Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Η παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά τις διατάξεις των άρθρων 5 και 85 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρων 10 ΕΚ και 81 ΕΚ).
2. Στον Giudice di pace di Genova (Ιταλία) έχει υποβληθεί διαφορά σχετικά με την ιταλική ρύθμιση με την οποία έχει καταρτιστεί ο πίνακας των αμοιβών για τις παροχές των αρχιτεκτόνων και των μηχανικών. Η διαφορά αυτή εντάσσεται στο ιδιαίτερο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής, η οποία είναι συνοπτική διαδικασία και διέπεται από τα άρθρα 633 επ. του ιταλικού Κώδικα ολιτικής Δικονομίας (στο εξής: ΚολΔ).
Ι - Το εθνικό νομικό πλαίσιο
A - Η διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής
3. Η «procedimento d'ingiunzione» (διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής) αποτελεί συνοπτική διαδικασία που δίδει στον δανειστή τη δυνατότητα να αποκτήσει, κατόπιν υποβολής αιτήσεως που αρχικά δεν κοινοποιείται στον αντίδικο, τίτλο εκτελεστό έναντι του οφειλέτη.
4. Ο δανειστής ζητεί από το δικαστήριο, επισυνάπτοντας στην αίτησή του όλα τα σχετικά δικαιολογητικά, να εκδώσει έναντι του οφειλέτη διαταγή πληρωμής του αιτούμενου ποσού εντός ορισμένης προθεσμίας (η οποία ανέρχεται κατ' αρχήν σε 20 ημέρες) .
5. Αν η απαίτηση αφορά αμοιβές, τέλη ή επιστροφές που δικαιούνται ελεύθεροι επαγγελματίες, η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από το δελτίο παροχής υπηρεσιών του ενδιαφερόμενου. Το δελτίο αυτό πρέπει να είναι υπογεγραμμένο από τον αιτούντα και να συνοδεύεται από τη γνώμη του αρμόδιου επαγγελματικού συλλόγου (άρθρο 636 του ΚολΔ).
6. Δυνάμει του άρθρου 636, παράγραφος 3, του ΚολΔ, το δικαστήριο οφείλει να δεχθεί τη γνώμη του επαγγελματικού συλλόγου, όσον αφορά τα αιτούμενα ποσά, εκτός αν απορρίψει την αίτηση λόγω ελλιπούς αιτιολογίας.
7. Κατά το άρθρο 643 του ΚολΔ, στον καθού επιδίδονται αντίγραφο της διαταγής πληρωμής και αντίγραφο της αιτήσεως. Με τη διπλή αυτή επίδοση επέρχεται η εκκρεμοδικία (άρθρο 643, τρίτο εδάφιο, του ΚολΔ). Κατόπιν της επιδόσεως αυτής ο καθού μπορεί να ασκήσει ανακοπή μέχρι τη λήξη της προθεσμίας που του έχει ταχθεί για την εκούσια συμμόρφωσή του. Αν ο οφειλέτης ασκήσει ανακοπή εντός της προθεσμίας αυτής, εφαρμόζεται η συνήθης διαδικασία που προβλέπει το αστικό δικονομικό δίκαιο (άρθρο 645 του ΚολΔ). Σε αντίθετη περίπτωση, το δικαστήριο κηρύσσει τη διαταγή εκτελεστή έναντι του οφειλέτη.
B - Οι νομικές διατάξεις σχετικά με τις αμοιβές
8. Η ιταλική ρύθμιση προβλέπει κατώτατες αμοιβές για τις παροχές υπηρεσιών των αρχιτεκτόνων και των μηχανικών.
9. Αρχικά οι αμοιβές αυτές είχαν καθοριστεί με τον νόμο 143, της 2ας Μαρτίου 1949, για την έγκριση των επαγγελματικών αμοιβών των μηχανικών και των αρχιτεκτόνων .
10. Το άρθρο 2 του συνημμένου στον νόμο αυτό πίνακα αμοιβών προβλέπει τέσσερις κατηγορίες αμοιβών: 1) τις «ποσοστιαίες αμοιβές», δηλαδή τις αμοιβές που αποτελούν συνάρτηση της αξίας του έργου, 2) τις «ποσοτικές αμοιβές», δηλαδή τις αμοιβές που αποτελούν συνάρτηση της αξίας της μονάδας μετρήσεως, 3) τις αμοιβές που καθορίζονται σε συνάρτηση με τον χρόνο που έχει αφιερώσει ο επαγγελματίας και 4) τις «αμοιβές κατ' απόλυτη κρίση», ο καθορισμός των οποίων επαφίεται στην πλήρη ευχέρεια του επαγγελματία.
11. Το άρθρο 5 του ανωτέρω πίνακα απαριθμεί τις παροχές για τις οποίες η αμοιβή μπορεί να καθορίζεται κατά την κρίση του επαγγελματία.
12. Ο νόμος 143, της 4ης Μαρτίου 1958, για τη ρύθμιση των αμοιβών των μηχανικών και των αρχιτεκτόνων, τροποποίησε στη συνέχεια τη διαδικασία καθορισμού των αμοιβών. Ο νόμος αυτός προβλέπει ότι ο πίνακας αμοιβών καταρτίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Δημοσίων Έργων, κατόπιν προτάσεως των εθνικών συμβουλίων των συλλόγων μηχανικών και αρχιτεκτόνων.
13. Εντούτοις, οι αμοιβές που καθορίζονται κατά τη νέα αυτή διαδικασία δεν ισχύουν για τις παροχές υπηρεσιών τις οποίες αφορά το άρθρο 5 του συνημμένου στον νόμο 143/49 πίνακα. Για τις παροχές αυτές, ο αρχιτέκτονας εξακολουθεί να έχει πλήρη διακριτική ευχέρεια κατά τον καθορισμό της αμοιβής του.
Γ - Το εθνικό συμβούλιο του συλλόγου αρχιτεκτόνων
14. Όσον αφορά το εθνικό συμβούλιο του συλλόγου αρχιτεκτόνων, το άρθρο 5 του νόμου 1395, της 24ης Ιουνίου 1923 , προβλέπει ότι οι εγγεγραμμένοι στον σύλλογο αρχιτέκτονες εκλέγουν το συμβούλιο του συλλόγου. Έργο του συμβουλίου αυτού είναι, μεταξύ άλλων, να παρέχει, εφόσον του ζητηθεί, τη γνώμη του επί επαγγελματικών διαφορών και επί της εκκαθαρίσεως αμοιβών και δαπανών.
ΙΙ - εριστατικά και διαδικασία
15. Η S. Rossi ασκεί δραστηριότητα αρχιτέκτονα στην Ιταλία.
16. Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 29 Οκτωβρίου 1998 ζήτησε από τον Giudice di pace di Genova την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του G. Conte για ποσό 2 550 000 ιταλικών λιρών (ITL) έναντι ορισμένων υπηρεσιών επαγγελματικής φύσεως που του είχε παράσχει. Η S. Rossi επισυνήψε στην αίτησή της, σύμφωνα με το άρθρο 636 του ΚολΔ, δελτίο παροχής υπηρεσιών που είχε καταρτίσει βάσει των «αμοιβών κατ' απόλυτη κρίση», τις οποίες προβλέπουν τα άρθρα 2 και 5 του συνημμένου στον νόμο 143/49 πίνακα. Η S. Rossi προσκόμισε επίσης το σχετικό εκκαθαριστικό σημείωμα που είχε εκδώσει το διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου αρχιτεκτόνων της Γένουας.
17. Στις 30 Οκτωβρίου 1998 ο Giudice di pace di Genova εξέδωσε διαταγή πληρωμής σύμφωνα με το αίτημα της ενδιαφερομένης.
18. O G. Conte άσκησε ανακοπή κατά της διαταγής αυτής στις 18 Δεκεμβρίου 1998. Ο G. Conte ισχυρίστηκε ότι η διαταγή πληρωμής ήταν άκυρη, επειδή η πράξη εκκαθαρίσεως που είχε εκδώσει το διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου αρχιτεκτόνων της Γένουας συνιστά απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων που αντιβαίνει στο άρθρο 85 της Συνθήκης. Ο G. Conte ζήτησε από το εθνικό δικαστήριο να υποβάλει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διάφορα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με το ζήτημα αν η ιταλική ρύθμιση συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο.
19. Με τη διάταξη περί υποβολής της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως , ο Giudice di pace di Genova αναφέρει ότι η ερμηνεία των άρθρων 5 και 85 της Συνθήκης είναι αναγκαία για την έκδοση αποφάσεως επί της ενστάσεως ακυρότητας, αλλά και επί της ουσίας της αιτήσεως.
20. Συναφώς, το εθνικό δικαστήριο διευκρινίζει ότι κατά το παρελθόν η αρμοδιότητα ως προς τους πίνακες αμοιβών είχε ανατεθεί στους κατ' ιδίαν επαγγελματικούς συλλόγους. Κατόπιν της μεταρρυθμίσεως που επήλθε το 1944, η αρμοδιότητα αυτή μεταβιβάστηκε στα εθνικά συμβούλια των επαγγελματικών συλλόγων, τα οποία έχουν συσταθεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.
21. Όσον αφορά τον επίμαχο στην κύρια δίκη πίνακα αμοιβών, το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι «τα εθνικά συμβούλια, τα οποία εκλέγονται από τη γενική συνέλευση των εγγεγραμμένων στα επαγγελματικά μητρώα και συνεπώς αντιπροσωπεύουν, σε εθνικό επίπεδο, τις επαγγελματικές κατηγορίες των μηχανικών και των αρχιτεκτόνων, κατάρτισαν ενιαίο πίνακα αμοιβών, ο οποίος, κατόπιν απλής θεωρήσεώς του από τον Υπουργό Δημοσίων Έργων, ενσωματώθηκε αυτούσιος στον νόμο 143, της 2ας Μαρτίου 1949» .
22. Ο Giudice di pace di Genova προσθέτει ότι «το άρθρο 636 του [ΚολΔ] ορίζει [...] ότι η γνωμοδότηση της αρμόδιας επαγγελματικής οργανώσεως δεσμεύει το δικαστήριο στο οποίο έχει υποβληθεί αίτηση εκδόσεως διαταγής πληρωμής: επομένως, το δικαστήριο δεν έχει καμία δυνατότητα εκτιμήσεως της νομιμότητας του ύψους της αμοιβής, εφόσον η αμοιβή αυτή έχει εκκαθαριστεί από την επιτροπή αμοιβών που λειτουργεί στα πλαίσια του διοικητικού συμβουλίου του επαγγελματικού συλλόγου» .
ΙΙΙ - Τα προδικαστικά ερωτήματα
23. Κατά συνέπεια, το ιταλικό δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Καλύπτει η έννοια της "επιχειρήσεως", όπως έχει διαμορφωθεί με τις αποφάσεις της Επιτροπής και τη νομολογία του Δικαστηρίου, τους ασκούντες την επαγγελματική δραστηριότητα του αρχιτέκτονα; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως: πρέπει οι επαγγελματικοί σύλλογοι των αρχιτεκτόνων να θεωρούνται ως "ενώσεις επιχειρήσεων" υπό την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης;
2) Συμβιβάζεται με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 5 και 85 της Συνθήκης ΕΚ η εθνική διάταξη που περιορίζεται να προσδώσει ισχύ νόμου σε πίνακα αμοιβών που έχει καταρτιστεί και εγκριθεί από τα εθνικά συμβούλια των συλλόγων μηχανικών και αρχιτεκτόνων, εφόσον:
α) η τελική απόφαση των δημοσίων αρχών έχει κατ' ουσία τον χαρακτήρα επιβεβαιωτικής πράξεως της βουλήσεως που έχουν εκφράσει ελεύθερα τα εθνικά συμβούλια των ενδιαφερόμενων επαγγελματικών συλλόγων ή
β) οι τελικές αποφάσεις των δημοσίων αρχών απονέμουν κατ' ουσία στα μέλη των ενδιαφερομένων συλλόγων την εξουσία να καθορίζουν τις αμοιβές κατά την κρίση τους, και μάλιστα μετά την παροχή των επαγγελματικών υπηρεσιών που τους έχουν ζητηθεί, ή
γ) οι τελικές αποφάσεις των δημοσίων αρχών δεν αναφέρουν κανένα κριτήριο δημοσίου συμφέροντος ούτε ανώτατα ή κατώτατα όρια εντός των οποίων πρέπει να κινείται η αμοιβή την οποία καθορίζει κατά την κρίση του ο επαγγελματίας ή
δ) οι τελικές αποφάσεις των δημοσίων αρχών δεν προβλέπουν την υποχρέωση των επαγγελματιών να γνωστοποιούν εκ των προτέρων και/ή να δημοσιοποιούν καθ' οιονδήποτε τρόπο τους πίνακες αμοιβών που προτίθενται να εφαρμόσουν για τις παροχές υπηρεσιών τους;
3) Συμβιβάζεται με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 5 και 85 της Συνθήκης η εθνική ρύθμιση η οποία, χωρίς να προβλέπει την τήρηση κριτηρίων δημοσίου συμφέροντος, απονέμει σε επιτροπή αμοιβών, η οποία έχει συσταθεί στο πλαίσιο του διοικητικού συμβουλίου του επαγγελματικού συλλόγου και αποτελείται μόνον από μέλη του συλλόγου αυτού, την εξουσία εκδόσεως κατά διακριτική ευχέρεια αποφάσεως περί εκκαθαρίσεως της αμοιβής, η οποία έχει επίσης επιβεβαιωτικό χαρακτήρα της αμοιβής που έχει καθορίσει κατά την κρίση του το μέλος του επαγγελματικού συλλόγου, εφόσον η απόφαση αυτή είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, το οποίο υποχρεούται να εκδώσει διαταγή πληρωμής σύμφωνα με την απόφαση περί εκκαθαρίσεως που έχει λάβει το διοικητικό συμβούλιο αυτό;»
IV - Επί της επιτάσεως των αποτελεσμάτων μιας συμφωνίας επιχειρήσεων (πρώτο και δεύτερο ερώτημα)
24. Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα αφορά την ερμηνεία του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν οι αρχιτέκτονες που ασκούν τις δραστηριότητές τους στην Ιταλία και οι ιταλικοί επαγγελματικοί σύλλογοι αρχιτεκτόνων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής.
25. Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αφορά το συμβατό του νόμου 143/49 με το κοινοτικό δίκαιο. Ο Giudice di pace di Genova ερωτά αν οι ιταλικές αρχές έχουν παραβεί τα άρθρα 5 και 85 της Συνθήκης για τον λόγο ότι, εκδίδοντας τον νόμο 143/49, έχουν επιτείνει τα αποτελέσματα συμφωνίας επιχειρήσεων, υπό την έννοια του άρθρου 85 της Συνθήκης. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι «τα εθνικά συμβούλια [...] των επαγγελματικών κατηγοριών των μηχανικών και των αρχιτεκτόνων κατάρτισαν ενιαίο πίνακα αμοιβών, ο οποίος [...] ενσωματώθηκε αυτούσιος στον νόμο 143, της 2ας Μαρτίου 1949» .
26. Τα δύο αυτά ερωτήματα πρέπει να συνεξεταστούν. Αντικείμενό τους είναι ουσιαστικά να εξακριβωθεί αν τα άρθρα 5 και 85 της Συνθήκης απαγορεύουν στα κράτη μέλη να θεσπίζουν, βάσει κειμένου που έχει καταρτιστεί από επαγγελματικό σύλλογο αρχιτεκτόνων, νομοθετικά μέτρα που προβλέπουν ότι τα μέλη της εν λόγω επαγγελματικής κατηγορίας μπορούν να καθορίζουν ελεύθερα το ύψος της αμοιβής τους για τις υπηρεσίες που παρέχουν.
27. Υπενθυμίζεται ότι, κατά τη μέχρι σήμερα νομολογία του Δικαστηρίου, απαιτείται, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι ένα νομοθετικό ή κανονιστικό μέτρο είναι ασυμβίβαστο με τα άρθρα 5 και 85 της Συνθήκης, να έχει προηγηθεί του κρατικού αυτού μέτρου συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων που να είναι και αυτή αντίθετη προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης . Κατά συνέπεια, για να διαπιστωθεί αν οι ιταλικές αρχές παρέβησαν τα άρθρα 5 και 85 της Συνθήκης, πρέπει να εξεταστεί προηγουμένως αν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
28. Το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης απαγορεύει «όλες τις συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες τις αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς».
29. Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι η προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη απαγόρευση δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω.
30. Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται ότι η παρούσα υπόθεση αφορά τις διατάξεις του νόμου 143/49 που προβλέπουν τον καθορισμό της αμοιβής «κατά την κρίση» των επαγγελματιών .
31. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, στην περίπτωση των «αμοιβών κατ' απόλυτη κρίση», παρέχεται στον αρχιτέκτονα η «διακριτική ευχέρεια να καθορίζει κατά την κρίση του την αμοιβή του για μεγάλο μέρος των υπηρεσιών [...], μεταξύ των οποίων καταλέγονται [...] οι επίμαχες εν προκειμένω παροχές» . Όσον αφορά τις παροχές υπηρεσιών τις οποίες αφορά το άρθρο 5 του επίμαχου πίνακα, «ο νόμος δεν προβλέπει ούτε ανώτατα ή κατώτατα όρια εντός των οποίων πρέπει να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του επαγγελματία» . Επομένως, ο επαγγελματίας και ο πελάτης του είναι «ελεύθεροι να συμφωνούν την αμοιβή, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να τηρούν ανώτατα ή κατώτατα όρια» .
32. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω στοιχεία, δεν βλέπω για ποιο λόγο οι διατάξεις του κειμένου που έχει καταρτίσει το εθνικό συμβούλιο του συλλόγου αρχιτεκτόνων σχετικά με τις «αμοιβές κατ' απόλυτη κρίση» θα μπορούσαν να περιορίσουν τον ανταγωνισμό υπό την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Όπως τόνισε η Επιτροπή , αν ο επαγγελματίας είναι απόλυτα ελεύθερος να καθορίζει την τιμή των υπηρεσιών του και ο πελάτης είναι εξίσου ελεύθερος να την αποδέχεται, να τη διαπραγματεύεται ή να απευθύνεται σε άλλον επαγγελματία, το επίμαχο νομοθετικό κείμενο διασφαλίζει τον ελεύθερο ανταγωνισμό ως προς τις σχετικές παροχές.
33. Επιπλέον, κατά την κρατούσα σήμερα νομολογία , εφόσον μια συμφωνία, μια απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων ή μια εναρμονισμένη πρακτική δεν αντιβαίνει στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, το κρατικό μέτρο που επιτείνει τα αποτελέσματά της συμβιβάζεται αυτόματα με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 85 της Συνθήκης.
34. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι τα άρθρα 5 και 85 της Συνθήκης δεν απαγορεύουν την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου 143/49 σχετικά με τις «αμοιβές κατ' απόλυτη κρίση». Οι επίμαχες διατάξεις συμβιβάζονται με τα άρθρα 5 και 85 της Συνθήκης, διότι το κείμενο που έχει καταρτίσει το εθνικό συμβούλιο του συλλόγου αρχιτεκτόνων δεν αντιβαίνει στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης .
35. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είναι αναγκαίο να εξακριβωθεί κατά πόσον οι ασκούντες τις δραστηριότητές τους στην Ιταλία αρχιτέκτονες αποτελούν «επιχειρήσεις» κατά το κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού. Ούτε είναι αναγκαίο να τεθεί το ζήτημα αν η έννοια της ενώσεως επιχειρήσεων, όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, καλύπτει το εθνικό συμβούλιο του συλλόγου αρχιτεκτόνων. Το Δικαστήριο μπορεί, χωρίς να αποφανθεί επί των ζητημάτων αυτών, να αποφανθεί ότι τα άρθρα 5 και 85 της Συνθήκης δεν απαγορεύουν την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου 143/49 σχετικά με τις «αμοιβές κατ' απόλυτη κρίση» για τις παροχές υπηρεσιών αρχιτεκτόνων .
V - Επί της γνώμης του συμβουλίου του επαγγελματικού συλλόγου, η οποία αφορά την αμοιβή (τρίτο ερώτημα]
36. Το τρίτο προδικαστικό ερώτημα αφορά το συμβατό του άρθρου 636 του ΚολΔ με το κοινοτικό δίκαιο. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν τα άρθρα 5 και 85 της Συνθήκης απαγορεύουν την εφαρμογή νομοθετικού μέτρου το οποίο, στο πλαίσιο μιας συνοπτικής διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής που έχει ως αντικείμενο την καταβολή της αμοιβής αρχιτέκτονα, επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο να συμμορφωθεί προς τη γνώμη που έχει εκδώσει ο αρμόδιος επαγγελματικός σύλλογος ως προς τον καθορισμό της αμοιβής.
37. Ο Giudice di pace di Genova ερωτά δηλαδή αν, στο πλαίσιο της διαδικασίας της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, μπορεί να αγνοήσει τη γνώμη του συμβουλίου του συλλόγου αρχιτεκτόνων της Γένουας ως προς το ζήτημα του καθορισμού της αμοιβής της S. Rossi.
38. Επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η διαδικασία του άρθρου 234 ΕΚ αποτελεί μέσο συνεργασίας του Δικαστηρίου με τα εθνικά δικαστήρια . Στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο . Συνεπώς, εφόσον τα υποβαλλόμενα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, καταρχήν, να απαντήσει .
Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει επίσης δεχθεί ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, πρέπει να ερευνά τις συνθήκες υπό τις οποίες του έχουν υποβληθεί τα ερωτήματα από τον εθνικό δικαστή, προκειμένου να ελέγξει κατά πόσον είναι αρμόδιο να απαντήσει . Δεν είναι δυνατόν να προβληθεί άρνηση απαντήσεως σε προδικαστικό ερώτημα εθνικού δικαστηρίου παρά μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμα όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν .
39. Αν και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα αφορά την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου (τα άρθρα 5 και 85 της Συνθήκης), φρονώ ότι πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο κατ' εφαρμογή της προεκτεθείσας νομολογίας.
40. Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται εν προκειμένω ότι το αιτούν δικαστήριο καλείται να αποφανθεί κατά τη δεύτερη φάση της διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής, η οποία ρυθμίζεται από τα άρθρα 633 επ. του ΚολΔ, δηλαδή κατά τη φάση της κατ' αντιδικία εκδικάσεως της ανακοπής που άσκησε ο G. Conte κατά της διαταγής πληρωμής. Ομοίως δεν αμφισβητείται ότι το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν, στο πλαίσιο αυτής της φάσης της διαδικασίας, μπορεί εγκύρως να αγνοήσει τη γνώμη του συμβουλίου του συλλόγου αρχιτεκτόνων της Γένουας κατά τον καθορισμό του ύψους της αμοιβής της S. Rossi.
41. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας προκύπτει ότι, κατά το ιταλικό δίκαιο, το εθνικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να συμμορφωθεί με τη γνώμη που έχει διατυπώσει το συμβούλιο του συλλόγου κατά τη δεύτερη φάση της διαδικασίας της διαταγής πληρωμής.
Επί του σημείου αυτού, η Ιταλική Κυβέρνηση ανέφερε σαφώς ότι, σ' αυτή τη φάση τς διαδικασίας, ο οφειλέτης έχει τη δυνατότητα «να αμφισβητήσει τόσο την ύπαρξη όσο και το ύψος της απαιτήσεως που προβάλλει ο δανειστής, ενώ το εκδικάζον την ανακοπή δικαστήριο δεν έχει καμία απολύτως υποχρέωση να συμμορφωθεί με τη γνώμη του επαγγελματικού συλλόγου» . Ομοίως, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι «το δικαστήριο δεν δεσμεύεται [από τη γνώμη του επαγγελματικού συλλόγου] κατά τη διαδικασία της ανακοπής που έχει ασκηθεί κατά της διαταγής πληρωμής» .
ράγματι, τα στοιχεία που έχουν προσκομιστεί εν προκειμένω επιβεβαιώνουν ότι, κατά πάγια νομολογία του Corte suprema di cassazione της Ιταλίας , η γνώμη του επαγγελματικού συλλόγου είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο μόνον κατά την πρώτη φάση της διαδικασίας της διαταγής πληρωμής, κατά την οποία δεν υπάρχει αντίδικος. Αντίθετα, η γνώμη αυτή χάνει τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της, όταν ο οφειλέτης ασκεί ανακοπή, με την οποία προσβάλλει το υποστατό και το ύψος της απαιτήσεως που ισχυρίζεται ότι έχει ο επαγγελματίας.
42. Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι το τελευταίο προδικαστικό ερώτημα του Giudice di pace di Genova έχει καθαρά θεωρητικό χαρακτήρα. ροτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να το κηρύξει απαράδεκτο κατ' εφαρμογή της ανωτέρω παρατεθείσας νομολογίας.
VI - ρόταση
43. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα δύο πρώτα ερωτήματα του Giudice di pace di Genova:
«Τα άρθρα 5 και 85 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρα 10 ΕΚ και 81 ΕΚ) δεν απαγορεύουν στα κράτη μέλη να θεσπίζουν, βάσει κειμένου που έχει καταρτιστεί από επαγγελματικό σύλλογο αρχιτεκτόνων, νομοθετικά μέτρα που προβλέπουν ότι τα μέλη της εν λόγω επαγγελματικής κατηγορίας μπορούν να καθορίζουν ελεύθερα το ύψος της αμοιβής τους για τις υπηρεσίες που παρέχουν.»
Full & Egal Universal Law Academy