Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Το παρόν προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Obertster Gerichtshof, Wien (Αυστρία), αφορά εκ νέου τη συμφωνία προς το κοινοτικό δίκαιο διατάξεως του österreichische Bundesgesetz über die Gewährung von Vorschüssen auf den Unterhalt von Kindern (αυστριακού νόμου περί χορηγήσεως προκαταβολών έναντι των υποχρεώσεων διατροφής για τέκνα), εν προκειμένω την προϋπόθεση της μόνιμης κατοικίας στην Αυστρία.
ΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία
2. Η ανήλικη αναιρεσείουσα Anna Humer, γεννηθείσα στις 10 Σεπτεμβρίου 1987, είναι νόμιμο τέκνο αυστριακών υπηκόων. _Εχει και η ίδια την αυστρική ιθαγένεια. Το ζεύγος έλαβε διαζύγιο στις 9 Μαρτίου 1989, από την ημερομηνία δε αυτή η μητέρα έχει τη γονική επιμέλεια της θυγατέρας της.
3. Οι δύο γονείς συνέχισαν αρχικά να κατοικούν στην Αυστρία. Το 1992 η μητέρα μετακόμισε μαζί με το τέκνο της στη Γαλλία, χώρα στην οποία έχει η ίδια όπως και το τέκνο της την κατοικία της. Ο πατέρας συνέχισε να κατοικεί στην Αυστρία.
4. Στις 2 Νοεμβρίου 1993 ο πατέρας ανέλαβε ενώπιον δικαστηρίου την υποχρέωση καταβολής μηνιαίας διατροφής ανερχόμενης σε 4 800 αυστριακά σελίνια (ATS) για την κόρη του, στο πλαίσιο σχετικού συμβιβασμού. Την ημερομηνία εκείνη εργαζόταν ως εμπορικός υπάλληλος, κατείχε δε αυτή τη θέση εργασίας τουλάχιστον μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 1998. Στη συνέχεια κατέστη άνεργος.
5. Η μητέρα του τέκνου, όταν κατοικούσε ακόμη στην Αυστρία, ήταν καθηγήτρια θρησκευτικών. Κατά τη διάρκεια της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας ο δικηγόρος της αναιρεσείουσας εξέθεσε, απαντώντας σε σχετική ερώτηση που του υπέβαλε το Δικαστήριο, ότι η μητέρα της αναιρεσείουσας δίδασκε με βάση πιστοποιητικό επάρκειας διδασκαλίας, την οποία της είχε χορηγήσει η καθολική εκκλησία και η οποία αναγνωριζόταν στην Αυστρία λόγω του οικείου κονκορδάτου. Αφού μετέφερε την κατοικία της στη Γαλλία, η μητέρα της αναιρεσείουσας αντιμετώπισε το πρόβλημα της μη αναγνωρίσεως του ως άνω πιστοποιητικού στη Γαλλία. Για να μπορέσει όμως να συνεχίσει να εργάζεται ως καθηγήτρια δίδαξε τη γερμανική γλώσσα σε ιδιωτικά σχολεία, παρακολουθώντας παράλληλα μαθήματα στο πανεπιστήμιο της Νάντης, απ' όπου και αποφοίτησε το 1994 με δίπλωμα που της παρέχει τη δυνατότητα να διδάσκει τη γερμανική ως σύγχρονη ξένη γλώσσα. Για να μπορεί να εργάζεται στη Γαλλία με εργασιακή σχέση παρόμοια με εκείνη που είχε στην Αυστρία συνέχισε τις σπουδές της. αράλληλα, εξακολούθησε να εργάζεται ως καθηγήτρια στη Γαλλία σε ιδιωτικά σχολεία.
6. Στις 24 Ιουλίου 1998 η αναιρεσείουσα ζήτησε από τις αυστριακές αρχές τη χορήγηση προκαταβολής διατροφής ύψους 4 800 ATS μηνιαίως για διάρκεια τριών ετών. Ισχυρίσθηκε ότι, παρά «επανειλημμένες διαδικασίες αναγκαστικής εκτελέσεως», ο πατέρας καθυστερούσε από μήνες την καταβολή διατροφής και ότι αυτός δεν είχε εκπληρώσει ούτες τις τρέχουσες υποχρεώσεις του ως προς τη διατροφή.
7. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα χορηγήσεως προκαταβολής με την αιτιολογία ότι το τέκνο και η μητέρα του, η οποία έχει την επιμέλειά του, κατοικούν στη Γαλλία. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τροποποίησε την απόφαση αυτή, χορηγώντας στην αναιρεσείουσα, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3 του UVG, μηνιαίες προκαταβολές διατροφής ύψους 4 800 ATS, περιοριζομένης όμως μέχρι του εφαρμοστέου ποσού αναφοράς, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του UVG. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι τα άρθρα 6, παράγραφος 1, του UVG και 43 ΕΚ εμποδίζουν την εφαρμογή κανόνος εισάγοντος δυσμενείς διακρίσεις, όπως αυτού περί του οποίου πρόκειται στην παρούσα υπόθεση. Επομένως, κατά το δικαστήριο αυτό, δεν ήταν αναγκαίο να ζητηθεί από το Δικαστήριο να εκδώσει προδικαστική απόφαση. Επέτρεψε ωστόσο την άσκηση τακτικής αναιρέσεως, οπότε με τον τρόπο αυτό η υπόθεση ήχθη ενώπιον του Oberster Gerichtshof (αυστριακού ανωτάτου ακυρωτικού). Το αρμόδιο τμήμα του δικαστηρίου αυτού έκρινε, αντιθέτως, ότι ήταν αναγκαίο να υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
8. Η αναιρεσείουσα, η Γερμανική, η Αυστρική και η Σουηδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Επιπλέον, η Δανική Κυβέρνηση παρενέβη κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία.
ΙΙΙ - Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως
9. Στο σκεπτικό της αιτήσεως προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται ρητά στην αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υποβλήθηκε στην υπόθεση Offermanns . Το ως άνω δικαστήριο υπογραμμίζει επιπλέον το γεγονός ότι, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 1, του Κανονισμού ΕΟΚ 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και τα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), καθώς και βάσει του τίτλου του, τα μέλη της οικογενείας των μισθωτών και μη μισθωτών εμπίπτουν στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Αναφερόμενος στην απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Μαρτίου 1978 στην υπόθεση 115/77, Laumann , η οποία αφορούσε τη χορήγηση συντάξεως ορφανού σε τέκνα τα οποία ζούσαν με τη μητέρα τους σε διαφορετικό κράτος μέλος έναντι εκείνου στο οποίο είχε αποβιώσει ο πατέρας, το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο προαναφερθείς κανονισμός ισχύει και όταν δεν κατοικεί ο ίδιος ο εργαζόμενος σε άλλο κράτος μέλος αλλά οι επιζώντες του. Η εν λόγω αρχή θα μπορούσε να εφαρμοσθεί επίσης όσον αφορά τη χορήγηση οικογενειακών παροχών όπως οι προβλεπόμενες από το άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71 στα τέκνα ζώντος εργαζομένου, με την αιτιολογία ότι δεν υφίστανται σχετικά ουσιώδεις διαφορές μεταξύ του άρθρου 73 και του άρθρου 78 του κανονισμού που αφορά τα ορφανά.
10. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου δικαιολογούνται παγίως από την ανάγκη να αποφεύγονται κανόνες ικανοί να εμποδίσουν του διακινούμενους εργαζομένους να κάνουν χρήση του δικαιώματός τους προς ελεύθερη κυκλοφορία, το αιτούν δικαστήριο δέχεται ότι η επιβολή της υποχρέωσεως να έχει το τέκνο τη συνήθη διαμονή ή κατοικία του στην Αυστρία δεν είναι συναφώς ικανή να εμποδίσει τους Αυστριακούς εργαζομένους, υπό την ιδιότητά τους ως υποχρέων συντηρήσεως της οικογενείας τους, να μεταβούν στο εξωτερικό και να εγκατασταθούν με την οικογένειά τους στο εξωτερικό, εφόσον το δικαίωμα λήψεως προκαταβολής έναντι διατροφής γεννάται μόνον εφόσον το άτομο στο οποίο θα καταβληθεί η διατροφή και το τέκνο που δικαιούται την εν λόγω διατροφή δεν κατοικούν μαζί.
11. Εν τούτοις, ένας τέτοιος κανόνας θα μπορούσε να εμποδίσει τον γονέα που έχει την επιμέλεια να δεχθεί εργασία που θα του προτεινόταν εντός άλλου κράτους μέλους: «Σε περίπτωση διακοπής της προκαταβαλλόμενης διατροφής και μη πληρωμής εκ μέρους του υποχρέου γονέα, το συνολικό βάρος διατροφής επιρρίπτεται στον έχοντα την επιμέλεια γονέα. Αν η άσκηση δραστηριότητας στην αλλοδαπή απαιτεί τη μετεγκατάσταση στην αλλοδαπή, ο έχων την επιμέλεια γονέας πρέπει να λάβει υπόψη του ότι θα απωλέσει το αντιστάθμισμα των οικονομικών βαρών που συνιστά γι' αυτόν η προκαταβαλλόμενη διατροφή κατά την αυστριακή νομοθεσία».
12. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο εξέφρασε ρητά επιφυλάξεις όσον αφορά το αν δικαιολογείται αντικειμενικά ο εν λόγω κανόνας.
13. Γι' αυτό, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1.α) Συνιστούν οι προκαταβαλλόμενες διατροφές για τη συντήρηση ανηλίκων τέκνων εργαζομένων που απασχολούνται πράγματι σε θέση εργασίας ή έχουν καταστεί άνεργοι, που λαμβάνουν παροχές ανεργίας κατά την αυστριακή νομοθεσία και παροχές βάσει του αυστριακού νόμου περί της προκαταβαλλομένης διατροφής για τη συντήρηση τέκνων (Unterhaltsvorschußgesetz του 1985, στο εξής: UVG, BGBl 451, όπως ισχύει σήμερα), οικογενειακές παροχές υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο η_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, και με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3427/89 του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1989, και έχει, κατά συνέπεια, εφαρμογή σε μία τέτοια περίπτωση και το άρθρο 3 του κανονισμού περί της ίσης μεταχειρίσεως;
β) αρέχουν τα άρθρα 73 και 74 του ανωτέρω κανονισμού 1408/71 δικαίωμα για προκαταβαλλόμενη διατροφή κατά τον προαναφερθέντα στο εδάφιο α) νόμο, σε νόμιμο τέκνο Αυστριακού ο οποίος κατοικεί και εργάζεται ή είναι άνεργος στην Αυστρία και λαμβάνει παροχές ανεργίας κατά την αυστριακή νομοθεσία, το οποίο κατοικεί με τη μητέρα του σε άλλο κράτος μέλος;
2. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως σε κάποιο από τα ερωτήματα του σημείου 1:
α) Συνιστούν οι προκαταβαλλόμενες διατροφές, κατά τον σχετικό νόμο που προαναφέρθηκε στο σημείο 1α), κοινωνικές παροχές κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας;
β) Συνιστά η προϋπόθεση της κατοικίας τέκνου στην ημεδαπή για τη χορήγηση προκαταβαλλόμενης διατροφής απαγορευόμενη περιοριστική διάταξη, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων που θέτει το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΚ;
γ) Θεμελιώνουν οι διατάξεις του κανονισμού 1612/68 προσωπικό δικαίωμα τέκνου ενός εργαζομένου για χορήγηση προκαταβαλλόμενης διατροφής;»
IV - Νομικό πλαίσιο
Α - Διατάξεις του κοινοτικού δικαίου
14. Οι ακόλουθες διατάξεις του κανονισμού 1408/71, κατόπιν τροποποιήσεώς του με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (EE L 28, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 307/1999 του Συμβουλίου, της 8ης Φεβρουαρίου 1999 (ΕΕ L 38, σ. 1), έχουν σημασία για την παρούσα υπόθεση. Ο κανονισμός 1408/71, όπως έχει κατόπιν της εκδόσεως του κανονισμού 118/97, ορίζει τα ακόλουθα:
«Άρθρο 1
Ορισμοί
Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού:
α_) έως ε_) [...]
στ) i) Ως "μέλος της οικογενείας" νοείται κάθε πρόσωπο που ορίζεται ή αναγνωρίζεται ως μέλος της οικογενείας ή που ορίζεται ως μέλος του νοικοκυριού από την νομοθεσία, δυνάμει της οποίας καταβάλλονται οι παροχές ή, στις περιπτώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο α_, και το άρθρο 31, από την νομοθεσία του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου κατοικεί [...]
ii) [...]
ζ_) έως κ_) [...]
κα_) i) Ως "οικογενειακή παροχή" νοείται κάθε παροχή εις είδος ή εις χρήμα προορισμένη να αντισταθμίσει τα οικογενειακά βάρη, στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο η_, με εξαίρεση των ειδικών επιδομάτων τοκετού που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ [...]
ii) [...]
κβ_) [...]
Άρθρο 2
ροσωπικό πεδίο εφαρμογής
1. Ο παρών κανονισμός ισχύει για μισθωτούς ή μη μισθωτούς που υπάγονται ή υπήχθησαν στην νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη ή απάτριδες ή πρόσφυγες που κατοικούν στο έδαφος ενός κράτους μέλους, καθώς και για τα μέλη της οικογενείας τους και για τους επιζώντες τους.
2. [...]
3. [...]
Άρθρο 3
Ισότης μεταχειρίσεως
1. Τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη και για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από την νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του, υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού [...]
2. [...]
3. [...]
Άρθρο 4
εδίο εφαρμογής καθ' ύλην
1. Ο παρών κανονισμός ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους ακόλουθους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως:
α_) έως ζ_) [...]
η_) οικογενειακές παροχές.
2. έως 4. [...]»
15. Κατά το άρθρο 73 του ίδιου αυτού κανονισμού:
Μισθωτοί ή μη μισθωτοί, τα μέλη της οικογένειας των οποίων κατοικούν σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος
«Ο μισθωτός ή μη μισθωτός που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους δικαιούται, για τα μέλη της οικογένειάς του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τις οικογενειακές παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του κράτους αυτού, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παραρτήματος VI.»
16. Το άρθρο 74 του κανονισμού 1408/71 ορίζει τα εξής:
Άνεργοι, τα μέλη της οικογένειας των οποίων κατοικούν σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος
«Ο άνεργος μισθωτός ή μη μισθωτός που λαμβάνει παροχές ανεργίας δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους δικαιούται, για τα μέλη της οκογένειάς του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τις οικογενειακές παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του κράτους αυτού, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παραρτήματος VI.»
17. Καθόσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, ο κανονισμός 307/1999 ορίζει τα ακόλουθα:
«Άρθρο 1
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 τροποποιείται διά του παρόντος ως εξής:
1) Το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:
α_) μετά το στοιχείο γ_, προστίθεται το ακόλουθο σημείο:
"γα_) Ως σπουδαστής’ νοείται κάθε πρόσωπο που δεν είναι μισθωτός ή αυτοαπασχολούμενος ή μέλος της οικογένειάς του ή επιζών υπό την έννοια του παρόντος κανονισμού, το οποίο σπουδάζει ή παρακολουθεί μαθήματα επαγγελματικής κατάρτισης που οδηγούν σε τίτλο ο οποίος αναγνωρίζεται επίσημα από τις αρχές κράτους μέλους και είναι ασφαλισμένο στο πλαίσιο γενικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως ή ειδικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που ισχύει για τους σπουδαστές".
β_) στο στοιχείο στ_, σημείο i), και στο στοιχείο στ_, σημείο ii), οι όροι "μισθωτού ή μη μισθωτού" αντικαθίστανται από τους όρους «μισθωτού ή μη μισθωτού ή σπουδαστού».
2. Το άρθρο 2 αντικαθίσταται από τα εξής:
«Άρθρο 2
Καλυπτόμενα πρόσωπα
1. Ο παρών κανονισμός ισχύει για μισθωτούς ή μη μισθωτούς και για σπουδαστές, που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσότερων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη ή απάτριδες ή πρόσφυγες που κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους, καθώς και για τα μέλη της οικογένειάς τους και για τους επιζώντες τους.
2. [...]
3. έως 6. [...]»
18. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33), ορίζει:
«Μέρος πρώτο
Απασχόληση και οικογένειες εργαζομένων
Τίτλος Ι
ρόσβαση σε απασχόληση
Άρθρο 1 [...]
Άρθρο 3
1. Στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, δεν εφαρμόζονται οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις ή οι διοικητικές πρακτικές κράτους μέλους:
- οι οποίες περιορίζουν ή εξαρτούν από όρους, που δεν προβλέπονται για τους ημεδαπούς, την ζήτηση και την προσφορά εργασίας, την πρόσληψη σε απασχόληση και την άσκησή της από τους αλλοδαπούς,
- ή οι οποίες, αν και εφαρμόζονται ανεξαρτήτως ιθαγενείας έχουν ως αποκλειστικό ή κύριο σκοπό ή αποτέλεσμα να αποκλείουν τους υπηκόους των άλλων Κρατών μελών από την προσφερομένη απασχόληση.
[...]
2. [...]
Άρθρα 4 - 6 [...]
Τίτλος ΙΙ
Άσκηση της απασχολήσεως και ισότης μεταχειρίσεως
Άρθρο 7
1. Ο εργαζόμενος υπήκοος ενός Κράτους μέλους δεν δύναται στην επικράτεια των άλλων Κρατών μελών, να έχει, λόγω της ιθαγενείας του, διαφορετική μεταχείριση από τους ημεδαπούς εργαζομένους, ως προς τους όρους απασχολήσεως και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση, την επαγγελματική επανένταξη ή την επαναπασχόληση αν έχει καταστεί άνεργος.
2. Απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους.
3. [...]
4. [...]»
Β - Αυστριακές νομοθετικές διατάξεις
19. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του UVG έχει ως ακολούθως:
«Έχουν αξίωση προκαταβολής τα ανήλικα τέκνα τα οποία έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην ημεδαπή και είναι είτε Αυστριακοί υπήκοοι είτε απάτριδες. Αν το άτομο με το οποίο διαμένει το τέκνο έχει τη συνήθη διαμονή του στο εξωτερικό προς εκπλήρωση υποχρεώσεών του έναντι αυστριακού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, πρέπει να θεωρηθεί, προς εκτέλεση του εν λόγω [αυστριακού] ομοσπονδιακού νόμου, ότι το τέκνο έχει τη συνήθη διαμονή του στην περιφέρεια του αρμόδιου επί ζητημάτων επιτροπείας δικαστηρίου.»
20. Κατά το άρθρο 3 του UVG:
«Χορηγούνται προκαταβολές
1. όταν υφίσταται, για το νόμιμο δικαίωμα διατροφής, εκτελεστός τίτλος στη χώρα και
2. όταν μια εκτέλεση που αφορά τις τρέχουσες υποχρεώσεις διατροφής [...] ή, καθόσον ο οφειλέτης της διατροφής προδήλως δεν διαθέτει εισοδήματα ή άλλες τακτικές αποδοχές, όταν μια εκτέλεση [...] δεν έχει καλύψει πλήρως, κατά τους έξι τελευταίους μήνες πριν από την κατάθεση της αιτήσεως χορηγήσεως προκαταβολών, έστω και ένα από τα ποσά της διατροφής που κατέστη απαιτητό· συναφώς, τα καθυστερούμενα ποσά της διατροφής που καταβλήθηκαν καταλογίζονται στην τρέχουσα οφειλή διατροφής.»
V - Επί του πρώτου ερωτήματος
Τα επιχειρήματα των διαδίκων
21. Η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι οι παροχές που χορηγούνται στο πλαίσιο προκαταβολών διατροφής είναι οικογενειακές παροχές κατ' εφαρμογήν του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο η_, του κανονισμού 1408/71.
22. Εξηγεί επ' αυτού ότι η προκαταβολή διατροφής θεσπίστηκε στην Αυστρία με σκοπό να παράσχει οικονομικούς πόρους στους δικαιούχους διατροφής σε περίπτωση μη καταβολής της εκ μέρους του υποχρέου ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν ο υπόχρεος αυτός αδυνατεί. Ο δικαιούχος της διατροφής λαμβάνει στη Δημοκρατία της Αυστρίας ένα χρηματικό ποσό το οποίο μπορεί να κρατήσει οριστικά, με εξαίρεση τις περιπτώσεις καταχρήσεως. ράγματι, χονδρικά, μόνο ένα τρίτο περίπου των ποσών που καταβάλλουν οι αυστριακές αρχές ως προκαταβολές διατροφής μπορούν να αναζητηθούν από τους βαρυνόμενους με την υποχρέωση της σχετικής καταβολής.
23. Κατά την αναιρεσείουσα, δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση του δικαιώματος αυτού να βρίσκεται ο δικαιούχος σε κατάσταση ανάγκης ή, ακόμη, να επιβάλλεται η χορήγησή του από κοινωνικής φύσεως λόγους· αρκεί η ύπαρξη δικαιώματος διατροφής. Επομένως, καταρχήν δεν πρόκειται για ρύθμιση με κοινωνικό σκοπό, αλλά για πραγματικές παροχές χορηγούμενες εκ μέρους του κράτους στα μέλη της οικογενείας του δικαιούχου, ανεξάρτητα αν πρόκειται για αυτοτελώς απασχολούμενο, για μισθωτό ή, ακόμα, για άτομο που βρίσκεται προσωρινά σε κατάσταση ανεργίας.
24. Οι χορηγούμενες από το κράτος παροχές είναι, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, παροχές τις οποίες μπορεί να κρατήσει μονίμως ο εν λόγω δικαιούχος. Επομένως, πρόκειται πράγματι για οικογενειακές παροχές υπό την έννοια του προαναφερθέντος κανονισμού.
25. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, η χορήγηση προκαταβολής διατροφής όπως η προβλεπόμενη στην Αυστρία δεν συνιστά «οικογενειακή παροχή» υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο η_, του κανονισμού 1408/71.
26. Διατείνεται ότι, για να μπορεί να θεωρηθεί ως οικογενειακή παροχή, υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71, μια προκαταβολή διατροφής χορηγούμενη κατ' εφαρμογήν του αυστριακού UVG η προκαταβολή αυτή πρέπει να χρησιμεύει προς αντιστάθμιση των οικογενειακών βαρών, χωρίς εξέταση της ατομικής καταστάσεως του δικαιούχου. Εν τούτοις, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. ροκαταβολή διατροφής χορηγείται μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις. Επίσης, δεν αντισταθμίζει τα οικογενειακά βάρη υπό την έννοια του άρθρου 4, στοιχείο η_, του κανονισμού 1408/71. ράγματι, τα οικογενειακά βάρη δεν μπορούν να αντισταθμιστούν παρά μόνον όταν η παροχή χορηγείται σε οικογένεια ως μη αναζητήσιμη κρατική συνεισφορά, για παράδειγμα προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες ενός τέκνου. Στην περίπτωση αυτή η οικονομική επιβάρυνση καλύπτεται οριστικά από το κράτος όσον αφορά το ποσό της παροχής. Εν τούτοις, σε περίπτωση προκαταβολής διατροφής χορηγούμενης από το κράτος, η οικονομική επιβάρυνση δεν αναλαμβάνεται οριστικά από το κράτος. ράγματι, η καταβολή αυτή δεν έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση του δικαιώματος έναντι του οφειλέτη γονέα, ο οποίος υποχρεούται να επιστρέψει τις καταβολές αυτές.
27. _Οσον αφορά το πρώτο ερώτημα, η Αυστριακή Κυβέρνηση έχει επίσης την άποψη ότι οι προβλεπόμενες από τον UVG προκαταβολές διατροφής δεν αποτελούν οικογενειακές παροχές υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο η_, του κανονισμού 1408/71, οπότε το άρθρο 3 δεν έχει εφαρμογή.
28. Η Αυστριακή Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι προκαταβολές διατροφής υπό την έννοια του UVG στηρίζονται σε δικαίωμα του ανηλίκου τέκνου έναντι του υπόχρεου προς καταβολή διατροφής γονέα. Σκοπός του νόμου αυτού είναι να εξασφαλίζεται η καταβολή του συνόλου της διατροφής στο τέκνο, ακόμα και σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως καταβολής διατροφής εκ μέρους του υποχρέου. Συναφώς, ουδόλως πρόκειται για κοινωνικές παροχές. Κατά την άποψη της Αυστριακής Κυβερνήσεως, η αξίωση αυτή στηρίζεται στο ουσιαστικό δικαίωμα του τέκνου έναντι του υποχρέου προς καταβολή διατροφής· σε περίπτωση καταβολής των οικείων παροχών, το αυστριακό δημόσιο υποκαθίσταται στο δικαίωμα αυτό. Η εν λόγω υποκατάσταση ουδόλως μεταβάλει το περιεχόμενό του, έτσι ώστε το δικαίωμα αυτό να παραμένει ένα ουσιαστικό δικαίωμα διατροφής έναντι του υποχρέου προς καταβολή της, ενώ η διατροφή απλώς προκαταβάλλεται από το αυστριακό δημόσιο σε περιπτώσεις περιπλοκών που προβλέπονται από τον νόμο. Κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση, από τις αιτιολογίες που είχε παραθέσει ο νομοθέτης τη σχετική περίοδο προκύπτει ότι ο νομοθέτης αυτός δεν προτίθετο να καλύψει ο ίδιος τα οικογενειακά βάρη, αλλά απέβλεπε απλώς στην ελάφρυνση της διαδικασίας εκτελέσεως της υποχρεώσεως διατροφής.
29. Η Σουηδική Κυβέρνηση είναι της γνώμης ότι η προκαταβολή διατροφής του αυστριακού δικαίου δεν συνιστά οικογενειακή παροχή υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο η_, του κανονισμού 1408/71.
30. Υποστηρίζει ότι το ζήτημα που τίθεται στην παρούσα υπόθεση είναι το αν πληρούνται τα κριτήρια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο η_, που δίδει τον ορισμό των «οικογενειακών παροχών». Σε αντίθεση με τις άλλες διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, η έκφραση αυτή δεν ορίζει με σαφήνεια τις καταστάσεις και τους κινδύνους που καλύπτονται σχετικά.
31. Κατά την εξέταση του αν μια παροχή συνιστά οικογενειακή παροχή πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, κατά τη Σουηδική Κυβέρνηση, οι οικογενειακές καταστάσεις και οι κίνδυνοι που πρέπει να συνυπολογίζονται για τη χορήγησή της. Δεν είναι εξαρχής προφανές ότι πρόκειται για μια τέτοια οικογενειακή κατάσταση όταν οι σύζυγοι έχουν διαζευχθεί ή τελούν σε διάσταση. Ακόμη, ούτε ο σκοπός της διευκολύνσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων είναι τόσο σημαντικός όταν μια οικογένεια έχει διαλυθεί έναντι της περιπτώσεως στην οποία τα μέλη της ζουν μαζί, ακόμα και σε διαφορετικά κράτη μέλη. Οι διαζευγμένοι σύζυγοι μπορούν κατά τα λοιπά να συνάψουν νέο γάμο και να βρουν νέα εργασία. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν υφίσταται καν η ανάγκη προστασίας των συζύγων οι οποίοι ενδεχομένως είχαν προηγουμένως δικαίωμα για οικογενειακές παροχές που χορηγούνται στα ζευγάρια, όταν ένας από τους δύο συζύγους εργάζεται.
32. Κατά την άποψη της Σουηδικής Κυβερνήσεως, η προβλεπόμενη από το αυστριακό δίκαιο προκαταβολή διατροφής χορηγείται μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες γονείς και τέκνα δεν ζουν μαζί ως οικογένεια. ράγματι, η προκαταβολή αυτή προβλέφθηκε γι' αυτό το είδος καταστάσεως. Επομένως, πρόκειται για μια κατάσταση που αντιβαίνει πλήρως προς αυτό το οποίο καλύπτει η έννοια «οικογενειακές παροχές».
33. Επιπλέον, η προβλεπόμενη από το αυστριακό δίκαιο προκαταβολή διατροφής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως οικογενειακή παροχή υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71 παρά μόνον όταν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 1, στοιχείο κα_, περίπτωση i.
34. Από την περιγραφή στην οποία προβαίνει η Αυστριακή Κυβέρνηση προκύπτει ότι η προκαταβολή διατροφής δεν είναι παροχή σε είδος. Κατά τη Σουηδική Κυβέρνηση, είναι σημαντικό, επομένως, το αν η προκαταβολή αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως «παροχή σε είδος προοριζόμενη να αντισταθμίσει τα οικογενειακά βάρη».
35. Το ειδικό χαρακτηριστικό της προκαταβολής διατροφής είναι ότι αυτή αποτελεί προκαταβολή χορηγούμενη από το κράτος έναντι της διατροφής που οφείλει ο υπόχρεος έναντι τέκνου. Το τέκνο θεωρείται ότι έχει το δικαίωμα να λάβει το αντίστοιχο ποσό της διατροφής από τον οφειλέτη γονέα ακόμα και αν αυτός δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του. Κατά συνέπεια, η προκαταβολή διατροφής δεν θεωρείται ότι αποτελεί συμπληρωματική βοήθεια καταβαλλόμενη από το κράτος για το τέκνο. Κατά την άποψη της Αυστριακής Κυβερνήσεως, προκύπτει ακόμη από τις προϋποθέσεις χορηγήσεώς της ότι δεν πρόκειται για οικογενειακή παροχή.
36. _Οσον αφορά την εφαρμογή του κανονισμού 1408/71, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι προκαταβολές διατροφής που προβλέπει ο UVG δεν μπορούν να θεωρηθούν ως οικογενειακές παροχές υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο η_, του κανονισμού 1408/71. Εξ αυτού συνάγει ότι τα άρθρα 73 και 74 δεν έχουν εφαρμογή.
37. Επί του ζητήματος αν η προκαταβολή διατροφής που προβλέπει ο UVG εμπίπτει στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι οι προβλεπόμενες από τον UVG παροχές χορηγούνται σε όλα τα ανήλικα τέκνα τα οποία - ανεξάρτητα από την προϋπόθεση της αυστριακής ιθαγενείας ή της ιδιότητας του απάτριδος που προβλέπεται από το άρθρο 2 - πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 4 του UVG. Κατά την Επιτροπή, κάθε τέκνο έχει ένα θεμελιώδες δικαίωμα να λάβει προκαταβολή διατροφής, ανεξάρτητα από τις ανάγκες του ή το επίπεδο του οικογενειακού του εισοδήματος. Κατά συνέπεια, δεν πρόκειται απλώς για παροχή κοινωνικής αρωγής που εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού. Η Επιτροπή συμπεραίνει ότι οι προβλεπόμενες από τον UVG παροχές εμπίπτουν καταρχήν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71.
38. Επί του ζητήματος αν η προκαταβολή διατροφής είναι «οικογενειακή παροχή» υπό την έννοια του επίμαχου κανονισμού, η Επιτροπή επικαλείται καταρχάς την απόφαση της 4ης Ιουλίου 1985, 104/84, Kromhout . Κατά την Επιτροπή, από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι οι οικογενειακές παροχές προορίζονται να παράσχουν κοινωνική αρωγή στις οικογένειες, με τη συμμετοχή του κοινωνικού συνόλου στην αντιμετώπιση των οικογενειακών βαρών. Διατείνεται ότι, αν μεταφερθεί στην υπό κρίση υπόθεση η βασική ιδέα τής ως άνω αποφάσεως, που στηρίζεται στους διαφορετικούς σκοπούς των διαφόρων παροχών, τότε επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι προβλεπόμενες από τον UVG προκαταβολές έχουν διαφορετικό σκοπό έναντι της αντισταθμίσεως των οικογενειακών βαρών, που αποτελεί τυπικό σκοπό των οικογενειακών παροχών.
39. _Οσον αφορά το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, η Επιτροπή εκθέτει ότι το προβλεπόμενο από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του UVG δικαίωμα λήψεως προκαταβολής διατροφής δεν υφίσταται υπέρ του πατέρα ή της μητέρας του ανηλίκου τέκνου αλλά υπέρ του ίδιου του τέκνου. Επομένως, κατά την Επιτροπή, πρέπει να εξετασθεί αν το τέκνο πρέπει να θεωρηθεί ως μέλος της οικογενείας υπό την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο στ_, περίπτωση i, του κανονισμού 1408/71 και αν αυτό εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, αυτού, όταν ο πατέρας ή η μητέρα είναι εργαζόμενοι, μισθωτοί ή όχι, ή σπουδαστές. Με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου, η αίτηση χορηγήσεως προκαταβολής διατροφής ανατρέχει στην 1η Ιουλίου 1998, οπότε πρέπει να ληφθεί υπόψη η δραστηριότητα την οποία ασκούσαν οι γονείς από την ημερομηνία αυτή.
40. Με τις παρατηρήσεις της η Επιτροπή λαμβάνει ως αφετηρία τη διαπίστωση ότι η μητέρα του τέκνου είναι φοιτήτρια από την ημερομηνία αυτή και, επομένως, δεν τη θεωρεί ως εργαζόμενη. Υπογραμμίζει ότι ο κανονισμός 1408/71 έχει εφαρμογή στους φοιτητές μόνο από την 1η Μα_ου 1999, ημερομηνία εκδόσεως του κανονισμού 307/1999. Κατά την άποψη της Επιτροπής, για την περίοδο μεταξύ Ιουλίου 1998 και Απριλίου 1999, του τελευταίου αυτού μήνα συμπεριλαμβανομένου, το τέκνο μπορεί επίσης να καλύπτεται λόγω του πατέρα του. Με βάση τις ενδείξεις που παρέχει το αιτούν δικαστήριο, ο πατέρας πληρούσε κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να λάβει παροχές ανεργίας δυνάμει της αυστριακής νομοθεσίας. Οι προβλεπόμενες από την αυστριακή νομοθεσία παροχές ανεργίας πρέπει να θεωρηθούν ως ασφαλιστικές παροχές που εντάσσονται στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως των εργαζομένων. Επομένως, στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 περιλαμβάνεται και το τέκνο για την εν λόγω περίοδο, τούτο δε λόγω των δικαιωμάτων που είχε ο πατέρας του.
Ανάλυση
α) Επί του ζητήματος του καθ' ύλην πεδίου εφαρμογής του
κανονισμού 1408/71
41. _Οπως και στην υπόθεση Offermanns, το πρώτο ερώτημα της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. _Ελαβα θέση λεπτομερώς με τα σημεία 22 έως 48 των προτάσεων που ανέπτυξα στην ως άνω υπόθεση στις 28 Σεπτεμβρίου 2000 όσον αφορά το ζήτημα του χαρακτηρισμού των προκαταβολών διατροφής ως οικογενειακών παροχών υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο η_, του κανονισμού 1408/71.
42. Από την παρούσα υπόθεση δεν προκύπτει κανένα στοιχείο που να δικαιολογεί την αναθεώρηση εκ μέρους μου της εκτιμήσεως την οποία ανέπτυξα στην υπόθεση Offermans. Επομένως, παραπέμπω πλήρως στις προτάσεις μου στην υπόθεση Offermans. Θα υπενθυμίσω συνοπτικά τις ουσιώδεις πτυχές των σκέψεων που με οδήγησαν να χαρακτηρίσω ως οικογενειακές παροχές τις προκαταβολές διατροφής.
43. Κατά πάγια νομολογία, η διάκριση μεταξύ των παροχών που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 και των παροχών που εμπίπτουν σ' αυτό εξαρτάται κατ' ουσίαν από τα συστατικά κάθε παροχής στοιχεία, ιδίως τον σκοπό και τις προϋποθέσεις χορηγήσεώς της, και όχι από το αν μία παροχή κατατάσσεται από τις εθνικές διατάξεις στις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως . Κατά τη νομολογία αυτή, μια παροχή μπορεί να θεωρείται ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως, εφόσον χορηγείται, αφενός, χωρίς οποιαδήποτε εξατομικευμένη και κατά διακριτική ευχέρεια στάθμιση των ατομικών αναγκών, στους δικαιούχους βάσει μιας από τον νόμο καθοριζομένης καταστάσεως και, αφετέρου, εφόσον έχει σχέση με κάποιον από τους κινδύνους που ρητώς απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 .
44. Οι προκαταβολές της διατροφής κατά τον UVG χορηγούνται αναμφιβόλως βάσει καταστάσεως καθοριζομένης από τον νόμο και χωρίς να μεσολαβεί οποιαδήποτε απόφαση ληφθείσα κατά διακριτική ευχέρεια ή στάθμιση των ατομικών αναγκών. Όταν συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 3 του UVG, υφίσταται αξίωση για προκαταβαλλόμενη διατροφή.
45. Βάσει του σκοπού και των όρων χορηγήσεών τους, οι προκαταβολές διατροφής σχετίζονται επίσης με τον «κίνδυνο» των «οικογενειακών παροχών», υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο η_, του κανονισμού 1408/71.
46. Τόσο με βάση τον ορισμό της όσο και εξεταζόμενη από οικονομικής πλευράς, η συντήρηση του τέκνου εμπίπτει στα «οικογενειακά βάρη». Η εξασφάλιση της συντηρήσεως των τέκνων όσον αφορά τα προς το ζην είναι μία από τις κύριες αποστολές που συνδέονται με την επιμέλεια ή τη γονική μέριμνα την οποία έχουν οι γονείς. Ένας εκτελεστός τίτλος επιβάλλων την καταβολή της διατροφής δεν αρκεί καθαυτός για να εξασφαλίσει στην πράξη την πληρωμή της διατροφής αυτής. Επομένως, η χρηματοδοτούμενη από το κράτος προκαταβολή της διατροφής μπορεί να αντισταθμίσει τα οικογενειακά βάρη σε περίπτωση που ο υπόχρεος δεν προβαίνει στη σχετική καταβολή.
47. Η κρατική ενίσχυση την οποία παρέχει η προκαταβολή διατροφής άμεσα στο τέκνο που είναι δικαιούχος διατροφής και έμμεσα στον ασκούντα τη γονική μέριμνα γονέα, εκδηλώνεται σε πλείονα επίπεδα. Υπάρχει καταρχάς η διαδικαστική πτυχή, που συνίσταται στην εκτέλεση βάσει τίτλου απαιτήσεως διατροφής, μάλιστα δε και στην απόκτηση ενός τέτοιου τίτλου. Η διαδικαστική αυτή πτυχή δεν πρέπει να υποτιμάται. Η εν λόγω κρατική αρωγή υλικού χαρακτήρα μπορεί ακόμα ενδεχομένως να θεωρηθεί ως παροχή σε είδος.
48. Άλλωστε, οι προκαταβολές διατροφής ενέχουν και μια όχι αμελητέα οικονομική πτυχή. Η προκαταβολή εξασφαλίζει τη δυνατότητα διαθέσεως σε εύθετο χρόνο οικονομικών μέσων, δηλαδή όταν αυτά είναι αναγκαία. Επιπλέον, τον κίνδυνο αφερεγγυότητας φέρει το κράτος. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, από τις προκαταβαλλόμενες διατροφές, στις περιπτώσεις στις οποίες το κράτος υποκαθίσταται στο σχετικό δικαίωμα, μόλις το ένα τρίτο περίπου μπορεί να εισπραχθεί από τους υποχρέους διατροφής, θα ήταν υποτιμητικό να θεωρηθούν οι διατάξεις για την προκαταβαλλόμενη διατροφή ως απλό μέτρο αρωγής διαδικαστικής φύσεως ή να ληφθεί κυρίως υπόψη το προσωρινό στοιχείο τής εκ των προτέρων καταβολής ληξιπροθέσμων απαιτήσεων διατροφής. Το βάρος συντηρήσεως του τέκνου, που φέρει ο γονέας που έχει μόνος την επιμέλειά του - στην κατοικία του οποίου ζει το τέκνο - αυξάνεται ουσιωδώς στην περίπτωση κατά την οποία ο υπόχρεος διατροφής γονέας δεν καταβάλλει τη διατροφή. Η προκαταβολή της διατροφής περιορίζει και αντισταθμίζει το τμήμα αυτό της διατροφής όταν και όπου χρειάζεται. Καθόσον το κράτος φέρει τον κίνδυνο της αφερεγγυότητας, μπορεί ακόμη να γίνει λόγος για καθαρή συμμετοχή του κράτους στα οικογενειακά βάρη στις περιπτώσεις στις οποίες οι απαιτήσεις διατροφής δεν μπορούν να ικανοποιηθούν.
49. εριγράφοντας το περιεχόμενο και τον σκοπό των οικογενειακών παροχών, το Δικαστήριο συνάγει από τις ασκούσες επιρροή διατάξεις ότι σκοπός τους είναι «η κοινωνική αρωγή των εργαζομένων που φέρουν οικογενειακά βάρη μέσω της συμβολής του κοινωνικού συνόλου στα βάρη αυτά» .
50. Ενώ η καταβολή των ποσών που προορίζονται για τη συντήρηση του τέκνου εντάσσεται στο πλαίσιο των βασικών οικογενειακών βαρών, η είσπραξη ληξιπρόθεσμης διατροφής δεν αποτελεί οπωσδήποτε τυπικό οικογενειακό βάρος, αλλά μάλλον τυπική επιβάρυνση για την ειδική οικογενειακή κατάσταση γονέων που ζουν χωριστά. Με τις διατάξεις για την προκαταβαλλόμενη διατροφή το κράτος και, κατά συνέπεια, το κοινωνικό σύνολο συμμετέχει στα ως άνω βάρη, αφενός, εισπράττοντας δια της διαδικαστικής οδού τη διατροφή και, αφετέρου, εξασφαλίζοντας την καταβολή της. Για αμφότερες τις πτυχές χρησιμοποιούνται δημόσιοι πόροι, οπότε είναι δυνατόν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το κοινωνικό σύνολο συμμετέχει στα βάρη που δημιουργεί η ειδική οικογενειακή κατάσταση. Επομένως, οι κανόνες περί προκαταβολής διατροφής έχουν ως πρακτικό αποτέλεσμα την αντιστάθμιση των οικογενειακών βαρών.
51. Η ανάλυση αυτή επιρρωννύεται από το γεγονός ότι οι προκαταβολές της διατροφής χρηματοδοτούνται από τους πόρους του Familienlastenausgleichsfonds (ταμείου αντισταθμίσεως των οικογενειακών βαρών). Βεβαίως, κατά τη διαδικασία αναφέρθηκε η απόφαση Hughes και παρατέθηκε το ακόλουθο χωρίο της: «ο τρόπος χρηματοδοτήσεως μιας παροχής ουδεμία ασκεί επιρροή για τον χαρακτηρισμό της ως παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως [...]» . άντως, το Δικαστήριο αντέτεινε το επιχείρημα αυτό στην ένσταση που προβλήθηκε στο πλαίσιο της υποθέσεως εκείνης ότι η επίδικη παροχή δεν αποτελούσε παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως, διότι η χορήγησή της δεν εξαρτάτο από καμιά προϋπόθεση καταβολής εισφορών. Κατά συνέπεια, η απόφαση Hughes δεν αποκλείει το συμπέρασμα ότι η χρηματοδότηση μιας παροχής από το Familienlastenausgleichsfonds μπορεί εν πάση περιπτώσει να αξιολογηθεί ως ικανό στοιχείο ώστε να χαρακτηριστεί η προκαταβαλλόμενη διατροφή ως οικογενειακή παροχή.
52. Το γεγονός ότι δικαιούχος της προκαταβολής διατροφής είναι το τέκνο και όχι ένας από τους γονείς του δεν εμποδίζει τον χαρακτηρισμό της παροχής αυτής ως οικογενειακής παροχής. Οι προκαταβολές διατροφής προορίζονται για την οικογενειακή εστία στην οποία ζει το τέκνο και, κατά συνέπεια, τα ποσά αυτά μπορούν κάλλιστα να θεωρηθούν έμμεσα ως παροχή στον έχοντα την επιμέλεια του τέκνου γονέα. Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση Hoever και Zachow, ότι η διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων δεν ισχύει, καταρχήν, για τις οικογενειακές παροχές .
53. Ούτε το γεγονός ότι το δικαίωμα διατροφής υπάγεται εκ της φύσεώς του στο αστικό δίκαιο εμποδίζει τον χαρακτηρισμό της σχετικής παροχής ως οικογενειακής παροχής. Η αρχική αξίωση διατροφής του τέκνου έναντι των γονέων του αποτελεί - έστω και αν πρέπει να ενταχθεί στο αστικό δίκαιο - αξίωση του οικογενειακού δικαίου. Ο χαρακτηρισμός της αξιώσεως αυτής απλώς ως αξιώσεως του αστικού δικαίου θα αποτελούσε έναν υπερβολικά τυπικό περιορισμό και δεν θα απέδιδε τη σημασία της ως αξιώσεως του οικογενειακού δικαίου - και, ως εκ τούτου, τον χαρακτήρα της προκαταβολής διατροφής ως μιας, έστω και ενδοοικογενειακής, πάντως κλασικής πληρωμής προορισμένης προς αντιστάθμιση των οικογενειακών βαρών. Επομένως, ακόμη και αν η αξίωση διατροφής πρέπει να ενταχθεί στο αστικό δίκαιο, πάντως, το έχον δικαίωμα διατροφής τέκνο έχει, σε περίπτωση μη ικανοποιήσεως της αξιώσεως διατροφής που διαπιστώνεται με σχετικό τίτλο, ίδια αξίωση κατά του κράτους βάσει της διατάξεως του UVG. Ως συνέπεια της χορηγήσεως προκαταβολής διατροφής, η αρχική αξίωση του τέκνου κατά του μη εκπληρώνοντος την υποχρέωσή του οφειλέτη διατροφής μεταβιβάζεται, βάσει εκχωρήσεως εκ του νόμου, στο κράτος, το οποίο μπορεί να προβάλει την απαίτηση αυτή κατά του οφειλέτη διατροφής. Ο χαρακτηρισμός ως οικογενειακής παροχής της υποκαταστάσεως του κράτους σε δικαίωμα του οικογενειακού δικαίου φαίνεται ότι συνάδει με τη λογική του συστήματος. Επιπλέον, δύσκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό γιατί το κράτος οφείλει να παρεμβαίνει προς ικανοποίηση αξιώσεως αποκλειστικά αστικού δικαίου. Κατά συνέπεια, καθίσταται σαφής η σχέση με το οικογενειακό δίκαιο και, επομένως, με τις οικογενειακές παροχές.
β) Το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71
54. Το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 ορίζεται στο άρθρο 2 αυτού. Η παράγραφος 1 προβλέπει ότι ο κανονισμός αυτός ισχύει για μισθωτούς ή μη μισθωτούς που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη ή απάτριδες ή πρόσφυγες που κατοικούν στο έδαφος ενός κράτους μέλους, καθώς και για τα μέλη της οικογένειάς τους και για τους επιζώντες τους.
55. To «μέλος της οικογενείας» ορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο στ_, περίπτωση i, ως κάθε πρόσωπο που ορίζεται ή αναγνωρίζεται ως μέλος της οικογένειας ή που ορίζεται ως μέλος του νοικοκυριού από τη νομοθεσία δυνάμει της οποίας καταβάλλονται οι παροχές.
56. Στην απόφαση Kermaschek , το Δικαστήριο διέκρινε μεταξύ δύο κατηγοριών προσώπων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2 του κανονισμού 1408/71. Αφενός τους εργαζομένους και αφετέρου τα μέλη της οικογενείας τους και τους επιζώντες τους. «Ενώ τα πρόσωπα που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία έχουν αξιώσεις για παροχές υπό την έννοια του κανονισμού εξ ιδίου δικαιώματος, τα πρόσωπα που ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία έχουν μόνο παράγωγα δικαιώματα τα οποία απέκτησαν ως μέλη της οικογενείας ή ως επιζώντες ενός εργαζομένου και στήριξαν, επομένως, σε ένα πρόσωπο που ανήκει στην πρώτη κατηγορία» .
57. Αν ληφθεί υπόψη η διάκριση αυτή, το τέκνο που προβάλλει αξίωση προκαταβολής διατροφής εξ ιδίου δικαιώματος ουδόλως θα μπορούσε να εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71.
58. Η θεμελιωθείσα στην απόφαση Kermaschek διάκριση , που ακολουθείται στη συνέχεια από παγία νομομολογία , περιορίστηκε εντούτοις, με την απόφαση Cabanis-Issarte , ρητώς σε περιπτώσεις όπως αυτή στην οποία στηριζόταν η υπόθεση Kermaschek . Η διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων μπορεί «να έχει ως συνέπεια να παραβλεφθεί η θεμελιώδης επιταγή της κοινοτικής εννόμου τάξεως που αποτελεί η ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων της, διότι η δυνατότητα εφαρμογής τους επί των ιδιωτών θα εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό του δικαιώματος ως ιδίου ή ως παραγώγου που δίδει η εφαρμοστέα επί των επιμάχων παροχών εθνική νομοθεσία, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων του εσωτερικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως» .
59. Επιπλέον, το Δικαστήριο - όπως εκτέθηκε ήδη προηγουμένως - έκρινε, για την ιδιαίτερη περίπτωση των οικογενειακών παροχών στην υπόθεση Hoever και Zachow, ότι η διαφορά μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων δεν ισχύει καταρχήν για τις οικογενειακές παροχές .
60. Τέλος, για να εμπίπτουν τα τέκνα που έχουν δικαίωμα διατροφής στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, σημασία έχει αν τα τέκνα αυτά μπορούν να αντλήσουν δικαιώματα από έναν από τους γονείς.
61. Από τη δικογραφία της παρούσας υποθέσεως προκύπτει ότι ο πατέρας της αναιρεσείουσας, ο οποίος βαρύνεται με την υποχρέωση συντηρήσεως, ήταν άνεργος την περίοδο των πραγματικών περιστατικών. Μπορεί κατά πάσα πιθανότητα να ληφθεί ως δεδομένο ότι ελάμβανε παροχές ανεργίας. Εξ αυτού μπορεί να συναφθεί το συμπέρασμα ότι ήταν, τουλάχιστον, ασφαλισμένος κατά του κινδύνου ανεργίας, οπότε εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. Κατά συνέπεια, με τον τρόπο αυτό η θυγατέρα του αποκτά την ιδιότητα του μέλους της οικογενείας υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71.
62. Το γεγονός ότι ο (Αυστριακός) πατέρας του τέκνου κατοικεί στην Αυστρία και ότι δεν διαθέτουμε καμία πληροφορία σχετικά με το αν αυτός έκανε κάποτε χρήση του δικαιώματος για ελεύθερη κυκλοφορία το οποίο στηρίζεται στη Συνθήκη δεν εμποδίζει το ανωτέρω συμπέρασμα. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι η αναιρείουσα και η μητέρα της μετέφεραν την κατοικία τους σε άλλο κράτος μέλος έχει ως αποτέλεσμα ότι το τέκνο κατοικεί σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο του πατέρα του. Από τις περιστάσεις αυτές προκύπτουν στοιχεία κρίσιμα όσον αφορά το κοινοτικό δίκαιο.
63. Οι δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος των ημεδαπών γίνονται ανεκτές, επί του παρόντος, από το κοινοτικό δίκαιο. Το Δικαστήριο δεν έχει ακόμη αποφανθεί επί του αν η αρχή της ευρωπαϊκής ιθαγενείας επιφέρει κάποια αλλαγή σχετικά. Καθόσον μια υπόθεση έχει στοιχεία συνδεόμενα με το κοινοτικό δίκαιο, είναι ήδη από παλαιότερα σαφές ότι οι ημεδαποί μπορούν να επικαλούνται το κοινοτικό δίκαιο , οπότε τίποτα δεν εμποδίζει την αναιρεσείουσα να ενεργήσει με τον τρόπο αυτόν.
64. Καθόσον λόγω του πατέρα της η θυγατέρα αποκτά ένα δικαίωμα ως μέλος της οικογενείας υπό την έννοια του κοινοτικού δικαίου και καθόσον η τελευταία επικαλείται ένα δικό της δικαίωμα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο ωφελούμενος από την προκαταβολή διατροφής δεν είναι ο πατέρας αλλά μόνον η θυγατέρα του.
65. Ενδεχομένως, η αναιρεσείουσα θα μπορούσε να αντλήσει δικαιώματα βάσει της μητέρας της. Δεδομένου ότι θεωρείται, με βάση την περιγραφή των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως που περιλαμβάνονται στη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου, ότι η μητέρα της αναιρεσείουσας κατοικεί στη Γαλλία ως σπουδάστρια, οι διάδικοι της παρούσας διαδικασίας εξέφρασαν σχεδόν όλοι αμφιβολίες όσον αφορά τα δικαιώματα που αυτή αντλεί από τον κανονισμό 1408/71. Κατά το άρθρο 95δ του κανονισμού 1408/71, ο κανονισμός αυτός ισχύει για τους φοιτητές και τα μέλη της οικογενείας τους μόνον από 1ης Μα_ου 1999 . Εν τούτοις, από την ημερομηνία αυτή εμπίπτει χωρίς καμία αμφιβολία στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, πράγμα το οποίο ωστόσο δεν ασκεί κατά πάσα πιθανότητα καμία επιρροή εν προκειμένω, λαμβανομένης υπόψη της ημερομηνίας υποβολής της αιτήσεως σχετικά με τη χορήγηση διατροφής, η οποία είναι η 24η Ιουλίου 1998.
66. Η ιδιότητα της εργαζομένης την οποία είχε η μητέρα της αναιρεσείουσας στην Αυστρία μπορεί όμως, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να συνεχίσει να παράγει τα αποτελέσματά της εφόσον διαπιστώνεται συνέχεια μεταξύ της προηγούμενης επαγγελματικής δραστηριότητας και των επίμαχων σπουδών . ολλά στοιχεία συνηγορούν υπέρ του ότι η εν λόγω συνέχεια υφίσταται εν προκειμένω. Δεδομένου ότι η μητέρα της αναιρεσείουσας εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, η περίσταση αυτή θα μπορούσε να προσδώσει στην αναιρεσείουσα την ιδιότητα του μέλους της οικογενείας.
67. Εν τούτοις, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας προέκυψε - πράγμα το οποίο εναπόκειται σε τελική ανάλυση στο αιτούν δικαστήριο ακόμη να διαπιστώσει - ότι η μητέρα της αναιρεσείουσας εργάσθηκε αμέσως μόλις μετέφερε την κατοικία της στη Γαλλία, οπότε δεν υπάρχει καμία αμφιβολία σχετικά με την ιδιότητά της ως εργαζομένης. Και σε αυτή την περίπτωση η μητέρα της αναιρεσείουσας προσδίδει στην τελευταία την ιδιότητα του μέλους της οικογενείας υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71.
γ) Επί της δυνατότητας εφαρμογής των άρθρων 73 και 74 του κανονισμού 1408/71
68. Αν ληφθεί ως βάση το ότι οι προκαταβολές διατροφής πρέπει να θεωρηθούν ως οικογενειακές παροχές υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71, τίθεται το ερώτημα ποιες είναι οι συνέπειες της διαπιστώσεως αυτής όσον αφορά τα δικαιώματα της αναιρεσείουσας. Το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού διέπει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως στο πλαίσιο του κανονισμού αυτού. Κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, τα άτομα που κατοικούν στο έδαφος ενός των κρατών μελών και στα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του κανονισμού έχουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που απορρέουν από τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τους ημεδαπούς. Η διάταξη αυτή επιβάλλει, επομένως, την ίση μεταχείριση εντός του κράτους μέλους κατοικίας. Εν τούτοις, στην παρούσα υπόθεση, η αναιρεσείουσα δεν επιδιώκει να λάβει παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως εντός του κράτους μέλους κατοικίας, δηλαδή χορηγούμενες από το γαλλικό κράτος, αλλά παροχή χορηγούμενη από το κράτος μέλος καταγωγής της. Επομένως, πρόκειται ουσιαστικά για ζήτημα εξαγωγής της παροχής.
69. Ο κανονισμός 1408/71 προβλέπει στο άρθρο 10 απαλλαγή από τις δεσμεύσεις ρητρών κατοικίας όσον αφορά τις εις είδος παροχές αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων, τις συντάξεις εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθενείας και τα επιδόματα θανάτου. Οι οικογενειακές παροχές δεν περιλαμβάνονται στην απαρίθμηση αυτή, οπότε δεν υπάρχει λόγος να εφαρμοσθεί γι' αυτές το άρθρο 10 και να μην ισχύσει η προϋπόθεση χορηγήσεως των σχετικών προκαταβολών, δυνάμει της οποίας ο δικαιούχος της παροχής πρέπει να κατοικεί στην ημεδαπή.
70. _Ομως, πρέπει να εφαρμοσθούν οι ειδικοί κανόνες του τίτλου ΙΙΙ, κεφάλαιο 7, «Οικογενειακές παροχές». εριλαμβάνουν διατάξεις οι οποίες εμποδίζουν την εφαρμογή της προϋποθέσεως κατοικίας στην εθνική επικράτεια των μελών της οικογενείας που δικαιούνται τις παροχές αυτές. Τόσο το άρθρο 73, που έχει εφαρμογή στους μισθωτούς και στους μη μισθωτούς, όσο και το άρθρο 74, που εφαρμόζεται για τους ανέργους, προβλέπουν ότι τα άτομα αυτά δικαιούνται, όσον αφορά τα μέλη της οικογενείας τους που κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από το αρμόδιο, τις προβλεπόμενες οικογενειακές παροχές «σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του κράτους αυτού».
71. Τα άρθρα 73 και 74 προβλέπουν την κατά πλάσμα δικαίου κατοικία στην εθνική επικράτεια. Το εν λόγω πλάσμα δικαίου υπερέχει της εθνικής νομοθεσίας. _Οσον αφορά το τεχνικό νομοθετικό επίπεδο, είναι δυνατή η αλληλεπίδραση του εθνικού και του κοινοτικού δικαίου έτσι ώστε να μην υπάρχει λόγος για να μην ισχύσει απλώς η προϋπόθεση κατοικίας στην ημεδαπή, όπως αυτή προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, και να θεωρηθεί ότι το πλάσμα δικαίου που προβλέπουν τα άρθρα 73 και 74 του κανονισμού 1408/71 αρκεί για την πλήρωση της προϋποθέσεως αυτής. Κατά συνέπεια, εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να αντιταχθεί στην αναιρεσείουσα το γεγονός ότι αυτή κατοικεί στην αλλοδαπή προκειμένου να στερηθεί του δικαιώματος να λάβει την επίμαχη παροχή. Με την ιδιότητα του μέλους της οικογενείας η αναιρεσείουσα μπορεί να επικαλεσθεί το άρθρο 73 ή το άρθρο 74 του κανονισμού 1408/71, ανεξάρτητα από το αν ο βαρυνόμενος με την υποχρέωση συντηρήσεως πατέρας εργάζεται ή είναι άνεργος.
VI - Επί του δευτέρου ερωτήματος
72. Αν ακολουθηθεί όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα η ίδια συλλογιστική όπως και για το πρώτο δεν απαιτείται να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό. Θα λάβω θέση έναντι του δευτέρου ερωτήματος μόνο για την περίπτωση στην οποία το Δικαστήριο δεν ακολουθήσει την πρότασή μου όσον αφορά την απάντηση στο πρώτο.
Τα επιχειρήματα των διαδίκων
73. Η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το γεγονός ότι οι αρμόδιες αρχές αρνήθηκαν την χορήγηση προκαταβολής διατροφής με μόνη αιτιολογία το ότι κατοικεί στη Γαλλία συνιστά δυσμενή διάκριση έναντι των Αυστριακών υπηκόων που μετέφεραν την κατοικία τους στο εξωτερικό έναντι εκείνων που παρέμειναν στην Αυστρία. Υποστηρίζει ότι και η μητέρα του τέκνου υφίσταται για τον λόγο αυτό έμμεση δυσμενή διάκριση.
74. Η Γερμανική Κυβέρνηση διατείνεται ότι δεν είναι δυνατή ούτε η εφαρμογή του κανονισμού 1612/68 όσον αφορά τη χορήγηση προκαταβολής διατροφής. Η εφαρμογή του κανονισμού αυτού προϋποθέτει καταρχάς ότι ένας εργαζόμενος κάνει χρήση του δικαιώματός του για ελεύθερη κυκλοφορία. Κατά την ως άνω κυβέρνηση δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο στην υπό κρίση υπόθεση, καθόσον ο πατέρας, που είναι ο υπόχρεος προς καταβολή διατροφής, διαμένει στη χώρα καταγωγής του, την Αυστρία. Επί πλέον, ένα κοινωνικό πλεονέκτημα, υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, δεν μπορεί παρά να αφορά μόνο παροχές εντός της χώρας απασχολήσεως του διακινούμενου εργαζομένου. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, ο κανονισμός 1612/68 δεν προβλέπει, καταρχήν, την εξαγωγή των κοινωνικοασφαλιστικών πλεονεκτημάτων υπέρ των μελών της οικογενείας διακινούμενου εργαζομένου που διαμένουν στο εξωτερικό.
75. Η Γερμανική Κυβέρνηση διατείνεται εξάλλου ότι ο κανονισμός 1612/68 δεν έχει εφαρμογή επί της ουσίας της υποθέσεως. Αν και ένα μέλος της οικογενείας διακινούμενου εργαζομένου μπορεί να επικαλεσθεί δικαίωμα αντλούμενο από το εθνικό δίκαιο, πρέπει ωστόσο να πρόκειται για δικαίωμα το οποίο ο διακινούμενος εργαζόμενος αντλεί από το κοινοτικό δίκαιο, η εφαρμογή του οποίου συνιστά ταυτόχρονα παροχή υπέρ του εργαζομένου αυτού. ράγματι, όπως προκύπτει από την απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1992, C-3/90, Bernini , η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως οφελεί, καταρχήν, μόνον έμμεσα τα μέλη της οικογενείας του διακινούμενου εργαζομένου. Ωστόσο, οι υποθέσεις αυτές δεν πληρούνται όσον αφορά τη χορήγηση προκαταβολής διατροφής σύμφωνα με το αυστριακό δίκαιο.
76. Επί του ζητήματος της δυνατότητας εφαρμογής του κανονισμού 1612/68 η Αυστριακή Κυβέρνηση προβάλλει τα ακόλουθα επιχειρήματα. _Ενα δικαίωμα που στηρίζεται στον κανονισμό αυτό προϋποθέτει την ιδιότητα του εργαζομένου. Με βάση τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως, όπως αυτά εκτίθενται στη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου, η Αυστριακή Κυβέρνηση θεωρεί ότι η μητέρα της αναιρεσείουσας δεν έχει την ιδιότητα του εργαζομένου, λόγος για τον οποίο ο κανονισμός 1612/68 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής. Εκθέτει ότι, εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν δεν έχουν έτσι τα πράγματα, οι παροχές που χορηγούνται κατ' εφαρμογήν του UVG δεν αποτελούν «κοινωνικά πλεονεκτήματα» υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού. Υπογραμμίζει ότι οι προκαταβολές διατροφής δεν χορηγούνται λόγω της αντικειμενικής ιδιότητας του εργαζομένου ή της κατοικίας του εργαζομένου στην Αυστρία. Το τέκνο πρέπει να λαμβάνει το σύνολο της διατροφής, ακόμα και σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως αυτής εκ μέρους του υποχρέου. Δεν απαιτείται η ιδιότητα του εργαζομένου για τη χορήγηση της παροχής αυτής. Επομένως, δεν πρόκειται για «κοινωνικά πλεονεκτήματα» υπό την έννοια του εν λόγω κανονισμού.
77. Η Σουηδική Κυβέρνηση φρονεί επίσης ότι οι διατάξεις του κανονισμού 1612/68 περί κοινωνικών πλεονεκτημάτων δεν έχουν εφαρμογή όσον αφορά την προκαταβολή διατροφής του αυστριακού δικαίου. Διατείνεται ωστόσο ότι πρέπει να εξετασθεί η έννοια των «κοινωνικών πλεονεκτημάτων» σε συνάρτηση με τον σκοπό της προωθήσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων εντός της Κοινότητας. Κατά τη Σουηδική Κυβέρνηση, από αυτό προκύπτει ότι υφίσταται σχέση μεταξύ της χορηγούμενης παροχής και του μισθωτού ή, τουλάχιστον, μεταξύ της παροχής αυτής και μιας προηγούμενης ή μελλοντικής επαγγελματικής δραστηριότητας του μισθωτού. _Ομως, η προκαταβολή διατροφής είναι παροχή η οποία χορηγείται αποκλειστικά υπέρ του τέκνου και όχι υπέρ κάποιου εργαζομένου. Η φυσική σχέση μεταξύ της εν λόγω παροχής και του διακινούμενου εργαζομένου την οποία προϋποθέτει ο κανονισμός 1612/68 ελλείπει, οπότε δεν υφίσταται κάποιο συνδετικό στοιχείο με τον σκοπό του κανονισμού αυτού, ήτοι την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων.
78. Η Επιτροπή εκθέτει ότι με το δεύτερο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ερωτά:
1) αν οι προκαταβολές διατροφής είναι οικογενειακές παροχές υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68,
2) αν η προϋπόθεση να έχει το τέκνο τη συνήθη διαμονή του στην Αυστρία για να μπορεί να λάβει προκαταβολή διατροφής συνιστά περιοριστική διάταξη, απαγορευόμενη από το άρθρο 3, παράγραφο 1, του ως άνω κανονισμού και
3) αν οι διατάξεις του κανονισμού 1612/68 θεμελιώνουν δικαίωμα προς λήψη προκαταβολής διατροφής υπέρ των τέκνων των εργαζομένων.
79. Με μια προκαταρκτική παρατήρηση, η Επιτροπή εφιστά την προσοχή μας επί του γεγονότος ότι η κατάσταση στην παρούσα υπόθεση δεν αντιστοιχεί προς αυτή την οποία ρυθμίζει ο κανονισμός 1612/68. Κατά συνέπεια, προτείνει στο Δικαστήριο να απορρίψει το ερώτημα αυτό. ροβαίνει στις ακόλουθες παρατηρήσεις μόνο για την περίπτωση στην οποία το Δικαστήριο θελήσει να λάβει θέση επ' αυτού. ρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αν πρόκειται στην υπό κρίση υπόθεση για κοινωνικό πλεονέκτημα υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68· η έννοια του κοινωνικού πλεονεκτήματος πρέπει να τύχει ευρύτατης ερμηνείας. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια αυτή καλύπτει μια σειρά παροχών οι οποίες, γενικά, χορηγούνται απευθείας στους δικαιούχους απλώς και μόνο λόγω αλλαγής της θέσεως εργασίας ή της κατοικίας, χωρίς τούτο να εξαρτάται από προϋποθέσεις σχετικά με περιόδους κατοικίας, ασφαλίσεως ή εργασίας, σε αντίθεση με τις παροχές βάσει του κανονισμού 1408/71. Κατά την Επιτροπή, είναι επομένως αναμφισβήτητο ότι η προκαταβολή διατροφής πρέπει να θεωρηθεί ως κοινωνικό πλεονέκτημα υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68. Εκθέτει ότι ακόμα και αν με τις ως άνω προκαταβολές επιδιωκόταν άλλος σκοπός και όχι αυτός της αντισταθμίσεως των οικογενειακών βαρών, οι παροχές αυτές αποσκοπούν στην υπέρ των ανηλίκων τέκνων εξασφάλιση της πλήρους και εμπρόθεσμης ικανοποιήσεως του δικαιώματός τους προς λήψη διατροφής. αρεμβαλλόμενο στη θέση των μη εκπληρωνόντων τις υποχρεώσεις τους ενδιαφερομένων, το κράτος αναλαμβάνει τον κίνδυνο να μην μπορέσει να εισπράξει την οφειλόμενη ή μη καταβληθείσα διατροφή. Με τον τρόπο αυτό, συμμετέχει με κάποιο τρόπο στη διαδικασία εισπράξεως της οφειλής έναντι του υποχρέου καταβολής συντάξεως ο οποίος δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του αυτή.
80. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το δικαιούχο διατροφής τέκνο δεν εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1612/68. Ακόμη, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να προκύψει ούτε με βάση τη μητέρα, η οποία, καθώς φαίνεται, δεν πληροί τα απαιτούμενα κριτήρια για να θεωρείται ως εργαζομένη υπό την έννοια του κανονισμού 1612/68. Συναφώς, η Επιτροπή στηρίζεται στις διαπιστώσεις του αιτούντος δικαστηρίου.
81. Η Επιτροπή δέχθηκε κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας ότι, λόγω των διευκρινίσεων που δόθηκαν σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η μητέρα της αναιρεσείουσας μπορεί να θεωρηθεί ως εργαζομένη υπό την έννοια του κανονισμού 1612/68. _Οσον αφορά το άρθρο 39 ΕΚ, υποστηρίζει ότι μπορεί να θίγεται το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας του γονέα που έχει την επιμέλεια του τέκνου. _Ετσι, ο γονέας αυτός μπορεί να εμποδισθει να δεχθεί θέση εργασίας σε άλλο κράτος μέλος αν το τέκνο του το οποίο τον συνοδεύει χάνει το δικαίωμα λήψεως προκαταβολής διατροφής λόγω του ότι κατοικεί στο κράτος μέλος αυτό.
82. Κατά την Επιτροπή, εξαυτού τίθεται κατ' ουσίαν το ζήτημα της δυνατότητας εξαγωγής των κοινωνικών πλεονεκτημάτων υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2 του κανονισμού 1612/68. Η Επιτροπή φρονεί ότι, κατά την εκ μέρους του Δικαστηρίου ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, σκοποί καθαρά οικονομικής φύσεως δεν μπορούν να δικαιολογήσουν παρεμβολή προσκομμάτων στην πραγμάτωση της θεμελιώδους αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων . Με την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 313/86, Lenoir , το Δικαστήριο δέχθηκε την αρχή κατά την οποία οι παροχές που συνδέονται στενά με το κοινωνικό περιβάλλον μπορούν να εξαρτώνται από την υποχρέωση κατοικίας του δικαιούχου εντός του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο οργανισμός που χορηγεί τις σχετικές παροχές. Οι προκαταβολές διατροφής μπορούν να είναι τέτοιου είδους παροχές.
83. Τέλος, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι διατάξεις του ως άνω κανονισμού δεν μπορούν να στηρίξουν δικαίωμα προς λήψη προκαταβολής διατροφής υπέρ των τέκνων των εργαζομένων, δεδομένου ότι ένα ανήλικο τέκνο δεν εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1612/68.
Ανάλυση
84. _Οσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής του κανονισμού 1612/68, πράγματι, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως δεν αντιστοιχούν προς την τυπική κατάσταση για την οποία προβλέφθηκε ο προαναφερθείς κανονισμός. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως η οποία αφορά απευθείας και ειδικά την πρόσβαση στην εργασία και τη σύμβαση εργασίας δεν παρέχει χρήσιμα στοιχεία στην περίπτωση της αναιρεσείουσας. Ακόμα και αν ληφθεί ως συνδετικό στοιχείο η εκ μέρους της μητέρας της ανήλικης αναιρεσείουσας άσκηση του δικαιώματός της για ελεύθερη κυκλοφορία, η προκαταβολή διατροφής δεν είναι κάποιος από τους όρους εργασίας της.
85. Μπορεί πιθανώς να θεωρηθεί, χωρίς περαιτέρω ανάλυση, ότι η προκαταβολή διατροφής συνιστά αυτή καθαυτή κοινωνικό πλεονέκτημα υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, καθόσον, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο δέχεται ότι η έννοια αυτή πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως. Η έννοια των κοινωνικών πλεονεκτημάτων περιλαμβάνει όλα εκείνα τα πλεονεκτήματα «τα οποία, είτε συνδέονται με σύμβαση εργασίας είτε όχι, αναγνωρίζονται γενικά υπέρ των ημεδαπών εργαζομένων κυρίως λόγω της αντικειμενικής ιδιότητας του εργαζομένου ή του απλού γεγονότος της κατοικίας τους στην εθνική επικράτεια, η επέκταση των οποίων στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών εργαζομένους είναι επομένως ικανή να διευκολύνει την κινητικότητά τους στο εσωτερικό της Κοινότητας» .
86. Εντούτοις, ο χαρακτηρισμός της προκαταβολής διατροφής ως κοινωνικού πλεονεκτήματος, υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 δεν παρέχει στην αναιρεσείουσα - ενδεχομένως λόγω των δικαιωμάτων που έχει η μητέρα της - κανένα δικαίωμα λήψεως της παροχής αυτής, καθόσον το άρθρο 7 επιβάλλει την ίση μεταχείριση εντός του κράτους μέλους απασχολήσεως. Τούτο προκύπτει από το σαφές σχετικό κείμενο των διατάξεων του άρθρου 7, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με εκείνες της παραγράφου 1 του προαναφερθέντος κανονισμού. Η παράγραφος αυτή προβλέπει ότι ο εργαζόμενος απολαμβάνει εντός του προαναφερθέντος κράτους μέλους των ίδιων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων έναντι των ημεδαπών, παραπέμπει δε στο άρθρο 7, παράγραφος 1. _Ομως, η αναιρεσείουσα δεν ζητεί την ίση μεταχείριση στη Γαλλία αλλά παροχή από τη χώρα καταγωγής της. Εν πάση περιπτώσει, η νομολογία του Δικαστηρίου δεν δέχεται γενικά μέχρι σήμερα την εξαγωγή των κοινωνικών πλεονεκτημάτων υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2. Το Δικαστήριο επιτρέπει υπό πολύ περιοριστικές προϋποθέσεις μόνον την εξαγωγή των παροχών εκείνων υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 οι οποίες συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με σύμβαση εργασίας, ήτοι όταν μια προϋπόθεση κατοικίας έχει ως αποτέλεσμα την αδικαιολόγητη έμμεση δυσμενή διάκριση εργαζομένου κατοικούντος εντός άλλου κράτους μέλους. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση. Από τη διαπίστωση αυτή συνάγεται ότι το ζήτημα στην προκειμένη περίπτωση δεν αφορά κατάσταση που να μπορεί να καλυφθεί από τον κανονισμό 1612/68.
VII - Επί της επικλήσεως διατάξεων της Συνθήκης
87. _Ομως, φαίνεται προφανές ότι η προϋπόθεση κατοικίας στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να επηρεάσει την μητέρα της αναιρεσείουσας που έχει την επιμέλειά της όσον αφορά την άσκηση του δικαιώματός της για ελεύθερη κυκλοφορία. ράγματι, όπως ορθά εξέθεσε η Επιτροπή, ο γονέας που έχει την επιμέλεια του τέκνου μπορεί να εμποδισθεί να δεχθεί θέση εργασίας σε άλλο κράτος μέλος αν το τέκνο το οποίο συνοδεύει χάνει το δικαίωμα να λάβει προκαταβολή διατροφής επειδή κατοικεί εντός αυτού του κράτους μέλους.
88. Συνεπώς, τίθεται το ζήτημα αν μπορεί να γίνει απευθείας επίκληση του άρθρου 39 ΕΚ ή της ευρωπαϊκής ιθαγένειας που προβλέπεται από τα άρθρα 17 και 18 ΕΚ.
Τα επιχειρήματα των διαδίκων
89. Συναφώς, η Επιτροπή εξέθεσε λεπτομερώς ότι τα δικαιώματα της αναιρεσείουσας μπορούν να απορρέουν ενδεχομένως από τα άρθρα 12 ΕΚ, 17 ΕΚ, 18 ΕΚ, 39 ΕΚ και 43 ΕΚ. Το αιτούν δικαστήριο ναι μεν δεν αναφέρθηκε στο ζήτημα αυτό με τα ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο, περιέλαβε ωστόσο στις αιτιολογίες της διατάξεώς του την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας επ' αυτού. Δεδομένου ότι είναι αντικειμενικά δυνατόν οι προπαρατεθείσες διατάξεις να μπορούν να συνεισφέρουν στην επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, η Επιτροπή εκθέτει την άποψή της επ' αυτών.
90. Ως υπήκοος κράτους μέλους (της Αυστρίας) που κατοικεί νομίμως στο έδαφος ενός άλλου κράτους μέλους (της Γαλλίας) η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης που αφορούν την ευρωπαϊκή ιθαγένεια.
91. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι από τις σκέψεις 61 έως 63 της αποφάσεως της 12ης Μα_ου 1998, C-85/96, Martínez Sala (Συλλογή 1998, σ. Ι-2691), προκύπτει ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 17, παράγραφος 2, ΕΚ) συνδέει με την ιδιότητα του υπηκόου της Ενώσεως τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που προβλέπονται από τη Συνθήκη, μεταξύ των οποίων και το προβλεπόμενο από το άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 12 ΕΚ), περί απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας στο πεδίο ουσιαστικής εφαρμογής της Συνθήκης. Κατά το Δικαστήριο, εξ αυτού συνάγεται ότι ένας υπήκοος της Ενώσεως που κατοικεί νομίμως στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής μπορεί να επικαλείται το άρθρο 12 του ΕΚ σε όλες τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ευρωπαϊκού δικαίου.
92. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι, αν και είναι αληθές ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται τις προαναφερθείσες διατάξεις έναντι του κράτους μέλους υποδοχής αλλά έναντι του κράτους μέλους καταγωγής, από τη νομολογία του Δικαστηρίου και, ειδικότερα, από τη σκέψη 24 της αποφάσεως της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 115/78, Knoors , προκύπτει ότι η μνεία, στο κείμενο του άρθρου 43 ΕΚ, των υπηκόων κράτους μέλους που επιθυμούν να εγκατασταθούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους δεν μπορεί να ερμηνεύεται κατά τρόπον ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου υπέρ των ημεδαπών όταν αυτοί, επειδή έχουν τη συνήθη κατοικία τους στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, βρίσκονται, έναντι του κράτους καταγωγής τους, σε κατάσταση παρόμοια προς εκείνη όλων των άλλων ατόμων υπέρ των οποίων προβλέπονται δικαιώματα και ελευθερίες που εγγυάται η Συνθήκη.
93. Κατά την Επιτροπή, το Δικαστήριο έχει επίσης επιβεβαιώσει την αρχή αυτή με την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1994, C-419/92, Scholz , με την οποία δέχθηκε ότι κάθε κοινοτικός υπόηκοος, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας του και της ιθαγένειάς του, ο οποίος έκανε χρήση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και ο οποίος άσκησε επαγγελματική δραστηριότητα σε άλλο κράτος, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων. Ασφαλώς, η αναιρεσείουσα της διαφοράς της κύριας δίκης δεν έχει την ιδιότητα του εργαζομένου, ωστόσο, τα άρθρα 12 ΕΚ, 17 ΕΚ, 18 ΕΚ και 43 ΕΚ δεν στηρίζονται στην ιδιότητα του εργαζομένου αλλά στην ευρωπαϊκή ιθαγένεια ή στην ιθαγένεια κράτους μέλους.
94. Αναφερόμενη στην απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 1995, C-443/93, Βουγιούκας , η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου και προς αποφυγή ενδεχομένων δυσμενών διακρίσεων δυνάμει του άρθρου 12 ΕΚ, είναι απολύτως εύλογο για ένα κράτος μέλος να εξομοιώνει τους δικούς του υπηκόους, όπως και τους υπηκόους άλλων κρατών μελών που έκαναν χρήση του δικαιώματός τους για ελεύθερη κυκλοφορία, με τους υπηκόους των κρατών αυτών που δεν έκαναν χρήση τής εν λόγω ελευθερίας. Εν προκειμένω, τούτο σημαίνει ότι η προϋπόθεση κατοικίας στην ημεδαπή που ισχύει έναντι της αναιρεσείουσας πρέπει να θεωρηθεί ότι εισάγει δυσμενείς διακρίσεις υπό την έννοια του κοινοτικού δικαίου και ότι συνιστά προσβολή της αρχής της ελευθερίας εγκαταστάσεως ικανή να εμποδίσει του Αυστριακούς υπηκόους να κάνουν χρήση του δικαιώματος αυτού.
95. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι μπορεί ενδεχομένως να συναχθεί ότι υφίσταται αντικειμενική δικαιολόγηση της ως άνω προϋποθέσεως με βάση την αρχή ότι η προκαταβολή διατροφής επί της οποίας πρέπει να αποφανθεί το εθνικό δικαστήριο πρέπει να θεωρηθεί ως παροχή στενά συνδεόμενη με το κοινωνικό περιβάλλον και η οποία, επομένως, μπορεί να εξαρτάται από την προϋπόθεση της συνήθους διαμονής του δικαιούχου στην ημεδαπή. Ωστόσω, παρατηρεί συναφώς ότι, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του αιτούντος δικαστηρίου, εξακολουθούν να υφίστανται αμφιβολίες ως προς το αν η προϋπόθεση συνήθους διαμονής δικαιολογείται αντικειμενικά.
96. H Δανική Κυβέρνηση έλαβε θέση κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση επί της ερωτήσεως που έθεσε το Δικαστήριο, η οποία αφορά τα επιχειρήματα της Επιτροπής, δηλαδή επί της ερωτήσεως σχετικά με τα αποτελέσματα της ευρωπαϊκής ιθαγένειας. Συνοπτικά, υποστήριξε κατ' ουσίαν την άποψη ότι η θέσπιση της ευρωπαϊκής ιθαγενείας δεν δίδει ευρύτερα δικαιώματα έναντι των ήδη προβλεπομένων από το πρωτογενές και το παράγωγο δίκαιο.
97. Κανένας από τους λοιπούς διαδίκους της παρούσας διαδικασίας, δεν υποστήριξε ότι από την ευρωπαϊκή ιθαγένεια προκύπτει δικαίωμα που έχει ως αποτέλεσμα να μην απαιτείται πλέον η πλήρωση της προϋποθέσεως κατοικίας στην ημεδαπή για τη χορήγηση προκαταβολής διατροφής.
Εκτίμηση
98. Το άρθρο 39 ΕΚ εφαρμόζεται απευθείας στα δικαιώματα τα οποία η αναιρεσείουσα μπορεί ενδεχομένως να έχει λόγω της μητέρας της. Δεδομένου ότι η προκαταβολή διατροφής για ανήλικο τέκνο που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως αφορά κατ' ανάγκην τα ποσά που καταβάλλονται σε τακτικά διαστήματα στον γονέα που έχει την επιμέλεια του τέκνου, με την ιδιότητα του νομίμου αντιπροσώπου, με τον οποίο ζει το ανήλικο τέκνο ή τα ανήλικα τέκνα, εν πάση περιπτώσει στην οικογενειακή εστία στην οποία ζουν τα τέκνα, η ενδεχόμενη απώλεια της έχουσας τον χαρακτήρα αρωγής παροχής αυτής μπορεί να αποτελεί σημαντικό στοιχείο που επηρεάζει τις αποφάσεις που πρόκειται να λάβει ο έχων την επιμέλεια γονέας.
99. _Ομως, το άρθρο 39, παράγραφος 2, που περιλαμβάνει ειδική απαγόρευση δυσμενών διακρίσεων, αφορά καταρχάς την ίση μεταχείριση εντός του κράτους μέλους απασχολήσεως. Εντούτοις, δεν ανακύπτει αυτού του είδους το πρόβλημα στην υπό κρίση υπόθεση. Ακόμη, δεν πρόκειται ούτε για περίπτωση δυσμενούς διακρίσεως αλλοδαπών υπό στενή έννοια. ράγματι, όπως προκύπτει από τον ορισμό της έννοιας αυτής, τούτο προϋποθέτει ότι το κοινοτικό δίκαιο παρέχει δικαιώματα στους υπηκόους άλλου κράτους μέλους οι οποίοι βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση. _Ομως, στην παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να ληφθεί ως βάση ένα τέτοιο γεγονός.
100. Κατά συνέπεια, το ανακύπτον ζήτημα είναι αν η αναιρεσείουσα μπορεί μέσω της ευρωπαϊκής ιθαγενείας να απαλλαγεί από την απαιτούμενη από την αυστριακή νομοθεσία προϋπόθεση κατοικίας στην ημεδαπή. Το Δικαστήριο δεν έχει σχεδόν ποτέ ασχοληθεί, στο πλαίσιο της νομολογίας του, με το ζήτημα αν και υπό ποιες προϋποθέσεις η ευρωπαϊκή ιθαγένεια παρέχει δικαιώματα τα οποία δεν διευκρινίζονται ούτε σε κάποια διάταξη της Συνθήκης ούτε στο παράγωγο δίκαιο .
101. Δεδομένου ότι προτάθηκε προηγουμένως λύση που έχει ως αποτέλεσμα τη μη εφαρμογή της προϋποθέσεως κατοικίας ή ότι προτάθηκε ότι η προϋπόθεση αυτή πρέπει να θεωρείται ότι πληρούται κατά πλάσμα δικαίου, στο παρόν στάδιο δεν είναι αναγκαίο να εξετασθεί το ζήτημα των αποτελεσμάτων της ευρωπαϊκής ιθαγενείας, κατά μείζονα λόγο καθόσον λαμβανομένης υπόψη της λύσεως που προτείνω το ζήτημα αυτό είναι καθαρά υποθετικής φύσεως.
VIII - ρόταση
102. Ενόψει των ανωτέρω παρατηρήσεων προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα:
«Οι προκαταβολές διατροφής για ανήλικα τέκνα εργαζομένων που έχουν μιαν απασχόληση ή βρίσκονται σε κατάσταση ανεργίας και λαμβάνουν παροχές ανεργίας κατ' εφαρμογήν της αυστριακής νομοθεσίας και παροχές χορηγούμενες δυνάμει του österreichische Bundesgesetz über die Gewährung von Vorschüssen auf den Unterhalt von Kindern (Unterhaltsvorschussgesetz 1985 - UVG, BGBl. σ. 451, όπως ισχύει σήμερα - αυστριακού νόμου περί της προκαταβαλλομένης διατροφής για τη συντήρηση τέκνων) είναι οικογενειακές παροχές υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο η_, του κανονισμού όπως αυτός είχε τόσο κατόπιν της εκδόσεως του κανονισμού (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου της 2ας Δεκεμβρίου 1996, όσο και κατόπιν του κανονισμού (ΕΚ) 307/1999 του Συμβουλίου, της 8ης Φεβρουαρίου 1999. Τα άρθρα 73 και 74 του κανονισμού 1408/71 συνιστούν επαρκές έρεισμα του δικαιώματος νομίμου τέκνου - κατοικούντος, όπως και η μητέρα του, εντός άλλου κράτους μέλους - όταν ο έχων την αυστριακή ιθαγένεια πατέρας του κατοικεί και εργάζεται στην Αυστρία ή βρίσκεται σε κατάσταση ανεργίας στη χώρα αυτή και λαμβάνει εκεί παροχές ανεργίας, κατ' εφαρμογή των ισχυουσών στην Αυστρία διατάξεων, ώστε να μπορέσει να λάβει την προαναφερθείσα προκαταβολή διατροφής.»
Full & Egal Universal Law Academy