Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Με την παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Landgericht Hamburg (Γερμανία) ζητείται από το Δικαστήριο να εξετάσει το κύρος της κοινοτικής νομοθεσίας περί καταχωρίσεως της ονομασίας «Spreewälder Gurken» (αγγουράκια σε άλμη ή ξύδι από το Spreewald) ως προστατευομένης γεωγραφικής ενδείξεως.
Η εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία
2. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2081/92 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1992, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων , αποσκοπεί στη δημιουργία ενός πλαισίου κοινοτικών κανόνων όσον αφορά τις ονομασίες προελεύσεως και τις γεωγραφικές ενδείξεις για ορισμένα γεωργικά προϊόντα και τρόφιμα όταν υπάρχει σχέση μεταξύ των χαρακτηριστικών του προϊόντος ή του τροφίμου και της γεωγραφικής προελεύσεώς του . Ο κανονισμός προβλέπει ένα σύστημα καταχωρίσεως σε κοινοτικό επίπεδο των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προελεύσεως, το οποίο εξασφαλίζει προστασία εντός κάθε κράτους μέλους.
3. Οι γενικοί ορισμοί των εννοιών «ονομασία προελεύσεως» και «γεωγραφική ένδειξη» για τους σκοπούς εφαρμογής του κανονισμού, παρατίθενται στο άρθρο 2, παράγραφος 2:
«[...] νοούνται ως:
α) "ονομασία προέλευσης": το όνομα μιας περιοχής, ενός συγκεκριμένου τόπου ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μιας χώρας, το οποίο χρησιμοποιείται στην περιγραφή ενός γεωργικού προϊόντος ή ενός τροφίμου:
- που κατάγεται από αυτή την περιοχή, το συγκεκριμένο τόπο ή τη χώρα αυτή
και
- του οποίου η ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά οφείλονται κυρίως ή αποκλειστικά στο γεωγραφικό περιβάλλον που περιλαμβάνει τους φυσικούς και ανθρώπινους παράγοντες, και του οποίου η παραγωγή, η μεταποίηση και η επεξεργασία λαμβάνουν χώρα στην οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή·
β) "γεωγραφική ένδειξη": το όνομα μιας περιοχής, ενός συγκεκριμένου τόπου ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μιας χώρας, το οποίο χρησιμοποιείται στην περιγραφή ενός γεωργικού προϊόντος ή ενός τροφίμου:
- που κατάγεται από την περιοχή αυτή, το συγκεκριμένο τόπο ή τη χώρα αυτή
και
- του οποίου μια συγκεκριμένη ποιότητα, η φήμη ή άλλο χαρακτηριστικό μπορούν να αποδοθούν στη γεωγραφική αυτή καταγωγή και του οποίου η παραγωγή ή/και η μεταποίηση ή/και η επεξεργασία πραγματοποιούνται στην οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή.»
4. Το άρθρο 2, παράγραφος 4, ορίζει τα ακόλουθα:
«Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, στοιχείο α_, [του άρθρου 2] εξομοιώνονται προς ονομασίες προέλευσης ορισμένες γεωγραφικές ενδείξεις των οποίων οι πρώτες ύλες των σχετικών προϊόντων προέρχονται από γεωγραφική περιοχή, ευρύτερη ή διαφορετική από την περιοχή μεταποίησης, εφόσον:
- η περιοχή παραγωγής της πρώτης ύλης είναι οριοθετημένη και
- υπάρχουν ειδικοί όροι παραγωγής των πρώτων υλών και
- υπάρχει σύστημα ελέγχου που εξασφαλίζει την τήρηση των όρων αυτών.»
5. Τα πρώτα τρία εδάφια του άρθρου 3, παράγραφος 1, έχουν ως εξής:
«Οι ονομασίες που έχουν καταστεί κοινές δεν καταχωρούνται.
Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως "ονομασία που έχει καταστεί κοινή" νοείται το όνομα ενός γεωργικού προϊόντος ή ενός τροφίμου το οποίο, αν και αναφέρεται στον τόπο ή την περιοχή όπου το εν λόγω γεωργικό προϊόν ή τρόφιμο έχει παραχθεί αρχικά ή εμπορευθεί, έχει πλέον καταστεί κοινό όνομα ενός γεωργικού προϊόντος ή ενός τροφίμου.
Για να διαπιστωθεί αν ένα όνομα έχει καταστεί κοινό, λαμβάνονται υπόψη όλοι οι παράγοντες, και ιδίως:
- η υφισταμένη κατάσταση στο κράτος μέλος από το οποίο προέρχεται το όνομα και στις περιοχές κατανάλωσης,
- η κατάσταση που επικρατεί σε άλλα κράτη μέλη,
- η οικεία, εθνική ή κοινοτική, νομοθεσία.»
6. Το άρθρο 3, παράγραφος 3, ορίζει τα ακόλουθα:
«ριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία βάσει πρότασης της Επιτροπής, καταρτίζει και δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έναν [χωρίς εξαντλητική απαρίθμηση] ενδεικτικό κατάλογο των ονομασιών των γεωργικών προϊόντων ή τροφίμων τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και θεωρούνται, σύμφωνα με την παράγραφο 1, ότι έχουν καταστεί κοινές και ως εκ τούτου δεν μπορούν να καταχωρηθούν σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.»
7. Το 1996 η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση εκδόσεως αποφάσεως του Συμβουλίου προβλέπουσας με ενδεικτική και μη αποκλειστική απαρίθμηση, τα ονόματα των γεωργικών προϊόντων και τροφίμων που θεωρούνται κοινά, υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2081/92 . Η πρόταση δεν έγινε δεκτή, λόγω μη επιτεύξεως της απαιτούμενης για την αποδοχή της από το Συμβούλιο πλειοψηφίας.
8. Το άρθρο 4 ορίζει ότι τα γεωργικά προϊόντα ή τα τρόφιμα για τα οποία ζητείται καταχώριση πρέπει να ανταποκρίνονται προς ορισμένα στοιχεία. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, ορίζει ότι στα στοιχεία αυτά πρέπει να περιλαμβάνονται «τουλάχιστον» οι πληροφορίες που απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχεία α_ έως θ_. Η ως άνω διάταξη περιλαμβάνει μεταξύ των στοιχείων αυτών:
«β) την περιγραφή του γεωργικού προϊόντος ή του τροφίμου, που περιλαμβάνει, ενδεχομένως, τις πρώτες ύλες και τα κυριότερα φυσικά, χημικά, μικροβιολογικά ή/και οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του γεωργικού προϊόντος ή του τροφίμου·
γ) τη γεωγραφική οριοθέτηση και, ενδεχομένως, τα στοιχεία που καταδεικνύουν την τήρηση των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 4·
δ) τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το γεωργικό προϊόν ή το τρόφιμο κατάγεται από τη γεωγραφική περιοχή, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο α_ ή β_, κατά περίπτωση·
ε) την περιγραφή της μεθόδου παραγωγής του γεωργικού προϊόντος ή του τροφίμου και, ενδεχομένως, τις τοπικές, θεμιτές και συνήθεις μεθόδους·
στ) τα στοιχεία που αποδεικνύουν τον δεσμό με το γεωγραφικό περιβάλλον ή με τη γεωγραφική καταγωγή κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο α_ ή β_, κατά περίπτωση».
9. Η συνήθης διαδικασία για την υποβολή αιτήσεως προς καταχώριση προστατευόμενης ονομασίας προελεύσεως ή προστατευόμενης γεωγραφικής ενδείξεως διέπεται από τα άρθρα 5 έως 7. Συνοπτικά, το άρθρο 5 ορίζει ότι η σχετική αίτηση υποβάλλεται αρχικά σε εθνικό επίπεδο και, στη συνέχεια, το οικείο κράτος μέλος τη διαβιβάζει στην Επιτροπή. Το άρθρο 6 επιβάλλει στην Επιτροπή να «ελέγχει, με εξέταση κατά τους τύπους», αν η αίτηση περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που προβλέπει το άρθρο 4, και να δημοσιεύει ορισμένα χωρία της αιτήσεως στην Επίσημη Εφημερίδα εφόσον θεωρεί ότι η ονομασία πληροί τους απαιτούμενους όρους για να τύχει προστασίας. Το άρθρο 7 ορίζει, καθόσον αφορά την παρούσα υπόθεση, τα ακόλουθα:
«1. Εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία της δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα [...] κάθε κράτος μέλος μπορεί να προβάλει ένσταση κατά της [καταχώρισης].
[...]
3. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να προβάλει ένσταση [όσον αφορά] την καταχώριση αποστέλλοντας δήλωση δεόντως αιτιολογημένη στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί ή είναι εγκατεστημένο [...].»
10. Το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο β_, ορίζει ότι οι καταχωρισμένες ονομασίες προστατεύονται από:
«κάθε αντιποίηση, απομίμηση ή υπαινιγμό, ακόμη και αν αναφέρεται η πραγματική καταγωγή του προϊόντος ή εάν η προστατευόμενη ονομασία χρησιμοποιείται σε μετάφραση ή συνοδεύεται από εκφράσεις όπως: "είδος", "τύπος", "μέθοδος", "τρόπος", "απομίμηση" ή παρόμοιες».
11. Το άρθρο 15 ορίζει ότι η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πρέπει να επικουρείται από μία επιτροπή αποτελούμενη από αντιπροσώπους των κρατών μελών, της οποίας προεδρεύει ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής.
12. Το άρθρο 17 προβλέπει μιαν απλοποιημένη διαδικασία καταχωρίσεως, που ακολουθείται κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου μετά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 2081/92. Καθόσον αφορά την παρούσα υπόθεση, το άρθρο αυτό έχει ως εξής:
«1. Εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή ποιες από τις νομίμως προστατευόμενες ονομασίες τους ή, στα κράτη μέλη που δεν υπάρχει σύστημα προστασίας, ποιες από τις ονομασίες που έχουν καθιερωθεί με τη χρήση, επιθυμούν να καταχωρίσουν δυνάμει του παρόντος κανονισμού.
2. Η Επιτροπή καταχωρίζει, με τη διαδικασία του άρθρου 15, τις ονομασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 οι οποίες συμφωνούν με τα άρθρα 2 και 4. Το άρθρο 7 δεν εφαρμόζεται. Ωστόσο, οι κοινές ονομασίες δεν καταχωρούνται.
[...]»
13. Το άρθρο 18 ορίζει ότι ο κανονισμός αρχίζει να ισχύει δώδεκα μήνες μετά την ημερομηνία της δημοσιεύσεώς του στην Επίσημη Εφημερίδα. Η δημοσίευση αυτή πραγματοποιήθηκε στις 24 Ιουλίου 1992.
14. Ο κανονισμός (ΕΚ) 1107/96 προβλέπει τη βάσει της απλοποιημένης διαδικασίας καταχώριση ως προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων ή προστατευόμενων ονομασιών προελεύσεως περίπου 320 ονομασιών που απαριθμούνται στο παράρτημά του.
15. Ο κανονισμός ΕΚ 590/1999 είναι ένας από πολλούς κανονισμούς οι οποίοι προσέθεσαν συνολικά 185 συμπληρωματικές ονομασίες στο παράρτημα του κανονισμού 1107/96. Ο κανονισμός 590/1999 προσθέτει τέσσερις συμπληρωματικές ονομασίες, στις οποίες περιλαμβάνονται (για τη Γερμανία) οι ονομασίες «Spreewälder Gurken» και «Spreewälder Meerrettich». Η πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 590/1999 έχει ως ακολούθως:
«Εκτιμώντας ότι για ορισμένες ονομασίες που έχουν γνωστοποιηθεί από τα κράτη μέλη κατά την έννοια του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΚ) 2081/92 έχουν ζητηθεί συμπληρωματικές πληροφορίες για να εξασφαλισθεί ότι οι ονομασίες αυτές δεν αντιβαίνουν στα άρθρα 2 και 4 του εν λόγω κανονισμού· ότι, από την εξέταση αυτών των συμπληρωματικών πληροφοριών προκύπτει ότι οι ονομασίες αυτές δεν αντιβαίνουν στα εν λόγω άρθρα· ότι, επομένως, είναι αναγκαίο να καταχωρηθούν και να προστεθούν στο παράρτημα του κανονισμού (ΕΚ) 1107/96 της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) 83/1999» .
16. Τόσο ο κανονισμός 1107/96 όσο και όλοι οι άλλοι κανονισμοί που προσέθεσαν συμπληρωματικές ονομασίες στο παράρτημα του κανονισμού 1107/96 περιλαμβάνουν μια παρόμοια αιτιολογική σκέψη.
Τα πραγματικά περιστατικά και η κύρια δίκη
17. Οι ενάγουσες εταιρίες παράγουν και διαθέτουν στο εμπόριο εντός της Γερμανίας αγγουράκια διατηρημένα σε ξύδι ή άλμη. Η εναγομένη παράγει και αυτή τα ίδια προϊόντα, τα οποία και διαθέτει στο εμπόριο στο σύνολο της εθνικής επικράτειας, στα οποία περιλαμβάνεται το προϊόν που ονομάζεται «Jütro Gurkenfässchen» που διατίθεται στο εμπόριο στη Γερμανία με την ένδειξη «Spreewälder Art» (παρασκευή με τη μέθοδο του Spreewald).
18. Το Spreewald είναι μια περιοχή στο έδαφος της πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας μεταξύ του Βερολίνου και των συνόρων με την Τσεχία, την οποία διασχίζει ο ποταμός Spree. Μεταξύ των πόλεων Lübben και Cottbus ο ποταμός αυτός σχηματίζει πολυάριθμες διακλαδώσεις που δημιουργούν ένα εσωτερικό δέλτα, το οποίο διαρρέουν μικρότερα ποτάμια. Με διάφορα έργα το προϋπάρχον πυκνό δάσος διαρρυθμίστηκε εν μέρει για καλλιέργεια, δραστηριότητα για την οποία προσφέρεται το προσχωσιγενές έδαφος της πεδιάδας, ο σχηματισμός της οποίας ανάγεται στην περίοδο των παγετώνων. Η καλλιέργεια λαχανικών όπως τα αγγουράκια αποτελεί από πολλά έτη παραδοσιακή δραστηριότητα στην περιοχή αυτή.
19. Οι ενάγουσες εταιρίες άσκησαν αγωγή κατά της εναγομένης ζητώντας να της απαγορευθεί η χρήση της ονομασίας «Spreewälder Art» για τα αγγουράκια σε ξύδι ή άλμη που παρασκευάζει με την αιτιολογία ότι, κατόπιν της καταχωρίσεως της ονομασίας «Spreewälder Gurken» ως προστατευόμενης γεωγραφικής ενδείξεως με τον κανονισμό 590/1999, η χρησιμοποίηση της ονομασίας «Spreewälder Art» αντιβαίνει προς το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού 2081/92.
20. Η εναγομένη αμφισβητεί το κύρος της καταχωρίσεως της ονομασίας «Spreewälder Gurken» ως προστατευομένης γεωγραφικής ενδείξεως.
21. Το ιστορικό της καταχωρίσεως της ονομασίας «Spreewälder Gurken» ως προστατευόμενης γεωγραφικής ενδείξεως, από το οποίο αντλεί ερείσματα για την προβολή των ισχυρισμών της η εναγομένη όσον αφορά το κύρος της καταχωρίσεως, είναι το ακόλουθο.
22. Σύμφωνα με την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το 1993 μια ένωση με την ονομασία Spreewald e.G. (Spreewaldverein) υπέβαλε στις γερμανικές αρχές αίτηση καταχωρίσεως της ονομασίας «Spreewälder Gurken» ως προστατευομένης ονομασίας προελεύσεως. Όσον αφορά τα απαιτούμενα από το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 2081/92 στοιχεία, η αφορώσα την ονομασία «Spreewälder Gurken» γεωγραφική περιοχή του Spreewald προσδιοριζόταν, στην ως άνω αίτηση, ως ακολούθως:
«Η σχηματισθείσα κατά την περίοδο των παγετώνων κοιλάδα του Spree μεταξύ της βόρειας πλευράς της πόλεως Cottbus και της λίμνης του Neuendorf, κείμενης βορείως της πόλεως Lübben».
23. Σύμφωνα με την Επιτροπή, με έγγραφο της 21ης Ιανουαρίου 1994, που παρελήφθη στις 26 Ιανουαρίου 1994, οι γερμανικές αρχές απέστειλαν πίνακα ονομασιών υπό την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 1. Στον πίνακα αυτόν περιλαμβανόταν η ονομασία «Spreewälder Gurken».
24. Σύμφωνα με τη Γερμανική Κυβέρνηση, η Επιτροπή την πληροφόρησε το 1995 (όπως και πολλά άλλα κράτη μέλη) ότι πολλές ανακοινώσεις σύμφωνα με το άρθρο 17 ήταν ατελείς, καλώντας την να υποβάλει συμπληρωματικά στοιχεία και επιπλέον πληροφορίες. Κατόπιν τούτου, μεταξύ του Ιουλίου 1995 και του Μαρτίου 1996 η Γερμανική Κυβέρνηση ζήτησε από όλους σχεδόν τους ενδιαφερομένους να συμπληρώσουν τα αρχικώς υποβληθέντα έγγραφα.
25. Κατά τη διάταξη περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος, η Spreewaldverein, συμπληρώνοντας την αρχική της αίτηση, ζήτησε τον Ιούλιο του 1996 καταχώριση της ονομασίας «Spreewälder Gurken» όχι πλέον ως προστατευόμενης ονομασίας προελεύσεως αλλά ως προστατευόμενης γεωγραφικής ενδείξεως. Εξ αυτού μπορεί να συναχθεί ότι η Spreewaldverein υπέβαλε τα σχετικά συμπληρωματικά στοιχεία στις εθνικές αρχές, οι οποίες τα διαβίβασαν στη συνέχεια στην Επιτροπή. Βάσει των στοιχείων αυτών, η γεωγραφική περιοχή οριζόταν ως ακολούθως:
«Η περιοχή κατά μήκος του Spree μεταξύ Jänschwalde και Dürrenhofe και εντός των ορίων της οικονομικής περιοχής που ορίζεται με αποφάσεις των τοπικών νομοθετικών οργάνων.»
26. Με την ως άνω τροποποίηση πολλαπλασιάστηκε η έκταση της προστατευόμενης περιοχής.
27. Οι συμπληρωματικές πληροφορίες ανέφεραν επίσης ότι ποσοστό μικρότερο του 50 % από τα χρησιμοποιούμενα αγγουράκια μπορούσε να προέρχεται από περιοχές ευρισκόμενες εκτός της οικονομικής ζώνης του Spreewald. Το ως άνω ποσοστό μειώθηκε περαιτέρω στη συνέχεια (τον Μάρτιο του 1998) σε 30 %. Σύμφωνα με την εναγομένη, βάσει των προηγούμενων στοιχείων ποσοστό μέχρι και 50 % από τα χρησιμοποιούμενα αγγουράκια μπορούσε να προέρχεται από περιοχές ευρισκόμενες μεν εκτός της ως άνω ζώνης, γειτνιάζουσες όμως με αυτήν, ενώ μετά την τελευταία τροποποίηση ποσοστό 30 % των σχετικών προϊόντων μπορούσε να προέρχεται από οπουδήποτε αλλού.
28. Σύμφωνα με τη διάταξη περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος, κατά τη διάρκεια της εφαρμογής της απλοποιημένης διαδικασίας του άρθρου 17 του κανονισμού 2081/92, ορισμένοι τρίτοι ενδιαφερόμενοι, κυρίως επιχειρηματίες στον τομέα των τροφίμων, προέβαλαν ενστάσεις κατά της εφαρμογής αυτής όσον αφορά την καταχώριση της ονομασίας «Spreewälder Gurken» και, ιδίως, όσον αφορά την επέκταση της σχετικής γεωγραφικής περιοχής και την αποδοχή της χρησιμοποιήσεως αγγουριών από άλλες περιοχές. Οι ενδιαφερόμενοι προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι η ειδική φύση του εδάφους και οι κλιματολογικές συνθήκες περί των οποίων γινόταν λόγος στη σχετική αίτηση είχαν σημασία, το πολύ, για το κατά κυριολεξία Spreewald, με την έννοια της περιοχής του εσωτερικού δέλτα, και όχι για το σύνολο της οικονομικής περιοχής και ότι το μεταποιημένο προϊόν δεν έπρεπε να περιλαμβάνει πρώτες ύλες από άλλες ζώνες παραγωγής.
29. Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει στο πλαίσιο της διατάξεως περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος ότι η εναγομένη αμφισβήτησε το κύρος της καταχωρίσεως της ονομασίας «Spreewälder Gurken» για τρεις λόγους.
30. ρώτον, δεν τηρήθηκε η εξάμηνη προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 17, παράγραφος 1, καθόσον τον Ιούλιο του 1996 η Spreewaldverein υπέβαλε στις αρμόδιες γερμανικές αρχές έγγραφα με τα οποία ετροποποιείτο σημαντικά η αρχική αίτηση, επιφέροντας αλλαγές όσον αφορά το είδος της ζητούμενης καταχωρίσεως, τη σχετική περιοχή και τον επιτρεπόμενο τόπο προελεύσεως της πρώτης ύλης.
31. Δεύτερον, το άρθρο 17 διέπει μόνο τις ονομασίες των οποίων η καταχώριση δεν αμφισβητείται. Η χρησιμοποίησή του για καταχώριση ονομασίας σχετικά με την οποία ορισμένοι τρίτοι θιγόμενοι προέβαλαν σειρά ενστάσεων ήταν απρόσφορη, ιδίως όσον αφορά τις ενστάσεις σχετικά με τον καθορισμό της σχετικής γεωγραφικής περιοχής.
32. Τρίτον, η καταχώριση της ονομασίας «Spreewälder Gurken» ως γεωγραφικής ενδείξεως αντιβαίνει προς τα άρθρα 2 και 4 του κανονισμού 2081/92, καθόσον η φύση του προϊόντος επέβαλλε την καταχώρισή της ως ονομασίας προελεύσεως.
33. Το Landgericht Hamburg συμμερίστηκε τις αμφιβολίες της εναγομένης ως προς το κύρος της καταχωρίσεως. Συμπληρωματικά, το Landgericht εξέθεσε και τα ακόλουθα δύο ζητήματα με την αίτησή του περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος.
34. ρώτον, εξέφρασε την άποψη ότι το άρθρο 17 δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής, εν πάση περιπτώσει, διότι η ονομασία «Spreewälder Gurken» δεν ήταν ούτε «νομίμως προστατευόμενη ονομασία» ούτε «ονομασία που έχει καθιερωθεί με τη χρήση», με βάση τα στοιχεία στα οποία στηριζόταν η καταχώριση.
35. Δεύτερον, θεώρησε ότι τα ως άνω στοιχεία όσον αφορά τόσο τη γεωγραφική περιοχή όσο και το ποσοστό μέχρι του οποίου επιτρεπόταν να χρησιμοποιούνται αγγουράκια από καλλιέργειες εκτός της σχετικής περιοχής δεν αντιστοιχούσαν προς τις προσδοκίες των καταναλωτών έναντι της σημασίας της ονομασίας «Spreewälder Gurken». Επομένως, η καταχώριση της ονομασίας και, κατά συνέπεια, η νομοθετική πράξη με την οποία πραγματοποιήθηκε η εν λόγω καταχώριση μπορούσαν να παραπλανήσουν τους καταναλωτές, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να ανταποκρίνεται προς τη βούληση του νομοθέτη.
36. Επομένως, το Landgericht ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο ο κανονισμός (ΕΚ) 590/1999 της Επιτροπής, της 18ης Μαρτίου 1999, για τη συμπλήρωση του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) 1107/96 της Επιτροπής σχετικά με την καταχώριση των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92 του Συμβουλίου, όσον αφορά την ονομασία "Spreewälder Gurken";»
37. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η εναγομένη, η Γερμανική και η Αυστριακή Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή. Οι ενάγουσες, η εναγομένη, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υπέβαλαν προφορικές παρατηρήσεις κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία.
Η προθεσμία του άρθρου 17 του κανονισμού 2081/92
38. Το άρθρο 17, παράγραφος 1, επιτάσσει στα κράτη μέλη να ανακοινώσουν στην Επιτροπή, εντός έξι μηνών από της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού, ποιες από τις νομίμως προστατευόμενες ονομασίες ή ποιες από εκείνες που έχουν καθιερωθεί με τη χρήση επιθυμούν να καταχωρίσουν σύμφωνα με την απλοποιημένη διαδικασία.
39. Ούτε το αιτούν δικαστήριο ούτε η εναγομένη διατείνονται ότι η αρχική αίτηση των γερμανικών αρχών ήταν εκπρόθεσμη. Όπως σημειώνει η Επιτροπή, ο κανονισμός 2081/92 άρχισε να ισχύει δώδεκα μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα. Η δημοσίευση αυτή πραγματοποιήθηκε στις 24 Ιουλίου 1992. Δεδομένου όμως ότι το δωδεκάμηνο δεν αρχίζει να τρέχει παρά μόνο την επομένη ημέρα , η εν λόγω προθεσμία έληξε τα μεσάνυχτα της 25ης Ιουλίου 1993 . Επομένως, ο κανονισμός άρχισε να ισχύει στις 26 Ιουλίου 1993, και η εξάμηνη προθεσμία έληξε τα μεσάνυχτα της 26ης Ιανουαρίου 1994. Δεδομένου ότι ο πίνακας με τις πληροφορίες, υπό την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 1, που υπέβαλαν οι γερμανικές αρχές περιήλθε στην Επιτροπή στις 26 Ιανουαρίου 1994, η σχετική προθεσμία τηρήθηκε.
40. Ωστόσο, είναι πασίδηλο ότι δυόμισι χρόνια αργότερα, οι γερμανικές αρχές γνωστοποίησαν σημαντικές τροποποιήσεις των πληροφοριών που είχαν υποβληθεί παράλληλα με την αρχική τους αίτηση, ζητώντας την καταχώριση της ονομασίας «Spreewälder Gurken» όχι ως ονομασίας προελεύσεως αλλά ως γεωγραφικής ενδείξεως. Το αιτούν δικαστήριο θέτει το ζήτημα αν υπό τις συνθήκες αυτές τηρήθηκε πράγματι η ως άνω εξάμηνη προθεσμία.
41. Η Γερμανική και η Αυστριακή Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, υποστηρίζουν ότι το άρθρο 17, παράγραφος 1, επιβάλλει στα κράτη μέλη να ανακοινώσουν στην Επιτροπή τις προς καταχώριση ονομασίες και τίποτα περισσότερο. εραιτέρω πληροφορίες και τροποποιήσεις των ήδη υποβληθεισών πληροφοριών δεν υπόκεινται σε εξάμηνη προθεσμία. Συνεπώς, η εν λόγω προθεσμία τηρήθηκε.
42. Η Γερμανική και η Αυστριακή Κυβέρνηση προσθέτουν ότι, γενικά, τα κράτη μέλη των βορείων περιοχών της Ευρώπης δεν τηρούσαν στο παρελθόν μητρώα προστατευομένων ονομασιών· η σχετική προστασία εξασφαλιζόταν με τη νομοθεσία περί καταστολής των πρακτικών που οδηγούν σε παραπλάνηση κοινού. Μόνον όταν άρχισε να ισχύει ο κανονισμός 2081/92 ανέκυψε, για τα κράτη μέλη αυτά, η ανάγκη συντάξεως καταλόγου των υφισταμένων ονομασιών και προσδιορισμού τού αν πρόκειται, κάθε φορά, για ονομασία προελεύσεως ή για γεωγραφική ένδειξη. Επομένως, θα ήταν ελάχιστα ρεαλιστικό να ζητηθεί από τα εν λόγω κράτη μέλη να διαβιβάσουν στην Επιτροπή πλήρεις και οριστικούς φακέλους εντός μιας τόσο σύντομης προθεσμίας. Επιπλέον, τούτο θα απέβαινε σε βάρος των κρατών εκείνων που δεν χρησιμοποιούν τέτοια μητρώα. Η μεταβατική περίοδος που προέβλεπε το άρθρο 17 συνεχίστηκε μέχρι την εκ μέρους της Επιτροπής λήψη της αποφάσεως περί καταχωρίσεως. Μέχρι τότε, η Επιτροπή συνέχιζε τη διαδικασία και μπορούσε να δεχθεί τροποποιήσεις των στοιχείων των σχετικών αιτήσεων και να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες από τις οποίες θα μπορούσε να εξακριβωθεί αν η αίτηση πληρούσε τους όρους των άρθρων 2 και 4.
43. Συμφωνώ με τη Γερμανική και την Αυστριακή Κυβέρνηση και την Επιτροπή επί του σημείου αυτού. Κατά την άποψή μου, δεν θα ήταν ρεαλιστικό να αναμένεται από τα κράτη μέλη στα οποία δεν υφίσταται σχετικό μητρώο ονομασιών να παράσχουν εντός έξι μηνών από της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού (ή ακόμα εντός 18 μηνών από της δημοσιεύσεώς του) όλες τις πληροφορίες και τα έγγραφα που απαιτούνται για λήψη αποφάσεως περί καταχωρίσεως, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του χρόνου που ήταν αναγκαίος (όπως αντιλαμβάνομαι) για να μπορέσουν να τηρηθούν σε εθνικό επίπεδο οι απαραίτητες διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ των ενδιαφερομένων. Το άρθρο 4 του κανονισμού επιτάσσει να παρέχονται «τουλάχιστον» ορισμένα λεπτομερή στοιχεία, που προσδιορίζονται σε εννέα ειδικότερα εδάφια . Σύμφωνα με τη μη αμφισβητούμενη δήλωση της εναγομένης κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, πάνω από 1 000 ονομασίες υποβλήθηκαν στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 1, μόνο από τις γερμανικές αρχές. Το αριθμητικό αυτό στοιχείο συμφωνεί με απόσπασμα πίνακα των ονομασιών αυτών που συνήψε η Επιτροπή στις γραπτές της παρατηρήσεις.
44. Ασφαλώς η εκ μέρους κράτους μέλους τροποποίηση της αρχικής αιτήσεως - εν προκειμένω, το αίτημα να καταχωριστεί μια ονομασία ως γεωγραφική ένδειξη και όχι ως ονομασία προελεύσεως, η αλλαγή της σχετικής περιοχής και η μεταβολή του ποσοστού της χρησιμοποιήσεως πρώτων υλών προερχομένων από διαφορετική περιοχή - μπορεί να θεωρηθεί ότι διαφέρει από την παροχή πληροφοριών ή εγγράφων που συμπληρώνουν την αρχική αίτηση. Εντούτοις, η πραγματοποίηση τέτοιων μεταβολών μετά την εκπνοή της εξάμηνης προθεσμίας επιτρέπεται, κατά την άποψή μου. Δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι η δομή που εισήγαγε ο κανονισμός ήταν καινοφανής: ακόμα και εκείνα τα κράτη μέλη των οποίων το σύστημα προστασίας των σχετικών ονομασιών βασιζόταν σε καταχώριση δεν κατέτασσαν κατ' ανάγκη τις προστατευόμενες ονομασίες με τον ίδιο τρόπο όπως και ο κανονισμός. Κατά μείζονα λόγο, δεν ήταν δυνατό να αναμένεται από τα κράτη μέλη που δεν είχαν προηγούμενο σύστημα καταχωρίσεως να μπορούν να καθορίζουν οριστικά, πριν την εκ μέρους τους υποβολή του πίνακα των σχετικών ονομασιών σύμφωνα με το άρθρο 17, αν κάθε συγκεκριμένη ονομασία θα έπρεπε να προστατεύεται ως ονομασία προελεύσεως ή ως γεωγραφική ένδειξη. Ακόμα, τα ως άνω κράτη πιθανότατα δεν διέθεταν επαρκή στοιχεία για να μπορούν να προσδιορίσουν με ακρίβεια την έκταση των σχετικών περιοχών.
45. Εξ αυτών συμπεραίνω ότι η τροποποίηση της αρχικής αιτήσεως μετά την εξάμηνη προθεσμία δεν επηρέασε το κύρος του αμφισβητούμενου κανονισμού.
Η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 17 όσον αφορά αμφισβητούμενες ονομασίες
46. Η εναγομένη και το αιτούν δικαστήριο διερωτώνται αν το άρθρο 17 έχει εφαρμογή σε περιπτώσεις τις οποίες - όπως εν προκειμένω - τρίτοι ενδιαφερόμενοι έχουν προβάλει ενστάσεις όσον αφορά την καταχώριση της οικείας ονομασίας.
47. Η Επιτροπή φρονεί ότι το άρθρο 17, παράγραφος 2, αποκλείει ρητά την εφαρμογή της «απλοποιημένης» διαδικασίας του άρθρου 7, βάσει της οποίας παρέχεται η δυνατότητα σε τρίτους να προβάλουν ενστάσεις σχετικά με προτεινόμενη καταχώριση σύμφωνα με τη «συνήθη» διαδικασία. Ωστόσο, η απλοποιημένη διαδικασία προβλέπει τη δυνατότητα προβολής ενστάσεων, καθόσον το άρθρο 15 του κανονισμού επιβάλλει να επικουρείται η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από επιτροπή αποτελούμενη από αντιπροσώπους των κρατών μελών. Η Επιτροπή άκουσε την επιτροπή αυτή όταν εξέτασε την αίτηση καταχωρίσεως της ονομασίας «Spreewälder Gurken».
48. Η Γερμανική Κυβέρνηση διατείνεται ότι απλώς και μόνο το γεγονός ότι υφίστανται διαφορετικές γνώμες όσον αφορά την καταχώριση μιας ονομασίας δεν σημαίνει ότι αποκλείεται η δυνατότητα εφαρμογής της απλοποιημένης διαδικασίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις αποτελεί ευθύνη των κρατών μελών να εξασφαλίζουν τη δυνατότητα των ενδιαφερομένων να εκθέτουν την άποψή τους. Στην υπό κρίση υπόθεση η Γερμανική Κυβέρνηση έλαβε υπόψη τις ενστάσεις των ενδιαφερομένων και εξέτασε με προσοχή τα ανακύψαντα ζητήματα. Κατέληξε εντούτοις στο συμπέρασμα ότι τα εν λόγω προβλήματα δεν εμπόδιζαν την προστασία της σχετικής ονομασίας.
49. Κατά την άποψή μου, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η απλοποιημένη διαδικασία βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 1, μπορεί να ακολουθείται μόνο για την καταχώριση ονομασιών σχετικά με τις οποίες δεν υφίστανται ενστάσεις. Ένα τέτοιο κριτήριο θα υπήρχε ο κίνδυνος να μην μπορεί να εφαρμοστεί. Η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να εξακριβώνει αν καμία από τις αιτήσεις καταχωρίσεως που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1 - οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, υπερβαίνουν τις 1 500 - δεν έχει δώσει λαβή για ενστάσεις σε εθνικό επίπεδο.
50. Όμως, είναι σημαντικό οι ενδιαφερόμενοι να έχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους σε εθνικό επίπεδο όσον αφορά κάθε ονομασία πριν το οικείο κράτος μέλος υποβάλει στην Επιτροπή τον πίνακα των ονομασιών των οποίων προτίθεται να ζητήσει την καταχώριση σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1. Όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο με τη διάταξη Molkerei Großbraunshain , στο πλαίσιο της «συνήθους» διαδικασίας για την καταχώριση ονομασίας σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού, οι διαφορετικές εκτιμήσεις της αρμόδιας αρχής του κράτους το οποίο ζητεί την καταχώριση ονομασίας και φυσικού ή νομικού προσώπου κατοικούντος ή εγκατεστημένου εντός του κράτους αυτού διευθετούνται πριν το οικείο κράτος μέλος υποβάλει στην Επιτροπή την αίτηση δυνάμει του άρθρου 5 . Αν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους δεν λάβει υπόψη τις παρατηρήσεις που διατυπώνει σχετικά με την αίτηση καταχωρίσεως ο έχων έννομο συμφέρον επιχειρηματίας, τότε ο επιχειρηματίας αυτός οφείλει να προσφύγει στα εθνικά δικαστήρια με την αιτιολογία ότι η αρμόδια αρχή ενήργησε κατά παράβαση του κανονισμού .
51. Όπως σαφώς δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση Molkerei Großbraunshain, η επιταγή παροχής προστασίας σε εθνικό επίπεδο είναι ανεξάρτητη από την προβλεπόμενη από το άρθρο 7 του κανονισμού διαδικασία. Η εν λόγω διαδικασία προβλέπεται μόνο για τη διευθέτηση διαφορών μεταξύ κρατών μελών .
52. Ομοίως, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η παρέμβαση της επιτροπής της οποίας η σύσταση προβλέπεται από το άρθρο 15 του κανονισμού δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη δέουσα εξέταση των ενστάσεων σε εθνικό επίπεδο πριν από την υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως. Σκοπός της συστάσεως της ως άνω επιτροπής είναι η διευκόλυνση της στενής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής . Επιπλέον, η γνώμη της όμως δεν δεσμεύει τον νομοθέτη .
Εναπόκειται στο κράτος μέλος ή στην Επιτροπή να καθορίσει αν μια ονομασία πρέπει να καταχωριστεί ως «ονομασία προελεύσεως» ή ως «γεωγραφική ένδειξη»;
53. Η εναγομένη και το εθνικό δικαστήριο υποστηρίζουν την άποψη ότι η καταχώριση της ονομασίας «Spreewälder Gurken» ως γεωγραφικής ενδείξεως μπορεί να αντιβαίνει προς τα άρθρα 2 και 4 του κανονισμού 2081/92, καθόσον βάσει της φύσεως του προϊόντος και των προσδοκιών του καταναλωτή συνάγεται ότι έπρεπε να είχε καταχωριστεί ως ονομασία προελεύσεως. Οι καταναλωτές θεωρούσαν ότι η έκφραση «Spreewälder Gurken» προσδιόριζε αγγουράκια προερχόμενα από το κατά κυριολεξία Spreewald και, επομένως, τα οποία έχουν μια συγκεκριμένη ποιότητα. Η ονομασία αυτή δεν θεωρείται ότι αναφέρεται στη διαδικασία παραγωγής τους ή στην ακολουθούμενη συνταγή.
54. Η εναγομένη εκθέτει ότι, κατ' αναλογία προς την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση του τυριού Φέτα , όταν υποβάλλεται αίτηση καταχωρίσεως ονομασίας σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού, η Επιτροπή πρέπει να εξακριβώνει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 του κανονισμού αυτού. Στην υπό κρίση υπόθεση η Επιτροπή δεν προσπάθησε να προσδιορίσει αν η προτεινόμενη ονομασία ήταν σύμφωνη προς τις ως άνω απαιτήσεις, δεχόμενη απλώς την άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως - μετά την υποβολή των τροποποιημένων σχετικών στοιχείων - ότι η ονομασία έπρεπε να καταχωριστεί ως γεωγραφική ένδειξη.
55. Κατά την άποψη της εναγομένης, αν η «ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά» που έχουν τα αγγουράκια τα οποία καλλιεργούνται στο κατά κυριολεξία Spreewald «οφείλονται ουσιαστικά ή αποκλειστικά σ' ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό περιβάλλον, που περιλαμβάνει τους φυσικούς και ανθρώπινους παράγοντες», υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο α_, του κανονισμού, η σχετική ονομασία έπρεπε να καταχωριστεί ως ονομασία προελεύσεως, οπότε όλα τα αγγουράκια έπρεπε να προέρχονταν από την περιοχή του κατά κυριολεξία Spreewald. Από την άλλη πλευρά, αν «η συγκεκριμένη ποιότητα, η φήμη ή άλλο χαρακτηριστικό» που έχουν τα αγγουράκια «μπορούν να αποδοθούν στη γεωγραφική αυτή καταγωγή [τους]» - δηλαδή στο γεγονός ότι προέρχονται από την ευρύτερη οικονομική ζώνη και όχι από το Spreewald - υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο β_, απλώς και μόνο το γεγονός ότι τα προερχόμενα από άλλες περιοχές αγγουράκια τυγχάνουν επεξεργασίας στην οικονομική ζώνη του Spreewald δεν αρκεί για να μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω διατάξεως η ονομασία αυτή, καθόσον η μέθοδος επεξεργασίας θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιείται από επιχειρήσεις που παρασκευάζουν τα σχετικά προϊόντα εγκατεστημένες εκτός της οικονομικής ζώνης.
56. Η εναγομένη προσθέτει ότι η Επιτροπή έπρεπε να είχε επίσης λάβει υπόψη το άρθρο 3 του κανονισμού και να βεβαιωθεί ότι η ονομασία «Spreewälder Gurken» δεν κατέστη κοινή, υπό την έννοια ότι τώρα τούτο σημαίνει απλώς ότι τα αγγουράκια που διατίθενται στο εμπόριο με την ονομασία αυτή έχουν μεταποιηθεί με βάση μια συγκεκριμένη συνταγή. Στην περίπτωση αυτή, τα αγγουράκια αυτά θα μπορούσαν νομίμως να προέρχονται από οπουδήποτε αλλού, αρκεί να ακολουθείται η εν λόγω συνταγή.
57. Η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι η ονομασία «Spreewälder Gurken» μπορεί καταρχήν να τύχει προστασίας είτε ως ονομασία προελεύσεως βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο α_, του κανονισμού είτε ως γεωγραφική ένδειξη βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο β_. Και οι δύο αυτές διατάξεις έχουν εφαρμογή για γεωργικά προϊόντα και τρόφιμα «που κατάγονται από την περιοχή αυτή, τον συγκεκριμένο τόπο ή τη χώρα αυτή». Το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο β_, επιτρέπει ρητά την προστασία ενός γεωργικού προϊόντος το οποίο απλώς τυγχάνει επεξεργασίας σε μια συγκεκριμένη περιοχή· συναφώς, δεν έχει σημασία η έκταση της επεξεργασίας. Όταν ζητείται η προστασία μιας γεωγραφικής ενδείξεως για ένα μεταποιημένο προϊόν, το μόνο που απαιτείται είναι το τελικό προϊόν να προέρχεται από την προσδιοριζόμενη γεωγραφική περιοχή. Η Γερμανική Κυβέρνηση διατείνεται ότι, αφού εξέτασε προσεκτικά όλους τους σχετικούς παράγοντες, περιλαμβανομένης της κοινής γνώμης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ονομασία «Spreewälder Gurken» είναι γεωγραφική ένδειξη και όχι ονομασία προελεύσεως.
58. Τόσο η Αυστριακή Κυβέρνηση όσο και η Επιτροπή υποστηρίζουν την άποψη ότι, ενώ εναπόκειται στο οικείο κράτος μέλος να προσδιορίσει με την αίτησή του αν ζητεί καταχώριση μιας ονομασίας ως ονομασίας προελεύσεως ή ως γεωγραφικής ενδείξεως, το αν μια ονομασία θα καταχωριστεί με τη ζητούμενη μορφή εξαρτάται από το αν πληρούνται οι απαιτούμενες για τη μορφή αυτή προϋποθέσεις.
59. Κατά τη γνώμη μου, από τη διατύπωση του άρθρου 17 προκύπτει ότι, ναι μεν εναπόκειται αρχικά στο κράτος μέλος να προσδιορίσει αν ζητεί την καταχώριση μιας ονομασίας ως ονομασίας προελεύσεως ή γεωγραφικής ενδείξεως, η Επιτροπή οφείλει όμως, πριν προβεί στην καταχώρισή της σε κάποια από τις κατηγορίες αυτές, να εξακριβώσει τόσο ότι η ονομασία αυτή πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο α_ ή στοιχείο β_, ανάλογα με την περίπτωση, και ότι τα σχετικά με το οικείο προϊόν στοιχεία που συνοδεύουν την αίτηση είναι σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4.
60. Το άρθρο 17, παράγραφος 2, επιβάλλει ρητά στην Επιτροπή να «καταχωρεί [...] τις ονομασίες [...] οι οποίες συμφωνούν με τα άρθρα 2 και 4». Το άρθρο 4 απαριθμεί το ελάχιστο όριο στοιχείων που απαιτούνται για να μπορεί να χρησιμοποιείται μια ονομασία προελεύσεως ή μια γεωγραφική ένδειξη. ροκύπτει σαφώς από τα στοιχεία αυτά ότι το υποβάλλον την αίτηση κράτος μέλος θα προσδιορίσει το ζητούμενο είδος καταχωρίσεως . Το άρθρο 2 δίδει τον ορισμό των εννοιών «ονομασία προελεύσεως» και «γεωγραφικής ενδείξεως». ριν η Επιτροπή καταχωρίσει τις ονομασίες σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, πρέπει ωστόσο να εξακριβώσει ότι αυτή είναι σύμφωνη με τους ανωτέρω ορισμούς . Επομένως, το ανακύπτον ζήτημα είναι αν η Επιτροπή επιτέλεσε ορθά το καθήκον της να εξετάσει αν η σχετική αίτηση, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της εναγομένης, ήταν σύμφωνη προς τα άρθρα 2 και 4.
61. Όσον αφορά τη συμφωνία της αιτήσεως καταχωρίσεως προς τους ορισμούς που παραθέτει στο άρθρο 2, παράγραφος 2, φαίνεται ότι όλοι οι διάδικοι που κατέθεσαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση συμφωνούν ότι, για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο β_, σε αντίθεση με το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α_, ένα τρόφιμο θεωρείται ότι προέρχεται από συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή μόνον εφόσον τυγχάνει επεξεργασίας (ή παράγεται ή μεταποιείται) εντός της περιοχής αυτής, έστω και αν οι πρώτες ύλες έχουν διαφορετική προέλευση. Ομολογώ ότι βρίσκω ασαφή τη διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 2, σχετικά με τη διάκριση αυτή, αν και, καθώς φαίνεται, επιβεβαιώνεται από το κείμενο του άρθρου 2, παράγραφος 4. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο δ_, αποτελεί επίσης ένδειξη ότι υφίσταται διαφορά μεταξύ των σχετικών με τη γεωγραφική προέλευση προϋποθέσεων που προβλέπονται από το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχεία α_ και β_, αλλά, εφόσον η σχετική επιταγή διατυπώνεται με την ίδια φρασεολογία στο πρώτο εδάφιο καθενός των ανωτέρω εδαφίων, η προέλευση της διαφοράς αυτής δεν είναι προφανής. Εντούτοις, αν θεωρηθεί εξ υποθέσεως ότι αυτό στο οποίο συμφώνησαν όλοι οι διάδικοι που υπέβαλαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ορθό, θεωρώ ότι η Επιτροπή μπορεί πράγματι να καταχωρίσει ονομασία ως γεωγραφική ένδειξη όταν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τής ζητεί κάτι τέτοιο, ακόμα και όταν βάσει των σχετικών στοιχείων δεν προβλέπεται να προέρχονται όλες οι πρώτες ύλες από την οικεία γεωγραφική περιοχή, εφόσον βέβαια πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο β_, ιδίως εφόσον το προϊόν ή το τρόφιμο έχει μια συγκεκριμένη ποιότητα, φήμη ή άλλα χαρακτηριστικά που μπορούν να αποδοθούν στη γεωγραφική αυτή καταγωγή του.
62. Όσον αφορά την υποχρέωση πληρώσεως των όρων του άρθρου 14, στα προβλεπόμενα από την εν λόγω διάταξη στοιχεία πρέπει να περιλαμβάνεται και η οριοθέτηση της γεωγραφικής περιοχής . Εφόσον δεν υφίστανται ενδείξεις σχετικά με τη διάπραξη προδήλου σφάλματος, κατά την άποψή μου η Επιτροπή δικαιούται να δέχεται τον εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους προσδιορισμό της σχετικής περιοχής, εφόσον οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αυτού μπορούν καλύτερα να προσδιορίσουν την περιοχή αυτή, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά όσον αφορά την παραγωγή και την εμπορία . Στην παρούσα υπόθεση δεν υφίσταται υπόδειξη περί μη πληρώσεως των λοιπών προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 4.
63. Εξ αυτών συμπεραίνω ότι η Επιτροπή επιτέλεσε το καθήκον της να εξακριβώσει την τυπική τήρηση των άρθρων 2 και 4 του κανονισμού πριν προβεί στην καταχώριση της ονομασίας «Spreewälder Gurken» ως γεωγραφικής ενδείξεως.
64. Η εναγομένη διατείνεται επίσης ότι η Επιτροπή έπρεπε να βεβαιωθεί ότι η σχετική ονομασία δεν κατέστη κοινή.
65. Από τη διατύπωση του άρθρου 17, παράγραφος 2, προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να προβαίνει σε καταχώριση κοινής ονομασίας στο πλαίσιο της απλοποιημένης διαδικασίας του άρθρου 17 (ούτε, ασφαλώς, μπορεί να ενεργεί με τον τρόπο αυτό με βάση τη συνήθη διαδικασία, καθόσον το άρθρο 3, παράγραφος 1, απαγορεύει την καταχώριση ονομασιών που έχουν καταστεί κοινές). Εντούτοις, δεν πιστεύω ότι αποτέλεσμα τούτου είναι η υποχρέωση της Επιτροπής να εξετάζει αυτεπαγγέλτως, κάθε φορά που της ζητείται καταχώριση ονομασίας βάσει του άρθρου 17, ότι η οικεία ονομασία δεν είναι κοινή .
66. Κατά την άποψή μου, η υποχρέωση διενεργείας της εξετάσεως αυτής υφίσταται μόνο στην περίπτωση εκείνη στην οποία, πριν από τη δυνάμει του άρθρου 17 υποβολή αιτήσεως καταχωρίσεως κάποιου συγκεκριμένου ονόματος ενός γεωργικού προϊόντος ή ενός τροφίμου ως ονομασίας προελεύσεως ή γεωγραφικής ενδείξεως, η Επιτροπή έχει λάβει ανακοίνωση εκ μέρους κράτους μέλους ότι η ως άνω ονομασία μπορεί να είναι κοινή.
67. Τον Ιούλιο του 1992 η Επιτροπή ζήτησε από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού να προσδιορίσουν τις ονομασίες προϊόντων οι οποίες, κατά τα κράτη αυτά, μπορούσαν να θεωρηθούν ως κοινές ονομασίες. Τα κράτη μέλη απάντησαν υποβάλλοντας διάφορες προτάσεις . Επομένως, η Επιτροπή διέθετε έναν κατάλογο ονομασιών οι οποίες θεωρούνταν από ένα τουλάχιστον κράτος ως κοινές.
68. Αν και το αγγλικό κείμενο της 13ης αιτιολογικής σκέψεως του κανονισμού - που δεν αντιστοιχεί σε καμία ουσιαστική διάταξη του ίδιου του κανονισμού - αναφέρει ότι «the registration procedure should enable any person individually and directly concerned in a Member State to exercise his rights by notifying the Commission of his opposition», προκύπτει σαφώς από τις άλλες γλωσσικές αποδόσεις ότι τέτοιες κοινοποιήσεις μπορούν να γίνονται μόνο μέσω του οικείου κράτους μέλους [το ελληνικό κείμενο έχει ως εξής: «η διαδικασία καταχώρισης πρέπει να επιτρέπει σε κάθε πρόσωπο που είναι ατομικά και άμεσα ενδιαφερόμενο να μπορεί να ασκεί τα δικαιώματά του, κοινοποιώντας την ένστασή του διά του κράτους μέλους στην Επιτροπή». Επομένως, δεν πιστεύω ότι ιδιώτης μπορεί να υποβάλει κοινοποίηση στην Επιτροπή αναφέρουσα ότι είναι δυνατό να είναι κοινή μια ονομασία της οποίας ζητείται η καταχώριση .
69. Επομένως, αν ζητηθεί από κράτος μέλος η καταχώριση ονομασίας που η Επιτροπή γνωρίζει ότι θεωρείται κοινή, η Επιτροπή υποχρεούται πριν την καταχωρίσει να εξακριβώσει, ενόψει των στοιχείων τα οποία το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού επιβάλλει να λαμβάνονται υπόψη, αν η ονομασία αυτή είναι στην πραγματικότητα κοινή. Αν η Επιτροπή καταχωρίσει την ονομασία χωρίς να λάβει δεόντως υπόψη όλα αυτά τα στοιχεία, η καταχώριση θα είναι άκυρη . Κάτι τέτοιο συνέβη στην υπόθεση του τυριού Φέτα .
70. Ωστόσο, όταν υποβάλλεται στην Επιτροπή αίτηση βάσει του άρθρου 17 για καταχώριση ονομασίας ως ονομασίας προελεύσεως ή ως γεωγραφικής ενδείξεως και η Επιτροπή δεν έχει λάβει αναφορά ότι η εν λόγω ονομασία θεωρείται ότι είναι κοινή από ένα τουλάχιστον κράτος μέλος, δεν πιστεύω ότι είναι υποχρεωμένη να εξετάσει αν η ονομασία αυτή είναι πράγματι κοινή.
71. Σημειώνω ότι η κατάσταση μπορεί να είναι διαφορετική όταν πρόκειται για αίτηση καταχωρίσεως με βάση τη συνήθη διαδικασία, καθόσον, δυνάμει του άρθρου 7 του κανονισμού, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν ενστάσεις κατά της προτεινόμενης καταχωρίσεως κατά τη διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας με την αιτιολογία ότι η ονομασία της οποίας ζητείται η καταχώριση είναι από τη φύση της κοινή . Αν ένα κράτος μέλος υποβάλει μια τέτοια ένσταση και τα κράτη μέλη δεν μπορούν να συμφωνήσουν μεταξύ τους, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σε συνεργασία με την προαναφερθείσα επιτροπή, πρέπει να λάβει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού. Για να λάβει την απόφαση αυτή η Επιτροπή, υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξακριβώσει ότι η ονομασία δεν είναι πράγματι κοινή.
Έχει καθιερωθεί με τη χρήση η ονομασία «Spreewälder Gurken»;
72. Το εθνικό δικαστήριο έχει την άποψη ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 17 του κανονισμού διαδικασία καταχωρίσεως δεν έπρεπε να εφαρμοστεί όσον αφορά την ονομασία «Spreewälder Gurken», διότι η εν λόγω ονομασία ούτε «είχε καθιερωθεί με τη χρήση» ούτε «προστατευόταν νομίμως» ως γεωγραφική ένδειξη υπό την έννοια του κανονισμού. Δεν προστατευόταν νομίμως διότι δεν υφίστατο κανένα τυπικό νομικό σύστημα προστασίας των γεωγραφικών ενδείξεων στη Γερμανία. Δεν είχε καθιερωθεί με τη χρήση, έτσι ώστε να είναι δυνατή η καταχώρισή της βάσει του άρθρου 17, διότι η ονομασία αυτή προσδιόριζε από αιώνες για τους καταναλωτές προϊόντα καλλιεργούμενα στο κατά κυριολεξία Spreewald και όχι προϊόντα προερχόμενα από κάποια ευρύτερη οικονομική περιοχή.
73. Η Γερμανική Κυβέρνηση διατείνεται ότι η ονομασία «Spreewälder Gurken» αναμφισβήτητα «έχει καθιερωθεί με τη χρήση». Είναι γνωστή για αιώνες στους καταναλωτές ως προσδιορίζουσα αγγουράκια από το Spreewald. Η ονομασία αφορά όχι μόνο προϊόντα καλλιεργούμενα στο κατά κυριολεξία Spreewald αλλά και καλλιεργούμενα στην οικεία οικονομική ζώνη στο σύνολό της, η οποία περιλαμβάνει και τις γειτνιάζουσες με το Spreewald περιοχές. Τα υφιστάμενα επεξεργασία στην οικονομική ζώνη του Spreewald αγγουράκια είναι γνωστά με τον προσδιορισμό αυτό για δεκαετίες. Βάσει του άρθρου 17, εναπόκειται στα κράτη μέλη να εξακριβώνουν αν πληρούνται οι προϋποθέσεις καταχωρίσεως βάσει του κανονισμού. Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι κάθε αίτηση δεν καταχωρίζεται αυτομάτως. Εξετάζεται από την επιτροπή περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 15 και ελέγχεται από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που επικουρείται από μια επιστημονική επιτροπή.
74. Η Επιτροπή φρονεί ότι δεν εναπόκειται στην ίδια να εξετάζει αν και σε ποιο βαθμό έχει «καθιερωθεί με τη χρήση» μια ονομασία την οποία κοινοποιεί κράτος μέλος. Το άρθρο 17, παράγραφος 2, επιβάλλει στην Επιτροπή απλώς να εξακριβώνει ότι οι κοινοποιούμενες σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, ονομασίες πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 2 και 4. Το αν μία ονομασία «έχει καθιερωθεί με τη χρήση» αποτελεί πάντοτε υπόθεση του οικείου κράτους μέλους.
75. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή σημειώνει ότι στη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος αναφέρεται ότι «Spreewälder Gurken» είναι μια ονομασία γνωστή στους καταναλωτές για αιώνες, η οποία προσδιορίζει, έναντί τους, αγγουράκια προερχόμενα από το Spreewald. Το γεγονός ότι το αιτούν δικαστήριο σημειώνει ότι η εν λόγω ονομασία αφορά προϊόντα καλλιεργούμενα στο κατά κυριολεξία Spreewald και όχι τα προερχόμενα από την οικονομική ζώνη του Spreewald δεν έχει σημασία. Δεν εναπόκειται στην Επιτροπή να εξακριβώσει την οικεία γεωγραφική περιφέρεια όσον αφορά ονομασία που έχει καθιερωθεί με τη χρήση.
76. Συμφωνώ με τις παρατηρήσεις της Γερμανικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής. Η διατύπωση του άρθρου 17, παράγραφος 1, το οποίο επιτάσσει στα κράτη μέλη να ανακοινώνουν στην Επιτροπή «ποιες από τις ονομασίες που έχουν καθιερωθεί με τη χρήση επιθυμούν να καταχωρίσουν», σημαίνει ότι εναπόκειται στο οικείο κράτος μέλος να προσδιορίσει αν μια ονομασία της οποίας ζητήθηκε η καταχώριση σε εθνικό επίπεδο έχει καθιερωθεί με τη χρήση. Θα ήταν εντελώς αδύνατο να υποχρεωθεί η Επιτροπή να εξετάζει την ακρίβεια του στοιχείου αυτού. Και πάλι, οι αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους βρίσκονται σε καλύτερη θέση να προβούν στην αναγκαία εκτίμηση.
77. Εντούτοις, επαναλαμβάνω τις παρατηρήσεις που εξέθεσα στο σημείο 50 ανωτέρω όσον αφορά το ότι έχει ουσιώδη σημασία να έχουν οι τρίτοι τη δυνατότητα να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους σε εθνικό επίπεδο σχετικά με ονομασίες τις οποίες το κράτος μέλος προτίθεται να υποβάλει στη Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, και να προβλέπει η εθνική νομοθεσία κάποια σχετική διαδικασία προσφυγής όταν η αρμόδια αρχή ενεργεί κατά παράβαση του κανονισμού.
αραπλανεί τους καταναλωτές η καταχώριση της ονομασίας «Spreewälder Gurken»;
78. Το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι τα στοιχεία όσον αφορά τόσο τη γεωγραφική περιοχή όσο και το ποσοστό μέχρι του οποίου επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται αγγουράκια από άλλες περιοχές δεν ανταποκρίνονται προς τις προσδοκίες των καταναλωτών έναντι της σημασίας της ονομασίας «Spreewälder Gurken». Η καταχώριση της ονομασίας και, επομένως, η νομοθετική πράξη με την οποία πραγματοποιήθηκε η εν λόγω καταχώριση επιτείνουν την παραπλάνηση του καταναλωτή, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να ήταν η πρόθεση του νομοθέτη.
79. Η Γερμανική Κυβέρνηση διατείνεται ότι το κοινό θεωρεί ότι τα αγγουράκια του Spreewald προέρχονται από την ως άνω οικονομικογεωγραφική ζώνη. Όσον αφορά το ποσοστό μέχρι το οποίο επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται αγγουράκια προερχόμενα από άλλες περιοχές εκτός του κατά κυριολεξία Spreewald, τούτο δεν έχει σημασία για την καταχώριση της σχετικής ονομασίας ως γεωγραφικής ενδείξεως σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο β_, του κανονισμού.
80. Η Επιτροπή σημειώνει ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο β_, δεύτερη περίπτωση, για να έχει ένα προϊόν μια γεωγραφική ένδειξη αρκεί «η παραγωγή ή/και η μεταποίηση ή/και η επεξεργασία [του να] πραγματοποιούνται στην οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή». Επομένως, δεν απαιτείται οι πρώτες ύλες να προέρχονται από την οικεία γεωγραφική περιοχή, εφόσον το τελικό προϊόν, για παράδειγμα, τυγχάνει επεξεργασίας εκεί.
81. Ασφαλώς, η επικύρωση της παραπλανήσεως των καταναλωτών δεν μπορεί να είναι πρόθεση του νομοθέτη. ράγματι, το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού που απαγορεύει την καταχώριση ονομασίας προελεύσεως ή γεωγραφικής ενδείξεως όταν, λαμβανομένης υπόψη της φήμης ενός εμπορικού σήματος, του γεγονότος ότι αυτό είναι ευρύτερα γνωστό και της διάρκειας χρησιμοποιήσεώς του, η καταχώριση θα μπορούσε να παραπλανήσει τον καταναλωτή όσον αφορά την πραγματική ταυτότητα του προϊόντος μπορεί να θεωρηθεί ότι εκφράζει μια γενική αρχή επ' αυτού. Όμως, δεν θεωρώ ότι η καταχώριση της ονομασίας «Spreewälder Gurken» ως γεωγραφικής ενδείξεως οδηγεί σε παραπλάνηση των καταναλωτών όπως αφήνει να εννοηθεί το αιτούν δικαστήριο. Αν ληφθεί εξ υποθέσεως ως βάση το ότι η εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο β_, είναι ορθή, περί της οποίας έγινε λόγος ανωτέρω , θεωρώ ότι το γεγονός ότι επιτρέπεται η χρησιμοποίηση μέχρις ενός ποσοστού πρώτων υλών μη προερχομένων από τη σχετική γεωγραφική περιοχή δεν επηρεάζει το κύρος της καταχωρίσεως της ονομασίας ως γεωγραφικής ενδείξεως βάσει του κανονισμού 2801/92, εφόσον πληρούνται οι όροι του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο β_. Όσον αφορά την έκταση της γεωγραφικής περιοχής, εξέθεσα ήδη την άποψη ότι εναπόκειται στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να προσδιορίσει τη γεωγραφική περιοχή την οποία αφορά μια γεωγραφική ένδειξη.
82. Εντούτοις, η εθνική διαδικασία η οποία προηγείται της εκ μέρους των αρμόδιων αρχών υποβολής αιτήσεως στην Επιτροπή να καταχωρίσει μια ονομασία πρέπει να εγγυάται, όπως προανέφερα , τη δυνατότητα των εχόντων έννομο συμφέρον τρίτων να προβάλλουν ενστάσεις έναντι μιας προτεινόμενης υποβολής σχετικής αιτήσεως και να προσφεύγουν ενώπιον των δικαστηρίων κατά κάθε αιτήσεως που υποβλήθηκε κατά παράβαση της επιταγής αυτής.
ρόταση
83. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι στο ερώτημα που υπέβαλε το Landgericht Hamburg πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«Από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού (EK) 590/1999 της Επιτροπής, της 18ης Μαρτίου 1999, για τη συμπλήρωση του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) 1107/96 της Επιτροπής, σχετικά με την καταχώριση των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92, καθόσον με αυτόν καταχωρίζεται η ονομασία "Spreewälder Gurken".»
Full & Egal Universal Law Academy