Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - To αντικείμενο της διαφοράς
1. Με την παρούσα προσφυγή η Επιτροπή ζητεί να διαπιστωθεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη την οδηγία 93/16/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Ιουλίου 1993, για την διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των ιατρών και της αμοιβαίας αναγνώρισης των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων τους (στο εξής: οδηγία 93/16), παραλείποντας να μεταφέρει προσηκόντως το άρθρο 8 της οδηγίας στο ισπανικό δίκαιο και παραλείποντας να μεταφέρει στο ισπανικό δίκαιο το άρθρο 18.
2. Κατ' αρχάς η παρούσα διαφορά αφορά το ζήτημα κατά πόσον το άρθρο 8 της οδηγίας 93/16 επιτρέπει σε ένα κράτος μέλος (στο εξής: κράτος υποδοχής) να επιβάλλει δεσμευτικά στους υποψήφιους με διπλώματα, πιστοποιητικά και τίτλους ιατρικής ειδικότητας (στο εξής: τίτλους ιατρικής ειδικότητας) από άλλα κράτη μέλη (στο εξής: κράτη προελεύσεως), οι οποίοι πρέπει να πραγματοποιήσουν συμπληρωματική εκπαίδευση ή ειδίκευση σε ιατρική ειδικότητα (στο εξής: εκπαίδευση) , για να αποκτήσουν τον τίτλο ιατρικής ειδικότητας του κράτους υποδοχής (στο εξής: διακινούμενοι ιατροί με τίτλο ειδικότητας), τη συμμετοχή σε διαδικασία κατανομής θέσεων ειδικότητας, που συνίσταται κυρίως σε ένα τεστ που περιέχει κατά κύριο λόγο ειδικές ιατρικές ερωτήσεις από τον τομέα της βασικής ιατρικής εκπαιδεύσεως.
3. εραιτέρω η παρούσα διαφορά αφορά το ζήτημα κατά πόσον το άρθρο 18 της οδηγίας 93/16 απαιτεί ένα εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως να αναλαμβάνει γενικώς την καταβολή αμοιβών για τις παροχές ιατρών, που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος, ακόμη και αν οι γιατροί αυτοί δεν είναι μέλη του συστήματος.
ΙΙ - Το νομοθετικό πλαίσιο
A - Η οδηγία 93/16/ΕΟΚ
4. Η 2η, 3η, 12η, 15η και 22η αιτιολογική σκέψη έχουν ως εξής:
«[...] δυνάμει της Συνθήκης απαγορεύεται από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, κάθε διακριτική μεταχειρίση με βάση την ιθαγένεια, όσον αφορά την εγκατάσταση και την παροχή υπηρεσιών·[...] η αρχή της ίσης μεταχείρισης με τους ημεδαπούς εφαρμόζεται ιδίως κατά την έκδοση αδείας που ενδεχομένως απαιτείται για την ανάληψη ή την άσκηση των δραστηριοτήτων των ιατρών, καθώς και κατά την εγγραφή ή τη συμμετοχή τους ως μελών σε επαγγελματικές οργανώσεις ή συλλόγους.
[...]
[...] κρίνεται, ωστόσο, ενδεδειγμένο να προβλεφθούν ορισμένες διατάξεις που να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση από τους ιατρούς του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
[...]
[...] σε περίπτωση παροχής υπηρεσιών, η απαίτηση εγγραφής ή συμμετοχής ως μέλους σε επαγγελματικές οργανώσεις ή συλλόγους, η οποία συνδέεται με το σταθερό και μόνιμο χαρακτήρα της ασκούμενης δραστηριότητας στη χώρα υποδοχής, θα αποτελούσε αναμφίβολα εμπόδιο για τον παρέχοντα τις υπηρεσίες, λόγω του προσωρινού χαρακτήρα της δραστηριότητάς του·[...] πρέπει, επομένως να αποκλειστεί·[...] χρειάζεται, πάντως, στην περίπτωση αυτή να εξασφαλιστεί ο έλεγχος της επαγγελματικής πειθαρχίας, ο οποίος ανήκει στην αρμοδιότητα των επαγγελματικών αυτών οργανώσεων ή συλλόγων·[...] για τον σκοπό αυτόν και με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 62 της Συνθήκης, πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα να επιβάλλεται στον δικαιούχο η υποχρέωση να κοινοποιεί την παροχή υπηρεσιών προς την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.
[...]
[...] ο συντονισμός των προϋποθέσεων ασκήσεως, που προβλέπει η παρούσα οδηγία, δεν αποκλείει περαιτέρω συντονισμό.
[...]
[...] η παρούσα οδηγία δεν αίρει την αρμοδιότητα των κρατών μελών να οργανώνουν τα εθνικά τους κοινωνικοασφαλιστικά συστήματα και να καθορίζουν τις δραστηριότητες που θα εξασκούνται στα πλαίσια των συστημάτων αυτών».
5. Το άρθρο 2 (αναγνώριση της βασικής ιατρικής εκπαιδεύσεως) έχει ως εξής:
«Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τα διπλώματα, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους που χορηγούνται στους υπηκόους των κρατών μελών από τα άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 23 και που απαριθμούνται στο άρθρο 3, προσδίδοντάς τους στο έδαφός του, όσον αφορά την πρόσβαση στις δραστηριότητες του ιατρού και την άσκηση αυτών, την ίδια ισχύ με τα διπλώματα, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους που χορηγεί το κράτος αυτό.»
6. Το άρθρο 4 και το άρθρο 6 (αναγνώριση της εκπαιδεύσεως σε ιατρικές ειδικότητες) έχουν ως εξής:
«Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τα διπλώματα, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους ιατρικής ειδικότητας που χορηγούνται στους υπηκόους των κρατών μελών από τα άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με τα άρθρα 24, 25, 26 και 29 και που απαριθμούνται στο άρθρο 5, προσδίδοντάς τους στο έδαφός του την ίδια ισχύ με τα διπλώματα, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους που χορηγεί το κράτος αυτό.»
«Κάθε κράτος μέλος, το οποίο έχει επί του θέματος νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, αναγνωρίζει τα διπλώματα, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους ιατρικής ειδικότητας που χορηγούνται στους υπηκόους των κρατών μελών από τα άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με τα άρθρα 24, 25, 27 και 29 και που απαριθμούνται στο άρθρο 7, προσδίδοντάς τους στο έδαφός του την ίδια ισχύ με τα διπλώματα, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους που χορηγεί το κράτος αυτό.»
7. Το άρθρο 8 έχει ως εξής:
«1. Κάθε κράτος μέλος υποδοχής δύναται να απαιτήσει από τους υπηκόους των κρατών μελών, οι οποίοι επιθυμούν να λάβουν ένα από τα διπλώματα, πιστοποιητικά ή άλλους τίτλους ιατρικής ειδικότητας που δεν αναφέρονται στα άρθρα 4 και 6 ή που, αν και αναφέρονται στο άρθρο 6, δεν χορηγούνται στο κράτος μέλος καταγωγής ή προελεύσεως, να εκπληρώσουν τις προϋποθέσεις εκπαιδεύσεως που προβλέπονται εν προκειμένω από τις δικές του νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις.
2. Το κράτος μέλος υποδοχής λαμβάνει υπόψη, εν όλω ή εν μέρει, τις περιόδους εκπαιδεύσεως, οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί από τους αναφερομένους στην παράγραφο 1 υπηκόους και πιστοποιούνται με δίπλωμα, πιστοποιητικό ή άλλο τίτλο εκπαιδεύσεως χορηγούμενο από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής ή προελεύσεως, εφόσον οι εν λόγω περίοδοι αντιστοιχούν σ' εκείνες που απαιτούνται στο κράτος μέλος υποδοχής για τη σχετική ειδίκευση.
3. Οι αρμόδιες αρχές ή οργανισμοί του κράτους μέλους υποδοχής, αφού εξακριβώσουν το περιεχόμενο και τη διάρκεια της ειδικεύσεως του ενδιαφερομένου βάσει των υποβαλλομένων διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων, τον πληροφορούν για τη διάρκεια της συμπληρωματικής εκπαιδεύσεως, καθώς και για τους τομείς που περιλαμβάνει η εν λόγω εκπαίδευση.»
8. To άρθρο 18 έχει ως εξής:
«Όταν, σε κράτος μέλος υποδοχής, η ρύθμιση με ασφαλιστικούς οργανισμούς των λογαριασμών που αναφέρονται σε παρεχόμενες υπηρεσίες υπέρ των κοινωνικά ασφαλισμένων, προϋποθέτει εγγραφή σε οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως δημοσίου δικαίου, το εν λόγω κράτος μέλος, σε περίπτωση παροχής υπηρεσιών που συνεπάγονται μετακίνηση του δικαιούχου, απαλλάσσει της υποχρεώσεως αυτής τους υπηκόους των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος.
Ωστόσο, ο δικαιούχος ενημερώνει προηγουμένως ή, σε επείγουσες περιπτώσεις, μεταγενεστέρως, τον εν λόγω οργανισμό περί της παροχής των υπηρεσιών του.»
B - Το εθνικό δίκαιο
9. Το άρθρο 12a Real Decreto 1691/1989 (στο εξής: άρθρο 12a του βασιλικού διατάγματος) ρυθμίζει τις απαιτήσεις για την απόκτηση ισπανικών τίτλων ιατρικής ειδικότητας από πρόσωπα που έχουν ήδη αποκτήσει τίτλους για περιόδους εκπαιδεύσεως σε ιατρική ειδικότητα σε άλλα κράτη μέλη.
10. Το παράρτημα ΙΙ του άρθρου 12a του βασιλικού διατάγματος περιέχει καταλόγους τίτλων ιατρικής ειδικότητας, που αναγνωρίζονται στην Ισπανία σύμφωνα με τα 4 και 6 της οδηγίας 93/16. Για όλους τους τίτλους ιατρικής ειδικότητας που δεν περιέχονται στο παράρτημα αυτό, το άρθρο 12a, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος ορίζει ότι οι περίοδοι εκπαιδεύσεως σε ιατρικές ειδικότητες που πραγματοποιήθηκαν στο κράτος προελεύσεως αξιολογούνται με καθορισμένα κριτήρια όσον αφορά την αντιστοιχία τους με τους ισπανικούς τίτλους ιατρικής ειδικότητας και γνωστοποιείται, ενδεχομένως, στους διακινούμενους ιατρούς με τίτλο ειδικότητας ότι θα πρέπει να πραγματοποιηθεί συμπληρωματική εκπαίδευση καθώς και το περιεχόμενο και η διάρκεια της εκπαιδεύσεως αυτής.
11. Το άρθρο 12a, παράγραφος 3, του βασιλικού διατάγματος καθορίζει ότι η συμπληρωματική εκπαίδευση θα πρέπει να γίνει στο πλαίσιο θέσεων εκπαιδεύσεως σε αναγνωρισμένα ιδρύματα της εκάστοτε ειδικότητας. Οι διακινούμενοι ιατροί με τίτλο ειδικότητας πρέπει να υποβάλουν υποψηφιότητα γι' αυτές τις θέσεις εκπαιδεύσεως και να υποβληθούν, υπό τους ίδιους όρους με τους λοιπούς υποψήφιους για θέση εκπαιδεύσεως ιατρικής ειδικότητας, σε διαδικασία κατανομής των θέσεων αυτών.
12. Η διαδικασία κατανομής ρυθμίζεται στο Real Decreto 127/1984. Η διαδικασία αυτή συνίσταται, κατά κύριο λόγο, στην αξιολόγηση των αποτελεσμάτων που πέτυχε ο υποψήφιος κατά τη βασική ιατρική εκπαίδευση καθώς και στη συμμετοχή σε ένα τεστ πολλαπλών επιλογών (multiple-choice). Η διαδικασία κατανομής των θέσεων ονομάζεται, σύμφωνα με τη συνηθισμένη στην Ισπανία ορολογία (Medico Interno Residente), «Μ.Ι.R.» (στο εξής: ΜIR).
13. Η συμμμετοχή στο MIR δεν απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 12a, παράγραφος 4, του βασιλικού διατάγματος, όταν ο διακινούμενος ιατρός με τίτλο ειδικότητας υποβλήθηκε πριν ολοκληρώσει τις περιόδους εκπαιδεύσεως για ιατρική ειδικότητα στο κράτος προελεύσεως σε εθνική διαδικασία επιλογής. Στις περιπτώσεις αυτές η ολοκλήρωση της συμπληρωματικής εκπαιδεύσεως πραγματοποιείται σε ειδική θέση εκπαιδεύσεως για ιατρική ειδικότητα, που απονέμεται στον διακινούμενο ιατρό με τίτλο ειδικότητας από την αρμόδια ισπανική αρχή.
14. Σύμφωνα με το Real Decreto 63/1995, η καταβολή της αμοιβής για ιατρικές παροχές αναλαμβάνεται από το εθνικό σύστημα υγείας (Sistema Nacional de Salud) καταρχήν μόνον όταν ο ασφαλισμένος δέχτηκε τις υπηρεσίες αυτές από ιατρούς ή σε ιατρικά κέντρα που ανήκουν στο εθνικό σύστημα υγείας. Η ρύθμιση αυτή δεν θίγει αντίθετες «διεθνείς συμβάσεις».
15. Εξαίρεση από τη ρύθμιση προβλέπεται για επείγουσες περιπτώσεις. Οι αμοιβές για παροχές ιατρικών υπηρεσιών, που λαμβάνουν χώρα εκτός του εθνικού συστήματος υγείας, καταβάλλονται από το εθνικό σύστημα υγείας εφόσον μπορεί να αποδειχτεί ότι δεν ήταν δυνατή η έγκαιρη παροχή των εν λόγω υπηρεσιών από ιατρούς ή σε ιατρικά κέντρα ανήκοντα στο σύστημα αυτό και ότι δεν πρόκειται για καταστρατήγηση της εξαιρετικής ρυθμίσεως.
ΙΙΙ - ροκαταρκτική διαδικασία
16. Τα κρίσιμα στην παρούσα διαδικασία άρθρα 8 και 18 της οδηγίας 93/16 αντιστοιχούν κατά λέξη στο άρθρο 8 και στο άρθρο 17, αντιστοίχως, της οδηγίας 75/362/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων ιατρικής και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (στο εξής: οδηγία 75/362) , που καταργήθηκε με την οδηγία 93/16. Σύμφωνα με το άρθρο 44 σε συνδυασμό με το παράρτημα ΙΙΙ, τμήμα A και τμήμα B, καθώς και με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος IV, τα άρθρα 8 και 18 της οδηγίας 93/16 έπρεπε καταρχήν να μεταφερθούν στο εσωτερικό δίκαιο εντός των προθεσμιών που προέκυπταν από την οδηγία 75/362 για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των άρθρων 8 και 17. Για το Βασίλειο της Ισπανίας ίσχυε ιδιαίτερη προθεσμία λόγω της μεταγενέστερης προσχωρήσεώς του στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και, σύμφωνα με την υποσημείωση (*) στο παράρτημα ΙΙΙ, τμήμα B, οι απαραίτητες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις όφειλαν να εκδοθούν μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1986.
17. Η Επιτροπή ήδη το 1990, υπό την ισχύ ακόμη της οδηγίας 75/362, κίνησε προκαταρκτική διαδικασία κατά του Βασιλείου της Ισπανίας, στο πλαίσιο της οποίας η Ισπανική Κυβέρνηση προσέθεσε το 1995 το σημερινό άρθρο 12a στο βασιλικό διάταγμα.
18. Δεδομένου όμως ότι η Επιτροπή συνέχισε να έχει την άποψη ότι η οδηγία 75/362, και, μετά την κατάργησή της, η οδηγία 93/16, δεν μεταφέρθηκαν προσηκόντως στο ισπανικό δίκαιο, προχώρησε τη διαδικασία λόγω παραβιάσεως της Συνθήκης. Αφού η Επιτροπή κάλεσε το Βασίλειο της Ισπανίας, με «συμπληρωματικό έγγραφο οχλήσεως», να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του, του κοινοποίησε την από 10 Αυγούστου 1998, «συμπληρωματική» αιτιολογημένη γνώμη καλώντας το να λάβει, εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεως τα απαραίτητα μέτρα. Η Ισπανική Κυβέρνηση απάντησε με έγγραφο της 23ης Νοεμβρίου 1998. Δεδομένου ότι ούτε το έγγραφο αυτό διέλυσε τις ανησυχίες της Επιτροπής, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή, η οποία πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Ιουνίου 1999.
19. Με την προσφυγή της η Επιτροπή ζητεί
1) να διαπιστωθεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας,
- παραλείποντας να μεταφέρει προσηκόντως στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 8 της οδηγίας 93/16 και
- παραλείποντας να μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 18 της οδηγίας 93/16,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 93/16·
2) να καταδικαστεί το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
IV - Εξέταση των λόγων προσφυγής που προβάλλει η Επιτροπή
A - ρώτος λόγος προσφυγής: μη προσήκουσα μεταφορά του άρθρου 8 της οδηγίας 93/16 στο εσωτερικό δίκαιο
1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
20. Με τον πρώτο λόγο προσφυγής η Επιτροπή διατυπώνει κατά του Βασιλείου της Ισπανίας την αιτίαση ότι το άρθρο 12a του βασιλικού διατάγματος δεν αποτελεί προσήκουσα μεταφορά του άρθρου 8 της οδηγίας 93/16, στο εσωτερικό δίκαιο, διότι για την πρόσβαση στην εκπαίδευση για ιατρικές ειδικότητες απαιτείται η επιτυχής συμμετοχή στη διαδικασία MIR ακόμη και για διακινούμενους ιατρούς με τίτλο ειδικότητας, οι οποίοι όμως χρειάζονται τις θέσεις εκπαιδεύσεως μόνον για την ολοκλήρωση της συμπληρωματικής εκπαιδεύσεως κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 93/16.
21. Κατ' αρχάς η υποχρέωση συμμετοχής τους στη διαδικασία MIR είναι αντίθετη προς την οδηγία 93/16, διότι, σύμφωνα με την άποψη που εκφράζει η οδηγία, δεν χωρεί καταρχήν άρνηση αναγνωρίσεως της εκπαιδεύσεως σε ιατρικές ειδικότητες από άλλα κράτη μέλη. Αυτό προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Βλασσοπούλου . Το άρθρο 8 της οδηγίας 93/16, σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα του, προϋποθέτει ότι οι διακινούμενοι ιατροί με τίτλο ειδικότητας έχουν δικαίωμα για ολοκλήρωση της συμπληρωματικής εκπαιδεύσεως.
22. Η διαδικασία MIR αποτελεί πρόσθετη εξέταση, που είναι απαράδεκτη, διότι το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/16 επιτρέπει στο κράτος υποδοχής μόνον την αξιολογήση της ειδικεύσεως στο κράτος προελεύσεως βάσει των τίτλων καθώς και την, βάσει της αξιολογήσεως αυτής, απαραίτητη ενδεχομένως επιβολή συμπληρωματικής εκπαιδεύσεως, όχι όμως τον έλεγχο των ατομικών ειδικών γνώσεων.
23. Στον ισχυρισμό της Ισπανικής Κυβερνήσεως, σύμφωνα με τον οποίο στην Ισπανία διατίθεται ετησίως μόνον περιορισμένος αριθμός θέσεων εκπαιδεύσεως σε ιατρικές ειδικότητες για δημοσιονομικούς λόγους, η Επιτροπή αντιτάσσει κατ' ουσίαν ότι κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου οι δημοσιονομικοί λόγοι δεν απαλλάσσουν από την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο.
24. Όσον αφορά το επιχείρημα που προβάλλει η Ισπανική Κυβέρνηση, ότι η υποβολή των διακινούμενων ιατρών με τίτλο ειδικότητας στη διαδικασία MIR αποσκοπεί στον αποκλεισμό καταστρατηγήσεων, η Επιτροπή αμφισβητεί το κατά πόσον η διαδικασία του άρθρου 8 της οδηγίας 93/16 προσφέρεται για καταστρατηγήσεις. Επισημαίνει κατ' αρχάς ότι η πρόσβαση στη συμπληρωματική εκπαίδευση, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, πρέπει να επιφυλάσσεται μόνον σε όσους έχουν ολοκληρώσει πλήρη εκπαίδευση σε ιατρική ειδικότητα σύμφωνα με τις διατάξεις του κράτους προελεύσεως. Η Επιτροπή επικαλείται περαιτέρω την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τις δυνατότητες και τα όρια αποφυγής καταστρατηγήσεων του εθνικού δικαίου με τη βοήθεια του κοινοτικού δικαίου.
25. Η Επιτροπή στρέφεται και κατά της διαμορφώσεως του ΜIR. Υποστηρίζει ότι η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων σπουδών, όσον αφορά τις βασικές σπουδές, πραγματοποιείται βάσει του ισπανικού προγράμματος σπουδών, με αποτέλεσμα να βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση οι υποψήφιοι που πραγματοποίησαν τη βασική ιατρική εκπαίδευση σε άλλα κράτη μέλη. Εκτός αυτού, το περιεχόμενο του multiple-choice-τεστ, στο οποίο πρέπει να υποβληθούν οι διακινούμενου ιατροί με τίτλο ειδικότητας στο πλαίσιο του MIR, αντιστοιχεί σε εξέταση που αφορά το περιεχόμενο της βασικής ιατρικής εκπαιδεύσεως. Αυτό είναι απαράδεκτο, δεδομένου ότι η οδηγία 93/16 επιτάσσει την αυτόματη αναγνώριση της βασικής ιατρικής εκπαιδεύσεως. Σε κάθε περίπτωση η υποβολή των διακινούμενων ιατρών με τίτλο ειδικότητας και των ιατρών που έχουν ολοκληρώσει μόνον βασική ιατρική εκπαίδευση στο ίδιο τεστ είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας .
26. Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αντίθεση των ισπανικών διατάξεων προς την οδηγία 93/16 δεν αίρεται ούτε με την εξαιρετική ρύθμιση του άρθρου 12a, παράγραφος 4, του βασιλικού διατάγματος, σύμφωνα με την οποία δεν απαιτείται η συμμετοχή στο MIR όταν ο διακινούμενος ιατρός με τίτλο ειδικότητας υποβλήθηκε στο κράτος προελεύσεως σε διαδικασία επιλογής πριν αποκτήσει πρόσβαση στην εκπαίδευση για ιατρική ειδικότητα. Οι διακινούμενοι ιατροί με τίτλο ειδικότητας, που ολοκλήρωσαν την ειδίκευσή τους στο κράτος προελεύσεως χωρίς περιορισμούς ως προς την πρόσβαση στην ειδίκευση, εξακολουθούν πράγματι να πρέπει να υποβάλλονται στη διαδικασία MIR. Σ' αυτό δεν μπορεί να αντιταχθεί ότι οι ισπανικές αρχές ερμηνεύουν πολύ ευρέως το άρθρο 12a, παράγραφος 4, του βασιλικού διατάγματος στην πράξη και συνεπώς η πλειοψηφία των διακινούμενων ιατρών με τίτλο ειδικότητας επωφελούνται της εξαιρετικής ρυθμίσεως, διότι το Δικαστήριο, κατά πάγια νομολογία, δέχεται ότι μια σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο διοικητική πρακτική δεν αίρει την αντίθεση προς το κοινοτικό δίκαιο εθνικών διατάξεων αναγκαστικού χαρακτήρα.
27. Η Επιτροπή, τέλος, προβάλλει την αιτίαση ότι ακόμη και σε περίπτωση «επιτυχίας» στη διαδικασία MIR δεν εξασφαλίζεται στον διακινούμενο ιατρό με τίτλο ειδικότητας η απαραίτητη θέση εκπαιδεύσεως σε ιατρική ειδικότητα για τη συμπληρωματική εκπαίδευση.
28. Η Ισπανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι ούτε ο περιορισμός των θέσεων εκπαιδεύσεως για ιατρική ειδικότητα, ούτε η ίδια η διαδικασία κατανομής των θέσεων αυτών (MIR), ούτε και η κατά περιεχόμενο διαμόρφωση της διαδικασίας αυτής αντίκεινται στο κοινοτικό δίκαιο.
29. Όσον αφορά τον περιορισμό των θέσεων εκπαιδεύσεως για ιατρική ειδικότητα υποστηρίζει ότι το άρθρο 8 της οδηγίας 93/16 εξασφαλίζει στους διακινούμενους ιατρούς με τίτλο ειδικότητας μόνον αξίωση για αξιολόγηση των περιόδων εκπαιδεύσεως σε ιατρική ειδικότητα που πραγματοποίησαν εκτός Ισπανίας και καθορισμό του περιεχομένου και της διάρκειας της ενδεχομένως απαραίτητης συμπληρωματικής εκπαιδεύσεως. Η οδηγία όμως δεν απαιτεί από τα κράτη μέλη να διαθέτουν προς το σκοπό αυτό θέσεις εκπαιδεύσεως απεριόριστα ή χωρίς εφαρμογή των εθνικών διαδικασιών κατανομής των θέσεων αυτών.
30. Ο περιορισμός των θέσεων εκπαιδεύσεως εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον και, συνεπώς, δεν είναι αντίθετος προς το κοινοτικό δίκαιο. ρώτον, υπάρχουν δημοσιονομικοί λόγοι, οι οποίοι οφείλονται μεταξύ άλλων στο γεγονός ότι, σύμφωνα με απόφαση του Δικαστηρίου, οι δραστηριότητες στο πλαίσιο της ειδικεύσεως των ιατρών πρέπει να αμείβονται δεόντως . Δεύτερον, υπάρχει ήδη μεγάλη υπερπροσφορά ειδικευμένων ιατρών· το Βασίλειο της Ισπανίας διαθέτει το υψηλότερο ποσοστό ιατρών απ' όλα τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως .
31. Το MIR αποτελεί καθαρή διαδικασία κατανομής των περιορισμένων θέσεων εκπαιδεύσεως και όχι εξέταση καταλληλότητας ή προσβάσεως στις θέσεις αυτές. Κατά συνέπεια, η υποχρέωση συμμετοχής των διακινούμενων ιατρών με τίτλο ειδικότητας δεν αποτελεί μη καλυπτόμενη από το άρθρο 8 της οδηγίας 93/16 πρόσθετη ειδική εξέταση. Βέβαια στο πλαίσιο του multiple-choice-τεστ τίθενται ερωτήσεις από τομείς που αποτελούν επίσης αντικείμενο της βασικής ιατρικής εκπαιδεύσεως. Η Ισπανική Κυβέρνηση όμως στηρίζεται, ως προς το ζήτημα αυτό, στη διάκριση μεταξύ «εξετάσεως» και «διαδικασίας κατανομής θέσεων». «Εξέταση» υπάρχει όταν η αποδοχή στην εκπαίδευση για ιατρική ειδικότητα εξαρτάται από την επιτυχία σε ένα τεστ, υπό την έννοια ότι κάθε υποψήφιος που επιτυγχάνει στο τεστ μπορεί να έχει και αξίωση για εκπαίδευση. Αντίθετα, στην περίπτωση «διαδικασίας κατανομής θέσεων», η κατανομή των θέσεων εκπαιδεύσεως για ιατρικές ειδικότητες λαμβάνει χώρα ανεξάρτητα από την ατομική απόδοση υπό την έννοια της επιτυχίας στο τεστ. Εφόσον συνεπώς, ο εκάστοτε ετησίως διαθέσιμος αριθμός θέσεων κατανέμεται στους εκάστοτε πρώτους στην κατάταξη ανεξάρτητα από την επιτυχία ή μη επιτυχία στο τεστ, δεν πρόκειται για εξέταση αλλά - όπως ακριβώς στην περίπτωση του MIR - για «διαδικασία κατανομής θέσεων».
32. Στην περίπτωση ειδικοτήτων με ιδιαίτερη ζήτηση και η κατανομή ειδικών θέσεων εκπαιδεύσεως πραγματοποιείται με τον τρόπο αυτό μεταξύ των εκάστοτε αρίστων του έτους σύμφωνα με την κατάταξη στα αποτελέσματα του MIR.
33. Η υποχρεωτική συμμετοχή των διακινούμενων ιατρών με τίτλο ειδικότητας στο MIR είναι, κατά την άποψη της Ισπανικής Κυβερνήσεως, αναπόφευκτη, διότι μόνον έτσι μπορεί να αποφευχθεί η καταστρατήγηση του κοινοτικού δικαίου από υποψήφιους που πραγματοποίησαν τη βασική ιατρική τους εκπαίδευση στην Ισπανία. Η Ισπανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι το άρθρο 8 της οδηγίας 93/16 εφαρμόζεται ακόμη και όταν προσκομίζονται από ένα κράτος μέλος τίτλοι για περιόδους ιατρικής ειδικεύσεως, που μόνοι τους δεν αποδεικνύουν ακόμη ολοκληρωμένη εκπαίδευση σε ιατρική ειδικότητα στο κράτος προελεύσεως. Αν υιοθετηθεί η άποψη της Επιτροπής, ιατροί με βασική ιατρική εκπαίδευση στην Ισπανία θα μπορούσαν, κατά την άποψη της Ισπανικής Κυβερνήσεως, υπό προϋποθέσεις να πραγματοποιήσουν σε άλλα κράτη μέλη μικρά τμήματα περιόδων ιατρικής ειδικεύσεως μόνο και μόνο για να αποκτήσουν πρόσβαση, μέσω του δρόμου που τους ανοίγει, προφανώς, το άρθρο 8, σε ισπανική θέση εκπαιδεύσεως για ιατρική ειδικότητα, καταστρατηγώντας το MIR .
34. Κατά την άποψη της Ισπανικής Κυβερνήσεως ούτε το περιεχόμενο του MIR μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αιτιάσεων. Η κατανομή των θέσεων εκπαιδεύσεως με τη βοήθεια του MIR δεν δημιουργεί δυσμενείς διακρίσεις, διότι είναι ίδια για όλους τους υποψηφίους. Ακόμη και οι υποψήφιοι με ήδη ολοκληρωμένη εκπαίδευση σε ιατρική ειδικότητα στην Ισπανία θα έπρεπε, ακόμη και αν έχουν πολύχρονη επαγγελματική πείρα, να υποβληθούν στο MIR, αν ήθελαν να πραγματοποιήσουν περαιτέρω εκπαίδευση σε ιατρική ειδικότητα.
35. Η επιλογή μεταξύ των υποψηφίων για θέσεις εκπαιδεύσεως σε ιατρική ειδικότητα πραγματοποιείται βάσει της καταλληλότητας και των ικανοτήτων τους. Αυτές διαπιστώνονται με τα αποτελέσματα στη βασική ιατρική εκπαίδευση, που αξιολογούνται βάσει ενός τυποποιημένου μέτρου, και με την ανάδειξη των εκάστοτε συνολικά πρώτων επιτυχόντων του multiple-choice-τεστ. Ο προσανατολισμός στο επίπεδο των ατομικών ειδικών ιατρικών γνώσεων εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον για την ύπαρξη άξιων ειδικών ιατρών και αποτελεί, όσον αφορά την ποιότητα του συστήματος υγείας, το αντικειμενικότερο από όλα τα κριτήρια κατανομής.
36. Τέλος, το βασιλικό διάταγμα θεσπίζει, κατά την άποψη της Ισπανικής Κυβερνήσεως, λαμβάνοντας, με το άρθρο 12a, παράγραφος 4, υπόψη διαδικασίες επιλογής που απαιτήθηκαν ενδεχομένως στο κράτος προελεύσεως πριν την πραγματοποίηση στο κράτος αυτό των περιόδων εκπαιδεύσεως σε ιατρική ειδικότητα, μία εξαιρετική ρύθμιση, που εξασφαλίζει τη συμφωνία της συνολικής ρυθμίσεως του άρθρου 12a με το κοινοτικό δίκαιο. Στην πράξη γίνεται ευρέως χρήση της εξαιρέσεως αυτής. Δεδομένου ότι στην πλειοψηφία των κρατών μελών υπάρχουν κάποιας μορφής περιορισμοί προσβάσεως στην εκπαίδευση για ιατρικές ειδικότητες (είτε με τη μορφή συνεντεύξεων επιλογής είτε τυπικών τεστ επιλογής), μέχρι τώρα όλοι οι διακινούμενοι ιατροί με τίτλο ειδικότητας έλαβαν, σύμφωνα με τους ισπανικούς ισχυρισμούς, θέση εκπαιδεύσεως για την ολοκλήρωση της συμπληρωματικής εκπαιδεύσεως χωρίς να συμμετάσχουν στο MIR.
2. Αξιολόγηση
37. Η αιτίαση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία το Βασίλειο της Ισπανίας δεν μετέφερε προσηκόντως στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 8 της οδηγίας 93/16, περιλαμβάνει δύο σημεία κριτικής. Αφενός η Επιτροπή αιτιάται γενικώς το γεγονός ότι απαιτείται δεσμευτική συμμετοχή στο MIR και από τους διακινούμενους ιατρούς με τίτλο ειδικότητας. Αφετέρου αιτιάται το περιεχόμενο του MIR, ιδίως για το λόγο ότι, κατά την άποψή της, καθοριστικό κριτήριο αποτελεί το επίπεδο των ατομικών ιατρικών βασικών γνώσεων.
α) Ως προς την υποχρέωση συμμετοχής στο MIR των διακινούμενων ιατρών με τίτλο ειδικότητας
38. Η από πλευράς κοινοτικού δικαίου κρίση όσον αφορά τις σχετικές ισπανικές διατάξεις εξαρτάται κατ' ουσίαν από τον σκοπό της προσβαλλομένης ρυθμίσεως. Επιτρέπονται συνεπώς, στη συνέχεια, ορισμένες γενικές σκέψεις ως προς το ζήτημα αυτό.
- Γενικές σκέψεις
39. Με την καθιέρωση του MIR το Βασίλειο της Ισπανίας θέσπισε αναμφισβήτητα έναν περιορισμό όσον αφορά την πρόσβαση στην εκπαίδευση για ιατρικές ειδικότητες. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ισπανικής Κυβερνήσεως, ο περιορισμός αυτός αποσκοπεί σε σημαντικό βαθμό στη ρύθμιση της αγοράς των δραστηριοτήτων στον τομέα των ιατρικών ειδικοτήτων.
40. Οι ρυθμίσεις αγοράς βάσει κρατικών νομοθετικών διατάξεων στηρίζονται καταρχήν σε κοινωνικοπολιτικούς ή οικονομικούς λόγους. Ως προς αυτό αποφασίζουν καταρχήν μόνα τους τα κράτη μέλη. Κατά την επιλογή όμως της μορφής της ρυθμίσεως της αγοράς δεσμεύονται συχνά από επιταγές του παράγωγου κοινοτικού δικαίου. ρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ διαφόρων μορφών ρυθμίσεως αγοράς.
41. Για τους μισθωτούς και μη μισθωτούς εργαζόμενους - όπως είναι οι ιατροί με τίτλο ειδικότητας - υπάρχουν ρυθμίσεις αγοράς που ρυθμίζουν τις δραστηριότητές τους και ρυθμίσεις αγοράς που ενεργούν προηγουμένως, καθορίζοντας την πρόσβαση στην αγορά, βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων. Όσον αφορά τις ρυθμίσεις αγοράς που ρυθμίζουν την πρόσβαση, μπορεί πάλι να γίνει διάκριση μεταξύ ποσοτικών περιορισμών προσβάσεως στην αγορά (παραδείγματος χάριν, άδειες ή ρυθμίσεις ποσοστών) και ποιοτικών περιορισμών προσβάσεως στην αγορά.
42. Οι ποιοτικοί περιορισμοί προσβάσεως στην αγορά επιδιώκουν διάφορους σκοπούς. ριν απ' όλα ανήκουν εδώ οι απαιτήσεις για την ύπαρξη ελάχιστων ειδικών προσόντων των συμμετεχόντων στην αγορά· και ακριβώς τα ελάχιστα ειδικά προσόντα είναι που μπορούν - όπως αποδεικνύει σε μεγάλο βαθμό η πλούσια νομολογία του Δικαστηρίου στο ζήτημα αυτό - να χρησιμεύσουν στα κράτη μέλη για να επιτρέψουν μόνον υπό δυσχερέστερες προϋποθέσεις την πρόσβαση στην αγορά προσφερόντων από άλλα κράτη μέλη ή να τους αποκλείσουν εντελώς από την αγορά. Μια περαιτέρω, στο πλαίσιο αυτό, τυπική μορφή των ποιοτικών περιορισμών προσβάσεως στην αγορά είναι η απαίτηση αποδείξεων σχετικά με την επαγγελματική «αξιοπιστία». έραν αυτών είναι νοητές και άλλες μορφές ποιοτικών περιορισμών προσβάσεως στην αγορά, όπως απαιτήσεις για μία ελάχιστη οικονομική επιφάνεια του συμμετέχοντος στην αγορά κ.λπ.
43. Οι καλούμενες «οδηγίες αναγνωρίσεως (διπλωμάτων)» της Κοινότητας πρέπει να ρυθμίζουν εναρμονισμένα τις εξουσίες των κρατών μελών σχετικά με το κατά πόσον και σε ποιο βαθμό μπορούν να χρησιμοποιούν ορισμένες μορφές των ποιοτικών περιορισμών προσβάσεως στην αγορά (ελάχιστα ειδικά προσόντα, εν μέρει και επαγγελματική αξιοπιστία) για μελλοντικούς συμμετέχοντες στην αγορά από άλλα κράτη μέλη.
44. Η οδηγία 93/16 είναι μια τέτοια «οδηγία αναγνωρίσεως διπλωμάτων». Τα άρθρα 11 επ., της οδηγίας 93/16 περιέχουν ρυθμίσεις ενός ορισμένου είδους ποιοτικών περιορισμών προσβάσεως στην αγορά για ιατρούς με τίτλο ειδικότητας από άλλα κράτη μέλη, όπως παραδείγματος χάριν σχετικά με τα έγγραφα για την επαγγελματική αξιοπιστία και τη σωματική και ψυχική υγεία. Στα άρθρα 4 έως 8 η οδηγία περιέχει ρυθμίσεις άλλου είδους, για ποιοτικούς περιορισμούς προσβάσεως στην αγορά συγκεκριμένα για τις ελάχιστες ειδικές απαιτήσεις για τους ιατρούς με τίτλο ειδικότητας από άλλα κράτη μέλη.
45. Για τη ρύθμιση των εξουσιών των κρατών μελών όσον αφορά το τελευταίο είδος των ποιοτικών περιορισμών προσβάσεως στην αγορά (ελάχιστες ειδικές απαιτήσεις για τους ιατρούς) η οδηγία ακολουθεί το ακόλουθο σύστημα: καθιερώνει κατ' αρχάς μία γενική αμοιβαία υποχρέωση αναγνωρίσεως της βασικής ιατρικής εκπαιδεύσεως (άρθρο 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 3). Όσον αφορά την εκπαίδευση για ιατρικές ειδικότητες η οδηγία περιέχει διαφοροποιημένη ρύθμιση ανάλογα με τις ειδικεύσεις. Κατ' αρχάς υπάρχει ένας κατάλογος των ειδικεύσεων που είναι κοινές σε όλα τα κράτη μέλη, πράγμα που σημαίνει ότι αναγνωρίζονται αμοιβαία άνευ ετέρου (άρθρα 4 και 5). Ακολουθεί κατάλογος των ειδικεύσεων που δεν υφίστανται σε όλα τα κράτη μέλη. Αυτές αναγνωρίζονται συνεπώς αμοιβαία μόνον από τα κράτη μέλη που αναφέρονται ρητώς στον κατάλογο αυτό κάτω από την εκάστοτε ειδίκευση (άρθρα 6 και 7). Στους προαναφερθέντες καταλόγους περιέχεται συνολικά η πλειοψηφία όλων των ειδικεύσεων που αναγνωρίζονται στα κράτη μέλη.
46. Το άρθρο 8 της οδηγίας 93/16 καλύπτει τις υπόλοιπες ειδικεύσεις, δηλαδή εκείνες που υφίστανται στο κράτος υποδοχής και ενδεχομένως και σε άλλα κράτη μέλη, όχι όμως στο κράτος προελεύσεως του διακινούμενου ιατρού με τίτλο ειδικότητας. Οι παράγραφοι 2 και 3 επιτρέπουν στις περιπτώσεις αυτές στο κράτος υποδοχής να εξαρτά την πρόσβαση στην άσκηση του επαγγέλματος του ειδικού ιατρού από την προϋπόθεση ολοκληρώσεως μιας «συμπληρωματικής εκπαιδεύσεως». Το περιεχόμενο και η διάρκεια της εκπαιδεύσεως αυτής καθορίζονται βέβαια από το κράτος υποδοχής, αυτό όμως πρέπει να «αναγνωρίσει» όλες τις κρίσιμες περιόδους εκπαιδεύσεως σε ιατρική ειδικότητα που πραγματοποιήθηκαν στο κράτος προελεύσεως.
47. Με αφετηρία τη διάκριση μεταξύ ποσοτικών και ποιοτικών περιορισμών προσβάσεως στην αγορά καθώς και τη διαφοροποίηση μεταξύ των ποιοτικών περιορισμών προσβάσεως στην αγορά πρέπει στη συνέχεια να αναλυθεί το περιεχόμενο του άρθρου 8 της οδηγίας 93/16 και να εξεταστεί κατά πόσον η υποχρέωση συμμετοχής στο MIR των διακινούμενων ιατρών με τίτλο ειδικότητας εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής αυτής της διατάξεως της οδηγίας.
- Ως προς τη συμφωνία του άρθρου 12a, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος με το άρθρο 8 της οδηγίας 93/16
48. Όσον αφορά την αιτίαση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία το Βασίλειο της Ισπανίας δεν μετέφερε προσηκόντως το άρθρο 8 της οδηγίας 93/16 στο εσωτερικό δίκαιο, πρέπει κατ' αρχάς να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 12a, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος, όσον αφορά την ανάγκη και το περιεχόμενο της «συμπληρωματικής εκπαιδεύσεως» των διακινουμένων ιατρών με τίτλο ειδικότητας, αποτελεί κατ' ουσίαν επανάληψη των στοιχείων του πραγματικού του άρθρου 8, παράγραφοι 2 και 3 της οδηγίας 93/16. Στο μέτρο αυτό δεν φαίνεται να μπορούν να διατυπωθούν αιτιάσεις κατά του περιεχομένου της διατάξεως.
49. Είναι λυσιτελής συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση η επίκληση, εκ μέρους της Επιτροπής, της υποχρεώσεως των κρατών μελών, που διαπίστωσε το Δικαστήριο στη θεμελιώδη απόφαση επί της υποθέσεως Βλασσοπούλου , να αναγνωρίζουν γενικά όλες τις γνώσεις και τα προσόντα που αποκτήθηκαν σε άλλο κράτος μέλος. Το Βασίλειο της Ισπανίας λαμβάνει υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 12a, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος, την έκταση και το περιεχόμενο της εκπαιδεύσεως για ιατρική ειδικότητα που έλαβε χώρα σε άλλα κράτη μέλη, εφόσον και στο μέτρο που αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση στην Ισπανία για την απαραίτητη εκπαίδευση για συγκεκριμένη ειδίκευση.
- Ως προς τη συμφωνία της υπαγωγής των διακινούμενων ιατρών με τίτλο ειδικότητας στο MIR, σύμφωνα με το άρθρο 12a, παράγραφος 3, του βασιλικού διατάγματος, με το άρθρο 8 της οδηγίας 93/16
50. Το άρθρο 12a του βασιλικού διατάγματος περιέχει, στην παράγραφο 3, επιπροσθέτως την υποχρέωση να υποβληθούν οι διακινούμενοι ιατροί με τίτλο ειδικότητος, πριν να πραγματοποιήσουν την «συμπληρωματική εκπαίδευση», στη διαδικασία κατανομής θέσεων του MIR, εάν θέλουν να λάβουν την απαραίτητη για τον σκοπό αυτό θέση εκπαιδεύσεως. Λόγω της υπερπληθώρας υποψηφίων είναι συνεπώς αβέβαιο αν θα αποκτήσουν ποτέ μια τέτοια θέση εκπαιδεύσεως. Η Επιτροπή προφανώς θεωρεί ότι το άρθρο 8 της οδηγίας 93/16 απαιτεί να εξασφαλιστεί στους διακινούμενους ιατρούς με τίτλο ειδικότητας η πρόσβαση σε θέση εκπαιδεύσεως για ιατρική ειδικότητα.
51. Ερωτάται, συνεπώς, αν ρυθμίσεις σχετικά με την πρόσβαση στις θέσεις εκπαιδεύσεως για ιατρική ειδικότητα, που προφανώς αποτελούν (τουλάχιστον και) περιορισμό της προσβάσεως στην αντίστοιχη αγορά, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/16 και επιβάλλονται στα κράτη μέλη σχετικοί περιορισμοί.
52. Υπό το πρίσμα των σκέψεων που προαναφέρθηκαν σχετικά με τις διάφορες μορφές περιορισμών προσβάσεως στην αγορά, πρόκειται, εν προκειμένω, για ποσοτικό περιορισμό προσβάσεως. Ο σκοπός όμως της οδηγίας 93/16 συνίσταται, κατά πρώτο λόγο, στην κατάργηση ή τον περιορισμό ποιοτικών περιορισμών προσβάσεως (ελάχιστα ειδικά προσόντα).
53. ρέπει, κατά συνέπεια, να εξεταστεί αν το άρθρο 8 της οδηγίας 93/16, πέραν της ρυθμίσεως του προαναφερθέντος ποιοτικού περιορισμού προσβάσεως, καλύπτει γενικά όλους τους περιορισμούς προσβάσεως στην αγορά για τους διακινούμενους ιατρούς με τίτλο ειδικότητας και δημιουργεί υποχρέωση για την κατάργησή τους. Με άλλα λόγια ερωτάται: το περιεχόμενο του άρθρου 8 περιορίζεται στην σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο προσαρμογή του - στην πράξη σίγουρα συνηθέστερου για τους διακινούμενους ιατρούς με τίτλο ειδικότητας - ποιοτικού περιορισμού προσβάσεως στην αγορά που αφορά τα «ελάχιστα ειδικά προσόντα»; ή πέραν αυτού περιεχόμενο του άρθρου 8 αποτελεί η απεριόριστη πρόσβαση στην αγορά για τους διακινούμενους γιατρούς με τίτλο ειδικότητας, με αποτέλεσμα να πρέπει να τους εξασφαλιστεί νομική αξίωση σχετικά με την κατανομή θέσεως εκπαιδεύσεως για ιατρική ειδικότητα;
54. Το ερώτημα αυτό μπορεί να απαντηθεί μόνον με την ερμηνεία του άρθρου 8 στο πλαίσιο του συνολικού κειμένου της οδηγίας 93/16.
55. Για τις ειδικεύσεις που απαριθμούνται στα άρθρα 5 και 7 της οδηγίας 93/16, και πρέπει να αναγνωρίζονται άμεσα, τα άρθρα 4 και 6 της οδηγίας 93/16 ορίζουν ότι πρέπει να προσδίδεται στους τίτλους του κράτους προελεύσεως «η ίδια ισχύς» με τους τίτλους του κράτους υποδοχής. Ανεξάρτητα από ενδεχόμενους άλλους ποιοτικούς περιορισμούς προσβάσεως στην αγορά , πλην εκείνου των ελάχιστων ειδικών προσόντων, πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι οι υφιστάμενοι στο κράτος υποδοχής γενικώς ισχύοντες ποσοτικοί περιορισμοί προσβάσεως στην αγορά δεν εμπίπτουν, στο μέτρο αυτό, στην οδηγία 93/16.
56. Εφόσον όμως η οδηγία 93/16 ρυθμίζει, για τον προφανώς μεγαλύτερο αριθμό όλων των ειδικεύσεων, μόνο την «αναγνώριση» υπό την έννοια της καταργήσεως του ειδικού ποιοτικού περιορισμού προσβάσεως στην αγορά, που αφορά «τις ελάχιστες ειδικές απαιτήσεις για ιατρούς με τίτλο ειδικότητας», δύσκολα μπορεί να δικαιολογηθεί για ποιο λόγο θα έπρεπε ειδικώς το άρθρο 8 της οδηγίας, που καλύπτει μόνον ορισμένες ειδικεύσεις, οι οποίες κατά πάσα πιθανότητα υφίστανται μόνον στο κράτος υποδοχής, να περιέχει μία πιο εκτεταμένη απαίτηση καταργήσεως των περιορισμών προσβάσεως στην αγορά, απ' ό,τι άλλες διατάξεις της οδηγίας για τον ρυθμιζόμενο από αυτές μεγαλύτερο αριθμό όλων των ειδικεύσεων που υφίστανται στην Κοινότητα.
57. Αυτή η ερμηνεία του περιεχομένου της ρυθμίσεως της οδηγίας 93/16 στηρίζεται και σε διάφορες αιτιολογικές σκέψεις. Η τρίτη αιτιολογική σκέψη ορίζει ότι η οδηγία οφείλει να «διευκολύνει» την πραγματική άσκηση από τους ιατρούς των θεμελιωδών ελευθεριών. Από περισσότερες αιτιολογικές σκέψεις προκύπτει σαφώς ότι η οδηγία προβλέπει βέβαια διευκολύνσεις, δεν αποσκοπεί όμως στην απεριόριστη πρόσβαση στις εθνικές αγορές όσον αφορά τις ιατρικές δραστηριότητες. Έτσι, ήδη στην τρίτη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ρητώς ότι κρίνεται ενδεδειγμένο να προβλεφθούν «ορισμένες» διευκολυντικές διατάξεις και η δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη «δεν αποκλείει περαιτέρω συντονισμό».
58. ρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι από κανένα σημείο της οδηγίας 93/16 δεν μπορεί, κατά τρόπο μονοσήμαντο και σαφή, να συναχθεί ότι η οδηγία αυτή αποσκοπεί στην εναρμόνιση όλων των δυνατοτήτων και των ορίων της ρυθμίσεως της αγοράς των δραστηριοτήτων που συνδέονται με τις ιατρικές ειδικότητες.
59. Στο μέτρο συνεπώς που με το άρθρο 12a, παράγραφος 3, του βασιλικού διατάγματος θεσπίζεται η δεσμευτική συμμετοχή - και - των διακινούμενων ιατρών με τίτλο ειδικότητας στο MIR ως μέσο για την ποσοτική ρύθμιση της αγοράς, το ρυθμιστικό του περιεχόμενο δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 της οδηγίας 93/16 . Το άρθρο 12a του βασιλικού διατάγματος δεν μπορεί συνεπώς, στο μέτρο που εξαρτά για τους διακινούμενους ιατρούς με τίτλο ειδικότητας την εξασφάλιση θέσεως εκπαιδεύσεως από την αντίστοιχη επιτυχή συμμετοχή σε διαδικασία κατανομής θέσεων, από μόνο του να στοιχειοθετήσει παραβίαση της Συνθήκης εκ μέρους του Βασιλείου της Ισπανίας λόγω αντιθέσεως προς την οδηγία 93/16.
- Ως προς τη συμφωνία της υπαγωγής των διακινούμενων ιατρών με τίτλο ειδικότητας στο MIR με το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας, με την ελευθερία εγκαταστάσεως και το δικαίωμα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών
60. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας έλαβε χώρα ευρεία αντιπαράθεση μεταξύ της Επιτροπής και της Ισπανικής Κυβερνήσεως, ως προς το κατά πόσον η δεσμευτική συμμετοχή των διακινούμενων ιατρών με τίτλο ειδικότητας στο MIR, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των επιδιωκόμενων με αυτή σκοπών (δημοσιονομικοί λόγοι, ποσοτική ρύθμιση της αγοράς των ιατρών με τίτλο ειδικότητας για λόγους πολιτικής της υγείας, αποφυγή καταστρατηγήσεων), συνιστά περιορισμό των θεμελιωδών ελευθεριών [ιδίως της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων καθώς και της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, άρθρα 49, 57 και 66 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως άρθρα 40 ΕΚ, 47 ΕΚ και 55 ΕΚ)], που δεν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο.
61. Με αφετηρία, σύμφωνα με τις προηγούμενες σκέψεις, ότι το άρθρο 8 της οδηγίας 93/16 έχει μόνον συγκεκριμένο πεδίο εφαρμογής (ρύθμιση του ποιοτικού περιορισμού προσβάσεως στην αγορά που αφορά τις «ελάχιστες ειδικές απαιτήσεις για τους ιατρούς με τίτλο ειδικότητας») δεν μπορεί όμως να γίνει δεκτό ότι το περιεχόμενό του ταυτίζεται πλήρως με το πεδίο προστασίας των θεμελιωδών ελευθεριών που προαναφέρθηκαν.
62. Οι αντιρρήσεις της Επιτροπής κατά της εφαρμογής του ποσοτικού περιορισμού προσβάσεως στην αγορά (υποχρεωτική συμμετοχή στο ΜIR) στους διακινούμενους ιατρούς με τίτλο ειδικότητας μπορούν συνεπώς να έχουν μόνο την έννοια ότι με τον τρόπο αυτό η Επιτροπή επικαλείται παραβίαση του πολύ ευρύτερου πεδίου προστασίας των θεμελιωδών ελευθεριών που προαναφέρθηκαν.
63. Στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν μπορεί να εξεταστεί αναλυτικότερα το ζήτημα της συμφωνίας του άρθρου 12a, παράγραφος 3, του βασιλικού διατάγματος με το πρωτογενές δίκαιο, διότι η Επιτροπή στην προσφυγή της περιορίστηκε στη μη προσήκουσα μεταφορά του άρθρου 8 της οδηγίας 93/16 στο εσωτερικό δίκαιο. Το Δικαστήριο, κατά πάγια νομολογία, διευκρίνισε ότι στη διαδικασία λόγω παραβιάσεως της Συνθήκης «η διαφορά πρέπει να περιοριστεί στις συγκεκριμένες αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στα αιτήματα της προσφυγής» .
64. Ο γενικός εισαγγελέας Léger πρόσφατα στις προτάσεις του που αναπτύχθηκαν στις 31 Μα_ου 2001 επί της υποθέσεως C-202/99 δέχτηκε μία εξαίρεση από την αρχή αυτή στην περίπτωση που η Επιτροπή προέβαλε σε όλη τη διαδικασία με ακρίβεια και χωρίς μεταβολές όλες τις νομικές βάσεις (στη συγκεκριμένη περίπτωση: τις διατάξεις μίας οδηγίας), που θεωρεί ότι παραβιάστηκαν, με το ίδιο όμως το αίτημα της προσφυγής ζητεί μόνο τη διαπίστωση της παραβάσεως «της αναφερθείσας οδηγίας». Ο Γενικός Εισαγγελέας θεωρεί ότι το σημείο αναφοράς των συγκεκριμένων διατάξεων στο δικόγραφο της προσφυγής δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικό εν προκειμένω και ότι το ανακριβές αίτημα της προσφυγής αρκεί για την πλήρη εξέταση των διατάξεων.
65. Επ' αυτού πρέπει πάντως να παρατηρηθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά στην υπόθεση C-202/99 ήταν αντίστοιχα με αυτά της προκειμένης περιπτώσεως, στο μέτρο που και εν προκειμένω η Επιτροπή σε ολόκληρη τη διαδικασία, όχι όμως στο αίτημα της προσφυγής, αιτιάται την παράβαση συγκεκριμένων νομικών βάσεων. Η ουσιώδης όμως διαφορά έγκειται στο ότι οι νομικές αυτές βάσεις ήταν εν προκειμένω διατάξεις του πρωτογενούς και του παραγώγου δικαίου και η Επιτροπή σε ολόκληρη τη διαδικασία προφανώς δέχθηκε ως αφετηρία ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 της οδηγίας 93/16 ταυτίζεται, σε μεγαλύτερο βαθμό απ' ό,τι συμβαίνει κατά την άποψή μου, με αυτό των διατάξεων πρωτογενούς δικαίου που επικαλέστηκε. Μόνον έτσι γίνεται κατανοητό, για ποιο λόγο η Επιτροπή περιόρισε το πρώτο τμήμα του αιτήματος της προσφυγής στην παράβαση της διατάξεως παραγώγου δικαίου του άρθρου 8 της οδηγίας 93/16. Αυτή η νομική άποψη όσον αφορά το περιεχόμενο της διατάξεως παραγώγου δικαίου εκδηλώνεται στην προκειμένη περίπτωση προφανώς με τον αντίστοιχο περιορισμό της αιτιάσεως στο αίτημα της προσφυγής. Ένας τέτοιος όμως περιορισμός του αιτήματος της προσφυγής δεν μπορεί να ιαθεί από μόνο το γεγονός ότι η Επιτροπή διερευνά, εκτός από τις κατά την άποψή της κρίσιμες διατάξεις παραγώγου δικαίου και τις κρίσιμες, κατά την άποψή της, διατάξεις πρωτογενούς δικαίου απλώς και μόνο σε αυτό το πλαίσιο που αφορά το παράγωγο δίκαιο.
66. Στο σημείο αυτό πρέπει όμως ρητώς να επισημανθεί ότι οι κρίσιμες θεμελιώδεις ελευθερίες μπορούν, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, υπό ορισμένες προϋποθέσεις να είναι αντίθετες προς διαφόρων ειδών ρυθμίσεις της αγοράς . Τα κράτη μέλη είναι συνεπώς - συνοπτικά - υποχρεωμένα να περιορίζουν την πρόσβαση στις εθνικές αγορές μόνο προς το γενικό συμφέρον και οι περιορισμοί αυτοί πρέπει να είναι ενδεδειγμένοι και απαραίτητοι σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, δηλαδή να είναι, στο σύνολό τους, σύμφωνοι προς την αρχή της αναλογικότητας.
67. Στην προκειμένη περίπτωση μπορεί συνεπώς, βάσει των σκέψεων που προαναφέρθηκαν, να ληφθεί υπόψη μόνον το ρητό αίτημα της προσφυγής, έστω κι αν αυτό δεν είναι ικανοποιητικό, και μπορεί να ελεγχθεί η ύπαρξη παραβιάσεως της Συνθήκης λόγω του άρθρου 12a του βασιλικού διατάγματος μόνον όσον αφορά την αντίθεσή του προς το άρθρο 8 της οδηγίας 93/16.
68. Συνοψίζοντας, μπορεί συνεπώς να γίνει δεκτό ως μερικό συμπέρασμα, ότι το άρθρο 12a, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος αποτελεί προσήκουσα μεταφορά του άρθρου 8 της οδηγίας 93/16 και το άρθρο 12a, παράγραφος 3, του βασιλικού διατάγματος - στο μέτρο που υποχρεώνει γενικώς τους διακινούμενους ιατρούς με τίτλο ειδικότητας να συμμετέχουν στο MIR - δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 της οδηγίας 93/16.
β) Ως προς την κατά περιεχόμενο διαμόρφωση του MIR
69. Η κατά περιεχόμενο διαμόρφωση του MIR μπορούσε, εφαρμοζόμενη χωρίς περιορισμούς στους διακινούμενους ιατρούς με τίτλο ειδικότητας, να είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 8 της οδηγίας 93/16 για δύο λόγους. ρώτον, το MIR θα μπορούσε να περιέχει έλεγχο των ατομικών βασικών ιατρικών γνώσεων, που δεν προβλέπεται στο άρθρο 8 της οδηγίας 93/16. Δεύτερον, η εξάρτηση από τις ατομικές βασικές ιατρικές γνώσεις θα μπορούσε, στην περίπτωση των διακινούμενων ιατρών με τίτλο ειδικότητας, να περιέχει ανεπίτρεπτη δυσμενή διάκριση.
- Επί του ελέγχου των ατομικών βασικών ιατρικών γνώσεων ως ειδικής εξετάσεως των διακινούμενων ιατρών με τίτλο ειδικότητας που πιθανώς δεν καλύπτεται από το άρθρο 8 της οδηγίας 93/16
70. Το άρθρο 8 της οδηγίας 93/16 ρυθμίζει τις προϋποθέσεις και το πλαίσιο εντός του οποίου το κράτος υποδοχής μπορεί να επιβάλλει πρόσθετες ειδικές απαιτήσεις για τους καλυπτόμενους από το άρθρο αυτό διακινούμενους ιατρούς με τίτλο ειδικότητας. Η απαίτηση συνίσταται σε μία «συμπληρωματική εκπαίδευση», η ανάγκη, το περιεχόμενο και η διάρκεια της οποίας μπορούν να εξαρτώνται αποκλειστικά από το περιεχόμενο και τη διάρκεια της ειδικεύσεως στο κράτος προελεύσεως, που αποδεικνύονται με πιστοποιητικά. Αναμφίβολα η ρύθμιση αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί ως αποκλειστική, όσον αφορά τις ειδικές απαιτήσεις, εάν δεν υπάρχει πρόθεση να αμφισβητηθεί ο σκοπός της οδηγίας 93/16 (εναρμόνιση της αναγνωρίσεως ελάχιστων προσόντων ιατρικών ειδικοτήτων).
71. Ορθώς συνεπώς η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν θα έπρεπε να απαιτείται από τους διακινούμενους ιατρούς με τίτλο ειδικότητας πρόσθετη εξέταση των βασικών ιατρικών γνώσεων. Τίθεται όμως το ερώτημα, κατά πόσον η συμμετοχή στο multiple-choice-τεστ του MIR πρέπει πράγματι να θεωρηθεί ως «εξέταση» υπό την έννοια αυτή.
72. Κατ' αρχάς πρέπει να παρατηρηθεί ότι η οριοθέτηση μεταξύ της διαδικασίας κατανομής θέσεων και της εξετάσεως, όπως προβλήθηκε από την Ισπανική Κυβέρνηση, φαίνεται κάπως «τεχνική» και δεν μπορεί να βοηθήσει πολύ εν προκειμένω, ήδη για το λόγο ότι γενικώς δεν είναι ασύνηθες η «επιτυχία» να εξομοιώνεται με την «επιτυχία των σχετικώς καλύτερων».
73. Το ερώτημα του κατά πόσον η κατά περιεχόμενο διαμόρφωση του MIR συμβιβάζεται με τις επιταγές του άρθρου 8 της οδηγίας 93/16 μπορεί αντίθετα να απαντηθεί στο πλαίσιο των σκέψεων που προαναφέρθηκαν σχετικά με το σκοπό του MIR, αφενός, και με το περιεχόμενο της οδηγίας, αφετέρου.
74. Με τη δεσμευτική συμμετοχή στο MIR το Βασίλειο της Ισπανίας επιδιώκει προφανώς έναν ποσοτικό και όχι ποιοτικό περιορισμό προσβάσεως στην αγορά, θεσπίζοντας απαιτήσεις για τα ελάχιστα προσόντα. Οι ποσοτικοί περιορισμοί προσβάσεως στην αγορά δεν αποτελούν - όπως καταδείχθηκε - αυτοί καθ' εαυτοί αντικείμενο της οδηγίας 93/16. Η ποσοτική ρύθμιση της αγοράς ιατρών με τίτλο ειδικότητας στην Ισπανία λαμβάνει χώρα με τη βοήθεια προηγούμενης διαδικασίας προσβάσεως στην αγορά (MIR), που συνεπώς δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, υπό την ιδιότητά της αυτή να είναι αντίθετη προς το άρθρο 8 της οδηγίας 93/16. Το multiple-choice-τεστ σχετικά με την υφιστάμενη κατάσταση των ατομικών βασικών ιατρικών γνώσεων δεν έχει συνεπώς ίδια αξία, αλλά αποτελεί τμήμα μιας διαδικασίας στο πλαίσιο ποσοτικής ρυθμίσεως της αγοράς. Δεν διαφέρει συνεπώς τεχνικά ή ως προς το περιεχόμενο από μία εξέταση, αλλά η διαφορά συνίσταται στο ότι οι βασικές ιατρικές γνώσεις προβάλλονται εν προκειμένω σε διαφορετικό πλαίσιο.
75. Η Επιτροπή προφανώς θεωρεί ότι οι βασικές ιατρικές γνώσεις, λόγω των άρθρων 2 και 8 της οδηγίας 93/16, πρέπει, από πλευράς κοινοτικού δικαίου, να «αναγνωρίζονται» τόσο ευρέως, ώστε δεν μπορούν, και πέραν του ζητήματος της «αναγνωρίσεως διπλωμάτων» υπό στενή έννοια, να αποτελούν πλέον, σε καμία περίπτωση, αντικείμενο διαπιστώσεως εκ μέρους κρατικών αρχών. Η άποψη όμως αυτή είναι αντίθετη προς το υποστηριζόμενο εδώ πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/16 (αναγνώριση προσόντων ή περιόδων για την απόκτηση προσόντων με σκοπό την κατάργηση συγκεκριμένου ποιοτικού περιορισμού προσβάσεως στην αγορά).
76. Η διαπίστωση των βασικών ιατρικών γνώσεων στο πλαίσιο του ΜIR δεν καλύπτεται συνεπώς, αυτή καθ' εαυτή, από το άρθρο 8 της οδηγίας 93/16.
- Επί των στοιχείων της διαμορφώσεως του MIR που δημιουργούν διακρίσεις, ως στοιχειοθετούντων παράβαση του άρθρου 8 της οδηγίας 93/16
77. Όπως προκύπτει ιδίως από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη, η οδηγία 93/16 στο σύνολό της, συνεπώς και το άρθρο 8 της οδηγίας, αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην κατάργηση κάθε διακριτικής μεταχειρίσεως όσον αφορά τις προϋποθέσεις για την ανάληψη και την άσκηση των δραστηριοτήτων των ιατρών με τίτλο ειδικότητας.
78. Μία απαράδεκτη δυσμενής διάκριση εις βάρος των διακινούμενων ιατρών με τίτλο ειδικότητας θα μπορούσε συνεπώς, πρώτον, να συνίσταται στο γεγονός ότι η διαπίστωση των ατομικών βασικών ιατρικών γνώσεων λαμβάνει χώρα βάσει της επιτυχίας στην βασική ιατρική εκπαίδευση με κριτήρια που δημιουργούν διακρίσεις. Δεύτερον, η δυσμενής διάκριση θα μπορούσε να συνίσταται στο γεγονός ότι η διαπίστωση του υφισταμένου ατομικού επιπέδου των βασικών ιατρικών γνώσεων, όπως γίνεται με το multiple-choice-τεστ στο πλαίσιο του MIR, θέτει, κατά τρόπο αντίθετο προς την αρχή της αναλογικότητας, σε δυσμενέστερη θέση τους διακινούμενους ιατρούς με τίτλο ειδικότητας σε σχέση γενικά με τους ιατρούς με βασική εκπαίδευση και τους ιατρούς με τίτλο ειδικότητας από την Ισπανία.
Επί της αξιολογήσεως των αποτελεσμάτων της βασικής ιατρικής εκπαιδεύσεως βάσει ενός κριτηρίου που δημιουργεί δήθεν διακρίσεις
79. Όσον αφορά τα στοιχεία της διαμορφώσεως του MIR που δημιουργούν διακρίσεις, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της βασικής ιατρικής εκπαιδεύσεως στηρίζεται σε ένα κριτήριο, που προσανατολίζεται κατ' ουσίαν στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα της βασικής ιατρικής εκπαιδεύσεως στην Ισπανία και συνεπώς ευνοεί όσους περάτωσαν την εκπαίδευσή τους στο κράτος υποδοχής. Επ' αυτού αρκεί να παρατηρηθεί ότι μια τέτοια ενέργεια θα ήταν οπωσδήποτε ασυμβίβαστη προς τις επιταγές της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Η Επιτροπή προέβαλε γενικώς αυτή την αιτίαση, και υποστήριξε ότι το εν λόγω κριτήριο έχει στοιχεία που δημιουργούν διακρίσεις, χωρίς όμως να τα αναφέρει. Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί συνεπώς να οδηγήσει σε διαπίστωση μη προσήκουσας μεταφοράς του άρθρου 8 της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
Επί του ενιαίου multiple-choice-τεστ ως πιθανής δυσμενούς διακρίσεως εις βάρος των διακινούμενων ιατρών με τίτλο ειδικότητας
80. Η δυσμενής διάκριση θα μπορούσε περαιτέρω να συνίσταται στο γεγονός ότι οι βασικές ιατρικές γνώσεις, τις οποίες αφορά το ενιαίο multiple-choice-τεστ, θίγουν δυσανάλογα τους διακινούμενους ιατρούς με τίτλο ειδικότητας. Για να μπορέσουν να εξεταστούν υπό το πρίσμα αυτό οι ισπανικές διατάξεις, πρέπει κατ' αρχάς να διευκρινιστεί ποιοι διακινούμενοι ιατροί με τίτλο ειδικότητας εμπίπτουν στις ρυθμίσεις αναγνωρίσεως του άρθρου 8 της οδηγίας 93/16 - όλοι οι ιατροί που μπορούν να αποδείξουν περιόδους εκπαιδεύσεως για ιατρική ειδικότητα στο κράτος προελεύσεως ή μόνον οι ιατροί που αποδεικνυούν ολοκληρωμένη εκπαίδευση σε ιατρική ειδικότητα.
81. Από μόνο βέβαια το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας («περιόδους εκπαιδεύσεως, οι οποίες [...] πιστοποιούνται») φαίνεται να προκύπτει ότι η κάθε περίοδος εκπαιδεύσεως για ιατρική ειδικότητα - ακόμη και αν είναι, υπό προϋποθέσεις, πολύ σύντομη ή φτωχή σε περιεχόμενο - πρέπει να αναγνωρίζεται στο κράτος υποδοχής. Και το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας κάνει σχετικά ασαφώς λόγο περί «ειδικεύσεως». Αυτή η «ειδίκευση» ή «περίοδος εκπαιδεύσεως» πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας, να πιστοποιείται με «δίπλωμα, πιστοποιητικό ή άλλο τίτλο εκπαιδεύσεως». Καταρχήν βέβαια μπορούν και τμήματα εκπαιδεύσεως για ιατρική ειδικότητα που δεν δίνουν (ακόμη) το δικαίωμα για την άσκηση επαγγέλματος να πιστοποιούνται με πιστοποιητικά ή άλλους τίτλους εκπαιδεύσεως. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας απαριθμεί τα έγγραφα που πρέπει να αναγνωρίζονται ως «διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλοι τίτλοι» σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας. ρόκειται όμως για έγγραφα που αφορούν ολοκληρωμένη εκπαίδευση σε ιατρική ειδικότητα. Λόγω της συστηματικής θέσεως βέβαια του άρθρου 5, παράγραφος 2, ο ορισμός του αναφέρεται στις ειδικεύσεις που απαριθμούνται στην παράγραφο 3, οι οποίες υφίστανται σε όλα τα κράτη μέλη και συνεπώς πρέπει να αναγνωρίζονται σε όλα τα κράτη μέλη αμοιβαία άνευ ετέρου. Δεν υπάρχουν όμως λόγοι για τους οποίους η χρήση των ίδιων όρων σε σχέση με τη μειονότητα των ειδικεύσεων, που καλύπτεται από το άρθρο 8 της οδηγίας, θα έπρεπε, κατά παρέκκλιση από τα προηγούμενα, να καλύπτει και πιστοποιητικά ή λοιπούς τίτλους που αφορούν τμήματα εκπαιδεύσεως για ιατρική ειδικότητα.
82. Κατά συνέπεια στο εξής πρέπει να γίνει δεκτό ότι μόνον τίτλοι που πιστοποιούν ολοκληρωμένη εκπαίδευση για ιατρική ειδικότητα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 της οδηγίας 93/16.
83. Το MIR εφαρμόζεται χωρίς διάκριση σε τρεις ομάδες υποψηφίων: σε ιατρούς από την Ισπανία και άλλα κράτη μέλη με βασική ιατρική εκπαίδευση, σε ιατρούς με τίτλους ειδικότητας από την Ισπανία ακόμα στο μέτρο που αυτοί επιδιώκουν να αποκτήσουν την ικανότητα να ασκούν μία περαιτέρω ειδίκευση και τέλος σε διακινούμενους ιατρούς με τίτλο ειδικότητας. Η αδιάκριτη εφαρμογή του ίδιου MIR σε όλους αυτούς τους υποψήφιους θα μπορούσε να αποτελεί διάκριση μη επιτρεπόμενη από το άρθρο 8, στο μέτρο που ουσιώδες τμήμα του MIR αποτελεί η διαπίστωση της τωρινής καταστάσεως των βασικών ιατρικών γνώσεων με τη μορφή ενός ενιαίου, ευρύτατου και λεπτομερούς multiple-choice-τεστ.
84. Λόγω της χρονικής αποστάσεως από τη βασική εκπαίδευση, αυτό το τμήμα του MIR αποτελεί ενδεχομένως για τους διακινούμενους ιατρούς με ολοκληρωμένη εκπαίδευση για ιατρική ειδικότητα - και, υπό προϋποθέσεις, με μακροχρόνια πρακτική εμπειρία - ιδιαίτερο εμπόδιο για την απόκτηση θέσεως εκπαιδεύσεως για την απαραίτητη συμπληρωματική εκπαίδευση, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, της οδηγίας.
85. Η εξομοίωση των διακινούμενων ιατρών με ολοκληρωμένη εκπαίδευση για ιατρική ειδικότητα με ιατρούς, που έχουν ολοκληρώσει μόνον τη βασική τους εκπαίδευση, φαίνεται καταρχήν να γεννά ενδοιασμούς. Διαφορετική άποψη θα μπορούσε να στηρίζεται μόνο στο γεγονός ότι και γιατροί με τίτλο ειδικότητας από την Ισπανία που επιδιώκουν να αποκτήσουν την ικανότητα να ασκούν και άλλη ειδικότητα ακόμα υπόκεινται στο ίδιο multiple-choice-τεστ. Ακόμη όμως και με αυτήν την ερμηνεία εξακουλουθεί να υπάρχει ένα στοιχείο δυσμενούς διακρίσεως, το οποίο συνίσταται στο γεγονός ότι αυτοί οι ιατροί με τίτλο ειδικότητας από την Ισπανία έχουν πάντως ήδη πρόσβαση στην ισπανική αγορά των ιατρών με τίτλο ειδικότητας, ενώ οι διακινούμενοι ιατροί με τίτλο ειδικότητας, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8, στερούνται σε κάθε περίπτωση πλήρως την πρόσβαση αυτή χωρίς τη θέση εκπαιδεύσεως για την απαραίτητη συμπληρωματική εκπαίδευση.
86. Το περιεχόμενο του MIR είναι συνεπώς αντίθετο προς το άρθρο 8 της οδηγίας 93/16, στο μέτρο που με το MIR διαπιστώνεται η τωρινή κατάσταση των βασικών ιατρικών γνώσεων, χωρίς διάκριση, και για τους ειδικευμένους ιατρούς από άλλα κράτη μέλη, οι οποίοι υποβάλλουν υποψηφιότητα στην Ισπανία για θέση εκπαιδεύσεως για την ολοκλήρωση της απαραίτητης συμπληρωματικής εκπαιδεύσεως, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας.
γ) Ως προς την κατανομή ειδικών θέσεων εκπαιδεύσεως για ιατρικές ειδικότητες
87. Η Επιτροπή τέλος, υποστηρίζει ότι παρόλα αυτά δεν εξασφαλίζεται στους διακινούμενους ιατρούς με τίτλο ειδικότητας, που έλαβαν θέση εκπαιδεύσεως για ιατρική ειδικότητα στο πλαίσιο του MIR, ότι θα λάβουν μια τέτοια θέση εκπαιδεύσεως στην απαραίτητη για την συμπληρωματική τους εκπαίδευση ειδίκευση. Αυτός ο ισχυρισμός της Επιτροπής φαίνεται να βρίσκεται σε παράδοξη αντίφαση προς το άρθρο 12a, παράγραφος 4, του βασιλικού διατάγματος, σύμφωνα με το οποίο για τις εξαιρετικές περιπτώσεις των διακινούμενων ιατρών με τίτλο ειδικότητας, που είχαν ήδη υποβληθεί στο κράτος προελεύσεως σε διαδικασία επιλογής, διατίθενται προφανώς ειδικές θέσεις εκπαιδεύσεως. Για ποιο λόγο δεν θα το προέβλεπε αυτό το Βασίλειο της Ισπανίας για τους διακινούμενους ιατρούς με τίτλο ειδικότητας που έλαβαν επιτυχώς μέρος στο MIR; Η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε όμως αυτόν τον ισχυρισμό της Επιτροπής και στα όσα γενικώς εξέθεσε σχετικά με το MIR, ρητώς παραδέχθηκε ότι και η κατανομή των θέσεων εκπαιδεύσεως ανάλογα με τις ειδικότητες λαμβάνει χώρα αποκλειστικά σύμφωνα με τη σειρά των αποτελεσμάτων. Για την παρούσα διαδικασία θα πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι είναι βάσιμος ο ισχυρισμός της Επιτροπής.
88. Στην περίπτωση όμως αυτή, αυτό θα αποτελούσε μη καλυπτόμενη από το άρθρο 8 της οδηγίας 93/16 συμπεριφορά, διότι θα έθετε σε δυσμενέστερη θέση τους διακινούμενους ιατρούς με τίτλο ειδικότητας σε σχέση με τους ιατρούς με τίτλο ειδικότητας από την Ισπανία. Οι τελευταίοι δηλαδή, δεδομένου ότι έχουν ήδη μια καταρχήν πρόσβαση στην ισπανική αγορά των ιατρών με τίτλο ειδικότητας και επιθυμούν απλώς να αποκτήσουν μια πρόσθετη ή περαιτέρω ειδίκευση δεν χρειάζονται απαραίτητα, τουλάχιστον όσον αφορά τη δυνατότητα προσβάσεως στην αγορά, την απόκτηση θέσεως εκπαιδεύσεως σε συγκεκριμένη ειδίκευση. Οι διακινούμενοι ιατροί με τίτλο ειδικότητας χρειάζονται όμως, ενόψει της απαραίτητης συμπληρωματικής εκπαιδεύσεως για την πρόσβασή τους, για πρώτη φορά, στην αγορά, πάντοτε θέση εκπαιδεύσεως σε συγκεκριμένη ειδίκευση. Μόνον έτσι είναι δυνατόν γι αυτούς να ολοκληρώσουν τη «συμπληρωματική εκπαίδευση» κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων προσόντων που απέκτησαν ήδη στο κράτος προελεύσεως. Δεδομένου ότι η δυνατότητα συμπληρώσεως στην Ισπανία, με τη συμπληρωματική εκπαίδευση, των προσόντων για συγκεκριμένη ειδίκευση αποτελεί τον πυρήνα της ρυθμίσεως του άρθρου 8 της οδηγίας 93/16, μια τέτοιου είδους συμπεριφορά του Βασιλείου της Ισπανίας δεν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο.
δ) Ως προς τη λήψη υπόψη διαδικασιών επιλογής στο κράτος προελεύσεως ως πιθανής δικαιολογήσεως
89. Η λήψη υπόψη διαδικασιών επιλογής, στις οποίες υποβλήθηκε ενδεχομένως ο συγκεκριμένος διακινούμενος ιατρός με τίτλο ειδικότητας πριν από την εκπαίδευσή του για ιατρική ειδικότητα στο κράτος προελεύσεως, δεν αποτελεί οπωσδήποτε γενικά κατάλληλο μέσο για την εξάλειψη των στοιχείων των κρίσιμων ισπανικών διατάξεων που δημιουργούν διακρίσεις, δεδομένου ότι τουλάχιστον εκείνοι οι διακινούμενοι ιατροί με τίτλο ειδικότητας που δεν μπορούν να πληρούν την προϋπόθεση αυτή, λόγω της ελεύθερης προσβάσεως στις δυνατότητες εκπαιδεύσεως στο κράτος προελεύσεως, εξακολουθούν να πρέπει να υποβληθούν στο MIR.
ε) Συμπέρασμα
90. Η δεσμευτική συμμετοχή των διακινούμενων ιατρών με τίτλο ειδικότητας στο MIR συμβιβάζεται καταρχήν με το άρθρο 8 της οδηγίας 93/16, εφόσον αποτελεί τμήμα ενός γενικού περιορισμού προσβάσεως με σκοπό την ποσοτική ρύθμιση της εθνικής αγοράς των ιατρών με τίτλο ειδικότητας. Η συμφωνία αυτών των εθνικών ρυθμίσεων με το πρωτογενές δίκαιο δεν αποτελεί αντικείμενο της διαδικασίας, διότι η Επιτροπή περιόρισε ρητώς το αίτημα της προσφυγής της στην παράβαση του άρθρου 8 της οδηγίας 93/16.
91. Το Βασίλειο της Ισπανίας δεν μετέφερε όμως προσηκόντως το άρθρο 8 της οδηγίας 93/16 στο εσωτερικό δίκαιο, στο μέτρο που επιβάλλει στους ιατρούς με ολοκληρωμένη εκπαίδευση σε ιατρική ειδικότητα από άλλο κράτος μέλος τη συμμετοχή, χωρίς διάκριση, στην ίδια διαδικασία κατανομής θέσεων όπως και γενικά στους ιατρούς χωρίς εκπαίδευση σε ιατρική ειδικότητα και στους ιατρούς με τίτλο ειδικότητας που έχουν ήδη πρόσβαση στην ισπανική αγορά των ιατρών με τίτλο ειδικότητας.
92. εραιτέρω δεν μετέφερε προσηκόντως το άρθρο 8 της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, παραλείποντας να εξασφαλίσει στους διακινούμενους ιατρούς με τίτλο ειδικότητας, στους οποίους κατανεμήθηκε θέση εκπαιδεύσεως μετά από επιτυχή συμμετοχή τους στο MIR, ότι θα λάβουν θέση εκπαιδεύσεως στην ειδίκευση που χρειάζονται για τη συμπληρωματική εκπαίδευση κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 93/16.
B - Δεύτερος λόγος προσφυγής: παράλειψη μεταφοράς του άρθρου 18 της οδηγίας 93/16 στο εσωτερικό δίκαιο
1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
93. Με το δεύτερο λόγο προσφυγής η Επιτροπή αιτιάται το Βασίλειο της Ισπανίας ότι δεν μετέφερε στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 18 της οδηγίας 93/16. Στον ισχυρισμό της Ισπανικής Κυβερνήσεως, ότι αυτό δεν ήταν απαραίτητο, διότι υπήρχαν ήδη εθνικές διατάξεις που πληρούσαν τις επιταγές του άρθρου 18 της οδηγίας 93/16, η Επιτροπή αντιτάσσει τα εξής:
94. Οι επικαλούμενες από την Ισπανική Κυβέρνηση διατάξεις του Real Decreto 63/1995 αποκλείουν καταρχήν την αμοιβή των υπηρεσιών που παρέχουν ιατροί εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη σε ασφαλισμένους του εθνικού συστήματος υγείας και την επιτρέπουν μόνο σε περιπτώσεις ανάγκης. Αυτό δεν αποτελεί μεταφορά του άρθρου 18 της οδηγίας 93/16 στο εθνικό δίκαιο, διότι η εξαίρεση από τη συμμετοχή σε οργανισμό του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως στην Ισπανία εξαρτάται από μία προϋπόθεση. Η διάταξη της οδηγίας όμως θεσπίζει την υποχρέωση των κρατών μελών κατά τρόπο ώστε η εξαίρεση αυτή να ισχύει χωρίς περιορισμούς.
95. Ούτε η επιφύλαξη της εθνικής ρυθμίσεως υπέρ αντίθετων «διεθνών συμβάσεων» καθιστά τη ρύθμιση προσήκουσα μεταφορά του άρθρου 18 στο εσωτερικό δίκαιο, διότι δεν καθίσταται σαφές κατά πόσον με τον όρο «διεθνείς συμβάσεις» νοείται και η Συνθήκη. Ακόμη όμως και αν αυτό συμβαίνει, παραμένει ασαφές με ποιον τρόπο θα πρέπει να λάβει χώρα η αμοιβή των υπηρεσιών από ιατρούς, που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη, από το εθνικό σύστημα υγείας.
96. Η Ισπανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι δεν χρειάζεται ή δεν χρειάζεται ειδική μεταφορά του άρθρου 18 της οδηγίας 93/16 στο εσωτερικό δίκαιο, διότι το ισχύον εθνικό δίκαιο, όπως διαμορφώνεται στο Real Decreto 63/1995, ανταποκρίνεται πλήρως στις επιταγές του άρθρου 18. Υποστηρίζει ιδίως ότι οι διατάξεις των οδηγιών πρέπει να μεταφέρονται στο εσωτερικό δίκαιο μόνον όταν το περιεχόμενό τους είναι κρίσιμο για το εκάστοτε εθνικό σύστημα, πράγμα όμως που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση για το Βασίλειο της Ισπανίας για τους ακόλουθους λόγους:
97. Οι ιατρικές υπηρεσίες που παρέχονται στους ασφαλισμένους αμείβονται καταρχήν στην Ισπανία από το ισπανικό σύστημα υγείας μόνον όταν παρέχονται στο πλαίσιο του συστήματος αυτού. Όταν παρέχοναι εκτός του συστήματος οι υπηρεσίες αυτές αμείβονται εξαιρετικώς όταν πρόκειται αποδεδειγμένα για περιπτώσεις ανάγκης. Στην περίπτωση αυτή όμως δεν γίνεται διάκριση ανάλογα με το αν ο θεράπων ιατρός είναι εγκατεστημένος στην Ισπανία ή σε άλλο κράτος μέλος.
2. Αξιολόγηση
98. Η Επιτροπή και η Ισπανική Κυβέρνηση δέχονται προφανώς διαφορετικές απόψεις όσον αφορά το περιεχόμενο των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 18 της οδηγίας 93/16. Νομικά το ερώτημα της παραβάσεως του άρθρου 18 επικεντρώνεται συνεπώς κατ' ουσίαν στο ποια «εγγραφή» για την αμοιβή των διασυνοριακών υπηρεσιών δεν πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 18, να καθίσταται προϋπόθεση για την καταβολή των εξόδων θεραπείας. ρόκειται για την «συμμετοχή» των ιατρών στο σύστημα της κοινωνικής ασφαλίσεως γενικώς ή μόνον για μία εγγραφή τους σε «οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως δημοσίου δικαίου», που πρέπει να διακρίνεται από την πρώτη;
99. Το γράμμα του άρθρου 18 διακρίνει μεταξύ «ασφαλιστικών οργανισμών» και «οργανισμού κοινωνικής ασφαλίσεως δημοσίου δικαίου». Από αυτό συνάγεται κατ' αρχάς ότι με τον όρο οργανισμός κοινωνικής ασφαλίσεως δημοσίου δικαίου, η εγγραφή στον οποίο δεν μπορεί να ισχύσει ως προϋπόθεση, νοείται ένας οργανισμός που πρέπει να διακρίνεται από τους «ασφαλιστικούς οργανισμούς». Αυτό σημαίνει κατ' αντιδιαστολή ότι η εγγραφή στους «ασφαλιστικούς οργανισμούς» - στην Ισπανία θα επρόκειτο για το εθνικό σύστημα υγείας - μπορεί να ισχύσει ως προϋπόθεση για την καταβολή των αμοιβών.
100. Υπέρ της ερμηνείας υπό την έννοια αυτή συνηγορεί η δωδέκατη αιτιολογική σκέψη, που διευκρινίζει το σκοπό του άρθρου 18: σύμφωνα με τη σκέψη αυτή η απαίτηση εγγραφής ή συμμετοχής ως μέλους σε «επαγγελματικές οργανώσεις ή συλλόγους» δεν πρέπει να καθίσταται, για τις διασυνοριακές υπηρεσίες ιατρών που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη, προϋπόθεση για την καταβολή των αμοιβών, διότι αυτό θα αποτελούσε δυσανάλογο εμπόδιο για τη βραχυπρόθεσμη παροχή υπηρεσιών, που δεν θα καλυπτόταν από το σκοπό μιας τέτοιας εγγραφής ή συμμετοχής. Η προαναφερθείσα αιτιολογική σκέψη αφορά σαφώς την εγγραφή ή συμμετοχή ως μέλους σε «επαγγελματικές οργανώσεις ή συλλόγους» και όχι στο σύστημα της κοινωνικής ασφαλίσεως ή στους «ασφαλιστικούς οργανισμούς».
101. Τέλος, η εικοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη διευκρινίζει με σαφήνεια ότι η οδηγία 93/16 «δεν αίρει την αρμοδιότητα των κρατών μελών να οργανώνουν τα εθνικά τους κοινωνικοασφαλιστικά συστήματα». Δεδομένου ότι το ζήτημα των προϋποθέσεων για την καταβολή των αμοιβών για τις ιατρικές υπηρεσίες αποτελεί σε όλα τα κράτη μέλη ένα από τα κεντρικότερα ζητήματα των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο κοινοτικός νομοθέτης «έκρυψε» το ζήτημα αυτό σε μία οδηγία «αναγνωρίσεως διπλωμάτων». Καθ' όλη τη διάρκεια δύο διαδικασιών ενώπιον του Δικαστηρίου , στις οποίες το Δικαστήριο ασχολήθηκε από πλευράς κοινοτικού δικαίου με το ζήτημα αν και σε ποιο μέτρο «έξοδα νοσηλείας που προέκυψαν σε άλλα κράτη μέλη» πρέπει να καταβληθούν από εθνικά ασφαλιστικά συστήματα, στα οποία δεν ανήκουν οι νοσοκομειακοί φορείς ή οι θεράποντες ιατροί, δεν αναφέρθηκε ούτε μια φορά η οδηγία 93/16.
102. Από αυτό συνάγεται ότι το άρθρο 18 της οδηγίας δεν είναι αντίθετο προς μία ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία η συμμετοχή του ιατρού σε ένα εθνικό σύστημα υγείας είναι προϋπόθεση για την καταβολή αμοιβής για τις παρεχόμενες ιατρικές υπηρεσίες. Δεν χρειάζεται συνεπώς να εξεταστεί περαιτέρω η αιτίαση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία η ρύθμιση της επιφυλάξεως υπέρ των «διεθνών συμβάσεων» είναι ασαφής και συνεπώς δημιουργεί ερωτήματα από πλευράς κοινοτικού δικαίου.
103. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ισχυρίστηκε στην παρούσα διαδικασία ότι σύμφωνα με τις ισπανικές διατάξεις η εγγραφή σε επαγγελματική οργάνωση ή σύλλογο αποτελεί προϋπόθεση για την καταβολή των αμοιβών για τις παρεχόμενες ιατρικές υπηρεσίες από το ισπανικό σύστημα υγείας, δεν αποδείχθηκε παράβαση του άρθρου 18 της οδηγίας 93/16.
104. Σύμφωνα με αυτά πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι το Βασίλειο της Ισπανίας παρέλειψε να μεταφέρει το άρθρο 18 της οδηγίας 93/16 στο εσωτερικό δίκαιο.
V - Επί των δικαστικών εξόδων
105. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, μπορεί όμως το Δικαστήριο να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων.
106. Δεδομένου ότι η Επιτροπή και το Βασίλειο της Ισπανίας εν μέρει ηττήθηκαν πρέπει να φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
VI - ρόταση
107. Σύμφωνα με τα προηγούμενα προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι:
1) Το Βασίλειο της Ισπανίας
- επιβάλλοντας στους ιατρούς με ολοκληρωμένη εκπαίδευση σε ιατρική ειδικότητα από άλλα κράτη μέλη, οι οποίοι χρειάζονται, προς το σκοπό συμπληρωματικής εκπαιδεύσεως, μία θέση εκπαιδεύσεως σε ιατρική ειδικότητα, τη συμμετοχή, χωρίς διάκριση, στην ίδια διαδικασία κατανομής θέσεων στην οποία συμμετέχουν γενικώς ιατροί με βασική ιατρική εκπαίδευση και ιατροί με τίτλο ειδικότητας που έχουν ήδη πρόσβαση στην ισπανική αγορά των ιατρών με τίτλο ειδικότητας,
- παραλείποντας να εξασφαλίσει στους ιατρούς με ολοκληρωμένη εκπαίδευση σε ιατρική ειδικότητα από άλλα κράτη μέλη, οι οποίοι χρειάζονται, προς το σκοπό συμπληρωματικής εκπαιδεύσεως, μία θέση εκπαιδεύσεως σε ιατρική ειδικότητα και έχουν λάβει τέτοια θέση στο πλαίσιο διαδικασίας κατανομής θέσεων, μία θέση εκπαιδεύσεως σε εκείνη την ειδίκευση που χρειάζονται για την συμπληρωματική εκπαίδευση,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 8 της οδηγίας 93/16.
2) Κατά τα λοιπά απορρίπτει την προσφυγή.
3) Η Επιτροπή και το Βασίλειο της Ισπανίας φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy