδια η απόφαση Δηλιμίτης. Το Δικαστήριο, αναγνωρίζοντας ότι η ρήτρα η οποία επιτρέπει σε συμβαλλόμενο ιδιοκτήτη ζυθεστιατορίου να αγοράζει μπύρα από άλλα κράτη μέλη μπορεί να επηρεάσει την εκτίμηση συμφωνίας αποκλειστικής προμηθείας ενόψει του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, εφόσον επιτρέπει σ' αυτόν τον ιδιοκτήτη ζυθεστιατορίου να προμηθεύεται πράγματι από άλλους προμηθευτές, δέχθηκε προφανώς ότι τα αποτελέσματα επί του ανταγωνισμού κάθε μιας από τις συμφωνίες που συνάπτει ένας προμηθευτής δεν είναι οπωσδήποτε τα ίδια. Το Δικαστήριο έκρινε ότι (η υπογράμμιση δική μου) :
«Αν από την κατά γράμμα ερμηνεία της ρήτρας περί ελεύθερης αγοράς ή από την εξέταση των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων του συνόλου των ρητρών της συμβάσεως εντός του οικονομικού και νομικού πλαισίου τους προκύψει ότι ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής της απαγορεύσεως ανταγωνισμού είναι μόνο θεωρητικός ή έχει απολέσει την οικονομική του αξία, η εν λόγω σύμβαση πρέπει να εξομοιώνεται προς τις κλασικές συμβάσεις προμήθειας μπύρας. Κατά συνέπεια, πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης όπως ακριβώς εκτιμώνται εν γένει οι συμβάσεις προμήθειας μπύρας.
Δεν συμβαίνει το ίδιο όταν η ρήτρα περί ελεύθερης αγοράς εξασφαλίζει πράγματι στους εγχώριους ή αλλοδαπούς προμηθευτές μπύρας προελεύσεως άλλου κράτους μέλους τη δυνατότητα να εφοδιάζουν το συγκεκριμένο σημείο πωλήσεων. Η σύμβαση που περιέχει τέτοια ρήτρα δεν μπορεί καταρχήν να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, οπότε για τη σύμβαση αυτή δεν ισχύει η απαγόρευση που προβλέπει η εν λόγω διάταξη.»
31. Συνεπώς, ορθώς η Neste τονίζει τη σημασία των ρητρών σχετικά με τη «διάρκεια» των συμφωνιών αποκλειστικής προμηθείας των πρατηρίων βενζίνης. Είναι σαφές ότι οι διέπουσες τη διάρκεια των συμφωνιών ρήτρες, που περιλαμβάνονται σε ένα δίκτυο συμφωνιών αποκλειστικής προμηθείας, έχουν σχέση με τα αποτελέσματα των συμφωνιών αυτών, οι δε σύντομες χρονικές περίοδοι είναι, από τη φύση τους, λιγότερο περιοριστικές. ρόκειται για ποσοτικό ζήτημα. Στην υπόθεση Δηλιμίτης, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η συμβολή των επί μέρους συμβάσεων που συνάπτει μια ζυθοποιία στη στεγανοποίηση της αγοράς εξαρτάται από τη διάρκειά τους: «Αν η διάρκεια αυτή είναι προφανώς υπερβολική σε σχέση με τη μέση διάρκεια των συμβάσεων προμήθειας μπύρας που συνάπτονται γενικά εντός της σχετικής αγοράς, τότε για την ατομική σύμβαση ισχύει η απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1» . Κατά την άποψή μου, προκύπτει επίσης το αντίθετο· δηλαδή, αν η διάρκεια ορισμένων επί μέρους συμβάσεων που μπορούν να καταγγελθούν με σύντομη προθεσμία καταγγελίας είναι πολύ μικρότερη από τη διάρκεια του δικτύου των συμφωνιών, το αποτέλεσμά τους στη στεγανοποίηση της οικείας αγοράς μπορεί να είναι τόσο ασήμαντο ώστε δεν εμπίπτουν στο άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ. Τα ούτως διαφοροποιούμενα αποτελέσματα των συμβάσεων μπορούν συνεπώς να εκτιμηθούν μεμονωμένα από τα εθνικά δικαστήρια. Δεν βλέπω τον λόγο να μην εκτιμηθεί μεμονωμένα ένας περιορισμένος αριθμός συμφωνιών που έχει συνάψει προμηθευτής προϊόντων πετρελαίου, ο οποίος συνολικά διαθέτει πολλά σημεία πωλήσεων και δεν δεσμεύει τα εν λόγω σημεία πωλήσεων για μεγαλύτερη διάρκεια από αυτήν που μπορεί να θεωρηθεί απολύτως εύλογη στην οικεία αγορά, τόσο για να μπορούν αυτά τα σημεία πωλήσεων να αλλάζουν προμηθευτές όσο και για να δίνει στους υφισταμένους προμηθευτές την πραγματική δυνατότητα να προετοιμάζονται γι' αυτήν την αλλαγή.
32. Δεν δέχομαι την άποψη της Επιτροπής ότι είναι πάντα αυθαίρετη η υποδιαίρεση ενός δικτύου συμφωνιών αποκλειστικής προμηθείας. Αντιθέτως, νομίζω ότι το εθνικό δικαστήριο ορθώς ανάλυσε τη διάκριση που πρέπει να γίνει, κρίνοντας ότι «μπορεί να συναχθεί η αρχή ότι συμβάσεις ορισμένου χρόνου που συνάπτονται για πολλά έτη περιορίζουν την πρόσβαση στην αγορά πολύ περισσότερο από τις συμβάσεις που μπορούν να καταγγελθούν οποτεδήποτε με τήρηση βραχείας προθεσμίας» και ότι «δεν φαίνεται ότι είναι αυθαίρετη η επιβολή της στηριζόμενης στο σωρευτικό αποτέλεσμα των συμβάσεων απαγορεύσεως μόνον στη πρώτη κατηγορία και όχι στη δεύτερη, εφόσον οι πρώτες αυτές συμβάσεις αποτελούν τον κύριο όγκο των σχετικών συμβάσεων και οι δεύτερες αντιπροσωπεύουν μόνον ένα ελάχιστο ποσοστό των συμβάσεων ενός και του αυτού προμηθευτή που επηρεάζουν σημαντικά το σωρευτικό αποτέλεσμα». Η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε ότι το κύριο πρόβλημα που τίθεται με τις συμφωνίες αποκλειστικής προμηθείας στον τομέα της λιανικής πωλήσεως καυσίμων, όπου ο ανταγωνισμός μεταξύ σημάτων δεν είναι δυνατός στα σημεία πωλήσεων, είναι το πρόβλημα στεγανοποιήσεως της αγοράς για το οποίο, σύμφωνα με την Επιτροπή, ο καλύτερος τρόπος ανορθώσεως είναι να «[περιοριστεί] η πραγματική διάρκεια των συμβάσεων» . Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας στα ερωτήματα του Δικαστηρίου, η Επιτροπή, υπενθυμίζοντας τους προβληματισμούς της όσον αφορά τα αποτελέσματα των σιωπηρώς ανανεωσίμων συμφωνιών, δέχθηκε ότι η προσθήκη ρήτρας βραχύχρονης καταγγελίας σε σύμβαση πρατηρίου βενζίνης μπορεί να διαφοροποιήσει την εκτίμηση του εθνικού δικαστηρίου ως προς το αν η συμφωνία στην οποία εντάσσεται η ρήτρα αυτή συμβάλλει στα σφαιρικά αποτελέσματα επί της προσβάσεως στο δίκτυο συμφωνιών του εν λόγω προμηθευτή .
33. Δέχομαι ότι ένα εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται καταγγελίας συμβάσεως, όταν αντιμετωπίζει επιχείρημα «κοινοτικού δικαίου» που στηρίζεται στο ότι η συμφωνία αποκλειστικής προμηθείας φέρεται ότι δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ, στις περισσότερες περιπτώσεις, έχει να ασχοληθεί μόνο με τη σφαιρική συμβολή του δικτύου των συμφωνιών που έχει συνάψει ένας συγκεκριμένος προμηθευτής επί της στεγανοποιήσεως της αγοράς. άντως, όταν είναι σαφές ότι μικρός αριθμός των συμφωνιών του προμηθευτή αυτού διακρίνεται ευκόλως από τις γενικές συμφωνίες που αποτελούν το δίκτυό του, το εν λόγω εθνικό δικαστήριο δεν πρέπει να εμποδίζεται να εξετάσει μεμονωμένα τα αποτελέσματα αυτού του περιορισμένου αριθμού συμφωνιών . Οι προβληματισμοί σχετικά με την ασφάλεια δικαίου δεν πρέπει να δημιουργούν ασφυκτικό κλοιό στα εθνικά δικαστήρια όταν εξετάζουν τα αποτελέσματα δικτύου συμφωνιών αποκλειστικής προμηθείας.
34. Το γεγονός και μόνον ότι ορισμένες συμφωνίες, λόγω των διαφορετικών χαρακτηριστικών τους, ενδείκνυνται να εκτιμηθούν μεμονωμένα, δεν απαλλάσσει το εθνικό δικαστήριο της υποχρεώσεώς του να κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματά τους, αν περιορίζουν τον ανταγωνισμό και, συνεπώς, αν εμπίπτουν στο άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ. Σχετικά σύντομη προθεσμία καταγγελίας σε ορισμένες αγορές λιανικής πωλήσεως, όπως των παγωτών και της μπύρας, όπου τα προϊόντα διαφοροποιούνται πολύ περισσότερο από ό,τι στη λιανική πώληση των προϊόντων πετρελαίου, μπορεί ακόμα να συμβάλει σημαντικά σε γενικό αποτέλεσμα στεγανοποιήσεως απορρέον από το δίκτυο συμφωνιών ενός μεγάλου προμηθευτή. Αν παρ' όλ' αυτά, όταν ανακύπτει διαφορά, οι εν λόγω συμφωνίες δίνουν στον λιανοπωλητή μια πρακτικώς απεριόριστη δυνατότητα να αλλάζει προμηθευτή χωρίς να εκτίθεται σε κυρώσεις σχετικά με τρέχοντα δάνεια ή σε κάθε άλλο μέτρο με σκοπό να αποτραπεί η καταγγελία της συμβάσεως, είναι δύσκολο να νοηθεί ότι οι συμφωνίες αυτές συνεπάγονται αρνητικό αποτέλεσμα για τον ανταγωνισμό στην οικεία αγορά. Κατά μείζονα λόγο, τούτο θα συνέβαινε αν το εθνικό δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί εν προκειμένω τον ισχυρισμό της Neste ότι δεν υφίστανται σημαντικά εμπόδια για τη διείσδυση στη φινλανδική αγορά της λιανικής πωλήσεως των προϊόντων πετρελαίου.
35. Εν συντομία, είμαι πεπεισμένος, τουλάχιστον όσον αφορά τις συμφωνίες αποκλειστικής προμηθείας στον τομέα των πρατηρίων βενζίνης, όπου συνομολογείται ότι ο ανταγωνισμός περιορίζεται πρακτικώς επί των τιμών μεταξύ σημάτων και όπου είναι επίσης σαφές, σε αντίθεση, παραδείγματος χάρη, με τον τομέα της μπύρας και των παγωτών, ότι δεν υφίσταται καμία προσκόλληση των καταναλωτών σε ένα συγκεκριμένο σήμα· ότι συμφωνία συναφθείσα από προμηθευτή, στην οποία ο λιανοπωλητής μπορεί να θέσει τέλος ανά πάσα στιγμή με τη μόνη επιφύλαξη προθεσμίας καταγγελίας ενός έτους, δεν είναι ανάλογη με άλλες συμφωνίες ορισμένου χρόνου που δεσμεύουν τον λιανοπωλητή με τον προμηθευτή για πολύ μεγαλύτερες χρονικές περιόδους. Τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να κρίνουν μεμονωμένα τέτοιες συμφωνίες, όταν αντιπροσωπεύουν μικρή μειοψηφία του δικτύου συμφωνιών του προμηθευτή και επιτρέπουν πράγματι στον λιανοπωλητή να αλλάζει γρήγορα προμηθευτή.
IV - ρόταση
36. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο υποβληθέν από το Tampereen käräjäoikeus ερώτημα:
«Το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ) δεν τυγχάνει εφαρμογής σε συμφωνία αποκλειστικής προμηθείας συναφθείσα από έναν συγκεκριμένο προμηθευτή ο οποίος, λόγω του ότι η συμφωνία αυτή μπορεί να καταγγελθεί με βραχεία προθεσμία, διαφοροποιείται από οικονομικής απόψεως, όσον αφορά τα αποτελέσματά της επί του ανταγωνισμού, από την πλειοψηφία των άλλων συμφωνιών αποκλειστικής προμηθείας του ιδίου προμηθευτή, εφόσον η επίδικη συμφωνία έχει ασήμαντα αποτελέσματα επί της διεισδύσεως στην αγορά. Το αυτό ισχύει ακόμη και αν όλες οι συμφωνίες αποκλειστικής προμηθείας που έχει συνάψει ο προμηθευτής αυτός, λαμβανόμενες υπόψη ως σύνολο ή από κοινού με τα παράλληλα δίκτυα παρεμφερών συμφωνιών που έχουν συναφθεί με τους άλλους παρόντες στην αγορά προμηθευτές, επιδρούν σημαντικά στη στεγανοποίηση της αγοράς αυτής.»
Full & Egal Universal Law Academy