Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I Εισαγωγή
1. Τα ερωτήματα τα οποία υπέβαλε το Διοικητικό ρωτοδικείο Ηρακλείου αφορούν την ερμηνεία του όρου «συνήθης κατοικία» κατά την έννοια της οδηγίας 83/182/ΕΟΚ για τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Κοινότητας στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων. έραν τούτου, τίθεται το ζήτημα της προασπίσεως των αρχών της αναλογικότητας και της προστασίας της καλής πίστεως
ΙΙ ραγματικά περιστατικά
2. Τα ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο του εκ μέρους του διοικητικού δικαστηρίου ελέγχου της από 8 Ιανουαρίου 1996 πράξεως επιβολής προστίμου εις βάρος του προσφεύγοντος στην κυρία δίκη, λόγω φερομένης παράνομης εισαγωγής τριών αυτοκινήτων. Με καταλογιστική πράξη, οι ελληνικές αρχές υποχρέωσαν τον προσφεύγοντα στην πληρωμή πολλαπλού τέλους και προστίμων συνολικού ύψους 83 516 969 ελληνικών δραχμών πλέον λοιπών επιβαρύνσεων εκ 2 004 410 δρχ.
3. ρόκειται αναλυτικά για τα εξής ποσά:
πρόστιμο ύψους 100 000 δρχ. για κάθε αυτοκίνητο το οποίο εισήγαγε στην Ελλάδα χωρίς δήλωση,
πρόστιμο ανά 5 000 000 δρχ. για δύο αυτοκίνητα που υπερέβαιναν τα 2 001 κυβικά εκατοστά και πρόστιμο 1 000 000 δρχ. για ένα αυτοκίνητο μικρότερο των 1 300 κυβικών εκατοστών.
δασμούς και λοιπούς φόρους στο διπλάσιο (ήτοι 36 108 840 δρχ. x 2), τους οποίους, κατά την τελωνειακή αρχή, από πρόθεση διέφυγε.
4. Η πράξη επιβολής προστίμου εκδόθηκε με την αιτιολογία ότι ο προσφεύγων έχει τη συνήθη κατοικία του στην Ελλάδα. Κατοικεί με την οικογένειά του σε οικία που διατηρεί εκεί, τα παιδιά του φοιτούν στο τοπικό σχολείο και έχει συστήσει εταιρία στο Ηράκλειο, με αντικείμενο την εμπορία, εισαγωγή και εξαγωγή ελαιολάδου.
5. Κατά τη διάταξη περί παραπομπής ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1956 στα Χανιά (Κρήτη). Είναι Ιταλός υπήκοος από δεκαπενταετίας και πλέον. Βρίσκεται στην Ιταλία από το έτος 1974, διατηρεί οικία στη Φλωρεντία, έχει ιταλικό δελτίο ταυτότητας και διαβατήριο με την ένδειξη ότι από το 1991 είναι μόνιμος κάτοικος Φλωρεντίας. Κατά τις παρατηρήσεις της ελληνικής κυβερνήσεως, έχει επίσης ελληνικό διαβατήριο.
6. Ο προσφεύγων είναι αρχιτέκτων, αλλά από πολλών ετών ασχολείται στην Ιταλία με το εμπόριο. Μαζί με τη σύζυγό του έχει συστήσει από 15 Σεπτεμβρίου 1986 την ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «Στούντιο Φιορεντίνο Οικοδομικές Επιχειρήσεις . Λουλουδάκης και Σια ΕΕ (Studio Fiorentino SAS)», με έδρα τη Φλωρεντία. Ο καταστατικός σκοπός της εταιρίας συνίσταται σε αγοραπωλησίες, εισαγωγές-εξαγωγές μηχανημάτων και ελαιολάδου, και στη δυνατότητα δημιουργίας παραρτημάτων-αποθηκών στην Ιταλία και το εξωτερικό. Υφίστανται δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος της εταιρίας για τα διαχειριστικά έτη από το 1990 μέχρι το 1995.
7. Η εταιρία αγόρασε το 1989 ένα αυτοκίνητο Fiat Iveco, το 1991 ένα Ford Fiesta και το 1993 ένα BMW, για τα οποία επιβλήθηκε το πρόστιμο. Τα αυτοκίνητα είναι ασφαλισμένα σε ιταλική ασφαλιστική εταιρία. Επί ορισμένα διαστήματα κατά τα έτη 1993, 1994 και 1995 το Fiat Iveco και το Ford Fiesta ήταν ωστόσο ασφαλισμένα σε ελληνικές ασφαλιστικές εταιρίες. Κατά τις διαπιστώσεις του παραπέμποντος δικαστηρίου, και τα τρία αυτοκίνητα πρέπει να θεωρηθούν, υπό την έννοια της οδηγίας, ως επιβατικά.
8. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1993 ο προσφεύγων, μαζί με τη σύζυγό του, ίδρυσε στα Χανιά κοινωνία (άτυπη εταιρία) με αντικείμενο συσκευασία ελαίων και λιπών, της οποίας η δραστηριότητα εμφανίζεται στη δήλωση φορολογίας για τη χρήση 1994 με ακαθάριστα έσοδα από πώληση ελαιολάδου 3 686 355 δρχ. και οδήγησε στην έκδοση για τη χρήση 1994 του πρώτου τιμολογίου-δελτίου αποστολής (αύξων αριθμός 1) για 25 τόνους ελαιολάδου που φορτώθηκαν από το Καστέλλι με προορισμό την Ιταλία.
9. Στις 2 Νοεμβρίου 1994 ο προσφεύγων ίδρυσε επίσης την ανώνυμη εταιρία Κρητική Βιομηχανία Ελαιολάδου ΑΕ (KRI-V-EL) με έδρα τα Χανιά. Η εταιρία δεν πρόλαβε να αναπτύξει αξιόλογη δραστηριότητα, διέκοψε τις εργασίες της μετά τη δίωξη του προσφεύγοντος και λύθηκε στις 17 Ιουλίου 1995.
10. Για τα έτη 1993 και 1994 υπέβαλε ο προσφεύγων μαζί με τη σύζυγό του δήλωση φορολογίας για τα εισοδήματά του στην Ελλάδα· ως αρχιτέκτων δήλωσε μηδενικό εισόδημα, και μόνο η σύζυγός του εμφάνισε καθαρά κέρδη, το 1994, από το εμπόριο ελαιολάδου 931 250 δρχ. Ο προσφεύγων είναι ασφαλισμένος από το έτος 1982 στο Ταμείο συντάξεως μηχανικών εργολάβων δημοσίων έργων, φορέα κυρίας ασφαλίσεως· σύμφωνα όμως με πιστοποιητικό της Διευθύνσεως ολεοδομίας Χανίων, μέχρι και τον Οκτώβριο 1995 ουδεμία μελέτη εκπόνησε στην Ελλάδα. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι είναι ασφαλισμένος και στην Ιταλία.
11. Τα έτη 1991 και 1995 ανανέωσε την ιταλική άδεια οδηγήσεως που έχει από το έτος 1984.
12. Είναι εγγεγραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους της ιταλικής πόλεως San Severo και ψήφισε στις εκλογές της 21ης Απριλίου 1996.
13. Κατά το σχολικό έτος 1994/95, ο μεγαλύτερος γιος του παρακολούθησε τη δευτέρα τάξη του δημοτικού σχολείου «Κοραής» στα Χανιά. Στο ίδιο σχολείο φοίτησε και την προηγούμενη τάξη. Ο προσφεύγων υποστηρίζει όμως ότι τα παιδιά του φοίτησαν και σε σχολείο της Φλωρεντίας. Η Υπηρεσία Υγιεινής και Δημόσιας Υγείας του Δήμου San Severo βεβαιώνει ότι ο μεγαλύτερος γιος εμβολιάσθηκε στις 18 Αυγούστου 1994, στις 24 Σεπτεμβρίου 1994 και στις 25 Φεβρουαρίου 1995 κατά της ηπατίτιδος Β.
ΙΙΙ ροδικαστικά ερωτήματα
14. Εν όψει του ελέγχου της νομιμότητας της πράξεως καταλογισμού του προστίμου στο πλαίσιο της διοικητικής δίκης, το Διοικητικό ρωτοδικείο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα εξής ερωτήματα:
1) Έχει το άρθρο 7, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας του Συμβουλίου 83/182, της 28ης Μαρτίου 1983, για τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Κοινότητος στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων, την έννοια ότι η συνήθης κατοικία υπηκόου της χώρας Α ευρίσκεται στη χώρα Α, στην οποία αναπτύσσει επιτυχή πολυετή δραστηριότητα τόσο ως αρχιτέκτονας όσο και εμπορική, μέσω προσωπικής εταιρίας (ΕΕ), όπου διατηρεί κατοικία και αναλώνει το μέγιστο του παραγωγικού του χρόνου, ή ευρίσκεται στη χώρα Β, της οποίας είναι επίσης υπήκοος, και στην οποία (χώρα Β), παραλλήλως επιχειρεί έναρξη αυτοδύναμης, με όμοιο, άλλως συναφές αντικείμενο δραστηριότητας, όπου εκμισθώνει οικία και αρχίζει να διαθέτει μέρος του χρόνου του, εκπληρώνοντας και τις φορολογικές του υποχρεώσεις, υποβοηθούμενος από τη σύζυγό του, η οποία μετέχει σε όλες τις παραπάνω δραστηριότητες και στα δύο κράτη Α και Β, αναλαμβάνοντας εταιρικά μερίδια στις επιχειρήσεις αυτές;
έραν της διατάξεως που προαναφέρεται, υπάρχουν άλλα κριτήρια με βάση τα οποία, σε περιπτώσεις όπου υφίσταται δυσχέρεια προσδιορισμού της συνήθους κατοικίας, είναι δυνατό να χωρήσει ο προσδιορισμός αυτός;
2) Στην περίπτωση κατοχής ή κυκλοφορίας ΙΧ οχημάτων από μη δικαιούχο προσωρινής απαλλαγής πρόσωπο, που κατά το εθνικό δίκαιο αποτελεί απλή τελωνειακή παράβαση, είναι σύμφωνη με την κοινοτική αρχή της αναλογικότητας η πρόβλεψη επιβολής, ως ειδικής διοικητικής κύρωσης, ειδικά ενός προστίμου (όπως αυτό του άρθρου 88, παράγραφος 2, στοιχείο ζ_ του νόμου 2127/93), ποσού ύψους από ένα έως πέντε εκατομμύρια δρχ., ανά όχημα, με μόνο κριτήριο τον κυβισμό του οχήματος, το οποίο πρόστιμο υπερβαίνει την τρέχουσα εμπορική αξία του οχήματος, λαμβανομένης υπόψη και της παλαιότητάς του;
3) Τα διοικητικά μέτρα ως σύνολο συμπεριλαμβανομένης της απόδοσης της κατηγορίας της λαθρεμπορίας , που επιλέγει ως κατάλληλα στον τομέα των τελωνειακών παραβάσεων το αρμόδιο προς τούτο κράτος μέλος Β (ενόψει της ελλείψεως εναρμονίσεως των εθνικών νομοθεσιών), είναι επιτρεπτό να οδηγούν σε κυρώσεις που ανέρχονται στο πολλαπλάσιο (δεκαπλάσιο) της αρχικής αξίας κτήσης του αγαθού στο κράτος μέλος Α, χωρίς να εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των προσώπων;
Σε περίπτωση αποφατικής απαντήσεως, υφίστανται κριτήρια σχετικά με τα όρια του αυστηρώς αναγκαίου για την επίτευξη των επιδιωκομένων σκοπών;
4) Απορρέει από την οδηγία (ΕΟΚ) 83/182 ή άλλη διάταξη, υποχρέωση των κρατών μελών να λαμβάνουν υπόψη, κατά την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων στις περιπτώσεις που αφορά η παραπάνω οδηγία, την καλή πίστη των ενδιαφερομένων και την απουσία πρόθεσης για εξαπάτηση (π.χ. άγνοια);
IV Κρίσιμες διατάξεις
1) Διατάξεις κοινοτικού δικαίου
Οδηγία 83/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Κοινότητας στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων .
15. Η ατέλεια από φόρους κατά την προσωρινή εισαγωγή αυτοκινήτων στηρίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/182/ΕΟΚ (στο εξής: οδηγία). Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:
«1. Τα κράτη μέλη χορηγούν ατέλεια, υπό τους όρους που καθορίζονται παρακάτω, κατά την προσωρινή εισαγωγή από ένα κράτος μέλος οδικών οχημάτων με κινητήρα (...):
από τους φόρους κύκλου εργασιών, τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης και όλους τους άλλους φόρους κατανάλωσης,
από τους φόρους που αναφέρονται στο παράρτημα.»
16. Στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι εξής διατάξεις:
Άρθρο 4
«1. Η ατέλεια από τους φόρους που αναφέρονται στο άρθρο 1 χορηγείται κατά την προσωρινή εισαγωγή επιβατικού οχήματος σε περίπτωση επαγγελματικής χρήσης, υπό τους ακόλουθους όρους:
α) ο ιδιώτης που εισάγει το επιβατικό όχημα:
αα) πρέπει να έχει τη συνήθη κατοικία του σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος της προσωρινής εισαγωγής,
ββ) δεν μπορεί να χρησιμοποιεί το όχημα στο εσωτερικό του κράτους μέλους προσωρινής εισαγωγής για την εκτέλεση μεταφορών προσώπων με κόμιστρο ή άλλα υλικά οφέλη ούτε για βιομηχανικές και εμπορικές μεταφορές εμπορευμάτων με ή χωρίς κόμιστρο,
(...)
γ) το επιβατικό όχημα πρέπει να έχει αποκτηθεί ή εισαχθεί με τους γενικούς όρους φορολογίας που ισχύουν στην εσωτερική αγορά του κράτους μέλους της συνήθους κατοικίας του χρήστη και δεν πρέπει να απολαύει, λόγω της εξαγωγής, καμιάς απαλλαγής ούτε επιστροφής φόρων κύκλου εργασιών, ειδικών ή άλλων φόρων κατανάλωσης. Ο όρος αυτός θεωρείται ότι πληρούται όταν το όχημα αυτό είναι εφοδιασμένο με πινακίδα αριθμού κυκλοφορίας κανονικής σειράς του κράτους μέλους εκδόσεως της άδειας κυκλοφορίας, με την εξαίρεση κάθε προσωρινής πινακίδας.
(...)»
17. Το άρθρο 7 της οδηγίας 83/182 διαλαμβάνει:
«1. Για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, ως "συνήθης κατοικία" νοείται ο τόπος στον οποίο ένα άτομο διαμένει συνήθως, δηλαδή τουλάχιστον 185 ημέρες ανά ημερολογιακό έτος λόγω προσωπικών και επαγγελματικών δεσμών ή, στην περίπτωση ατόμου χωρίς επαγγελματικούς δεσμούς, λόγω προσωπικών δεσμών από τους οποίους προκύπτουν στενοί δεσμοί μεταξύ αυτού του ατόμου και του τόπου στον οποίο κατοικεί.
Εντούτοις, η συνήθης κατοικία ατόμου, του οποίου οι επαγγελματικοί δεσμοί βρίσκονται σε τόπο άλλον από τον τόπο των προσωπικών του δεσμών και το οποίο για τον λόγο αυτό υποχρεώνεται να διαμένει διαδοχικά σε διάφορους τόπους που βρίσκονται σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, θεωρείται ότι βρίσκεται στον τόπο των προσωπικών του δεσμών, με την προϋποθέση ότι επιστρέφει τακτικά στον τόπο αυτό. Ο τελευταίος αυτός όρος δεν απαιτείται όταν το άτομο διαμένει σε ένα κράτος μέλος για την εκτέλεση αποστολής με καθορισμένη διάρκεια. Η φοίτηση σε πανεπιστήμιο ή άλλη σχολή δεν συνεπάγεται τη μεταφορά της συνήθους κατοικίας.
2. Οι ιδιώτες αποδεικνύουν με οποιονδήποτε τρόπο τον τόπο της συνήθους κατοικίας τους, ιδίως με το δελτίο ταυτότητάς τους ή με οποιοδήποτε άλλο έγκυρο έγγραφο.
3. Στην περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής αμφιβάλλουν για το κύρος της δήλωσης σχετικά με τη συνήθη κατοικία, που γίνεται σύμφωνα με την παράγραφο 2, ή με σκοπό ορισμένους ειδικούς ελέγχους, οι αρχές αυτές μπορούν να ζητούν κάθε συμπληρωματικό πληροφοριακό ή αποδεικτικό στοιχείο.»
2) Εθνικές διατάξεις
α) Νόμος 2127/1993
18. Ο νόμος 2127/1993 (Α 48), ο οποίος ίσχυε κατά τον χρόνο που ανέκυψε η διαφορά της κυρίας δίκης, περιέχει τις εξής κρίσιμες διατάξεις:
Άρθρο 75:
«Αυτοκίνητα οχήματα και μοτοσυκλέτες, που (...) αποστέλλονται ή μεταφέρονται στο εσωτερικό της χώρας από άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας, υπόκεινται στον ειδικό φόρο κατανάλωσης που προβλέπεται για τα εισαγόμενα ή εγχωρίως παραγόμενα αντίστοιχα οχήματα.»
(...)
Άρθρο 84:
«2. Η απαλλαγή από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης που παρέχεται από τις εκάστοτε διατάξεις στα οχήματα που εισάγονται στο τελωνειακό καθεστώς της προσωρινής εισαγωγής με τον όρο της επανεξαγωγής εφαρμόζεται, ανάλογα και υπό τους αυτούς όρους και προϋποθέσεις, και στα οχήματα του άρθρου 75 που αποστέλλονται ή μεταφέρονται από άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας για να χρησιμοποιηθούν προσωρινά στο εσωτερικό της χώρας.»
Άρθρο 88:
«1. Η με οποιοδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από τον νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται και τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 89 και επόμενα του ν. 1165/1918 περί Τελωνειακού Κώδικα.
2. Ανεξάρτητα από την εφαρμογή των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου, επιβάλλονται και τα παρακάτω, κατά περίπτωση, πρόστιμα:
α) Για τη μή υποβολή της δήλωσης των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 79, πρόστιμο εκατό χιλιάδων (100 000) δρχ. για κάθε όχημα.
(...)
ζ) Σε περίπτωση κατοχής ή κυκλοφορίας οχήματος του άρθρου 75 από πρόσωπο που δεν τυγχάνει της προβλεπόμενης από την παράγραφο 2 του άρθρου 84 προσωρινής απαλλαγής, πρόστιμο ως εξής:
Μέχρι 1 300 κυβικά εκατοστά, 1 000 000 δρχ.
Από 1 301 μέχρι 1 600 κυβικά εκατοστά, 2 000 000 δρχ. (...).
Από 1 601 μέχρι 2 000 κυβικά εκατοστά, 3 000 000 δρχ. (...).
Από 2 001 και άνω κυβικά εκατοστά, 5 000 000 δρχ. (...).
Το πρόστιμο της περίπτωσης αυτής είναι άμεσα απαιτητό, η τυχόν δε προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια δεν αναστέλλει την εφάπαξ καταβολή του.
(...)»
β) Νόμος 1165/1918
19. Με το άρθρο 97, παράγραφος 3, του Τελωνειακού Κώδικα (νόμος 1165/1918, Α 73) ορίζεται ότι:
«Κατά των οπωσδήποτε συμμετασχόντων της κατά την παράγραφον 2 του άρθρου 89 του παρόντος τελωνειακής παραβάσεως και αναλόγως του βαθμού της συμμετοχής εκάστου, ασχέτως της ποινικής διώξεως αυτών, επιβάλλεται, κατά τας διατάξεις των άρθρων 100 και επομένων του παρόντος, ιδιαιτέρως εις έκαστον και αλληλεγγύως, πολλαπλούν τέλος από του διπλού μέχρι του δεκαπλού των βαρυνόντων το αντικείμενον ταύτης δασμών, φόρων, τελών και δικαιωμάτων, εν συνόλω διά πάντας τους συνυπαιτίους (...)».
γ) Υπουργική απόφαση 247/13/1-3
20. Με την υπ' αριθ. 247/13/1-3 του Αναπληρωτού Υπουργού Οικονομικών, της 6ης Απριλίου 1988, «προσωρινή εισαγωγή ορισμένων μεταφορικών μέσων και ειδών ατομικής χρήσης» ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:
Α. Άρθρο 1:
«1. Με το καθεστώς της προσωρινής εισαγωγής που προβλέπεται από την παρούσα απόφαση, επιτρέπεται η εισαγωγή, χωρίς την είσπραξη των αναλογούντων δασμών και λοιπών φόρων, των μεταφορικών μέσων ιδιωτικής χρήσης (...) τα οποία προορίζονται να παραμείνουν προσωρινά στη χώρα και στη συνέχεια να επανεξαχθούν μέσα στην προβλεπόμενη κατά περίπτωση προθεσμία (...)».
(...)
Άρθρο 4:
«1. (...) Ο ιδιώτης που επιθυμεί να εισαγάγει προσωρινά τα είδη που αναφέρονται στο άρθρο 1 πρέπει σωρευτικά: α) Να έχει συνήθη κατοικία του εκτός Ελλάδας. β) Να έρχεται προσωρινά στην Ελλάδα. γ) Να τα χρησιμοποιεί για ιδιωτική χρήση.
2. Η διάρκεια παραμονής των ειδών ορίζεται στους 6 μήνες, συνεχείς ή όχι ανά δωδεκάμηνο. Η διάρκεια αυτή μπορεί να παραταθεί για 9 ακόμη μήνες, σε περίπτωση όμως προσώπου που ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα στην Ελλάδα, η παράταση αυτή περιορίζεται στους 3 μήνες κατ' ανώτατο όριο (...)».
Άρθρο 5:
«1. Το πρόσωπο που επιθυμεί να εισαγάγει προσωρινά επιβατικό όχημα για επαγγελματική χρήση, όπως αυτή ορίζεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2, πρέπει να συγκεντρώνει σωρευτικά τις παρακάτω προϋποθέσεις:
α) Να έχει τη συνήθη κατοικία του εκτός Ελλάδας.
β) Να μη χρησιμοποιεί το όχημα στην Ελλάδα για την εκτέλεση μεταφορών προσώπων με κόμιστρο ή άλλα υλικά οφέλη, ούτε για βιομηχανικές και εμπορικές μεταφορές εμπορευμάτων με ή χωρίς κόμιστρο.
2. Η διάρκεια παραμονής του επιβατικού οχήματος ορίζεται σε 7 μήνες, συνεχείς ή όχι ανά δωδεκάμηνο για τους εμπορικούς αντιπροσώπους και σε 6 μήνες για όλες τις άλλες περιπτώσεις.
3. Όταν σε εξαιρετικές περιπτώσεις και παρά τα στοιχεία που προσκομίστηκαν για την απόδειξη της συνήθους κατοικίας, οι τελωνειακές αρχές εξακολουθούν να έχουν σοβαρές αμφιβολίες, η θέση στο καθεστώς προσωρινής εισαγωγής της παρούσας απόφασης επιβατικού οχήματος για επαγγελματική χρήση θα γίνεται με την κατάθεση εγγύησης που να καλύπτει κάθε είδους απαίτηση του δημοσίου. Αν όμως το δικαιούχο πρόσωπο αποδείξει τελικά ότι έχει τη συνήθη κατοικία του σε άλλη χώρα, οι τελωνειακές αρχές θα πρέπει να επιστρέψουν την εγγύηση μέσα σε δύο μήνες από την ημέρα της προσκόμισης της απόδειξης αυτής.»
Β. Άρθρο 3:
«Για την εφαρμογή της απόφασης αυτής, ως συνήθης κατοικία νοείται ο τόπος στον οποίο ένα άτομο διαμένει συνήθως, δηλαδή τουλάχιστον εκατόν ογδόντα πέντε (185) ημέρες συνεχείς ή όχι, ανά ημερολογιακό έτος (βλ. αντικ. άρθρου 15, παρ. 2, περ. α_, ν. 2187/1994, Α 94), λόγω προσωπικών και επαγγελματικών δεσμών, ή σε περίπτωση ατόμου χωρίς επαγγελματικούς δεσμούς, λόγω προσωπικών δεσμών από τους οποίους προκύπτουν στενοί δεσμοί αυτού του ατόμου και του τόπου στον οποίο κατοικεί. Εν τούτοις, η συνήθης κατοικία ατόμου του οποίου οι επαγγελματικοί δεσμοί βρίσκονται σε τόπο άλλο από τον τόπο των προσωπικών δεσμών και το οποίο, για τον λόγο αυτόν, υποχρεώνεται να διαμένει διαδοχικά σε διαφόρους τόπους που βρίσκονται σε δύο ή περισσότερες χώρες θεωρείται ότι βρίσκεται στον τόπο των προσωπικών του δεσμών, με την προϋπόθεση ότι επιστρέφει τακτικά στον τόπο αυτόν. Ο τελευταίος αυτός όρος δεν απαιτείται όταν το άτομο διαμένει σε μία χώρα για την εκτέλεση αποστολής με καθορισμένη διάρκεια. Η φοίτηση σε πανεπιστήμιο ή άλλη σχολή δεν συνεπάγεται μεταφορά συνήθους κατοικίας.»
δ) Εγκύκλιος Δ 366/26 ολ. 10
21. Στην επακολουθήσασα εγκύκλιο 366/26 ολ. 10 του Υπουργού Οικονομικών για την εφαρμογή της αποφάσεως 247/1988, μεταξύ των «αποδεικτικών στοιχείων» κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 83/182 αναφέρονται το διαβατήριο, η ταυτότητα, βεβαίωση εγγραφής σε δήμο ή κοινότητα, βεβαίωση εγγραφής στα προξενικά μητρώα, άδεια παραμονής και εργασίας, φορολογικές δηλώσεις, βεβαιώσεις ασφαλιστικού φορέα, από τα οποία να αποδεικνύεται ο τόπος διαμονής των λοιπών μελών της οικογενείας και κάθε άλλο στοιχείο βάσει του οποίου να συνάγεται η ύπαρξη συνήθους κατοικίας σ' έναν τόπο.
V Επιχειρήματα των λαβόντων μέρος στη διαδικασία
22. Ο προσφεύγων στην κύρια δίκη υποστηρίζει ότι τα αυτοκίνητα είχαν προσωρινά μόνο εισαχθεί στην Ελλάδα. Ήταν ιδιοκτησίας της εταιρίας Studio Fiorentino, για λογαριασμό και για εξυπηρέτηση των επαγγελματικών αναγκών της οποίας είχαν εισαχθεί στην Ελλάδα. Το φορτηγό Fiat Iveco χρησίμευε για τη μεταφορά εμπορευμάτων εντός της Ιταλίας ή προς την Ιταλία, τα δε επιβατικά αυτοκίνητα για μετακινήσεις του προσφεύγοντος ή των συνεργατών της εταιρίας εντός και εκτός της Ιταλίας για επαγγελματικές επαφές. Κατά το διάστημα από τον Σεπτέμβριο 1994 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1995 όλα αυτά τα οχήματα εκτελούσαν συνεχώς δρομολόγια και μεταφορές εντός της Ιταλίας και πέραν των συνόρων της. Συνεπώς, ήταν αδύνατο να βρίσκονται στην Ελλάδα συνεχώς κατά το ίδιο διάστημα. Στην Ελλάδα τα οχήματα αυτά εισήλθαν μάλιστα μόλις από την 1η έως τις 8 Μαρτίου 1995.
23. Κατά δήλωση του προσφεύγοντος, το BMW αξίζει 10 200 000 λίρες Ιταλίας (ITL), ήτοι περίπου 1 200 000 δρχ., το Ford 8 000 000 ITL ή 1 200 000 δρχ. Θεωρεί ασήμαντη την αξία των οχημάτων και αποτρεπτική για να προβεί σε λαθρεμπορία τέτοιας εκτάσεως και βαρύτητας όπως κατηγορείται (το BMW βαρύνεται με δασμούς και φόρους 31 181 280 δρχ. και το Ford με 4 156 050 δρχ.), τη στιγμή κατά την οποία και τα τρία μαζί οχήματα δεν υπερέβαιναν την αξία των 4 000 000 δρχ.
24. Ο προσφεύγων προβάλλει ότι δεν έχει γίνει ορθή μεταφορά της οδηγίας 83/182 στο ελληνικό εσωτερικό δίκαιο, όσον αφορά τις διατάξεις που αφορούν την απόδειξη του τόπου της συνήθους κατοικίας (άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας). Επιπλέον, προβάλλει ότι ο υπολογισμός του φόρου καταναλώσεως και των λοιπών τελών για τα τρία οχήματα αντιβαίνει στο άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 95 ΕΚ). Το ποσό του φόρου προστιθεμένης αξίας που είναι ενσωματωμένο στην αξία των οχημάτων έχει παρανόμως συμπεριληφθεί στη βάση επιβολής του φόρου. Εξάλλου, ο υπολογισμός της βάσεως επιβολής του ειδικού φόρου καταναλώσεως στα εισαγόμενα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα συνιστά διάκριση σε σύγκριση με τη μεταχείριση των εγχωρίων οχημάτων. Τέλος, ο προσφεύγων θεωρεί ότι υφίσταται δυσανάλογη διαφορά μεταξύ των κυρώσεων κατά την εισαγωγή οχημάτων σε περίπτωση μη καταβολής του ειδικού φόρου καταναλώσεως, σε σχέση με τις ανάλογες παραβάσεις στο εσωτερικό.
25. Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προκειμένη περίπτωση δεν εμπίπτει στη ρύθμιση της οδηγίας 83/182. Όσον αφορά τον προσφεύγοντα, ο τόπος εργασίας του και ο τόπος διαμονής της οικογενείας του δεν διαφέρουν. Αυτό αποτελεί ωστόσο προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας. Κατά τα λοιπά, στην προκείμενη περίπτωση πρόκειται κατ' ουσίαν περί πραγματικού ζητήματος που ανακύπτει κατά την εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1 της οδηγίας και δευτερευόντως πρόκειται περί του νομικού ζητήματος των κριτηρίων για την εξακρίβωση της «συνήθους κατοικίας» κατά την έννοια της προαναφερθείσας διατάξεως.
26. Για τον προσδιορισμό της «συνήθους κατοικίας» πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα σημειούμενα στο άρθρο 7 κριτήρια. Βάσει των περιγραφομένων στα πραγματικά περιστατικά περιστάσεων, η «συνήθης κατοικία» του προσφεύγοντος βρίσκεται από το έτος 1993 στην Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση, το παραπέμπον δικαστήριο πρέπει να διατάξει την προσκόμιση αποδείξεων από τον ίδιο σχετικά με τη φυσική παρουσία του σε μία από τις δύο χώρες επί 185 ημέρες τουλάχιστον ανά έτος.
27. Όσον αφορά το ζήτημα του αναλόγου χαρακτήρα των επιβληθέντων προστίμων, η Ελληνική Κυβέρνηση διαπιστώνει ότι, ελλείψει εναρμονίσεως της κοινοτικής νομοθεσίας στο θέμα αυτό, τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να ρυθμίζουν το ύψος των προστίμων. Θεωρεί ότι η αρχή της αναλογικότητας γίνεται σεβαστή. H επιβολή επαχθών προστίμων είναι απαραίτητη για την αποθάρρυνση απατηλών ενεργειών, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατός ο έλεγχος όλων των οχημάτων που κυκλοφορούν στην Ελλάδα με πινακίδες άλλων κρατών μελών. Η κλιμάκωση του ύψους των προστίμων αναλόγως προς τον κυβισμό είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας, διότι ο κυβισμός είναι ανάλογος προς την εμπορική αξία των οχημάτων.
28. Η Ελληνική Κυβέρνηση είναι περαιτέρω της γνώμης ότι ο συνολικός προσδιορισμός των προστίμων συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας. Αποτελεί δε επίσης αποτρεπτικό μέσο.
29. Η πρόσθετη επιβολή διπλού τέλους είναι επίσης δικαιολογημένη, διότι εγγυάται την τήρηση των περί εισαγωγών διατάξεων.
30. Η Ελληνική Κυβέρνηση προτείνει να δοθεί αρνητική απάντηση και στο τελευταίο ερώτημα του διοικητικού πρωτοδικείου. Το ζήτημα ενδεχομένης εκτιμήσεως της καλής πίστεως του προσφεύγοντος ρυθμίζεται αποκλειστικά από το εθνικό δίκαιο.
31. Η Επιτροπή συμμερίζεται την εκ μέρους του προσφεύγοντος αμφισβήτηση των ισχυουσών διατάξεων. Σχετικά με τον προσδιορισμό της «συνήθους κατοικίας» του προσφεύγοντος, θεωρεί ότι το πρόβλημα που ανέκυψε στην προκείμενη περίπτωση πρέπει να επιλυθεί με συνεννόηση μεταξύ της Ελληνικής και της Ιταλικής Κυβερνήσεως, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας, διότι είναι όντως δυσχερές, βάσει των υπαρχόντων στοιχείων συνδέσεως, να προσδιορισθεί σαφώς η κατοικία του προσφεύγοντος.
32. Αν αποδειχθεί ότι η κατοικία του προσφεύγοντος βρίσκεται στην Ιταλία, ο προσφεύγων πρέπει, βάσει της οδηγίας, να απαλλαγεί από κάθε φόρο. Αν αποδειχθεί ότι μετέφερε την κατοικία του από την Ιταλία στην Ελλάδα, τότε πρέπει να καταβάλει μόνο το πρόσθετο ειδικό τέλος, όχι όμως και τον φόρο καταναλώσεως. Αν αποδειχθεί ότι ο προσφεύγων ουδέποτε είχε κατοικία στην Ιταλία, πρέπει να φορολογηθεί τόσο με το πρόσθετο ειδικό τέλος, όσο και τον φόρο καταναλώσεως. Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει, με την απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1997, C-375/95, Επιτροπή κατά Ελλάδας , ότι οι φόροι αυτοί δεν ανταποκρίνονται στην αρχή της αναλογικότητας.
33. Όσον αφορά τα πρόστιμα, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν ανταποκρίνονται στην αρχή της αναλογικότητας, διότι ο προσδιορισμός της συνήθους κατοικίας του προσφεύγοντος είναι εξαιρετικά δυσχερής. Η έλλειψη αυτή νομικής βεβαιότητας αποκλείει επίσης την παραδοχή προθέσεως απάτης εκ μέρους του προσφεύγοντος. Τέλος, προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας ο προσδιορισμός προστίμων υψηλοτέρων από την τρέχουσα αξία των οχημάτων.
VI Νομική εκτίμηση
Επί του πρώτου ερωτήματος
34. Το πρώτο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου αφορά τη σχέση των επί μέρους αναφερομένων κριτηρίων του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/182 μεταξύ τους. Αναφέρεται στη στάθμιση των επαγγελματικών συμφερόντων έναντι των ιδιωτικών συμφερόντων.
35. Σε σχέση με τον προσφεύγοντα, το παραπέμπον δικαστήριο αντιπαραθέτει μεταξύ τους τα εξής κριτήρια: Στο κράτος Α, την ιθαγένεια, την ανάπτυξη ελευθέριας δραστηριότητας, τη διατήρηση οικίας, την ανάλωση του μεγίστου του παραγωγικού χρόνου· στο κράτος Β, την ιθαγένεια, ελευθέρια δραστηριότητα, την μίσθωση οικίας και την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων. Από την παράθεση αυτή προκύπτει σαφώς ότι, για τη διακρίβωση της συνήθους κατοικίας, το παραπέμπον δικαστήριο στηρίζεται και στις δύο περιπτώσεις στα ίδια κριτήρια, ήτοι την ιθαγένεια, την επαγγελματική δραστηριότητα και τη διατήρηση οικίας.
36. Δεν μπορώ να συνταχθώ με τη γνώμη της Ελληνικής Κυβερνήσεως ότι στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται μόνο για πραγματικά ζητήματα. Και τούτο διότι από το ερώτημα του διοικητικού πρωτοδικείου προκύπτει ότι ο προσφεύγων διανύει το μεγαλύτερο μέρος του παραγωγικού χρόνου του στο κράτος Α (Ιταλία) και μόλις τώρα αρχίζει να διανύει μέρος του χρόνου του στο κράτος Β (Ελλάδα). Επομένως, το ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου μπορεί να νοηθεί υπό την έννοια ότι αναφέρεται στη στάθμιση των επαγγελματικών συμφερόντων, αφενός, σε σχέση με τα ιδιωτικά συμφέροντα, αφετέρου.
37. Κατά το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας, η συνήθης κατοικία πρέπει να εξακριβώνεται βάσει των προσωπικών και των επαγγελματικών δεσμών ενός ατόμου. Η χρήση του συνδέσμου «και» υποδηλώνει την ίση αξία των κριτηρίων.
38. Από τη φράση που ακολουθεί στη συνέχεια, ότι στην περίπτωση ατόμου χωρίς επαγγελματικούς δεσμούς πρέπει να ληφθούν υπόψη οι προσωπικοί δεσμοί, ουδεμία άλλη ερμηνεία είναι δυνατό να εξαχθεί. Απλώς εγκαταλείπεται η αναφορά στους επαγγελματικούς δεσμούς, χωρίς να αντικαθίσταται από άλλες περιπτώσεις. Με τον τρόπο αυτό συνυπολογίζονται δύο πληθυσμιακές ομάδες, των εργαζομένων και των μη εργαζομένων.
39. Ωστόσο, θα μπορούσε να προκύψει κάτι άλλο από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η διάταξη. Με το άρθρο 7, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας ορίζεται, για την περίπτωση κατά την οποία ο τόπος των επαγγελματικών δεσμών διαφέρει από τον τόπο των προσωπικών δεσμών, ότι κρίσιμος είναι ο τόπος των προσωπικών δεσμών. Όμως, η προτίμηση αυτή του τόπου των προσωπικών δεσμών ισχύει μόνο με την προϋποθέση ότι το άτομο επιστρέφει τακτικά στον τόπο αυτό. Εφαρμοζόμενη η διάταξη αυτή στις διαπιστώσεις του παραπέμποντος δικαστηρίου, κατά τις οποίες ο προσφεύγων αναλώνει το μέγιστο του παραγωγικού του χρόνου στο κράτος Α και τώρα αρχίζει να διανύει μέρος του χρόνου του στο κράτος Β, σημαίνει ότι το παραπέμπον δικαστήριο πρέπει να διευκρινίσει αν ο προσφεύγων επιστρέφει τακτικά στο κράτος Β.
40. Το γεγονός ότι τα τέκνα του προσφεύγοντος, τουλάχιστον κατά διαστήματα, φοίτησαν σε σχολείο του κράτους Β είναι αδιάφορο για τον προσδιορισμό της συνήθους κατοικίας του προσφεύγοντος. ράγματι, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, τρίτη περίοδος, της οδηγίας, ακόμη και η φοίτηση σε σχολείο του υποκειμένου στον κανόνα δικαίου, ήτοι του προσφεύγοντος στην κυρία δίκη, «δεν συνεπάγεται τη μεταφορά της συνήθους κατοικίας». Ακόμη λιγότερο είναι δυνατόν να οδηγήσει η φοίτηση σε σχολείο των τέκνων του προσφεύγοντος της κυρίας δίκης σε μετάθεση της συνήθους κατοικίας του προσφεύγοντος.
41. έραν της γραμματικής ερμηνείας και της αναλύσεως του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η διάταξη, πρέπει να επισημάνω ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα κριτήρια του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας πρέπει να εξετάζονται σωρευτικώς. αραπέμποντας στη νομολογία του επί άλλων τομέων του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο καθόρισε ως «συνήθη κατοικία», κατά την έννοια της οδηγίας 83/182, τον τόπο τον οποίον ο ενδιαφερόμενος έχει καταστήσει μόνιμο κέντρο των συμφερόντων του . ρέπει, επομένως, να λαμβάνονται υπόψη όλα τα ασκούντα επιρροή πραγματικά περιστατικά, προκειμένου να προσδιορισθεί η συνήθης κατοικία ως το μόνιμο κέντρο των συμφερόντων του ατόμου .
42. Με την απόφαση στην υπόθεση Ryborg, το Δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη ένα υποκειμενικό στοιχείο. έραν των απλών αντικειμενικών περιστάσεων, εξέτασε αν ο ενδιαφερόμενος, στο πλαίσιο της συμπεριφοράς του, εκδήλωσε την πρόθεση να εγκαταστασθεί σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο στο οποίο είχε μέχρι τότε τη συνήθη κατοικία του . Ο γενικός εισαγγελέας Saggio, επίσης, στις προτάσεις του στην υπόθεση Swaddling, διατύπωσε την άποψη ότι πρέπει να προκύπτει από τις αντικειμενικές περιστάσεις η επιλογή του ενδιαφερομένου να έχει την κατοικία του σε συγκεκριμένο κράτος μέλος . Με την απόφασή του στη σχετική με την κοινωνική ασφάλιση υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη την πρόθεση του εργαζομένου, όπως αυτή συνάγεται από συνολική θεώρηση των πραγματικών δεδομένων .
43. Σε περιπτώσεις όπως αυτή επί της οποίας πρέπει να αποφανθεί το παραπέμπον δικαστήριο, όπου ο προσφεύγων διαθέτει επαγγελματικούς και προσωπικούς δεσμούς τόσο με το κράτος μέλος Α όσο και με το κράτος μέλος Β, θα έπρεπε να αναγνωρισθεί ότι το υποκειμενικό στοιχείο είναι καθοριστικής σημασίας. Ο προσφεύγων έχει και τις δύο ιθαγένειες, έχει σε αμφότερα τα κράτη τόσο από μία εταιρία, όσο και από μία οικία, η οικογένειά του έχει παραμείνει κατά το κρίσιμο διάστημα, από το 1993, σε αμφότερα τα κράτη μέλη. Αν η περίπτωση δεν ρυθμιστεί με αμοιβαία συνεννόηση των ελληνικών και των ιταλικών αρχών, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας, όπως προτείνει η Επιτροπή, ενέργεια στην οποία, ωστόσο, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν βλέπει προφανώς κανέναν λόγο να προβεί και στην οποία, πρέπει ρητώς να υπογραμμίσω, δεν υποχρεούται ούτε από το γράμμα της οδηγίας, ούτε από τη νομολογία , τότε δεν απομένει παρά μόνον η διερεύνηση της προθέσεως του προσφεύγοντος. Επομένως, το παραπέμπον δικαστήριο πρέπει να εξετάσει όλα τα περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι επαγγελματικοί και οι προσωπικοί δεσμοί του προσφεύγοντος και να συναγάγει από αυτά το κέντρο των συμφερόντων του προσφεύγοντος. Επιπλέον, πρέπει να εξετασθεί το ζήτημα αν από τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος μετά το 1993 προκύπτει η πρόθεσή του να μεταφέρει στην Ελλάδα την αδιαμφισβητήτως μέχρι τότε στην Ιταλία ευρισκόμενη συνήθη κατοικία του.
44. Επομένως, προτείνω να δοθεί στο πρώτο ερώτημα η απάντηση ότι το ζήτημα αν η «συνήθης κατοικία» κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Κοινότητος στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων, υπηκόου της χώρας Α ευρίσκεται στη χώρα Α
στην οποία αναπτύσσει επιτυχή πολυετή δραστηριότητα τόσο ως αρχιτέκτονας όσο και εμπορική, μέσω προσωπικής εταιρίας (ΕΕ), όπου διατηρεί οικία και αναλώνει το μέγιστο του παραγωγικού του χρόνου
ή ευρίσκεται στη χώρα Β
της οποίας είναι επίσης υπήκοος και στην οποία παραλλήλως επιχειρεί έναρξη ελευθέριας, με όμοιο, άλλως συναφές αντικείμενο, δραστηριότητας, όπου μισθώνει οικία και αρχίζει να διαθέτει μέρος του χρόνου του, εκπληρώνοντας και τις φορολογικές του υποχρεώσεις, υποβοηθούμενος από τη σύζυγό του, η οποία μετέχει σε όλες τις παραπάνω δραστηριότητες και στα δύο κράτη Α και Β, αναλαμβάνοντας εταιρικά μερίδια στις επιχειρήσεις αυτές
πρέπει να διερευνηθεί από τα εθνικά δικαστήρια και τις εθνικές αρχές βάσει του συνόλου των περιστάσεων από τις οποίες προκύπτει το κέντρο των συμφερόντων του ενδιαφερομένου. Επίσης πρέπει να διερευνηθεί αν υφίσταται ενδεχομένως πρόθεση του ενδιαφερομένου να εγκαταλείψει την αρχική του συνήθη κατοικία και να αποκτήσει νέα.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
45. Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αφορά τη συμφωνία των προβλεπομένων διοικητικών κυρώσεων με την αρχή της αναλογικότητας.
46. ροτού εισέλθω στα επιμέρους θέματα του ερωτήματος αυτού, πρέπει να προβώ σε ορισμένες παρατηρήσεις:
ρώτον, η ανάλυση που ακολουθεί ισχύει μόνο για την περίπτωση της εκ προθέσεως διαφυγής της πληρωμής των φόρων και τελών. Στην ενδεχόμενη εξέταση της καλής πίστεως του υποχρέου θα αναφερθώ κατά την πραγμάτευση του τετάρτου ερωτήματος.
Δεύτερον, η κατωτέρω ανάλυση ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι οι φόροι και τα τέλη για εισαγόμενα οχήματα, και ιδίως ο φόρος καταναλώσεως, ο οποίος αποτέλεσε αντικείμενο της αποφάσεως στην υπόθεση C-375/95, κρίνονται σύμφωνοι προς το κοινοτικό δίκαιο. Στο πλαίσιο αυτό, το παραπέμπον δικαστήριο επισημαίνει το ίδιο την απόφαση στην υπόθεση C-398/85. ροφανώς λοιπόν, το παραπέμπον δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις αποφάσεις αυτές για τη δική του απόφαση.
Τρίτον, πρέπει να επισημάνω ότι, σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής, η προσβαλλόμενη καταλογιστική πράξη επιβάλλει πολλαπλό τέλος του άρθρου 97, παράγραφος 3, του νόμου 1165/1918, ανερχόμενο στο διπλάσιο των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων. Το εν λόγω άρθρο παραπέμπει στον ορισμό της τελωνειακής παραβάσεως του άρθρου 89, παράγραφος 2, του νόμου 1165/1918. Η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται σε δασμούς, αλλά γενικώς σε τέλη και δικαιώματα. Στην προκειμένη περίπτωση θα μπορούσαν αυτά να αντιστοιχούν στον απαιτητό κατά την εισαγωγή φόρο καταναλώσεως του άρθρου 75 του νόμου 2127/1993. Ωστόσο, τούτο δεν προκύπτει αναμφιβόλως από την διάταξη περί παραπομπής, γι' αυτό πρέπει προληπτικώς να διευκρινισθεί ότι, βάσει του άρθρου 9 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 23 ΕΚ), δεν μπορούν κατά κανόνα να επιβληθούν δασμοί σε οχήματα, τα οποία κυκλοφορούν ελεύθερα σε ένα κράτος μέλος και από αυτό το κράτος μεταφέρονται στην Ελλάδα. Αν με την προσβαλλόμενη πράξη επιβάλλονται όντως δασμοί, η καταλογιστική αυτή πράξη είναι κατά το μέτρο τούτο ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο.
47. Επί του δευτέρου ερωτήματος: αφορά την βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, στοιχείο ζ_, του νόμου 2127/1993 επιβολή προστίμου στον προσφεύγοντα στην κύρια δίκη, με μόνο κριτήριο τον κυβισμό του οικείου οχήματος. Το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά αν αυτός ο τρόπος υπολογισμού του ύψους του προστίμου, ο οποίος ουδόλως λαμβάνει υπόψη την αξία του οχήματος βάσει της παλαιότητάς του, είναι σύμφωνος με την αρχή της αναλογικότητας. Κατ' αρχάς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα κράτη μέλη, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, είναι αρμόδια να θεσπίζουν τις διατάξεις που θεωρούν προσήκουσες για τον κολασμό των τελωνειακών παραβάσεων, ιδιαίτερα όσον αφορά την καταστολή της φοροδιαφυγής. Τούτο επιβεβαίωσε το Δικαστήριο σε σχέση με τη μεταφορά της οδηγίας 83/182 στο εσωτερικό δίκαιο . Κατά τη θέσπιση των κυρώσεων αυτών, τα κράτη μέλη διαθέτουν διακριτική ευχέρεια.
48. Ωστόσο, το σύστημα κυρώσεων δεν πρέπει να θίγει τις ελευθερίες που εγγυάται η Συνθήκη ΕΚ. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση κυρώσεως, η οποία εμποδίζει την άσκηση ελευθερίας παρεχομένης από το κοινοτικό δίκαιο . Η κύρωση πρέπει να ανταποκρίνεται στην παράβαση και να είναι αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού .
49. Η επιβολή προστίμου αποτελεί κατάλληλο μέσο για την εξασφάλιση της αποδόσεως των τελών εισαγωγής. Εφόσον επίσης δεν υφίσταται ηπιότερο μέσο για την εξασφάλιση της εκπληρώσεως της υποχρεώσεως προς καταβολή των τελών, η επιβολή προστίμου αποτελεί επίσης αναγκαίο μέσο. Είναι ωστόσο αμφίβολο αν ο προσδιορισμός του ύψους ενός προστίμου αποκλειστικά βάσει του κυβισμού ενός οχήματος συνιστά πρόσφορο μέσο.
50. Επ' αυτού επιβάλλεται, κατ' αρχάς, η διαπίστωση ότι το υποβληθέν ερώτημα αφορά ένα μόνον από τα επιβληθέντα πρόστιμα, ήτοι εκείνο που προβλέπεται με το άρθρο 88, παράγραφος 2, σημείο ζ_, του νόμου 2127/1993. Τα άλλα πρόστιμα επιβλήθηκαν, το ένα με βάση το ύψος των βαρυνόντων το αντικείμενο της παραβάσεως τελών (άρθρο 97, παράγραφος 3, του νόμου 1165/1918) και το άλλο κατ' αποκοπήν (άρθρο 88, παράγραφος 2, στοιχείο α_, του νόμου 2127/1993). Από τη διάταξη περί παραπομπής δεν προκύπτει κατά πόσον τα βαρύνοντα το αντικείμενο της παραβάσεως τέλη συναρτώνται προς την αξία του εισαχθέντος αντικειμένου. Δεν μπορεί ωστόσο να αποκλεισθεί ότι στο πλαίσιο αυτό λαμβάνεται υπόψη η αξία του οχήματος.
51. Σε σχέση με το επιβληθέν κατά το άρθρο 88, παράγραφος 2, σημείο ζ_, του νόμου 2127/1993 μέρος του προστίμου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το μέγεθος του κυβισμού ενός οχήματος αποτελεί κατ' αρχάς αντικειμενικό κριτήριο. Επομένως, κατά τον προσδιορισμό του ύψους του επιβληθέντος προστίμου δεν μπορούν να προκληθούν δυσμενείς διακρίσεις. Το Δικαστήριο έκρινε ότι συστήματα φορολογήσεως, τα οποία χρησιμοποιούν ως αντικειμενικό κριτήριο τον κυβισμό του φορολογηθέντος οχήματος, είναι σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο .
52. Επιπλέον, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η αξία ενός οχήματος δεν είναι ίσως ανάλογη του κυβισμού του, όπως υποστηρίζει η ελληνική κυβέρνηση, αλλ' ότι ο κυβισμός αποτελεί τουλάχιστον προσδιοριστικό παράγοντα της αποδόσεως του κινητήρα, ο οποίος με τη σειρά του συνιστά ουσιώδη παράγοντα για τον προσδιορισμό της αξίας του οχήματος. Κατά το μέτρο αυτό, υφίσταται τουλάχιστον σχέση μεταξύ της αξίας ενός οχήματος και του κυβισμού του.
53. Όσον αφορά το ζήτημα ότι το βάσει του κυβισμού επιβληθέν πρόστιμο ενδέχεται να υπερβαίνει την εμπορική αξία του οικείου οχήματος, πρέπει να παρατηρήσω ότι ο υπολογισμός του φόρου καταναλώσεως των αυτοκινήτων συνδέεται κατά κανόνα με μη μεταβλητά μεγέθη, όπως ο κυβισμός ή η ιπποδύναμη, και ο φόρος που υπολογίζεται κατ' αυτόν τον τρόπο δεν μειώνεται με την πτώση της εμπορικής αξίας. Αυτοκίνητο ηλικίας δέκα ετών φορολογείται εξίσου με νέο όχημα.
54. Επιπλέον επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η καταβληθείσα από τον προσφεύγοντα στην Ιταλία τιμή αγοράς δεν μπορεί άνευ ετέρου να συγκριθεί με το πρόστιμο που επεβλήθη σύμφωνα με τις ελληνικές διατάξεις. Λόγω της επιτρεπομένης από το κοινοτικό δίκαιο διαφορετικής φορολογήσεως, μπορεί να υπάρχει σημαντική διαφορά στην εμπορική αξία ενός οχήματος μεταξύ των δύο κρατών. Το πρόστιμο που επεβλήθη σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο εντάσσεται στο συνολικό πλαίσιο των προστίμων που επιβάλλονται σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο και επιτρεπτώς έχει, εν πάση περιπτώσει, ως μεγέθη αναφοράς τις εμπορικές αξίες στην Ελλάδα και όχι στα άλλα κράτη μέλη.
55. Βάσει των προεκτεθεισών σκέψεων, θεωρώ ότι ρύθμιση συνδεόμενη αποκλειστικά με τον κυβισμό είναι πρόσφορη και πρέπει επομένως να κριθεί σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.
56. Συνεπώς, προτείνω να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα η απάντηση ότι στην περίπτωση κατοχής ή κυκλοφορίας ΙΧ οχημάτων από μη δικαιούχο προσωρινής απαλλαγής πρόσωπο, που κατά το εθνικό δίκαιο αποτελεί απλή τελωνειακή παράβαση, είναι σύμφωνη με την κοινοτική αρχή της αναλογικότητας η πρόβλεψη επιβολής, ως ειδικής διοικητικής κυρώσεως, ιδίως ενός προστίμου (όπως αυτό του άρθρου 88, παράγραφος 2, στοιχείο ζ_, του νόμου 2127/93), ποσού ύψους από ένα έως πέντε εκατομμύρια δρχ., ανά όχημα, με μόνο κριτήριο τον κυβισμό του οχήματος, το οποίο πρόστιμο υπερβαίνει την τρέχουσα εμπορική αξία του οχήματος, λαμβανομένης υπόψη και της παλαιότητάς του.
Επί του τρίτου ερωτήματος
57. Με το τρίτο του ερώτημα, το παραπέμπον δικαστήριο εξετάζει αν ένα πρόστιμο συμβιβάζεται με τις αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και των προσώπων. Η διοικητική κύρωση που επέβαλε το κράτος Β είναι δυνατόν να ανέλθει, κατά τις διαπιστώσεις του παραπέμποντος δικαστηρίου, στο δεκαπλάσιο της αρχικής τιμής κτήσεως του αντικειμένου στο κράτος μέλος Α.
58. Το παρόν ερώτημα αφορά επομένως το συνολικό ύψος του διά της καταλογιστικής πράξεως επιβληθέντος προστίμου. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι εθνικές διοικητικές κυρώσεις είναι σύμφωνες προς το κοινοτικό δίκαιο, εφόσον δεν εμποδίζουν την άσκηση των ελευθεριών που εγγυάται η Συνθήκη ΕΚ .
59. Όσον αφορά την οδηγία 83/182, η ανωτέρω αρχή βρίσκει επίσης έρεισμα στις πρώτες δύο αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας, κατά τις οποίες «(...) η ελεύθερη κυκλοφορία των κατοίκων της Κοινότητας στο εσωτερικό της δυσχεραίνεται από τα φορολογικά καθεστώτα που εφαρμόζονται στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων ιδιωτικής ή επαγγελματικής χρήσης» και «(...) η κατάργηση των εμποδίων που προκύπτουν από τα φορολογικά αυτά καθεστώτα είναι ιδιαίτερα αναγκαία για τη σύσταση οικονομικής αγοράς που να έχει ανάλογα χαρακτηριστικά με τα χαρακτηριστικά εσωτερικής αγοράς». Τον προστατευτικό αυτόν σκοπό των διατάξεων της οδηγίας 83/182 επιβεβαίωσε το Δικαστήριο με την απόφασή του στην υπόθεση Ryborg .
60. Εθνικές διατάξεις, βάσει των οποίων μπορεί να επιβληθεί πρόστιμο το οποίο ανέρχεται σε πολλαπλάσιο της αρχικής αξίας κτήσεως του αντικειμένου σε άλλο κράτος μέλος, αποτελούν βεβαίως κατάλληλο μέσο για την αποτροπή φοροδιαφυγών και για την αποθάρρυνση των πιθανών δραστών από τέτοιου είδους παρανομίες. Όπως εξάλλου ισχυρίζεται η Ελληνική Κυβέρνηση, είναι αναγκαία η επιβολή αποθαρρυντικά αυστηρών κυρώσεων, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατός ο συστηματικός έλεγχος όλων των οχημάτων που κυκλοφορούν στην Ελλάδα με πινακίδες άλλων κρατών μελών.
61. Όπως ήδη ανέφερα, το πρόστιμο στην προκειμένη περίπτωση συνίσταται σε τρία μέρη: πολλαπλό τέλος ανερχόμενο στο διπλάσιο των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, πρόστιμο βάσει του κυβισμού και ένα κατ' αποκοπήν πρόστιμο. Όσον αφορά τις εις διπλούν επιβληθείσες δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις, αναφέρομαι στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα La Pergola στην υπόθεση Klattner, στην οποία έκρινε ότι συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο διοικητική κύρωση ανερχομένη στο 100 % των δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων . Η άποψη αυτή με βρίσκει σύμφωνο. Οι διοικητικές κυρώσεις δεν αποτελούν μόνο μέσο επιβολής της αξιώσεως για καταβολή των φόρων αλλά επιτελούν και αποτρεπτική λειτουργία.
62. Ωστόσο, στο ποσό αυτό προστίθενται στην προκειμένη περίπτωση και άλλα ποσά, ήτοι το λόγω του κυβισμού επιβληθέν πρόστιμο και το κατ' αποκοπήν πρόστιμο για κάθε μη δηλωθέν όχημα. Συγκρίνοντας τα ποσά αυτά μεταξύ τους, προκύπτει ότι από το συνολικό ποσό των 83 517 680 δρχ., οι 72 216 960 δρχ., ήτοι το κατά πολύ σημαντικότερο μέρος του συνόλου, αντιστοιχούν στο διπλάσιο των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, τις οποίες έκρινα ως νόμιμες στην προηγούμενη παράγραφο. Το επιβληθέν βάσει του κυβισμού πρόστιμο ανέρχεται για τα τρία οχήματα του προσφεύγοντος στα 11 000 000 δρχ. και το κατ' αποκοπήν πρόστιμο στις 300 000 δρχ. Τα επί μέρους αυτά ποσά υπερβαίνουν αθροιζόμενα το ένα έβδομο των συνολικών προστίμων. Τούτο δεν υπερβαίνει τα περιθώρια της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν τα κράτη μέλη κατά τη θέσπιση των κανόνων που αφορούν τις κυρώσεις. Η απόκλιση η οποία προκύπτει μεταξύ της εμπορικής αξίας των οχημάτων, η οποία, κατά τον προσφεύγοντα, συμποσούται στα 4 000 000 δρχ., και του ύψους των προστίμων, πρέπει να αποδοθεί στις διαφορές της εμπορικής αξίας των οχημάτων στα δύο εν προκειμένω κράτη μέλη. Οι διαφορές αυτές πάλι οφείλονται στην έλλειψη εναρμονίσεως των υφισταμένων διαφόρων εθνικών φορολογικών νομοθεσιών σε κοινοτικό επίπεδο.
63. Γενικώς, πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι οι αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και των προσώπων δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ούτε προς την κατεύθυνση της εξισώσεως των υφισταμένων, ελλείψει εναρμονίσεως των φορολογικών ρυθμίσεων σε κοινοτικό επίπεδο, διαφορών μεταξύ των κρατών μελών, ούτε προς ελάφρυνση των προστίμων για εκ προθέσεως παραβάσεις των φορολογικών διατάξεων. Δεν είναι δυνατόν οι διατάξεις για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων να έχουν την έννοια ότι ευνοούν παραβάσεις κανόνων δικαίου. Όμως, στην περίπτωση της νομότυπης δηλώσεως των οχημάτων ουδείς των φόρων και τελών που περιορίζουν την ελευθερία της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και των προσώπων επιβάλλεται. Για τον σύμφωνο προς το κοινοτικό δίκαιο υπολογισμό του φόρου καταναλώσεως που επιβάλλεται στην περίπτωση αυτή έγινε ήδη εξ αρχής λόγος.
64. Επομένως, προτείνω να δοθεί στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι διοικητικά μέτρα ως σύνολο (συμπεριλαμβανομένης της αποδόσεως της κατηγορίας της λαθρεμπορίας), που επιλέγει ως κατάλληλα στον τομέα των τελωνειακών παραβάσεων το αρμόδιο προς τούτο κράτος μέλος Β (ενόψει της ελλείψεως εναρμονίσεως των εθνικών νομοθεσιών) είναι επιτρεπτό να δύνανται να οδηγούν σε κυρώσεις που ανέρχονται στο πολλαπλάσιο (δεκαπλάσιο) της αρχικής αξίας κτήσεως του αγαθού στο κράτος μέλος Α, χωρίς να εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των προσώπων.
65. Τα ανωτέρω παρέχουν ήδη και την απάντηση στο πρόσθετο ερώτημα που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο ως παρακολούθημα του τρίτου ερωτήματος, αν υφίστανται κριτήρια σχετικά με τα όρια του αυστηρώς αναγκαίου για την επίτευξη των επιδιωκομένων σκοπών. Τα πρόστιμα συνιστούν το ηπιότερο διαθέσιμο μέσο για την επιβολή της αξιώσεως του κράτους για καταβολή των φόρων και η καταλληλότητά τους διαπιστώνεται μέσω αντικειμενικών και πραγματικών κριτηρίων.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
66. Το τελευταίο ερώτημα του διοικητικού πρωτοδικείου αναφέρεται στην υποχρέωση, κατά την επιβολή διοικητικών κυρώσεων, να λαμβάνεται υπόψη η ενδεχόμενη καλή πίστη και απουσία πρόθεσης για εξαπάτηση εκ μέρους του ενδιαφερομένου.
67. Η οδηγία 83/182 δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη περί κυρώσεων, οι οποίες επιβάλλονται από τα κράτη μέλη σε περίπτωση παραβάσεως των φορολογικών διατάξεων. Επομένως, όπως προανέφερα, τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να θεσπίζουν τις κυρώσεις που πρέπει να επιβάλλονται στην περίπτωση φορολογικών παραβάσεων. Το ζήτημα της εξετάσεως των περιστάσεων που αφορούν το πρόσωπο του δράστη, όπως η ενδεχόμενη καλή πίστη, πρέπει επίσης να κρίνεται κατά το δίκαιο των κρατών μελών.
68. Ωστόσο, πρέπει ταυτόχρονα, όπως εξέθεσα ήδη, να λαμβάνεται μέριμνα ώστε η κύρωση που επιβάλλει το εθνικό δίκαιο να μην αντιβαίνει στην άσκηση των ελευθεριών που εξασφαλίζει το κοινοτικό δίκαιο, όπως, για παράδειγμα, της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τις πρώτες δύο αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας 83/182, η οδηγία αποσκοπεί στην κατάργηση των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, που προκαλούνται από τις υφιστάμενες φορολογικές διατάξεις. Αν πολίτης κράτους μέλους ασκεί το δικαίωμα ελεύθερης μετακινήσεως και χρησιμοποιεί καλόπιστα το όχημά του με άδεια κυκλοφορίας ενός κράτους μέλους στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους, χωρίς να λάβει υπόψεις τις διατάξεις του τελευταίου αυτού κράτους όσον αφορά τη δήλωση του οχήματος, τότε ο συνυπολογισμός της καλής αυτής πίστεως κατά την επιβολή της διοικητικής κυρώσεως ανταποκρίνεται στον σκοπό της οδηγίας 83/182. Το αποτέλεσμα αυτό ανταποκρίνεται και στην ενίσχυση του εμπορίου στην οποία αποσκοπεί η Συνθήκη ΕΚ, καθώς και στην επιδιωκόμενη από την Κοινότητα μακροπρόθεσμη εξομοίωση των φορολογικών ρυθμίσεων στα κράτη μέλη.
69. Επομένως, προτείνω να δοθεί στο τέτατρο ερώτημα η απάντηση ότι από τον σκοπό της οδηγίας 83/182, που συνίσταται στη διευκόλυνση της ασκήσεως του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, προκύπτει υποχρέωση των κρατών μελών, κατά την επιβολή διοικητικών κυρώσεων για περιπτώσεις που εμπίπτουν στην ως άνω οδηγία, να λαμβάνουν υπόψη την καλή πίστη του ενδιαφερομένου και την απουσία προθέσεως εξαπατήσεως (π.χ. άγνοια).
VII ρόταση
70. Βάσει των προεκτεθέντων προτείνω να δοθεί η εξής απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το Διοικητικό ρωτοδικείο Ηρακλείου:
«1) Το ζήτημα αν η "συνήθης κατοικία", κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Κοινότητος στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων, υπηκόου της χώρας Α, ευρίσκεται στη χώρα Α
στην οποία αναπτύσσει επιτυχή πολυετή δραστηριότητα τόσο ως αρχιτέκτονας όσο και εμπορική, μέσω προσωπικής εταιρίας (Ε.Ε.), όπου διατηρεί οικία και αναλώνει το μέγιστο του παραγωγικού του χρόνου
ή ευρίσκεται στη χώρα Β
της οποίας είναι επίσης υπήκοος και στην οποία παραλλήλως επιχειρεί έναρξη ελευθέριας, με όμοιο, άλλως συναφές αντικείμενο, δραστηριότητας, όπου μισθώνει οικία και αρχίζει να διαθέτει μέρος του χρόνου του, εκπληρώνοντας και τις φορολογικές του υποχρεώσεις, υποβοηθούμενος από τη σύζυγό του, η οποία μετέχει σε όλες τις παραπάνω δραστηριότητες και στα δύο κράτη Α και Β, αναλαμβάνοντας εταιρικά μερίδια στις επιχειρήσεις αυτές
πρέπει να διερευνηθεί από τα εθνικά δικαστήρια και τις εθνικές αρχές βάσει του συνόλου των περιστάσεων από τις οποίες προκύπτει το κέντρο των συμφερόντων του ενδιαφερομένου. Επίσης πρέπει να διερευνηθεί αν υφίσταται ενδεχομένως πρόθεση του ενδιαφερομένου να εγκαταλείψει την αρχική του συνήθη κατοικία και να ιδρύσει νέα.
2) Στην περίπτωση κατοχής ή κυκλοφορίας ΙΧ οχημάτων από μη δικαιούχο προσωρινής απαλλαγής πρόσωπο, που κατά το εθνικό δίκαιο αποτελεί απλή τελωνειακή παράβαση, είναι σύμφωνη με την κοινοτική αρχή της αναλογικότητας η πρόβλεψη επιβολής, ως ειδικής διοικητικής κυρώσεως, ιδίως ενός προστίμου, με μόνο κριτήριο τον κυβισμό του οχήματος, το οποίο πρόστιμο υπερβαίνει την τρέχουσα εμπορική αξία του οχήματος, λαμβανομένης υπόψη και της παλαιότητάς του.
3) Διοικητικά μέτρα, που επιλέγει ως κατάλληλα για τον κολασμό των εκ προθέσεως παραβάσεων των τελωνειακών διατάξεων το προς τούτο αρμόδιο κράτος μέλος Β (ενόψει της ελλείψεως εναρμονίσεως των εθνικών νομοθεσιών) μπορούν συνολικώς να οδηγούν σε κυρώσεις ανερχόμενες σε πολλαπλάσιο της αρχικής αξίας κτήσεως του αγαθού στο κράτος μέλος Α, χωρίς να θίγεται κατά τον τρόπο αυτόν η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των προσώπων.
Τα όρια του αυστηρώς αναγκαίου για την επίτευξη των επιδιωκομένων σκοπών πρέπει να διαπιστώνονται στο πλαίσιο του ελέγχου της συμφωνίας των μέτρων με την αρχή της αναλογικότητας. Ιδίως η καταλληλότητά των μέτρων διαπιστώνεται μέσω αντικειμενικών και πραγματικών κριτηρίων.
4) Από τον σκοπό της οδηγίας 83/182, που συνίσταται στη διευκόλυνση της ασκήσεως του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, προκύπτει υποχρέωση των κρατών μελών, κατά την επιβολή διοικητικών κυρώσεων για περιπτώσεις που εμπίπτουν στην ως άνω οδηγία, να λαμβάνουν υπόψη την καλή πίστη του ενδιαφερομένου και την απουσία προθέσεως εξαπατήσεως (π.χ. άγνοια).»
Full & Egal Universal Law Academy