Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
Α - Ιστορικό της διαφοράς
1. Κατόπιν ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν στον τομέα του πολυπροπυλενίου στις 13 και 14 Οκτωβρίου 1983 βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης , η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άνοιξε φάκελο όσον αφορά το χλωριούχο πολυβινύλιο (στο εξής: PVC)· διενήργησε τότε διαφόρους ελέγχους στα γραφεία των εμπλεκομένων επιχειρήσεων και τους ζήτησε επανειλημμένως πληροφορίες.
2. Στις 24 Μαρτίου 1988, η Επιτροπή κίνησε αυτεπαγγέλτως, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 17, διαδικασία κατά δεκατεσσάρων παραγωγών PVC. Στις 5 Απριλίου 1988, απηύθυνε σε κάθε μία από τις επιχειρήσεις αυτές την ανακοίνωση των αιτιάσεων που προβλέπεται από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 99/63/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1963, περί των ακροάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 19, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 17 . Όλες οι επιχειρήσεις στις οποίες απευθυνόταν η ανακοίνωση των αιτιάσεων υπέβαλαν παρατηρήσεις τον Ιούνιο του 1988. Με εξαίρεση τη Shell International Chemical Company Ltd, η οποία δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα, ανέπτυξαν προφορικά τις απόψεις τους στη διάρκεια του Σεπτεμβρίου 1988.
3. Την 1η Δεκεμβρίου 1988, η συμβουλευτική επιτροπή για τις συμπράξεις και τις δεσπόζουσες θέσεις (στο εξής: συμβουλευτική επιτροπή) διατύπωσε τη γνώμη της επί του προσχεδίου αποφάσεως της Επιτροπής.
4. Κατά το πέρας της διαδικασίας, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 89/190/ΕΟΚ, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ (IV/31.865, PVC) (στο εξής: απόφαση PVC Ι). Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή επέβαλε κυρώσεις, λόγω παραβάσεως του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ), στους εξής παραγωγούς PVC: Atochem SA, BASF AG, DSM NV, Enichem SpA, Hoechst AG (στο εξής: Hoechst), Hüls AG, Imperial Chemical Industries plc (στο εξής: ICI), Limburgse Vinyl Maatschappij NV, Montedison SpA, Norsk Hydro AS, Société artésienne de vinyl SA, Shell International Chemical Company Ltd, Solvay et Cie (στο εξής: Solvay) και Wacker-Chemie GmbH.
5. Όλες αυτές οι επιχειρήσεις, πλην της Solvay, προσέφυγαν κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του κοινοτικού δικαστή και ζήτησαν την ακύρωσή της.
6. Με διάταξη της 19ης Ιουνίου 1990, Norsk Hydro κατά Επιτροπής , το Πρωτοδικείο έκρινε απαράδεκτη την προσφυγή της επιχειρήσεως αυτής.
7. Προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως, αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των λοιπών υποθέσεων.
8. Με απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1992, BASF κ.λπ. κατά Επιτροπής , το Πρωτοδικείο κήρυξε ανυπόστατη την απόφαση PVC Ι.
9. Κατόπιν αιτήσεως αναιρέσεως της Επιτροπής, το Δικαστήριο, με απόφαση της 15ης Ιουνίου 1994, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ. , αναίρεσε την απόφαση του Πρωτοδικείου και ακύρωσε την απόφαση PVC Ι.
10. Κατόπιν της αποφάσεως αυτής του Δικαστηρίου, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 27 Ιουλίου 1994, νέα απόφαση κατά των παραγωγών τους οποίους αφορούσε η απόφαση PVC Ι, εξαιρουμένων, ωστόσο, των Solvay και Norsk Hydro AS [απόφαση 94/599/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 1994, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ (IV/31.865 - PVC) (ΕΕ L 239, σ. 14, στο εξής: απόφαση PVC ΙΙ)]. Με την απόφαση αυτή επιβλήθηκαν στις επιχειρήσεις-αποδέκτες της αποφάσεως πρόστιμα του ίδιου ύψους με εκείνα που τους είχαν επιβληθεί με την απόφαση PVC Ι.
11. Η απόφαση PVC ΙΙ περιέχει τις ακόλουθες διατάξεις:
«Άρθρο 1
Οι επιχειρήσεις BASF AG, DSM NV, Elf Atochem SA, Enichem SpA, Hoechst AG, Hüls AG, Imperial Chemical Industries plc, Limburgse Vinyl Maasschappij NV, Montedison SpA, Société artésienne de vinyle SA, Shell International Chemical [Company] Ltd και Wacker Chemie GmbH παρέβησαν το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΚ συμμετέχοντας [μαζί με τη Norsk Hydro (...) και τη Solvay (...)] για τις περιόδους που προσδιορίζονται στην παρούσα απόφαση σε συμφωνία ή/και εναρμονισμένη πρακτική που ανάγεται στον Αύγουστο του 1980 περίπου και σύμφωνα με την οποία οι παραγωγοί που προμηθεύουν PVC στην Κοινότητα έλαβαν μέρος σε τακτικές συναντήσεις για να καθορίσουν τιμές-στόχους και ποσοστώσεις-στόχους, να σχεδιάσουν συντονισμένες πρωτοβουλίες για την αύξηση των τιμών και να ελέγξουν τη λειτουργία αυτών των συμπαιγνιών διακανονισμών.
Άρθρο 2
Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1, οι οποίες συνεχίζουν να δρουν στον τομέα του PVC στην Κοινότητα (πλην των Norsk Hydro και Solvay προς τις οποίες υφίσταται ήδη έγκυρη διαταγή παύσης της παράβασης), παύουν αμέσως τις εν λόγω παραβάσεις (αν δεν το έχουν ήδη πράξει) και απέχουν στο εξής, όσον αφορά τις δραστηριότητές τους στον τομέα του PVC, από κάθε συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική που ενδέχεται να έχει το ίδιο ή παρόμοιο αντικείμενο ή αποτέλεσμα, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής πληροφοριών σε θέματα που καλύπτονται, συνήθως, από το επαγγελματικό απόρρητο, με τις οποίες οι συμμετέχοντες ενημερώνονται άμεσα ή έμμεσα σχετικά με την παραγωγή, τις παραδόσεις, τις ποσότητες αποθεμάτων, τις τιμές πωλήσεων, το κόστος ή τα επενδυτικά σχέδια άλλων μεμονωμένων παραγωγών, ή με τις οποίες έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθούν την εκτέλεση κάθε ρητής ή σιωπηρής συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής που αφορά τις τιμές ή την κατανομή των αγορών στην Κοινότητα. Κάθε σύστημα για την ανταλλαγή γενικών πληροφοριών στο οποίο συμμετέχουν οι παραγωγοί σχετικά με τον τομέα PVC πρέπει να λειτουργεί με τρόπο ώστε να αποκλείεται κάθε πληροφορία από την οποία να μπορεί να διαπιστωθεί η συμπεριφορά μεμονωμένων παραγωγών, ειδικότερα δε οι επιχειρήσεις απέχουν από την ανταλλαγή μεταξύ τους κάθε πρόσθετης πληροφορίας που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ανταγωνισμό και δεν καλύπτεται από τέτοιο σύστημα.
Άρθρο 3
Τα ακόλουθα πρόστιμα επιβάλλονται στις επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παρούσα απόφαση, όσον αφορά την παράβαση που διαπιστώνεται στο άρθρο 1:
i) BASF AG: πρόστιμο 1 500 000 ECU,
ii) DSM NV: πρόστιμο 600 000 ECU,
iii) Elf Atochem SA: πρόστιμο 3 200 000 ECU,
iv) Enichem SpA: πρόστιμο 2 500 000 ECU,
ν) Hoechst AG: πρόστιμο 1 500 000 ECU,
vi) Hüls AG: πρόστιμο 2 200 000 ECU,
vii) Imperial Chemical Industries plc: πρόστιμο 2 500 000 ECU,
viii) Limburgse Vinyl Maatschappij NV: πρόστιμο 750 000 ECU,
ix) Montedison SpA: πρόστιμο 1 750 000 ECU,
x) Société artésienne de vinyl SA: πρόστιμο 400 000 ECU,
xi) Shell International Chemical Company Ltd: πρόστιμο 850 000 ECU,
xii) Wacker-Chemie GmbH: πρόστιμο 1 500 000 ECU.»
B - Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου
12. Με διάφορα δικόγραφα προσφυγής που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου κατά το χρονικό διάστημα από 5 έως 14 Οκτωβρίου 1994, οι επιχειρήσεις Limburgse Vinyl Maatschappij NV, Elf Atochem (στο εξής: Elf Atochem , BASF AG, Shell International Chemical Company Ltd, DSM NV και DSM Kunststoffen BV, Wacker-Chemie GmbH, Hoechst, Société artésienne de vinyl SA, Montedison SpA, ICI, Hüls AG και Enichem SpA άσκησαν προσφυγές ενώπιον του Πρωτοδικείου.
13. Κάθε προσφεύγουσα ζήτησε την πλήρη ή τη μερική ακύρωση της αποφάσεως PVC ΙΙ και, επικουρικώς, την ακύρωση του επιβληθέντος προστίμου ή τη μείωση του ύψους του. Επιπλέον, η Montedison SpA ζήτησε να υποχρεωθεί η Επιτροπή να την αποζημιώσει, λόγω των εξόδων που συνδέονταν με τη σύσταση εγγυήσεως και για όλα τα άλλα έξοδα που προέκυψαν από την απόφαση PVC ΙΙ.
Γ - Η απόφαση του Πρωτοδικείου
14. Με απόφαση της 20ής Απριλίου 1999, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), το Πρωτοδικείο:
- συνεκδίκασε τις υποθέσεις προς έκδοση κοινής αποφάσεως·
- ακύρωσε το άρθρο 1 της αποφάσεως PVC ΙΙ στο μέτρο που με το άρθρο αυτό γινόταν δεκτή η συμμετοχή της Société artésienne de vinyle SA στην προσαπτόμενη παράβαση μετά το πρώτο εξάμηνο του 1981·
- μείωσε τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν στις Elf Atochem, Société artésienne de vinyle SA και ICI, αντιστοίχως, σε 2 600 000, 135 000 και 1 550 000 ευρώ·
- απέρριψε τις προσφυγές κατά τα λοιπά·
- αποφάνθηκε επί των δικαστικών εξόδων.
Δ - Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
15. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Ιουλίου 1999, η ICI άσκησε αναίρεση κατ' εφαρμογήν του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου.
16. Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
- να αναιρέσει τα μέρη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που η αναιρεσείουσα προσβάλλει, ακυρώνοντας κατά συνέπεια την απόφαση PVC ΙΙ·
- επικουρικώς, να αναιρέσει τα μέρη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που βλάπτουν την αναιρεσείουσα, ακυρώνοντας ή μειώνοντας αναλόγως το επιβληθέν πρόστιμο·
- να ακυρώσει το πρόστιμο, μειωθέν σε 1 550 000 ευρώ από το Πρωτοδικείο, ή να μειώσει περαιτέρω το ποσό του προστίμου·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα για τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και στα έξοδα της παρούσας διαδικασίας.
17. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
- να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
- να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα για τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και στα έξοδα της παρούσας διαδικασίας.
ΙΙ - Ανάλυση
18. Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεώς της, η DSM αναπτύσσει εννέα λόγους που πρέπει να αναλυθούν κατά τη σειρά που προβάλλονται με το δικόγραφο της προσφυγής.
Επί του λόγου που αντλείται από το δεδικασμένο
19. Η αναιρεσείουσα επικρίνει την εκ μέρους του Πρωτοδικείου απόρριψη της επιχειρηματολογίας της η οποία βασιζόταν στην παράβαση του δεδικασμένου.
20. Το Πρωτοδικείο εκφράστηκε ως εξής:
«77 Το δεδικασμένο καλύπτει μόνο τα πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία πράγματι ή κατ' ανάγκη επιλύθηκαν με τη δικαστική απόφαση (απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Φεβρουαρίου 1991, C-281/89, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-347, σκέψη 14, και διάταξη του Δικαστηρίου της 28ης Νοεμβρίου 1996, C-277/95 P, Lenz κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-6109, σκέψη 50).
78 Στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, με την απόφαση της 15ης Ιουνίου 1994, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα κηρύσσοντας την απόφαση 89/190 ανυπόστατη και έκρινε ότι η αναιρεσιβληθείσα ενώπιόν του απόφαση έπρεπε να αναιρεθεί (σκέψεις 53 και 54). Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστηριο, σύμφωνα με το άρθρο 54, πρώτο εδάφιο, δεύτερη φράση, του Οργανισμού (ΕΟΚ) του Δικαστηρίου, αποφάσισε να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς, καθόσον αυτή ήταν ώριμη προς εκδίκαση (σκέψη 55).
79 Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο συνόψισε ως εξής τους λόγους ακυρώσεως που είχαν προβάλει οι προσφεύγουσες με τις προσφυγές ακυρώσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά της αποφάσεως του 1988: "Η διοικητική διαδικασία που προηγήθηκε της ασκήσεως των προσφυγών πάσχει διάφορα ελαττώματα· η προσβαλλομένη απόφαση της Επιτροπής είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη· τα δικαιώματα άμυνας δεν έγιναν σεβαστά· το σύστημα αποδείξεως της Επιτροπής είναι αμφισβητήσιμο· η προσβαλλομένη απόφαση της Επιτροπής αντιβαίνει στο άρθρο 85 της Συνθήκης και στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου· η απόφαση παραβιάζει τους κανόνες περί παραγραφής· εκδόθηκε κατά κατάχρηση εξουσίας· τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν δεν είναι σύννομα" (σκέψη 56).
80 Στη συνέχεια, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι, "[π]ρος στήριξη ιδίως του λόγου που αφορά την έλλειψη αιτιολογίας και την ανεπαρκή αιτιολόγηση της επίδικης αποφάσεως, οι προσφεύγουσες εταιρίες προέβαλαν, κατ' ουσίαν, τον ισχυρισμό ότι οι αιτιολογίες της αποφάσεως που τους κοινοποιήθηκε διέφεραν εμφανώς σε περισσότερα σημεία, ορισμένα από τα οποία ήσαν ουσιώδη, από την απόφαση που ενέκρινε η ολομέλεια της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 21ης Δεκεμβρίου 1988" (σκέψη 57). Το Δικαστήριο ανέφερε επίσης ότι "[ο]ρισμένες προσφεύγουσες ωστόσο συνήγαγαν επιπλέον από τους αμυντικούς ισχυρισμούς της Επιτροπής ότι το κείμενο της αποφάσεως δεν είχε εγκριθεί σε δύο από τις αυθεντικές γλώσσες, δηλαδή την ιταλική και ολλανδική γλώσσα, δεδομένου ότι στην ολομέλεια υποβλήθηκαν μόνο τα συντεταγμένα στην αγγλική, γαλλική και γερμανική γλώσσα σχέδια" (σκέψη 58). Στη συνέχεια, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, "[σ]το τελευταίο στάδιο της επιχειρηματολογίας τους οι προσφεύγουσες εταιρίες υποστήριξαν ότι η Επιτροπή αγνόησε το άρθρο 12 του εσωτερικού κανονισμού της" (σκέψη 59). Τέλος, το Δικαστήριο άρχισε την εξέταση "[του βασίμου] του προβληθέντος λόγου" (σκέψη 61).
81 Έχοντας διαπιστώσει ότι η Επιτροπή παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 12, πρώτο εδάφιο, του εσωτερικού κανονισμού της, παραλείποντας να προβεί στη κύρωση της αποφάσεως του 1988 σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο αυτό, το Δικαστηριο κατέληξε στα εξής: "Συνεπώς, η απόφαση αυτή της Επιτροπής πρέπει να ακυρωθεί για παράβαση ουσιώδους τύπου, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξετασθούν οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως των προσφευγουσών" (σκέψη 78).
82 Συνεπώς, με την απόφαση της 15ης Ιουνίου 1994, το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε, πράγματι ή κατ' ανάγκη, ούτε επί των λοιπών σχετικών με διαδικαστικά ζητήματα λόγων ακυρώσεως που προέβαλαν οι προσφεύγουσες ενώπιον του Πρωτοδικείου, ούτε επί των ουσιαστικών λόγων ακυρώσεως ούτε, τέλος, επί των επικουρικών λόγων που αφορούσαν να επιβληθέντα πρόστιμα.
83 Εξάλλου, κατά το άρθρο 54, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, "[α]ν η αναίρεση κριθεί βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί είτε το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει στο Πρωτοδικείο για να την κρίνει".
84 Η δεύτερη φράση της διατάξεως αυτής δεν συνεπάγεται ότι το Δικαστήριο, όταν αποφαίνεται το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς δεχόμενο έναν ή περισσότερους λόγους αναιρέσεως των αναιρεσειόντων, κρίνει ipso jure επί όλων των πραγματικών και νομικών ζητημάτων τα οποία οι αναιρεσείοντες προέβαλαν στο πλαίσιο της υποθέσεως. Η αποδοχή της απόψεως της Enichem θα ισοδυναμούσε με μη αποδοχή του ότι το δεδικασμένο ισχύει νομικώς μόνον όσον αφορά τα πραγματικά και νομικά ζητήματα τα οποία πράγματι ή κατ' ανάγκην κρίθηκαν.
85 Ενόψει των ανωτέρω, αυτός ο λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.»
21. Συμμερίζομαι αυτή την ανάλυση του Πρωτοδικείου.
22. Πράγματι, ορθώς το Πρωτοδικείο στήριξε τη συλλογιστική του στον ορισμό του δεδικασμένου που απορρέει από τη νομολογία του Δικαστηρίου .
23. Η νομολογία όμως αυτή, αντίθετα απ' ό,τι προβάλλει η αναιρεσείουσα, δεν αφορά αποκλειστικά το ζήτημα σε ποιους λόγους μπορεί να αναφέρεται η αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Πράγματι, η νομολογία αυτή, η οποία άλλωστε είναι προγενέστερη της δημιουργίας του θεσμού της αναιρέσεως, έχει πρωτίστως ως σκοπό να επιτρέπει στους διαδίκους να προσδιορίζουν τις ακριβείς συνέπειες της αποφάσεως του Δικαστηρίου, προκειμένου να είναι σε θέση να εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους και να προσδώσουν στην απόφαση την πλήρη αποτελεσματικότητά της, σύμφωνα με το άρθρο 176 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο άρθρο 233 ΕΚ).
24. Ειδικότερα, από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι, σε περίπτωση ακυρώσεως μιας αποφάσεως, η απόφαση δεσμεύει το κοινοτικό όργανο που εξέδωσε την πράξη, αποκλειστικά όσον αφορά τα ζητήματα που η απόφαση αυτή ρητά ή υποχρεωτικά επέλυσε.
25. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο διευκρίνισε, με την απόφασή του PVC Ι, ότι έπρεπε να ακυρωθεί η προσβληθείσα απόφαση λόγω παραβάσεως του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής και διευκρίνισε ρητά, στη σκέψη 78 της εν λόγω αποφάσεως, ότι, συνεπώς, δεν ήταν απαραίτητο να εξεταστούν οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως των προσφευγουσών.
26. Εκ τούτου προκύπτει υποχρεωτικά ότι το Δικαστήριο δεν εξέτασε αυτούς τους τελευταίους λόγους και, επομένως, άφησε τη δυνατότητα στην Επιτροπή να εκπληρώσει την υποχρέωσή της, απορρέουσα από το άρθρο 176 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 233 ΕΚ), να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου εκδίδοντας νέα απόφαση σύμφωνη με τον εσωτερικό της κανονισμό.
27. Η αναιρεσείουσα προβάλλει ωστόσο ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι πρόκειται για «κατηγορία ποινικής φύσεως» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ή ΕΣΔΑ). Όμως αυτή επιβάλλει η απόφαση του Δικαστηρίου να έχει ως αποτέλεσμα ότι περατώνει οριστικά τη διαδικασία. Δεν συμβιβάζεται με τη διάταξη αυτή το ότι η Επιτροπή μπορεί, μετά την ακύρωση της αποφάσεώς της, να εκδώσει νέα απόφαση.
28. Πάντως, η Επιτροπή τονίζει, ορθώς κατ' εμέ, ότι το εν λόγω άρθρο 6 αφορά τη διάρκεια της διαδικασίας και όχι το πρόβλημα ποια πραγματικά ή νομικά ζητήματα πρέπει να θεωρούνται ότι έχουν επιλυθεί με μια δικαστική απόφαση.
29. Η αναιρεσείουσα στηρίζεται επίσης στο άρθρο 174, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 231, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ), από το οποίο συνάγει ότι ένα κοινοτικό όργανο δεν μπορεί να επανορθώσει τις διαπιστωθείσες με μια δικαστική απόφαση πλημμέλειες παρά μόνον όταν πρόκειται για κανονισμούς. Αντιθέτως, μια τέτοια «δεύτερη ευκαιρία» δεν υφίσταται για τις αποφάσεις.
30. Η ανάλυση αυτή στηρίζεται σε εσφαλμένη αντίληψη του περιεχομένου της διατάξεως αυτής. Πράγματι, η διάταξη αυτή δεν αφορά το πρόβλημα το οποίο τίθεται στην προκειμένη περίπτωση, δηλαδή εκείνο των υποχρεώσεων του κοινοτικού οργάνου του οποίου η απόφαση ακυρώθηκε και το οποίο οφείλει να συναγάγει τις συνέπειες, σύμφωνα με ό,τι κρίθηκε με την ακυρωτική απόφαση.
31. Αντιθέτως, αφορά το εντελώς διαφορετικό ζήτημα, το οποίο δεν τίθεται στην προκειμένη περίπτωση, ήτοι τη δυνατότητα που έχει το Δικαστήριο να προσδιορίσει ποια από τα αποτελέσματα της ακυρωθείσας πράξεως διατηρούν την ισχύ τους.
32. Το ζήτημα που τίθεται στην προκειμένη περίπτωση, δηλαδή, επαναλαμβάνω, ο εκ μέρους του κοινοτικού οργάνου προσδιορισμός των συνεπειών από την ακύρωση της πράξεώς του, διέπεται, όπως ορθώς τονίζει η Επιτροπή, από το άρθρο 176 της Συνθήκης.
33. Η αναιρεσείουσα επικαλείται ακόμη τη μνεία που έκανε το Δικαστήριο στην απόφασή του PVC Ι του άρθρου 54 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, βάσει του οποίου έκρινε ότι η διαφορά ήταν ώριμη προς εκδίκαση και, επομένως, την έλυσε οριστικά.
34. Είναι αληθές ότι το Δικαστήριο έλυσε έτσι οριστικά τη διαφορά σχετικά με το κύρος της προσβληθείσας αποφάσεως. Πράγματι, θεώρησε ότι ήταν σε θέση να το πράξει αφού διαπίστωσε την παράβαση του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής, διαπίστωση η οποία αφ' εαυτής αρκούσε για να ακυρωθεί η απόφαση. Επομένως, δεν υπήρχε καμία ανάγκη να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου.
35. Ωστόσο, δεν μπορεί από αυτό να συναχθεί, όπως πράττει η αναιρεσείουσα, ότι το Δικαστήριο, από το γεγονός αυτό, απαγόρευε στην Επιτροπή να εκδώσει νέα απόφαση. Αντιθέτως, διευκρίνισε ρητά, όπως έχω αναφέρει, ότι δεν έκρινε αναγκαίο να εξετάσει τους άλλους προβληθέντες λόγους. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι, σιωπηρά έστω, οι λόγοι αυτοί έγιναν δεκτοί.
36. Ματαίως η αναιρεσείουσα επικαλείται, στο πλαίσιο αυτό, την απόφαση Transocean Marine Paint κατά Επιτροπής . Φρονεί ότι από την απόφαση αυτή, με την οποία το Δικαστήριο ρητώς ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον της Επιτροπής, προκύπτει ότι, ελλείψει μιας τέτοιας ρητής αναπομπής η ακυρωτική απόφαση έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίζει την Επιτροπή να λάβει νέα απόφαση.
37. Ωστόσο επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η προπαρατεθείσα υπόθεση Transocean Marine Paint κατά Επιτροπής αφορούσε διαφορετική κατάσταση. Πράγματι, η Επιτροπή με την υπόθεση αυτή επελήφθη αιτήσεως απαλλαγής βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 81, παράγραφος 3, ΕΚ), στην οποία είχε την υποχρέωση να απαντήσει. Επομένως, η ακύρωση της αποφάσεώς της την υποχρέωνε να εκδώσει νέα. Επομένως, ήταν λογικό το Δικαστήριο να κάνει σχετική νύξη αναπέμποντας την υπόθεση ενώπιον της Επιτροπής.
38. Αντιθέτως, σε περίπτωση αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται παράβαση, η Επιτροπή δεν έχει την ίδια υποχρέωση να λάβει νέα απόφαση. Άρα, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να χρησιμοποιήσει την ίδια διατύπωση όπως στην προπαρατεθείσα υπόθεση Transocean Marine Paint κατά Επιτροπής.
39. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο λόγος που αντλείται από την παράβαση του δεδικασμένου πρέπει να απορριφθεί.
Επί του λόγου που αντλείται από την παραβίαση της αρχής non bis in idem
40. Η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της απορρίψεως, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, της επιχειρηματολογίας της που στηριζόταν στην αρχή non bis in idem. Το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε συναφώς στις εξής δύο εκτιμήσεις (βλ. σκέψεις 97 και 98 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
41. Πρώτον, υπέμνησε ότι η Επιτροπή εξέδωσε την απόφασή της PVC ΙΙ μετά την ακύρωση της αποφάσεώς της του 1988 και, επομένως, δεν επέβαλε στις επιχειρήσεις δύο κυρώσεις για την ίδια παράβαση.
42. Δεύτερον, πρόσθεσε ότι με την ακυρωτική απόφαση το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί κανενός από τους ουσιαστικούς λόγους ακυρώσεως που προέβαλε η αναιρεσείουσα. Επομένως, εκδίδοντας την απόφασή της PVC ΙΙ, η Επιτροπή περιορίστηκε να θεραπεύσει το τυπικό ελάττωμα που διαπίστωσε το Δικαστήριο και δεν κίνησε δύο φορές διαδικασία κατά της αναιρεσείουσας για το ίδιο σύνολο πραγματικών περιστατικών.
43. Η αναιρεσείουσα υπογραμμίζει συναφώς, ότι, όπως εξάλλου ανέφερε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 95 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η εν λόγω αρχή απαγορεύει στην Επιτροπή να επιβάλλει δύο κυρώσεις για την ίδια παράβαση και να κινήσει δύο διαδικασίες διώξεως για το ίδιο σύνολο πραγματικών περιστατικών.
44. Η DSM προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι, στη σκέψη 96 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, θεώρησε ότι η αρχή της οποίας γίνεται επίκληση σημαίνει ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να κινήσει διαδικασία κατά επιχειρήσεως ή να της επιβάλει κύρωση λόγω συμπεριφοράς βλάπτουσας τον ανταγωνισμό «ως προς την οποία το Πρωτοδικείο, ή το Δικαστήριο, έχει ήδη κρίνει ότι αποδείχθηκε, ή δεν αποδείχθηκε, από την Επιτροπή όσον αφορά την επιχείρηση αυτή». Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο εξαρτά έτσι την εφαρμογή της αρχής non bis in idem από λόγους για τους οποίους η απόφαση ακυρώθηκε: η αρχή εφαρμόζεται αν η απόφαση ακυρώθηκε λόγω ελλείψεως αποδεικτικών στοιχείων· αντιθέτως, δεν έχει εφαρμογή σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όπως στην προκειμένη, αν υποτεθεί ότι υπήρξε παράβαση ουσιώδους τύπου. Η νομική αυτή εκτίμηση είναι εσφαλμένη διότι η αρχή non bis in idem έχει ως σκοπό να προστατεύσει τη διωκόμενη επιχείρηση έναντι του απλού γεγονότος της διττής διώξεως και κυρώσεως, ανεξάρτητα από τον λόγο για τον οποίο η πρώτη δίωξη δεν κατέληξε σε καταδίκη. Η ερμηνεία αυτή επιβεβειώνεται από το άρθρο 4, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου 7 της ΕΣΔΑ, το οποίο στο μεταξύ τέθηκε σε ισχύ. Όμως, με την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά BASF κ.λπ., η αναιρεσείουσα είχε «αθωωθεί» κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως.
45. Στη σκέψη 97 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο κακώς δεν εφάρμοσε την αρχή non bis in idem επειδή η απόφαση PVC Ι είχε ακυρωθεί με την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά BASF κ.λπ. Πράγματι, μια τέτοια αιτιολογία θα έχει ως αποτέλεσμα η εν λόγω αρχή να μη μπορεί ποτέ να τύχει εφαρμογής, ακόμη και σε περίπτωση ακυρώσεως λόγω ελλείψεως αποδεικτικών στοιχείων, αφού το έννομο αποτέλεσμα της ακυρώσεως είναι το ίδιο στην περίπτωση αυτή. Όμως, το άρθρο 174, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης δεν κάνει διάκριση μεταξύ των λόγων ακυρώσεως.
46. Στη σκέψη 98 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο κακώς επίσης παρατηρεί ότι το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφασή του Επιτροπή κατά BASF κ.λπ., δεν αποφάνθηκε «επί κανενός από τους ουσιαστικούς λόγους ακυρώσεως που προβλήθηκαν», και ότι η Επιτροπή, εκδίδοντας την απόφαση PVC ΙΙ, «περιορίστηκε να θεραπεύσει το τυπικό ελάττωμα που διαπίστωσε το Δικαστήριο». Η αιτιολογία αυτή είναι επίσης εσφαλμένη καθόσον διακρίνει μεταξύ των λόγων ακυρώσεως.
47. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο, θεωρώντας ότι η απόφαση PVC Ι ουδέποτε υπήρξε, αντιφάσκει προς τη συλλογιστική που δέχθηκε απαντώντας στον λόγο ακυρώσεως που αντλείται από την παραγραφή, στη σκέψη 1 100 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία απέρριψε τον ισχυρισμό ότι το έννομο αποτέλεσμα της ακυρώσεως της αποφάσεως PVC Ι εμπόδισε την αναστολή της παραγραφής, υπογραμμίζοντας ότι «ακριβώς το γεγονός ότι μια προσφυγή εκκρεμεί ενώπιον του Πρωτοδικείου ή του Δικαστηρίου είναι εκείνο που δικαιολογεί την αναστολή, και όχι οι κρίσεις στις οποίες καταλήγουν τα δικαιοδοτικά αυτά όργανα με την απόφασή τους».
48. Ως προς το τελευταίο αυτό επιχείρημα, υπογραμμίζεται ότι η αντίφαση είναι μόνον φαινομενική. Πράγματι, η συλλογιστική του Πρωτοδικείου αφορούσε δύο διαφορετικά ζητήματα, ήτοι, αφενός, τις προϋποθέσεις παραγραφής και, αφετέρου, τις προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής non bis in idem.
49. Επομένως, δεν είναι καθόλου αντιφατικό το να θεωρηθεί ότι, από την άποψη της παραγραφής, το γεγονός επελεύσεως μιας διαδικαστικής πράξεως μπορεί να ασκεί επιρροή, ανεξάρτητα από το περιεχόμενό της, ενώ, όσον αφορά την αρχή non bis in idem, πρέπει να ληφθεί υπόψη όχι μόνον η έκδοση της ακυρωτικής αποφάσεως, αλλά και το σκεπτικό επί της οποίας η απόφαση αυτή βασίζεται.
50. Ομοίως, εσφαλμένως η αναιρεσείουσα διαπιστώνει αντίφαση μεταξύ, αφενός, της σκέψεως 96, και αφετέρου, των σκέψεων 97 και 98, της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Αντιθέτως, με τις τελευταίες αυτές σκέψεις, το Πρωτοδικείο εφάρμοσε στη συγκεκριμένη περίπτωση την αρχή που διατύπωσε στη σκέψη 96, για να καταδείξει ότι δεν υπήρξε προσβολή της αρχής αυτής στην προκειμένη περίπτωση.
51. Πράγματι, όπως εξάλλου προβάλλει η Επιτροπή, το Πρωτοδικείο εξάρτησε την εφαρμογή της αρχής από την πραγματική απόδειξη της παραβάσεως. Αν το ζήτημα αυτό είχε επιλυθεί, η Επιτροπή θα είχε την υποχρέωση να το λάβει υπόψη συνάγοντας τις συνέπειες της αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 176 της Συνθήκης.
52. Ωστόσο, αφού το ζήτημα του αν υπάρχει παράβαση του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού δεν υπήρξε αντικείμενο καμιάς δικαστικής αποφάσεως, τίποτα δεν εμπόδιζε την Επιτροπή να λάβει σχετική απόφαση.
53. Επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι, αντίθετα απ' ό,τι φαίνεται να θεωρεί η αναιρεσείουσα, η νέα αυτή απόφαση δεν προστίθεται στην προηγούμενη, αλλά την αντικαθιστά. Επομένως, δεν ευρισκόμεθα ενώπιον περιπτώσεως όπου ο επιχειρηματίας, διωχθείς και τιμωρηθείς μια πρώτη φορά, διώκεται και τιμωρείται εκ νέου. Στην περίπτωση αυτή θα πρόκειται για παραβίαση της αρχής non bis in idem.
54. Στην προκειμένη περίπτωση, υπήρξε μια και μόνον διαδικασία που κατέληξε σε μια απόφαση. Δεδομένου ότι η απόφαση αυτή εξαφανίστηκε μετά την ακύρωσή της, αυτή αντικαταστάθηκε, χωρίς να κινηθεί νέα διαδικασία, με άλλη απόφαση, που είναι το μόνο μέτρο με το οποίο επιβλήθηκε κύρωση για το σύνολο των επίδικων περιστατικών.
55. Εσφαλμένως επίσης η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι έπρεπε να εφαρμοστεί το 4 του πρωτοκόλλου αριθ. 7 της ΕΣΔΑ υπό την έννοια ότι η ίδια θα είχε «αθωωθεί ή καταδικαστεί με αμετάκλητη απόφαση» όπως ορίζει η διάταξη αυτή και, επομένως, θα διέφευγε οριστικά οποιαδήποτε νέα δίωξη.
56. Πράγματι, στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε αμετάκλητη απόφαση επί της ουσίας της διαφοράς, αλλά αποκλειστικά απόφαση διαπιστώνουσα έλλειψη τύπου. Τα δύο πράγματα δεν μπορούν να εξομοιωθούν, όπως δεν είναι δυνατό να αντιμετωπιστεί κατά τον ίδιο τρόπο η αθώωση και η αναιρετική δίκη λόγω τυπικού ελαττώματος, για να αναφερθώ στην αναλογία προς το ποινικό δίκαιο, στο οποίο η αναιρεσείουσα φαίνεται να εμμένει. Η αθώωση, εφόσον κατέστη αμετάκλητη, συνεπάγεται την αδυναμία νέων διώξεων, ενώ η αναίρεση λόγω τυπικής πλημμέλειας συνεπάγεται απλούστατα ότι ο κατηγορούμενος θα δικαστεί εκ νέου.
57. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο λόγος που αντλείται από την παραβίαση της αρχής non bis in idem πρέπει να απορριφθεί.
Επί του λόγου που αντλείται από την παρέλευση του χρόνου
58. Η αναιρεσείουσα υποδιαιρεί αυτόν τον λόγο σε έξι σκέλη.
59. Με το πρώτο σκέλος, προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ διότι δεν αποφάνθηκε επί ενός λόγου που προέβαλε ρητά ενώπιόν του, στο πλαίσιο του οποίου εξέθετε ότι το άρθρο 6 είχε καθαυτό εφαρμογή στην κοινοτική διαδικασία περί ανταγωνισμού.
60. Επιβάλλεται κατ' αρχάς η παρατήρηση ότι, αν υποτεθεί ότι η αιτίαση αυτή είναι βάσιμη, δεν πρόκειται για παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, αλλά της υποχρεώσεως που υπέχει το Πρωτοδικείο να αιτιολογήσει την απόφασή του.
61. Εν πάση περιπτώσει, φρονώ ότι η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο, βεβαίως κατά τρόπο έμμεσο αλλά σαφή, τοποθετήθηκε ως προς τη θέση της αναιρεσείουσας παραθέτοντας, στη σκέψη 121 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τη νομολογία του κατά την οποία έπρεπε να εξεταστεί αν η Επιτροπή είχε παραβιάσει τη γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου περί τηρήσεως εύλογης προθεσμίας, «χωρίς να χρειάζεται να κριθεί αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ είναι εφαρμοστέο στις ενώπιον της Επιτροπής διοικητικές διαδικασίες σε θέματα πολιτικής ανταγωνισμού» .
62. Όπως ορθώς προβάλλει η Επιτροπή, το Πρωτοδικείο απάντησε επομένως στην επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας κρίνοντας ότι αυτό που προείχε ήταν να προσδιοριστεί αν η αρχή της εύλογης προθεσμίας είχε τηρηθεί στην προκειμένη περίπτωση και, αντιθέτως, δεν ήταν αναγκαίο να αναλυθεί λεπτομερώς το ζήτημα του βασίμου της υποχρεώσεως τηρήσεως της εν λόγω αρχής.
63. Το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού που αντλείται από την μη απάντηση στην επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας, πρέπει επομένως να απορριφθεί.
64. Με το δεύτερο σκέλος, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι, βάσει της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθώς και της αποφάσεως Baustahlgewebe κατά Επιτροπής , το Πρωτοδικείο δεν είχε το δικαίωμα να μην αποφανθεί επί της εφαρμογής ή μη εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ στην κοινοτική διαδικασία περί ανταγωνισμού ούτε να αναχαρακτηρίσει τη θεμελιώδη αρχή της εύλογης προθεσμίας κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ σε «γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου».
65. Ευθύς εξ αρχής παρατηρώ ότι, όπως μόλις προηγουμένως ανέφερα, το Πρωτοδικείο όντως αποφάνθηκε επί του ζητήματος αυτού, αντίθετα εξάλλου από ό,τι έπραξε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφασή του Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, όπου δεν αποφάνθηκε ρητά επί του ζητήματος αν οι απαιτήσεις που συνδέονται με την τήρηση της εύλογης προθεσμίας απέρρεαν από γενική αρχή του δικαίου ή την άμεση εφαρμογή της ΕΣΔΑ.
66. Η προσέγγιση του Πρωτοδικείου ήταν άλλωστε καθόλα σύμφωνη με την πάγια νομολογία κατά την οποία ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων αποτελεί μέρος των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου των οποίων την τήρηση διασφαλίζει το Δικαστήριο. Επομένως, το Πρωτοδικείο απλώς εφάρμοσε τη νομολογία αυτή, στην οποία άλλωστε αναφέρεται ρητά στη σκέψη 120 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που υπενθυμίζει επίσης, στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο ΣΤ, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, κατά το οποίο «η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την [ΕΣΔΑ] και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου».
67. Όσον αφορά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που παραθέτει η αναιρεσείουσα, απ' αυτήν προκύπτει αποκλειστικά ότι οι διαδικασίες στον τομέα του ανταγωνισμού δεν αποκλείονται από το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6 της Συμβάσεως, έστω και αν η διάταξη αυτή αφορά τα «δικαιώματα και υποχρεώσεις αστικού χαρακτήρα» και «κάθε κατηγορία ποινικής φύσεως». Αντιθέτως, δεν μπορεί να συναχθεί απ' αυτήν ότι, όσον αφορά τις κοινοτικές διαδικασίες στον τομέα του ανταγωνισμού, η τήρηση των απαιτήσεων της εύλογης προθεσμίας δεν μπορεί να διασφαλιστεί παρά μόνον με απ' ευθείας εφαρμογή της διατάξεως αυτής, αποκλείουσα την αναφορά σε μια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου.
68. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού πρέπει να απορριφθεί.
69. Με το τρίτο σκέλος, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η ratio της αρχής της εύλογης προθεσμίας, κατά την έννοια του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, είναι οι κατηγορούμενοι να μην παραμένουν επί μεγάλο χρονικό διάστημα υπό το πλήγμα της κατηγορίας προτού κριθεί το βάσιμο της κατηγοριάς αυτής . Μια πολύ μεγάλη αναμονή συνιστά πρόσθετη κύρωση.
70. Η DSM θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο, στη σκέψη 122 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, παρέβη τη ratio αυτή κρίνοντας ότι:
- παραβίαση της αρχής της εύλογης προθεσμίας δεν θα δικαιολογούσε την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής παρά μόνον αν συνιστούσε επίσης προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων·
- αν δεν αποδεικνύεται ότι προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, η μη τήρηση της αρχής της εύλογης προθεσμίας δεν ασκεί επιρροή επί του κύρους της διοικητικής διαδικασίας και, συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η αιτία της προκλήσεως ζημίας που μπορεί να προβληθεί ενώπιον του κοινοτικού δικαστή στο πλαίσιο αγωγής στηριζόμενης στα άρθρα 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, αντιστοίχως, άρθρα 235 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο ΕΚ).
71. Πράγματι, σε περίπτωση μη τηρήσεως της εύλογης προθεσμίας, μπορεί να γίνει λόγος για πρόσθετη ζημία που υπέστησαν οι κατηγορούμενοι και όχι για προσβολή των καθαυτό δικαιωμάτων άμυνας.
72. Με την προαναφερθείσα απόφαση Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο μείωσε το πρόστιμο κατ' αναλογία της υπερβάσεως της εύλογης προθεσμίας που διαπιστώθηκε. Απέκρουσε ρητά την ιδέα ότι η λύση έπρεπε να αναζητηθεί στην αποζημίωση. Έκρινε ότι, για να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής, πρέπει η διάρκεια της διαδικασίας να είχε επίπτωση στην έκβαση της διαφοράς. Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή είχε ως υπόβαθρο το γεγονός ότι η υπόθεση αφορούσε υπέρβαση της εύλογης προθεσμίας εκ μέρους του Πρωτοδικείου, γεγονός το οποιο δεν μπορούσε, κατ' αρχήν, να προσαφθεί στην Επιτροπή.
73. Αντιθέτως, στην παρούσα υπόθεση, η υπέρβαση της εύλογης προθεσμίας καταλογίζεται στην Επιτροπή. Σε μια τέτοια κατάσταση, η κύρωση θα πρέπει να είναι η ίδια με εκείνην που έπληξε άλλα είδη υπερβάσεως της προθεσμίας, για παράδειγμα, η υπέρβαση της προθεσμίας προσφυγής: η Επιτροπή παύει πλέον να είναι αρμόδια για την κίνηση των διαδικασιών, αφού η επιτακτική προθεσμία έχει παρέλθει. Τουλάχιστον, η πρόσθετη κύρωση λόγω υπερβολικά μεγάλης αναμονής, πρέπει να αποτελεί αντικείμενο συμψηφισμού υπό τη μορφή σημαντικής μειώσεως της κυρώσεως, με την ακύρωση ή τη μείωση του προστίμου.
74. Τί μπορεί να αντιταχθεί στην επιχειρηματολογία αυτή;
75. Πρέπει κατ' αρχάς να διαπιστωθεί, μαζί με την Επιτροπή, ότι κακώς η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο ήλθε σε αντίθεση προς την προαναφερθείσα νομολογία Baustahlgewebe κατά Επιτροπής.
76. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τις συνέπειες της υπερβάσεως της εύλογης προθεσμίας ή του κύρους της προσβαλλομένης πράξεως, είχε αντιθέτως την ίδια προσέγγιση με εκείνην του Δικαστηρίου στην υπόθεση αυτή. Έτσι, από τη σκέψη 49 της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι ο λόγος που αντλήθηκε από τη μη τήρηση της εύλογης προθεσμίας δεν μπορεί, ελλείψει οποιασδήποτε ενδείξεως ότι η διάρκεια της διαδικασίας είχε επίπτωση στην επίλυση της διαφοράς, να έχει ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στο σύνολό της.
77. Το Δικαστήριο διευκρίνισε έτσι το περιεχόμενο της σκέψεως 48 της ίδιας αποφάσως, όπου ο λόγος που αντλήθηκε από την υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας κρίθηκε βάσιμος προς εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο μέτρο που αυτή καθορίζει το ύψος του επιβληθέντος στην αναιρεσείουσα προστίμου στο ποσό των 3 εκατομμυρίων ECU.
78. Η προσέγγιση αυτή απαντάται στη συλλογιστική που ακολούθησε το Πρωτοδικείο, αφού αυτό φρονεί ότι η υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας πρέπει να συνεπάγεται την ακύρωση της αποφάσεως όταν τα δικαιώματα άμυνας της επιχειρήσεως εθίγησαν, περίπτωση κατά την οποία υπάρχει υποχρεωτικά πιθανή επίπτωση στην έκβαση της διαδικασίας, και αποζημίωση στις άλλες περιπτώσεις.
79. Εν συνεχεία παρατηρώ ότι η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας στηρίζεται στο αξίωμα, μη αμφισβητούμενο από την Επιτροπή, ότι το Πρωτοδικείο έπρεπε, επιληφθέν της προσφυγής ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της Επιτροπής, να εφαρμόσει την αρχή της εύλογης προθεσμίας. Το επιχείρημα αυτό χρήζει εξετάσεως.
80. Πράγματι, το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στο οποίο η αναιρεσείουσα θεμελιώνει την απαίτησή της, σκοπεί σαφώς το δικαίωμα να κριθεί από δικαστή αφού περιλαμβάνει την επιταγή του «ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου» και αναφέρει την ανάγκη οι αποφάσεις να εκδίδονται δημοσίως. Επομένως, δεν είναι δυνατό η διάταξη αυτή να μεταφερθεί αυτόματα στη διοικητική διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής.
81. Ως προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι αφορά την κατάσταση κατά την οποία το Πρωτοδικείο δεν τήρησε την εύλογη προθεσμία και άρα εντάσσεται στην ίδια προοπτική με εκείνην του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.
82. Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο εξομοίωσε ωστόσο την περίπτωση της ενδεχόμενης υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής με εκείνην της μη τηρήσεως της προθεσμίας εκ μέρους του κοινοτικού δικαστή. Είχε το δικαίωμα να ενεργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο ή όφειλε να συναγάγει ότι οι διαφορές μεταξύ των δύο αυτών καταστάσεων του επέβαλλαν να τις αντιμετωπίσει διαφορετικά για τους σκοπούς εφαρμογής της αρχής της εύλογης προθεσμίας;
83. Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το να απαιτείται από τη διοίκηση να λαμβάνει τις αποφάσεις της εντός εύλογης προθεσμίας αποτελεί ήδη κεκτημένο στο κοινοτικό δίκαιο. Πράγματι, τόσο η νομολογία ως προς τα πειθαρχικά μέτρα στο πλαίσιο του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όσο και εκείνη που αφορά την αρχή της προστασίας της ασφαλείας δικαίου ή της αρχής της χρηστής διοικήσεως, παρέχουν αρκετά παραδείγματα .
84. Εξάλλου, η ανάγκη προστασίας των επιχειρηματιών από μια μακρά νομική αβεβαιότητα, η οποία αποτελεί τον λόγο υπάρξεως της αρχής της εύλογης προθεσμίας, υφίσταται, κατ' εμέ, τόσο στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής όσο και ενώπιον του Πρωτοδικείου.
85. Είναι ασφαλώς αληθές ότι η διαδικασία που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 17 δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως δικαστική. Ωστόσο, η συνεχής εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου και της πρακτικής της Επιτροπής κατέληξαν στην ενίσχυση των δικαστικών πτυχών της διαδικασίας αυτής, εις βάρος του διοικητικού της χαρακτήρα.
86. Ωστόσο, πρέπει συναφώς να γίνει διάκριση, όπως εξάλλου έπραξε το Πρωτοδικείο με τον προσδιορισμό της προθεσμίας που έπρεπε να ληφθεί υπόψη, μεταξύ της καθαρά διευρευνητικής φάσεως και της κατ' αντιδικία φάσεως της διαδικασίας.
87. Πράγματι, κατά την πρώτη φάση, δεν διατυπώνεται ακόμη καμία αιτίαση κατά των επιχειρηματιών. Ασφαλώς η Επιτροπή μπορεί να τους ζητήσει πληροφορίες, αλλά δεν οφείλουν να αμυνθούν κατά οποιασδήποτε κατηγορίας. Επομένως, δεν υπάρχει καμία αβεβαιότητα σχετικά με το βάσιμο μιας κατηγορίας εναντίον τους ούτε, κατά συνέπεια, υλική ή ηθική ζημία.
88. Αντιθέτως, μετά την ανακοίνωση των αιτιάσεων, οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις αποτελούν αντικείμενο επίσημης κατηγορίας για παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού και, επομένως, η διαδικασία προσλαμβάνει χαρακτήρα κατ' αντιδικία, εφόσον οι επιχειρήσεις πρέπει να ακουστούν.
89. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, η κατάσταση των επιχειρήσεων μου φαίνεται εξομοιώσιμη με εκείνην ενός κατηγορουμένου στην ποινική διαδικασία. Πράγματι, αδιαμφισβήτητα αποτελούν αντικείμενο κατηγορίας και εμπλέκονται σε μια διαδικασία που μπορεί να οδηγήσει στη λήψη αποφάσεως η οποία έχει σημαντικές συνέπειες τόσο για τα οικονομικά της επιχειρήσεως όσο και για τη φήμη της.
90. Όσον αφορά το τελευταίο αυτό σημείο, είναι αληθές ότι, αν ληφθεί υπόψη ο μη δημόσιος χαρακτήρας των διαδικασιών ενώπιον της Επιτροπής, η κατάσταση δεν είναι καθ' όλα ταυτόσημη με δίωξη ενώπιον ποινικού δικαστηρίου.
91. Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο ότι υπάρχουν άλλες σημαντικές διαφορές μεταξύ της καταστάσεως μιας επιχειρήσεως έναντι της Επιτροπής και της θέσεώς της ενώπιον του Πρωτοδικείου. Πράγματι, στην πρώτη περίπτωση, δεν λήφθηκε ακόμη κανένα μέτρο κατά της επιχειρήσεως που μπορεί να της προκαλέσει ζημία. Στη δεύτερη περίπτωση, αντιθέτως, λήφθηκε ένα τέτοιο μέτρο και ο αποδέκτης του δικαιούται να γνωρίζει το γρηγορότερο δυνατό αν καλώς, ή όχι, λήφθηκε εναντίον του ένα τέτοιο μέτρο.
92. Τούτου λεχθέντος, είναι ωστόσο αληθές ότι οι επιχειρήσεις που είναι αποδέκτες των αιτιάσεων βρίσκονται σε κατάσταση αβεβαιότητας σχετικά με τη διατυπωθείσα εναντίον τους κατηγορία.
93. Όπως υπογραμμίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει εξάλλου και από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ότι οι διαδικασίες του δικαίου του ανταγωνισμού μπορούν να εμπίπτουν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και, επομένως, να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση αυτή η αρχή της εύλογης προθεσμίας .
94. Πρέπει ωστόσο να συναγάγω, όπως η αναιρεσείουσα, ότι οποιαδήποτε παράβαση εκ μέρους της Επιτροπής των επιταγών της εύλογης προθεσμίας πρέπει να συνεπάγεται την πλήρη ακύρωση της αποφάσεως;
95. Όπως και το Πρωτοδικείο, δεν το νομίζω, τούτο δε εξ αιτίας του λόγου υπάρξεως της οικείας αρχής, στην οποία η ίδια η αναιρεσείουσα διατείνεται εξάλλου ότι στηρίζει τη συλλογιστική της.
96. Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι ο λόγος υπάρξεως της αρχής της εύλογης προθεσμίας είναι η προστασία των επιχειρηματιών που αποτελούν αντικείμενο διαδικασίας παραβάσεως βάσει του κανονισμού 17. Επομένως, η εφαρμογή της αρχής αυτής πρέπει να έχει συνέπειες σχετικές με τον βαθμό στον οποίο οι εν λόγω επιχειρηματίες εθίγησαν από την υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας.
97. Επομένως, αν η διάρκεια αυτή δεν έθιξε την εκ μέρους των επιχειρήσεων άσκηση των δικαιωμάτων τους άμυνας και, επομένως, δεν είχε επίπτωση στην έκβαση της διαδικασίας, η εφαρμογή της αρχής αυτής πρέπει να μεταφράζεται σε μικρότερου εύρους συνέπειες παρά στην αντίθετη περίπτωση.
98. Ειδικότερα, δεν είναι κατανοητό γιατί μια απόφαση της Επιτροπής που, καθ' υπόθεση, το περιεχόμενό της θα ήταν το ίδιο χωρίς την υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας εκδόσεώς της, θα πρέπει οπωσδήποτε να ακυρωθεί.
99. Όντως, τούτο όχι μόνον θα αποτελούσε δείγμα υπερβολικής τυπολατρείας, αλλά μια τέτοια συνέπεια θα ήταν, επιπλέον, δυσανάλογη με την προστασία των δικαιωμάτων των επιχειρηματιών, αφού η ζημία που αυτοί υπέστησαν δεν οφείλεται στο περιεχόμενο του ληφθέντος μέτρου, αλλά αποκλειστικά στη στιγμή που τελικά το μέτρο αυτό ελήφθη.
100. Σε μια τέτοια περίπτωση, η αποζημίωση μπορεί να συμβιβάσει τα δικαιώματα των επιχειρήσεων και το γενικό συμφέρον το οποίο θα υφίστατο ζημία αν δεν επιβαλλόταν κύρωση για τη διαπραχθείσα παράβαση.
101. Αντιθέτως, αν αποδειχθεί ότι υπήρξε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, αδιαμφισβήτητα επιβάλλεται η ακύρωση της αποφάσεως στο σύνολό της.
102. Η λύση αυτή, η οποία καλώς έγινε δεκτή από το Πρωτοδικείο, είναι, όπως προβάλλει η Επιτροπή και αντίθετα από ό,τι ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, σύμφωνη ουσιαστικά με την προσέγγιση του Δικαστηρίου στην προαναφερθείσα απόφαση Baustahlgewebe κατά Επιτροπής. Πράγματι, είναι μεν αληθές ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι η παραβίαση της αρχής της εύλογης προθεσμίας έπρεπε να συνεπάγεται την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ωστόσο, περιόρισε ρητά το εύρος της αναιρέσεως στον καθορισμό του ύψους του προστίμου και διευκρίνισε ότι, ελλείψει οποιασδήποτε ενδείξεως ότι η διάρκεια της διαδικασίας είχε επίπτωση στην επίλυση της διαφοράς, δεν συνέτρεχε λόγος να ακυρωθεί η λοιπή απόφαση.
103. Η λύση αυτή είναι, ουσιαστικά, ταυτόσημη με εκείνη που δέχθηκε το Πρωτοδικείο, η οποία συνίσταται στη μη ακύρωση της αποφάσεως αφήνοντας ανοικτή τη δυνατότητα για την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως για την προκληθείσα ενδεχομένως ζημία λόγω της υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας.
104. Υπογραμμίζω, επιπλέον, ότι η ιδέα σύμφωνα με την οποία μια διαδικαστική πλημμέλεια δεν συνεπάγεται την ακυρότητα παρά μόνον αν η πλημμέλεια αυτή εμφανίζει χαρακτήρα επαρκούς σοβαρότητας δεν είναι άγνωστη στο κοινοτικό δίκαιο γενικώς . Αντιθέτως, αυτή προκύπτει από την πάγια νομολογία περί ακυρώσεως λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου και, εξάλλου, σ' αυτή στηρίχθηκε το άρθρο 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου το οποίο εξαρτά τη δυνατότητα επικλήσεως, ως λόγου αναιρέσεως, πλημμελειών κατά τη διαδικασία υπό την προϋπόθεση ότι αυτές έθιξαν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος.
105. Είναι αληθές ότι, μολονότι η λύση που δέχθηκε το Πρωτοδικείο είναι σύμφωνη ουσιαστικά με την προαναφερθείσα απόφαση Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, ωστόσο, επί μιας ουσιώδους πτυχής, απομακρύνεται σημαντικά, πράγμα που η αναιρεσείουσα δεν παραλείπει να προσάψει στο Πρωτοδικείο.
106. Πράγματι, με την προαναφερθείσα απόφαση Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, το ίδιο το Δικαστήριο επιδίκασε αμέσως αποζημίωση στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, υπό μορφή μειώσεως του προστίμου. Έτσι, οι τελευταίες δεν χρειάστηκε να ακολουθήσουν την κανονική οδό προς αποκατάσταση της ζημίας που προέκυπτε από τη δράση της Κοινότητας, δηλαδή την αγωγή που προβλέπει το άρθρο 215 της Συνθήκης. Επομένως, προκύπτει ειδικότερα ότι, στην προαναφερθείσα υπόθεση Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, η αναιρεσείουσα έλαβε αποζημίωση χωρίς να αποδείξει ζημία, δυνατότητα που το Πρωτοδικείο αρνήθηκε στις επιχειρήσεις που αφορά η παρούσα υπόθεση.
107. Επιπλέον, ουδόλως αμφισβητείται ότι η προτεινόμενη από το Πρωτοδικείο θεραπεία δεν εμφανίζει τον ίδιο χαρακτήρα αμεσότητας όπως η χορηγηθείσα από το Δικαστήριο.
108. Πρέπει ωστόσο να συναχθεί ότι το Πρωτοδικείο παρέβη τις επιταγές της αρχής της εύλογης προθεσμίας;
109. Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, εξαρτώντας την ενδεχόμενη αποζημίωση από την άσκηση αγωγής λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης, το Πρωτοδικείο θεώρησε υποχρεωτικά ότι το δικαίωμα αποζημιώσεως θεμελιώνεται σε μια τέτοια ευθύνη. Όμως, από την προαναφερθείσα απόφαση Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο θέλησε να εξαρτησει την αποζημίωση από την προϋπόθεση ότι διαπιστώνεται η ευθύνη του κοινοτικού οργάνου. Πράγματι, το Δικαστήριο δεν εξέτασε το ζήτημα της υπάρξεως υπαίτιας συμπεριφοράς, ζημίας και σχέσης αιτιότητας μεταξύ των δύο. Περιορίστηκε στο να διαπιστώσει τον αντικανονικό χαρακτήρα της διάρκειας της διαδικασίας και να μειώσει, από αυτό και μόνο το γεγονός, το ποσό του επιβληθέντος προστίμου.
110. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο, θεμελιώνοντας την αποζημίωση στην ευθύνη, επέβαλε προϋποθέσεις για την αποζημίωση που δεν προέκυπταν από τη νομολογία του Δικαστηρίου και, επομένως, διέπραξε νομική πλάνη στην εφαρμογή της αρχής της εύλογης προθεσμίας.
111. Τούτου λεχθέντος, η πλάνη αυτή θα είχε συνέπεια μόνον αν όντως υπήρχε υπερβολική διάρκεια. Δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο έκρινε εν πάση περιπτώσει ότι δεν υπήρξε, η νομική του πλάνη δεν είχε συνέπεια επί του περιεχομένου της αποφάσεως και, συνεπώς, δεν μπορεί καθεαυτή να συνεπάγεται την αναίρεση της αποφάσεως. Συνεπώς, πρέπει να αναλυθεί το αν καλώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η εν λόγω διάρκεια δεν ήταν υπερβολική.
112. Υπό το φως της συλλογιστικής αυτής πρέπει να εξεταστούν τα λοιπά τρία σκέλη αυτού του λόγου.
113. Με το τέταρτο σκέλος, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο διέπραξε νομική πλάνη στον καθορισμό της διάρκειας της εύλογης προθεσμίας. Θεωρεί ότι κακώς το το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 123 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η περίοδος κατά την οποία ο κοινοτικός δικαστής εξέτασε τη νομιμότητα της αποφάσεως της Επιτροπής δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό της διάρκειας της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής.
114. Του προσάπτει εξάλλου ότι, στις σκέψεις 124 και 125 της ίδιας αποφάσεως, υποδιαίρεσε τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας σε δύο περιόδους, δηλαδή, αφενός, την περιλαμβανόμενη μεταξύ των πρώτων ελέγχων της Επιτροπής, τον Νοέμβριο 1983, και την απόφαση αυτής, ληφθείσα τον Μάρτιο 1988, να κινήσει τη διαδικασία, και, αφετέρου, την περιλαμβανόμενη μεταξύ της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, στις 5 Απριλίου 1988, και την έκδοση της αποφάσεως PVC ΙΙ.
115. Προβάλλει συναφώς ότι, βάσει της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η διάρκεια της διαδικασίας έχει ως σημείο ενάρξεως την επίσημη κοινοποίηση, στην οποία προβαίνει η αρμόδια αρχή, της κατηγορίας ότι διαπράχθηκε ποινική παράβαση ή των μέτρων που συνεπάγονται μια τέτοια παράβαση και τα οποία έχουν επίσης σημαντικές επιπτώσεις επί της καταστάσεως του υπόπτου, και περιλαμβάνουν τη συνολική διάρκεια της διαδικασίας, περιλαμβανομένης και εκείνης των δικαστικών προσφυγών.
116. Στην προκειμένη περίπτωση, η εύλογη προθεσμία είχε επομένως ως σημείο ενάρξεως την αρχή των ελέγχων στους οποίους προέβη η Επιτροπή, δηλαδή τον Νοέμβριο 1983, και ως τέλος, προσωρινά την 20ή Απριλίου 1999, ημέρα εκδόσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, υπό την επιφύλαξη της μεταγενέστερης προσθήκης της διάρκειας της αναιρετικής διαδικασίας.
117. Η Επιτροπή προβάλλει στο πλαίσιο αυτό ότι το Πρωτοδικείο έπρεπε να αποφανθεί επί της συμπεριφοράς της Επιτροπής, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στην απόφαση. Όμως, η συμπεριφορά αυτή δεν μπορεί να αναλυθεί παρά μόνον για τις περιόδους κατά τις οποίες η υπόθεση εκκρεμούσε ενώπιον της Επιτροπής. Επομένως, καλώς το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι οι εν λόγω περίοδοι ήσαν η διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας (από τον Νοέμβριο 1983 έως τις 21 Δεκεμβρίου 1988) και ο διαδραμών χρόνος μεταξύ της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά BASF κ.λπ., και την απόφαση της 27ης Ιουλίου 1994. Πράγματι, δεν μπορεί να προσάπτεται στην Επιτροπή η παρέμβαση του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου.
118. Συμμερίζομαι την ανάλυση αυτή. Συγκεκριμένα, φρονώ ότι δεν είναι δυνατό να σωρεύεται η διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας με εκείνην της δικαστικής διαδικασίας για να προσδιοριστεί η διάρκεια της διαδικασίας κατά την έννοια της αρχής της εύλογης προθεσμίας.
119. Μια τέτοια προσέγγιση θα είχε όντως σειρά παραδόξων συνεπειών.
120. Έτσι, σε μια περίπλοκη υπόθεση όπου, εξ ορισμού, η Επιτροπή θα χρειαζόταν χρόνο προκειμένου να διαπιστώσει τα νομικά και πραγματικά στοιχεία που είναι αναγκαία προς θεμελίωση της αποφάσεώς της, ο κοινοτικός δικαστής θα διέθετε ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα για να κρίνει την ήδη περίπλοκη αυτή υπόθεση, άλλως θα υπήρχε ο κίνδυνος το σωρευμένο αυτό χρονικό διάστημα να είναι πάρα πολύ μεγάλο!
121. Είναι πολύ αμφίβολο αν μια τέτοια αντίληψη είναι ικανή να ενισχύσει την προστασία των δικαιωμάτων των επιχειρήσεων.
122. Εξάλλου, η δικαστική προστασία θα κατέληγε τότε, για τις επιχειρήσεις, σε ένα είδος στοιχήματος που θα κέρδιζαν σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις. Πράγματι, ασκώντας προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της Επιτροπής, θα έθεταν σε κίνηση μια διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας μόνον η απόφαση του Δικαστηρίου απορρίπτουσα το σύνολο των λόγων που προέβαλαν θα μπορούσε να τις εμποδίσει να κερδίσουν στηριζόμενες στην παραβίαση της αρχής της εύλογης προθεσμίας, αν υποτεθεί, ασφαλώς, ότι η απόφαση αυτή θα εκδοθεί αρκετά γρήγορα.
123. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις - ακύρωση της αποφάσεως που ακολουθείται, ή όχι, από την έκδοση νέας αποφάσεως ή ακόμη αναίρεση της πρωτόδικης αποφάσεως με αναπομπή ενώπιον του Πρωτοδικείου - θα αρκούσε στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να συνεχίσουν, εφόσον τούτο χρειάζεται, να ασκούν προσφυγές έχοντας το βλέμμα, αν μπορώ να το πω, στο ημερολόγιο προκειμένου να μπορέσουν, την κατάλληλη στιγμή, να θέσουν τέρμα στη διαδικασία ρίχνοντας το «χαρτί» της εύλογης προθεσμίας.
124. Προσθέτω ότι μια τέτοια αντίληψη αγνοεί, κατ' εμέ, τον διαφορετικό χαρακτήρα μεταξύ της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής και της διαδικασίας ενώπιον του κοινοτικού δικαστή.
125. Πράγματι, ενώπιον της Επιτροπής τίθεται ένα σύνολο πραγματικών περιστατικών που καταλογίζονται στην επιχείρηση και ως προς τα οποία υπάρχει σχετική συζήτηση, κατ' αρχήν, τόσο ως προς την πραγματικότητα των εν λόγω περιστατικών όσο και ως προς τη νομική τους σημασία. Η συζήτηση αυτή ακολουθείται, ή όχι, από την έκδοση αποφάσεως εκ μέρους της Επιτροπής, αποφάσεως της οποίας τόσο η ίδια η αρχή όσο και το περιεχόμενο εξαρτώνται σε ορισμένο βαθμό από την εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής, η οποία έχει την ευθύνη εφαρμογής της κοινοτικής πολιτικής ανταγωνισμού.
126. Αντιθέτως, ο κοινοτικός δικαστής επιλαμβάνεται μιας συγκεκριμένης νομικής πράξεως, μιας αποφάσεως της Επιτροπής, κατά της οποίας διατυπώνονται ορισμένες συγκεκριμένες αιτιάσεις. Το ίδιο ισχύει, mutatis mutandis, στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως. Το ένδικο μέσο πρέπει να ασκηθεί εντός συγκεκριμένης προθεσμίας και το δικαιοδοτικό όργανο έχει την υποχρέωση να επιλύσει τη διαφορά.
127. Είναι αληθές, όπως διαπίστωσα ανωτέρω, ότι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, οι επιχειρήσεις έχουν το δικαίωμα η κατάστασή τους να ρυθμιστεί εντός εύλογης προθεσμίας. Ωστόσο, τούτο δεν συνεπάγεται ότι οι δύο διαδικασίες μπορούν να θεωρηθούν ισότιμες ενόψει της αρχής αυτής και, συνεπώς, μπορούν να σωρευθούν.
128. Επομένως, κακώς η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν προέβη στη σώρευση αυτή.
129. Το ίδιο ισχύει, κατ' εμέ, όσον αφορά τη διάκριση στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο καθόσον διέκρινε δύο φάσεις στη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής. Αντίθετα απ' ό,τι ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, δεν είναι δυνατό, πράγματι, να υποστηριχθεί ότι οι επιταγές της αρχής της εύλογης προθεσμίας είναι ίδιες πριν και μετά την ανακοίνωση των αιτιάσεων.
130. Πρέπει να υπογραμμιστεί συναφώς ότι, για να επαναλάβω τη φρασεολογία της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που παρέθεσε η αναιρεσείουσα, τα μέτρα ελέγχου που λαμβάνει η Επιτροπή βάσει του κανονισμού 17 πριν την ανακοίνωση των αιτιάσεων δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συνεπάγονται τη διάπραξη ποινικής παραβάσεως.
131. Πράγματι, ο ίδιος ο χαρακτήρας των μέτρων αυτών και η θέση τους στη χρονολογία λήψεως της αποφάσεως δείχνουν ότι, κατά τη στιγμή της θεσπίσεώς τους, η Επιτροπή δεν είναι ακόμη σε θέση να διατυπώσει αιτιάσεις κατά οποιουδήποτε, αλλά αναζητεί ακόμη τα πραγματικά περιστατικά τα οποία θα οδηγήσουν ενδεχομένως στην έκδοση της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, η οποία δεν θα απευθυνθεί κατ' ανάγκη στις επιχειρήσεις που αποτελούσαν αντικείμενο των μέτρων έρευνας.
132. Συναφώς, είναι εξάλλου αποκαλυπτικό το ότι τα άρθρα 11 και 14 του κανονισμού 17 τα οποία διέπουν, αντιστοίχως, τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών και τους ελέγχους προβαίνουν στη διάκριση μεταξύ των μέτρων τα οποία απλώς ζητεί η Επιτροπή και εκείνων τα οποία αποτελούν αντικείμενο αποφάσεως δεκτικής προσφυγής. Αυτό δείχνει σαφώς ότι τα διάφορα μέτρα μπορεί να έχουν διαφορετικό περιεχόμενο και, κατά συνέπεια, η απλή λήψη ενός οποιουδήποτε μέτρου έρευνας δεν μπορεί αυτομάτως να θέσει σε κίνηση την προστασία της εύλογης προθεσμίας.
133. Αντιθέτως, η επιχείρηση που είναι αποδέκτης μιας ανακοινώσεως των αιτιάσεων αποτελεί σαφώς το αντικείμενο πολύ συγκεκριμένης μομφής. Εξάλλου, η ανακοίνωση των αιτιάσεων συνεπάγεται την πρόθεση, εκ μέρους της Επιτροπής, να εκδώσει απόφαση κατά της εν λόγω επιχειρήσεως της οποίας η κατάσταση, επομένως, επηρεάζεται από την εφαρμογή της αρχής της εύλογης προθεσμίας.
134. Εξάλλου, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, κατά τη δεύτερη αυτή φάση αποφασίζεται η έκβαση της ενώπιόν της διαδικασίας. Όμως, αποδείχθηκε προηγουμένως ότι, για να εφαρμοστεί η αρχή της εύλογης προθεσμίας, το Πρωτοδικείο έπρεπε να εκτιμήσει αν η διάρκεια της διαδικασίας είχε επίπτωση επί της εκβάσεως της διαδικασίας. Είναι επομένως λογικό ότι, στην εφαρμογή της αρχής αυτής, αυτή η δεύτερη φάση ενέχει σημαντικότερη σημασία από ό,τι η προγενέστερη φάση.
135. Φρονώ ακόμη ότι η αρχή της εύλογης προθεσμίας δεν έχει εφαρμογή στη φάση αυτή. Συγκεκριμένα, αυτό προκύπτει, κατ' εμέ, από τις σκέψεις που αναπτύχθηκαν ανωτέρω σχετικά με τον λόγο υπάρξεως της αρχής αυτής. Όπως έχω αναφέρει, το ζήτημα είναι να αποφεύγεται μια μακρά αβεβαιότητα για τον πολίτη έναντι μιας κατηγορίας που διατυπώνεται εναντίον του.
136. Όμως, επιβάλλεται συναφώς η διαπίστωση ότι, το γεγονός και μόνον ότι είναι αποδέκτης μέτρων έρευνας που έλαβε η Επιτροπή δεν μετατρέπει μια επιχείρηση σε κατηγορούμενη. Πράγματι, το ίδιο το γεγονός ότι έχουν ληφθεί τέτοια μέτρα δείχνει ότι η Επιτροπή αναζητεί στοιχεία τα οποία μπορεί να της επιτρέψουν να προσδιορίσει αν συντρέχει περίπτωση διώξεως μιας επιχειρήσεως και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, να εξακριβώσει την επιχείρηση αυτή. Επομένως, η Επιτροπή δεν είναι ακόμη σε θέση, εξ ορισμού, να κατηγορήσει οποιονδήποτε στο στάδιο αυτό.
137. Στο πλαίσιο αυτό παρατηρώ ότι ο κανονισμός 17 επιβάλλει στις επιχειρήσεις την υποχρέωση να συνεργάζονται με την Επιτροπή όταν αυτή τους απευθύνει αποφάσεις διεξαγωγής ελέγχων. Επομένως, και ο κοινοτικός νομοθέτης θεώρησε ότι, στο στάδιο αυτό, η επιχείρηση δεν βρίσκεται στη θέση του κατηγορουμένου.
138. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι η εφαρμογή της αρχής της εύλογης προθεσμίας στο στάδιο αυτό της διαδικασίας θα έχει ως κακό αποτέλεσμα να ενθαρρύνει τις επιχειρήσεις να επιδεικνύουν τη μεγαλύτερη δυνατή αδράνεια στην εκτέλεση της υποχρεώσεως αυτής, καθόσον θα γνωρίζουν ότι κάθε αναβλητικός ελιγμός εκ μέρους τους θα αυξάνει τις πιθανότητες να επιτύχουν την ακύρωση μιας ενδεχόμενης αποφάσεως λόγω μη τηρήσεως εκ μέρους της Επιτροπής της εύλογης προθεσμίας.
139. Η Επιτροπή θα υποχρεωνόταν να εξετάζει τις υποθέσεις εντός προθεσμιών οι οποίες δεν θα της επέτρεπαν να στηρίξει ορθά την τελική της απόφαση.
140. Επομένως, καλώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι έπρεπε, για τον προσδιορισμό της διάρκειας της διαδικασίας, να γίνει διάκριση μεταξύ των διαφόρων φάσεων της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής.
141. Πρέπει, επομένως, το τέταρτο σκέλος του λόγου αυτού να απορριφθεί στο σύνολό του.
142. Το πέμπτο σκέλος του λόγου αναιρέσεως αντλείται από την εσφαλμένη αιτιολογία και την παράβαση της υποχρεώσεως εξετάσεως όλων των κριτηρίων εκτιμήσεως της εύλογης προθεσμίας.
143. Η αναιρεσείουσα υπενθυμίζει ότι, μεταξύ των διαφόρων κριτηρίων εκτιμήσεως της εύλογης προθεσμίας, περιλαμβάνεται εκείνο του διακυβεύματος της υποθέσεως για τις επιχειρήσεις. Όμως, το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε το κριτήριο αυτό όσον αφορά την περίοδο που είχε αρχίσει κατά την κοινοποίηση της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, παραλείποντας έτσι πλήρως, χωρίς αιτιολογία, να εξετάσει το εν λόγω κριτήριο, καθώς και τα άλλα, εκτός εκείνου της περιπλοκότητας της υποθέσεως, ενόψει της προγενέστερης περιόδου, την οποία ωστόσο το ίδιο το Πρωτοδικείο είχε εξακριβώσει.
144. Υπομνήσθηκε ανωτέρω ότι η περίοδος αυτή, η οποία προηγείται της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, διακρίνεται θεμελιωδώς, ενόψει της αρχής της εύλογης προθεσμίας, από την επόμενη φάση, για την οποία το Πρωτοδικείο εξέτασε το εν λόγω κριτήριο εκτιμήσεως.
145. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι δεν μπορεί να προσάπτεται στο Πρωτοδικείο ότι δεν εξέτασε το σύνολο των κριτηρίων εκτιμήσεως της εύλογης προθεσμίας για την περίοδο που προηγήθηκε της ανακοινώσεως των αιτιάσεων.
146. Ο λόγος αναιρέσεως που η αναιρεσείουσα προσπαθεί να αντλήσει από την εκ μέρους του Πρωτοδικείου μη αιτιολόγηση του σημείου αυτού στερείται επίσης ερείσματος. Συγκεκριμένα, στη σκέψη 132 της αποφάσεώς του, το Πρωτοδικείο εκθέτει τον λόγο για τον οποίο η δεύτερη φάση της διαδικασίας διακρίνεται της πρώτης υπογραμμίζοντας ότι η κοινοποίηση της ανακοινώσεως των αιτιάσεων προϋποθέτει την κίνηση της διαδικασίας αποσκοπούσας στη διαπίστωση παραβάσεως και δηλώνει τη βούληση της Επιτροπής να εκδώσει σχετική απόφαση.
147. Επιπλέον, υπέμνησε ότι μόνον από της ανακοινώσεως των αιτιάσεων μια επιχείρηση μπορεί να λάβει γνώση του αντικειμένου της διαδικασίας που κινήθηκε κατ' αυτής και της συμπεριφοράς που της προσάπτει η Επιτροπή. Το Πρωτοδικείο καταλήγει ότι οι επιχειρήσεις έχουν ειδικό συμφέρον να διεξαγάγει η Επιτροπή τη δεύτερη αυτή φάση της διαδικασίας με ιδιαίτερη επιμέλεια.
148. Επομένως, το Πρωτοδικείο εξέθεσε επαρκώς κατά νόμο τους λόγους της διαφοροποιημένης αναλύσεώς του των διαδοχικών φάσεων της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής.
149. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το πέμπτο σκέλος αυτού του λόγου αναιρέσεως στερείται ερείσματος.
150. Το έκτο σκέλος του λόγου αναιρέσεως αντλείται από την παράβαση των νομίμων κριτηρίων εκτιμήσεως της εύλογης προθεσμίας.
151. Η DSM παρατηρεί ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε ότι μια περίοδος αδρανείας πέραν των τριών ετών είναι υπερβολική, άνευ ετέρου . Δέχθηκε ένα ποινικό κριτήριο δύο ετών με την απόφασή του της 28ης Μαρτίου 1990, B. κατά Αυστρίας (σειρά Α αριθ. 175), σε υπόθεση στην οποία η διάρκεια ήταν τριάντα τρεις μήνες. Η εύλογη προθεσμία δεν μπορούσε επομένως να υπερβαίνει τα δύο έτη, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
152. Η παρούσα υπόθεση εμφανίζει κτυπητές αναλογίες με την απόφαση Γαρυφάλλου AEBE κατά Ελληνικής Δημοκρατίας , σχετική με υπόθεση στην οποία ο προσδιορισμός της ποινικής κατηγορίας διήρκεσε πέρα από έντεκα έτη, χρονικό διάστημα το οποίο κρίθηκε υπερβολικό από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
153. Με την προαναφερθείσα απόφασή του Baustahlgewebe κατά Επιτροπής (σκέψεις 45 έως 47), το Δικαστήριο απομόνωσε, όσον αφορά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου, δύο περιόδους αδρανείας τριάντα δύο και είκοσι τεσσάρων μηνών και έκρινε ότι η διαδικασία αυτή δεν πληρούσε την επιταγή της εύλογης προθεσμίας.
154. Η DSM υπογραμμίζει ότι, στην παρούσα υπόθεση, προβλήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου περίοδος αδρανείας της Επιτροπής η οποία διήρκεσε περίπου σαράντα ένα μήνες.
155. Προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι έκρινε, στη σκέψη 134 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς καμία αιτιολόγηση, ότι η απόφαση PVC ΙΙ εκδόθηκε από την Επιτροπή εντός εύλογης προθεσμίας ενώ παρήλθε χρονικό διάστημα πέντε ετών και επτά μηνών, δηλαδή εξήντα επτά μήνες μεταξύ των αποφάσεων PVC Ι και PVC ΙΙ. Επομένως, το Πρωτοδικείο παρέβη επίσης, χωρίς αιτιολόγηση, τη νομική του υποχρέωση εκτιμήσεως και εφαρμογής των νομίμων κριτηρίων της εύλογης προθεσμίας. Κατά την αναιρεσείουσα, το ύστατο σημείο της προθεσμίας αυτής είναι, στην προκειμένη περίπτωση, η 20ή Απριλίου 1999, ημέρα εκδόσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οπότε, έως την ημέρα αυτή παρήλθε χρονικό διάστημα δεκαπέντε ετών και επτά μηνών από τον Νοέμβριο 1983, σημείο ενάρξεως της προθεσμίας. Όμως, μια τέτοια προθεσμία είναι υπερβολική ενόψει όλων των κριτηρίων.
156. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η επιχειρηματολογία αυτή στηρίζεται σε δύο εσφαλμένες αρχές. Συγκεκριμένα, προϋποθέτει ότι έπρεπε να εφαρμοστεί η αρχή της εύλογης προθεσμίας στο σύνολο της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής, quod non, όπως έχω ήδη αναφέρει.
157. Ομοίως, οι υπολογισμοί, ή μάλλον οι προσθέσεις, στις οποίες προέβη η αναιρεσείουσα ασκούν επιρροή μόνον αν πρέπει να σωρευθούν οι φάσεις της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής με εκείνες ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, προσέγγιση που απέδειξα, νομίζω, ότι είναι επίσης εσφαλμένη.
158. Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί επιπλέον ότι, εν πάση περιπτώσει, το πρόβλημα που τίθεται δεν μπορεί να συνίσταται σε απλή σύγκριση μεταξύ της συνολικής διάρκειας της διαδικασίας και ενός οποιουδήποτε προκαθορισμένου κανόνα. Πράγματι, μια τέτοια προσέγγιση θα αγνοούσε τον κατ' εξοχήν μεταβλητό χαρακτήρα των εν λόγω διαδικασιών οι οποίες μπορεί να διαφέρουν τόσο ως προς τον αριθμό και την περιπλοκότητα των νομικών και πραγματικών προβλημάτων που ανακύπτουν όσο και ως προς τα ενδιαφερόμενα μέρη. Εξάλλου, η κατάσταση αυτή επαναλαμβάνεται σε όλα τα στάδια, διοικητικά ή δικαστικά, της διαδικασίας.
159. Σ' ένα τέτοιο πλαίσιο, θα ήταν παράλογο να θέλει κανείς να καθορίσει ex ante μια αποκλειστική διάρκεια αναφοράς σε σχέση με την οποία κάθε διαδικασία, ανεξάρτητα από τα δικά της χαρακτηριστικά, θα πρέπει να συγκρίνεται.
160. Επομένως, μόνο μια περιπτωσιολογική προσέγγιση μπορεί να επιτρέψει την εφαρμογή, στην πράξη, της αρχής της εύλογης προθεσμίας. Αντί να προστίθενται μηχανικά διαδοχικές χρονικές περίοδοι, αντιθέτως, πρέπει σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, να εξακριβώνεται αν το στάδιο αυτό εκπληρώθηκε εντός εύλογης προθεσμίας, αφού ληφθεί υπόψη τι πρέπει να αναμένει κανείς κατά νόμο από το στάδιο αυτό. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να γίνεται ατομική εξέταση κάθε φάσεως της διαδικασίας.
161. Κατ' αυτόν τον τρόπο, ουσιαστικά, ενήργησε το Πρωτοδικείο.
162. Ως προς την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει το τελευταίο, από τα προεκτεθέντα ανωτέρω προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε τις διακρίσεις στις οποίες προέβη για τον προσδιορισμό της διάρκειας της διαδικασίας. Όμως, εφόσον ο αβάσιμος χαρακτήρας της επιχειρηματολογίας της αναιρεσείουσας απορρέει ευθέως και υποχρεωτικά από τις διακρίσεις αυτές, το Πρωτοδικείο δεν όφειλε να αιτιολογήσει περαιτέρω το σημείο αυτό.
163. Ως προς τον παραλληλισμό τον οποίο η αναιρεσείουσα επιδιώκει με την προπαρατεθείσα απόφαση Γαρυφάλλου ΑΕΒΕ κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, είναι εν πάση περιπτώσει αλυσιτελής αφού από την απόφαση αυτή προκύπτει, αν υποτεθεί ότι έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, ότι το χρονικό διάστημα των έντεκα ετών είναι υπερβολικό. Όμως, κανένα χρονικό διάστημα αυτού του μεγέθους δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα υπόθεση, αν ληφθεί υπόψη ο εσφαλμένος χαρακτήρας των σωρεύσεων που προτείνει η αναιρεσείουσα.
164. Ως εκ τούτου, το έκτο σκέλος του λόγου αυτού πρέπει επίσης να απορριφθεί.
165. Πρέπει επομένως, κατ' εμέ, ο λόγος αυτός να απορριφθεί στο σύνολό του.
Επί του λόγου που αντλείται από την ακυρότητα των διαδικαστικών πράξεων που προηγήθηκαν της αποφάσεως
166. Η αναιρεσείουσα προβάλλει ακόμη ότι ότι τα αποτελέσματα της ακυρώσεως δεν εκτείνονται μόνον στην τελική απόφαση της Επιτροπής, αλλά και στο σύνολο των πράξεων που προηγήθηκαν αυτής. Συγκεκριμένα, αυτές οι τελευταίες πρέπει να θεωρηθούν ως αναπόσπαστο τμήμα της ακυρωθείσας πράξεως.
167. Βάλλει, επομένως, κατά της αναλύσεως που ανέπτυξε το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 183 έως 193 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
168. Παραθέτει, πρώτον, την πάγια νομολογία κατά την οποία το κύρος των προπαρασκευαστικών πράξεων δεν μπορεί να εκτιμηθεί παρά μόνο στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως κατά της τελικής πράξεως.
169. Δεύτερον, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί τη λυσιτέλεια της νομολογίας που επικαλείται το Πρωτοδικείο, επειδή αυτή αφορούσε διαφορετικές περιπτώσεις από την προκειμένη, δηλαδή την ακύρωση ενός κανονισμού, μιας οδηγίας ή ακόμη μιας αποφάσεως στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων. Επιπροσθέτως, η νομολογία αυτή δεν απέκλειε τη δυνατότητα η ακύρωση της τελικής αποφάσεως να θίγει το κύρος των προπαρασκευαστικών πράξεων.
170. Ωστόσο, δεν βλέπω τον λόγο για τον οποίο το γεγονός ότι το κύρος των πράξεων αυτών δεν μπορεί να αμφισβητηθεί παρά μόνο στο πλαίσιο προσφυγής κατά της τελικής αποφάσεως συνεπάγεται ότι η ακυρότητα της τελευταίας εκτείνεται στις εν λόγω προπαρασκευαστικές πράξεις.
171. Πράγματι, αν οι πράξεις αυτές δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτοτελούς προσφυγής ακυρώσεως, αυτό οφείλεται αποκλειστικά στο ότι, εφόσον δεν έχουν οριστικό αποτέλεσμα, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως βλαπτικές πράξεις.
172. Το ζήτημα των αποτελεσμάτων της ακυρώσεως μιας αποφάσεως επί του κύρους των προπαρασκευαστικών πράξεων εξαρτάται, όπως ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο, από το σκεπτικό της ακυρώσεως, πράγμα άλλωστε που δεν αμφισβητεί η αναιρεσείουσα.
173. Η διαπίστωση αυτή, η οποία άλλωστε δεν αποτελεί παρά την εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση του γενικού κανόνα του δεδικασμένου, επιβεβαιώνεται τόσο από τη νομολογία που παραθέτει το Πρωτοδικείο όσο και από εκείνη που επικαλείται η ίδια η αναιρεσείουσα.
174. Πράγματι, στα δικαστικά προηγούμενα που παραθέτει η αναιρεσείουσα , η ακυρότητα της αποφάσεως της Επιτροπής οφειλόταν, αντίθετα από την προκειμένη περίπτωση, σε διαδικαστική πλημμέλεια θίγουσα τις πράξεις που προηγήθηκαν της φάσεως της τελικής θεσπίσεως του κειμένου και, επομένως, λογικά συνεπάγονταν την υποχρέωση του εκδότη της αποφάσεως να θεραπεύσει την ακυρότητα που έθιγε τις εν λόγω προπαρασκευαστικές πράξεις, εκτός της προπαρατεθείσας υποθέσεως Ιταλία κατά Επιτροπής, όπου δεν υπήρξε ακύρωση ούτε της οριστικής αποφάσεως ούτε της προπαρασκευαστικής πράξεως.
175. Έτσι, η αναιρεσείουσα στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής όπου το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, μετά την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, το σύνολο της διαδικασίας έφερε το στίγμα της ελλείψεως νομιμότητας.
176. Ωστόσο, θα πρέπει η διαπίστωση αυτή να ανατοποθετηθεί στο πλαίσιο της εν λόγω αποφάσεως. Συγκεκριμένα, η ακυρότητα της αποφάσεως οφειλόταν στην ακυρότητα της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή την πρόσβαση στον φάκελο και όχι, όπως στην προκειμένη περίπτωση, έλλειψη αυθεντικότητας του τελικού κειμένου της αποφάσεως. Επομένως, κατ' ανάγκη έπεται ότι, αντλώντας τις συνέπειες της ακυρωτικής αποφάσεως, εναπέκειτο στην Επιτροπή να λάβει υπόψη τις αιτίες της ακυρώσεως και να τις θεραπεύσει, ενδεχομένως διενεργώντας εκ νέου τις διαδικαστικές πράξεις το ανυπόστατο των οποίων προκάλεσε την ακυρότητα της τελικής αποφάσεως.
177. Το ίδιο συμβαίνει και με τις άλλες αποφάσεις που παρέθεσε η αναιρεσείουσα. Έτσι, στην προαναφερθείσα υπόθεση Transocean Marine Paint κατά Επιτροπής, η μερική ακυρότητα της προσβληθείσας αποφάσεως οφειλόταν επίσης στις προπαρασκευαστικές πράξεις αυτής. Στις προπαρατεθείσες υποθέσεις British Aerospace και Rover κατά Επιτροπής και Ιταλία κατά Επιτροπής, επρόκειτο για την έκδοση από την Επιτροπή νέων αποφάσεων στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, στο πλαίσιο διαφορών σχετικών με την εκτέλεση προγενέστερων αποφάσεων, και όχι των συνεπειών μιας ακυρωτικής αποφάσεως.
178. Ναι μεν η απόφαση BASF κ.λπ. κατά Επιτροπής , την οποία παρέθεσε επίσης η αναιρεσείουσα, αφορούσε την ίδια αιτία ακυρώσεως με την παρούσα υπόθεση, ουδόλως προκύπτει όμως ότι το σύνολο των προπαρασκευαστικών πράξεων πρέπει να θεωρηθούν άκυρες.
179. Επομένως, καλώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι έπρεπε να προσδιοριστεί, υπό το φως του διατακτικού και του σκεπτικού της αποφάσεως του Δικαστηρίου σχετικά με την απόφαση PVC Ι, το αποτέλεσμα της ακυρώσεως αυτής επί των προπαρασκευαστικών πράξεων.
180. Όμως, η ακύρωση αυτή απέρρεε από μόνο το γεγονός της εκ μέρους της Επιτροπής παραβάσεως των διαδικαστικών κανόνων που διέπουν αποκλειστικά τις λεπτομέρειες οριστικής εκδόσεως της αποφάσεως. Η ακυρότητα δεν μπορούσε να εκτείνεται στα διαδικαστικά στάδια που προηγήθηκαν της επελεύσεως αυτής της διαδικαστικής πλημμέλειας και στα οποία οι εν λόγω κανόνες δεν είχαν εφαρμογή.
181. Επομένως, η κατάσταση ήταν ανάλογη με εκείνη που αποτέλεσε αντικείμενο της αποφάσεως Ισπανία κατά Επιτροπής , που παρέθεσε το Πρωτοδικείο, στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαδικασία που αποβλέπει στην αντικατάσταση της ακυρωθείσας πράξεως μπορούσε να επαναληφθεί από το συγκεκριμένο σημείο κατά το οποίο συνέβη η παρανομία.
182. Επομένως, το Πρωτοδικείο δεν διέπραξε νομική πλάνη κρίνοντας ότι η ακυρότητα της αποφάσεως PVC Ι δεν εκτεινόταν στις πράξεις που προηγήθηκαν της ακυρωθείσας αποφάσεως.
183. Ο λόγος αυτός πρέπει, επομένως, να απορριφθεί.
Επί του λόγου αναιρέσεως που αντλείται από την πλημμελή διαδικασία εκδόσεως της αποφάσεως PVC ΙΙ
184. Η αναιρεσείουσα αναπτύσσει στο πλαίσιο αυτό μια επιχειρηματολογία η οποία διαιρείται σε δύο σκέλη σχετικά, αντιστοίχως, με τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας και τη διαβούλευση της συμβουλευτικής επιτροπής.
185. Με το πρώτο σκέλος, προβάλλει ότι, εκδίδοντας την απόφαση PVC ΙΙ χωρίς να ακούσει προηγουμένως τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, η Επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας των οποίων η τήρηση επιβάλλεται για την έκδοση οποιασδήποτε πράξεως που μπορεί να προκαλέσει βλάβη.
186. Η ανάλυση αυτή επιβεβαιώνεται με την προπαρατεθείσα απόφαση Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής.
187. Αντίθετα προς την αιτιολογία που περιλαμβάνεται στις σκέψεις 261 έως 264 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η θεμελιώδης αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας δεν μπορούσε να οριοθετηθεί και ακόμη λιγότερο να περιοριστεί από τους κανονισμούς 17 και 99/63, λόγω της υπεροχής των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου επί του παραγώγου δικαίου.
188. Επομένως, εσφαλμένως το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το περιεχόμενο της αρχής αυτής περιοριζόταν στην υποχρέωση να παρασχεθεί σε καθεμία από τις επιχειρήσεις η δυνατότητα να γνωστοποιήσει την άποψή της «επί του υποστατού και της κρισιμότητας των επιμάχων πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων και επί των εγγράφων» τα οποία έλαβε υπόψη της η Επιτροπή προς στήριξη του ισχυρισμού της ότι συντρέχει περίπτωση παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου.
189. Μια τέτοια θέση ισοδυναμεί με άρνηση του δικαιώματος των επιχειρήσεων να αποφανθούν λυσιτελώς επί των ουσιαστικών και διαδικαστικών κανόνων που έχουν εφαρμογή, επί της νομολογίας, επί του οικονομικού πλαισίου, κ.λπ., και έρχεται σε αντίθεση προς τη νομολογία του Πρωτοδικείου και προς την εκτίμηση που αυτό προέβη στις σκέψεις 1021 και 1022 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με την πρόσβαση στον φάκελο.
190. Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση, οι επιχειρήσεις μπορούσαν να επηρεάσουν την εκτίμηση του σώματος των επιτρόπων καθιστώντας γνωστά τα επιχειρήματά τους ως προς την αναγκαιότητα και τη σκοπιμότητα εκδόσεως της αποφάσεως PVC ΙΙ, την παρέλευση του χρόνου, την αρχή non bis in idem, τις τροποποιήσεις των κανόνων που έχουν εφαρμογή στον τομέα εκδόσεως αποφάσεων.
191. Η αναιρεσείουσα προσθέτει ότι μπορούσε επίσης να επικαλεστεί τις νομολογιακές εξελίξεις που επήλθαν μεταξύ των αποφάσεων PVC Ι και PVC ΙΙ, είτε πρόκειται για αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή της κοινοτικής νομολογίας σχετικά με την έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής. Στο πλαίσιο αυτό αναφέρει ότι, στη σκέψη 27 της αποφάσεως PVC ΙΙ, η ίδια η Επιτροπή αναφέρεται σε απόφαση του 1991.
192. Η DSM υπογραμμίζει συναφώς ότι κακώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η απόφαση PVC ΙΙ δεν περιείχε καμία νέα αιτίαση σε σχέση με την απόφαση PVC Ι. Αντίθετα, η σύγκριση μεταξύ των δύο πράξεων αποκαλύπτει πολλές διαφορές. Οι διαφορές αυτές δεν είναι απλώς συντακτικής φύσεως, αλλά αντιθέτως συνιστούν νέα περιστατικά ή περιστάσεις επί των οποίων οι επιχειρήσεις έπρεπε να κληθούν να διατυπώσουν τη γνώμη τους χωρίς να πρέπει να προσδιοριστεί αν τα νέα αυτά περιστατικά έπρεπε να χαρακτηριστούν ως αιτιάσεις. Πράγματι, η επέλευση και μόνον των νέων αυτών περιστατικών συνεπάγεται την υποχρέωση ακροάσεων των επιχειρήσεων.
193. Τί πρέπει να σκεφθεί κανείς για την επιχειρηματολογία αυτή;
194. Επιβάλλεται ευθύς εξ αρχής η υπόμνηση ότι, όπως αποδείχθηκε ανωτέρω, το κύρος των προπαρασκευαστικών πράξεων που πραγματοποιήθηκαν πριν την αυθεντική κύρωση του κειμένου της αποφάσεως δεν επηρεάστηκε από την ακύρωση της αποφάσεως PVC Ι.
195. Επομένως, αντίθετα απ' ό,τι αφήνει να νοηθεί η DSM, οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις είχαν ακουστεί και είχαν τη δυνατότητα να προβάλουν τα επιχειρήματά τους σχετικά με τις αιτιάσεις που διατύπωσε κατ' αυτών η Επιτροπή.
196. Το ζήτημα που τίθεται είναι, επομένως, το εξής: είχε ωστόσο η Επιτροπή την υποχρέωση να προβεί σε δεύτερη ακρόαση των εν λόγω επιχειρήσεων;
197. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι μια τέτοια υποχρέωση δεν απορρέει ούτε από τον κανονισμό 17 ούτε από τον κανονισμό 99/63. Συγκεκριμένα, από τα κείμενα αυτά αδιαμφισβήτητα προκύπτει ότι η Επιτροπή οφείλει να παράσχει στις επιχειρήσεις κατά των οποίων στρέφεται η ανακοίνωση των αιτιάσεων την ευκαιρία να διατυπώσουν την άποψή τους επί των αιτιάσεων που τους προσάπτονται.
198. Διευκρινίζεται επίσης ότι η Επιτροπή, με την απόφασή της, λαμβάνει υπόψη εκείνες μόνον τις αιτιάσεις για τις οποίες οι επιχειρήσεις είχαν τη δυνατότητα να καταστήσουν γνωστή την άποψή τους.
199. Επομένως, αν η απόφαση της Επιτροπής δεν περιέχει νέες αιτιάσεις σε σχέση με εκείνες που αποτέλεσαν αντικείμενο ακροάσεως των επιχειρήσεων, οι κανονισμοί δεν επέβαλλαν την πραγματοποίηση δεύτερης ακροάσεως.
200. Συναφώς, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε στις σκέψεις 252 και 266 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι η απόφαση PVC ΙΙ περιέχει νέες αιτιάσεις.
201. Είναι αληθές ότι, με την αίτηση αναιρέσεως, η DSM αμφισβητεί τη διαπίστωση αυτή. Ωστόσο, φρονώ ότι τούτο είναι μάταιο. Συγκεκριμένα, σε καμία στιγμή δεν παραθέτει οποιαδήποτε αιτίαση η οποία είναι νέα σε σχέση με την ακρόαση του 1988. Απαριθμεί ασφαλώς σειρά τροποποιήσεων στα κείμενα μεταξύ των αποφάσεων PVC Ι και PVC ΙΙ χωρίς ωστόσο να αποδεικνύει σε τι η διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι οι εν λόγω τροποποιήσεις δεν συνιστούν αιτιάσεις είναι εσφαλμένη.
202. Όμως, στην αναιρεσείουσα απόκειται να αποδείξει την ύπαρξη νέων αιτιάσεων, αφού η ρήση actori incumbit probatio έχει εφαρμογή.
203. Αντ' αυτού, η αναιρεσείουσα προσπαθεί να αποδείξει ότι το ζήτημα αν τα νέα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην απόφαση PVC ΙΙ πρέπει ή όχι να χαρακτηριστούν ως αιτιάσεις δεν ασκεί επιρροή. Πράγματι, κατά την DSM, το απλό γεγονός της υπάρξεως των νέων αυτών περιστάσεων, καθώς και η πρόθεση της Επιτροπής να εκδώσει νέα απόφαση, επαρκούσαν για να συνεπάγονται την υποχρέωση εκ νέου ακροάσεώς της.
204. Όπως έχω αναφέρει, μια τέτοια απαίτηση δεν βρίσκει έρεισμα στους κανονισμούς 17 και 99/63 αφού αυτοί επιβάλλουν αποκλειστικά να παρασχεθεί στις επιχειρήσεις η ευκαιρία να διατυπώσουν την άποψή τους σχετικά με τις αιτιάσεις που τους απευθύνονται και όχι για κάθε νέα περίσταση.
205. Πάντως, ορθώς η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι τα δικαιώματα άμυνας, των οποίων ο σεβασμός αποτελεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, δεν μπορούν να περιορίζονται από πράξεις του παραγώγου δικαίου, όπως είναι οι προπαρατεθέντες κανονισμοί.
206. Συνέπεται ωστόσο ότι πρέπει αυτά να ερμηνεύονται ως συνεπαγόμενα, στην προκειμένη περίπτωση, την ύπαρξη υποχρεώσεως της Επιτροπής να συμβουλευθεί εκ νέου τις εν λόγω επιχειρήσεις; Δεν το νομίζω.
207. Αντιθέτως, μια τέτοια απαίτηση θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητα διασταλτική ερμηνεία της έννοιας των δικαιωμάτων άμυνας.
208. Πράγματι, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αρχή αυτή επιβάλλει όπως στο πρόσωπο κατά του οποίου η Επιτροπή κίνησε διοικητική διαδικασία δόθηκε η δυνατότητα, κατά τη διαδικασία αυτή, να διατυπώσει λυσιτελώς την άποψή του ως προς το υποστατό και το βάσιμο των περιστατικών και περιστάσεων που προβάλλονται και ως προς τα έγγραφα που έλαβε υπόψη η Επιτροπή προς στήριξη του ισχυρισμού της ότι συντρέχει παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.
209. Ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας συνεπάγεται, επομένως, ότι οι επιχειρήσεις είχαν τη δυνατότητα να προβάλουν τα επιχειρήματά τους ως προς τις συμπεριφορές που τους προσάπτονται. Αντιθέτως, δεν βαίνει μέχρι του σημείου να επιβάλλει όπως οι επιχειρήσεις διατυπώνουν την άποψή τους επί όλων των άλλων πτυχών της δράσεως της Επιτροπής.
210. Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή ορθώς υπενθυμίζει ότι η απόφαση PVC ΙΙ αφορά αποκλειστικά τις συμπεριφορές που αναπτύχθηκαν μεταξύ 1980 και 1984 και για τις οποίες οι επιχειρήσεις είχαν κάθε ευχέρεια να διατυπώσουν την άποψή τους.
211. Το γεγονός ότι, από τότε, υπήρξαν εξελίξεις στο πραγματικό και νομικό πλαίσιο δεν ασκεί επιρροή ενόψει του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας. Τα δικαιώματα αυτά διασφαλίστηκαν με την ακρόαση για τις αιτιάσεις που αποτελούν το αντικείμενο της προσβληθείσας αποφάσεως.
212. Αντιθέτως, η αξίωση της αναιρεσείουσας που επιθυμεί να διατυπώσει τη γνώμη της επί όλων των μεταγενέστερων εξελίξεων, καθώς και για την αναγκαιότητα και σκοπιμότητα της αποφάσεως, εμπίπτει μάλλον στο δικαίωμα συναποφάσεως το οποίο δεν μπορεί να απορρέει από τα δικαιώματα άμυνας.
213. Στο πλαίσιο αυτό υπογραμμίζω ότι η αναιρεσείουσα, ζητώντας στην προκειμένη περίπτωση να διατυπώσει παρατηρήσεις επί του σχεδίου αποφάσεως, αποβλέπει στην πράξη να συμμετάσχει στη λήψη της αποφάσεως κατά ένα τρόπο πολύ πιο έντονο απ' ό,τι επιβάλλουν τόσο οι κανονισμοί όσο και η νομολογία του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, τόσο οι κανονισμοί όσο και η νομολογία επιβάλλουν όπως οι επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα να σχολιάζουν τις διατυπωθείσες εναντίον τους αιτιάσεις. Αντιθέτως, ουδόλως προβλέπουν ότι το σχέδιο της τελικής αποφάσεως πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο κατ' αντιδικία εξετάσεως με τις επιχειρήσεις.
214. Αντιθέτως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι μια τέτοια απαίτηση είναι ασυμβίβαστη με το σύστημα που προβλέπει ο κανονισμός 17 .
215. Η πιθανότητα ότι, με την παρέλευση του χρόνου, υπήρξαν νομολογιακές εξελίξεις δεν αναιρεί τα προηγούμενα συμπεράσματα. Πράγματι, τέτοιες εξελίξεις, τις οποίες η αναιρεσείουσα αναφέρει άλλωστε χωρίς να δώσει την ελάχιστη διευκρίνιση ως προς το περιεχόμενό τους, μπορούν να επέλθουν οποιαδήποτε στιγμή της διαδικασίας και δεν μπορεί να απαιτείται από την Επιτροπή να διοργανώνει κάθε φορά νέα ακρόαση. Τούτο ισχύει ακόμη περισσότερο αφού τέτοιες εξελίξεις δεν συνεπάγονται καμία υποχρέωση για την Επιτροπή να τροποποιήσει την απόφαση που πρόκειται να εκδώσει.
216. Το ίδιο ισχύει ως προς τις ενδεχόμενες τροποποιήσεις του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής, που επίσης επικαλείται η αναιρεσείουσα. Τέτοιες τροποποιήσεις ασκούν ακόμη λιγότερη επιρροή αφού, εξ ορισμού, δεν μπορούν να αφορούν τις αιτιάσεις που προσάπτονται στις επιχειρήσεις.
217. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού είναι αβάσιμο.
218. Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υπογραμμίζει ότι βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 17, η συμβουλευτική επιτροπή συμπράξεων και δεσποζουσών θέσεων εκφέρει γνώμη πριν από κάθε απόφαση σε διαδικασία παραβάσεως.
219. Η εκ μέρους του Πρωτοδικείου παραπομπή στο άρθρο 1 του κανονισμού 99/63, καθώς και στην απόφαση Hoechst κατά Επιτροπής είναι εσφαλμένη.
220. Προσθέτει ότι κακώς επίσης το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δεν υπήρξαν ουσιαστικές τροποποιήσεις μεταξύ των δύο αποφάσεων. Στην πραγματικότητα, η Επιτροπή προέβη σε αρκετές σημαντικές τροποποιήσεις. Όμως, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το ίδιο το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι θα έπρεπε να είχε ζητηθεί η γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής αν υπήρχαν τέτοιες τροποποιήσεις.
221. Τέλος, το Πρωτοδικείο αγνόησε τη σημασία της υποχρεώσεως θεσμικής συνεργασίας που βαρύνει την Επιτροπή. Όμως, η διαβούλευση της επιτροπής αποτελεί την εγγύηση σεβασμού αυτής της υποχρεώσεως.
222. Υπενθυμίζω, κατ' αρχάς, ότι έχει ήδη αποδειχθεί ότι οι προπαρασκευαστικές πράξεις της αποφάσεως δεν εθίγησαν από την ακύρωση της τελευταίας. Επομένως, η συμβουλευτική επιτροπή διατύπωσε γνώμη πριν την έκδοση της αποφάσεως PVC ΙΙ.
223. Το μόνο ζήτημα το οποίο τίθεται, επομένως, είναι κατά πόσον η Επιτροπή είχε υποχρέωση να διοργανώσει δεύτερη διαβούλευση της συμβουλευτικής επιτροπής.
224. Από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 17 προκύπτει ότι η Επιτροπή εκπληρώνει την αποστολή της σε στενή συνεργασία με τις αρχές των κρατών μελών. Το άρθρο 10 του κανονισμού διευκρινίζει ρητά ότι η συμβουλευτική επιτροπή αποφαίνεται επί του προσχεδίου της αποφάσεως.
225. Εκ τούτου έπεται ότι δεν είναι υποχρεωτικό να επιληφθεί του οριστικού κειμένου της αποφάσεως. Άλλωστε, αυτό επιβεβαιώνεται από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 99/63, όπου διευκρινίζεται ότι η εξέταση του φακέλου εκ μέρους της Επιτροπής μπορεί να συνεχιστεί μετά τη διαβούλευση της συμβουλευτικής επιτροπής.
226. Είναι ωστόσο αληθές ότι η διαβούλευση αυτή θα ήταν χωρίς αντικείμενο αν η τελική απόφαση διέφερε θεμελιωδώς από το κείμενο που είχε υποβληθεί στη συμβουλευτική επιτροπή.
227. Επομένως, καλώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ασκούσε επιρροή το γεγονός ότι η απόφαση PVC ΙΙ δεν είχε ουσιώδεις τροποποιήσεις σε σχέση με την απόφαση PVC Ι. Συμμερίζομαι συναφώς την ανάλυσή του. Πράγματι, δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν ουσιώδεις τροποποιήσεις όπως η απάλειψη δύο αιτιολογικών σκέψεων οι οποίες δεν υπήρχαν σε μια από τις γλωσσικές διατυπώσεις ή ακόμη το γεγονός ότι αφαιρέθηκαν από τον πίκακα αποδεκτών οι μη ενδιαφερόμενες από την ακύρωση της προγενέστερης αποφάσεως επιχειρήσεις.
228. Το ίδιο ισχύει για την προσθήκη μιας νομολογιακής παραπομπής στο σημείο 27 της αποφάσεως, αφού η παραπομπή αυτή επιβεβαιώνει εκείνην που υπήρχε ήδη προηγουμένως, καθώς και τα επιχειρήματα σχετικά με την παραγραφή , τα οποία, εν προκειμένω, δεν αφορούσαν ούτε το υποστατό των περιστατικών των οποίων έγινε επίκληση ούτε τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής αναλύσεως στην οποία προέβη η Επιτροπή.
229. Το συμπέρασμα του Πρωτοδικείου, κατά το οποίο, ελλείψει ουσιώδους τροποποιήσεως της αποφάσεως, δεν επιβαλλόταν νέα διαβούλευση της συμβουλευτικής επιτροπής, δεν φέρει επομένως το στίγμα νομικής πλάνης.
230. Εξάλλου, τούτο επιβεβαιώνεται κατ' αναλογία προς την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία η εκ νέου διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επιβάλλεται οσάκις η τελικώς θεσπισθείσα πράξη αποκλίνει ουσιωδώς από εκείνην επί της οποίας το Κοινοβούλιο είχε ήδη γνωμοδοτήσει . Πράγματι, δεν βλέπω γιατί να μην εφαρμοστεί mutatis mutandis, αν όχι κατά μείζονα λόγο, η νομολογία αυτή στη διαβούλευση με τη συμβουλευτική επιτροπή συμπράξεων και δεσποζουσών θέσεων.
231. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το δεύτερο σκέλος αυτού του λόγου πρέπει να απορριφθεί.
232. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος στο σύνολό του.
Επί του λόγου που αντλείται από την ανεπαρκή αιτιολογία
233. Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι, στις σκέψεις 386 έως 390 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεώς του, αιτιολόγησε κακώς την απόρριψη του λόγου που αυτή είχε αντλήσει από την παράβαση, εκ μέρους της Επιτροπής, της υποχρεώσεως της αιτιολογήσεως της προσλβηθείσας αποφάσεως.
234. Προβάλλει ότι αυτή έπρεπε να περιλαμβάνει αιτιολόγηση σχετικά με την καθυστέρηση με την οποία η Επιτροπή αποφάνθηκε, τη διαδικαστική επιλογή να μην προβεί σε νέα ανακοίνωση των αιτιάσεων ούτε να ακούσει τους διαδίκους, τη χρήση των εγγράφων που ανακαλύφθηκαν στο πλαίσιο χωριστής έρευνας ή των αποδείξεων που συνελέγησαν κατά παραβίαση της αρχής «ουδείς εαυτόν ένοχον ποιεί», την άρνησή της να επιτρέψει την πρόσβαση στον φάκελο υπό όρους σύμφωνους προς τη νομολογία, την επιβολή προστίμου που βασιζόταν σε πραγματική πλάνη και το συμπέρασμα ότι η απόφαση PVC Ι είναι έγκυρη έναντι της Norsk Hydro AS.
235. Όμως, το Πρωτοδικείο δεν εξήγησε επαρκώς την εκ μέρους του απόρριψη αυτού του επιχειρήματος.
236. Η άποψη της αναιρεσείουσας δεν με πείθει.
237. Συναφώς, υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία, η υποχρέωση αιτιολογήσεως μιας πράξεως έχει ως σκοπό να επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που αποτελούν τη βάση της εν λόγω πράξεως προκειμένου να την αμφισβητήσουν, ενδεχομένως, και στον δικαστή να ασκήσει τον έλεγχό του ως προς τη νομιμότητα της πράξεως .
238. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να εκθέτει κατά τρόπο επαρκή, τη φύση της παραβάσεως που προσάπτεται στον αποδέκτη της αποφάσεως, τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή κρίνει ότι βρίσκεται ενώπιον μιας τέτοιας παραβάσεως και τις υποχρεώσεις που προτίθεται να επιβάλει στον αποδέκτη.
239. Όμως, ουδόλως προκύπτει από την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε η αναιρεσείουσα ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση αυτή στην παρούσα υπόθεση. Πράγματι, η DSM δεν ισχυρίζεται ότι το κείμενο της αποφάσεως δεν της επέτρεπε να κατανοήσει χωρίς δυσχέρεια τον χαρακτήρα των αιτιάσεων που της προσήψε η Επιτροπή, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο τις δικαιολόγησε.
240. Επομένως, επιβάλλεται να συναχθεί ότι η αναιρεσείουσα δεν αποδεικνύει παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που υπέχει η Επιτροπή.
241. Εξάλλου, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή, με την απόφασή της, δεν αντέκρουσε το σύνολο των αιτιάσεων που διατύπωσε η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, αφού η αιτιολογία πληροί τις εκτεθείσες ανωτέρω προϋποθέσεις.
242. Συγκεκριμένα, η υποχρέωση αιτιολογήσεως δεν μπορεί να περιλαμβάνει, άλλως θα παρέλυε η άσκηση κάθε εξουσίας προς λήψη αποφάσεως, την υποχρέωση απορρίψεως εκ των προτέρων του συνόλου των αιτιάσεων που μπορούσαν να διατυπωθούν στο στάδιο της δικαστικής προσφυγής.
243. Αν αιτιάσεις όπως αυτές που παραθέτει η αναιρεσείουσα αποδεικνύονταν βάσιμες, θα μπορούσε να αμφισβητηθεί το βάσιμο της αποφάσεως. Αντιθέτως, δεν θα προέκυπτε απ' αυτό ότι η αιτιολογία της αποφάσεως δεν μπορούσε να επιτρέψει στην αναιρεσείουσα να κατανοήσει το ληφθέν έναντι αυτής μέτρο και τους προβληθέντες λόγους προς δικαιολόγησή του, ανεξαρτήτως του αν αυτοί ήσαν ορθοί ή όχι.
244. Το Πρωτοδικείο δεν είπε κάτι διαφορετικό στη σκέψη 389 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου αναφέρει ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν δίνει καμία εξήγηση όσον αφορά τις παρατεθείσες ανωτέρω αιτιάσεις δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως, αφού τα επιχειρήματα αυτά αποβλέπουν, κατ' ουσίαν, στην αμφισβήτηση του βασίμου της εκτιμήσεως της Επιτροπής όσον αφορά τα διάφορα αυτά ζητήματα. Όμως, μια τέτοια διαπίστωση η οποία αφορά την εξέταση του βασίμου της αποφάσεως, δεν ασκεί επιρροή στο πλαίσιο της εξετάσεως του επαρκούς ή όχι χαρακτήρα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης πράξεως.
245. Εκ τούτου έπεται ότι η αιτίαση ως προς την ανεπαρκή αιτιολογία της αποφάσεως του Πρωτοδικείου επί του σημείου αυτού είναι αβάσιμη.
246. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Επί του λόγου που αντλείται από το απαραβίαστο της κατοικίας
247. Η αναιρεσείουσα υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο έκρινε, με τις αποφάσεις του Hoechst κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, Dow Benelux κατά Επιτροπής και Dow Chemical Ibérica κ.λπ. κατά Επιτροπής , ότι η αρχή του απαραβιάστου της κατοικίας, καθιερωθείσα με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, δεν έχει εφαρμογή στους χώρους ασκήσεως εμπορικών δραστηριοτήτων. Όμως, από μεταγενέστερη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προκύπτει ότι η προστασία που παρέχει η διάταξη αυτή εκτείνεται και στους επαγγελματικούς χώρους.
248. Κακώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η «εξέλιξη» αυτή δεν έχει «άμεση επίπτωση» στις λύσεις που απορρέουν από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου.
249. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, οι επιταγές του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, ερμηνευομένου υπό το φως των κριτηρίων της προπαρατεθείσας αποφάσεως Niemietz, αγνοήθηκαν ρητώς: η εντολή βάσει της οποίας διενεργήθηκε ο έλεγχος στα γραφεία της αναιρεσείουσας ήταν πάρα πολύ αόριστη και ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιήθηκε ο έλεγχος συνιστούσε δυσανάλογη παραβίαση του επαγγελματικού απορρήτου.
250. Το Πρωτοδικείο εξέτασε τα δύο αυτά ζητήματα υπό το φως ενός εσφαλμένου νομικού κριτηρίου, στηριζόμενο σε μια «γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου» αντί να εφαρμόσει το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν κατέληξε στο παράνομο των εν λόγω ελέγχων και, επομένως, στην αδυναμία της Επιτροπής να χρησιμοποιήσει τις κατ' αυτόν τον τρόπο ληφθείσες αποδείξεις.
251. Υπέμνησα ήδη ότι, τόσο από τη νομολογία όσο και από τη Συνθήκη, προκύπτει ότι βάσει της γενικής αρχής του κοινοτικού δικαίου η Κοινότητα σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως είναι το απαραβίαστο της κατοικίας, που καθιερώνει το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Επομένως, δεν μπορεί να προσάπτεται στο Πρωτοδικείο ότι κατανόησε τον λόγο της αναιρεσείουσας ως αναφερόμενο στην παραβίαση θεμελιώδους αρχής που καθιερώνει η νομολογία του Δικαστηρίου.
252. Θα συνέβαινε διαφορετικά μόνον αν προέκυπτε ότι η προστασία ενός θεμελιώδους δικαιώματος διακυβεύθηκε επειδή η αρχή του κοινοτικού δικαίου που εφάρμοσε το Πρωτοδικείο έχει στενότερο περιεχόμενο από το θεμελιώδες δικαίωμα του οποίου προβάλλεται η προσβολή.
253. Αυτό επιδιώκει να αποδείξει στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, αφήνοντας να νοηθεί ότι η νομολογία του Δικαστηρίου που εφάρμοσε το Πρωτοδικείο έχει ξεπεραστεί από την εξέλιξη της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
254. Προς τούτο, στηρίζεται στη σκέψη 30 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Dow Benelux κατά Επιτροπής , όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ δεν είχε εφαρμογή στους επαγγελματικούς χώρους, αντιπαραθέτοντάς την προς την απόφαση Niemietz κατά Γερμανίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
255. Ωστόσο, η αναιρεσείουσα παρασιωπά τη σκέψη 30 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Dow Benelux κατά Επιτροπής, στην οποία ορθώς το Πρωτοδικείο στήριξε την κρίση που περιλαμβάνεται στη σκέψη 420 της αποφάσεώς του, την οποία επικρίνει η αναιρεσείουσα. Στη σκέψη αυτή το Δικαστήριο εκφράστηκε ως εξής:
«Σε όλα τα νομικά συστήματα των κρατών μελών, οι παρεμβάσεις της δημόσιας αρχής στη σφαίρα της ιδιωτικής δραστηριότητας κάθε προσώπου, είτε φυσικού είτε νομικού, πρέπει να είναι νομικώς θεμελιωμένες και να δικαιολογούνται από λόγους προβλεπόμενους από το νόμο και, όπως είναι επόμενο, τα συστήματα αυτά προβλέπουν, καίτοι με διαφορές ως προς τις λεπτομέρειες, την προστασία έναντι παρεμβάσεων που είναι αυθαίρετες ή δυσανάλογα επαχθείς. Επομένως, η ανάγκη μιας τέτοιας προστασίας πρέπει να αναγνωριστεί ως γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου.»
256. Επομένως, έστω και αν το Δικαστήριο θεώρησε ότι το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ δεν είχε εφαρμογή στους χώρους των επιχειρήσεων, δεν έκρινε ωστόσο ότι οι χώροι αυτοί δεν χρήζουν καμιάς προστασίας και, αντιθέτως, προσδιόρισε τις αρχές που διέπουν την προστασία αυτή.
257. Επομένως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, εφόσον τα νομικά πρόσωπα προστατεύονταν σε κάθε περίπτωση κατά το κοινοτικό δίκαιο, η εξέλιξη της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επί του σημείου αυτού δεν είχε στην προκειμένη περίπτωση άμεση επιρροή.
258. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα σε καμιά στιγμή δεν αποδεικνύει σε τι η αρχή του κοινοτικού δικαίου που συνήγαγε το Δικαστήριο θα είχε λιγότερο προστατευτικό χαρακτήρα από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, ακόμη και υπό το φως της προπαρατεθείσας αποφάσεως Niemietz κατά Γερμανίας.
259. Άλλωστε, θα δυσκελευόταν πάρα πολύ, κατ' εμέ, να προβεί σε μια τέτοια απόδειξη. Πράγματι, ούτε η ανάγνωση της ΕΣΔΑ ούτε η ανάλυση της παρατεθείσας νομολογίας δικαιολογούν, κατ' εμέ, ένα τέτοιο συμπέρασμα.
260. Συναφώς, αρκεί, για παράδειγμα, η παρατήρηση ότι, μεταξύ των κριτηρίων που δέχθηκε το Δικαστήριο, περιλαμβάνονται η νομική θεμελίωση του μέτρου και η αιτιολόγησή του από λόγους προβλεπόμενους κατά νόμο, πράγμα που θυμίζει τη φρασεολογία του άρθρου 8, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ το οποίο αναφέρει την «επέμβαση προβλεπόμενη υπό του νόμου», η οποία είναι «αναγκαία» σε μια δημοκρατική κοινωνία.
261. Η αναιρεσείουσα επικαλείται ακόμη δύο επιχειρήματα τα οποία αποδεικνύουν κατ' αυτήν, την προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματός της στην προκειμένη περίπτωση.
262. Πρώτον, επικαλείται τον αδικαιολόγητα γενικό χαρακτήρα της εντολής βάσει της οποίας διενεργήθηκαν οι επίδικοι έλεγχοι. Οι όροι που χρησιμοποιήθηκαν δεν επέβαλαν κανένα όριο στη δράση της Επιτροπής.
263. Πάντως, ορθώς το Πρωτοδικείο υπέμνησε ότι, βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, οι έλεγχοι που πραγματοποιούνται με απλή εντολή βασίζονται στην εκούσια συνεργασία των επιχειρήσεων. Εφόσον μια επιχείρηση όντως συνεργάστηκε σε έλεγχο διενεργηθέντα κατόπιν εντολής, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν μπορεί, χωρίς να προσκομίσει κανένα στοιχείο με το οποίο να αποδεικνύει ότι η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της συνεργασίας την οποία προσέφερε η επιχείρηση, να επικαλείται υπερβολική ανάμιξη της δημόσιας αρχής.
264. Δεύτερον, η DSM ισχυρίζεται ότι η διενέργεια των ελέγχων αποτέλεσε δυσανάλογη προσβολή του επαγγελματικού απορρήτου.
265. Επιβάλλεται ωστόσο η διαπίστωση ότι η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει κανένα συγκεκριμένο στοιχείο για να στηρίξει αυτόν τον ισχυρισμό.
266. Εξάλλου, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, αντίθετα από το απόρρητο της αλληλογραφίας της με τον συνήγορό της, το οποίο εμπίπτει στο επαγγελματικό απόρρητο του τελευταίου και για το οποίο εξάλλου δεν προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι εθίγη στην προκειμένη περίπτωση, η επιχείρηση δεν μπορεί να προβάλει παραβίαση του επαγγελματικού απορρήτου από το γεγονός ότι η Επιτροπή λαμβάνει αντίγραφο μεγάλου αριθμού εγγράφων.
267. Πράγματι, μόνον αν οι υπάλληλοί της παραβαίνουν την υποχρέωση που τους επιβάλλει το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 να μην αποκαλύπτουν τις ληφθείσες πληροφορίες που εμπίπτουν στο επαγγελματικό απόρρητο θα υπήρχε προσβολή του απορρήτου αυτού. Ουδόλως προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι αυτό συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.
268. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο λόγος που αντλείται από το απαραβίαστο της κατοικίας είναι αβάσιμος.
269. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί.
Επί του λόγου που αντλείται από την παραβίαση της αρχής «ουδείς εαυτόν ένοχον ποιεί»
270. Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθώς και, έμμεσα, από την προπαρατεθείσα απόφαση Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, προκύπτει ότι μια επιχείρηση κατηγορούμενη για παράβαση του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού δικαιούται να επικαλείται την αρχή «ουδείς εαυτόν ένοχον ποιεί».
271. Η DSM υπογραμμίζει ότι, με την απόφασή του Funke κατά Γαλλίας, της 25ης Φεβρουαρίου 1993 (σειρά Α αριθ. 256 A, § 44), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διευκρίνισε ότι κάθε κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να τηρήσει σιωπή και να μη συμβάλλει στο να «καταστήσει εαυτόν ένοχον». Επρόκειτο για υπόθεση στην οποία ένα άτομο είχε καταδικαστεί λόγω της αρνήσεώς του να προσκομίσει έγγραφα, αιτήσει των αρχών, τα οποία θα μπορούσαν να συμβάλουν στο να «καταστήσουν εαυτόν ένοχον», αφού μια τέτοια καταδίκη χαρακτηρίστηκε από το εν λόγω Δικαστήριο παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ. Επομένως, η απόφαση αυτή συνεπάγεται όχι μόνον ότι ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να τηρήσει σιωπή, αλλά και ότι δεν μπορεί να υποχρεωθεί να προσκομίσει έγγραφα τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον του.
272. Συναφώς, η DSM προβάλλει ότι, αντίθετα απ' ό,τι έκρινε το Πρωτοδικείο, η προσφυγή της αφορούσε όχι μόνον τις ερωτήσεις που περιέχονταν στις αποφάσεις περί αιτήσεως παροχής πληροφοριών της Επιτροπής, που αναφέρονται στις σκέψεις 451 έως 453 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και στις οποίες δεν δόθηκε απάντηση, αλλά και τις απαντήσεις που έδωσαν οι ICI, BASF AG, Elf Atochem, Solvay και Shell International Chemical Company Ltd στο υπόμνημα απαντήσεως και συνέβαλαν στην εκ μέρους της Επιτροπής συγκέντρωση των αποδεικτικών στοιχείων. Διατείνεται ότι το Πρωτοδικείο κακώς έκρινε, επομένως, στη σκέψη 453 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το παράνομο των εν λόγω ερωτήσεων, που έγινε δεκτό στη σκέψη 451, δεν είχε καμία επίπτωση στη νομιμότητα της αποφάσεως PVC ΙΙ.
273. Η DSM προσάπτει επίσης στο Πρωτοδικείο ότι, στη σκέψη 448 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε ότι η αναγνώριση απολύτου δικαιώματος σιωπής θα υπερέβαινε το αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων άμυνας των επιχειρήσεων και θα παρακώλυε αδικαιολόγητα την Επιτροπή στην εκτέλεση της αποστολής της. Έτσι, αρνούμενη να εφαρμόσει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση. Οποιοσδήποτε περιορισμός του δικαιώματος που απορρέει από τη διάταξη αυτή θίγει το πλήρες αποτέλεσμά της. Με την απόφασή του Saunders (αριθ. 43/1994/490/572, § 74) , το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων απέρριψε, άλλωστε, τη δικαιολόγηση των περιορισμών που αντλούνται από το δημόσιο συμφέρον, που είχε επικαλεστεί μια κυβέρνηση.
274. Το Πρωτοδικείο κακώς έκρινε, επίσης στη σκέψη 448 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι επιχειρήσεις είχαν κάθε δυνατότητα να προβάλουν την άποψή τους για τα έγγραφα που είχαν προσκομίσει κατόπιν προσβολής του δικαιώματος του οποίου γίνεται επίκληση, δεδομένου ότι η ζημία έναντι της οποίας το δικαίωμα αυτό προσφέρει προστασία, είχε ήδη επέλθει. Η DSM παραπέμπει συναφώς στις αποφάσεις που παρατίθενται στη σκέψη 446 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
275. Ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας επιβάλλει όπως τα έγγραφα που λαμβάνονται κατόπιν προσβολής των δικαιωμάτων αυτών να μη μπορούν να χρησιμοποιούνται για αποδεικτικούς σκοπούς. Παραθέτει, συναφώς, τη σκέψη 34 της διατάξεως του Προέδρου του Δικαστηρίου στην υπόθεση Hoechst κατά Επιτροπής , τη σκέψη 16 της αποφάσεως Ludwigshafener Walzmühle Erling κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής καθώς και τις παραγράφους 69 και 74 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Saunders.
276. Τέλος, από την παράγραφο 71 αυτής της τελευταίας προπαρατεθείσας αποφάσεως προκύπτει ότι η διάκριση, η οποία γίνεται στις αποφάσεις στις οποίες παραπέμπει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 449 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μεταξύ των ερωτήσεων επί πραγματικών ζητημάτων, που επιτρέπονται, και των ερωτήσεων, που δεν επιτρέπονται, με τις οποίες η επιχείρηση οδηγείται να δεχθεί την ύπαρξη παραβάσεως για την οποία η Επιτροπή οφείλει να προσκομίσει την απόδειξη, είναι νομικώς εσφαλμένη. Πράγματι, μια πληροφορία επί καθαρού πραγματικού ζητήματος μπορεί επίσης να εμπίπτει στην προστασία της αρχής «ουδείς εαυτόν ένοχον ποιεί».
277. Στην προκειμένη περίπτωση, οι απαντήσεις των ICI, BASF AG, Elf Atochem, Solvay και Shell International Chemical Company Ltd, που αναφέρθηκαν ανωτέρω, δεν μπορούσαν επομένως να χρησιμοποιηθούν από την Επιτροπή για αποδεικτικούς σκοπούς.
278. Επιβάλλεται, πρώτον, να υπογραμμιστεί ότι, αντίθετα από τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, από καμία διαπίστωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η προσφυγή της αφορούσε μόνο τις ερωτήσεις που είχε θέσει η ίδια η Επιτροπή και όχι τις απαντήσεις των άλλων επιχειρήσεων.
279. Πράγματι, η συλλογιστική του Πρωτοδικείου δεν προβαίνει σε καμία διάκριση συναφώς. Αντιθέτως, διακρίνει, μεταξύ των ερωτήσεων που ήσαν πανομοιότυπες με εκείνες της προπαρατεθείσας υποθέσεως Orkem κατά Επιτροπής, που θεωρεί ως παράνομες και εξετάζει τις συνέπειες της παρανομίας αυτής, και τις λοιπές.
280. Επομένως, φαίνεται αβάσιμη η μόνη επίκριση που διατυπώνει η αναιρεσείουσα κατά του συμπεράσματος του Πρωτοδικείου ότι το παράνομο ορισμένων ερωτήσεων δεν έχει καμία επίπτωση στη νομιμότητα της αποφάσεως της Επιτροπής, αφού οι επιχειρήσεις είτε αρνήθηκαν να απαντήσουν στις ερωτήσεις αυτές είτε αρνήθηκαν τα περιστατικά στα οποία αυτές αναφέρονταν.
281. Πράγματι, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 454 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς να αντικρουστεί από τα γραπτά υπομνήματα της αναιρεσείουσας, ότι οι επιχειρήσεις «δεν ανέφεραν καμία απάντηση που να δόθηκε συγκεκριμένα στις ερωτήσεις αυτές ούτε προσδιόρισαν την εκ μέρους της Επιτροπής χρήση των απαντήσεων αυτών στην επίδικη απόφαση».
282. Με άλλα λόγια, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε επομένως ότι οι κατηγορούμενες επιχειρήσεις, στην πραγματικότητα, δεν συνέβαλαν στην ενοχοποίησή τους. Επομένως, η παραβίαση της αρχής δεν είχε, εν πάση περιπτώσει, επίπτωση στην ικανότητα των επιχειρήσεων να αμυνθούν και, άρα, δεν μπορούσε να συνεπάγεται την ακυρότητα της αποφάσεως.
283. Είναι αληθές ότι κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η αναιρεσείουσα αμφισβήτησε τη σκέψη 454 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς ωστόσο να παράσχει σχετικές διευκρινίσεις.
284. Ανεξάρτητα από το ζήτημα του παραδεκτού της διαπιστώσεως αυτής, υπογραμμίζω ότι η κριση του Πρωτοδικείου δεν είναι ωστόσο παρά η αναπόφευκτη συνέπεια αυτής που περιλαμβάνεται στη σκέψη 452, κατά την οποία οι επιχειρήσεις δεν απάντησαν στις παράνομες ερωτήσεις δυνάμει της προπαρατεθείσας νομολογίας Orkem κατά Επιτροπής, ή αμφισβήτησαν τα πραγματικά περιστατικά που περιλαμβάνονταν στις ερωτήσεις, κρίση την οποία η αναιρεσείουσα φαίνεται εξάλλου να επιβεβαιώνει με την αναίρεσή της.
285. Επομένως, είναι δυνατό να υποτεθεί ότι η αμφισβήτηση που εκφράστηκε στην επ' ακροατηρίου συζήτηση αφορά τις απαντήσεις σε ερωτήσεις διαφορετικές από εκείνες που εμπίπτουν στην προπαρατεθείσα νομολογία Orkem κατά Επιτροπής, οι οποίες δεν αποτελούν αντικείμενο της σκέψεως 454 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
286. Εν πάση περιπτώσει, η διάκριση μεταξύ των απαντήσεων που εμπίπτουν στην προπαρατεθείσα νομολογία Orkem κατά Επιτροπής, και τις άλλες δεν είναι καθοριστική για την αναιρεσείουσα.
287. Πράγματι, η αναιρεσείουσα φρονεί ότι οι επιχειρήσεις έχουν το δικαίωμα να τηρούν σιωπή που καμία δικαιολογία δημοσίου συμφέροντος δεν μπορεί να περιορίσει. Επομένως, ακόμη και οι απαντήσεις στις ερωτήσεις που δεν είναι ανεπίτρεπτες κατά την προαναφερθείσα νομολογία Orkem κατά Επιτροπής, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν από την Επιτροπή, αφού αυτές ελήφθησαν βάσει μιας εξουσίας καταναγκασμού κατά παραβίαση της αρχής «ουδείς εαυτόν ένοχον ποιεί».
288. Ως εκ τούτου, ακόμη και αν η DSM δεν αναφέρει τούτο ρητά, μια επιχείρηση δεν θα μπορούσε ποτέ να υποχρεωθεί να παράσχει πληροφορίες στην Επιτροπή.
289. Συνεπώς, το άρθρο 11, παράγραφος 5, του κανονισμού 17, το οποίο προβλέπει ακριβώς μια τέτοια εξουσία καταναγκασμού, είναι αντίθετο προς αυτό το θεμελιώδες δικαίωμα.
290. Μια τέτοια αξίωση είναι προφανώς αντίθετη προς τη νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, την οποία ορθώς υπέμνησε το τελευταίο.
291. Πράγματι, από αυτήν προκύπτει ότι, ναι μεν η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να σέβεται τα δικαιώματα άμυνας και, επομένως, δεν μπορεί να επιβάλει στην επιχείρηση την υποχρέωση να παρέχει απαντήσεις με τις οποίες οδηγείται στο να δεχθεί την ύπαρξη της παραβάσεως για την οποία απόκειται στην Επιτροπή να προσκομίσει την απόδειξη, ωστόσο, ο κανονισμός 17 δεν αναγνωρίζει στην επιχείρηση κανένα δικαίωμα να αποφύγει την εκτέλεση ενός μέτρου έρευνας επειδή τα αποτελέσματά της μπορούσαν να παράσχουν την απόδειξη παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού που διέπραξε η επιχείρηση.
292. Αντιθέτως, της επιβάλλουν την υποχρέωση ενεργού συνεργασίας, η οποία συνεπάγεται ότι η επιχείρηση θέτει στη διάθεση της Επιτροπής όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που είναι σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας.
293. Η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η προπαρατεθείσα απόφαση Orkem κατά Επιτροπής, έχει ξεπεραστεί από την πλέον πρόσφατη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ειδικότερα από τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Funke κατά Γαλλίας και Saunders.
294. Η Επιτροπή προβάλλει ωστόσο ότι η νομολογία αυτή είναι πολύ πιο διαφοροποιημένη απ' ό,τι αφήνει να νοηθεί η αναιρεσείουσα. Υπογραμμίζει συναφώς ότι η προπαρατεθείσα υπόθεση Funke κατά Γαλλίας αφορούσε αίτηση των τελωνειακών αρχών σχετική με έγγραφα των οποίων υποψιάζονταν την ύπαρξη χωρίς ωστόσο να έχουν προς τούτο τη βεβαιότητα, ενώ, στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή ζήτησε πληροφορίες για τις οποίες ήταν βέβαιη ότι οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις είχαν στην κατοχή τους.
295. Ως προς την υπόθεση Saunders, αυτή αφορούσε, κατά την Επιτροπή, όχι τη λήψη εγγράφων με καταναγκασμό, αλλά την καταχρηστική χρήση τέτοιων πληροφοριών.
296. Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι καθόλου αναγκαίο στην προκειμένη περίπτωση να εξεταστεί περισσότερο το ζήτημα αν η νομολογία του Δικαστηρίου είναι του λοιπού ανενεργός λόγω της εξελίξεως της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
297. Πράγματι, για να τεθει το νομικό ζήτημα σχετικά με την αρχή «ουδείς εαυτόν ένοχον ποιεί», πρέπει ακόμη να έχει ασκηθεί καταναγκασμός κατά της επιχειρήσεως προκειμένου να ληφθούν χρήσιμες πληροφορίες κατ' αυτής ή κατά των άλλων ενδιαφερομένων επιχειρήσεων.
298. Όμως, η αναιρεσείουσα δεν είναι σε θέση να προβάλει τον ελάχιστο συναφή συγκεκριμένο ισχυρισμό. Περιορίζεται στο να διατείνεται ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε τις απαντήσεις που έδωσαν ορισμένες άλλες επιχειρήσεις ενδιαφερόμενες από τη διαδικασία.
299. Εκ τούτου ουδόλως συνάγεται ότι οι επιχειρήσεις αυτές υποχρεώθησαν να παράσχουν τις εν λόγω απαντήσεις. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι απαντήσεις αυτές δόθηκαν κατόπιν αιτήσεων βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 5, του κανονισμού 17, πράγμα για το οποίο η αναιρεσείουσα δεν παρέχει καμία λεπτομέρεια, δεν συνάγεται ότι οι απαντήσεις αυτές δόθηκαν υπό καταναγκασμό.
300. Πράγματι, η απλή ύπαρξη μιας εξουσίας καταναγκασμού, όπως εκείνη που απορρέει από τη διάταξη αυτή, δεν μπορεί να συνεπάγεται το συμπέρασμα ότι όντως ασκήθηκε καταναγκασμός. Αντιθέτως, το ότι οι επιχειρήσεις - αποδέκτες ενδεχομένων αποφάσεων παροχής πληροφοριών δεν άσκησαν καμία προσφυγή κατά τέτοιων αποφάσεων επιτρέπει μάλλον το συμπέρασμα ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις δεν διατύπωσαν αντιρρήσεις αρχής κατά τέτοιων αιτήσεων παροχής πληροφοριών.
301. Δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν προσκόμισε κανένα συναφές αποδεικτικό στοιχείο, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι, στην προκειμένη περίπτωση, υπήρξε αποκάλυψη πληροφοριών κατόπιν καταναγκασμού.
302. Επομένως, δεν αποδεικνύει ότι στην προκειμένη περίπτωση παραβιάστηκε η αρχή «ουδείς εαυτόν ένοχον ποιεί», τούτο δε ανεξάρτητα από το περιεχόμενο που πρέπει να δοθεί στην αρχή αυτή.
303. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθεί ο λόγος που αντλείται από την παραβίαση της αρχής «ουδείς εαυτόν ένοχον ποιεί».
Επί του λόγου αναιρέσεως που αντλείται την παράβαση του άρθρου 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 17
304. Η αναιρεσείουσα υπενθυμίζει ότι, βάσει του άρθρου 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 17, οι πληροφορίες οι οποίες συνελέγησαν κατ' εφαρμογήν των άρθρων 11, 12, 13 και 14 του κανονισμού «δύνανται να χρησιμοποιηθούν μόνον για τον σκοπό για τον οποίο εζητήθησαν».
305. Όμως, η Επιτροπή χρησιμοποίησε, ως αποδεικτικά στοιχεία στην υπόθεση PVC, έγγραφα ληφθέντα στο πλαίσο διαφορετικής έρευνας, δηλαδή εκείνης που αφορούσε το πολυπροπυλένιο.
306. Επομένως, υπάρχει παράβαση του άρθρου 20 του κανονισμού 17. Κακώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε ζητήσει εκ νέου τα επίμαχα έγγραφα, στο πλαίσιο της έρευνας για το PVC, επέτρεπε να θεωρηθεί ότι δεν υπήρξε παράβαση του κανονισμού.
307. Συγκεκριμένα, αν αρκούσε στην Επιτροπή, για να μπορεί να χρησιμοποιήσει τα έγγραφα σε άλλη διαδικασία από εκείνην στην οποία τα είχε λάβει, να τα ζητήσει εκ νέου στο πλαίσιο της νέας αυτής διαδικασίας, η διασφάλιση των δικαιωμάτων άμυνας που προβλέπει το άρθρο 20 του κανονισμού θα καθίστατο χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.
308. Το Πρωτοδικείο έρχεται επίσης σε αντίθεση προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, από την οποία προκύπτει ότι τέτοια έγγραφα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ενδείξεις για την κίνηση νέας διαδικασίας, όχι όμως ως άμεσα αποδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως παραβάσεως σε άλλο τομέα.
309. Μια τέτοια κατάσταση είναι εξάλλου αντίθετη προς την αρχή της δίκαιης δίκης, που καθιερώνει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
310. Υπογραμμίζω ευθύς εξ αρχής ότι το Πρωτοδικείο διαπίστωσε το γεγονός ότι όλα τα επίδικα έγγραφα ζητήθηκαν και ελήφθησαν από την Επιτροπή εκ νέου, στο πλαίσιο έρευνας για το PVC, αφού η Επιτροπή τα είχε ήδη στη διάθεσή της μετά την έρευνα σχετικά με το πολυπροπυλένιο.
311. Η αναιρεσείουσα αμφισβητεί βεβαίως τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι δεν ήταν δυνατόν να εξακριβωθούν τα έγγραφα της DSM. Ωστόσο, η ίδια ισχυρίζεται ότι και αυτά τα έγγραφα ζητήθηκαν εκ νέου από την Επιτροπή.
312. Επομένως, ορθώς το Πρωτοδικείο συνόψισε το τεθέν ζήτημα ως περιοριζόμενο στο κατά πόσον η Επιτροπή, αφού είχε λάβει τα έγγραφα σε μια πρώτη υπόθεση και τα χρησιμοποίησε ως ένδειξη για να κινήσει άλλη διαδικασία, είχε το δικαίωμα να ζητήσει, με βάση εντολές ή αποφάσεις σχετικές με τη δεύτερη αυτή διαδικασία, νέο αντίγραφο αυτών των εγγράφων και να τα χρησιμοποιήσει επομένως ως αποδεικτικά στοιχεία στη δεύτερη αυτή υπόθεση.
313. Πράγματι, από τη νομολογία του Δικαστηρίου , προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι η Επιτροπή δικαιούται να χρησιμοποιήσει έγγραφα ληφθέντα στο πλαίσιο μιας προηγούμενης διαδικασίας ως ενδείξεις προκειμένου να κινήσει δεύτερη διαδικασία. Εξάλλου, τούτο δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους.
314. Τίθεται λοιπόν το ζήτημα τι δικαιούται να πράξει η Επιτροπή, όσον αφορά τα έγγραφα αυτά τα οποία έχει ήδη στη διάθεσή της, εφόσον κινήθηκε νέα έρευνα.
315. Αφού γίνεται λόγος για το ότι η Επιτροπή ζήτησε εκ νέου ένα έγγραφο το οποίο είχε ήδη στη διάθεσή της, και για το οποίο οι επιχειρήσεις γνωρίζουν εξάλλου όχι μόνον ότι ήταν στην κατοχή της αλλά και υπό ποιες συνθήκες το είχε λάβει, διότι αυτές οι ίδιες της το είχαν προσκομίσει στο πλαίσιο προγενέστερης διαδικασίας, δεν γίνεται κατανοητό πως μπορούσε να τεθεί το ζήτημα της παραβιάσεως του επαγγελματικού απορρήτου που το άρθρο 20 του κανονισμού έχει ως σκοπό να προστατεύει.
316. Το Δικαστήριο διευκρίνισε πάντως, με την προπαρατεθείσα απόφασή του Dow Benelux κατά Επιτροπής, ότι η διάταξη αυτή αποβλέπει στην προστασία των δικαιωμάτων άμυνας τα οποία «θα διακυβεύονταν σοβαρώς αν μπορούσε η Επιτροπή να επικαλείται σε βάρος των επιχειρήσεων αποδείξεις οι οποίες, συλλεγείσες κατά τη διάρκεια ενός ελέγχου, είναι άσχετες προς το αντικείμενο και το σκοπό του τελευταίου» (σκέψη 18).
317. Ως εκ τούτου, η διάταξη αυτή αποβλέπει στην προστασία των επιχειρήσεων από τον αιφνιδιασμό που θα στρεφόταν κατ' αυτών αν ήταν επιτρεπτό στην Επιτροπή να χρησιμοποιεί χωρίς περιορισμούς όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που βρέθηκαν κατά τη διάρκεια ενός ελέγχου.
318. Επομένως, η διάταξη αυτή συμπληρώνει τις διατάξεις του άρθρου 14 και, εξάλλου, του άρθρου 11 του κανονισμού που επιβάλλουν στην Επιτροπή να καθορίζει με ακρίβεια το αντικείμενο και τον σκοπό του ελέγχου ή της αιτήσεως παροχής πληροφοριών. Η υποχρέωση αυτή συνιστά, κατά τη νομολογία, το αντάλλαγμα του καθήκοντος συνεργασίας των επιχειρήσεων.
319. Είναι προφανές ότι οι επιχειρήσεις ουδόλως στερούνται της προστασίας αυτής αν η Επιτροπή ζητεί εκ νέου να της δοθεί ένα έγγραφο. Πράγματι, οι επιχειρήσεις βρίσκονται στην περίπτωση αυτή, από την άποψη προστασίας των δικαιωμάτων τους, στην ίδια κατάσταση ως αν η Επιτροπή δεν είχε ακόμα στη διάθεσή της το έγγραφο (με τη μοναδική εξαίρεση ότι η Επιτροπή γνωρίζει ακριβώς τι πρέπει να ζητήσει).
320. Επομένως, τα όρια που το Δικαστήριο θέλησε να επιβάλει στη χρήση των εγγράφων αυτών συνίσταται στην αδυναμία επικλήσεώς τους ως αποδεικτικών στοιχείων χωρίς τις εγγυήσεις που προβλέπει ο κανονισμός 17, δηλαδή τις ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις που προβλέπουν τα άρθρα 11 και 14 του κανονισμού, των οποίων η τήρηση υπόκειται στον έλεγχο του κοινοτικού δικαστή. Με άλλα λόγια, εμποδίζεται η Επιτροπή να παρακάμψει τις εγγυήσεις αυτές (ανα)χρησιμοποιώντας τα έγγραφα σε άλλο πλαίσιο χωρίς να εκπληρώσει τις προηγούμενες διαδικασίες στο νέο αυτό πλαίσιο, στερώντας έτσι τις επιχειρήσεις από τις εγγυήσεις που προβλέπει ο κανονισμός.
321. Αντιθέτως, θα ήταν εντελώς δυσανάλογο προς τον στόχο αυτό να υποχρεωθεί η Επιτροπή, εφόσον κινήθηκε νέα διαδικασία, να παραμερίσει πλήρως το έγγραφο που χρησιμοποιήθηκε ως ένδειξη για την κίνηση της διαδικασίας. Εξάλλου, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς, στην πράξη, τη μορφή που θα πρέπει να λάβει η διεξαγόμενη από την Επιτροπή νέα έρευνα, η οποία υποχρεωτικά πλήττεται από «οξεία αμνησία», για να επαναλάβω τη φράση που χρησιμοποίησε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφασή του Asociación Española de Banca Privada κ.λπ. .
322. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ούτε τα δικαιώματα άμυνας ούτε η αρχή της ευθύτητας της δίκης εμποδίζουν την Επιτροπή να ζητήσει εκ νέου έγγραφα των οποίων είχε γνώση στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας.
323. Επομένως, ο λόγος που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 πρέπει να απορριφθεί.
Επί του λόγου που αντλείται από την παράβαση των κανόνων που έχουν εφαρμογή στην πρόσβαση στον φάκελο της Επιτροπής
324. Η DSM υπενθυμίζει ότι, κατά τη διοικητική διαδικασία, δεν ειχε τη δυνατότητα πλήρους προσβάσεως στον φάκελο της Επιτροπής, αφού μια τέτοια πρόσβαση της χορηγήθηκε στη συνέχεια, με μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας που έλαβε το Πρωτοδικείο κατά τη διάρκεια της δίκης, με εξαίρεση τα εσωτερικά έγγραφα της Επιτροπής και τα έγγραφα που περιείχαν επαγγελματικά απόρρητα ή άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες.
325. Υπογραμμίζει ότι στη σκέψη 1021 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο παρέπεμψε στη νομολογία κατά την οποία, προς διαπίστωση προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας, αρκεί να αποδειχθεί ότι η παράλειψη ανακοινώσεως των επίμαχων εγγράφων μπόρεσε να επηρεάσει, σε βάρος της επιχειρήσεως, την εξέλιξη της διαδικασίας και το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής . Κατά την DSM, από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι δεν είναι αναγκαίο η παράλειψη ανακοινώσεως των εγγράφων να είχε όντως επιρροή. Αρκεί ότι υπήρχε η δυνατότητα.
326. Η αναιρεσείουσα παρατηρεί ακόμη ότι στη σκέψη 1022 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο ανέφερε ότι η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας που εκδηλώνεται κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας δεν μπορεί να θεραπευθεί κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία, αφού αυτό δεν μπορεί να αναπληρώσει την πλήρη εξέταση της υποθέσεως στο πλαίσιο μιας διοικητικής διαδικασίας .
327. Η DSM προσάπτει εν συνεχεία στο Πρωτοδικείο ότι, αντιφάσκοντας με τις κατ' αυτόν τον τρόπο τεθείσες αρχές, προβαίνει το ίδιο σε λεπτομερή εξέταση των εγγράφων στα οποία οι επιχειρήσεις δεν είχαν πρόσβαση κατά τη διοικητική διαδικασία προκειμένου να προσδιορίσει αν η μη ανακοίνωση των εγγράφων αυτών είχε επηρεάσει, εις βάρος των εν λόγω επιχειρήσεων, την εξέλιξη της διοικητικής διαδικασίας και το περιεχόμενο της αποφάσεως PVC ΙΙ. Θεωρεί ότι το ίδιο το Πρωτοδικείο ενήργησε έτσι ως ο διενεργών την έρευνα και προέβη στην εκ των υστέρων τακτοποίηση. Επιπροσθέτως, παραβίασε την ίδια την αρχή που είχε διακηρύξει, δηλαδή ότι η απλή διαπίστωση της δυνατότητας επιδράσεως σε βάρος της αναιρεσείουσας αρκούσε να δικαιολογήσει την ακύρωση. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η Επιτροπή είχε κάθε συμφέρον να αρνηθεί την πρόσβαση στον φάκελο, γνωρίζοντας ότι η τακτοποίηση είναι πάντοτε δυνατή στο πλαίσο της μεταγενέστερης δικαστικής διαδικασίας.
328. Το Πρωτοδικείο παρέβη επομένως την ίδια τη νομολογία του και, εξάλλου, παραβίασε τη γενική αρχή της ισότητας των όπλων, στην οποία παραπέμπει η σκέψη 1012 της αποφάσεώς του. Κατά την αναιρεσείουσα, το δικαίωμα ίσης προσβάσεως στον φάκελο, το οποίο απορρέει από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ , δεν έχει νόημα παρά μόνον αν η απλή διαπίστωση της μη πλήρους προσβάσεως στον φάκελο συνεπάγεται την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής.
329. Από την προηγηθείσα περιγραφή προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, αφού ωστόσο παρέθεσε, εγκρίνοντάς την, τη νομολογία του Πρωτοδικείου κατά την οποία, προς διαπίστωση προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας, αρκεί να αποδειχθεί ότι η μη ανακοίνωση των εν λόγω εγγράφων μπόρεσε να επηρεάσει, σε βάρος της αναιρεσείουσας, την εξέλιξη της διαδικασίας και το περιεχόμενο της αποφάσεως, διατείνεται ότι η απλή διαπίστωση της μη πλήρους προσβάσεως στον φάκελο πρέπει να συνεπάγεται την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής.
330. Ο ισχυρισμός αυτός δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στη νομολογία του Πρωτοδικείου που επικαλείται η αναιρεσείουσα. Συγκεκριμένα, από τη νομολογία αυτή προκύπτει, αντιθέτως, ότι μόνον όταν η μη ανακοίνωση ενός εγγράφου έβλαψε την άμυνα της αναιρεσείουσας μπορεί να συνεπάγεται την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής. Αντιθέτως, η μη ανακοίνωση ενός εγγράφου το οποίο δεν μπορεί να είναι χρήσιμο για την άμυνα της επιχειρήσεως δεν έχει συνέπεια, κατά τη νομολογία αυτή επί του κύρους της αποφάσεως.
331. Όπως ορθώς αναφέρει η Επιτροπή, η πρόσβαση στον φάκελο δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά αποβλέπει στο να δώσει τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να ασκήσουν πραγματικά τα δικαιώματά τους άμυνας. Λογικά έπεται ότι, όταν μια παρατυπία κατά την πρόσβαση στον φάκελο δεν είχε επίπτωση στην άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων, δεν μπορεί να συνεπάγεται την ακύρωση της προσβληθείσας αποφάσεως.
332. Η αναιρεσείουσα αναφέρεται επίσης στη γενική αρχή της ισότητας των όπλων, όπως την παραθέτει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 1012 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που παραπέμπει στην προπαρατεθείσα νομολογία του Solvay κατά Επιτροπής. Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι επρόκειτο και σ' αυτή την περίπτωση, αποκλειστικά για την πρόσβαση σε έγγραφα τα οποία ενδεχομένως ήσαν χρήσιμα για την άμυνα.
333. Ομοίως, η αρχή της ισότητας προσβάσεως στον φάκελο η οποία, κατά την αναιρεσείουσα, απορρέει από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεν μπορεί να συνεπάγεται ότι απόφαση της Επιτροπής πρέπει να ακυρωθεί όταν η άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας δεν εθίγη.
334. Επομένως, καλώς το Πρωτοδικείο έκρινε, σύμφωνα με την υφιστάμενη νομολογία του, ότι μόνον η μη ανακοίνωση των εγγράφων μπορούσε να έχει ολέθριο αποτέλεσμα για την αναιρεσείουσα θα έπρεπε να ακυρωθεί η επίδικη απόφαση.
335. Επομένως, ήταν καθ' όλα λογικό εκ μέρους του να εξακριβώσει αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχε η προϋπόθεση αυτή. Δεν βλέπω πως θα μπορούσε να εφαρμόσει διαφορετικά τη νομολογία αυτή, εκτός αν στερούσε την προϋπόθεση αυτή από κάθε ουσιαστικό περιεχόμενο.
336. Η αναιρεσείουσα κακώς προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε εκ των υστέρων τακτοποίηση της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής. Πράγματι, δεν έπραξε κάτι τέτοιο. Απλούστατα εξακρίβωσε αν η προϋπόθεση που απορρέει από τη νομολογία του, το βάσιμο της οποίας η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί, συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση.
337. Επομένως, κακώς η αναιρεσείουσα, η οποία με τα υπομνήματά της δεν ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο διέπραξε σφάλμα στο πλαίσιο της εξακριβώσεως αυτής, του προσάπτει ότι προέβη σ' αυτή την εξακρίβωση.
338. Είναι αληθές ότι υποστηρίχθηκε κατά την προφορική διαδικασία ότι η εξέταση των εγγράφων στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο, για να προσδιορίσει αν υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, στηριζόταν σε εσφαλμένη προσέγγιση.
339. Πράγματι, υποστηρίχθηκε ότι το Πρωτοδικείο, αντί να τοποθετηθεί σε μια ex ante προοπτική της επιχειρήσεως, αντιθέτως προσέφυγε σε μια ex post προσέγγιση. Με άλλα λόγια, αντί να εξετάσει αν η επιχείρηση μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα επίδικα έγγραφα, ανέλυσε το αν η εκ μέρους της επιχειρήσεως προσφυγή στα έγγραφα αυτά μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα η απόφαση να έχει διαφορετικό περιεχόμενο από αυτό που τελικά είχε.
340. Είναι αληθές ότι στη σκέψη 1074 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι καμία από τις προσφεύγουσες «δεν απέδειξε ότι η διεξαγωγή της διαδικασίας και η επίδικη απόφαση επηρεάστηκαν, εις βάρος της, από την παράλειψη ανακοινώσεως κάποιου εγγράφου του οποίου θα έπρεπε να έχει γνώση».
341. Όμως, στη σκέψη 81 της απόφασεώς του Hercules Chemicals κατά Επιτροπής , το Δικαστήριο έκρινε ρητά ότι «η ενδιαφερόμενη επιχείρηση δεν υποχρεούται ν' αποδείξει ότι, εάν είχε πρόσβαση στις απαντήσεις που έδωσαν οι άλλοι παραγωγοί στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, η απόφαση της Επιτροπής θα είχε διαφορετικό περιεχόμενο, αλλά μόνον ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα εν λόγω έγγραφα προς άμυνά της».
342. Πρέπει επομένως να θεωρηθεί ότι το Πρωτοδικείο όντως προσέφυγε σε εσφαλμένο κριτήριο αναλύσεως;
343. Δεν νομίζω. Έτσι, για την ανάλυση των εγγράφων χρησιμοποίησε επίσης τους όρους «επηρέασε τις δυνατότητες άμυνας των προσφευγουσών» (σκέψη 1035 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), «κατά τι εβλάβησαν τα δικαίωματα άμυνάς τους» (σκέψη 1036), «να επηρεάσει τις δυνατότητες άμυνας των επιχειρήσεωςων» (σκέψη 1041), «να περιέχει κάποιο χρήσιμο στοιχείο για την άμυνα των προσφευγουσών» (σκέψη 1073).
344. Εξάλλου, η φράση «διεξαγωγή της διαδικασίας» που χρησιμοποιείται στη σκέψη 1074 παραπέμπει αφ' εαυτής, έμμεσα, στις δυνατότητες των επιχειρήσεων να αμυνθούν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής.
345. Επιπλέον, η ανάγνωση των αποσπασμάτων που το Πρωτοδικείο αφιερώνει στην εξέταση αυτή αποκαλύπτει αδιαμφισβήτητα ότι αυτό εξέτασε αν τα εν λόγω έγγραφα εμφάνιζαν την παραμικρή χρησιμότητα για τις προσφεύγουσες. Επομένως, δεν περιόρισε την ανάλυσή του στο ζήτημα αν η μη ανακοίνωση των επίδικων εγγράφων είχε συνέπειες επί του περιεχομένου της τελικής αποφάσεως.
346. Συγκεκριμένα, οι αιτιολογικές του σκέψεις καταλήγουν, κατά το ουσιώδες, στο να καταδείξουν ότι τα οικεία έγγραφα, όχι μόνο δεν παρέχουν κανένα επιχείρημα στην αναιρεσείουσα, αλλά είτε δεν μπορούσε να γίνει εκ μέρους της επίκλησή τους, λόγω της φύσεώς τους ή του αντικειμένου τους, είτε, λόγω του περιεχομένου τους, μπορούσαν να επιβεβαιώσουν τα συμπεράσματα της Επιτροπής ή, εν πάση περιπτώσει, δεν περιείχαν το παραμικρό αντίθετο στοιχείο.
347. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το το Πρωτοδικείο συμμορφώθηκε, με τη μέθοδό του αναλύσεως, προς την προπαρατεθείσα νομολογία του Δικαστηρίου.
348. Εναπόκειται ακόμη στην αναιρεσείουσα να αποδείξει την ύπαρξη εγγράφων για τα οποία το Πρωτοδικείο κακώς έκρινε ότι η μη ανακοίνωσή τους δεν μπορούσε να διακυβεύσει τα δικαιώματα άμυνας.
349. Πράγματι, η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να περιορίζεται στο να προβάλλει αφηρημένα ότι το Πρωτοδικείο χρησιμοποίησε εσφαλμένο κριτήριο. Θα πρέπει ακόμα να αποδείξει ότι το σφάλμα αυτό είχε ως συνέπεια ότι ένα έγγραφο, το οποίο κρίθηκε από το Πρωτοδικείο, δεν μπορούσε να συνεπάγεται την εκ μέρους της Επιτροπής έκδοση διαφορετικής αποφάσεως, αντιθέτως, θα μπορούσαν οι επιχειρήσεις να το επικαλεστούν.
350. Εξάλλου, δεν μπορεί η νομολογία του Δικαστηρίου να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι αρκεί η επιχείρηση να ισχυριστεί ότι θα μπορούσε, θεωρητικά, να χρησιμοποιήσει για την άμυνά της το εν λόγω έγγραφο. Πράγματι, για να μην καταλήγουμε σε παράλογες συνέπειες, πρέπει να αποδεικνύεται ότι η χρήση του εν λόγω εγγράφου εκ μέρους του αμυνομένου, έστω και αν δεν μπορεί να υπάρχει βεβαιότητα ότι θα μπορούσε να μεταβάλει την άποψη της Επιτροπής, έπρεπε να έχει πιθανότητες επιτυχίας.
351. Εν πάση περιπτώσει, η αναιρεσείουσα δεν εξακριβώνει κανένα έγγραφο το οποίο μπορούσε να χρησιμοποιήσει για την άμυνά της και για το οποίο το Πρωτοδικείο κακώς έκρινε, επομένως, ότι η μη ανακοίνωσή του δεν είχε ως συνέπεια προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας.
352. Ως εκ τούτου, ανεξάρτητα από το κριτήριο αναλύσεως που γίνεται δεκτό, η αναιρεσείουσα δεν αποδεικνύει ότι η διαπραχθείσα παρατυπία σχετικά με την πρόσβαση στον φάκελο είχε την παραμικρή συνέπεια επί των δυνατοτήτων της να αμυνθεί.
353. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο λόγος που αντλείται από την προσβολή του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο πρέπει να απορριφθεί.
Επί του λόγου που αντλείται από την παραγραφή
354. Η DSM προβάλλει ότι, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚE) 2988/74 του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 1974, περί παραγραφής του δικαιώματος διώξεως και εκτελέσεως των αποφάσεων στους τομείς του δικαίου των μεταφορών και του ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας , η πενταετής προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος διώξεως των παραβάσεων διακόπτεται από κάθε πράξη έρευνας ή διώξεως που προέρχεται από την Επιτροπή, δηλαδή, μεταξύ άλλων, τις γραπτές αιτήσεις για παροχή πληροφοριών ή τις αποφάσεις που απαιτούν τις πληροφορίες αυτές, τις εντολές ελέγχου και τις αποφάσεις με τις οποίες διατάσσονται οι έλεγχοι αυτοί, την κίνηση διαδικασίας και την ανακοίνωση των αιτιάσεων, αλλά, ωστόσο, βάσει της παραγράφου 3 της ίδιας διατάξεως, η παραγραφή επέρχεται όταν παρέλθουν δέκα έτη χωρίς η Επιτροπή να έχει επιβάλει πρόστιμο.
355. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 2988/74, η προθεσμία παραγραφής αναστέλλεται μόνο σε περίπτωση προσφυγής κατά των πράξεων εκείνων του άρθρου 2 οι οποίες, υπό μορφή αποφάσεως, μπορούν πραγματικά να προσβληθούν.
356. Το ότι στην απαρίθμηση των πράξεων που διακόπτουν την παραγραφή του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 2988/74, δεν αναφέρεται η απόφαση με την οποία επιβάλλεται πρόστιμο δεν είναι τυχαίο ούτε οφείλεται σε παράλειψη, αλλά εκφράζει ρητή βούληση του νομοθέτη, που θέλησε να προσδώσει στην απαρίθμηση αυτή περιοριστικό χαρακτήρα.
357. Η έκδοση αποφάσεως με την οποία επιβάλλεται πρόστιμο δημιουργεί νέα αρμοδιότητα για την Επιτροπή, δηλαδή το δικαίωμα να θέτει σε εφαρμογή το πρόστιμο αυτό. Επομένως, μια τέτοια απόφαση δεν διακόπτει την παραγραφή των διώξεων και η ασκηθείσα κατ' αυτής προσφυγή δεν συνεπάγεται την αναστολή αυτής της παραγραφής. Στην προκειμένη περίπτωση, επομένως, η παραγραφή των διώξεων επήλθε στις 5 Απριλίου 1993, ήτοι πέντε έτη μετά την ανακοίνωση των αιτιάσεων, τελευταία πράξη διακοπής της παραγραφής, στο μέτρο που η προσφυγή που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως PVC Ι δεν είχε ανασταλτικό αποτέλεσμα. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν ήταν πλέον αρμόδια, στις 27 Ιουλίου 1994, να εκδώσει νέα απόφαση μετά την ακύρωση της προηγούμενης.
358. Η DSM προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι έκρινε, στη σκέψη 1097 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι με τον όρο «απόφαση» του άρθρου 3 του κανονισμού νοούνται οι πράξεις που απαριθμούνται στο άρθρο 2 του κανονισμού αυτού. Αντίθετα απ' ό,τι έκρινε το Πρωτοδικείο, η απόφαση PVC Ι, καθώς και οι συνέπειες που συνδέονται με την ακύρωσή της δεν εμπίπτουν στο άρθρο 3 του κανονισμού 2988/74, αλλά στο άρθρο 6 αυτού, περί αναστολής της παραγραφής στον τομέα της εκτελέσεως. Δεδομένου ότι η προσφυγή είχε ως αποτέλεσμα την ακύρωση της αποφάσεως PVC Ι αυτή δεν ανέστειλε, επομένως, την παραγραφή του δικαιώματος διώξεως.
359. Επικουρικώς, η DSM ισχυρίζεται ότι, αν η προσφυγή αυτή θεωρηθεί ως αναστέλλουσα την παραγραφή κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3 του κανονισμού 2988/74, η ακύρωση της αποφάσεως PVC Ι έπρεπε να θεωρηθεί ότι κατέστησε την αναστολή, όπως και την ίδια την απόφαση, αναδρομικώς ανύπαρκτη. Το Πρωτοδικείο απάντησε, κακώς, στη σκέψη 1100 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η θέση αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα το άρθρο 3 του κανονισμού 2988/74 να μην έχει νόημα. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή διατηρεί όντως ένα νόημα, σύμφωνο με τον σκοπό και την οικονομία του κανονισμού αυτού: η αναστολή της παραγραφής σε περίπτωση προσφυγής κατά των μέτρων έρευνας και διώξεως προστατεύει την Επιτροπή κατά της παραγραφής που προκύπτει από αντικειμενικό λόγο ο οποίος δεν μπορεί να της καταλογιστεί. Αντιθέτως, η ίδια διάταξη δεν προσφέρει καμία προστασία έναντι περιστάσεων οι οποίες μπορούν να καταλογιστούν στην Επιτροπή, όπως η έκδοση εσφαλμένης αποφάσεως η οποία γι' αυτόν τον λόγο ακυρώνεται.
360. Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η θέση αυτή απορρίφθηκε ρητά από το Πρωτοδικείο, και ορθώς απορρίφθηκε. Πράγματι, στηρίζεται σε μια διττή σύγχυση. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα φαίνεται να υπερασπίζεται με τη συλλογιστική της μια εσφαλμένη αντίληψη των διακρίσεων στις οποίες προβαίνει ο κανονισμός μεταξύ της εξουσίας επιβολής προστίμων και της εξουσίας εκτελέσεως των αποφάσεων με τις οποίες επιβάλλονται τα πρόστιμα. Φαίνεται επίσης ότι δεν θέλει να συναγάγει καμία συνέπεια από τη διάκριση, η οποία περιλαμβάνεται επίσης στον κανονισμό, μεταξύ της διακοπής και της αναστολής της παραγραφής.
361. Η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας στηρίζεται, πρώτον, σε εσφαλμένη ανάγνωση του άρθρου 2 του κανονισμού. Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο αυτό θεωρείται ότι διακόπτει την παραγραφή «κάθε πράξη της Επιτροπής [...] η οποία αποσκοπεί στη διενέργεια ανακρίσεως ή στη δίωξη της παραβάσεως» και διευκρινίζει ότι «πράξεις που επιφέρουν διακοπή της παραγραφής είναι ιδίως» διάφορες πράξεις που απαριθμεί.
362. Από τη δομή της διατάξεως αυτής καθώς και από τη χρήση του όρου «ιδίως» αδιαμφισβήτητα προκύπτει ότι η απαρίθμηση αυτή δεν είναι εξαντλητική. Η αναιρεσείουσα προτείνει στο πλαίσιο αυτό μια ερμηνεία η οποία μπορεί μόνο να χαρακτηριστεί ως contra legem.
363. Επομένως, αντίθετα από τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, το ότι η απόφαση με την οποία επιβάλλεται πρόστιμο δεν περιλαμβάνεται στο άρθρο 2 του κανονισμού δεν είναι καθόλου ενδεικτικό της ρητής βουλήσεως του νομοθέτη να την αποκλείσει.
364. Ο λόγος για τον οποίο η απόφαση της Επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται παράβαση και επιβάλλεται πρόστιμο δεν περιλαμβάνεται στο άρθρο 2 εμπίπτει στην απλή λογική. Η διάταξη αυτή, όπως άλλωστε αναφέρει και ο τίτλος της, έχει ως αντικείμενο τη διακοπή της παραγραφής του δικαιώματος διώξεως. Όμως, άπαξ η Επιτροπή έλαβε τέτοια απόφαση, εξ ορισμού θέτει τέρμα στη δίωξη. Συνεπώς, το ζήτημα της ενδεχόμενης παραγραφής του δικαιώματος διώξεως δεν μπορεί πλέον να τεθεί, αφού το δικαίωμα αυτό έχει ήδη ασκηθεί.
365. Επομένως, η απόφαση της Επιτροπής βαίνει πέραν της διακοπής της παραγραφής. Πράγματι, όσον αφορά τους αποδέκτες της αποφάσεως, η παραγραφή στερείται αντικειμένου.
366. Το μόνο πρόβλημα το οποίο μπορεί ακόμη να ανακύψει είναι ένα διαφορετικό πρόβλημα, ήτοι οι συνέπειες μιας προσφυγής κατά της αποφάσεως. Το ζήτημα αυτό εμπίπτει στο άρθρο 3 του κανονισμού.
367. Τόσο ο τίτλος όσο και η φρασεολογία του άρθρου 3 αποκαλύπτουν άλλωστε ότι, αντίθετα από τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, η διάταξη αυτή έχει διαφορετικό αντικείμενο από εκείνο του άρθρου 2.
368. Συγκεκριμένα, προβλέπει όχι τη διακοπή της παραγραφής, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα ο εκδότης της αποφάσεως να φέρει τον κίνδυνο που συνδέεται με την μακρότητα της δίκης, αλλά την αναστολή της παραγραφής για τη διάρκεια της δίκης.
369. Όμως, για να υπάρξει δίκη, χρειάζεται πράξη της Επιτροπής δεκτική προσφυγής ενώπιον του κοινοτικού δικαστή. Οι «αποφάσεις» που αναφέρει το άρθρο 3 πρέπει, επομένως, να είναι πράξεις δυνάμενες να προσβληθούν.
370. Όπως πολύ ορθά παρατήρησε το Πρωτοδικείο, αυτό δεν συμβαίνει κατ' ανάγκη στην περίπτωση των πράξεων που αποτελούν αντικείμενο του άρθρου 2 το οποίο απαριθμεί διάφορες πράξεις οι οποίες δεν συνιστούν αποφάσεις. Άλλωστε, τούτο ουδόλως εκπλήσσει: πάρα πολλά μέτρα αποδείξεως μπορούν να διακόψουν την παραγραφή χωρίς ωστόσο να συνιστούν πράξη δυνάμενη να προσβληθεί.
371. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει πάντως ότι η απόφαση της Επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται η παράβαση και επιβάλλεται το πρόστιμο δεν μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 επειδή δεν απαριθμείται στο άρθρο 2. Όπως έχω αναφέρει και όπως υπογράμμισε το Πρωτοδικείο, η διαφορά αντικειμένου μεταξύ των δύο αυτών διατάξεων απαγορεύει, άλλως αγνοείται η λογική του κανονισμού, να αποδοθεί στη δεύτερη διάταξη ένα πεδίο εφαρμογής προσδιοριζόμενο από τους όρους της πρώτης.
372. Η θέση της αναιρεσείουσας συνεπάγεται, εξάλλου, την παράδοξη συνέπεια ότι προσφυγή κατά μιας αποφάσεως που αφορά μέτρο αποδείξεως συνεπάγεται, δυνάμει του άρθρου 3, την αναστολή της παραγραφής, ενώ προσφυγή κατά της αποφάσεως με την οποία επιβάλλεται το πρόστιμο δεν συνεπάγεται αναστολή.
373. Η αναιρεσείουσα προσπαθεί ωστόσο να δικαιολογήσει τη διαφορά αυτή προβάλλοντας ότι η ακύρωση μιας αποφάσεως επιβάλλουσας πρόστιμο πρέπει να καταλογίζεται στην Επιτροπή η οποία, ως εκ τούτου, δεν αξίζει να προστατεύεται έναντι της παραγραφής.
374. Επιβάλλεται να υπογραμμιστεί, μαζί με το Πρωτοδικείο και την Επιτροπή, ότι η ακύρωση μιας αποφάσεως της Επιτροπής της καταλογίζεται πάντοτε, ανεξάρτητα από την εν λόγω απόφαση. Πράγματι, είτε πρόκειται για μέτρα έρευνας ή επιβολής προστίμων, η ακύρωση προϋποθέτει πάντοτε νομικό ή πραγματικό σφάλμα εκ μέρους της Επιτροπής.
375. Επομένως, η διάκριση την οποία επιδιώκει στο πλαίσιο αυτό η αναιρεσείουσα είναι εντελώς αβάσιμη.
376. Εκτός του ότι έρχεται σε αντίθεση προς το γράμμα και τη λογική του κανονισμού, η θέση που υποστήριξε η αναιρεσείουσα συνεπάγεται μια δεύτερη παράδοξη συνέπεια, ήτοι το γεγονός ότι καμιά διάταξη του κανονισμού δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, δηλαδή την ακύρωση της αποφάσεως με την οποία επιβάλλεται το πρόστιμο, πράγμα που θα δημιουργούσε ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη αφού η πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού ανφέρεται στην ανάγκη να θεσπιστεί πλήρης κανονιστική ρύθμιση.
377. Η αναιρεσείουσα προσπαθεί ασφαλώς να αποφύγει τη συνέπεια αυτή προβάλλοντας ότι το άρθρο 6 του κανονισμού έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Από την απλή ανάγνωση της διατάξεως αυτής προκύπτει αμέσως η ματαιότητα της προσπάθειας αυτής.
378. Πράγματι, αδιαμφισβήτητα προκύπτει από τη φρασεολογία των άρθρων αυτών ότι αυτά αφορούν την παραγραφή στον τομέα εκτελέσεως μιας αποφάσεως. Όμως, το πρόβλημα αυτό εξ ορισμού μπορεί να τεθεί μόνον όταν η απόφαση για την οποία γίνεται λόγος, όπως εν προκειμένω, δεν ακυρώθηκε.
379. Επομένως, το άρθρο 6 του κανονισμού προδήλως δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση.
380. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι καλώς το Πρωτοδικείο εφάρμοσε το άρθρο 3 του κανονισμού.
381. Όμως, η εφαρμογή του άρθρου αυτού δεν θα είχε κανένα νόημα αν γινόταν δεκτή η επικουρική θέση της αναιρεσείουσας, ότι η ακύρωση της προσβληθείσας αποφάσεως συνεπάγεται εκείνην της αναστολής. Συγκεκριμένα, το άρθρο 3 δεν θα είχε τότε εφαρμογή, στην πράξη, σε περίπτωση ακυρώσεως αφού η αναστολή που προβλέπει εξαφανίζεται μαζί με την απόφαση.
382. Εξάλλου, λαμβάνοντας υπόψη το ότι η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή ούτε αν η απόφαση δεν ακυρωθεί αφού, όπως έχω αναφέρει, δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα παραγραφής του δικαιώματος διώξεως, από την επικουρική θέση της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι το άρθρο 3 θα εστερείτο συνολικά νοήματος.
383. Επομένως, ούτε η θέση αυτή μπορεί να γίνει δεκτή.
384. Συνεπώς, ο λόγος που αντλείται από την παραγραφή πρέπει να απορριφθεί.
385. Ως εκ τούτου, το σύνολο των προβληθέντων λόγων αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.
ΙΙΙ - Πρόταση
386. Για τους προεκτεθέντες λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο:
- να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
- να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy