Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Το Δικαστήριο επιλήφθηκε της παρούσας αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Landesgericht Feldkirch δικάζον ως δικαστήριο εργατικών και κοινωνικών υποθέσεων. Το δικαστήριο αυτό υποβάλλει το ερώτημα περί του συμβατού της προβλεπομένης από εθνική διάταξη προϋποθέσεως κατοικίας για τη χορήγηση παροχής σε χρήμα, κατ' εφαρμογήν του αυστριακού Bundespflegegeldgesetz (ομοσπονδιακού νόμου περί του επιδόματος ειδικής φροντίδας, στο εξής: BPGG) προς το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας , στο εξής: κανονισμός.
ΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία
2. Ο προσφεύγων της κύριας δίκης Friedrich Jauch, γεννηθείς στις 3 Απριλίου 1927, Γερμανός υπήκοος, ο οποίος ανέκαθεν κατοικούσε στο Lindau, γερμανική πόλη κείμενη πλησίον των αυστριακών συνόρων, εργάσθηκε στην Αυστρία από τον Μάιο 1941 έως τον Ιούνιο 1958, χρονική περίοδο κατά την οποία ήταν ασφαλισμένος υποχρεωτικώς, κατόπιν δε από τον Ιούλιο 1958 έως τον Νοέμβριο 1981, περίοδο κατά την οποία ήταν ασφαλισμένος προαιρετικώς. Επομένως, έχει συνολικώς 480 μήνες ασφαλίσεως στην Αυστρία και λαμβάνει από 1ης Μα_ου 1995 σύνταξη, την οποία καταβάλλει το Pensionsversicherungsanstalt der Arbeiter (ίδρυμα ασφαλίσεως συντάξεως των εργαζομένων), καθού της κύριας δίκης.
3. Επειδή ο F. Jauch συμπλήρωσε στη Γερμανία αμελητέες μόνον ασφαλιστικές περιόδους, δεν λαμβάνει γερμανική σύνταξη. Εντούτοις, από την 1η Σεπτεμβρίου 1996 έως τις 31 Αυγούστου 1998 έλαβε, δυνάμει αποφάσεως της 28ης Νοεμβρίου 1996, παροχές της γερμανικής ασφαλίσεως περιθάλψεως που κατέβαλε το Allgemeine Ortskrankenkasse (AOK) Bayern, Pflegekasse Lindau. Ο φορέας αυτός όμως έπαυσε την καταβολή των εν λόγω παροχών στηριζόμενος στην απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Μαρτίου 1998, C-160/96 .
4. Με απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 1998, το καθού της κύριας δίκης απέρριψε την αίτηση που του είχε υποβάλει ο ενδιαφερόμενος προκειμένου να του χορηγηθεί το αυστριακό επίδομα ειδικής φροντίδας δυνάμει του BPGG. Οι αρμόδιοι φορείς στην Αυστρία και στη Γερμανία του αρνήθηκαν το δικαίωμα για παροχή αυτού του είδους και ο F. Jauch άσκησε προσφυγές κατά των αρνητικών αυτών αποφάσεων και στα δύο κράτη μέλη.
5. Στο πλαίσιο της προσφυγής που ασκήθηκε στην Αυστρία, ενώπιον του Landesgericht Feldkirch, το καθού της κύριας δίκης ζήτησε την απόρριψή της για τον λόγο ότι το αυστριακό επίδομα ειδικής φροντίδας αναγράφεται ρητώς στο παράρτημα ΙΙα του κανονισμού ως αποτελούν ειδική παροχή μη στηριζομένη σε εισφορές υπό την έννοια του άρθρου 10α του εν λόγω κανονισμού, της οποίας η εφαρμογή επιφυλάσσεται στα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους.
6. Ενόψει των ειδικών περιστάσεων υπό τις οποίες άρχισαν να ισχύουν οι προβλεπόμενες για τη χρηματοδότηση του επιδόματος ειδικής φροντίδας λεπτομέρειες, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται πάντως αν το εν λόγω επίδομα συνιστά πράγματι ειδική παροχή μη στηριζομένη σε εισφορές υπό την έννοια του προπαρατεθέντος άρθρου 10α.
7. Με την έκδοση του BPGG, οι εισφορές ασφαλίσεως ασθενείας ανήλθαν σε 0,8 %. Κατά τον ίδιο χρόνο, οι μεταφορές κεφαλαίων από την ασφάλιση συντάξεως προς το ίδρυμα ασφαλίσεως ασθενείας μειώθηκαν. Επομένως, ελευθερώθηκαν κεφάλαια για το επίδομα ειδικής φροντίδας.
8. Το Landesgericht Feldkirch αποφάσισε, επομένως, να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Συνιστά παράβαση του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε, το γεγονός ότι το δικαίωμα για καταβολή επιδόματος ειδικής φροντίδας ("Pflegegeld") δυνάμει του Bundespflegegeldgesetz (BPGG - ομοσπονδιακού νόμου περί επιδόματος ειδικής φροντίδας - BGBl. 110/1993), όπως ισχύει σήμερα, εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι το εξαρτημένο άτομο έχει τη συνήθη κατοικία του στην Αυστρία;»
9. Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Ιουνίου 1999. Η Αυστριακή και η Γερμανική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Η Γαλλική και η Ολλανδική Κυβέρνηση καθώς και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ανέπτυξαν τις παρατηρήσεις τους κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
ΙΙΙ - Οι εφαρμοστέες διατάξεις
α) Οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου
10. Κατά το άρθρο 4 του κανονισμού:
«1. Ο παρών κανονισμός ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους ακόλουθους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως:
α) παροχές ασθενείας και μητρότητας·
β) παροχές αναπηρίας, περιλαμβανομένων εκείνων που προορίζονται για τη διατήρηση ή βελτίωση της ικανότητας βιοπορισμού·
γ) παροχές γήρατος·
δ) παροχές επιζώντων·
ε) παροχές εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών·
στ) επιδόματα λόγω θανάτου·
ζ) παροχές ανεργίας·
η) οικογενειακές παροχές.
2. Ο παρών κανονισμός ισχύει για τα γενικά και ειδικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, με ή χωρίς συνεισφορά, καθώς και για συστήματα σχετικά με τις υποχρεώσεις του εργοδότη ή του πλοιοκτήτη εν σχέσει προς τις παροχές που προβλέπονται στην παράγραφο 1.
2α. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά οι οποίες εμπίπτουν σε νομοθεσία ή καθεστώς εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή που εξαιρούνται δυνάμει της παραγράφου 4, όταν οι παροχές αυτές προορίζονται:
α) είτε για να καλύψουν συμπληρωματικά, εναλλακτικά ή επικουρικά την επέλευση οιουδήποτε κινδύνου που εμπίπτει στους κλάδους κοινωνικής ασφάλισης που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως η) της παραγράφου 1·
β) είτε μόνον για να εξασφαλίσουν την ειδική προστασία των μειονεκτούντων ατόμων.
2β. Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται στις διατάξεις της νομοθεσίας κράτους μέλους σχετικά με τις ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά, που αναφέρονται στο τμήμα ΙΙΙ του παραρτήματος ΙΙ, των οποίων η εφαρμογή περιορίζεται σε ένα μέρος του εδάφους του.
3. [...]
4. [...]».
11. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού έχει ως εξής:
«1. Εκτός αν ο παρών κανονισμός προβλέπει άλλως, οι εις χρήμα παροχές αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων, οι συντάξεις εργατικών ατυχημάτων ή επαγγελματικής ασθένειας και τα επιδόματα θανάτου που αποκτώνται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών δεν δύνανται να υποστούν καμία μείωση, τροποποίηση, αναστολή, κατάργηση, κατάσχεση επειδή ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο, όπου ευρίσκεται ο φορέας οφειλέτης.
Το προηγούμενο εδάφιο έχει, επίσης, εφαρμογή επί παροχών εφάπαξ που χορηγούνται σε περίπτωση νέου γάμου του επιζώντος συζύγου, ο οποίος είχε δικαίωμα συντάξεως επιζώντος.»
12. Το άρθρο 10α, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει:
«αρά τις διατάξεις του άρθρου 10 και του τίτλου ΙΙΙ, τα άτομα στα οποία εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός λαμβάνουν τις ειδικές εις χρήμα παροχές χωρίς συνεισφορά της παραγράφου 2α του άρθρου 4 αποκλειστικά στο έδαφος και σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους, όπου κατοικούν, εφόσον αυτές περιλαμβάνονται στο παράρτημα 11α. Οι παροχές αυτές βαρύνουν τον φορέα του τόπου κατοικίας από τον οποίο και καταβάλλονται».
13. Στο παράρτημα ΙΙα (ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά [υπό την έννοια του άρθρου 10α του κανονισμού]), περιλαμβάνονται οι ακόλουθες μνείες:
«ΙΑ. Αυστρία
α) [...]
β) Επίδομα ειδικής φροντίδας (Pflegegeld) βάσει του οικείου αυστριακού ομοσπονδιακού νόμου (Bundespflegegeldgesetz) εξαιρουμένου του επιδόματος ειδικής φροντίδας που καταβάλλεται από φορείς ασφάλισης κατά ατυχήματος όταν η αναπηρία έχει προκληθεί από εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική νόσο.»
β) Οι εθνικές διατάξεις
14. Στην Αυστρία, από το 1993, το επίδομα ειδικής φροντίδας που προβλέπει ο BPGG έχει ως σκοπό, κατά το άρθρο 1 του νόμου αυτού, να εξασφαλίζει, υπό τη μορφή κατ' αποκοπήν εισφοράς, μια ενίσχυση και μια βοήθεια στα εξαρτημένα άτομα προκειμένου να βελτιώνονται οι πιθανότητες που έχουν να ζουν αυτόνομα και σύμφωνα προς τις ανάγκες τους.
15. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του BPGG:
«Δικαιούνται του δικαιώματος ειδικής φροντίδας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος ομοσπονδιακού νόμου, στο μέτρο που ο συνήθης τόπος κατοικίας τους είναι η Αυστρία:
1. Οι δικαιούχοι πλήρους συντάξεως, των οποίων η εξάρτηση οφείλεται σε εργατικό ατύχημα (ατύχημα κατά την υπηρεσία) ή σε επαγγελματική ασθένεια, ή συντάξεως (εκτός της συντάξεως των ανθρακωρύχων) που καταβάλλεται δυνάμει του
a) Allgemeine Sozialversicherungsgesetz (ASVG), BGBl. no 189/1955·
b) [...]».
16. Δυνάμει του άρθρου 22 του BPGG, το επίδομα ειδικής φροντίδας καταβάλλεται από τους φορείς υποχρεωτικής ασφαλίσεως συντάξεων και ατυχημάτων. Εντούτοις, το άρθρο 23 του BPGG προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι το κράτος «επιστρέφει στους φορείς της υποχρεωτικής ασφαλίσεως συντάξεως τις αποδεικνυόμενες δαπάνες, δυνάμει του παρόντος ομοσπονδιακού νόμου, στον χωριστό λογαριασμό αποτελέσματος που πρέπει να συντάσσεται δυνάμει των διατάξεων που εφαρμόζονται στους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως και οι οποίες αφορούν το επίδομα ειδικής φροντίδας, τις παροχές σε είδος, τα μεταφορικά έξοδα, την υπηρεσία του ιατρού-συμβούλου και τη συνήθη παρακολούθηση, τα έξοδα κοινοποιήσεως, το μερίδιο των διοικητικών εξόδων που αντιστοιχεί στις δαπάνες αυτές, καθώς και τα διάφορα έξοδα».
IV - Οι απόψεις των συμμετεχόντων στη δίκη
α) Η Αυστριακή Κυβέρνηση
17. Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προϋπόθεση της κατοικίας για τη χορήγηση του επιδόματος ειδικής φροντίδας, που αναγράφεται στο παράρτημα ΙΙα του κανονισμού, δεν αντιβαίνει στις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού.
18. Κατ' αυτήν, από τη νομολογία του Δικαστηρίου σαφώς προκύπτει ότι αυτό επέλεξε να μην αμφισβητεί τις περιλαμβανόμενες στο παράρτημα αυτό μνείες. Στη σκέψη 30 της αποφάσεως της 4ης Νοεμβρίου 1997, Snares , το Δικαστήριο πράγματι έκρινε ότι «το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης μνημονεύει μια ρύθμιση, όπως αυτή που αφορά το DLA, στο παράρτημα ΙΙα του κανονισμού 1408/71 πρέπει να θεωρηθεί ως σημαίνον ότι οι παροχές που χορηγούνται βάσει της ρυθμίσεως αυτής συνιστούν ειδικές μη στηριζόμενες στην καταβολή εισφορών παροχές, οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 10α του εν λόγω κανονισμού 1408/71». Με τις αποφάσεις του της 11ης Ιουνίου 1998, Partridge , και της 25ης Φεβρουαρίου 1999, Swaddling , το Δικαστήριο επικύρωσε πλήρως την ανάλυση αυτή.
19. Εντούτοις, αν το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να εκτιμήσει τις προϋποθέσεις που κυριάρχησαν κατά την αναγραφή του επίδικου επιδόματος, η Αυστριακή Κυβέρνηση παρατηρεί ότι δεν υφίσταται, σε κοινοτικό επίπεδο, ορισμός των «ειδικών παροχών χωρίς συνεισφορά» και ότι πρέπει, επομένως, να εξεταστούν τα δύο λυσιτελή κριτήρια.
20. Κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση, ο όρος «χωρίς συνεισφορά», σημαίνει απλώς ότι η χρηματοδότηση της παροχής είναι ανεξάρτητη από οποιαδήποτε εισφορά των ασφαλισμένων (ή των εργοδοτών τους). Με άλλα λόγια, πρέπει να είναι απολύτως βέβαιον ότι η χρηματοδότηση προέρχεται αποκλειστικά από φορολογικά έσοδα. Οι προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 23 του BPGG δείχνουν σαφώς ότι αυτό συμβαίνει με το επίδομα ειδικής φροντίδας που καταβάλλεται ως συμπλήρωμα συντάξεως.
21. Είναι μεν αληθές ότι η έναρξη της ισχύος του BPGG συνοδεύεται από την τροποποίηση των συντελεστών εισφοράς στην ασφάλιση ασθενείας και των ροών χρηματοδοτήσεως μεταξύ των ασφαλιστικών φορέων, όμως οι μετακινήσεις αυτές αποσκοπούσαν ακριβώς, κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση, να απαλλάξουν τον γενικό προϋπολογισμό για να διατεθούν τα αναγκαία μέσα για τη χρηματοδότηση του επιδόματος ειδικής φροντίδας από το προϊόν εκ φόρων. Τα συνοδευτικά αυτά χρηματοδοτικά μέτρα, και ιδίως η αύξηση των εισφορών ασφαλίσεως ασθενείας, εξάλλου, μάλλον μπορούν να αποδείξουν τον μη στηριζόμενο σε εισφορές χαρακτήρα του επιδόματος ειδικής φροντίδας, στο μέτρο που η πληρωμή υψηλότερης εισφοράς ουδόλως παρέχει το δικαίωμα στους εν ενεργεία εργαζομένους για την είσπραξη του τελευταίου αυτού επιδόματος.
22. Η Αυστριακή Κυβέρνηση επισημαίνει επιπλέον ότι ο μη στηριζόμενος σε εισφορές χαρακτήρας της παροχής μπορεί να νοείται, σύμφωνα με μια άλλη προσέγγιση, ως η απουσία της προϋποθέσεως ορισμένης προηγουμένης ασφαλιστικής περιόδου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της ευρωπαϊκής συμφωνίας για την κοινωνική ασφάλιση που συνήφθη στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης. Το επίδομα ειδικής φροντίδας οφείλεται για οποιαδήποτε σύνταξη, ανεξαρτήτως του αριθμού των περιόδων ασφαλίσεως, βάσει του οποίου χορηγείται η εν λόγω σύνταξη.
23. Ως προς τον ειδικό χαρακτήρα της παροχής αυτής έπρεπε,κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση, να αρκεί η παρατήρηση ότι το επίδομα ειδικής φροντίδας επιδιώκει κατ' ουσίαν τους ίδιους στόχους κοινωνικής πολιτικής με τις παροχές που εξέτασε το Δικαστήριο στο πλαίσιο των προπαρατεθεισών υποθέσεων Snares και Partridge. Εν πάση περιπτώσει, ο κοινωνικός σκοπός του επιδόματος ειδικής φροντίδας στην Αυστρία, το οποίο δικαιούνται όλοι οι κάτοικοι της χώρας αυτής, το φέρνει πολύ κοντά προς την κοινωνική αρωγή, ιδίως διότι ο κίνδυνος της εξαρτήσεως βρίσκεται πολύ κοντά σε άλλους κινδύνους, όπως είναι η φτώχεια, για τους οποίους παρεμβαίνει το κράτος στο πλαίσιο των καθηκόντων του πρόνοιας.
24. Τέλος, η Αυστριακή Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η προπαρατεθείσα απόφαση Molenaar δεν είναι ουσιώδης για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Από αυτήν ιδίως την απόφαση δεν μπορεί να συναχθεί ότι όλες οι σχετικές με την περίθαλψη παροχές που προβλέπονται από τις νομοθετικές διατάξεις των κρατών μελών κατέστησαν παροχές ασθενείας σε χρήμα, οι οποίες είναι αυτομάτως εξαγώγιμες. ράγματι, αντίθετα προς τα προβλεπόμενα από το συναφές αυστριακό δίκαιο, η ασφάλιση περιθάλψεως στη Γερμανία χρηματοδοτείται από εισφορές οι οποίες, κατ' ουσίαν, συνδέονται με τις «κανονικές» εισφορές ασφαλίσεως ασθενείας. αρόλον ότι οι διαφορές αυτές αποτελούν πηγή προβλημάτων στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών, δεν είναι εντούτοις αντίθετες προς τον κανονισμό, ο οποίος θεσπίζει μόνον ένα σύστημα συντονισμού και δεν επηρεάζει τα διάφορα εθνικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως.
β) Η Γερμανική Κυβέρνηση
25. Η Γερμανική Κυβέρνηση επίσης θεωρεί ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα.
26. Κατ' αυτήν, το αυστριακό επίδομα ειδικής φροντίδας συνιστά ειδική παροχή μη στηριζομένη σε εισφορές υπό την έννοια του άρθρου 10α, παράγραφος 1, του κανονισμού, διότι χρηματοδοτείται αποκλειστικώς από δημόσια κεφάλαια, αντίθετα προς αυτό που καταβάλλει ο γερμανικός φορέας ασφαλίσεως περιθάλψεως. Το γεγονός ότι τα κεφάλαια αυτά ελευθερώθηκαν προηγουμένως μέσω αναχρηματοδοτήσεως των ομοσπονδιακών πόρων του προϋπολογισμού (αύξηση των εισφορών ασφαλίσεως ασθενείας) στερείται σημασίας στο πλαίσιο αυτό και ουδόλως αλλάζει τον χαρακτήρα του μη στηριζομένου σε εισφορές αυστριακού επιδόματος ειδικής φροντίδας.
27. Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, είναι μεν αληθές ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης δεν δικαιούται ούτε του επιδόματος μη αυτοεξυπηρετουμένου ατόμου στη Γερμανία, διότι δεν είναι συμβεβλημένος με την αντίστοιχη ασφάλιση, όμως ο αποκλεισμός αυτός είναι θεμιτός διότι το εν λόγω επίδομα, το οποίο χρηματοδοτείται με εισφορές, είναι παροχή της ασφαλίσεως ασθενείας υπό την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού. ρέπει εξάλλου να τονισθεί ότι ο ενδιαφερόμενος σε καμία περίπτωση δεν στερείται οποιουδήποτε δικαιώματος. ράγματι, ελλείψει του επιδόματος ειδικής φροντίδας, μπορεί να τύχει πολυαρίθμων παροχών σε είδος από τον ευρύ κατάλογο παροχών της γερμανικής ασφαλίσεως περιθάλψεως (κατ' οίκον βοήθεια, κατ' οίκον περίθαλψη σε περίπτωση κωλύματος του τρίτου προσώπου που βοηθεί το εξηρτημένο άτομο, υλικό περιθάλψεως και τεχνικές βοήθειες, μέτρα βελτιώσεως του καθημερινού περιβάλλοντος, ημερήσιες ή νυκτερινές φροντίδες, φροντίδες σύντομης διάρκειας ή ακόμη, ενδεχομένως, πλήρης περίθαλψη σε νοσηλευτικό ίδρυμα).
28. Η Γερμανική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι οι παροχές αυτές λαμβάνονται, σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του κανονισμού, υπό τη μορφή παροχών σε είδος εκ μέρους της ασφαλίσεως περιθάλψεως για λογαριασμό του αρμόδιου φορέα (ο οποίος, εν προκειμένω, είναι ο αυστριακός φορέας).
γ) Η Γαλλική Κυβέρνηση
29. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, η παρούσα υπόθεση αφορά τον καθορισμό του καθ' ύλην πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1247/92 και, συνεπώς, των άρθρων που προστέθηκαν με τον προπαρατεθέντα κανονισμό στον κανονισμό 1408/71 (άρθρο 4, παράγραφος 2α, καθώς και άρθρο 10α). Συνεπώς, εφιστά την προσοχή στο ιστορικό της θεσπίσεως του κανονισμού 1247/92. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, πρέπει να ληφθεί ως βάση η υφισταμένη από την αρχή διαφορά μεταξύ των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως και κοινωνικής αρωγής. Το Δικαστήριο έκρινε, έπειτα, ότι ορισμένες κοινωνικές παροχές με μικτό χαρακτήρα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. Η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2α, προστέθηκε ως ειδική διάταξη για τις κοινωνικές παροχές τις μη στηριζόμενες σε εισφορές. Το άρθρο 10α, το οποίο προβλέπει ρητή παρέκκλιση από το σύστημα συντονισμού που είχε προβλεφθεί αρχικά, θεσπίσθηκε για να ληφθεί υπόψη η ειδική φύση των παροχών αυτών.
30. Το ερώτημα που τίθεται στο εξής είναι, συνεπώς, αν το γεγονός ότι μια παροχή αναφέρεται στο παράρτημα ΙΙα του κανονισμού έχει υποχρεωτικά ως συνέπεια την εφαρμογή της προπαρατεθείσας εξαιρέσεως. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 10α κατά τρόπο συσταλτικό, εφόσον πρόκειται για εξαίρεση. Η εφαρμογή του άρθρου αυτού τελεί υπό δύο προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς. Η επίδικη παροχή πρέπει κατ' αρχάς να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 2α, και επίσης να περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙα του κανονισμού.
31. Ο δικαστής που προτίθεται να εφαρμόσει την προπαρατεθείσα εξαίρεση θα πρέπει απαραιτήτως να διαπιστώσει ότι πρόκειται για ειδική παροχή μη στηριζομένη σε εισφορές. Συνεπώς, πρέπει να πρόκειται για παροχή η οποία συνδέεται με το κοινωνικό περιβάλλον και η οποία χρηματοδοτείται από τους γενικούς φόρους του οικείου κράτους. Η αναγραφή και μόνον από ένα κράτος μέλος μιας παροχής στο παράρτημα ΙΙα δεν συνιστά επαρκές κριτήριο για να δικαιολογηθεί η εφαρμογή της εν λόγω εξαιρέσεως, εφόσον πρέπει να εκτιμούνται τα χαρακτηριστικά και ο σκοπός της διατάξεως αυτής.
32. Η Γαλλική Κυβέρνηση προτείνει, συνεπώς, να δοθεί στο υποβληθέν ερώτημα η ακόλουθη απάντηση:
Το γεγονός ότι το δικαίωμα για την καταβολή μιας παροχής, όπως είναι το επίδομα ειδικής φροντίδας, εξαρτάται από την προϋπόθεση της κατοικίας δεν συνιστά παράβαση του κανονισμού, εφόσον η εν λόγω παροχή αποτελεί αντικείμενο μνείας στο παράρτημα ΙΙα του κανονισμού, η δε εξέταση των χαρακτηριστικών της καθώς και του σκοπού της επιτρέπουν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι πρόκειται για ειδική παροχή μη στηριζομένη σε εισφορές υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού.
δ) Η Ολλανδική Κυβέρνηση
33. Η Ολλανδική Κυβέρνηση αναφέρθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση σε τρία σημεία: πρώτον, στη σπουδαιότητα της μνείας μιας παροχής στο παράρτημα ΙΙα του κανονισμού, δεύτερον, στη σημασία του τρόπου χρηματοδοτήσεως μιας παροχής για τον χαρακτηρισμό της και τρίτον, στην έννοια της «ειδικής παροχής».
34. Κατά τη γνώμη της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, η μνεία μιας παροχής στο παράρτημα ΙΙα του κανονισμού αρκεί, καθεαυτή, για να χαρακτηριστεί αυτή ως παροχή υπό την έννοια του άρθρου 10α του κανονισμού. Το παράρτημα θεσπίστηκε από τον κοινοτικό νομοθέτη, οπότε δεν υπάρχει περιθώριο για περαιτέρω εξέταση. Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, η εκδοθείσα στην υπόθεση Snares απόφαση επιβεβαιώνει την άποψη αυτή.
35. _Οσον αφορά τη σημασία του τρόπου της χρηματοδοτήσεως μιας παροχής για τον χαρακτηρισμό της, η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι σημασία έχουν μόνο τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά της χρηματοδοτήσεώς της. Το ιστορικό πλαίσιο μιας παροχής στερείται λυσιτελείας. Ισχυρίζεται, συνεπώς, ότι δεν έχει σημασία το γεγονός ότι οι εισφορές της ασφαλίσεως ασθενείας αυξήθηκαν όταν η εν λόγω παροχή θεσπίστηκε, εφόσον η παροχή αυτή χρηματοδοτείται αντικειμενικώς με δημόσια κεφάλαια.
36. Ως προς τον όρο της «ειδικής παροχής», πρέπει να ληφθούν υπόψη οι δεσμοί μεταξύ των οικονομικών και κοινωνικών πτυχών της χορηγηθείσας παροχής και το άμεσο περιβάλλον της. Επίσης, δεν θα πρέπει να αγνοηθούν οι αρμοδιότητες των κρατών μελών για τη διαμόρφωση των συστημάτων τους κοινωνικής ασφαλίσεως. Συνεπώς, ο νομοθέτης κράτους μέλους μπορεί ελεύθερα να καθορίζει το επίπεδο προστασίας και δεν χρειάζεται να επηρεάζεται από τις νομοθετικές αποφάσεις των άλλων κρατών μελών.
37. Η Ολλανδική Κυβέρνηση διαφωνεί με την επικουρική σκέψη της Επιτροπής, δηλαδή ότι η προϋπόθεση της κατοικίας μπορεί ενδεχομένως να έχει ως συνέπεια δυσμενή διάκριση κατά το κοινοτικό δίκαιο. Αν η επιχειρηματολογία αυτή γινόταν δεκτή, τόσο το άρθρο 10α του κανονισμού όσο και το παράρτημά του ΙΙα θα στερούνταν σημασίας. Η Ολλανδική Κυβέρνηση έχει τη γνώμη ότι η απόφαση Snares έδωσε ήδη απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα. Καταλήγοντας, ισχυρίζεται ότι η μνεία της οικείας παροχής στο παράρτημα ΙΙα του κανονισμού έχει ως συνέπεια ότι πρόκειται για παροχή μη στηριζομένη σε εισφορές, η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 10α του κανονισμού.
ε) Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου
38. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου έλαβε ουσιαστικά θέση επί δύο σημείων. Υποστηρίζει, αφενός, ότι το Δικαστήριο, με τις αποφάσεις του Snares, Partridge και Swaddling , έκρινε ότι η αναφορά μιας παροχής στο παράρτημα ΙΙα του κανονισμού συνεπάγεται προδήλως ότι πρόκειται για παροχή μη στηριζομένη σε εισφορές, η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 10α του κανονισμού - αποκλειομένου του άρθρου 19. Επίσης, λαμβάνει θέση επί του ερωτήματος αν μια τέτοια παροχή συνδεομένη με ρήτρα κατοικίας μπορεί να συνιστά έμμεση δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας και είναι, συνεπώς, αντίθετη προς το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 39 ΕΚ).
39. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου έχει τη γνώμη ότι μόνο μία προϋπόθεση είναι αναγκαία για την εφαρμογή του άρθρου 10α του κανονισμού, δηλαδή οι οικείες παροχές να αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙα του κανονισμού. Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, το γεγονός ότι μια παροχή περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙα δείχνει μόνον ότι πρέπει να εφαρμοστεί η εξαίρεση που συνίσταται στη διατήρηση της ρήτρας κατοικίας. Αναφέρει ότι τα διάφορα στοιχεία της εν λόγω παροχής έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο εκτιμήσεως προτού αυτή να περιληφθεί στο παράρτημα.
40. Ως προς το ερώτημα αν μια ρήτρα κατοικίας μπορεί ενδεχομένως να συνιστά δυσμενή διάκριση υπό την έννοια των άρθρων 48 της Συνθήκης και 6 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 12 ΕΚ) ή όχι, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου έχει τη γνώμη ότι οι προπαρατεθείσες αποφάσεις Snares , Partridge , και Swaddling έχουν ήδη εμμέσως απαντήσει στο ερώτημα αυτό. Αν συνέτρεχε λόγος να θεωρηθεί ότι μια τέτοια ρήτρα κατοικίας εισάγει δυσμενή διάκριση, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να κρίνει έγκυρο τον κανονισμό 1247/92. Συναφώς, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εφιστά την προσοχή στην ευρεία εξουσία του Συμβουλίου να θεσπίζει μέτρα συντονισμού υπό την έννοια του άρθρου 51 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 42 ΕΚ).
41. Καταλήγοντας, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου έχει τη γνώμη ότι παροχή περιλαμβανομένη στο παράρτημα ΙΙα του κανονισμού εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 10α και ότι, συνεπώς, αποκλείεται το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19, παράγραφος 1.
στ) Η Επιτροπή
42. Η Επιτροπή επισημαίνει εκ προοιμίου ότι με το υποβληθέν ερώτημα ερωτάται αν το επίδικο επίδομα συνιστά πράγματι ειδική παροχή μη στηριζομένη σε εισφορές υπό την έννοια των άρθρων 4, παράγραφος 2α, και 10α του κανονισμού. Κατ' αυτήν, μόνον το αιτούν δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί επί του ερωτήματος αυτού, το οποίο χρήζει της ερμηνείας του εθνικού νόμου, αλλά το Δικαστήριο μπορεί, κατά πάγια νομολογία, να του παράσχει τα αναγκαία στοιχεία για την ερμηνεία της προπαρατεθείσας εννοίας κατά το κοινοτικό δίκαιο.
43. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, το καθοριστικό κριτήριο για να γίνει δεκτή μια παροχή ως παροχή μη στηριζομένη σε εισφορές είναι αυτό της χρηματοδοτήσεώς της από το εκ των φόρων προϊόν και όχι από κοινωνικές εισφορές. Γίνεται γενικώς δεκτόν ότι η προϋπόθεση αυτή πληρούται είτε αν το χορηγούν την παροχή σύστημα χρηματοδοτείται αποκλειστικώς από τα γενικά φορολογικά έσοδα, είτε, στην περίπτωση συστήματος εν μέρει χρηματοδοτουμένου τόσον από τις εισφορές όσον και από τις επιδοτήσεις του κράτους προερχόμενες από τα γενικά φορολογικά έσοδα, αν είναι δυνατή η σαφής διάκριση μεταξύ των διαφόρων πηγών χρηματοδοτήσεως και η βεβαιότητα ότι η οικεία παροχή χρηματοδοτείται αποκλειστικά από τα γενικά φορολογικά έσοδα (ειδικός προϋπολογισμός).
44. Η Επιτροπή θεωρεί ότι, το άρθρο 23 του BPGG, το οποίο επιβάλλει στο κράτος την επιστροφή στους αρμόδιους φορείς των σχετικών με το επίδικο επίδομα δαπανών, φαίνεται μεν να συνηγορεί υπέρ του ότι η παροχή αυτή δεν έχει τον χαρακτήρα παροχής στηριζομένης σε εισφορές, πλην όμως τα ουσιώδη στοιχεία που εκθέτει το αιτούν δικαστήριο τείνουν να αποδείξουν το αντίθετο. ρόκειται ιδίως για την αύξηση των εισφορών ασφαλίσεως ασθενείας και την ταυτόχρονη πτώση των οφειλομένων από τις ασφαλίσεις συντάξεων ποσών στους φορείς ασφαλίσεως ασθενείας, έως το ύψος της αναμενομένης επιπλέον δαπάνης για το επίδομα ειδικής φροντίδας, κατά τον χρόνο της ενάρξεως της ισχύος του BPGG.
45. Κατά την Επιτροπή, το επίδομα αυτό δεν μπορεί εξάλλου να θεωρείται ειδική παροχή μη στηριζομένη σε εισφορές, υπό την έννοια του άρθρου 10α του κανονισμού, αν συγκριθεί με το γερμανικό επίδομα για το οποίο πρόκειται στην προπαρατεθείσα απόφαση Molenaar, στο μέτρο που τα δύο αυτά επιδόματα έχουν ως σκοπό την αντιστάθμιση των επιπλέον δαπανών λόγω της καταστάσεως εξαρτήσεως. Με την απόφαση αυτή, πράγματι, το Δικαστήριο έκρινε ότι το οικείο επίδομα ήταν παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως χορηγουμένη υπό τη μορφή παροχής ασθενείας σε χρήμα, η οποία αποσκοπούσε στην κάλυψη ορισμένων εξόδων προκαλουμένων από την κατάσταση της εξαρτήσεως και η οποία απέβλεπε, επομένως, στη βελτίωση της καταστάσεως της υγείας και της ζωής των ενδιαφερομένων ατόμων.
46. Κατά την άποψη της Επιτροπής, το αυστριακό επίδομα δεν φαίνεται να πληροί τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατό τον χαρακτηρισμό αυτού ως κοινωνικής παροχής μη στηριζομένης σε εισφορές και, επομένως, δεν μπορεί να αναγράφεται στο παράρτημα ΙΙα του κανονισμού. Στο πλαίσιο αυτό, η απόφαση Snares πρέπει να γίνεται αντιληπτή υπό την έννοια ότι η αναγραφή και μόνο στο παράρτημα ΙΙα, ανεξάρτητα από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, δεν έχει καθεαυτή συστατικό χαρακτήρα.
47. Αν το επίδικο επίδομα δεν είναι ειδική παροχή μη στηριζομένη σε εισφορές, η προπαρατεθείσα απόφαση Molenaar είναι κατά την Επιτροπή απολύτως λυσιτελής για να δοθεί απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα, στο μέτρο που αφορά εθνική κανονιστική ρύθμιση συγκρίσιμη σε μεγάλο βαθμό με αυτή για την οποία πρόκειται στην παρούσα υπόθεση. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ιδίως ότι ο προσφεύγων μπορεί να απαιτήσει το επίδομα ειδικής φροντίδας ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας του.
48. Συνεπώς, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το γεγονός ότι το δικαίωμα για την καταβολή επιδόματος, όπως είναι το επίδομα ειδικής φροντίδας, εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο ασφαλισμένος έχει τη συνήθη κατοικία του στο κράτος στο οποίο είναι ασφαλισμένος συνιστά παράβαση των άρθρων 19, παράγραφος 1, 25, παράγραφος 1, και 28, παράγραφος 1, του κανονισμού, αν το εν λόγω επίδομα χρηματοδοτείται τουλάχιστον εν μέρει από τις εισφορές των ασφαλισμένων.
49. Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι το επίδομα ειδικής φροντίδας είναι ειδική παροχή μη στηριζομένη σε εισφορές, τα προπαρατεθέντα άρθρα του κανονισμού δεν έχουν εφαρμογή σε μια τέτοια παροχή. Θεωρεί, εντούτοις, ότι μια εθνική διάταξη, η οποία εξαρτά το δικαίωμα για την καταβολή της παροχής αυτής από την προϋπόθεση της συνήθους κατοικίας εντός του οικείου κράτους μέλους, είναι αντίθετη προς τους κανόνες της Συνθήκης περί απαγορεύσεως της διακρίσεως λόγω ιθαγενείας (άρθρα 6 και 48 της Συνθήκης).
50. ράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι κανόνες αυτοί απαγορεύουν όχι μόνον τις πρόδηλες δυσμενείς διακρίσεις που βασίζονται στην ιθαγένεια, αλλά επίσης όλες τις μορφές δυσμενούς διακρίσεως οι οποίες, με την εφαρμογή άλλων κριτηρίων διακρίσεως, καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα. Κατά την Επιτροπή, ενώ οι Αυστριακοί υπήκοοι κατοικούν κατά κανόνα στην Αυστρία και έχουν δικαίωμα εξ αυτού του λόγου για την καταβολή του επίδικου επιδόματος, οι διακινούμενοι εργαζόμενοι εγκαταλείπουν συνήθως το κράτος όπου εργάζονταν όταν παύσουν τη δραστηριότητά τους, απ' αυτούς δε εκείνοι που είναι παραμεθόριοι εργαζόμενοι, στην πράξη, ουδόποτε έχουν εκεί τη συνήθη κατοικία τους. Ο BPGG καθιερώνει, επομένως, μια αδικαιολόγητη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των υπηκόων που δεν έκαναν χρήση του δικαιώματός τους για ελεύθερη κυκλοφορία και των διακινουμένων εργαζομένων, σε βάρος αυτών των τελευταίων.
V - Εκτίμηση
α) ροκαταρκτική παρατήρηση
51. Το ζήτημα του «επιδόματος ειδικής φροντίδας» αποτέλεσε για πρώτη φορά αντικείμενο διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της προπαρατεθείσας υποθέσεως Molenaar. Το Δικαστήριο με τη σημερινή υπόθεση έχει εκ νέου επιληφθεί του ζητήματος αυτού, υπό τη μορφή μιας κοινωνικής παροχής του αυστριακού κράτους. _Οπως ο γενικός εισαγγελέας Γ. Κοσμάς λίαν σαφώς εξέθεσε στο πλαίσιο της υποθέσεως Molenaar , ο «κίνδυνος της εξαρτήσεως» ως κοινωνική πραγματικότητα υπήρχε μεν ανέκαθεν, ως αντικείμενο της κοινωνικής ασφαλίσεως όμως είναι σχετικά πρόσφατος. Αυτός είναι πιθανώς ο λόγος για τον οποίο ο κίνδυνος εξαρτήσεως δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού μεταξύ των ειδών παροχών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Για τον λόγο αυτό υποβλήθηκε το ουσιώδες για την παρούσα υπόθεση ερώτημα αν η οικεία παροχή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 2α. Αν ο κίνδυνος εξαρτήσεως είχε ρητώς αναφερθεί στο άρθρο 4, παράγραφος 1, θα έπρεπε να θεωρηθεί, άνευ ετέρου, η καταβληθείσα κατά την επέλευση του κινδύνου της εξαρτήσεως παροχή ως κλασική παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως, επί της οποίας έχουν εφαρμογή οι γενικοί κανόνες περί συντονισμού, δηλαδή θα έπρεπε, για παράδειγμα, να εφαρμοστεί το άρθρο 10 περί της άρσεως της ρήτρας κατοικίας.
52. Στην υπόθεση Molenaar, η οποία αφορούσε την ασφάλιση περιθάλψεως και, επομένως, αφορούσε επίσης το επίδομα ειδικής φροντίδας του γερμανικού δικαίου, ετέθη συνεπώς το προκαταρκτικό ερώτημα του εφαρμοστέου του κανονισμού 1408/71. Στο πλαίσιο της υποθέσεως αυτής, το Δικαστήριο μπόρεσε να συμπεράνει από τις διάφορες παρεμβάσεις ότι :
«_Ολοι οι μετέχοντες στη διαδικασία συμφωνούν ότι σύστημα όπως αυτό το οποίο αφορά η κύρια δίκη εμπίπτει στον κανονισμό 1408/71» .
53. Οι παρεμβαίνοντες στη διαδικασία είχαν πάντως διαφορετική γνώμη ως προς το ερώτημα με ποιο κίνδυνο είχαν σχέση οι οικείες παροχές. Ορισμένοι από αυτούς είχαν τη γνώμη ότι επρόκειτο για «παροχές ασθενείας» . Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης στην προπαρατεθείσα υπόθεση ισχυρίζονταν ότι οι παροχές αυτές μπορούσαν επίσης να έχουν σχέση με τις «παροχές γήρατος» . Η Επιτροπή τέλος έκρινε ότι οι οικείες παροχές δεν μπορούσαν να υπαχθούν αποκλειστικά στον ένα ή τον άλλο κλάδο κοινωνικής ασφαλίσεως στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού. «Οι παροχές αυτές [είχαν] κοινά χαρακτηριστικά με τους κλάδους ασθενείας, αναπηρίας και γήρατος που αφορούν τα στοιχεία α_, β_ και γ_, χωρίς να μπορούν απόλυτα να ταυτιστούν με τον ένα ή με τον άλλο από τους κλάδους αυτούς» .
54. Το Δικαστήριο υπενθύμισε το ήδη χρησιμοποιηθέν σε προγενέστερη νομολογία κριτήριο, δηλαδή ότι η διάκριση μεταξύ των παροχών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού και εκείνων που εκφεύγουν του πεδίου αυτού στηρίζεται ουσιαστικά στα συστατικά στοιχεία κάθε παροχής, ιδίως στον σκοπό και στις προϋποθέσεις χορηγήσεώς της, και όχι στο αν μια παροχή χαρακτηρίζεται ή όχι από την εθνική νομοθεσία ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως . «Κατά πάγια νομολογία, μια παροχή θεωρείται παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως εφόσον χορηγείται, χωρίς οποιαδήποτε ατομική και εισάγουσα διακρίσεις στάθμιση των ατομικών αναγκών, στους δικαιούχους βάσει μιας από τον νόμο καθοριζομένης καταστάσεως και εφόσον έχει σχέση με κάποιον από τους κινδύνους που ρητώς απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 [...]. Η απαρίθμηση αυτή είναι πράγματι περιοριστική, οπότε ένας κλάδος κοινωνικής ασφαλίσεως που δεν διαλαμβάνεται εκεί δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως τοιούτος, έστω και αν περιάγει τους δικαιούχους σε προστατευομένη από τον νόμο θέση παρέχουσα δικαίωμα λήψεως παροχής [...]» .
55. Στην προπαρατεθείσα υπόθεση, ο γενικός εισαγγελέας είχε προτείνει να εξομοιωθεί το επίδομα εξαρτήσεως για το οποίο επρόκειτο στην κύρια δίκη με παροχή ασθενείας σε χρήμα .
56. _Οσον αφορά το Δικαστήριο, αυτό προέβη σε χαρακτηρισμό των ουσιαστικών στοιχείων της εν λόγω παροχής, στο πλαίσιο του οποίου ανέλυσε επίσης τον σκοπό των παροχών της ασφαλίσεως εξαρτήσεως, η οποία αποσκοπεί στην ανάπτυξη της αυτονομίας των εξηρτημένων προσώπων, ιδίως σε οικονομικό επίπεδο. «Ειδικότερα, σκοπός του συστήματος είναι η κατά προτίμηση ενθάρρυνση της προλήψεως και της επανεντάξεως αντί της περιθάλψεως και η κατά προτίμηση κατ' οίκον περίθαλψη αντί της περιθάλψεως σε ίδρυμα» . _Ως προς τον σκοπό του επιδόματος ειδικής φροντίδας, το Δικαστήριο έκρινε ότι μπορούσε να εξασφαλίζει στον ασφαλισμένο τη δυνατότητα επιλογής του τρόπου βοηθείας της αρεσκείας του και της, επί παραδείγματι, αμοιβής υπό τη μία ή την άλλη μορφή, των τρίτων προσώπων που επιμελούνται αυτού .
57. Ως αποτέλεσμα της αναλύσεως αυτής, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«Επομένως, αυτού του είδους οι παροχές αποσκοπούν κυρίως στη συμπλήρωση των παροχών της ασφαλίσεως ασθενείας, προς τις οποίες εξάλλου συνδέονται από οργανωτικής πλευράς, προκειμένου να βελτιωθεί η κατάσταση της υγείας και η ζωή των μη αυτοεξυπηρετουμένων ατόμων. Υπό τις συνθήκες αυτές, έστω και αν έχουν ίδια χαρακτηριστικά, οι παροχές αυτές πρέπει να θεωρούνται ως "παροχές ασθενείας" κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του κανονισμού 1408/71» .
58. Ως προς το αυστριακό επίδομα ειδικής φροντίδας, μπορεί να διαπιστωθεί ότι κατ' ουσίαν είναι συγκρίσιμο με το γερμανικό επίδομα ειδικής φροντίδας. Συνεπώς, η παροχή αυτή έχει ως σκοπό «να εξασφαλίζει, υπό τη μορφή κατ' αποκοπήν εισφοράς, μια ενίσχυση και μια βοήθεια στα εξηρτημένα άτομα προκειμένου να βελτιώνονται οι πιθανότητες που έχουν να ζουν αυτόνομα και σύμφωνα προς τις ανάγκες τους».
59. Το ερώτημα που τίθεται, συνεπώς, είναι αν η εκδοθείσα από το Δικαστήριο απόφαση Molenaar μπορεί να προκρίνει τον χαρακτηρισμό του επιδόματος ειδικής φροντίδας υπό την έννοια του κανονισμού.
60. άντως, δεν πρέπει να αγνοηθεί το γεγονός ότι, αντίθετα προς την περίπτωση στην υπόθεση Molenaar, το εν προκειμένω αμφισβητούμενο επίδομα δεν έχει σχέση με την ασφάλιση ασθενείας αλλά με την ασφάλιση γήρατος. Επιπλέον, η αυστριακή παροχή περιλαμβάνεται ρητώς στο παράρτημα ΙΙα του κανονισμού, οπότε οι συνέπειες μιας τέτοιας αναγραφής έχουν σημασία για την απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα. ρέπει κατ' αρχάς να εξεταστεί αν το γεγονός ότι μια παροχή αναφέρεται στο παράρτημα ΙΙα έχει επίπτωση στον χαρακτηρισμό της, οπότε δεν υπάρχει πλέον θέση για μια επί της ουσίας εξέταση των χαρακτηριστικών ειδικής παροχής μη στηριζομένης σε εισφορές, η δε οικεία παροχή εμπίπτει στην περίπτωση αυτή σχεδόν αυτομάτως στο πεδίο εφαρμογής των ειδικών διατάξεων περί συντονισμού που διατυπώνονται στο άρθρο 10α του κανονισμού.
β) Τα έννομα αποτελέσματα της αναγραφής στο παράρτημα ΙΙα του κανονισμού
61. Τα διάφορα παραρτήματα του κανονισμού - οκτώ συνολικώς - έχουν διαφορετικό περιεχόμενο και διαφορετική σημασία. Το παράρτημα Ι αναφέρεται, για παράδειγμα, στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, δηλαδή καθορίζει τις ομάδες προσώπων που πρέπει να χαρακτηρίζονται ως «μισθωτοί εργαζόμενοι» και/ή «μη μισθωτοί εργαζόμενοι» ανάλογα με τις προβλεπόμενες κατηγορίες στις έννομες τάξεις των διαφόρων κρατών μελών. Επομένως, ενώ εδώ πρόκειται για τις θετικές διατάξεις του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού, αντιθέτως το παράρτημα ΙΙ προβαίνει σε αρνητικό καθορισμό του καθ' ύλην πεδίου εφαρμογής των διατάξεων στο μέτρο που αφορά τα ειδικά συστήματα των μη μισθωτών εργαζομένων, τα οποία δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού.
62. Το Δικαστήριο έκρινε έτσι, για παράδειγμα, όσον αφορά το παράρτημα V, ότι το περιεχόμενό του δεν μπορεί να συμπληρώσει με συγκεκριμένο τρόπο την έννοια του μισθωτού εργαζομένου του κανονισμού ή ότι το παράρτημα δεν μπορεί να τύχει ευρείας ερμηνείας ή κατ' αναλογίαν εφαρμογής . Υπάρχει πλούσια νομολογία στην οποία τα παραρτήματα του κανονισμού 1408/71 καθώς και του κανονισμού εφαρμογής (ΕΟΚ) 574/72 παίζουν κάποιο ρόλο.
63. Στο μέτρο που θέλει κανείς να συναγάγει κάποιο συμπέρασμα από τα προεκτεθέντα για τους σκοπούς της παρούσας δίκης, κατά τη γνώμη μου, μπορεί μόνο να προσανατολιστεί σε κάθε περίπτωση ανάλογα με το περιεχόμενο και τον σκοπό του οικείου παραρτήματος και, κυρίως, με τη λειτουργία του έναντι των ουσιαστικών διατάξεων του κανονισμού που αυτό επιδιώκει να συγκεκριμενοποιήσει.
64. Το παράρτημα ΙΙα προστέθηκε στον κανονισμό σε συνδυασμό με την προσθήκη στον κανονισμό αυτό των άρθρων 4, παράγραφος 2α, και 10α. Ο τίτλος του οικείου παραρτήματος είναι «Ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά (άρθρο 10α του κανονισμού)». Επομένως, αναφέρεται σαφώς ότι το παράρτημα αυτό θα αναπτύξει τα αποτελέσματά του ενόψει του άρθρου 10α. Το άρθρο 10α περιέχει επομένως «ειδικές διατάξεις συντονισμού» για τις παροχές που δεν στηρίζονται σε εισφορές, υπό τη μορφή εξαιρέσεως από την άρση της ρήτρας κατοικίας όπως προβλέπεται από το άρθρο 10. Στο μέτρο που πρόκειται για εξαίρεση από το άρθρο 10, επιβάλλεται η ερμηνεία να γίνει με μεγάλη προσοχή. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατ' αρχήν, οι εξαιρέσεις πρέπει να ερμηνεύονται στενώς.
65. Το άρθρο 10α, πρώτη πρόταση, έχει ως εξής:
«αρά τις διατάξεις του άρθρου 10 και του τίτλου ΙΙΙ, τα άτομα στα οποία εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός λαμβάνουν τις ειδικές εις χρήμα παροχές χωρίς συνεισφορά της παραγράφου 2α του άρθρου 4 αποκλειστικά στο έδαφος και σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους, όπου κατοικούν, εφόσον αυτές περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙα» .
66. Η διατύπωση αυτή οδηγεί στη σκέψη ότι η μνεία μιας παροχής στο παράρτημα ΙΙα είναι προϋπόθεση για να μπορεί να εφαρμοστεί η εξαίρεση. Εντούτοις, δεν παρέχει κανένα στοιχείο όσον αφορά το ερώτημα αν πρόκειται υποχρεωτικά για ειδική παροχή μη στηριζομένη σε εισφορές υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α. Το άρθρο 10α μπορεί να εφαρμοστεί μόνον αν πρόκειται για μια τέτοια παροχή.
67. Με τις αποφάσεις Snares , Partridge και Swaddling , το Δικαστήριο έπρεπε ήδη να λάβει θέση επί της ισχύος του άρθρου 10α σε συνδυασμό με το παράρτημα ΙΙα του κανονισμού. Το οικείο εδάφιο στην απόφαση Snares έχει ως εξής:
«Όμως, το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης μνημονεύει μια ρύθμιση, όπως αυτή που αφορά το DLA, στο παράρτημα ΙΙα του κανονισμού 1408/71 πρέπει να θεωρηθεί ως σημαίνον ότι οι παροχές που χορηγούνται βάσει της ρυθμίσεως αυτής συνιστούν ειδικές μη στηριζόμενες στην καταβολή εισφορών παροχές, οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 10α του εν λόγω κανονισμού 1408/71 (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1964, 24/64, Dingemans, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1227).
Εξάλλου, από το γράμμα του άρθρου 10α προκύπτει ότι η διάταξη αυτή προϋποθέτει ότι οι παροχές τις οποίες αφορά εμπίπτουν και στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1247/92.
Υπό τις συνθήκες αυτές, μια παροχή όπως το DLA, λόγω του ότι περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙα, πρέπει να θεωρείται ως διεπόμενη αποκλειστικώς από τους κανόνες συντονισμού που θεσπίζει το άρθρο 10α και, ως εκ τούτου, ως ανήκουσα στις ειδικές μη στηριζόμενες στην καταβολή εισφορών παροχές υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α» .
68. Οι συμμετέχοντες στη δίκη δεν συμφωνούν για το πώς πρέπει να νοηθούν τα προπαρατεθέντα εδάφια, δηλαδή αν το γεγονός ότι μια παροχή αναφέρεται ειδικώς στο παράρτημα ΙΙα αρκεί για να καταστεί ειδική παροχή μη στηριζομένη σε εισφορές υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, ή αν πρέπει πρώτα να επαληθευθεί ότι αυτό συμβαίνει. Αυτοί που τάσσονται υπέρ της τελευταίας ερμηνείας υποστηρίζουν ότι, στην προπαρατεθείσα υπόθεση Snares, το ερώτημα αν επρόκειτο για παροχή μη στηριζομένη σε εισφορές δεν ετίθετο και ότι η διαφορά αφορούσε μόνον το έννομο αποτέλεσμα ενός τέτοιου ισχυρισμού, δηλαδή το εφαρμοστέο του άρθρου 10α.
69. ρέπει να εξεταστεί το ερώτημα κατά πόσον οι αποφάσεις Partridge και Swaddling, που επικύρωσαν την απόφαση Snares, συνηγορούν υπέρ της μιας ή της άλλης απόψεως. Στις δύο αυτές αποφάσεις, οι οποίες αμφότερες αναφέρονται στις προπαρατεθείσες σκέψεις 30 και 31 της αποφάσεως Snares, αν δεν τις επαναλαμβάνουν και κατά λέξη, το αποτέλεσμα αυτού που μόλις αναφέρθηκε είναι προδήλως - τουλάχιστον στη μετάφραση των δύο αυτών σκέψεων στα γερμανικά - ότι η μνεία μιας παροχής στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού την καθιστά ειδική παροχή μη στηριζομένη σε εισφορές υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού. Τα σχετικά εδάφια είναι τα εξής:
«Daher unterliegt eine Leistung wie die AA wegen ihrer Erwähnung in Anhang IIa den Koordinierungsregeln des Artikels 10a und stellt somit eine beitragsunabhängige Sonderleistung im Sinne von Artikel 4 Absatz 2a dar [...] .
[Υπό τις συνθήκες αυτές, μια παροχή όπως το ΑA διέπεται, λόγω του ότι περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙα, από τους κανόνες συντονισμού του άρθρου 10α και αποτελεί, ως εκ τούτου, ειδική μη στηριζόμενη στην καταβολή εισφορών παροχή κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α [...]]».
«Eine Leistung, die wie die Einkommensbeihilfe im Anhang IIa aufgeführt ist, fällt unter die Koordinierungsvorschriften des Artikels 10a und stellt damit eine beitragsunabhängige Sonderleistung im Sinne des Artikels 4 Absatz 2a dar [...]» .
[«Μια παροχή όπως το επίδομα IS εμπίπτει στους κανόνες συντονισμού του άρθρου 10α, διότι περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙα και επομένως αποτελεί ειδική παροχή χωρίς συνεισφορά κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α [...]]».
70. Στο γαλλικό κείμενο της αποφάσεως, στη γλώσσα που έγινε η διάσκεψη, η συνέπεια αυτή δεν φαίνεται τόσο απόλυτη:
«Dans ces conditions, une prestation telle que la DLA, du fait qu'elle figure à l'annexe II bis, doit être considérée comme étant exclusivement régie par les règles de coordination de l'article 10 bis et, partant, comme relevant des prestations spéciales à caractère non contributif au sens de l'article 4, paragraphe 2 bis».
71. Αν τώρα δούμε την απόφαση στην υπόθεση Dingemans στην οποία το Δικαστήριο ρητώς αναφέρεται στην απόφασή του Snares , με την οποία μια παροχή αναπηρίας χαρακτηρίζεται «παροχή του τύπου B» , μας εκπλήσσει το γεγονός ότι το Δικαστήριο, βασιζόμενο σε τροποποίηση του παραρτήματος F, χαρακτήρισε, στην υπόθεση Dingemans, την επίδικη (ολλανδική) νομοθεσία ως νομοθεσία του τύπου B, τις δε οικείες παροχές ως παροχές του τύπου B. Διαπίστωσε πάντως ρητώς:
«Η νομιμότητα της τροποποιήσεως αυτής δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο ουδεμιάς αμφισβητήσεως.
Επομένως, έπρεπε μόνο να διαπιστωθεί η κατάσταση αυτή» .
72. Με τις αποφάσεις Snares , Partridge καθώς και Swaddling , ο χαρακτηρισμός των διαφόρων παροχών ως παροχών μη στηριζομένων σε εισφορές δεν αμφισβητήθηκε. Στην απόφαση Snares επρόκειτο για τη χρονική ισχύ του κανονισμού 1247/92, ενώ στην απόφαση Partridge επρόκειτο για τα αποτελέσματα δηλώσεως όπως αυτή που προβλέπεται από το άρθρο 5 του κανονισμού. Τέλος, στην υπόθεση Swaddling επρόκειτο για το ερώτημα αν η ρήτρα κατοικίας καθεαυτή έπρεπε να θεωρηθεί ότι συνιστά παράβαση του άρθρου 48 της Συνθήκης.
73. Το Δικαστήριο διαπίστωσε, επιπλέον, με τις αποφάσεις Snares και Partridge, με σχεδόν παρόμοια διατύπωση:
«Εξάλλου, από το γράμμα του άρθρου 10α προκύπτει ότι η διάταξη αυτή προϋποθέτει ότι οι παροχές τις οποίες αφορά εμπίπτουν και στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1247/92 ».
74. Κατά τη γνώμη μου, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υπάρχει αμφιβολία ή διαφορά ως προς το αν η επίδικη παροχή αποτελεί ειδική παροχή μη στηριζομένη σε εισφορές, η διατύπωση αυτή αφήνει τη δυνατότητα να γίνει μια σε βάθος εξέταση της παροχής αυτής. ράγματι, το άρθρο 10α του κανονισμού μπορεί να εφαρμοστεί μόνον αν πρόκειται για παροχές μη στηριζόμενες σε εισφορές που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙα του κανονισμού. Η μνεία αυτή μπορεί να συνιστά ένδειξη ως προς τη φύση των παροχών. Εντούτοις, δεν μπορεί να αντικαταστήσει μια εξέταση όπως αυτή που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 2α, αν υφίστανται συναφώς αμφιβολίες.
75. Εξάλλου, στην όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1247/92 που υπάγει ρητώς τις ειδικές παροχές που δεν στηρίζονται σε εισφορές στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, αναφέρεται το εξής:
«Είναι, ωστόσο αναγκαίο να εξασφαλισθεί ότι το υπάρχον σύστημα συντονισμού, που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/71, θα εξακολουθήσει να εφαρμόζεται για παροχές που είτε δεν υπάγονται στην ιδιαίτερη κατηγορία παροχών είτε δεν συμπεριλαμβάνονται ρητά σε παράρτημα αυτού του κανονισμού» .
76. Η διατύπωση αυτή υπογραμμίζει ότι η μνεία στο παράρτημα ΙΙα συνιστά μόνο τη μία από τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 10α.
77. Εξάλλου, δεν γίνεται αντιληπτό γιατί ένα παράρτημα του κανονισμού, εκδοθέν από τον κοινοτικό νομοθέτη, πρέπει να έχει οριστικότερο χαρακτήρα απ' ό,τι άλλες κοινοτικές διατάξεις του παραγώγου δικαίου, εφόσον μπορεί ανά πάσα στιγμή να εξετασθεί μια τέτοια διάταξη ως προς το συμβατό της προς υπέρτερους κανόνες του δικαίου. Συνεπώς, η επαλήθευση του περιεχομένου των παροχών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα θα πρέπει να είναι δυνατή.
78. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναφέρθηκε ότι τα παραρτήματα - όπως αυτό συμβαίνει για τον κανονισμό στο σύνολό του - μπορούν να τροποποιηθούν μόνον ομοφώνως. Στο μέτρο που δεν επιτυγχάνεται ομοφωνία, το παράρτημα θα μπορούσε να περιλαμβάνει μνείες δυνάμενες να είναι εσφαλμένες. Η υπόδειξη της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου ως προς τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατά παραλείψεως δεν πείθει, εφόσον δεν μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά κράτους μέλους στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας. Τέλος, δεν διακρίνεται κανένας λόγος για τον οποίο μια παροχή θα έπρεπε, κατ' αρχήν, να εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου, επειδή αναγράφεται σε παράρτημα.
79. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 4, παράγραφος 2α, πρέπει να επιτρέπει μια επί της ουσίας εξέταση της επίδικης παροχής. ρέπει, συνεπώς, να εξεταστεί το ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, δηλαδή αν η επίδικη παροχή συνιστά ειδική παροχή μη στηριζομένη σε εισφορές υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α.
γ) Επί των χαρακτηριστικών ειδικής παροχής μη στηριζομένης σε εισφορές υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α
80. Για να προσδιοριστούν οι έννομες συνέπειες του άρθρου 10α, έχει σημασία αν η επίδικη παροχή συνιστά ειδική παροχή μη στηριζομένη σε εισφορές υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α. Για να προσδιοριστούν τα χαρακτηριστικά μιας τέτοιας παροχής πρέπει πρώτα να αναφερθεί ο κανονισμός 1247/92, ο οποίος προσέθεσε στον κανονισμό τόσον τα άρθρα 4, παράγραφος 2α, και 10α όσον και το παράρτημα ΙΙα. Η τρίτη και η τέταρτη αιτιολογική σκέψη παρέχουν ένα στοιχείο ως προς το πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε ο κανονισμός αυτός και τους σκοπούς του. Στις αιτιολογικές αυτές σκέψεις αναφέρεται ότι:
«Είναι επίσης αναγκαίο να ληφθεί υπόψη η νομολογία του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία ορισμένες παροχές που προβλέπονται από τις εθνικές νομοθεσίες ενδέχεται να εμπίπτουν συγχρόνως τόσο στην κοινωνική ασφάλιση όσο και στην κοινωνική πρόνοια, λόγω της κατηγορίας των ατόμων στα οποία αναφέρονται, των στόχων και του τρόπου εφαρμογής τους.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι, σε ορισμένα σημεία, οι νομοθεσίες δυνάμει των οποίων καταβάλλονται οι παροχές αυτές προσομοιάζουν στην κοινωνική πρόνοια στο μέτρο που η ένδεια αποτελεί βασικό κριτήριο για την εφαρμογή τους, και στο ότι οι όροι χορήγησής τους δεν σχετίζονται με οποιαδήποτε απαίτηση σχετικά με τις περιόδους επαγγελματικής δραστηριότητας ή με τις συνεισφορές ενώ σε άλλα σημεία προσεγγίζουν στην κοινωνική ασφάλιση στο μέτρο που δεν υπάρχει διακριτική εξουσία ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι προβλεπόμενες παροχές καταβάλλονται και στο μέτρο που θέτουν τους δικαιούχους υπό σαφές νομικό καθεστώς.»
81. Ο κανονισμός αυτός έπρεπε συνεπώς, αφενός, να αποσαφηνίσει το γεγονός ότι ορισμένες μικτές κοινωνικές παροχές εμπίπτουν - υπό ορισμένες προϋποθέσεις και σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου - στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Στο μέτρο που δεν πρόκειται ακριβώς για παροχές κλασικής κοινωνικής ασφαλίσεως, ο ειδικός συντονισμός επίσης δικαιολογείται, εφόσον η υπαγωγή των οικείων παροχών στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού συνιστά πρόοδο σε σχέση με την προηγουμένη κατάσταση, κατά την οποία έπρεπε να ληφθεί ως βάση ο δυαδισμός των καθεστώτων, «κοινωνική ασφάλιση» , αφενός, και «κοινωνική πρόνοια» ρητώς αποκλειομένη από τον κανονισμό, αφετέρου. Μόνον η νομολογία του Δικαστηρίου επέτρεπε κατά περίπτωση την υπαγωγή μικτών παροχών στο ένα ή το άλλο από τα καθεστώτα αυτά.
82. Ο κανονισμός 1247/92 επεδίωκε πάντως επίσης να εξασφαλίσει «ότι το υπάρχον σύστημα συντονισμού, που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/71, θα εξακολουθήσει να εφαρμόζεται για παροχές που [...] δεν υπάγονται στην ιδιαίτερη κατηγορία παροχών» . Συνεπώς, σημασία έχει να προσδιοριστούν τα χαρακτηριστικά της ιδιαίτερης αυτής κατηγορίας παροχών για να είναι δυνατός ο χαρακτηρισμός μιας παροχής.
83. ρέπει, αφενός, να πρόκειται για «μια παροχή μη στηριζομένη σε εισφορές». Εν τούτοις, δεν μπορεί να είναι καθοριστικό μόνον αυτό το κριτήριο εφόσον το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού ισχύει για «τα γενικά και ειδικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, με ή χωρίς συνεισφορά , καθώς και για τα συστήματα σχετικά με τις υποχρεώσεις του εργοδότη ή του πλοιοκτήτη εν σχέσει προς τις παροχές που προβλέπονται στην παράγραφο 1». Αφετέρου, για να εμπίπτει μια παροχή στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 2α, πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αν έχει τον χαρακτήρα «ειδικής παροχής».
1. αροχή μη στηριζομένη σε εισφορές
84. Το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες, ιδίως, όσον αφορά τον χαρακτήρα μη στηριζομένης σε εισφορές παροχής της οικείας παροχής και εφιστά ειδικότερα την προσοχή στις πραγματοποιηθείσες μεταφορές στον προϋπολογισμό κατά τη θέσπιση της εν λόγω παροχής, οι οποίες επηρέασαν επίσης τον προσφεύγοντα εφόσον οι εισφορές ασφαλίσεως ασθενείας αυξήθηκαν.
85. Σε οργανωτικό επίπεδο, το επίδομα περιθάλψεως συνδέθηκε με την ασφάλιση συντάξεως, αυτό δε τόσο σε διοικητικό επίπεδο όσο και ως προς τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη χορήγηση της παροχής. Στην Αυστρία, η ασφάλιση γήρατος χρηματοδοτείται εκ παραδόσεως από τρεις πηγές· πρόκειται για τις εισφορές του εργοδότη και του εργαζομένου καθώς και για συμπληρωματικές επιχορηγήσεις του κράτους. Ο φορέας ασφαλίσεως γήρατος καταβάλλει εισφορές στην ασφάλιση ασθενείας. Κατά τη θέσπιση του επιδόματος περιθάλψεως, έγινε η ακόλουθη αναδιάρθρωση της χρηματοδοτήσεως των συντάξεων γήρατος και της ασφαλίσεως ασθενείας. Οι εισφορές ασφαλίσεως ασθενείας αυξήθηκαν κατά 0,8 %. Η οικονομική συμμετοχή των φορέων ασφαλίσεως γήρατος στην ασφάλιση ασθενείας μειώθηκε, ενώ διατηρήθηκε το επίπεδο των παροχών. Επομένως, κεφάλαια ελευθερώθηκαν από την ασφάλιση γήρατος για την χρηματοδότηση του επιδόματος αυτού. _Οσον αφορά τα χρηματοδοτικά μέσα που το κράτος θέτει στη διάθεση των φορέων ασφαλίσεως γήρατος, δημιουργήθηκε ειδική γραμμή του προϋπολογισμού για το επίδομα περιθάλψεως. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί της Αυστριακής Κυβερνήσεως, σύμφωνα με τους οποίους το επίδομα περιθάλψεως χρηματοδοτείται από φόρους είναι ορθοί, όπως επίσης είναι ορθός ο ισχυρισμός της Επιτροπής, σύμφωνα με τον οποίο η θέσπιση του επιδόματος αυτού ήταν ουδέτερη από απόψεως προϋπολογισμού.
86. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της σχέσεως αυτής μεταξύ της ασφαλίσεως ασθενείας, της ασφαλίσεως γήρατος και της παροχής περιθάλψεως είναι ότι σε μεγάλο βαθμό οι δυνητικοί δικαιούχοι του εν λόγω επιδόματος συμβάλλουν έμμεσα ως ασφαλισμένοι στη χρηματοδότησή του μέσω της αυξήσεως των εισφορών ασφαλίσεως ασθενείας. Συναφώς, το σημείο συνδέσεως είναι η ύπαρξη μιας σχέσεως κοινωνικής ασφαλίσεως.
87. Το γεγονός ότι υφίσταται ίδια γραμμή προϋπολογισμού για το επίδομα περιθάλψεως - όπως αυτό ρητώς επιβεβαιώθηκε από την Αυστριακή Κυβέρνηση κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση - συνηγορεί πράγματι, από καθαρά τυπική άποψη, υπέρ του χαρακτήρα της παροχής ως παροχής μη στηριζομένης σε εισφορές. Το ίδιο ισχύει για τον κανόνα του άρθρου 23 του BPGG, σύμφωνα με τον οποίο το κράτος επιστρέφει στους φορείς της υποχρεωτικής ασφαλίσεως συντάξεως τις αποδειχθείσες δαπάνες όσον αφορά το επίδομα περιθάλψεως καθώς και τις λοιπές δαπάνες.
88. άντως, δεν πρέπει να αγνοείται το γεγονός ότι, ήδη, πριν από τη θέσπιση του επιδόματος περιθάλψεως, το κράτος συνέβαλλε στη χρηματοδότηση της ασφαλίσεως γήρατος. Εφόσον οι φορείς της ασφαλίσεως συντάξεως ήσαν σε θέση να προβαίνουν σε οικονομίες επί των εισφορών της ασφαλίσεως ασθενείας, ενώ τα χρηματοδοτικά μέσα που κατέβαλλε το κράτος χρησιμοποιούνταν για το επίδομα περιθάλψεως, μπορεί να πεί κανείς ότι το μερίδιο των χρηματοδοτουμένων συντάξεων υπό τη μορφή εισφορών αυξήθηκε κατά τρόπο ανάλογο. Εφόσον η επίδικη παροχή, αφενός, συνδέεται στενά με ένα σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως χρηματοδοτούμενο με εισφορές και, αφετέρου, χρηματοδοτείται άμεσα με τις εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί, άνευ ετέρου, ότι η παροχή αυτή αποτελεί παροχή μη στηριζομένη σε εισφορές.
89. Το γεγονός ότι οι μη μισθωτοί εργαζόμενοι μπορούν, κατόπιν αιτήσεως των αντιπροσώπων τους, δυνητικώς, να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του BPGG, σύμφωνα με το άρθρο του 3, αλλ' ότι προβλέπεται ρητώς ότι τα έξοδα θα καλύπτονται με ειδικές εισφορές, μπορεί να ερμηνευθεί ως ένα στοιχείο κατά του χαρακτήρα των οικείων παροχών ως παροχών μη στηριζομένων σε εισφορές.
90. Δεδομένου ότι - όπως ήδη ανέφερα - δεν έχει σημασία μόνον ο χαρακτήρας της οικείας παροχής ως παροχής μη στηριζομένης σε εισφορές, αλλά επίσης ο χαρακτήρας της ως «ειδικής παροχής», πρέπει στη συνέχεια να εξεταστεί αν το επίδομα ειδικής φροντίδας αποτελεί ειδική παροχή υπό την έννοια της οικείας διατάξεως.
2. Ειδική παροχή
91. Ο κοινοτικός νομοθέτης δεν όρισε μεν ρητώς τι είναι ειδική παροχή υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού. _Ομως, στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού, παραπέμπει στη νομολογία του Δικαστηρίου .
92. Σε ορισμένες υποθέσεις , το Δικαστήριο είχε να αποφανθεί επί του ερωτήματος αν η χορήγηση ορισμένων κοινωνικών παροχών που χορηγούνται επιπλέον των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως ακολουθεί τους κανόνες του κανονισμού, δηλαδή αν πρέπει, ενδεχομένως, να αρθεί η προϋπόθεση της κατοικίας.
93. Σε μία από τις πρώτες υποθέσεις αυτού του είδους που είχε ακόμη ως αντικείμενο τον κανονισμό 3, επρόκειτο για ένα συμπληρωματικό επίδομα, καταβαλλόμενο επιπλέον της συντάξεως αναπηρίας, το οποίο είχε παύσει να καταβάλλεται στην προσφεύγουσα της κύριας δίκης επειδή αυτή είχε μεταφέρει την κατοικία της σε άλλο κράτος μέλος. Το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«Είναι μεν ευκταίο από άποψη εφαρμογής του κανονισμού αυτού να γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ των νομοθετικών συστημάτων που εμπίπτουν, αντιστοίχως, στην κοινωνική ασφάλιση και την κοινωνική πρόνοια, δεν μπορεί όμως να αποκλειστεί η πιθανότητα, λόγω του προσωπικού πεδίου εφαρμογής, των σκοπών της και του τρόπου εφαρμογής της, μια νομοθεσία να συνδέεται ταυτόχρονα και προς τις δύο αυτές κατηγορίες, εκφεύγοντας επομένως οποιασδήποτε γενικώς ισχύουσας κατατάξεως. Αν μια τέτοια νομοθεσία, που εγκατέλειψε τη στάθμιση των ατομικών αναγκών, η οποία είναι χαρακτηριστική για την πρόνοια, παραχωρεί στους δικαιούχους μια νομικά καθοριζόμενη θέση, εμπίπτει στο σύστημα της κοινωνικής ασφαλίσεως υπό την έννοια των κοινοτικών κανονισμών. Αυτό θα συνέβαινε στην περίπτωση νομοθεσίας προβλέπουσας συμπληρωματικές παροχές συντάξεως αναπηρίας οι οποίες εξαρτώνται από ορισμένο βαθμό αναπηρίας. Το γεγονός ότι ένας και ο αυτός νόμος αφορά και ευεργετήματα που μπορούν να χαρακτηριστούν ως παροχές κοινωνικής πρόνοιας δεν μεταβάλλει, από τη σκοπιά των κοινοτικών κανονισμών, τον εγγενή κοινωνικοασφαλιστικό χαρακτήρα μιας παροχής που συναρτάται προς σύνταξη αναπηρίας της οποίας αποτελεί αυτοδικαίως παρεπόμενο στοιχείο» .
94. Σε μεταγενέστερη απόφαση, στην υπόθεση Giletti , επρόκειτο για συμπληρωματικό επίδομα των συντάξεων γήρατος, επιζώντος συζύγου ή αναπηρίας, οριζόμενο ως «επίδομα αλληλεγγύης, το οποίο χρηματοδοτείται από φορολογικά έσοδα, έχει ως σκοπό να εξασφαλίζει γενικώς ένα ελάχιστο όριο μέσων διαβιώσεως και καταβάλλεται επικουρικώς πρς άλλη παροχή, ασχέτως του αν η παροχή αυτή εξαρτάται ή όχι από την καταβολή εισφορών, και το οποίο χορηγείται ανάλογα με τους πόρους του αιτούντος, χωρίς όμως να έχει σχέση με την επαγγελματική του δραστηριότητα, μπορεί δε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να αναληφθεί από την κληρονομία που καταλείπει ο δικαιούχος» .
Για τον χαρακτηρισμό της παροχής αυτής, το Δικαστήριο επέστησε την προσοχή στο γεγονός ότι δεν είναι η χρηματοδότηση της παροχής που έχει σημασία, εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, οι μη στηριζόμενες σε εισφορές παροχές δεν αποκλείονται του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού. Το Δικαστήριο έκρινε, επομένως, ότι «μια νομοθεσία σαν αυτή που αποτελεί αντικείμενο του προδικαστικού ερωτήματος επιτελεί, πράγματι, διττή λειτουργία, που συνίσταται, αφενός, στην εξασφάλιση ενός ελαχίστου ορίου μέσων διαβιώσεως σε πρόσωπα που τη χρειάζονται και, αφετέρου, στην παροχή συμπληρώματος του εισοδήματος στους δικαιούχους ανεπαρκών παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως» .
Το Δικαστήριο έκρινε επιπλέον:
«Κατά το μέτρο που μια τέτοια νομοθεσία απονέμει δικαίωμα επί συμπληρωματικών παροχών που αποσκοπούν στην προσαύξηση του ύψους συντάξεων που εμπίπτουν στην κοινωνική ασφάλιση, χωρίς οποιαδήποτε στάθμιση των αναγκών και των ατομικών καταστάσεων, η οποία αποτελεί χαρακτηριστικό της κοινωνικής πρόνοιας, η νομοθεσία αυτή εμπίπτει στο σύστημα της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71. Το γεγονός ότι ένας και ο αυτός νόμος ενδέχεται να αφορά και ευεργετήματα που μπορούν να χαρακτηριστούν ως παροχές κοινωνικής πρόνοιας δεν μεταβάλλει, από τη σκοπιά του κοινοτικού δικαίου, τον εγγενή κοινωνικοασφαλιστικό χαρακτήρα μιας παροχής που συναρτάται προς σύνταξη αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντος συζύγου, της οποίας αποτελεί αυτοδικαίως παρεπόμενο στοιχείο» .
95. Στο πλαίσιο μεταγενέστερης προσφυγής λόγω παραβάσεως κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας με αντικείμενο τη διατήρηση ρήτρας κατοικίας στο πλαίσιο της χορηγήσεως γαλλικού συμπληρωματικού επιδόματος που έπρεπε να εξασφαλίσει τα ελάχιστα μέσα διαβιώσεως στη Γαλλία, το Δικαστήριο βασίστηκε στις προηγούμενες αποφάσεις Biason και Giletti και καταδίκασε τη Γαλλία.
96. Στην απόφαση Newton επρόκειτο για τη χορήγηση «επιδόματος κινήσεως» , παροχής για αναπήρους η οποία, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία , χορηγείται σε «κάθε πρόσωπο που υποφέρει από σωματική αναπηρία η οποία τον καθιστά ανίκανο να βαδίσει, εφόσον το εν λόγω πρόσωπο παρέμεινε στη Μεγάλη Βρετανία επί ορισμένο διάστημα, εξακολουθεί να παραμένει στο έδαφός της και έχει εκεί τη συνήθη κατοικία του. Το επίδομα κινήσεως αποτελεί εβδομαδιαία παροχή συνιστάμενη στην καταβολή ορισμένου σταθερού ποσού, το ύψος του οποίου δεν εξαρτάται από την οικονομική κατάσταση του δικαιούχου» .
Το Δικαστήριο ανέφερε συναφώς ότι:
«Λαμβανομένης υπόψη της ευρύτητας του κύκλου των δικαιούχων της παροχής για την οποία πρόκειται, μια τέτοια νομοθετική ρύθμιση επιτελεί στην πραγματικότητα διπλή λειτουργία. Αφενός, σκοπό έχει να εξασφαλίζει ένα ελάχιστο εισόδημα σε πρόσωπα με αναπηρίες που βρίσκονται εντελώς εκτός του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Αφετέρου, παρέχει ένα συμπληρωματικό εισόδημα στους δικαιούχους παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως που πάσχουν από σωματική αναπηρία επηρεάζουσα την ικανότητα κινήσεώς τους.
Κατά συνέπεια, σε σχέση με μισθωτό ή μη μισθωτό εργαζόμενο ο οποίος καλύπτεται ήδη, λόγω προηγουμένης επαγγελματικής δραστηριότητας, από το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους της νομοθεσίας του οποίου γίνεται επίκληση, η υπό συζήτηση νομοθετική ρύθμιση πρέπει να θεωρείται ότι υπάγεται στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, κατά την έννοια του άρθρου 51 της Συνθήκης και των κανονιστικών ρυθμίσεων που θεσπίστηκαν για την εφαρμογή του, μολονότι η ίδια αυτή νομοθετική ρύθμιση θα μπορούσε να μη τύχει του χαρακτηρισμού αυτού σε σχέση με άλλες κατηγορίες δικαιούχων» .
97. Στην απόφαση Hughes επρόκειτο τέλος για τον χαρακτηρισμό μιας παροχής με την ονομασία «family credit». Στο επιχείρημα της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου ότι το «family credit» δεν εμπίπτει σε κανέναν από τους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως που απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού, το Δικαστήριο απάντησε:
«_Οπως προκύπτει από τη δικογραφία, το "Family credit" επιτελεί, στην πραγματικότητα, διττή λειτουργία, ήτοι, αφενός, όπως επισήμανε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, στη διατήρηση της εργασίας των εργαζομένων που αμείβονται ανεπαρκώς και, αφετέρου, στην αντιμετώπιση των οικογενειακών δαπανών, πράγμα που προκύπτει ιδίως από το γεγονός ότι η εν λόγω παροχή καταβάλλεται μόνον εφόσον η οικογένεια του ενδιαφερομένου περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα τέκνα και από το ότι το ύψος της ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία των τέκνων» .
Καταλήγοντας, το Δικαστήριο έκρινε ότι το «family credit» ήταν οικογενειακή παροχή υπό την έννοια του κανονισμού.
98. Οι υποθέσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω έχουν κοινό χαρακτηριστικό ότι οι οικείες παροχές μπορούσαν να διεκδικηθούν επίσης από άτομα που δεν λαμβάνουν παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως. Επιπλέον, οι παροχές αυτές είχαν επίσης σε κάθε μια από τις περιπτώσεις αυτές διπλή λειτουργία.
99. Η παροχή για την οποία πρόκειται στην παρούσα υπόθεση έχει μία κατ' αρχήν διαφορετική δομή. Μόνον η ύπαρξη αξιώσεως για σύνταξη οδηγεί στο δικαίωμα για επίδομα ειδικής φροντίδας. Σύμφωνα με το γράμμα του BPGG, όπως εξάλλου εξηγήθηκε για μια ακόμη φορά κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, πρέπει να ληφθεί ως βάση η διαπίστωση ότι δεν πρόκειται ως προς το σημείο αυτό μόνο για δικαίωμα συντάξεως γήρατος, αλλ' ότι η καταβολή συντάξεως επιζώντος μπορεί επίσης να επιτρέψει την πρόσβαση σε δικαίωμα για την καταβολή της εν λόγω παροχής. Αυτό που είναι καθοριστικό είναι ότι το επίδομα ειδικής φροντίδας αποτελεί παρεπόμενο του δικαιώματος συντάξεως.
100. Στο υπόμνημά της, η Αυστριακή Κυβέρνηση ομιλεί συναφώς με χαρακτηριστικό τρόπο και για την «κύρια παροχή». Στο μέτρο που το αυστριακό επίδομα ειδικής φροντίδας δεν μπορεί να χωριστεί από μια παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως, η χορήγηση της εν λόγω παροχής συνδέεται με πραγματικά περιστατικά που εμπίπτουν στο δίκαιο της κοινωνικής ασφαλίσεως. ράγματι, έχει τα χαρακτηριστικά μιας κλασικής παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως.
101. Το επίδομα ειδικής φροντίδας, το οποίο, σύμφωνα με τον νομικό ορισμό του άρθρου 1 του BPGG, έχει ως σκοπό να καθίσταται δυνατό στα εξηρτημένα άτομα να ζουν αυτόνομα και σύμφωνα με τις ανάγκες τους, είναι από την άποψη αυτή σχετικώς ανεξάρτητο του κοινωνικού πλαισίου εντός του οποίου χορηγείται . Ο κίνδυνος επελεύσεως της εξαρτήσεως δεν έχει συγκεκριμένη σχέση με την οικονομική και κοινωνική κατάσταση εντός ενός κράτους μέλους. Η δυνατότητα που παρέχεται μέσω ενός επιδόματος σ' ένα εξηρτημένο άτομο να βοηθηθεί επίσης δεν συνδέεται με ορισμένο κοινωνικοπολιστιστικό περιβάλλον. Η δυνατότητα που πρέπει να παρέχεται στα εξηρτημένα άτομα να καθορίζουν τα ίδια τις ανάγκες τους προϋποθέτει ακριβώς ότι τα εξηρτημένα άτομα έχουν ορισμένη ελευθερία επιλογής και όσον αφορά τη διαμόρφωση του εν λόγω κοινωνικού περιβάλλοντος .
102. Οι παροχές του αυστριακού επιδόματος ειδικής φροντίδας έχουν συναφώς ως σκοπό την αντιμετώπιση του κινδύνου εξαρτήσεως ως κοινωνικού φαινομένου. Στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αναφέρεται - όπως επιβεβαιώνει η Αυστριακή Κυβέρνηση στο υπόμνημά της - ότι ο σκοπός του νέου αυστριακού καθεστώτος πρόνοιας κατά του κινδύνου εξαρτήσεως ήταν να «θεσπιστεί ενιαίο καθεστώς πρόνοιας όσον αφορά την εξάρτηση, με το οποίο για πρώτη φορά αναγνωρίσθηκε ότι η εξάρτηση συνιστά εξ ολοκλήρου κοινωνικό κίνδυνο και ότι υφίσταται κοινωνική ευθύνη για τον κίνδυνο αυτόν».
103. _Οπως ανέφερα στα προεκτεθέντα, η εξάρτηση δεν συνιστά αυτοτελή κίνδυνο υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού. Ο κίνδυνος αυτός μπορεί να συνδέεται με πολλούς από τους αναφερομένους στο άρθρο αυτό κινδύνους. Η εξάρτηση μπορεί να συνδέεται με την ηλικία . άντως είναι επίσης δυνατόν η εξάρτηση να θεωρείται ασθένεια ή να συμβαδίζει με την αναπηρία ή την ανικανότητα προς εργασία . Είναι ακόμη νοητή η εξάρτηση επιζώντων. Στο πλαίσιο του αυστριακού νομοθετικού καθεστώτος του επιδόματος περιθάλψεως , οι δικαιούχοι συντάξεως επιζώντος έχουν επίσης εν δυνάμει δικαιώματα.
104. Στο σημείο αυτό μπορούμε να επαναλάβουμε τη συζήτηση που περιελήφθη στην απόφαση Molenaar ως προς τον χαρακτηρισμό του επιδόματος περιθάλψεως. Κατά τη γνώμη μου, αυτό εντούτοις δεν είναι αναγκαίο. Το Δικαστήριο έκρινε με την προπαρατεθείσα απόφαση ότι ο οικείος κίνδυνος ανήκε στους απαριθμούμενους στο άρθρο 4, παράγραφος 1, κινδύνους, έχοντας κατά νου το γεγονός ότι η εξάρτηση ως κοινωνικός κίνδυνος μπορεί να έχει πολλές μορφές. Στην υπόθεση Molenaar, το Δικαστήριο οδηγήθηκε στον χαρακτηρισμό αυτόν από τον σύνδεσμο που υφίστατο, από απόψεως οργανώσεως του καθεστώτος κοινωνικής ασφαλίσεως, μεταξύ της ασφαλίσεως εξαρτήσεως και της ασφαλίσεως ασθενείας . Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, τίποτε δεν εμποδίζει την κατάταξη του επιδόματος περιθάλψεως μαζί με άλλο κίνδυνο, αν ο νομοθέτης κράτους μέλους συνέδεσε τον κίνδυνο εξαρτήσεως με άλλον κίνδυνο. Εφόσον το επίδομα περιθάλψεως αποτελεί παρεπόμενο άλλης συντάξεως, χαρακτηριζομένης ως κυρίας παροχής, πρέπει να έχει τον ίδιο νομικό χαρακτηρισμό με την οικεία παροχή.
105. Υπό το πρίσμα αυτό, το επίδομα περιθάλψεως δεν είναι «άλλη» παροχή εκτός αυτών που απαριθμούνται στην παράγραφο 1, υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού. Το επίδομα περιθάλψεως, συνεπώς, δεν είναι ούτε και «ειδική παροχή», υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, στοιχείο β_, που «προορίζ[εται] μόνον για να εξασφαλίσ[ει] την ειδική προστασία των μειονεκτούντων ατόμων». Αφενός, θα έπρεπε γι' αυτό να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αν η οικεία παροχή έχει χαρακτήρα ειδικής παροχής, πράγμα το οποίο ακριβώς δεν είναι δυνατόν εδώ. Αφετέρου, ως κοινωνικό φαινόμενο, η έννοια της εξαρτήσεως δεν μπορεί να εξομοιωθεί με την αναπηρία. Ο ανάπηρος μπορεί βεβαίως να είναι εξηρτημένος, εντούτοις, ορισμένος αριθμός άλλων αιτιών όπως είναι η ασθένεια, το ατύχημα ή το γήρας μπορούν να προκαλέσουν εξάρτηση, η οποία συνεπώς δεν συνδέεται με μια αναπηρία.
106. Επειδή, επομένως, το επίδομα ειδικής φροντίδας δεν μπορεί να θεωρηθεί «ειδική παροχή χωρίς συνεισφορά» υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, το άρθρο 10α δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Αν οι ειδικές διατάξεις συντονισμού δεν έχουν εφαρμογή, εφαρμόζονται οι γενικοί κανόνες, δηλαδή, σύμφωνα με το άρθρο 10 του κανονισμού, δεν συντρέχει λόγος εφαρμογής της ρήτρας κατοικίας στις παροχές σε χρήμα.
107. Δεδομένου ότι η επίδικη παροχή δεν έχει τα χαρακτηριστικά στοιχεία μιας ειδικής παροχής μη στηριζομένης σε εισφορές, η δε ρήτρα της κατοικίας, συνεπώς, δεν μπορεί να εφαρμοστεί κατά το κοινοτικό δίκαιο, είναι περιττόν να ληφθεί θέση επί του επικουρικού επιχειρήματος της Επιτροπής που αποβλέπει, μέσω του άρθρου 48 της Συνθήκης, να καταστήσει δυνατό στον ενδιαφερόμενο να προβάλλει τα δικαιώματά του, σε μια περίπτωση όπως είναι η παρούσα υπόθεση, κατά την οποία παραμεθόριος εργαζόμενος κατέβαλλε εισφορές επί 40 έτη στο καθεστώς κοινωνικής ασφαλίσεως κράτους μέλους και του αρνούνται μια παροχή λόγω ρήτρας κατοικίας.
108. Οι διατυπωθέντες φόβοι ορισμένων από τους μετέχοντες στην παρούσα διαφορά, ότι δηλαδή ο κανονισμός 1247/92, ο οποίος επιτρέπει την εφαρμογή ρήτρας κατοικίας επί των ειδικών παροχών των μη στηριζομένων σε εισφορές, θα μπορούσε να παρεκκλίνει πλήρως του σκοπού του, είναι συνεπώς εντελώς αβάσιμοι. ράγματι, το άρθρο 10α και το παράρτημα ΙΙα, διαφορετικά, θα εστερούντο ουσιαστικά σημασίας και θα είχαν από την άποψη αυτή συμβολική μόνον αξία, πράγμα που ο νομοθέτης ασφαλώς δεν ήθελε.
109. Η ουσιαστική διαφορά μεταξύ των παροχών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1247/92 και της επίδικης παροχής στην παρούσα υπόθεση είναι ότι η τελευταία συνδέεται με σχέση κοινωνικής ασφαλίσεως. Επειδή ως εκ τούτου έχει εφαρμογή το άρθρο 10, το άρθρο 19 δεν έχει εφαρμογή για τον λόγο ότι εφαρμόζεται μόνον αν πρόκειται για παροχή ασθενείας.
110. Τέλος, εφόσον εξαρτάται από μια παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως που είναι παροχή στηριζομένη σε εισφορές, η παρεπομένη παροχή καθίσταται και αυτή παροχή στηριζομένη σε εισφορές, εφόσον η εξάρτηση καθεαυτή δεν αρκεί για τη θεμελίωση δικαιώματος. Το υπενθυμίζω αυτό ακόμη μία φορά, παρόλον ότι δεν έχει σημασία για την προτεινομένη λύση. Το γεγονός ότι το επίδομα περιθάλψεως δεν χρηματοδοτείται από την ασφάλιση ασθενείας (της οποίας το ποσόν αυξήθηκε), αλλά προέρχεται από κρατικές πηγές, δεν αντιτίθεται στη διαπίστωση αυτή, επειδή πρόκειται ως προς αυτό μόνο για μια διαφορετική χρηματική κατανομή και όχι για έναν αυστηρό χωρισμό των συστημάτων. Το τελευταίο θα συνέβαινε μόνον αν η χορήγηση επιδόματος περιθάλψεως συνδεόταν με την κοινωνική ασφάλιση.
111. Το επιχείρημα της Αυστριακής Κυβερνήσεως, δηλαδή ότι εν τω μεταξύ οι προερχόμενες από δημόσια κεφάλαια πληρωμές είναι υψηλότερες από τα ποσά που ελευθερώθηκαν με την αύξηση των εισφορών ασφαλίσεως ασθενείας, δεν μπορεί αντιθέτως να με πείσει. Το συμπέρασμα αυτό (που υποτίθεται ότι ευσταθεί) προέρχεται εν τέλει από ένα μαθηματικό υπολογισμό και όχι από μια τροποποίηση των καθεστώτων. Τροποποίηση των καθεστώτων - και επομένως, εφαρμογή ενός άλλου κανόνα - θα υπήρχε μόνον αν όλοι όσοι είναι εξηρτημένοι είχαν έναντι του κράτους αξίωση για επίδομα περιθάλψεως και όχι μόνον εκείνοι που έχουν δικαίωμα κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο για την καταβολή συντάξεως. Μόνον αν υφίσταται γενικό δικαίωμα για την καταβολή του επιδόματος ειδικής φροντίδας σε περίπτωση εξαρτήσεως, η παροχή αυτή είναι ειδική παροχή μη στηριζομένη σε εισφορές.
112. Το άρθρο 10α του κανονισμού δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση· θα είχε εφαρμογή μόνον αν η οικεία παροχή ήταν παροχή μη στηριζομένη σε εισφορές και συνιστούσε επίσης ειδική παροχή υπό την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου.
VI - ρόταση
113. ροτείνω να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου η εξής απάντηση:
«Το γεγονός ότι το δικαίωμα για καταβολή επιδόματος ειδικής φροντίδας (Pflegegeld) δυνάμει του Bundespflegegeldgesetz (BPGG - ομοσπονδιακού νόμου περί του επιδόματος ειδικής φροντίδας), όπως ισχύει σήμερα, εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι το εξηρτημένο άτομο έχει τη συνήθη κατοικία του στην Αυστρία, συνιστά παράβαση του άρθρου 10 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1247/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992, στο μέτρο που η παροχή αυτή δεν είναι ειδική παροχή στηριζομένη σε εισφορές.»
Full & Egal Universal Law Academy