Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Η παρούσα διαδικασία αφορά το ζήτημα αν μπορεί θεμιτώς να θεωρηθεί ότι υφίσταται σύνδεση μεταξύ της διαδικασίας πληροφορήσεως που προβλέπεται από την οδηγία 83/189/ΕΟΚ και της διαδικασίας λόγω παραβάσεως κατά το άρθρο 226 ΕΚ. Το ερώτημα αυτό ανακύπτει στο πλαίσιο της εξετάσεως του παραδεκτού με το άρθρο 28 ΕΚ ενός σχεδίου μιας γαλλικής αποφάσεως για υλικά και αντικείμενα από καουτσούκ που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα, προϊόντα βιομηχανίας τροφίμων και ποτά.
ΙΙ - Οι εφαρμοστέες διατάξεις
2. Το άρθρο 226 ΕΚ έχει ως εξής:
«Αν η Επιτροπή κρίνει ότι ένα κράτος μέλος έχει παραβεί υποχρέωση επί της παρούσας Συνθήκης, διατυπώνει λεπτομερώς αιτιολογημένη γνώμη επί του θέματος, που προηγουμένως παρέχει τη δυνατότητα στο κράτος αυτό να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του.
Αν το κράτος δεν συμμορφωθεί με τη γνώμη αυτή εντός της προθεσμίας που του τάσσει η Επιτροπή, δύναται η τελευταία να προσφύγει στο Δικαστήριο.»
3. Η οδηγία 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών, όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 88/182/EOK του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1988 (ΕΕ L 81, σ. 75) :
«Άρθρο 8
1. Τα κράτη μέλη αμέσως ανακοινώνουν στην Επιτροπή κάθε σχέδιο τεχνικού κανόνα, εκτός αν πρόκειται απλώς για πιστή εισαγωγή διεθνούς ή ευρωπαϊκού προτύπου, οπότε αρκεί μια απλή ενημέρωση σχετικά με το εν λόγω πρότυπο. Επίσης απευθύνουν στην Επιτροπή σύντομη ανακοίνωση των λόγων που καθιστούν αναγκαία την κατάρτιση ενός τέτοιου τεχνικού κανόνα, εκτός αν οι λόγοι αυτοί εμφαίνονται ήδη στο σχέδιο, κατά περίπτωση, τα κράτη μέλη ανακοινώνουν ταυτόχρονα το κείμενο των βασικών νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, στις οποίες αναφέρεται, κατά κύριο και άμεσο τρόπο, το σχέδιο τεχνικού κανόνα, εάν το κείμενο αυτό είναι αναγκαίο για την εκτίμηση του πεδίου εφαρμογής του σχεδίου τεχνικού κανόνα.
Η Επιτροπή γνωστοποιεί αμέσως το σχέδιο στα λοιπά κράτη μέλη· μπορεί επίσης να το υποβάλει προς γνωμοδότηση στην επιτροπή του άρθρου 5 και, ενδεχομένως, στην επιτροπή που είναι αρμόδια στον εν λόγω τομέα.
2. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη μπορούν να απευθύνουν προς το κράτος μέλος που γνωστοποιεί σχέδιο τεχνικού κανόνα, παρατηρήσεις που το εν λόγω κράτος μέλος θα λάβει υπόψη στο μέτρο του δυνατού, αργότερα, κατά την τελική διατύπωση του τεχνικού κανόνα.
3. Τα κράτη μέλη, μετά από ρητή αίτηση άλλου κράτους μέλους ή της Επιτροπής, ανακοινώνουν το συντομότερο σ' αυτό το κράτος μέλος και στην Επιτροπή το οριστικό κείμενο ενός τεχνικού κανόνα.
4. [...]
Άρθρο 9
1. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και 2α, τα κράτη μέλη αναβάλλουν, κατά έξι μήνες από την ημερομηνία της ανακοίνωσης που αναφέρεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, την έγκριση ενός σχεδίου τεχνικού κανόνα, εφόσον η Επιτροπή ή άλλο κράτος μέλος εκφέρουν, πριν από την πάροδο τριών μηνών από την εν λόγω ημερομηνία, λεπτομερώς αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία κρίνεται αναγκαία η τροποποίηση του σχεδιαζόμενου μέτρου ώστε να εξαλειφθούν ή να περιορισθούν τα εμπόδια που το μέτρο αυτό θα μπορούσε, ενδεχομένως, να δημιουργήσει στην ελεύθερη διακίνηση των αγαθών. Το συγκεκριμένο κράτος μέλος παρουσιάζει έκθεση στην Επιτροπή για τη συνέχεια που προτίθεται να δώσει σε αιτιολογημένες γνώμες αυτού του είδους. Η Επιτροπή σχολιάζει αυτή την αντιμετώπιση.
2. Η προθεσμία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 είναι δωδεκάμηνη, αν πριν από την πάροδο τριών μηνών από την ανακοίνωση που αναφέρεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, η Επιτροπή γνωστοποιήσει την πρόθεσή της να προτείνει ή να εκδώσει οδηγία για το θέμα αυτό.
2α. Όταν η Επιτροπή διαπιστώνει ότι μια ανακοίνωση, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, αφορά τομέα που καλύπτεται από πρόταση οδηγίας ή κανονισμού που υπέβαλε στο Συμβούλιο, κοινοποιεί, μέσα σε τρεις μήνες από την ανακοίνωση, τη διαπίστωση αυτή στο οικείο κράτος μέλος.
Τα κράτη μέλη απέχουν από τη θέσπιση τεχνικών κανόνων σε τομέα που καλύπτεται από πρόταση οδηγίας ή κανονισμού που η Επιτροπή έχει υποβάλει στο Συμβούλιο πριν από την προβλεπόμενη στο άρθρο 8, παράγραφος 1, ανακοίνωση, κατά τη διάρκεια δώδεκα μηνών από την ημερομηνία υποβολής της εν λόγω προτάσεως.
Οι παράγραφοι 1, 2 και 2α του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σωρευτικά.
3. Οι παράγραφοι 1, 2 και 2α δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση που, για λόγους επείγουσας ανάγκης που έχουν σχέση με την προστασία της υγείας των ανθρώπων και των ζώων ή την προστασία των φυτών ή την ασφάλεια, ένα κράτος μέλος πρέπει, σε πολύ σύντομα χρονικά περιθώρια, να καταρτίσει τεχνικούς κανόνες για να τους θεσπίσει και να τους θέσει αμέσως σε εφαρμογή, χωρίς να είναι δυνατές διαβουλεύσεις. Στην ανακοίνωση που αναφέρεται στο άρθρο 8, το συγκεκριμένο αυτό κράτος μέλος αναφέρει τους λόγους που δικαιολογούν τον επείγοντα χαρακτήρα των μέτρων. Σε περίπτωση καταχρηστικής προσφυγής στη διαδικασία αυτή, η Επιτροπή λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα.»
4. Τα άρθρα 1, 2, 4, 5 και 7 της γαλλικής αποφάσεως της 9ης Νοεμβρίου 1994, περί των υλικών και αντικειμένων από καουτσούκ που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα, προϊόντα της βιομηχανίας τροφίμων και ποτά, διατυπώνονται ως ακολούθως:
«Άρθρο 1 - Τα υλικά και αντικείμενα από καουτσούκ που κατέχονται προς τον σκοπό πωλήσεως, διατίθενται σε πώληση ή πωλούνται για να έρθουν σε επαφή με τρόφιμα, προϊόντα της βιομηχανίας τροφίμων και ποτά καθώς και τα εν λόγω προϊόντα και αντικείμενα που έχουν έρθει σε επαφή με αυτά τα τρόφιμα, προϊόντα της βιομηχανίας τροφίμων και ποτά οφείλουν να πληρούν τις προδιαγραφές της παρούσας αποφάσεως.
Άρθρο 2 - Νοούνται ως πολυμερή:
- τα γαλακτώδη και το ξηρό ελαστικό κόμμι φυσικής προελεύσεως,
- τα γαλακτώδη και το ξηρό ελαστικό κόμμι συνθετικής προελεύσεως, που αποτελούνται από οργανικά και ομοπολυμερή και συμπολυμερή. Ενδεικτική απαρίθμηση αυτών των πολυμερών, καθώς και των συντομογραφιών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον χαρακτηρισμό τους, παρέχεται στον πίνακα A του παραρτήματος Ι.
Τα συνθετικά πολυμερή που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή των υλικών και αντικειμένων που αναφέρονται στο άρθρο 1 πρέπει να παράγονται αποκλειστικά από μονομερή, βασικές ύλες και τροποποιητικούς παράγοντες που απαριθμούνται στον πίνακα B του παραρτήματος Ι. Για ορισμένα από αυτά τα μονομερή και για ορισμένες από αυτές τις βασικές ύλες καθορίζονται μέγιστα κατάλοιπα περιεχομένου (ή "Qm", εκφραζόμενα σε χιλιοστόγραμμα ανά χιλιόγραμμο ειδικού ή αντικειμένου) και/ή οριακών τιμών μεταναστεύσεων (ή "LMS", εκφραζομένων σε χιλιοστόγραμμα ανά χιλιόγραμμο τροφίμων ή παραλλαγών τους). Η τήρηση αυτών των δύο ειδών ορίων πρέπει να ελέγχεται κατά το στάδιο του έτοιμου προς χρησιμοποίηση τελικού υλικού ή αντκειμένου.
[...]
Άρθρο 4 - Κατά την παρασκευή των υλικών και αντικειμένων από καουτσούκ που αναφέρονται στο άρθρο 1, μόνο οι πρόσθετες ύλες που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ μπορούν να προστίθενται στα πολυμερή που καθορίζονται στο άρθρο 2 της παρούσας αποφάσεως.
Τηρούνται υποχρεωτικώς οι προϋποθέσεις χρησιμοποιήσεως και οι περιορισμοί που διευκρινίζονται στο παράρτημα ΙΙ για ορισμένες ουσίες ή κατηγορίες ουσιών. Ενδεχομένως, διευκρίζονται ειδικά όρια μεταναστεύσεως (LMS) και/ή μέγιστες ποσότητες ενσωματώσεως (Qmax).
Άρθρο 5 - Οι ουσίες που παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙ συνοδεύονται ενδεχομένως από αριθμητικές παραπομπές που συνεπάγονται την τήρηση ιδιαίτερων κριτηρίων καθαρότητας, ή κριτηρίων καθαρότητας που αναγνωρίζονται ως ισοδύναμα, καθοριζόμενα από τις αρχές των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή των συμβαλλομένων μερών στην συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο.
[...]
Άρθρο 7 - Τα υλικά και αντικείμενα από καουτσούκ πρέπει να ανταποκρίνονται στα κριτήρια αδράνειας που απαριθμούνται κατωτέρω:
Ελεύθερες οργανικές φυτικές ουσίες £ 0,5 p. 100.
Συνολική μετανάστευση
£ 10 χιλιοστόγραμμα ανά τετραγωνικό εκατοστό επιφάνειας του υλικού ή του αντικειμένου που έρχεται σε επαφή (mg/dm2), ή
£ 60 χιλιοστόγραμμα συστατικών που παρέχονται ανά χιλιόγραμμο τροφίμων, προϊόν βιομηχανίας τροφίμων και ποτών (mg/kg), στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) Δοχεία ή παρόμοια προς δοχεία αντικείμενα ή τα οποία μπορούν να πληρώνονται σε χωρητικότητα μεταξύ 500 χιλιοστόλιτρων και 10 λίτρων·
β) Αντικείμενα που μπορούν να πληρώνονται και για τα οποία δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί η επιφάνεια που βρίσκεται σε επαφή με τα τρόφιμα, προϊόντα της βιομηχανίας τροφίμων και ποτά·
γ) Καπάκια, δακτύλιοι στεγανοποιήσεως, πώματα και άλλα μέσα πωματισμού.
Ειδικά όρια
N-vιτροαμίνες και ουσίες που είναι επιδεκτικές N-vατρίου:
N-vιτροαμίνες: LMS £ 1 g/dm2
Ουσίες N-επιδεκτικές νατρίου: LMS £ 10 g/dm2.
Τα δύο αυτά ειδικά όρια δεν έχουν εφαρμογή στα υλικά που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή μπιμπερόν και πιπιλών τα οποία αποτελούν το αντικείμενο ειδικών διατάξεων που αναφέρονται στο άρθρο 8 της παρούσας αποφάσεως.
Αρωματικές αμίνες, κύριες ή δευτερεύουσες: LMS £ 1 mg/kg·
Φορμαλδε_δη (Formaldéhyde): LMS £ 3 mg/kg·
Υπεροξείδια: τα έτοιμα προς χρήση τελικά υλικά και αντικείμενα δεν πρέπει να προκαλούν θετική αντίδραση στα υπεροξείδια, σύμφωνα με τη μέθοδο της γαλλικής φαρμακοποιίας, έκδοση Xe.»
ΙΙΙ - εριστατικά και διαδικασία
5. Με έγγραφο της 18ης Νοεμβρίου 1993, οι γαλλικές αρχές υπέβαλαν, κατά το άρθρο 8 της οδηγίας 83/189, στην Επιτροπή το σχέδιο μιας αποφάσεως για υλικά και αντικείμενα από καουτσούκ, τα οποία έρχονται σε επαφή με τρόφιμα, προϊόντα βιομηχανίας τροφίμων και ποτά, προκειμένου να ελεγχθεί αν συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο. Βάσει του άρθρου 9 της οδηγίας 83/189, η Επιτροπή διατύπωσε, στις 20 Φεβρουαρίου 1994, λεπτομερώς τη γνώμη της επί του σχεδίου αυτού. Στην εισαγωγή της, αναφέρθηκε ρητώς στη διαδικασία της οδηγίας 83/189 και ως νομικό έρεισμα της γνωμοδοτήσεως αναφέρθηκαν τα άρθρα 9, παράγραφος 1, και 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 83/189. Η Επιτροπή διατύπωσε την επίκριση ότι στο σχέδιο αποφάσεως δεν υπάρχουν ρήτρες που να εξασφαλίζουν την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως. ροκειμένου να διαμορφωθεί το σχέδιο σύμφωνα προς το κοινοτικό δίκαιο, η Επιτροπή ζήτησε να προστεθούν ρητές διατάξεις που να προβλέπουν την αναγνώριση τεχνικών προτύπων, προδιαγραφών και διαδικασίων παρασκευής, οι οποίες εφαρμόζονται νομίμως σε άλλα κράτη μέλη ή σε ένα από τα συμβαλλόμενα κράτη της συμφωνίας ΕΟΧ. εραιτέρω, πρέπει να προβλεφθεί ρητή αναγνώριση των αποτελεσμάτων ελέγχων και δοκιμών, καθώς και συναφών πιστοποιητικών καταρτιζομένων από επιφορτισμένες με την επιθεώρηση και τον έλεγχο αρχές άλλων κρατών μελών ή συμβαλλομένων κρατών στη συμφωνία για τον ΕΟΧ ή από επισήμως αναγνωρισμένα εργαστήρια σ' αυτές τις χώρες, που παρέχουν κατάλληλη και επαρκή εγγύηση από τεχνικής και επιστημονικής απόψεως καθώς και όσον αφορά την ανεξαρτησία τους. Και πάλι αναφερόμενη ρητώς στο άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/189, η Επιτροπή επισήμανε ότι η Γαλλία υποχρεούται βάσει της λεπτομερούς αυτής γνωμοδοτήσεως να αναμείνει την πάροδο έξι μηνών πριν προβεί στην έκδοση της αποφάσεως. Ως καταληκτική ημερομηνία ορίστηκε η 19η Μα_ου 1994. Επιπλέον, στη Γαλλία επισημάνθηκε η υποχρέωσή της να ενημερώσει σχετικώς την Επιτροπή ως προς το κατά πόσο έχει την πρόθεση να λάβει υπόψη την λεπτομερή αυτή γνωμοδότηση. Η Επιτροπή ολοκλήρωσε τη λεπτομερώς αιτιολογημένη γνώμη με την επισήμανση ότι, στην περίπτωση κατά την οποία δεν θα λαμβάνονταν υπόψη οι παρατηρήσεις της, θα θεωρούσε την γνωμοδότηση αυτή ως έγγραφο οχλήσεως κατά την έννοια του άρθρου 226 ΕΚ, και την απάντηση που θα έδιδε η Γαλλική Κυβέρνηση ως διατύπωση παρατηρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 226 ΕΚ.
6. Η Γαλλική Κυβέρνηση απάντησε, με έγγραφο της 9ης Αυγούστου 1994, ότι η Επιτροπή αναγνώρισε ότι υπήρχε ανάγκη εναρμονίσεως των διατάξεων στον τομέα των ουσιών που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα. Η ήδη υφιστάμενη ή ευρισκόμενη στο στάδιο διαβουλεύσεως κοινοτική νομοθεσία στον τομέα αυτόν δεν χαρακτηρίζεται από την αμοιβαία αναγνώριση, αλλά από μια απλή εναρμόνιση. εραιτέρω, η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει ότι το υποβληθέν σχέδιο αποφάσεως περιέχει μια ρήτρα για την αμοιβαία αναγνώριση. Η χρησιμοποιηθείσα διατύπωση είναι πανομοιότυπη με τη χρησιμοποιηθείσα στην απόφαση περί ελαστικών πολυμερών από σιλικόνη ρήτρα, την οποία, εξάλλου, η Επιτροπή αποδέχθηκε. Το έγγραφο αυτό δεν αναφέρθηκε στον μνημονευθέντα από την Επιτροπή νομικό χαρακτηρισμό της λεπτομερούς αιτιολογημένης γνώμης ως εγγράφου οχλήσεως και της ενδεχόμενης απαντήσεως της Γαλλικής Κυβερνήσεως ως διατύπωση παρατηρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 226 ΕΚ.
7. Στις 9 Νοεμβρίου 1994, η Γαλλία εξέδωσε την απόφαση χωρίς να περιέχει τις ρήτρες αναγνωρίσεως που απαιτούσε η Επιτροπή. Στις 5 Ιανουαρίου 1995, η Γαλλική Κυβέρνηση ανακοίνωσε στην Επιτροπή το κείμενο της εκδοθείσας αποφάσεως.
8. Κατόπιν αυτού, πραγματοποιήθηκαν συνομιλίες μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής και των γαλλικών αρχών, χωρίς εντούτοις να επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των μερών.
9. Στις 3 Δεκεμβρίου 1997, η Επιτροπή διαβίβασε στη Γαλλική Δημοκρατία αιτιολογημένη γνώμη βάσει του άρθρου 226 ΕΚ. Με τη γνώμη αυτή προσάπτει στη Γαλλική Δημοκρατία, όπως ήδη με το έγγραφό της της 20ής Φεβρουαρίου 1994, ότι τα άρθρα 2, 4, 5 και 7 της γαλλικής αποφάσεως δεν συνάδουν προς το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως δε προς την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (άρθρο 28 ΕΚ). Η απόφαση επιτρέπει μόνον τη χρησιμοποίηση των απαριθμούμενων στις εν λόγω διατάξεις προϊόντων. Δεν υφίσταται ρήτρα για την αμοιβαία αναγνώριση νομίμως τεθέντων σε κυκλοφορία εμπορευμάτων από άλλα κράτη μέλη ή συμβαλλόμενα μέρη στη συμφωνία του ΕΟΧ και των εκεί πραγματοποιούμενων ελέγχων. εραιτέρω, η Επιτροπή χαρακτήρισε την εφαρμογή διαδικασιών προηγουμένου ελέγχου ως δυσανάλογο περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ιδίως μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 89/397/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1989, σχετικά με τον επίσημο έλεγχο των τροφίμων , και της οδηγίας 93/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, για την υγιεινή των τροφίμων . Με βάση το άρθρο 226 ΕΚ, η Επιτροπή έταξε στη Γαλλική Δημοκρατία προθεσμία δύο μηνών προκειμένου να συμμορφώσει τη νομοθεσία της με το κοινοτικό δίκαιο.
10. Με έγγραφο της 18ης Φεβρουαρίου 1998, η Γαλλική Δημοκρατία αντέτεινε ότι η επικρινόμενη απόφαση περιέχει πράγματι διατάξεις που διασφαλίζουν την αμοιβαία αναγνώριση. Αναφέρθηκε ειδικότερα στο άρθρο 5 της αποφάσεως, το οποίο περιέχει ρήτρα περί αναγνωρίσεως σε σχέση με τα κριτήρια καθαρότητας που αποτελούν το αντικείμενο ρυθμίσεως του παραρτήματος ΙΙ της αποφάσεως. Η αμοιβαία αναγνώριση των ελέγχων και δοκιμών καθώς και των συναφώς εκδιδόμενων πιστοποιητικών διασφαλίζεται μέσω της περιεχόμενης στο παράρτημα ΙΙΙ της αποφάσεως αναφοράς στην απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1992. Τέλος, όσον αφορά την αμοιβαία αναγνώριση τεχνικών προτύπων, προδιαγραφών κ.λπ., η Γαλλική Κυβέρνηση προέτεινε να περιληφθεί στην απόφαση ένα νέο άρθρο 4α, το οποίο θα στηριζόταν στη ρήτρα μιας άλλης, εγκριθείσας από την Επιτροπή, αποφάσεως. Η Γαλλική Κυβέρνηση θεώρησε, αντιθέτως, ότι δεν ήταν ούτε δικαιολογημένο ούτε σκόπιμο να περιληφθεί μια διάταξη για την αμοιβαία αναγνώριση προδιαγραφών και μεθόδων παρασκευής. Το έγγραφο τελείωνε με την επιθυμία να επέλθει σύντομα εναρμόνιση των σχετικών διατάξεων και με την παρατήρηση ότι τα κράτη μέλη είναι αρμόδια, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, και του άρθρου 11 της οδηγίας 89/109/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα υλικά και αντικείμενα που προορίζονται να έρθουν σε επαφή με τρόφιμα , να εξακολουθούν να εφαρμόζουν την εθνική τους νομοθεσία. Ούτε αυτό το έγγραφο περιείχε καμία παρατήρηση για τον νομικό χαρακτηρισμό των διαφόρων εγγράφων.
11. Στις 15 Απριλίου και 9 Ιουνίου 1998 διεξήχθη περαιτέρω αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής και της Γαλλικής Κυβερνήσεως για τη διατύπωση του προταθέντος νέου άρθρου 4α, χωρίς να επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων.
12. Με δικόγραφο της 8ης Ιουνίου 1999, που πρωτοκολλήθηκε στις 15 Ιουνίου, η Επιτροπή άσκησε προσφυγή κατά της Γαλλίας.
IV - Ισχυρισμοί των διαδίκων
13. Η Επιτροπή έχει τη γνώμη ότι η προσφυγή της ασκείται παραδεκτώς. Η πριν από την άσκησή της διαδικασία χώρησε νομοτύπως. Το άρθρο 226 ΕΚ προβλέπει απλώς ότι στο κράτος μέλος πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα να διατυπώνει τις παρατηρήσεις του επί της προβαλλόμενης αιτιάσεως περί παραβάσεως και, σε ένα δεύτερο στάδιο, να έχει την ευχέρεια να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη. Το άρθρο 226 ΕΚ δεν καθορίζει τη μορφή που πρέπει να λάβει το έγγραφο της Επιτροπής. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει επομένως τον χαρακτηρισμό μιας λεπτομερούς αιτιολογημένης γνώμης ως εγγράφου οχλήσεως. Ουσιώδες είναι μόνο να τηρείται η προϋπόθεση κατά την οποία στο κράτος μέλος πρέπει να γνωστοποιείται επαρκώς το αντικείμενο της παραβάσεως, προκειμένου αυτό να μπορεί να αμυνθεί κατά της προβαλλόμενης αιτιάσεως. Δεν υφίσταται καμία αβεβαιότητα για τη Γαλλική Δημοκρατία. Η Επιτροπή διατύπωσε σαφώς την άποψή της για την οδηγία και εξαρτάται αποκλειστικά από τη Γαλλική Κυβέρνηση αν θα συντρέξει ή όχι ο όρος υπό τον οποίο η γνωμοδότηση θα καταστεί έγγραφο οχλήσεως.
14. Κατ' ουσίαν, η Επιτροπή διατυπώνει περαιτέρω την αιτίαση ότι υφίσταται παράβαση της διασφαλιζόμενης με το άρθρο 28 ΕΚ ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Ελλείψει κοινοτικής εναρμονίσεως στον τομέα των ελαστικών πολυμερών και των προϊόντων καουτσούκ που μπορούν να έρθουν σε επαφή με τρόφιμα, τα κράτη μέλη είναι μεν αρμόδια για τη θέσπιση διατάξεων για την παρασκευή και θέση σε κυκλοφορία των αντικειμένων αυτών, πλην όμως οι εθνικές διατάξεις πρέπει να είναι σύμφωνες προς το κοινοτικό δίκαιο. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, καθόσον απαγορεύει τη διάθεση εντός της Γαλλίας προϊόντων καουτσούκ που παρασκευάζονται νομίμως σε άλλα κράτη μέλη, στο μέτρο που τα προϊόντα αυτά δεν ανταποκρίνονται στις διατάξεις της αποφάσεως. Η προβλεπόμενη στην απόφαση προϋπόθεση προηγούμενης αδείας συνάδει προς την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μόνον υπό την προϋπόθεση ότι προβλέπεται απλή και ταχεία διαδικασία που επιτρέπει στους επιχειρηματίες να προκαλέσουν τροποποίηση των παραρτημάτων Ι και ΙΙ της αποφάσεως. Ως εκ τούτου, είναι απαραίτηση μια ρήτρα για την αμοιβαία αναγνώριση. Απλή διοικητική πρακτική, κατά την οποία πρέπει να πραγματοποιείται αναγνώριση σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση, όπως η προτεινόμενη από την Γαλλική Κυβέρνηση, δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις αυτές.
15. Βεβαίως, το άρθρο 5 της αποφάσεως επιτρέπει ορισμένη ευελιξία ως προς τα κριτήρια καθαρότητας των αναφερόμενων στο παράρτημα ΙΙ υλών. λην όμως, ο κατάλογος των μονομερών, βασικών ουσιών και τροποποιητικών παραγόντων που περιέχονται στον πίνακα B του παραρτήματος ΙΙ παρουσιάζεται στην απόφαση ως αποκλειστική ρύθμιση, όπως και ο περιεχόμενος στο παράρτημα ΙΙ κατάλογος των προσθέτων υλών παρουσιάζεται επίσης ως αποκλειστική απαρίθμηση.
16. Η προσθήκη μιας ρήτρας για την αμοιβαία αναγνώριση διασφαλίζει την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας στο πλαίσιο του άρθρου 30 ΕΚ. Βεβαίως, η προστασία της υγείας αποτελεί στοιχείο των αναγνωρισμένων εκτιμήσεων περί του γενικού συμφέροντος, πλην όμως η επικρινόμενη απόφαση υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο, διότι δεν αναγνωρίζει καμία ισοδύναμη ρύθμιση άλλων κρατών μελών. Ακόμη και μια διατύπωση, η οποία θα παρείχε στις εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια τη δυνατότητα να αποφασίζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση για την άδεια κυκλοφορίας του προϊόντος, δεν θα ανταποκρινόταν στις προϋποθέσεις της ασφάλειας δικαίου και της διαφάνειας. Οι επιχειρηματίες δεν ενημερώνονται επαρκώς με τη ρύθμιση αυτή για τα δικαιώματά τους.
17. Όσον αφορά την αναφερόμενη από τη Γαλλική Κυβέρνηση ρήτρα αμοιβαίας αναγνωρίσεως, η οποία έχει περιληφθεί στο πλαίσιο μιας άλλης αλληλουχίας σε μια γαλλική απόφαση, η Επιτροπή προβάλλει κατ' αρχάς απλώς ότι η επίδικη απόφαση δεν περιέχει μέχρι τούδε καμία τέτοια ρήτρα, αλλά πρόκειται μόνο για μια γαλλική πρόταση προς τροποποίηση της αποφάσεως. Εντούτοις, καθοριστικό για το αν υφίσταται εν προκειμένω παράβαση αποτελεί η διατύπωση της αποφάσεως κατά το χρονικό σημείο της εκδόσεως της αιτιολογημένης γνώμης.
18. Η Γαλλική Κυβέρνηση έχει την άποψη ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη. Καθόσον η Επιτροπή συνδέει τη διαδικασία πληροφορήσεως βάσει της οδηγίας 83/189 με τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά το άρθρο 226 ΕΚ, παραβιάζει την ιεραρχία των κανόνων. Η υποστηριζόμενη από την Επιτροπή ερμηνεία της οδηγίας 83/189 συνιστά παράβαση του άρθρου 226 ΕΚ, το οποίο προβλέπει τρία διαδικαστικά στάδια: το έγγραφο οχλήσεως, την αιτιολογημένη γνώμη και την προσφυγή.
19. Επιπλέον, η εξομοίωση των λεπτομερώς αιτιολογημένων γνωμών κατά την έννοια της οδηγίας 83/189 με το έγγραφο οχλήσεως αντιβαίνει, αφενός, προς τη διάκριση μεταξύ προπαρασκευαστικών εργασιών και, αφετέρου, των δεσμευτικών νομικών πράξεων. Το ανακοινούμενο στο πλαίσιο της διαδικασίας πληροφορήσεως κατά την οδηγία 83/189 σχέδιο δεν έχει ακόμη αρχίσει να ισχύει. Επομένως, δεν υφίσταται ήδη παράβαση που θα μπορούσε να αποτελέσει την αφορμή για ένα έγγραφο οχλήσεως.
20. Τέλος, η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως. Η εξομοίωση λεπτομερώς αιτιολογημένης γνώμης με έγγραφο οχλήσεως αφαιρεί από τη Γαλλία τη δυνατότητα να διατυπώσει παρατηρήσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως.
21. Επί της ουσίας, η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει ότι η οδηγία 89/109 προβλέπει την εναρμόνιση των διατάξεων περί υλικών που μπορούν να έρθουν σε επαφή με τρόφιμα. Βάσει αυτής της οδηγίας- πλαίσιο, θα έπρεπε να έχει εκδοθεί, μεταξύ άλλων, μια οδηγία για το καουτσούκ. Όμως, δεδομένου ότι αυτό δεν έχει μέχρι τούδε συμβεί, η Γαλλική Κυβέρνηση θεώρησε ότι όφειλε, για λόγους προστασίας της υγείας, να θεσπίσει η ίδια τις σχετικές διατάξεις. Η κοινοποίηση του σχεδίου της επίδικης αποφάσεως έχει επίσης ως σκοπό να δώσει ώθηση στις προσπάθειες για εναρμόνιση στον τομέα αυτόν.
22. Η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί επίσης ότι η απόφαση είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας. Κατά τη νομολογία, ένα κράτος μέλος μπορεί, στην περίπτωση κατά την οποία δεν έχει επέλθει καμία εναρμόνιση, να καθορίζει το ίδιο το επίπεδο στο οποίο εξασφαλίζεται η προστασία της υγείας. Αυτό μπορεί να φθάνει μέχρι τον καθορισμό ως προϋποθέσεως μιας προηγούμενης αδείας. Συναφώς, αναλύσεις τεχνικού ή χημικού χαρακτήρα ή πειράματα εργαστηρίου που έχουν πραγματοποιηθεί σε άλλα κράτη μέλη μπορούν απλώς να λαμβάνονται υπόψη. Αυτό ουδέποτε το αμφισβήτησε η Γαλλική Κυβέρνηση στο πλαίσιο της εφαρμογής της επίδικης αποφάσεως. Κατά τη νομολογία, δεν απαιτείται να υπάρχει ρητώς μια διάταξη για την αμοιβαία αναγνώριση. Σημασία έχει μόνον η πραγματική εξασφάλιση της δυνατότητας αναγνωρίσεως.
23. Επιπλέον, η άποψη της Επιτροπής δεν ευσταθεί, καθόσον μια ανάλογη ρήτρα αμοιβαίας αναγνωρίσεως, όπως αυτή που χρησιμοποιείται στην επίδικη απόφαση, έχει αναγνωριστεί σε μια άλλη αλληλουχία ότι είναι νομικώς θεμιτή.
V - Η γνώμη μου επί της υποθέσως
1. Επί του παραδεκτού της προσφυγής
24. Κατ' αρχάς, τίθεται το ερώτημα αν η προσφυγή της Επιτροπής ασκείται παραδεκτώς. Συναφώς, υφίστανται αμφιβολίες, καθόσον η Επιτροπή απηύθυνε στη Γαλλία λεπτομερώς αιτιολογημένη γνώμη κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/189, πλην όμως χαρακτήρισε το έγγραφο αυτό, σε περίπτωση μη συμμορφώσεως προς αυτό, ως έγγραφο οχλήσεως κατά την έννοια του άρθρου 226 ΕΚ. ρέπει να εξεταστεί αν ο τρόπος αυτός ενεργείας πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 226 ΕΚ.
25. Το πέμπτο τμήμα του Δικαστηρίου, με την απόφασή του της 13ης Σεπτεμβρίου 2000 στην υπόθεση C-341/97, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2000, σ. Ι-6611), έδωσε αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό. Αιτιολόγησε την απόφασή του με το ότι η αποστολή εγγράφου οχλήσεως κατά την έννοια του άρθρου 226 ΕΚ προϋποθέτει τον ισχυρισμό ότι υφίσταται παράβαση. Εντούτοις, κατά τον χρόνο της εκδόσεως της λεπτομερώς αιτιολογημένης γνώμης κατά την έννοια της οδηγίας 83/189, το κράτος μέλος μπορεί να μην έχει ακόμη διαπράξει παράβαση του κοινοτικού δικαίου, καθόσον η πράξη βρισκόταν μόνο στο στάδιο του σχεδίου. Η άποψη ότι υφίσταται όχληση υπό αίρεση, η ύπαρξη της οποίας θα εξηρτάτο από τη συμπεριφορά του οικείου κράτους μέλους, δεν ανταποκρίνεται στις επιταγές της ασφάλειας δικαίου. Η τήρηση της αρχής αυτής είναι όμως απαραίτηση σε διαδικασίες που μπορούν να καταλήξουν σε ένδικες διαφορές .
26. Οφείλω να συμφωνήσω προς την κρίση αυτή. Κατά το άρθρο 226 ΕΚ, η διαδικασία λόγω παραβάσεως διαρθρώνεται σε τρία στάδια. Κατ' αρχάς, στο κράτος μέλος πρέπει να δοθεί με την ανακοίνωση του εγγράφου οχλήσεως η δυνατότητα να διατυπώσει παρατηρήσεις, οπότε στη συνέχεια η Επιτροπή διατυπώνει αιτιολογημένη γνώμη και μόνον κατόπιν αυτού επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής.
27. Στην υπό κρίση υπόθεση πρόκειται για το πρώτο στάδιο, δηλαδή την παροχή δυνατότητας για τη διατύπωση παρατηρήσεων. Κατά πάγια νομολογία, το έγγραφο οχλήσεως έχει δύο λειτουργίες: αφενός, παρέχει στο κράτος μέλος δικαίωμα ακροάσεως και, αφετέρου, προσδιορίζει το μελλοντικό αντικείμενο της διαφοράς . Επομένως, η εκ μέρους της Επιτροπής κίνηση της διαδικασίας κατά τη Γαλλίας μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη μόνον αν, με τον συνδυασμό της λεπτομερώς αιτιολογημένης γνώμης προς το έγγραφο οχλήσεως, εξασφαλίζονται οι δύο αυτές λειτουργίες.
28. Το ζήτημα της παροχής του δικαιώματος ακροάσεως φαίνεται εν προκειμένω να δημιουργεί λιγότερα προβλήματα. ράγματι, συμπλέκονται εν προκειμένω δύο διαδικασίες διαφορετικού περιεχομένου, όπως προβάλλει η Γαλλική Κυβέρνηση. Η κατά την οδηγία 83/189 διαδικασία σκοπεί στην αποτροπή μελλοντικών παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου. Σε μια πρώτη φάση, πριν στοιχειοθετηθεί παράβαση του κοινοτικού δικαίου, πρέπει να διευκρινιστεί η νομική κατάσταση και να επιδιωχθεί συναινετικά η εξεύρεση λύσεως σύμφωνης προς το κοινοτικό δίκαιο. ρόκειται συγκεκριμένα για μια προληπτική διαδικασία. Αντιθέτως, η διαδικασία λόγω παραβάσεως που αρχίζει με το έγγραφο οχλήσεως είναι μια κατασταλτική διαδικασία. Σκοπεί στην αποκατάσταση της τηρήσεως της κοινοτικής έννομης τάξεως.
29. Όμως, δεν προσβάλλεται το δικαίωμα ακροάσεως του οικείου κράτους μέλους. Βεβαίως, λόγω της συνδέσεως της λεπτομερώς αιτιολογημένης γνώμης με το έγγραφο οχλήσεως εκλείπει η δυνατότητα του οικείου κράτους μέλους να διατυπώσει παρατηρήσεις. Η αρχή της διασφαλίσεως της προηγουμένης ακροάσεως δεν απαιτεί παρά να παρέχεται απλώς η δυνατότητα διατυπώσεως παρατηρήσεων επί των προβαλλομένων αιτιάσεων, όχι όμως αυτό να συμβαίνει κατ' επανάληψη. Όταν η Επιτροπή ανακοινώνει μια λεπτομερώς αιτιολογημένη γνώμη, στην οποία εκθέτει για ποιους λόγους ένα νομοσχέδιο δεν συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο, τότε το κράτος μέλος οφείλει να αντικρούσει τις εκτιμήσεις της Επιτροπής και να λάβει συναφώς θέση, όπως ακριβώς και στην περίπτωση της κοινοποιήσεως του εγγράφου οχλήσεως. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται εν προκειμένω από τη συμπεριφορά της Επιτροπής και της Γαλλίας. Η λεπτομερώς αιτιολογημένη γνώμη της 20ής Φεβρουαρίου 1994 ζητεί τόσο από τη Γαλλική Κυβέρνηση, όπως προβλέπεται από το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/189 όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 88/182, να αναφέρει στην Επιτροπή ποια συνέχεια το κράτος μέλος σκοπεί να δώσει στη λεπτομερώς αιτιολογημένη γνώμη. Η Γαλλική Κυβέρνηση, με έγγραφο της 9ης Αυγούστου 1994, απάντησε ότι θεωρεί αβάσιμη την άποψη της Επιτροπής. Κατά τούτο, δεν υφίσταται πλέον κανένα στοιχείο αιφνιδιασμού, όπως προέβαλε η Γαλλική Κυβέρνηση κατά την προφορική διαδικασία. Επομένως, θα πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο τρόπος ενεργείας που επέλεξε η Επιτροπή ανταποκρίνεται στην επιταγή της διασφαλίσεως του δικαιώματος ακροάσεως και συνάδει, ως προς το σημείο αυτό, προς το άρθρο 226 ΕΚ.
30. Εντούτοις, στο πλαίσιο της εξετάσεως του ζητήματος αν εξασφαλίστηκε η δεύτερη λειτουργία του εγγράφου οχλήσεως, δηλαδή ο καθορισμός του αντικειμένου της διαφοράς, ανακύπτουν νομικοί ενδοιασμοί ως προς τον τρόπο ενεργείας της Επιτροπής. Βεβαίως, κατά πάγια νομολογία, δεν πρέπει να τίθενται υπερβολικές απαιτήσεις ως προς το έγγραφο οχλήσεως. Εντούτοις, το έγγραφο αυτό πρέπει να περιέχει μια σύντομη σύνοψη των αιτιάσεων της Επιτροπής . Στην ενδεχομένως σ' ένα δεύτερο στάδιο διατυπούμενη αιτιολογημένη γνώμη πρέπει να καθορίζεται σαφώς το περιγραφόμενο στο έγγραφο οχλήσεως αντικείμενο της διαφοράς μιας ενδεχομένως μελλοντικής διαδικασίας λόγω παραβάσεως. ρέπει να περιέχει με λογική πληρότητα και λεπτομερώς έκθεση των λόγων που ώθησαν την Επιτροπή να σχηματίσει την πεποίθηση ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος παρέβη υποχρέωση που υπέχει από τη Συνθήκη .
31. Ο τρόπος ενεργείας της Επιτροπής δεν είναι σύμφωνος με τις επιταγές αυτές. Βεβαίως, σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση, κατά τις οποίες το υποβληθέν σχέδιο υιοθετείται στη συνέχεια χωρίς καμία μεταβολή, δεν μπορεί να δημιουργηθεί καμία νομική ασάφεια ως προς το μελλοντικό αντικείμενο της διαφοράς. Όμως, το κράτος μέλος θα μπορούσε να λάβει, παραδείγματος χάριν, εν μέρει υπόψη τις κριτικές παρατηρήσεις που περιέχονται στη λεπτομερώς αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί να είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν και κατά πόσο η Επιτροπή εξακολουθεί να θεωρεί αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο το εν μέρει τροποποιηθέν πλέον κατά την άποψή της νομικό κείμενο. Σε μια τέτοια κατάσταση τίθεται το ζήτημα της ασφάλειας δικαίου.
32. Ασαφής είναι επίσης η κατάσταση κατά την οποία υφίσταται μακρός χρόνος μεταξύ της λεπτομερώς αιτιολογημένης γνώμης και της θεσπίσεως της εθνικής νομοθετικής πράξεως. Κατά τον χρόνο αυτόν, το κοινοτικό δίκαιο ή το εθνικό δίκαιο θα μπορούσαν να έχουν μεταβληθεί, οπότε η Επιτροπή θα προέβαινε σε διαφορετική εκτίμηση του σχεδίου. Και σε μια τέτοια επίσης περίπτωση δεν μπορεί να είναι επαρκώς βέβαιο αν υφίσταται ή όχι παράβαση του κοινοτικού δικαίου.
33. Επομένως, η σύνδεση της διαδικασίας πληροφορήσεως με τη διαδικασία λόγω παραβάσεως στην οποία προέβη η Επιτροπή μπορεί να δημιουργήσει ασάφεια όσον αφορά την εκτίμηση της νομικής καταστάσεως από την Επιτροπή και κατά συνέπεια για το μελλοντικό αντικείμενο της διαφοράς.
34. Θα μπορούσε βέβαια να διατυπωθεί η αντίρρηση ότι η ασάφεια αυτή εξαλείφθηκε με τη διαβίβαση της αιτιολογημένης γνώμης. Αυτό όμως δεν φαίνεται επαρκές. Αφενός, και πάλι μεταξύ της απαντήσεως του κράτους μέλους και της διαβιβάσεως της αιτιολογημένης γνώμης παρέρχεται ορισμένος χρόνος, κατά τον οποίο είναι ασαφές αν η Επιτροπή συνεχίζει καν τη διαδικασία. Αφετέρου, στο εκ των υστέρων, λόγω επελεύσεως της αναβλητικής αιρέσεως, χαρακτηριζόμενο εφεξής ως έγγραφο οχλήσεως δικόγραφο δεν περιέχεται πλέον καμία οριοθέτηση του αντικειμένου της διαφοράς, αν η νομική κατάσταση μεταβληθεί λόγω της θεσπίσεως νέου εθνικού δικαίου ή νέου κοινοτικού δικαίου. Ως προς το σημείο αυτό, ο τρόπος ενεργείας της Επιτροπής δεν πληροί τις επιταγές του άρθρου 226 ΕΚ.
35. Η λύση υπέρ της οποίας συνηγορώ εν προκειμένω δεν πρέπει να θεωρηθεί ως τυπολατρία, αν παράλληλα με τη λεπτομερώς αιτιολογημένη γνώμη απαιτείται η διαβίβαση εγγράφου οχλήσεως, το οποίο ως επί το πλείστον έχει το ίδιο περιεχόμενο με την αιτιολογημένη γνώμη. Η διάκριση μεταξύ των δύο αυτών εγγράφων επιβάλλεται για τους εκτεθέντες λόγους που αφορούν την ασφάλεια δικαίου και από τον ακόλουθο λόγο που αφορά το ουσιαστικό δίκαιο: κατά το χρονικό σημείο της διεξαγωγής της διαδικασίας πληροφορήσεως δεν υφίσταται ακόμη παράβαση του κοινοτικού δικαίου, αλλά απλώς απειλείται. Κατά το χρονικό σημείο, αντιθέτως, της διαβιβάσεως του εγγράφου οχλήσεως υφίσταται ήδη παράβαση του κοινοτικού δικαίου η οποία προϋποθέτει ότι η ανάλυση της Επιτροπής είναι ορθή.
36. Η από απόψεως ουσιαστικού δικαίου διαφορετική αυτή κατάσταση έχει επιπτώσεις στη συμπεριφορά των κρατών μελών. Η σπουδή, με την οποία το κράτος μέλος οφείλει να ενεργήσει, ποικίλλει. Στην πρώτη περίπτωση, το κράτος μέλος ενεργεί σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, εφόσον δεν εκδίδει τη νομική πράξη. Στη δεύτερη περίπτωση, όμως, το κράτος μέλος υποχρεούται να προβεί σε άμεση ενέργεια προκειμένου να εξαλείψει μια αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο κατάσταση. Και αυτή επίσης η βασιζόμενη στην από απόψεως ουσιαστικού δικαίου διαφορά μεταξύ των δύο καταστάσεων δικαιολογεί, παράλληλα με την επιταγή της ασφάλειας δικαίου, την κατά σαφή τρόπο ρητή διαφοροποίησή τους.
37. Για τους λόγους αυτούς, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ της ρητώς αιτιολογημένης γνώμης κατά την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας και του εγγράφου οχλήσεως κατά την έννοια του άρθρου 226 ΕΚ. Η σύνδεσή τους μέσω της προσθήκης μιας αναβλητικής αιρέσεως είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο 226 ΕΚ.
38. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή δεν εφάρμοσε τη διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 226 ΕΚ, οπότε η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
2. Επικουρικώς: επί του βασίμου της προσφυγής
39. Μόνον επικουρικώς, για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν θα υιοθετούσε την άποψη αυτή, αλλά θα έκρινε την προσφυγή παραδεκτή, λαμβάνω στη συνέχεια θέση επί του βασίμου της προσφυγής.
40. Η επίδικη απόφαση συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτέλεσματος προς ποσοτικό περιορισμό, καθόσον επιτρέπει την κυκλοφορία μόνον υλικών και ενώσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 2, και σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι, και στο άρθρο 4, σε συνδυασμό με το παράρτημα ΙΙ. Η Γαλλία δικαιολογεί το μέτρο αυτό με την ανάγκη αποτελεσματικής προστασίας της υγείας, η δε Επιτροπή αναγνωρίζει επίσης κατ' αρχήν το βάσιμο της δικαιολογίας αυτής. Αμφίβολο είναι μόνον το αν η θεσπίσασα κατ' αρχήν απαγόρευση απόφαση, με την επιφύλαξη παροχής αδείας, συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας. Επομένως, οι ακόλουθες παρατηρήσεις περιορίζονται στο ζήτημα αυτό.
41. Σε τομείς που δεν αποτελούν αντικείμενο κοινοτικής εναρμονίσεως, τα κράτη μέλη έχουν κατ' αρχήν την εξουσία να προβλέπουν διαδικασίες εγκρίσεως για εμπορεύματα που πρόκειται να τεθούν σε κυκλοφορία στο έδαφός τους . Εντούτοις, οι αρχές των κρατών μελών υποχρεούνται να συμβάλουν στη χαλάρωση των ελέγχων του ενδοκοινοτικού εμπορίου και να λαμβάνουν υπόψη τις τεχνικές ή χημικές αναλύσεις ή τις εργαστηριακές εξετάσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί εντός άλλου κράτους μέλους . Ως προς το ότι τα επιλεγέντα μέτρα για την προστασία της υγείας των ανθρώπων είναι αναγκαία, το οικείο κράτος μέλος φέρει το βάρος αποδείξως .
42. Κατ' αρχήν, απαγόρευση άλλων εκτός από τις απαριθμούμενες στη γαλλική απόφαση ουσιών, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα χορηγήσεως κατά περίπτωση αδείας για ένα προϊόν που περιέχει άλλη ουσία βάσει εγκρίσεως της αρχής, μπορεί να αποτελεί εγγύηση για την προστασία της υγείας. Εντούτοις, είναι αβέβαιο αν αυτό αποτελεί αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη της προστασίας της υγείας. Συναφώς, θα μπορούσαν να υπάρχουν εν προκειμένω αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο μια ρήτρα αμοιβαίας αναγνωρίσεως, όπως αυτή που απαιτεί η Επιτροπή, θα καταστούσε περιττή την αναγνώριση σε μια συγκεκριμένη περίπτωση και κατά τούτο υφίσταται η δυνατότητα ενός ηπιότερου μέσου για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.
43. Η επίμαχη απόφαση έχει ως συνέπεια ότι κάθε υποπροϊόν καουτσούκ, που μπορεί να έλθει σε επαφή με τρόφιμα, ανεξάρτητα από το αν έχει ή όχι υποβληθεί εντός άλλου κράτους μέλους σε έλεγχο, πρέπει να υποβληθεί στη διαδικασία εγκρίσεως. Αν κατά τη διαδικασία αυτή προκύψει ότι το προϊόν περιέχει μια βασική ύλη κατά την έννοια του άρθρου 2, που δεν αναφέρεται στο παράρτημα Ι, τότε δεν θα πρέπει να του χορηγηθεί έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 1 της αποφάσεως. Μόνο για πρόσθετες ύλες, κατά την έννοια του άρθρου 4, προβλέπει η απόφαση, στο άρθρο 5, την αναγνώριση επίσης άλλων ουσιών, εφόσον ήδη έχουν ελεγχθεί εντός άλλων κρατών μελών.
44. H Γαλλική Κυβέρνηση δεν εξέθεσε ούτε γιατί οι αποκλειστικές απαριθμήσεις που περιέχονται στα παραρτήματα Ι και ΙΙ για την εξασφάλιση πλήρους προστασίας της υγείας είναι απαραίτητες ούτε ότι ως προς το επίπεδό της προστασίας και ως προς τις εφαρμοζόμενες εντός της Γαλλίας διαδικασίες ελέγχου δεν υφίσταται εντός της Κοινότητας αντιστοιχία προκειμένου να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός της προστασίας της υγείας. Η Γαλλία, με το έγγραφό της της 9ης Αυγούστου 1994, προέβαλε απλώς ότι οι διατάξεις της αποφάσεως στηρίζονται στη γνωμοδότηση του Conseil supérieur d'hygiène publique de France (ανωτάτου συμβουλίου δημοσίας υγείας της Γαλλίας). Το συμβούλιο αυτό όμως δεν μπορεί να είναι η μόνη αρχή που μπορεί να θέτει επαρκείς κανόνες για την προστασία της υγείας όσον αφορά τη χρησιμοποίηση προϊόντων από καουτσούκ που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα. Η προταθείσα από την Επιτροπή λύση που συνίσταται στην αναγνώριση άλλων ελέγχων και των σχετικών εκθέσεων αποτελεί μέτρο λιγότερο περιοριστικό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, που μπορεί εξ ίσου επαρκώς να διασφαλίσει την προστασία της υγείας.
45. Η προθυμία της Γαλλίας να λαμβάνει υπόψη αποτελέσματα εξετάσεως σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποδυναμώσει τη διαπίστωση αυτή. Κατ' αρχάς, δεν εξασφαλίζεται πράγματι από τη διατύπωση της αποφάσεως ότι οι γαλλικές αρχές διενεργούν σε κάθε περίπτωση έλεγχο. Επομένως, οι επιχειρηματίες δεν μπορούν άνευ ετέρου να διαβλέπουν ότι μια τέτοια έγκριση είναι δυνατή σε κάθε περίπτωση. Επιπλέον, το αποτέλεσμα του κατά περίπτωση ελέγχου θα έπρεπε επίσης να επιφέρει τροποποίηση των καταλόγων που περιέχονται στα παραρτήματα Ι και ΙΙ της αποφάσεως. Αυτός ο τρόπος χορηγήσεως εγκρίσεως σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση θα επιβάρυνε χωρίς λόγο το ενδοκοινοτικό εμπόριο και, επομένως, θα αντέβαινε προς την αρχή της αναλογικότητας.
46. Για τους λόγους αυτούς, η γαλλική απόφαση θα συνιστούσε δυσανάλογο περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Επομένως, αντιβαίνει προς το άρθρο 28 ΕΚ.
VI - Δικαστικά έξοδα
47. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Η Γαλλία δεν ζήτησε να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. Επομένως, αμφότεροι οι διάδικοι φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
VII - ρόταση
48. Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
«1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.»
Full & Egal Universal Law Academy