Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Εισαγωγή
1. Το High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division (Divisional Court) (Ηνωμένο Βασίλειο), καλείται να αποφανθεί επί των προσφυγών που άσκησαν δύο Τσέχοι υπήκοοι, οι J. Barkoci και J. Malik, κατά της αρνήσεως των αρμόδιων αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου να κάνουν δεκτή την αίτησή τους με την οποία ζήτησαν να τους παρασχεθεί η δυνατότητα να εισέλθουν στο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου και να παραμείνουν σ' αυτό προς τον σκοπό ασκήσεως ανεξάρτητης δραστηριότητας δυνάμει της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας, της 4ης Οκτωβρίου 1993, για την εγκαθίδρυση σύνδεσης μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Τσεχικής Δημοκρατίας, αφετέρου (στο εξής: Συμφωνία).
2. Κατά το χρονικό σημείο υποβολής των προδικαστικών ερωτημάτων του αιτούντος δικαστηρίου, οι δύο αυτοί Τσέχοι υπήκοοι, οι οποίοι είχαν αποβιβαστεί στο Ντόβερ το 1997, ζητώντας να τους αναγνωριστεί η ιδιότητα του πρόσφυγα, βρίσκονταν στο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου, υπό την απειλή όμως εκτελέσεως, σε περίπτωση μη ευδοκιμήσεως των ενδίκων μέσων που είχαν υποβάλει, μιας αποφάσεως για την επιστροφή τους στην Τσεχική Δημοκρατία.
3. Βέβαια αυτή η παραμονή τους στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι επακόλουθο μιας σειράς συμβάντων που εξιστορεί το αιτούν δικαστήριο και των οποίων τα κύρια χαρακτηριστικά, όπως εκτίθενται από το εν λόγω δικαστήριο, δεν είναι άσκοπο να μνημονευθούν εδώ:
- Κανείς από τους προσφεύγοντες δεν προσπάθησε, στην Τσεχική Δημοκρατία, να λάβει προηγούμενη άδεια εισόδου, πριν από το ταξίδι με προορισμό το Ηνωμένο Βασίλειο προκειμένου να εγκατασταθεί σ' αυτό, δυνάμει της Συμφωνίας, ως αυτοαπασχολούμενος εργαζόμενος.
- Οι δύο προσφεύγοντες έφθασαν στο Ηνωμένο Βασίλειο αφού διέσχισαν άλλα κράτη μέλη, εντός των οποίων θα μπορούσαν να υποβάλουν αίτηση προκειμένου να τους αναγνωριστεί η ιδιότητα του πρόσφυγα.
- Εντούτοις, οι δύο προσφεύγοντες υπέβαλαν την πρώτη τους αίτηση, προκειμένου να τους αναγνωριστεί η ιδιότητα του πρόσφυγα εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, κατά την άφιξή τους σε ένα λιμάνι του Ηνωμένου Βασιλείου (Ντόβερ).
- Μετά την απόρριψη των αιτήσεών τους για να τους αναγνωριστεί η ιδιότητα του πρόσφυγα, κανένας από τους προσφεύγοντες δεν προσπάθησε, αρχικά, να λάβει άδεια εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο επί άλλης βάσεως.
- Οι βάσει της Συμφωνίας αιτήσεις υποβλήθηκαν, ενώ ο J. Barkoci ήταν προσωρινά ελεύθερος με εγγύηση εν αναμονή της απομακρύνσεώς του από το Ηνωμένο Βασίλειο, ο δε Μ. Malik ήταν προσωρινά ελεύθερος με εγγύηση εν αναμονή της τελικής αποφάσεως επί της προσφυγής που άσκησε κατά της απορρίψεως της αιτήσεώς του για την αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα.
- Μετά την απόρριψη της αιτήσεως που είχε υποβάλει βάσει της Συμφωνίας, ο J. Barkoci έλαβε προσωρινή άδεια παραμονής.
- Η αίτηση του Μ. Malik απορρίφθηκε, ενώ απέλαυε προσωρινής άδειας παραμονής.
- Εντούτοις, όταν οι δύο προσφεύγοντες άρχισαν να ασκούν το δικαίωμά τους εγκαταστάσεως, οι προϋποθέσεις για τη θέση τους υπό προσωρινή ελευθερία με εγγύηση ή για την προσωρινή τους άδεια παραμονής δεν τους εμπόδιζαν να εργάζονται ως αυτοαπασχολούμενοι.
- Οι δύο προσφεύγοντες επιβάρυναν, σε ορισμένο βαθμό, τους δημόσιους πόρους, καθ' όσον χρόνο πραγματοποιούνταν η εγκατάστασή τους.
Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο
4. Οι σχετικές διατάξεις της Συμφωνίας, οσάκις πρόκειται να εκτιμηθεί ο τρόπος με τον οποίο ρυθμίζεται η εγκατάσταση των Τσέχων υπηκόων στα κράτη μέλη της Κοινότητας ανευρίσκονται στον τίτλο IV, που επιγράφεται: «Κυκλοφορία εργαζομένων, δικαίωμα εγκατάστασης, υπηρεσίες».
5. Το κεφάλαιο Ι αυτού του τίτλου αφορά την «Κυκλοφορία εργαζομένων».
6. Μολονότι οι J. Barkoci και Μ. Malik δεν επικαλούνται δικαίωμα βάσει αυτού του τίτλου, νομίζω ότι ενδείκνυται να παρατεθεί το άρθρο 38, που έχει ως εξής:
«1. Με την επιφύλαξη των όρων και προϋποθέσεων που ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος:
- δεν επιβάλλεται καμία διάκριση λόγω ιθαγένειας στη μεταχείριση των εργαζομένων υπηκοότητας Τσεχικής Δημοκρατίας, οι οποίοι απασχολούνται νομίμως στο έδαφος ενός κράτους μέλους, όσον αφορά τους όρους εργασίας, τις αποδοχές ή τις απολύσεις, σε σύγκριση με τους υπηκόους αυτού του κράτους μέλους,
- οι νομίμως κατοικούντες σύζυγοι και τα τέκνα εργαζομένων, που απασχολούνται νομίμως στο έδαφος κράτους μέλους, με εξαίρεση τους εποχιακά εργαζόμενους ή τους εργαζόμενους που απασχολούνται βάσει διμερών συμφωνιών κατά την έννοια του άρθρου 42, εκτός εάν άλλως ορίζεται στις συμφωνίες αυτές, έχουν πρόσβαση στην αγορά εργασίας του εν λόγω κράτους μέλους, κατά την περίοδο εγκεκριμένης επαγγελματικής απασχόλησης του εργαζομένου.
2. Η Τσεχική Δημοκρατία, με την επιφύλαξη των όρων και των προϋποθέσεων που ισχύουν σ' αυτήν, παρέχει τη μεταχείριση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στους εργαζομένους που είναι υπήκοοι ενός κράτους μέλους και απασχολούνται νομίμως στο έδαφό της, καθώς και στους συζύγους και τα τέκνα τους που κατοικούν νομίμως στο εν λόγω έδαφος.»
7. Το κεφάλαιο ΙΙ, που επιγράφεται «Εγκατάσταση», περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες διατάξεις:
«Άρθρο 45
[...]
3. Κάθε κράτος μέλος παρέχει, από την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας, μεταχείριση όχι λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν που χορηγεί στις δικές του εταιρίες και υπηκόους για την εγκατάσταση εταιριών και υπηκόων της Τσεχικής Δημοκρατίας και παρέχει, για τις δραστηριότητες των εταιριών και των υπηκόων της Τσεχικής Δημοκρατίας που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός του, μεταχείριση όχι λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν που χορηγεί στις δικές του εταιρίες και υπηκόους.
4. Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, νοούνται ως:
α) "εγκατάσταση":
i) όσον αφορά τους υπηκόους, το δικαίωμα να αναλαμβάνουν και να ασκούν οικονομικές δραστηριότητες ως μη μισθωτοί και να ιδρύουν και να διευθύνουν εταιρίες επί των οποίων ασκούν ουσιαστικό έλεγχο. Η αυτοαπασχόληση και η ανάληψη επιχειρήσεων εκ μέρους υπηκόων δεν συμπεριλαμβάνουν την επιδίωξη ή την ανάληψη απασχόλησης στην αγορά εργασίας άλλου μέρους.
Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου δεν εφαρμόζονται για τα πρόσωπα που δεν είναι αποκλειστικά αυτοαπασχολούμενοι.
[...]
[...]
Άρθρο 54
1. Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη περιορισμών που οφείλονται στους λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας.
2. Δεν εφαρμόζονται σε δραστηριότητες που συνδέονται με την έστω και ασυνεχή άσκηση επίσημης εξουσίας στο έδαφος κάθε μέρους.»
8. Το κεφάλαιο ΙΙΙ αφορά την «αροχή υπηρεσιών μεταξύ Κοινότητας και Τσεχικής Δημοκρατίας».
9. Τέλος, ο τίτλος IV της Συμφωνίας ολοκληρώνεται με το κεφάλαιο IV, το οποίο περιλαμβάνει τις «Γενικές διατάξεις» και περιέχει το ακόλουθο άρθρο:
«Άρθρο 59
1. Για τους σκοπούς του τίτλου IV της παρούσας Συμφωνίας, καμία διάταξη της Συμφωνίας δεν παρεμποδίζει τα μέρη να εφαρμόζουν τη νομοθεσία και τις κανονιστικές τους ρυθμίσεις σχετικά με την είσοδο και την παραμονή, την εργασία, τους όρους εργασίας, την εγκατάσταση φυσικών προσώπων και την παροχή υπηρεσιών, υπό τον όρο ότι, κατά την εφαρμογή της εν λόγω νομοθεσίας και ρυθμίσεων δεν εξουδετερώνονται ούτε περιορίζονται τα οφέλη που απορρέουν για κάθε μέρος από τους όρους ειδικής διάταξης της παρούσας συμφωνίας [...].
[...]»
10. Στην τελική πράξη της Συμφωνίας επισυνάπτονται δηλώσεις που «ενέκριναν» οι πληρεξούσιοι, καθώς και ανταλλαγές επιστολών και μονομερών δηλώσεων τις οποίες οι πληρεξούσιοι «έλαβαν υπό σημείωση». Όλα αυτά τα κείμενα έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Μεταξύ των κοινών δηλώσεων περιλαμβάνεται αυτή που αφορά το άρθρο 59 και η οποία έχει ως εξής:
«Καθεαυτή, η απαίτηση θεώρησης μόνον από τα φυσικά πρόσωπα ορισμένων μερών και όχι από τα φυσικά πρόσωπα άλλων μερών δεν θεωρείται ότι ακυρώνει ή θίγει τα ευεργετήματα συγκεκριμένης ανειλημμένης υποχρεώσεως.»
Το εθνικό νομικό πλαίσιο
11. Η εθνική ρύθμιση στον τομέα της εισόδου και παραμονής την οποία εφάρμοσαν οι αρμόδιες αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου στους J. Barkoci και Μ. Malik συνίσταται στον νόμο περί μεταναστεύσεως, δηλαδή τον HC 395, όπως τροποποιήθηκε το 1996.
12. Οι παράγραφοι 24 έως 26 αυτού θεσπίζουν ένα γενικό σύστημα, που επιβάλλει προηγούμενη άδεια εισόδου για ορισμένες κατηγορίες αιτούντων και προβλέπει την υποχρεωτική άρνηση χορηγήσεως εγκρίσεως εισελεύσεως στο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου σ' αυτόν ο οποίος δεν έχει λάβει την εν λόγω άδεια.
13. Η παράγραφος 28 ορίζει ότι ο αιτών άδεια εισόδου πρέπει να βρίσκεται εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεώς του και ότι η αίτηση αυτή πρέπει να υποβληθεί στον καθορισμένο τόπο που βρίσκεται στη χώρα της κατοικίας του.
14. Οι παράγραφοι 211 έως 223 του HC 395 αφορούν τα «ρόσωπα προτιθέμενα να εγκατασταθούν ως επιχειρηματίες δυνάμει των διατάξεων της Συμφωνίας Συνδέσεως με την Κοινότητα». Οι παράγραφοι 211 έως 216, που αφορούν τις αιτήσεις για τη χορήγηση εγγράφου, εισόδου έχουν ως εξής:
«ροϋποθέσεις εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο προσώπου που προτίθεται να ασκήσει δραστηριότητα δυνάμει των διατάξεων της Συμφωνίας Συνδέσεως με την Κοινότητα
211. Για τους σκοπούς των παραγράφων 212 έως 223, στην έννοια της επιχειρήσεως περιλαμβάνονται:
- ο έμπορος,
- οι εταιρικές σχέσεις ή
- οι εγγεγραμμένες στο εταιρικό μητρώο του Ηνωμένου Βασιλείου εταιρίες.
212. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν όσοι επιθυμούν να εισέλθουν στο Ηνωμένο Βασίλειο προκειμένου να εγκατασταθούν ως επιχειρηματίες είναι:
i) να πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 213 ή της παραγράφου 214·
ii) τα χρήματα που διαθέτουν για την επιχείρηση να τελούν υπό τον έλεγχό τους και να επαρκούν για την εγκατάστασή τους ως επιχειρηματιών στο Ηνωμένο Βασίλειο·
iii) μέχρις ότου η επιχείρηση αποφέρει εισοδήματα, οι ενδιαφερόμενοι να έχουν επαρκή πρόσθετα μέσα για τη συντήρηση και στέγαση τόσο των ιδίων όσο και των εξαρτωμένων από αυτούς προσώπων, χωρίς άσκηση εργασίας (άλλης πλην της επιχειρηματικής δραστηριότητας) ή τη συνδρομή δημοσίου ταμείου·
iv) τα μερίσματά τους από τα κέρδη της επιχειρήσεως να επαρκούν για τη συντήρηση και στέγαση τόσο των ιδίων όσο και των εξαρτωμένων από αυτούς προσώπων, χωρίς άσκηση εργασίας (άλλης πλην της επιχειρηματικής δραστηριότητας) ή τη συνδρομή δημοσίου ταμείου·
ν) να μην έχουν την πρόθεση, πέρα των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, να αναλάβουν ή να εκτελέσουν άλλη εργασία στο Ηνωμένο Βασίλειο, και
vi) να κατέχουν έγγραφο εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο με την ανωτέρω ιδιότητά τους.
213. Οσάκις ο ενδιαφερόμενος προτίθεται να εγκατασταθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο υπό μορφή εταιρίας της οποίας ασκεί τον πραγματικό έλεγχο, απαιτείται επιπροσθέτως, πέραν των προϋποθέσεων της παραγράφου 212, να αποδεικνύει:
i) ότι έχει την ιθαγένεια [...] της Τσεχικής Δημοκρατίας·
ii) ότι διαθέτει την καταστατική πλειοψηφία της εταιρίας·
iii) ότι μετέχει ενεργώς στην ανάπτυξη και διοίκηση της εταιρίας·
iv) ότι η εταιρία είναι εγγεγραμένη στο εταιρικό μητρώο του Ηνωμένου Βασιλείου και ότι εμπορεύεται ή παρέχει υπηρεσίες στο Ηνωμένο Βασίλειο·
ν) ότι η εταιρία έχει υπό την κυριότητά της τα περιουσιακά στοιχεία της επιχειρήσεως·και
vi) εφόσον αναλαμβάνει διευθυντικά καθήκοντα σε υφιστάμενη εταιρία, ότι υπάρχει έγγραφη δήλωση για τους όρους υπό τους οποίους αναλαμβάνει την επιχείρηση και ορκωτός έλεγχος ελέγχου των λογαριασμών της επιχειρήσεως για τα προηγούμενα έτη.
214. Οσάκις ο ενδιαφερόμενος προτίθεται να εγκαταστασθεί ως μη μισθωτός ή να μετάσχει σε εταιρική σχέση στο Ηνωμένο Βασίλειο, απαιτείται επιπροσθέτως, πέραν των προϋποθέσεων της παραγράφου 212, να αποδείξει:
i) ότι έχει την ιθαγένεια της [...] Τσεχικής Δημοκρατίας·
ii) ότι μετέχει ενεργώς στην εμπορία ή παροχή υπηρεσιών για ίδιο λογαριασμό ή στα πλαίσια της εταιρικής σχέσεως στο Ηνωμένο Βασίλειο και
iii) ότι ο ίδιος ή από κοινού με τους εταίρους του είναι ο κύριος των περιουσιακών στοιχείων της επιχειρήσεως·
iv) στην περίπτωση της εταιρικής σχέσεως, ότι η συμμετοχή του στην επιχείρηση δεν ισοδυναμεί με συγκεκαλυμμένη μισθωτή απασχόληση και
ν) εφόσον αναλαμβάνει πλήρως υφιστάμενη εταιρία ή αποκτά συμμετοχή σε υφιστάμενη εταιρία, ότι υπάρχει έγγραφη δήλωση για τους όρους υπό τους οποίους αναλαμβάνει την επιχείρηση και ορκωτός έλεγχος των λογαριασμών της επιχειρήσεως για τα προηγούμενα έτη.
Άδεια εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο προσώπων που προτίθενται να εγκατασταθούν ως επιχειρηματίες δυνάμει των διατάξεων Συμφωνίας Συνδέσεως με την Κοινότητα
215. Ο επιθυμών να λάβει άδεια εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο προκειμένου να εγκατασταθεί ως επιχειρηματίας μπορεί να τη λάβει για περίοδο μη υπερβαίνουσα τους δώδεκα μήνες και υπό τον περιοριστικό της ελευθερίας του όρο να μη ζητήσει εργασία, εφόσον είναι σε θέση να προσκομίσει κατά την άφιξή του ενώπιον του υπαλλήλου της υπηρεσίας αλλοδαπών έγκυρο έγγραφο εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο υπό την ιδιότητά του αυτή.
Μη χορήγηση αδείας εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο σε πρόσωπο που προτίθεται να εγκατασταθεί ως επιχειρηματίας δυνάμει των διατάξεων της Συμφωνίας Συνδέσεως με την ΕΚ
216. Η άδεια εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο σε πρόσωπο που προτίθεται να εγκατασταθεί ως επιχειρηματίας δεν πρέπει να χορηγείται όταν δεν προσκομίζεται, κατά την άφιξη στο Ηνωμένο Βασίλειο, στον υπάλληλο της υπηρεσίας αλλοδαπών έγκυρο έγγραφο εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο υπό την ιδιότητα του επιχειρηματία.»
Τα ζητήματα επί των οποίων αμφιβάλλει το αιτούν δικαστήριο
15. Το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι βρίσκεται προ δύο ριζικώς αντιθέτων απόψεων. Κατά τους J. Barkoci και Μ. Malik, το άρθρο 45, παράγραφος 3, της συμφωνίας τούς παρέχει δικαιώματα που μπορούν να αντιτάξουν στις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου, οι οποίες φέρονται να έχουν ενεργήσει παρανόμως απαιτώντας από αυτούς να κατέχουν έγγραφο εισόδου και αρνούμενες να εκδώσουν απόφαση με την οποία να τους αναγνωρίζεται το δικαίωμα να διαμείνουν στο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου ως αυτοαπασχολούμενοι εργαζόμενοι.
16. Κατά την άποψή της, δεν είναι δυνατόν, ενόψει της παρουσίας τους στο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου, να απαιτείται απ' αυτούς να μεταβούν και πάλι στο εξωτερικό για να ζητήσουν τη χορήγηση προηγούμενης άδειας εισόδου.
17. Κατά την άποψη που υποστηρίζει το Ηνωμένο Βασίλειο, η προϋπόθεση άδειας εισόδου που καθιστά δυνατό στις αρμόδιες αρχές να βεβαιώνονται ότι οι δραστηριότητες στις οποίες θέλουν να επιδοθούν οι J. Barkoci και Μ. Malik ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει η ρύθμιση στον τομέα της μεταναστεύσεως είναι απολύτως νόμιμη.
18. Ούτε το γεγονός ότι οι ενδιαφερόμενοι σκοπεύουν να επικαλεστούν τη συμφωνία ούτε το ότι βρίσκονται στο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου με το καθεστώς της προσωρινής εισόδου μπορούν να εξαλείψουν την προϋπόθεση του εγγράφου εισόδου.
19. Ορθώς κρίθηκε ότι οι προσφεύγοντες, καθόσον δεν απέδειξαν ότι η αίτησή τους πληροί σαφώς και προδήλως τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που τίθενται για τη χορήγηση εγγράφου εισόδου προκειμένου να εγκατασταθούν ως αυτοαπασχολούμενοι εργαζόμενοι, δεν μπορούσαν, κατά παρέκκλιση από τη ρύθμιση περί μεταναστεύσεως, να απαλλαγούν από την προϋπόθεση της άδειας εισόδου.
20. ροκειμένου να κρίνει ποια από τις δύο αυτές απόψεις είναι ορθή, το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει στο Δικαστήριο συνολικά επτά ερωτήματα, εξαιρετικά μακροσκελή και λεπτομερή, όπως θα δούμε, που αλληλοσυναρτώνται, καθόσον ορισμένα υποβάλλονται μόνο για την περίπτωση κατά την οποία θα δινόταν συγκεκριμένη απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα και τα οποία μπορούν εύκολα, όπως γίνεται, εξάλλου, στη διάταξη περί παραπομπής, να υπαχθούν σε δύο ομάδες, η πρώτη από τις οποίες αφορά το άμεσο αποτέλεσμα και την ερμηνεία της Συμφωνίας, η δε δεύτερη την ανάγκη λήψεως προηγούμενης άδειας πριν από το ταξίδι.
A - Το άμεσο αποτέλεσμα και η ερμηνεία της Συμφωνίας
Υπό τον τίτλο αυτόν, το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει τρία ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 45 της Συμφωνίας άμεσο αποτέλεσμα στα νομικά συστήματα των κρατών μελών, παρά τις διατάξεις του άρθρου 59 της Συμφωνίας;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, πώς πρέπει να ερμηνευθεί η επιφύλαξη από την προτελευταία φράση του άρθρου 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας (και ειδικότερα η φράση "οφέλη που απορρέουν για κάθε μέρος από τους όρους ειδικής διατάξεως της παρούσας Συμφωνίας")· και, γενικότερα, μέχρι ποίου σημείου μπορεί το κράτος μέλος να εφαρμόσει τη νομοθεσία και τη ρύθμισή του σχετικά με την είσοδο, την παραμονή και την εγκατάσταση φυσικών προσώπων σε πρόσωπα που επικαλούνται το άρθρο 45 της Συμφωνίας χωρίς να παραβιάσει τη διάταξη αυτή;
3) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, δικαιούται ωστόσο ένα φυσικό πρόσωπο, υπήκοος της Τσεχικής Δημοκρατίας, στο πλαίσιο ένδικης προσφυγής με την οποία προσβάλλεται η απόφαση της αρμόδιας εθνικής αρχής να απορρίψει την αίτηση άδειας εισόδου με σκοπό εγκαταστάσεως κατά τη Συμφωνία Συνδέσεως, να επικαλεστεί το άρθρο 45 της Συμφωνίας, προκειμένου να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της νομοθεσίας και της κανονιστικής ρυθμίσεως κράτους μέλους σχετικά με την είσοδο, την παραμονή και την εγκατάσταση φυσικών προσώπων και, αν δικαιούται, με ποια νομική βάση;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
21. Ως προς το πρώτο από τα ερωτήματα αυτά, πρέπει να γίνει αμέσως μια διευκρίνιση. Κατά τη γνώμη μου, το αιτούν δικαστήριο δεν μας ερωτά ως προς το ζήτημα αν ένας Τσέχος υπήκοος, κάτοχος άδειας παραμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο, μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας ενώπιον βρετανικού δικαστηρίου προκειμένου, στο πλαίσιο της ασκήσεως ανεξαρτήτου επαγγέλματος, να μην τύχει λιγότερο ευνοϊκής μεταχειρίσεως απ' ό,τι οι Βρετανοί υπήκοοι.
22. Αν αυτό ήταν το ερώτημα, η απάντηση θα ήταν απλή, διότι, ως ρήτρα απαγορεύσεως των διακρίσεων, το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας συνιστά σαφή και συγκεκριμένη διάταξη που δεν εξαρτάται από τη θέσπιση διατάξεων που σκοπούν στην εφαρμογή της. Μπορεί επομένως, ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου , να δημιουργεί δικαιώματα των ιδιωτών δυνάμενα να προβάλλονται ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων.
23. Είναι όμως απολύτως σαφές, ενόψει του πλαισίου της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί, ότι αυτό που ερωτά το αιτούν δικαστήριο είναι αν ένας Τσέχος υπήκοος μπορεί να αντλήσει από το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας το δικαίωμα προσβάσεως στο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου και παραμονής σ' αυτό προκειμένου να εργασθεί εκεί ως αυτοαπασχολούμενος, χωρίς να έχει λάβει προς τον σκοπό αυτό την άδεια εισόδου και την άδεια παραμονής που προβλέπονται από τον HC 395.
24. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται στο άρθρο 59 της Συμφωνίας, το οποίο περιέχει επιφύλαξη ως προς την εφαρμογή των εθνικών ρυθμίσεων που αφορούν την είσοδο και την παραμονή.
25. Εκθέτοντας την άποψή τους ως προς τις απαντήσεις που πρέπει να δοθούν στα τρία πρώτα ερωτήματα, οι J. Barkoci και Μ. Malik προβάλλουν όλως εξαρχής ότι οι διατάξεις του άρθρου 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας δεν διαφέρουν ουσιωδώς ως προς τη διατύπωσή τους από το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 43 ΕΚ), οπότε η ελευθερία εγκαταστάσεως που αναγνωρίζεται στους Τσέχους υπηκόοους δεν μπορεί να νοείται συσταλτικώς και να αποκλίνει ουσιωδώς από την ίδια ελευθερία που αναγνωρίζεται στους υπηκόους των κρατών μελών.
26. Δεν αμφισβητούν ότι το περιεχόμενο της έννοιας της εγκαταστάσεως ορίζεται πλέον εξειδικευμένα στο άρθρο 45, παράγραφος 4, της Συμφωνίας παρά στη Συνθήκη, ιδίως υπό την έννοια ότι ο Τσέχος υπήκοος που απολαύει της ελευθερίας εγκαταστάσεως δεν μπορεί να έχει και την αξίωση ασκήσεως μισθωτής δραστηριότητας, πλην όμως θεωρούν ότι αυτό δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να δίνεται στο άρθρο 45, παράγραφος 3, της εν λόγω Συμφωνίας τελείως αυτοτελής ερμηνεία σε σχέση με αυτήν που έχει δοθεί στο άρθρο 52 της Συνθήκης.
27. Ως εκ τούτου, ισχυρίζονται ότι, κατά το πρότυπο του άρθρου 52 της Συνθήκης, το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας πρέπει να νοείται ως έκφραση της βουλήσεως παροχής απευθείας στους Τσέχους υπηκόους δικαιώματος εισόδου και παραμονής προκειμένου να εργάζονται ως αυτοαπασχολούμενοι.
28. Με βάση πάντοτε αυτόν τον ισχυρισμό, κατά τον οποίο στο άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας πρέπει να δοθεί ερμηνεία αντίστοιχη προς αυτήν του άρθρου 52 της Συνθήκης, θεωρούν ότι η αναγνώριση του συναρτώμενου με την ελευθερία εγκαταστάσεως δικαιώματος δεν μπορεί να εξαρτάται από την προϋπόθεση ενός ελάχιστου εισοδήματος που αντλείται από την ασκούμενη δραστηριότητα ή από τη μη καταφυγή στους δημόσιους πόρους προς συμπλήρωση του εν λόγω εισοδήματος.
29. Στο επιχείρημα που αντλείται από την ίδια τη διατύπωση του άρθρου 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας προστίθενται, κατ' αυτούς, επιχειρήματα που μπορούν να αντληθούν από τη φύση και το αντικείμενο της εν λόγω Συμφωνίας, η οποία σκοπεί στη δημιουργία των προϋποθέσεων ταχείας προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας στην Κοινότητα.
30. Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης εκθέτουν στη συνέχεια ότι το άρθρο 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει την έννοια ότι αποδυναμώνει την εκ μέρους τους ανάλυση του άρθρου 45, παράγραφος 3. Κατ' αυτούς, το να επιτρέπεται σε κράτος μέλος να στηρίζεται στο άρθρο 59, παράγραφος 1, για να στερεί από έναν Τσέχο υπήκοο τη δυνατότητα ασκήσεως του δικαιώματός του προς ελεύθερη εγκατάσταση, απαγορεύοντάς του την πρόσβαση στο έδαφός του και το δικαίωμα παραμονής σ' αυτό, θα καθιστούσε κενό περιεχομένου όλο το κεφάλαιο που πραγματεύεται την εγκατάσταση. Κάτι τέτοιο θα ήταν επίσης αντίθετο προς ό,τι γίνεται δεκτό στο πλαίσιο του αγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (στο εξής: ΟΕ), όταν πρόκειται για μια ρήτρα συμφωνίας που, όπως το άρθρο 59, απαγορεύει την εξουδετέρωση ή τον περιορισμό των οφελών που απορρέουν για ένα από τα μέρη της συμφωνίας από μια ειδική διάταξή της, εξυπακουομένου ότι, κατά την άποψή τους, το γεγονός ότι αναφέρονται στα δικαιώματα των μερών της συμφωνίας, και όχι αυτά των υπηκόων τους, στερείται παντελώς συνεπειών.
31. Τέλος, οι J. Barkoci M. Malik εκθέτουν, ως προς το τρίτο ερώτημα, πλην όμως επικουρικώς, διότι, ενόψει της απαντήσεως που θεωρούν ότι πρέπει να δοθεί στα δύο πρώτα, παρέλκει η απάντηση σ' αυτό, ότι, εν πάση περιπτώσει, τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να κρίνουν τη νομιμότητα των εθνικών ρυθμίσεων στον τομέα της μεταναστεύσεως με κριτήριο τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας στα κράτη μέλη και τα συνακόλουθα δικαιώματα που αυτό το άρθρο παρέχει στους Τσέχους υπηκόους.
32. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί ότι το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας δεν έχει απευθείας εφαρμογή στις έννομες τάξεις των κρατών μελών.
33. Η ανάλυσή της στηρίζεται συγχρόνως σε μια σύγκριση μεταξύ των σκοπών της Συμφωνίας και αυτών της Συνθήκης, στη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία η ομοιότητα διατυπώσεως ενός άρθρου της Συνθήκης αυτής και ενός άρθρου συμφωνίας που έχει συναφθεί από την Κοινότητα ουδόλως επιβάλλει πανομοιότυπη ερμηνεία, και στην ύπαρξη του άρθρου 59 εντός της Συμφωνίας.
34. Στερούμενο αμέσου αποτελέσματος, το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως νομικό έρεισμα για την εκ μέρους των J. Barkoci και Μ. Malik αμφισβήτηση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων της νομιμότητας της βρετανικής ρυθμίσεως στον τομέα της μεταναστεύσεως.
35. Όσον αφορά την προϋπόθεση που περιέχεται στο δεύτερο μέρος της πρώτης φράσεως του άρθρου 59 της Συμφωνίας, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αμφιβάλλει αν, ενόψει της διατυπώσεώς του, μπορεί να τύχει επικλήσεως από ιδιώτη. Έχει τη γνώμη ότι η προϋπόθεση αυτή δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, παρά να επιβάλλει στα κράτη μέλη υποχρεώσεις ως προς τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζουν τη νομοθεσία τους στον τομέα της μεταναστεύσεως, όχι όμως να θέσει υπό αμφισβήτηση την ύπαρξη αυτής της νομοθεσίας.
36. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επισημαίνει ότι τροποποίησε τη νομοθεσία της ακριβώς για να λάβει υπόψη τις διατάξεις της Συμφωνίας Συνδέσεως με την Τσεχική Δημοκρατία και άλλων παρόμοιων συμφωνιών.
37. Από τις άλλες κυβερνήσεις που κατέθεσαν παρατηρήσεις καμία δεν συντάσσεται με την άποψη που υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης. Μολονότι η ανάλυσή τους δεν συμπίπτει επακριβώς με αυτήν της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, καταλήγουν όλοι στο συμπέρασμα ότι οι J. Barkoci M. Malik δεν μπορούν να στηριχθούν στο άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας προκειμένου να υποστηρίξουν ότι διαφεύγουν της εκ μέρους του Ηνωμένου Βασιλείου εφαρμογής της ρυθμίσεώς του στον τομέα της εισόδου και παραμονής.
38. οιες είναι οι απαντήσεις που πρέπει να δοθούν στην πρώτη ομάδα ερωτημάτων του αιτούντος δικαστηρίου;
39. Είναι αληθές, αφενός, ότι το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας, θεωρούμενο μεμονωμένως, μπορεί, εκ πρώτης όψεως, να δημιουργήσει την εντύπωση ότι παρέχει στους Τσέχους υπηκόους δικαίωμα εγκαταστάσεως και, αφετέρου, το Δικαστήριο, όταν κλήθηκε να ερμηνεύσει το άρθρο 52 της Συνθήκης, έκρινε ότι το δικαίωμα εγκαταστάσεως συνεπάγεται το δικαίωμα εισόδου και διαμονής . Η διαπίστωση όμως αυτή δεν μπορεί παρά να αποτελέσει το σημείο εκκινήσεως του συλλογισμού μας.
40. ράγματι, μια διάταξη δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα, αλλά πρέπει οπωσδήποτε να εντάσσεται στο πλαίσιό της, δηλαδή πρέπει να εξετάζονται αφενός το αντικείμενο και ο σκοπός του νομοθετικού κειμένου του οποίου αποτελεί τμήμα και αφετέρου οι λοιπές διατάξεις του κειμένου αυτού με τις οποίες συνδέεται λογικά η εν λόγω διάταξη .
41. Εξάλλου, το γεγονός ότι στο άρθρο 52 της Συνθήκης δόθηκε ορισμένη ερμηνεία δεν σημαίνει καθεαυτό τίποτε ως προς την έννοια που πρέπει να δοθεί στο άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας, το οποίο έχει εξάλλου διαφορετική διατύπωση και εντάσσεται σε διαφορετικό πλαίσιο .
42. Επομένως, οι αρχές που συνάγονται από την προπαρατεθείσα απόφαση Royer, ορισμένα χωρία της οποίας παρατέθηκαν από τους προσφεύγοντες της κύριας δίκης, δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση.
43. Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο έλαβε ως αφετηρία τη διαπίστωση ότι το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 39 ΕΚ) προβλέπει ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εξασφαλίζεται εντός της Κοινότητας και ότι η ελεύθερη κυκλοφορία συνεπάγεται, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, το δικαίωμα προσβάσεως στο έδαφος των κρατών μελών, ελεύθερης μετακινήσεως εντός αυτού, διαμονής προς τον σκοπό ασκήσεως εργασίας και παραμονής σ' αυτό μετά το πέρας της εργασίας αυτής. Το Δικαστήριο διαπίστωσε στη συνέχεια ότι τα άρθρα που αφορούν την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στηρίζονται στις ίδιες αρχές , όσον αφορά την είσοδο και την παραμονή των υπηκόων των άλλων κρατών μελών στο έδαφός τους, και αναλύονται σε απαγόρευση για τα κράτη μέλη να αντιτάσσουν συναφώς περιορισμούς ή εμπόδια .
44. Όμως, είναι βέβαιο ότι η εν προκειμένω επίδικη Συμφωνία ουδόλως παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά, αρχής γενομένης από το γεγονός - που δεν αμφισβητήθηκε κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας - ότι ουδόλως δημιούργησε δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας των μισθωτών εργαζομένων (βλ. τα προπαρατεθέντα άρθρα 38 και 59).
45. Στην προπαρατεθείσα απόφαση Royer, το Δικαστήριο υπογράμμισε, εξάλλου, ότι η ερμηνεία που δέχθηκε για τις διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων «αναγνωρίστηκε απ' όλες τις πράξεις παραγώγου δικαίου που θεσπίστηκαν για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων της Συνθήκης» και παρέθεσε συναφώς, μεταξύ άλλων, την οδηγία 73/148/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μα_ου 1973, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των υπηκόων των κρατών μελών στο εσωτερικό της Κοινότητας στον τομέα της εγκαταστάσεως και της παροχής υπηρεσιών .
46. Η οδηγία αυτή περιέχει τις ακόλουθες ουσιώδεις διατάξεις:
«Άρθρο 1
1. Τα κράτη μέλη καταργούν, υπό τους όρους που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, τους περιορισμούς στη διακίνηση και στη διαμονή :
α) των υπηκόων ενός κράτους μέλους που είναι εγκατεστημένοι ή επιθυμούν να εγκατασταθούν σε άλλο κράτος μέλος, προκειμένου να ασκήσουν μη μισθωτή δραστηριότητα, ή επιθυμούν να παράσχουν υπηρεσίες στο κράτος αυτό·
[...]
Άρθρο 3
1. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 1 την είσοδο στην επικράτειά τους με απλή επίδειξη δελτίου ταυτότητος ή διαβατηρίου εν ισχύι.
2. Δεν δύναται να επιβληθεί θεώρηση εισόδου ή άλλη ισοδύναμη υποχρέωση, εκτός αν πρόκειται για μέλη της οικογενείας που δεν έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους. Τα κράτη μέλη παρέχουν στα πρόσωπα αυτά κάθε διευκόλυνση για τη λήψη των αναγκαίων θεωρήσεων.»
47. Δεδομένου ότι μια τέτοια οδηγία κρίθηκε αναγκαία για να διευκρινιστούν οι τρόποι ασκήσεως των δικαιωμάτων των υπηκόων των κρατών μελών, επιβάλλεται αμέσως το εξής συμπέρασμα: αν τα συμβαλλόμενα μέρη της Συμφωνίας είχαν θελήσει να απολαύουν οι Τσέχοι υπήκοοι του ίδιου καθεστώτος με τους κοινοτικούς υπηκόους, θα είχαν λάβει μέτρα προς τον σκοπό αυτό, παραδείγματος χάρη δηλώνοντας ότι η οδηγία αυτή έχει εφαρμογή σ' αυτούς ή προσαρτώντας ένα πανομοιότυπο κείμενο στη Συμφωνία.
48. Επιπλέον, είναι οφθαλμοφανής η αντίθεση μεταξύ του άρθρου 1 της οδηγίας 73/148 και του άρθρου 59 της Συμφωνίας. Ενώ, με την πρώτη διάταξη, το Συμβούλιο δηλώνει τη βούλησή του να «καταργήσει [...] τους περιορισμούς στη διακίνηση και στη διαμονή» των κοινοτικών υπηκόων, τα συμβαλλόμενα μέρη δηλώνουν, στο άρθρο 59, ότι για τους «σκοπούς του τίτλου IV της παρούσας Συμφωνίας, καμία διάταξη της Συμφωνίας δεν παρεμποδίζει τα μέρη να εφαρμόζουν τη νομοθεσία και τις ρυθμίσεις τους όσον αφορά την είσοδο και την παραμονή, την εργασία, τους όρους εργασίας, την εγκατάσταση φυσικών προσώπων και την παροχή υπηρεσιών [...]».
49. Επομένως, δεν είναι δυνατό να συναχθεί ότι οι Τσέχοι υπήκοοι διαθέτουν, εντός των κρατών μελών, δικαίωμα εισόδου και παραμονής πανομοιότυπο προς αυτό των κοινοτικών υπηκόων, αμέσως μόλις εκδηλώσουν την πρόθεση να ασκήσουν εντός αυτών ελευθέριο επάγγελμα και, εφόσον είναι κάτοχοι διαβατηρίου εν ισχύι.
50. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται πλήρως από τη συνύπαρξη, στο πλαίσιο της Συμφωνίας, του άρθρου 45, παράγραφος 3, και του άρθρου 59, παράγραφος 1. Η συνύπαρξη αυτή δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ότι, μέσω του άρθρου 45, παράγραφος 3, τα συμβαλλόμενα μέρη σκόπευαν συγχρόνως να θεσπίσουν υπέρ των Τσέχων υπηκόων έναν κανόνα απαγορεύσεως των διακρίσεων και να ρυθμίσουν το ζήτημα του δικαιώματός τους εισόδου και παραμονής. Είναι πρόδηλο ότι ο σκοπός τους ήταν να διαχωρίσουν τα δύο αυτά ζητήματα.
51. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης υποστήριξαν επιπλέον ότι από την απόφαση Rush Portuguesa καταδεικνύεται ότι, στο πλαίσιο της ίδιας και της αυτής Συμφωνίας, οι υπήκοοι συμβαλλομένου μέρους μπορούν κάλλιστα να απολαύουν του δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε όλη του την πληρότητα, ενώ, συγχρόνως, διατηρούνται περιορισμοί όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των μισθωτών εργαζομένων, οπότε το ίδιο θα πρέπει να ισχύει όσον αφορά την ελευθερία εγκαταστάσεως των Τσέχων υπηκόων. Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης παραβλέπουν εντούτοις το γεγονός ότι με την απόφαση αυτή ερμηνεύθηκε η πράξη για τις προϋποθέσεις προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της ορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των συνθηκών και όχι μια συμφωνία συναφθείσα μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και τρίτης χώρας. Με την πράξη αυτή, η ορτογαλική Δημοκρατία κατέστη πλήρες μέλος της Κοινότητας, υπό την επιφύλαξη προσωρινής παρεκκλίσεως από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των μισθωτών εργαζομένων.
52. Όμως, όπως ορθώς υπογράμμισαν οι κυβερνήσεις που κατέθεσαν παρατηρήσεις καθώς και η Επιτροπή, ο στόχος και ο σκοπός που επιδιώκονται με τη Συμφωνία, όπως εκφράζονται στο προοίμιό της και στο άρθρο 1, ουδόλως επιτρέπουν τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι τα συμβαλλόμενα μέρη σκοπούσαν στη δημιουργία μιας κοινής αγοράς στην οποία κυκλοφορούν ελεύθερα τα εμπορεύματα, τα πρόσωπα, οι υπηρεσίες και τα κεφάλαια, όπως αυτή που θέλησαν οι συντάκτες της Συνθήκης.
53. Επιβεβαίωση του γεγονότος ότι με τη Συμφωνία δεν επιδιώκεται να ισχύσει άνευ ετέρου, στο πλαίσιο της συνδέσεως, το καθεστώς εγκαταστάσεως που απορρέει από τη Συνθήκη ανευρίσκεται επίσης στη διατύπωση του άρθρου 59, παράγραφος 2, της εν λόγω Συμφωνίας.
54. Κατά τη διάταξη αυτή, «οι διατάξεις των κεφαλαίων ΙΙ, ΙΙΙ και IV του τίτλου IV προσαρμόζονται με απόφαση του συμβουλίου σύνδεσης ανάλογα με τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης σχετικά με τις υπηρεσίες, και ιδίως για να εξασφαλιστεί ότι κανένα μέρος δεν παρέχει στο άλλο μέρος βάσει οποιασδήποτε διάταξης της παρούσας Συμφωνίας μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν που παρέχεται δυνάμει διατάξεων μελλοντικής γενικής συμφωνίας για το εμπόριο και τις υπηρεσίες (GATT)».
55. Το γεγονός ότι τα μέρη θεώρησαν ότι οι υπό διαπραγμάτευση συμφωνίες στο πλαίσιο της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (ΓΣΔΕ) θα μπορούσαν ενδεχομένως να είναι πλέον προωθημένες στον τομέα της ελευθερίας εγκαταστάσεως απ' ό,τι προβλέπει η Συμφωνία οφείλεται ασφαλώς στο ότι είχαν απολύτως επίγνωση ότι η Συμφωνία αυτή προσέδιδε στην εν λόγω ελευθερία περιορισμένο μόνο περιεχόμενο, χωρίς αντιστοιχία προς αυτό που έχει στο πλαίσιο της Συνθήκης.
56. Η αδυναμία μεταφοράς στο πλαίσιο της Συμφωνίας της νομολογίας του Δικαστηρίου σε σχέση με το άρθρο 52 της Συνθήκης, τουλάχιστον όσον αφορά το ζήτημα του δικαιώματος εισόδου και παραμονής, καθίσταται επίσης απολύτως σαφής αν εξεταστεί το περιορισμένο περιεχόμενο που προσδίδει το άρθρο 45, παράγραφος 4, της Συμφωνίας στην έννοια της εγκαταστάσεως. Το άρθρο αυτό διευκρινίζει ότι οι διατάξεις του κεφαλαίου για την εγκατάσταση δεν εφαρμόζονται για τα πρόσωπα που δεν είναι αποκλειστικά αυτοαπασχολούμενοι και ότι η αυτοαπασχόληση και η ανάληψη επιχειρήσεων εκ μέρους υπηκόων δεν συμπεριλαμβάνουν την επιδίωξη ή την ανάληψη απασχόλησης στην αγορά εργασίας άλλου μέρους.
57. Αυτό συνεπάγεται ότι δεν αρκεί ένας Τσέχος υπήκοος να ασκεί ως αυτοαπασχολούμενος μια δραστηριότητα εντός κράτους μέλους προκειμένου να μπορεί να επικαλεστεί το ευεργέτημα του άρθρου 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας. ρέπει να αποδείξει ότι δεν αποκλείεται ως εκ του άρθρου 45, παράγραφος 4, πράγμα που συνεπάγεται ότι οφείλει να αποδέχεται κάποια μορφή ελέγχου εκ μέρους των εθνικών αρχών του κράτους μέλους στο οποίο προτίθεται να εγκατασταθεί. Η ίδια η ύπαρξη αυτού του ελέγχου δεν συμβιβάζεται με την αναγνώριση υπέρ αυτού δικαιώματος εισόδου και παραμονής παρεχομένου άμεσα από τη Συμφωνία.
58. Οι J. Barkoci και Μ. Malik στηρίζονται επίσης στην απόφαση Kaefer και Procacci , στην οποία το Δικαστήριο, κληθέν να ερμηνεύσει το άρθρο 176 της αποφάσεως 86/283/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1986, σχετικά με τη σύνδεση των υπερποντίων χωρών και εδαφών με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα , εξέθεσε ότι το δικαίωμα εισόδου και παραμονής αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του δικαιώματος εγκαταστάσεως που αναγνωρίζεται υπό ορισμένες προϋποθέσεις στον υπήκοο κράτους μέλους που προτίθεται να ασκήσει δραστηριότητα ως αυτοαπασχολουμενος ή να προβεί σε παροχή υπηρεσιών εντός υπερπόντιας χώρας ή υπερποντίου εδάφους άλλου κράτους μέλους.
59. Θα είναι επαρκής εν προκειμένω η διαπίστωση ότι, εκτός από το γεγονός ότι επρόκειτο για δικαίωμα παρεχόμενο σε κοινοτικούς υπηκόους προκειμένου να έχουν πρόσβαση σε δραστηριότητα εντός τμήματος του εδάφους που υπόκειται στην κυριαρχία άλλου κράτους μέλους, και όχι σε υπηκόους τρίτης χώρας, η εν λόγω απόφαση του Συμβουλίου, όπως και η ίδια η Συνθήκη, δεν περιέχει καμία διάταξη παρόμοια προς το άρθρο 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας, οπότε δεν μπορεί συναφώς να συναχθεί κανένα δίδαγμα από αυτή την απόφαση προκειμένου να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα που μας υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο.
60. Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης επιχειρούν ακόμη να αντλήσουν επιχείρημα από το γεγονός ότι, στο πλαίσιο της Συμφωνίας Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας, το Δικαστήριο διαμόρφωσε μια νομολογία κατά την οποία η αναγνώριση, με απόφαση του συμβουλίου συνδέσεως, στον Τούρκο εργαζόμενο, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις που διευκρινίζει, δικαιώματος απασχολήσεως της επιλογής του εντός κράτους μέλους συνεπάγεται κατ' ανάγκη την αναγνώριση υπέρ αυτού δικαιώματος διαμονής .
61. Η νομολογία όμως αυτή ουδόλως τους βοηθεί. ράγματι, αφορά, όπως το Δικαστήριο το υπενθύμισε και πάλι εσχάτως με την απόφασή του Savas , αποκλειστικά τον Τούρκο εργαζόμενο που είναι ήδη κανονικά ενταγμένος στην αγορά εργασίας εντός κράτους μέλους και ουδόλως αφορά τους Τούρκους υπηκόους που προτίθενται να εισέλθουν για πρώτη φορά στην αγορά εργασίας εντός κράτους μέλους και να εγκατασταθούν σ' αυτό. Ως προς αυτούς τους τελευταίους, το οικείο κράτος μέλος διατηρεί απόλυτη ελευθερία όσον αφορά την παροχή δικαιώματος εισόδου και παραμονής. Συναφώς, το Δικαστήριο εκφράστηκε στη σκέψη 65 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Savas ως εξής:
«[...] η πρώτη είσοδος ενός Τούρκου υπηκόου στο έδαφος κράτους μέλους διέπεται αποκλειστικά από το εθνικό δίκαιο του εν λόγω κράτους και ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί να επικαλείται, βάσει του κοινοτικού δικαίου, ορισμένα δικαιώματα σχετικά με την έμμισθη ή μη έμμισθη απασχόληση και, συνακόλουθα, σχετικά με τη διαμονή παρά μόνον αν διαμένει νομίμως στο οικείο κράτος μέλος.»
62. Ως προς το επιχείρημα που οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης ισχυρίζονται ότι αντλούν από την πρακτική του ΟΕ, αρκεί η διαπίστωση ότι το επιχείρημα αυτό, εφόσον αποδείχθηκε ότι το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας δεν ρυθμίζει το ζήτημα του δικαιώματος εισόδου και παραμονής, είναι ανεπιτυχές, διότι η σχετική αρνητική απόφαση που εκδίδεται έναντι Τσέχου υπηκόου δεν μπορεί να συνιστά παράβαση αυτής της διατάξεως, πράγμα που καθιστά περιττή κάθε συζήτηση ως προς το ζήτημα αν υπήρξε ή όχι στέρηση χορηγηθέντος οφέλους.
63. Τέλος, όσον αφορά τους κανόνες ερμηνείας των Συνθηκών που συνάγονται από το διεθνές έθιμο και περιέχονται συνθετικά στη Σύμβαση της Βιένης για το δίκαιο των συνθηκών, αρκεί η διαπίστωση ότι, εφόσον οι κανόνες αυτοί επιβάλλουν να λαμβάνεται υπόψη η κοινή πρόθεση των μερών, δύσκολα γίνεται αντιληπτό πώς, από τη στιγμή κατά την οποία τα μέρη της Συμφωνίας δέχθηκαν ότι η απαίτηση θεωρήσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξουδετερώνει ή περιορίζει τα οφέλη που απορρέουν για κάθε μέρος από μια ειδική διάταξη αυτής της Συμφωνίας, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι τα ίδια αυτά μέρη έχουν παράσχει, μέσω της προκριθείσας διατυπώσεως του άρθρου 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας, στους Τσέχους υπηκόους που επιθυμούν να κάνουν χρήση της ελευθερίας εγκαταστάσεως δικαίωμα εισόδου και παραμονής που μπορεί να αντιταχθεί στις εθνικές αρχές του κράτους μέλους στο οποίο επέλεξαν να εγκατασταθούν.
64. Διαπιστώνοντας έτσι ότι τόσο το κείμενο των άρθρων 45, παράγραφος 3, και 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας όσο και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι διατάξεις αυτές και οι αρχές στις οποίες αναφέρεται το Δικαστήριο όταν ερμηνεύει τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα, αποκλείω το ενδεχόμενο να αντλούν οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης οποιοδήποτε δικαίωμα εισόδου και παραμονής σε κράτος μέλος από το εν λόγω άρθρο 45, παράγραφος 3.
65. Εφόσον καταλήγω σ' αυτά τα συμπεράσματα, δεν θα χρειαζόταν, κατ' αρχήν, να δώσω απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, διότι το ερώτημα αυτό μας υποβάλλεται μόνο για την περίπτωση κατά την οποία στο πρώτο ερώτημα θα δινόταν καταφατική απάντηση, οπότε μπορώ να περάσω αμέσως στο τρίτο ερώτημα.
66. Εντούτοις, νομίζω ότι το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα στρέφονται γύρω από το ίδιο πρόβλημα, το οποίο συνίσταται στο ζήτημα ποιες είναι οι συνέπειες που πρέπει να συναχθούν από την επιφύλαξη που διατυπώνεται στο τέλος της πρώτης περιόδου της παραγράφου 1 του άρθρου 59 της Συμφωνίας, κατά την οποία η εφαρμογή, από τα συμβαλλόμενα μέρη, της νομοθεσίας και των εθνικών τους ρυθμίσεων όσον αφορά την είσοδο και την παραμονή δεν πρέπει να εξουδετερώνει ή να περιορίζει τα οφέλη που απορρέουν για κάθε μέρος από μια ειδική διάταξη της εν λόγω Συμφωνίας. Ανοίγει ή όχι αυτό το μέρος της διατάξεως την οδό για τον δικαστικό έλεγχο των αποφάσεων που εκδίδουν εν προκειμένω οι εθνικές αρχές;
Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος
67. Διαπιστώνω κατ' αρχάς ότι, αναφερόμενος στα μέρη της Συμφωνίας και όχι στους υπηκόους τους, το άρθρο 59, παράγραφος 1, της εν λόγω Συμφωνίας μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση, όπως επισημαίνουν ήδη η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Γερμανική Κυβέρνηση, ότι μόνον ένα μέρος της Συμφωνίας θα μπορούσε να επικρίνει τον τρόπο με τον οποίο ένα άλλο μέρος ενεργεί όταν του ζητείται να χορηγήσει δικαίωμα εισόδου και παραμονής.
68. Όμως, υπενθυμίζω αμέσως ότι το γεγονός ότι η διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν παρέχει απευθείας δικαίωμα στους ιδιώτες δεν σημαίνει το ότι ο εθνικός δικαστής που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά εθνικής αποφάσεως εκδοθείσας κατ' εφαρμογήν της δεν υποχρεούται να τη λάβει υπόψη.
69. Αντιθέτως, οφείλει να ερμηνεύσει και εφαρμόσει την εθνική διάταξη, στο μέτρο του δυνατού, σύμφωνα με την κοινοτική διάταξη . Εξάλλου, σ' αυτό ακριβώς συμφωνούν εμμέσως οι δύο προαναφερθείσες κυβερνήσεις, εφόσον εκθέτουν ότι το άρθρο 59 της Συμφωνίας πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει την έννοια ότι κράτος μέλος είναι ελεύθερο να εφαρμόζει τη νομοθεσία του όσον αφορά την είσοδο, την παραμονή και την εγκατάσταση των φυσικών προσώπων σε πρόσωπα που επικαλούνται το άρθρο 45, παράγραφος 3, της εν λόγω Συμφωνίας με την επιφύλαξη να μη το πράξουν αυτό κατά τρόπο που καθιστά αδύνατη ή πολύ δύσκολη για έναν Τσέχο υπήκοο την πραγματική άσκηση του δικαιώματός του προς ελεύθερη εγκατάσταση. Κατά συνέπεια, ο Τσέχος υπήκοος που ζητεί να κάνει χρήση της ελευθερίας εγκαταστάσεως που προβλέπεται από το άρθρο 45, παράγραφος 3, μπορεί, όταν βάλλει ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, όπως εν προκειμένω οι J. Barkoci και Μ. Malik, κατά αρνήσεως χορηγήσεως δικαιώματος εισόδου και παραμονής, να υποβάλει στην κρίση του επιχειρήματα που αντλούνται από το ασύμβατο του ληφθέντος εναντίον του μέτρου με την επιφύλαξη που περιέχεται στο άρθρο 59, παράγραφος 1, πρώτη φράση, στο τέλος, της Συμφωνίας.
70. Ένα τέτοιο ασύμβατο θα μπορούσε να συντρέχει, όπως παραδέχονται οι δύο αυτές κυβερνήσεις, αν η εν λόγω είσοδος ή παραμονή προς τον σκοπό εγκαταστάσεως προσέκρουαν σε άρνηση λόγω της τσεχικής ιθαγένειας του ενδιαφερομένου ή λόγω του γεγονότος ότι κατοικεί στην Τσεχική Δημοκρατία ή διότι η εθνική έννομη τάξη προβλέπει έναν γενικό περιορισμό της μεταναστεύσεως ή όταν το δικαίωμα ασκήσεως ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας εξαρτώνταν από τη διαπίστωση ανάγκης δικαιολογούμενης ενόψει οικονομικών εκτιμήσεων ή λόγων σχετικών με την αγορά εργασίας, όπως προβλέπεται στο σημείο A, περίπτωση 5, του ψηφίσματος του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 1994, σχετικά με τους περιορισμούς της εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών στο έδαφος των κρατών μελών για την άσκηση ανεξάρτητης επαγγελματικής δραστηριότητας , στο οποίο αναφέρεται η Γερμανική Κυβέρνηση με τις παρατηρήσεις της και του οποίου όμως η εφαρμογή στους Τσέχους υπηκόους αποκλείεται δυνάμει του σημείου B αυτού του ψηφίσματος.
71. Το ενδεχόμενο πλήρως αυθαίρετης εφαρμογής της εθνικής ρυθμίσεως σε θέματα μεταναστεύσεως σε Τσέχους υπηκόους που επιθυμούν να εγκατασταθούν προκειμένου να ασκήσουν δραστηριότητα ως αυτοαπασχολούμενοι αποκλείεται ομοίως από τη Γαλλική και την Ολλανδική Κυβέρνηση.
72. Εξάλλου, ακριβώς για να μη διατρέξει τον κίνδυνο μομφής εν προκειμένω, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, όπως εκθέτει με τις παρατηρήσεις της, περιέλαβε στον HC 395 διατάξεις που αφορούν ειδικά τους υπηκόους των τρίτων χωρών που έχουν συνάψει συμφωνίες συνδέσεως όπως αυτή που έχει συναφθεί με την Τσεχική Δημοκρατία, υπηκόους στους οποίους δεν μπορούν, όπως ομολογεί η ίδια η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, να επιβάλλονται ορισμένες υποχρεώσεις που μπορούν να επιβληθούν στους υπηκόους άλλων τρίτων χωρών.
73. Ως προς το ζήτημα αν ο εθνικός δικαστής, ο οποίος διαπιστώνει ότι η εφαρμογή σε Τσέχο υπήκοο, ο οποίος επιθυμεί να εγκατασταθεί, εθνικών κανόνων μεταναστεύσεως έχει αποτελέσματα που δεν συμβιβάζονται με τη Συμφωνία, οφείλει να κηρύξει τους κανόνες αυτούς παράνομους ή να περιοριστεί να τους αγνοήσει υπέρ του προσφεύγοντος, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί συναφώς.
74. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα τρία πρώτα ερωτήματα ως εξής:
- Το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας έχει απευθείας εφαρμογή, καθόσον απαγορεύει να επιφυλάσσεται στους Τσέχους υπηκόους που εισέρχονται νομίμως σε κράτος μέλος προκειμένου να ασκήσουν σ' αυτό δραστηριότητα ως αυτοαπασχολούμενοι λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση από αυτή που το κράτος μέλος επιφυλάσσει στους δικούς του υπηκόσους.
Οι Τσέχοι υπήκοοι δεν μπορούν εντούτοις να αντλήσουν κανένα δικαίωμα εισόδου και παραμονής από αυτή τη διάταξη.
- Ο Τσέχος υπήκοος δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί τα άρθρα 45, παράγραφος 3, και 59, παράγραφος 1, πρώτη φράση, στο τέλος, της Συμφωνίας, προκειμένου να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της νομοθεσίας και των ρυθμίσεων κράτους μέλους όσον αφορά την είσοδο, την παραμονή και την εγκατάσταση φυσικών προσώπων, εκτός αν οι διατάξεις αυτές είχαν διατυπωθεί ή εφαρμοσθεί κατά τρόπο που θα καθιστούσε, γενικώς, αδύνατη ή εξαιρετικά δύσκολη την εγκατάσταση των Τσέχων υπηκόων στο οικείο κράτος μέλος, μέχρι του σημείου να στερείται το άρθρο 45, παράγραφος 3, της εν λόγω Συμφωνίας της πρακτικής του αποτελεσματικότητας.
B - Η ανάγκη λήψεως προτέρας αδείας πριν από το ταξίδι
75. Ενόψει του γεγονότος ότι δέχομαι ότι στο τρίτο ερώτημα θα μπορούσε, σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, να δοθεί καταφατική απάντηση, πρέπει να εξετάσω τη δεύτερη σειρά ερωτημάτων, που περιλαμβάνει το τέταρτο, το πέμπτο, το έκτο και το έβδομο ερώτημα. Τα ερωτήματα αυτά έχουν ως ακολούθως:
«4) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα ή στο τρίτο ερώτημα, επιτρέπουν το άρθρο 45 και/ή το άρθρο 59 της Συμφωνίας Συνδέσεως σε κράτος μέλος να απαιτεί από το πρόσωπο που επιθυμεί να μεταβεί σε κράτος μέλος, απλώς για να εγκατασταθεί ως αυτοαπασχολούμενος κατά τη Συμφωνία Συνδέσεως, να ζητήσει και να λάβει προηγουμένως "έγγραφο εισόδου" ("entry clearance") (δηλαδή προηγουμένη άδεια για να μεταβεί στη χώρα αυτή γι' αυτόν τον συγκεκριμένο σκοπό);
5) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τέταρτο ερώτημα:
α) Έχει το κράτος μέλος το δικαίωμα να εξαρτήσει τη χορήγηση του εγγράφου εισόδου από την πλήρωση ουσιαστικών προϋποθέσεων σχετικά με την εγκατάσταση, όπως είναι οι προϋποθέσεις που προβλέπει η παράγραφος 212 του HC 395, και
β) Μπορεί το κράτος μέλος να αρνηθεί την είσοδο στο έδαφός του σε πρόσωπο που επιδιώκει να εγκατασταθεί ως αυτοαπασχολούμενος κατά τη Συμφωνία Συνδέσεως, με μόνη αιτιολογία ότι δεν έλαβε προηγουμένως το εν λόγω έγγραφο εισόδου;
6) Αν το πρόσωπο αυτό δεν έχει λάβει άδεια εισόδου στο έδαφος του κράτους μέλους επί άλλης βάσεως, επηρεάζεται η απάντηση στο πέμπτο ερώτημα (και κατά ποια έννοια) από κάποιον από τους ακόλουθους παράγοντες:
α) το γεγονός ότι κατά την πρώτη άφιξή του στα σύνορα του κράτους μέλους το πρόσωπο δεν ζήτησε άδεια εισόδου βάσει της Συμφωνίας, αλλά επί άλλης βάσεως, η δε αίτηση απορρίφθηκε·
β) το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της αρχικής αφίξεως του αιτούντος στα σύνορα του κράτους μέλους και της ημερομηνίας υποβολής της αιτήσεώς του για άδεια να εγκατασταθεί ως αυτοαπασχολούμενος βάσει της Συμφωνίας·
γ) την έκταση των ενδεχομένων περιορισμών που επέβαλαν στον αιτούντα οι εθνικές αρχές κατά το διάστημα αυτό βάσει της εθνικής νομοθεσίας περί αλλοδαπών, όσον αφορά την ελευθερία ή την πρόσληψη/απασχόλησή του·
δ) το γεγονός ότι ο αιτών προσέφυγε στο σύστημα κοινωνικής προνοίας του κράτους μέλους από το οποίο και εξηρτάτο ενώ εγκαθίστατο ως αυτοαπασχολούμενος;
7) Αν ένα κράτος μέλος δεν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την είσοδο στο πρόσωπο που επιδιώκει να εγκατασταθεί βάσει της Συμφωνίας με μόνη αιτιολογία ότι δεν έχει λάβει προηγουμένως έγγραφο εισόδου, χορηγούν οι αρμόδιες αρχές νομίμως στο πρόσωπο αυτό άδεια εισόδου μόνον αν η αίτησή του πληροί σαφώς και προδήλως τα ίδια ουσιαστικά κριτήρια που θα ίσχυαν αν είχε προηγουμένως ζητήσει έγγραφο εισόδου;»
Επί του τετάρτου ερωτήματος
76. Η απάντηση στο τέταρτο ερώτημα είναι εύκολο να δοθεί, καθόσον το ερώτημα αυτό διατυπώνεται γενικώς, σε αντίθεση προς το πέμπτο ερώτημα, το οποίο αναφέρεται ρητώς στις προϋποθέσεις που θέτει το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου για την προβλεπόμενη από αυτό χορήγηση εγγράφου εισόδου.
77. ράγματι, εφόσον γίνεται δεκτό ότι τα άρθρα 45, παράγραφος 3, και 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από κοινού και ότι οι Τσέχοι υπήκοοι δεν μπορούν να αντλήσουν από το άρθρο 45 δικαίωμα προσβάσεως και παραμονής, συνάγεται λογικά ότι τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τους ενδιαφερομένους να ζητούν και να λαμβάνουν προηγούμενη άδεια για να μεταβούν σε κράτος μέλος προκειμένου να εγκατασταθούν σ' αυτό ως αυτοαπασχολούμενοι, όποια και αν είναι η μορφή που λαμβάνει αυτή η άδεια.
Επί του πρώτου σκέλους του πέμπτου ερωτήματος
78. Με το ερώτημα αυτό καλούμεθα να εξετάσουμε αν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτει η ρύθμιση του Ηνωμένου Βασιλείου για τη χορήγηση της άδειας εισόδου που απαιτεί επιτρέπονται από την άποψη των άρθρων 45, παράγραφος 3, και 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας.
79. Οι προϋποθέσεις αυτές, που διατυπώνονται στις προπαρατεθείσες παραγράφους 212 και 216 του HC 395, φαίνονται εύλογες, καθόσον διευκρινίζουν απλώς τις προϋποθέσεις που απορρέουν από την έννοια της εγκαταστάσεως κατά το άρθρο 45, παράγραφος 4, της Συμφωνίας.
80. Ο Τσέχος αιτών πρέπει να παράσχει στις βρετανικές αρχές μεταναστεύσεως τα στοιχεία που τους επιτρέπουν να εκτιμήσουν αν η σχεδιαζόμενη εγκατάσταση εμπίπτει πράγματι στο πλαίσιο που καθορίζει το άρθρο 45, παράγραφος 4, της Συμφωνίας.
81. Βεβαίως, οι J. Barkoci και Μ. Malik ισχυρίζονται ότι η προϋπόθεση της δυνατότητας καλύψεως των αναγκών του ενδιαφερομένου και των προσώπων των οποίων η διατροφή τον βαρύνει υπερβαίνει αυτό που προβλέπει η Συμφωνία και αποκλίνει ριζικά από αυτό που προβλέπει η Συνθήκη, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, για τους κοινοτικούς υπηκόους που σκοπούν να κάνουν χρήση της ελευθερίας εγκαταστάσεως.
82. Επί του δεύτερου αυτού σημείου, μπορώ να παραπέμψω απλώς σε αυτά που εξέθεσα κατά την εξέταση του πρώτου ερωτήματος.
83. Επί του πρώτου σημείου, οφείλω να αναγνωρίσω ότι η πραγματοποίηση επαρκούς εισοδήματος για να μην υπάρχει εξάρτηση από τους δημόσιους πόρους δεν προβλέπεται καθεαυτή από τη Συμφωνία.
84. Δεν νομίζω όμως ότι συνιστά μη συμμόρφωση προς τους κανόνες που θέτει η Συμφωνία, διότι, αν ένα κράτος μέλος μπορεί να αρνηθεί το ευεργέτημα της ελευθερίας εγκαταστάσεως στον Τσέχο υπήκοο που σκοπεύει να συνδυάσει μια ανεξάρτητη δραστηριότητα με μια μισθωτή δραστηριότητα, δηλαδή, στην πραγματικότητα, να απαιτήσει η ανεξάρτητη δραστηριότητα να μη χρησιμοποιείται για την καταστρατήγηση της ελλείψεως δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των μισθωτών Τσέχων εργαζομένων, δύσκολα γίνεται αντιληπτό πώς θα ήταν δυνατό να του απαγορευθεί να εμποδίσει μια εγκατάσταση που θα συνίστατο σε μια δραστηριότητα από την οποία πραγματοποιείται ένα τόσο μικρό εισόδημα, ώστε η προσφυγή στην κοινωνική πρόνοια να αποδεικνύεται αναγκαία για την εξασφάλιση της επιβιώσεως του ενδιαφερομένου και της οικογενείας του.
85. Η κοινή λογική επιβάλλει να θεωρηθεί ότι η δραστηριότητα του Τσέχου υπηκόου δεν πρέπει μόνο να είναι ανεξάρτητη, υπό την έννοια ότι δεν συγκαλύπτει μια μισθωτή δραστηριότητα, αλλά και να εξασφαλίζει σ' αυτόν που την ασκεί πραγματική υλική ανεξαρτησία.
86. Επιπλέον, ως προς αυτό, ματαίως οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης αντιτάσσουν ότι ο υπήκοος του Ηνωμένου Βασιλείου δεν είναι δυνατό να προσκρούσει σε άρνηση των βρετανικών αρχών να του αναγνωρίσουν το δικαίωμα ασκήσεως ανεξάρτητης δραστηριότητας για τον λόγο ότι η δραστηριότητα αυτή δεν είναι επαρκώς επικερδής, διότι, όταν πρόκειται για τον υπήκοο αυτόν, η άσκηση μιας τέτοιας δραστηριότητας δεν ρυθμίζεται, καθόσον γνωρίζω, από ίδιες ή παρόμοιες διατάξεις προς αυτές του άρθρου 45, παράγραφος 4, της Συμφωνίας.
Επί του δευτέρου σκέλους του πέμπτου ερωτήματος
87. ρέπει τώρα, πάντοτε στο πλαίσιο του πέμπτου ερωτήματος, να εξετάσω αν το γεγονός ότι ο Τσέχος υπήκοος δεν διαθέτει, κατά την άφιξή του στα σύνορα, την άδεια εισόδου που απαιτείται από την ισχύουσα στο Ηνωμένο Βασίλειο ρύθμιση περί μεταναστεύσεως μπορεί να δικαιολογήσει άρνηση εισόδου.
88. Κατά τη γνώμη μου, η απάντηση επιβάλλεται αφεαυτής. ώς είναι δυνατό, πράγματι, να θεωρείται συγχρόνως ότι ένα κράτος μέλος δικαιούται, ενόψει των διατάξεων της Συμφωνίας, να απαιτεί άδεια εισόδου και να του απαγορεύεται να επιβάλλει κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτού του κανόνα;
89. αραδόξως, εντούτοις, η Επιτροπή, στις παρατηρήσεις της, υποστηρίζει ότι η έλλειψη αυτής της αδείας δεν μπορεί να δικαιολογήσει άρνηση εισδοχής.
90. Κατ' αυτήν, μια τέτοια κύρωση, που θα είχε ως συνέπεια ότι ο Τσέχος υπήκοος, ο οποίος φθάνει στα σύνορα, δεν έχει άλλη δυνατότητα από το να επιστρέψει προκειμένου να υποβάλει νομοτύπως αίτηση εντός της χώρας του, είναι προδήλως υπερβολική, προκειμένου για μια απλή διατύπωση που δεν τηρήθηκε, και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι συνάδει προς τις διατάξεις των άρθρων 45, παράγραφος 3, και 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας.
91. Νομίζω ότι η Επιτροπή, κατ' αυτόν τον τρόπο, κάνει σύγχυση μεταξύ του συστήματος που ισχύει στην περίπτωση της Συνθήκης και αυτού που δημιουργήθηκε με τη Συμφωνία. Μεταφέρει, κακώς, κατά τη γνώμη μου, στο πλαίσιο της Συμφωνίας τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία ο κοινοτικός υπήκοος ο οποίος μεταβαίνει σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου εντός αυτού να αναζητήσει εργασία, να παρέχει υπηρεσίες ή να εγκατασταθεί ασκεί απλώς ένα δικαίωμα που του παρέχει άμεσα η Συνθήκη, πράγμα που έχει ως συνέπεια ότι το γεγονός ότι δεν υπόκειται στις διοικητικές διατυπώσεις που εξακολουθεί να επιτρέπει το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί να συνεπάγεται κυρώσεις η αυστηρότητα των οποίων ισοδυναμεί με άρνηση του δικαιώματος του οποίου έκανε χρήση .
92. ράγματι, στο πλαίσιο της Συμφωνίας η χορήγηση αδείας εισόδου δεν αποτελεί απλή διατύπωση. αρέχει, αντιθέτως, στον Τσέχο υπήκοο δικαίωμα εισόδου που δεν είχε προηγουμένως. Έχει συστατικό και όχι απλώς δηλωτικό χαρακτήρα, με συνέπεια ασφαλώς ότι το γεγονός της μη κατοχής της εν λόγω αδείας μπορεί να επιφέρει απαγόρευση εισδοχής στο έδαφους του οικείου κράτους μέλους, απαγόρευση που δεν συνιστά άρνηση οποιουδήποτε δικαιώματος, δεδομένου ότι η γένεση του δικαιώματος εξαρτάται ακριβώς από τη χορήγηση της αδείας εισόδου.
93. Στο πλαίσιο αυτό, μπορεί εξάλλου να σημειωθεί ότι οι διατάξεις της Συνθήκης και τα κείμενα του παραγώγου δικαίου που αφορούν τις θεωρήσεις ορίζουν, σαφέστατα, ότι η μη κατοχή θεωρήσεως συνεπάγεται, εξ ορισμού, την έλλειψη του δικαιώματος διελεύσεως των συνόρων.
94. Συγκεκριμένα, το άρθρο 100 Γ της Συνθήκης ΕΚ αναθέτει στο Συμβούλιο την αποστολή να «καθορίζει τις τρίτες χώρες των οποίων οι υπήκοοι πρέπει να διαθέτουν θεώρηση για να διέρχονται τα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών».
95. Ο κανονισμός (ΕΚ) 574/1999 του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 1999 , που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 100 Γ της Συνθήκης, ορίζει, στο άρθρο 5, τα εξής:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοείται ως "θεώρηση" κάθε άδεια χορηγούμενη ή κάθε απόφαση λαμβανόμενη από κράτος μέλος, η οποία απαιτείται πριν από την είσοδο στο έδαφός τους [...]» .
96. Το κείμενο αυτό δείχνει επίσης ότι, για τον κοινοτικό νομοθέτη, η έννοια της «θεωρήσεως» πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως. Κατά συνέπεια, μπορεί να θεωρηθεί ότι μια άδεια όπως η βρετανική «entry clearance» ανήκει στην κατηγορία των θεωρήσεων.
97. Ο κανονισμός 574/1999 δεν είναι, βεβαίως, εφαρμοστέος εν προκειμένω, διότι η Τσεχική Δημοκρατία δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο που αποτελεί παράρτημα του κανονισμού αυτού, ο οποίος δεν αφορά παρά μόνο τις θεωρήσεις σύντομης διάρκειας. Όμως, κατά το άρθρο 2 αυτού του κανονισμού, «τα κράτη μέλη αποφασίζουν εάν οι υπήκοοι τρίτων χωρών οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στον κοινό κατάλογο υποχρεούνται να διαθέτουν θεώρηση». Επομένως, το Ηνωμένο Βασίλειο δικαιούται απολύτως να απαιτεί «entry clearance» ακόμη και για επισκέψεις σύντομης διάρκειας. ολλώ μάλλον το δικαιούται όταν πρόκειται για διέλευση των συνόρων προς τον σκοπό εγκαταστάσεως αόριστης διάρκειας.
98. Τέλος, το κοινοτικό δίκαιο προβλέπει ότι, για τις τρίτες χώρες για τις οποίες απαιτείται θεώρηση ακόμη και για την απλή διέλευση μέσω αερολιμένα , η εν λόγω θεώρηση «χορηγείται από τις προξενικές υπηρεσίες των κρατών μελών», τα οποία «πρέπει να βεβαιώνονται ότι δεν υπάρχει κίνδυνος σχετικός με την ασφάλεια ή παράνομη μετανάστευση» .
99. Δεδομένου ότι η θεώρηση που παρέχει πρόσβαση σε αεροδρόμιο δεν μπορεί, εξ ορισμού, να χορηγείται εντός του ιδίου του αεροδρομίου, δεν μπορεί να συναχθεί ένα γενικό συμπέρασμα από το κείμενο αυτό. Όμως, κατά τη γνώμη μου, καμία διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν εμποδίζει εντούτοις κράτος μέλος να απαιτεί οι θεωρήσεις ή οι «entry clearances» να χορηγούνται, σε όλες τις περιπτώσεις, από τις προξενικές του υπηρεσίες που λειτουργούν στη χώρα καταγωγής του αιτούντος και να απωθούν προς τα σύνορα όλους αυτούς που δεν έχουν ήδη εφοδιαστεί με τη θεώρηση.
100. Αυτό δεν συνιστά στρέβλωση της αρχής της αναλογικότητας. ρώτον, οι δυνατότητες προσωρινού καταλύματος πέριξ των λιμένων και των αερολιμένων των κρατών μελών δεν είναι απεριόριστες.
101. Δεύτερον, οι αιτήσεις εγκαταστάσεως χρήζουν λεπτομερούς εξετάσεως που μπορεί να διαρκέσει αρκετό χρόνο. Οι αρχές πρέπει να είναι σε θέση να ελέγχουν αν το πρόσωπο για το οποίο πρόκειται απέκτησε τους οικονομικούς πόρους που αναφέρει μέσω εμπορίας ναρκωτικών ή άλλων εγκληματικών δραστηριοτήτων ή αν βρίσκεται σε μια από τις καταστάσεις κατά τις οποίες μπορεί να απαγορευθεί ακόμη και σε κοινοτικό υπήκοο η εγκατάσταση εντός άλλου κράτους μέλους (π.χ. το γεγονός ότι είναι τοξικομανής ή ότι έχει προσβληθεί από ορισμένες ασθένειες) .
102. Επομένως, δεν είναι δυνατό να υποστηριχθεί ότι, όσον αφορά τους υπηκόους κράτους συνδεδεμένου με την Κοινότητα με συμφωνία του είδους για το οποίο πρόκειται εδώ, η χορήγηση θεωρήσεως του είδους της «entry clearance» αποτελεί απλή διατύπωση και ότι, από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο Τσέχος υπήκοος αποδεικνύει ότι έχει τη διανοητική και οικονομική ικανότητα για να εγκατασταθεί ως αυτοαπασχολούμενος, η είσοδος στο εθνικό έδαφος δεν μπορεί πλέον να του απαγορευθεί. Όλως αντιθέτως, η κατοχή «entry clearance» συνιστά σαφώς χωριστή και πρόσθετη προϋπόθεση, η έλλειψη δε κατοχής της, κατά το χρονικό σημείο της αποβιβάσεως, επιτρέπει στις εθνικές αρχές να υποχρεώσουν τον αιτούντα να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του.
103. Επομένως, φρονώ ότι και στα δύο σκέλη του πέμπτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση.
Επί του έκτου ερωτήματος
104. Λαμβανομένων υπόψη των λόγων για τους οποίους θεωρώ ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δικαιούται να αντιτάξει άρνηση εισελεύσεως σ' αυτόν που στερείται άδειας εισόδου, μου είναι εύκολο να απαντήσω στο έκτο ερώτημα.
105. Τα διάφορα στοιχεία που απαριθμεί το αιτούν δικαστήριο στο έκτο του ερώτημα ουδόλως μπορούν να επηρεάσουν την απάντηση που δόθηκε στο πέμπτο. Αφενός, τίποτε δεν υποχρεώνει το Ηνωμένο Βασίλειο να προβλέπει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η έλλειψη άδειας εισόδου δεν θα έχει ως αυτόματη συνέπεια την άρνηση εισελεύσεως, διότι ο υπήκοος που δεν είναι εφοδιασμένος μ' αυτήν δεν μπορεί να προβάλει κανένα δικαίωμα εισόδου ή παραμονής.
106. Αφετέρου, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου που έχουν εκδοθεί σε σχέση με υποθέσεις που αφορούσαν το δικαίωμα παραμονής των Τούρκων υπηκόων στα κράτη μέλη είναι σαφέστατες. Το πρόσωπο που έχει ασκήσει δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους χωρίς να βρίσκεται σε νόμιμη κατάσταση από την άποψη των κανόνων αυτού του κράτους μέλους που αφορούν το δικαίωμα εισόδου ή παραμονής δεν μπορεί να αντλήσει κανένα δικαίωμα από τη δραστηριότητα αυτή .
107. Ομοίως, αυτός που κατόρθωσε να εξακολουθεί να βρίσκεται στο έδαφος κράτους μέλους με την έγκριση αυτού του κράτους, αλλά τελείως πρόσκαιρα, εν αναμονή ιδίως εκδόσεως δικαστικής αποφάσεως ως προς τη νομιμότητα της αρνήσεως του δικαιώματος παραμονής ή αποφάσεως περί απελάσεως, δεν μπορεί να διεκδικεί οποιοδήποτε δικαίωμα βάσει του κοινοτικού δικαίου λόγω αυτής της απλώς κατ' ανοχήν παρουσίας .
108. Το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος δεν δημιουργεί στην πράξη εμπόδια, για λόγους που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ανθρωπιστικοί, στην παρουσία επί του εδάφους του ενός αλλοδαπού στον οποίο ουδέποτε αναγνώρισε δικαίωμα παραμονής, ούτε υποχρεούνταν να αναγνωρίσει τέτοιο δικαίωμα, δεν μπορεί να στραφεί κατ' αυτού, διότι διαφορετικά θα καθιερωνόταν μια πραγματική επιβράβευση της παράνομης μεταναστεύσεως.
109. Ομοίως, αυτός ο οποίος, βάσει προσωρινού μέτρου εισελεύσεως, έλαβε τη δυνατότητα να ασκήσει δραστηριότητα ως αυτοαπασχολούμενος, ίσως διότι οι αρμόδιες αρχές θεώρησαν ορθότερο, στο πλαίσιο διακριτικής ευχέρειας που κανείς δεν θα μπορούσε να τους αμφισβητήσει, να αφήσουν τον ενδιαφερόμενο να κερδίζει τα προς το ζην αντί να επιβαρύνει την κοινωνική πρόνοια, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι ήδη εγκατεστημένος βάσει της Συμφωνίας και να αξιώσει την τήρηση του κανόνα περί απαγορεύσεως των διακρίσεων, που εξαγγέλλεται στο άρθρο 45, παράγραφος 3.
Επί του εβδόμου ερωτήματος
110. Στο έβδομο ερώτημα δεν χρειάζεται κατ' αρχήν να δοθεί απάντηση, ενόψει της απαντήσεως που δόθηκε στο πέμπτο, πλην όμως μου δίνει την ευκαιρία να διατυπώσω μερικές παρατηρήσεις.
111. Αν το κράτος μέλος, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειάς του, συναινεί, όπως έπραξε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, όπως αυτό επιβεβαιώθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, να εξετάσει τη δυνατότητα παροχής δικαιώματος εισόδου και παραμονής σε έναν Τσέχο υπήκοο που προτίθεται να επικαλεστεί τον κανόνα της απαγορεύσεως των διακρίσεων που προβλέπεται από τη Συμφωνία, παρά το γεγονός ότι δεν έχει τηρήσει την προβλεπόμενη από τη νομοθεσία περί μεταναστεύσεως υποχρέωση να ζητήσει άδεια εισόδου πριν να φθάσει στα σύνορα, ενώ τίποτε δεν θα απαγόρευε στις αρμόδιες αρχές να λάβουν απόφαση απομακρύνσεως, το κράτος αυτό δικαιούται απολύτως να εξαρτήσει την απόφαση εισελεύσεως από τη σαφή και πρόδηλη συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων που τίθενται για τη χορήγηση δικαιώματος εισόδου και παραμονής προς τον σκοπό εγκαταστάσεως.
112. Ο Τσέχος υπήκοος που φθάνει στα σύνορα του Ηνωμένου Βασιλείου χωρίς άδεια εισόδου υπόκειται, ενόψει της ρυθμίσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, σε απομάκρυνση και δεν έχει κανένα δικαίωμα να εξετασθεί η περίπτωσή του ενόψει της εγκαταστάσεως ακριβώς όπως θα εξεταζόταν αν είχε τηρήσει την προβλεπόμενη διαδικασία.
113. Η εξέταση της αιτήσεώς του συνιστά καθεαυτή ένα προνόμιο, για να μην πω ανεπίτρεπτη εύνοια, που του παρέχουν οι βρετανικές αρχές, και θα ήταν άτοπο να συζητηθούν οι προϋποθέσεις που συνοδεύουν την παροχή αυτού του προνομίου.
114. Κατά συνέπεια, στη δεύτερη σειρά ερωτημάτων του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις:
- Τα άρθρα 45 και 59 της Συμφωνίας επιτρέπουν σε κράτος μέλος να απαιτεί από ένα πρόσωπο που επιθυμεί να εισέλθει στο έδαφός του με αποκλειστικό σκοπό να εγκατασταθεί ως αυτοαπασχολούμενος εργαζόμενος βάσει της εν λόγω Συμφωνίας να έχει ζητήσει και λάβει προηγουμένως άδεια εισόδου («entry clearance») (δηλαδή προηγούμενη άδεια μεταβάσεως στο κράτος αυτό για τον εν λόγω συγκεκριμένο σκοπό).
- Το κράτος μέλος μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να αρνείται να δεχθεί στο έδαφός του ένα πρόσωπο που επιθυμεί να εγκατασταθεί ως αυτοαπασχολούμενος εργαζόμενος βάσει της Συμφωνίας για τον λόγο αποκλειστικά και μόνον ότι το πρόσωπο αυτό δεν έχει λάβει μια τέτοια προηγούμενη άδεια εισόδου.
- Το κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί, για τη χορήγηση προηγούμενης άδειας εισόδου, να πληρούνται ουσιαστικές προϋποθέσεις σχετικές με την εγκατάσταση, όπως αυτές που εκθέτει το αιτούν δικαστήριο.
ρόταση
115. εραίνοντας τις προτάσεις μου, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το High Court of Justice (England and Wales), Queen's Bench Division (Divisional Court), ως εξής:
«- Το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας, της 4ης Οκτωβρίου 1993, για την εγκαθίδρυση σύνδεσης μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Τσεχικής Δημοκρατίας, αφετέρου, έχει απευθείας εφαρμογή, καθόσον απαγορεύει να επιφυλάσσεται στους Τσέχους υπηκόους που εισέρχονται νομίμως σε κράτος μέλος προκειμένου να ασκήσουν σ' αυτό δραστηριότητα ως αυτοαπασχολούμενοι λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση από αυτή που το κράτος μέλος επιφυλάσσει στους δικούς του υπηκόσους.
Οι Τσέχοι υπήκοοι δεν μπορούν εντούτοις να αντλήσουν κανένα δικαίωμα εισόδου και παραμονής από αυτή τη διάταξη.
- Ο Τσέχος υπήκοος δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί τα άρθρα 45, παράγραφος 3, και 59, παράγραφος 1, πρώτη φράση, στο τέλος, της Συμφωνίας, προκειμένου να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της νομοθεσίας και των ρυθμίσεων κράτους μέλους όσον αφορά την είσοδο, την παραμονή και την εγκατάσταση φυσικών προσώπων, εκτός αν οι διατάξεις αυτές είχαν διατυπωθεί ή εφαρμοσθεί κατά τρόπο που θα καθιστούσε, γενικώς, αδύνατη ή εξαιρετικά δύσκολη την εγκατάσταση των Τσέχων υπηκόων στο οικείο κράτος μέλος, μέχρι του σημείου να στερείται το άρθρο 45, παράγραφος 3, της εν λόγω Συμφωνίας της πρακτικής του αποτελεσματικότητας.
- Τα άρθρα 45 και 59 της προπαρατεθείσας Συμφωνίας επιτρέπουν σε κράτος μέλος να απαιτεί από ένα πρόσωπο που επιθυμεί να εισέλθει στο έδαφός του με αποκλειστικό σκοπό να εγκατασταθεί ως αυτοαπασχολούμενος εργαζόμενος βάσει της εν λόγω Συμφωνίας να έχει ζητήσει και λάβει προηγουμένως άδεια εισόδου ("entry clearance") (δηλαδή προηγούμενη άδεια μεταβάσεως στο κράτος αυτό για τον εν λόγω συγκεκριμένο σκοπό).
- Το κράτος μέλος μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να αρνείται να δεχθεί στο έδαφός του ένα πρόσωπο που επιθυμεί να εγκατασταθεί ως αυτοαπασχολούμενος εργαζόμενος βάσει της προπαρατεθείσας Συμφωνίας για τον λόγο αποκλειστικά και μόνον ότι το πρόσωπο αυτό δεν έχει λάβει μια τέτοια προηγούμενη άδεια εισόδου.
- Το κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί, για τη χορήγηση προηγούμενης άδειας εισόδου, να πληρούνται ουσιαστικές προϋποθέσεις σχετικές με την εγκατάσταση, όπως αυτές που εκθέτει το αιτούν δικαστήριο.»
Full & Egal Universal Law Academy