Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως βάλλει κατά της αποφάσεως του ρωτοδικείου με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή περί ακυρώσεως της αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου περί επιβολής στον αναιρεσείοντα της πειθαρχικής ποινής του υποβιβασμού .
2. Ενώπιον του ρωτοδικείου, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι η απόφαση του Κοινοβουλίου ήταν άκυρη, μεταξύ άλλων διότι είχε ληφθεί μετά την εκπνοή των προθεσμιών του άρθρου 7, πρώτο και τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΧ του ΚΥΚ .
3. Το βασικό νομικό ζήτημα στο πλαίσιο της αναιρέσεως έγκειται στο αν η μη συμμόρφωση προς τις προθεσμίες αυτές ή η μη διεξαγωγή της διαδικασίας εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος μπορεί να επηρεάσει το κύρος της πειθαρχικής κυρώσεως που επιβάλλεται βάσει του ΚΥΚ.
Οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις
4. Το παράρτημα ΙΧ του ΚΥΚ θεσπίζει κανόνες για τη διεξαγωγή των πειθαρχικών διαδικασιών. Οι διαδικασίες αυτές έχουν τρία στάδια.
5. ρώτον, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) εξετάζει τα προσαπτόμενα πραγματικά περιστατικά και καταρτίζει έκθεση η οποία διαβιβάζεται στον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου . Η ΑΔΑ μπορεί να διεξαγάγει έρευνα προκειμένου να εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά πριν καταρτίσει την έκθεσή της. Δεύτερον, το ζήτημα εξετάζεται ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου. Ο πρόεδρος του συμβουλίου ορίζει ένα από τα μέλη του προκειμένου αυτό να συντάξει γενική έκθεση επί της υποθέσεως . Αν το πειθαρχικό συμβούλιο κρίνει ότι χρειάζεται περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία ή τις περιστάσεις που την προκάλεσαν, μπορεί να προβεί σε εξέταση . Αφού εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά, το πειθαρχικό συμβούλιο απευθύνει αιτιολογημένη γνώμη προς την ΑΔΑ όσον αφορά το κατάλληλο πειθαρχικό μέτρο . Τρίτον, η ΑΔΑ αποφασίζει - λαμβάνοντας υπόψη την αιτιολογημένη γνώμη - ποια πειθαρχική ποινή πρέπει ενδεχομένως να επιβληθεί στον υπάλληλο .
6. Το άρθρο 7 του παραρτήματος ΙΧ τάσσει προθεσμίες για τη διεξαγωγή των πειθαρχικών διαδικασιών. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:
«Βάσει των προσκομισθέντων στον εισηγητή στοιχείων και λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, τις γραπτές ή προφορικές δηλώσεις του ενδιαφερομένου και των μαρτύρων, καθώς και τα αποτελέσματα της εξετάσεως στην οποία έχει προβεί, το πειθαρχικό συμβούλιο εκδίδει με πλειοψηφία αιτιλογημένη γνώμη για την κύρωση που κατά τη γνώμη του επισύρουν τα προσαπτόμενα και διαβιβάζει τη γνώμη αυτή στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και στον ενδιαφερόμενο, εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημέρα κατά την οποία επελήφθη της υποθέσεως. Η προθεσμία παρατείνεται σε τρεις μήνες, όταν το συμβούλιο προβαίνει σε έρευνα.
[...]
Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή λαμβάνει την απόφασή της εντός προθεσμίας ενός μηνός το αργότερο, κατόπιν ακροάσεως του ενδιαφερομένου.»
Το πραγματικό και νομικό πλαίσιο
7. Το πραγματικό και νομικό πλαίσιο της υποθέσεως, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως.
8. Ο Ζ (στο εξής: αναιρεσείων) ανέλαβε υπηρεσία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 1977. Κατά τον χρόνο των επίδικων πραγματικών περιστατικών (1988 έως 1995) εργαζόταν στη Γενική Διεύθυνση «Γραμματεία και γενικές υπηρεσίες» (ΓΔ Ι) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όπου ήταν υπεύθυνος για την υπηρεσία του ταχυδρομείου των μελών. Διορίστηκε κύριος υπάλληλος γραφείου βαθμού C 1 από 1ης Μα_ου 1989.
9. Το 1993 ένας υπάλληλος της υπηρεσίας της οποίας προ_στατο ο αναιρεσείων κατέθεσε καταγγελία στη Γενική Διεύθυνση της Γραμματείας, ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, ότι ο αναιρεσείων είχε προβεί σε σεξουαλική παρενόχληση. Κατόπιν διερευνήσεως της καταγγελίας αυτής, ο Γενικός Διευθυντής της Γραμματείας κατέληξε, με έγγραφο της 16ης Σεπτεμβρίου 1993, ότι δεν υπήρχαν επαρκείς αποδείξεις για τις προσαπτόμενες πράξεις.
10. Μια ακόμη καταγγελία υποβλήθηκε τον Δεκέμβριο του 1994 στον πρόεδρο της επιτροπής προσωπικού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Στην καταγγελία αυτή, τρεις μόνιμοι υπάλληλοι απασχολούμενοι στη Γραμματεία διατύπωσαν πλείονες αιτιάσεις σχετικές με τη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος στις επαγγελματικές του σχέσεις. Με έγγραφο της 27ης Ιανουαρίου 1995, ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου ανέθεσε στον διευθυντή προσωπικού να εξετάσει τις αιτιάσεις αυτές στο πλαίσιο διοικητικής έρευνας.
11. Η από 2 Ιουνίου 1995 έκθεση κατόπιν της διεξαγωγής διοικητικής έρευνας, η οποία κάλυπτε και την υποβληθείσα το 1993 καταγγελία, εξέθετε ότι από την εξέταση προέκυψε ότι ο αναιρεσείων είχε υποπέσει στα εξής παραπτώματα:
- κακόβουλη συμπεριφορά εις βάρος υπαλλήλων εργαζομένων υπό τις εντολές του,
- σεξουαλική παρενόχληση,
- εμπόριο μεταχειρισμένων οχημάτων χωρίς προηγούμενη άδεια και χρησιμοποίηση προς τούτο των μέσων του θεσμικού οργάνου (τηλέφωνο, γκαράζ),
- ανεπαρκής οργάνωση της υπηρεσίας ταχυδρομείου των μελών και
- υπεξαίρεση μέρους της αλληλογραφίας.
Βάσει των διαπιστώσεων αυτών, προτάθηκε με την έκθεση να κινηθεί πειθαρχική διαδικασία κατά του αναιρεσείοντος. Σύμφωνα με το άρθρο 87 του ΚΥΚ, ο αναιρεσείων πληροφορήθηκε το περιεχόμενο της εκθέσεως και η ΑΔΑ προέβη σε ακρόαση του αναιρεσείοντος στις 7 Ιουλίου 1995. Τα πρακτικά της ακροάσεως του γνωστοποιήθηκαν. Κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις στις 10 Ιουλίου 1995.
12. Στις 31 Αυγούστου 1995 η ΑΔΑ αποφάσισε να κινήσει πειθαρχική διαδικασία κατά του αναιρεσείοντος και να υποβάλει το ζήτημα στην κρίση του πειθαρχικού συμβουλίου. Συγχρόνως, ο αναιρεσείων τέθηκε σε αργία δυνάμει του άρθρου 88 του ΚΥΚ, αλλά χωρίς μείωση των αποδοχών του.
13. Την ίδια ημέρα η απόφαση της ΑΔΑ διαβιβάστηκε στο πειθαρχικό συμβούλιο. Με έγγραφο της 11ης Δεκεμβρίου 1995 προς το πειθαρχικό συμβούλιο, ο αναιρεσείων σχολίασε την από 2 Ιουνίου 1995 έκθεση κατόπιν της διεξαγωγής διοικητικής έρευνας. Το πειθαρχικό συμβούλιο εξέτασε μάρτυρες παρουσία του αναιρεσείοντος και του συνηγόρου του στις 18 Δεκεμβρίου 1995, στις 31 Ιανουαρίου 1996, στις 5 Μαρτίου 1996 και στις 23 Απριλίου 1996. Το πειθαρχικό συμβούλιο άκουσε τον αναιρεσείοντα και τον συνήγορό του στις 25 Ιουλίου 1996.
14. Στις 3 Σεπτεμβρίου 1996 το πειθαρχικό συμβούλιο εξέδωσε την αιτιολογημένη γνώμη του. Με τη γνώμη αυτή, η οποία παρατίθεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, διαπίστωσε ότι υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με οριμένες από τις εις βάρος του αναιρεσείοντος αιτιάσεις, μεταξύ των οποίων οι περί κακόβουλης συμπεριφοράς, περί σεξουαλικής παρενοχλήσεως, περί χρησιμοποιήσεως των μέσων του Κοινοβουλίου για εμπορία μεταχειρισμένων οχημάτων και περί ανεπαρκούς οργανώσεως της υπηρεσίας του ταχυδρομείου των μελών. Για τους λόγους αυτούς, το πειθαρχικό συμβούλιο συνέστησε την παύση του αναιρεσείοντος σύμφωνα με το άρθρο 86, παράγραφος 2, στοιχείο στ_, του ΚΥΚ, χωρίς μείωση ωστόσο των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων.
15. Αφού άκουσε τον αναιρεσείοντα στις 3 Οκτωβρίου 1996, σύμφωνα με το άρθρο 7 του παραρτήματος ΙΧ του ΚΥΚ, η ΑΔΑ αποφάσισε στις 28 Οκτωβρίου 1996 να υποβιβάσει τον αναιρεσείοντα από τον βαθμό C 1, κλιμάκιο 4, στον βαθμό C 5, κλιμάκιο 1. Η απόφαση κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα (στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση) με έγγραφο της 28ης Οκτωβρίου 1996. Με το έγγραφο αυτό η ΑΔΑ εξήγησε ότι είχε λάβει υπόψη ορισμένες ελαφρυντικές περιστάσεις - κυρίως ότι τα καθήκοντα των οποίων η άσκηση είχε ανατεθεί στον αναιρεσείοντα υπερέβαιναν κατά πολύ τον βαθμό και τις ικανότητές του και ότι οι εκθέσεις βαθμολογίας του ήσαν θετικές παρά το γεγονός ότι οι ιεραρχικώς προϊστάμενοί του γνώριζαν ορισμένα τουλάχιστον από τα προβλήματα της υπηρεσίας ταχυδρομείου των μελών - και ότι λόγω των περιστάσεων αυτών είχε αποφασίσει να τον υποβιβάσει και όχι να τον παύσει.
16. Η προσβαλλομένη απόφαση της ΑΔΑ γνωστοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα στις 30 Οκτωβρίου 1996. Στις 30 Ιανουαρίου 1997 ο αναιρεσείων υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως αυτής την οποία απέρριψε η ΑΔΑ με έγγραφο της 20ής Μα_ου 1997.
17. Από τα περιστατικά αυτά προκύπτει σαφώς και οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ότι η πειθαρχική διαδικασία υπερέβη τις προθεσμίες του άρθρου 7 του παραρτήματος ΙΧ του ΚΥΚ. Το πειθαρχικό συμβούλιο χρειάστηκε δώδεκα περίπου μήνες (από τις 31 Αυγούστου 1995 έως τις 3 Σεπτεμβρίου 1996) για να εκδώσει την αιτιολογημένη γνώμη του, ήτοι 9 μήνες περισσότερο από το διάστημα που προβλέπει το πρώτο εδάφιο του άρθρου 7. Η ΑΔΑ εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ένα μήνα και 25 ημέρες αφότου έλαβε την αιτιολογημένη γνώμη, ήτοι 25 ημέρες μετά την εκπνοή της προθεσμίας του τρίτου εδαφίου του άρθρου 7.
18. ροστίθεται ότι, κατόπιν της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο αναιρεσείων μετατέθηκε σε διαφορετική υπηρεσία εντός της διοικήσεως του Κοινοβουλίου και ότι ο αναιρεσείων δεν αντιτάχθηκε σε τούτο.
Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση
19. Ο αναιρεσείων προσέβαλε την από 28 Οκτωβρίου 1996 απόφαση της ΑΔΑ ενώπιον του ρωτοδικείου. Κατά τη δίκη εκείνη προέβαλε ορισμένους ισχυρισμούς, μεταξύ των οποίων ότι η απόφαση ήταν παράνομη διότι ελήφθη μετά την εκπνοή των προθεσμιών του άρθρου 7 του παραρτήματος ΙΧ.
20. Το ρωτοδικείο απέρριψε όλους αυτούς τους ισχυρισμούς.
21. Όσον αφορά το ζήτημα της καθυστερήσεως, το ρωτοδικείο αναφέρθηκε, αφενός, στις αποφάσεις του Δικαστηρίου Van Eick κατά Επιτροπής, F. κατά Επιτροπής, και Μ. κατά Συμβουλίου και, αφετέρου, στις δικές του αποφάσεις De Compte κατά Κοινοβουλίου, D κατά Επιτροπής και Daffix κατά Επιτροπής . Βασιζόμενο στη νομολογία αυτή, το ρωτοδικείο έκρινε ότι: «[...] κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου [...], οι προθεσμίες του άρθρου 7 του παραρτήματος ΙΧ δεν είναι ανατρεπτικές, αλλ' αποτελούν κανόνες χρηστής διοικήσεως, η μη τήρηση των οποίων μπορεί να συνεπάγεται την ευθύνη του οργάνου για τη ζημία που έχει ενδεχομένως προκληθεί στους ενδιαφερομένους, χωρίς να επηρεάζει, αυτή καθεαυτή, το κύρος της πειθαρχικής κυρώσεως που επιβλήθηκε μετά την παρέλευσή τους. [...] Καίτοι αληθεύει ότι το ρωτοδικείο έκρινε [...] ότι η μη τήρηση των εν λόγω προθεσμιών μπορεί να επισύρει και την ακυρότητα της πράξεως που εκδόθηκε εκπροθέσμως, η νομολογία αυτή δεν έχει την έννοια ότι κάθε υπέρβαση της προθεσμίας κολάζεται αυτομάτως με ακυρότητα. [...] Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι μόνον η συνδρομή ιδιαιτέρων περιστάσεων μπορεί να επηρεάσει, σε ειδικές περιπτώσεις, το κύρος εκπροθέσμως επιβληθείσας πειθαρχικής κυρώσεως» .
22. Χωρίς να διευκρινίσει ποιες μπορούσαν να είναι οι περιστάσεις αυτές, το ρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν ήταν δικαιολογημένη. Ο αναιρεσείων περιορίστηκε στον ισχυρισμό ότι δεν τηρήθηκαν οι προθεσμίες του άρθρου 7 του παραρτήματος ΙΧ και το Κοινοβούλιο ισχυρίστηκε - χωρίς ο αναιρεσείων να αντιλέξει - ότι η διαδικασία ήταν εξαιρετικά πολύπλοκη και καθυστέρησε λόγω της εξετάσεως πολυαρίθμων μαρτύρων. Επιπλέον, ο αναιρεσείων είχε τεθεί σε αργία χωρίς μείωση των αποδοχών του εκκρεμούσης της διοικητικής διαδικασίας και, κατόπιν της μεταθέσεώς του, είχε την ευκαιρία να αρχίσει νέα σταδιοδρομία σε νέα υπηρεσία .
Η αίτηση αναιρέσεως
23. Με την αίτηση αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του ρωτοδικείου, λόγω του ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα δεχόμενο ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν ήταν άκυρη, και να ακυρώσει την προσβαλλομένη απόφαση.
24. ρος στήριξη του αναιρετικού του αιτήματος, ο αναιρεσείων προβάλλει έναν και μόνον ισχυρισμό, αλλά επικαλείται πλείονα αυτοτελή επιχειρήματα. ρος διευκόλυνση της αναλύσεως, τα επιχειρήματα αυτά κατανέμονται σε τρεις ομάδες. Ο αναιρεσείων φρονεί ότι το ρωτοδικείο έπρεπε να ακυρώσει την προσβαλλομένη απόφαση διότι, πρώτον, εκδόθηκε μετά την εκπνοή των προθεσμιών του άρθρου 7 του παραρτήματος ΙΧ του ΚΥΚ, δεύτερον, το Κοινοβούλιο παραβίασε τις αρχές της επιμέλειας και της χρηστής διοικήσεως που εφαρμόζονται στις πειθαρχικές διαδικασίες και, τρίτον, το Κοινοβούλιο παρέβη το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ), κατά το οποίο κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα καθορισμού των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως εντός εύλογης προθεσμίας. Σχετικά με τα επιχειρήματα αυτά, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το ρωτοδικείο δεν εξέτασε τις ειδικές περιστάσεις της υποθέσεως προκειμένου να κρίνει αν η απόφαση της ΑΔΑ ήταν άκυρη, υπό το πρίσμα της νομολογίας του περί της καθυστερήσεως στις πειθαρχικές διαδικασίες.
25. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απαντά στο πρώτο επιχείρημα του αναιρεσείοντος ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι η υπέρβαση των προθεσμιών του άρθρου 7 του παραρτήματος ΙΧ δεν μπορεί να επισύρει την ακύρωση της αποφάσεως και ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν συνέτρεχαν ιδιαίτερες περιστάσεις δικαιολογούσες την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα, το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι, καθόσον ο αναιρεσείων επικαλείται τις αρχές της επιμέλειας και της χρηστής διοικήσεως ως αυτοτελές επιχείρημα, το επιχείρημα αυτό είναι απαράδεκτο δεδομένου ότι δεν προβλήθηκαν ειδικοί νομικοί λόγοι προς στήριξή του. Το επιχείρημα του αναιρεσείοντος που βασίζεται στην παράλειψη εξετάσεως των συγκεκριμένων περιστάσεων της υποθέσεως είναι ωσαύτως απαράδεκτο δεδομένου ότι ισοδυναμεί με αίτημα επανεξετάσεως των πραγματικών περιστατικών τα οποία εξέτασε το ρωτοδικείο. Τέλος, το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ δεν έχει εφαρμογή στις πειθαρχικές διαδικασίες που διεξάγονται βάσει του ΚΥΚ.
Επί του παραδεκτού
26. Με το δεύτερο επιχείρημά του, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα μη ακυρώνοντας την προσβαλλομένη απόφαση, διότι το Κοινοβούλιο δεν διεξήγαγε την εις βάρος του πειθαρχική διαδικασία εντός ευλόγου χρόνου, όπως απαιτούν οι αρχές της επιμελείας και της χρηστής διοικήσεως, και ότι το ρωτοδικείο δεν εξέτασε τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υποθέσεως.
27. Φρονώ ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς του Κοινοβουλίου, τα επιχειρήματα αυτά είναι παραδεκτά.
28. ρώτον, ο βασικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος είναι ότι το ρωτοδικείο δεν άντλησε τις ορθές έννομες συνέπεις από την καθυστέρηση της εις βάρος του πειθαρχικής διαδικασίας. Φρονώ ότι ο αναιρεσείων δικαιούται να προβάλει τον ισχυρισμό αυτόν εφόσον επιχειρεί να χαρακτηρίσει την καθυστέρηση ως παράβαση διαφόρων κανόνων ή παραβίαση διαφόρων αρχών. Κατά τη γνώμη μου, η έλλειψη αυτοτελούς και λεπτομερούς εξηγήσεως του τρόπου παραβάσεως των κανόνων ή παραβιάσεων των αρχών αυτών δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να καταστήσει απαράδεκτα τα εν λόγω επιχειρήματα.
29. Δεύτερον, η αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου περιορίζεται σε νομικά ζητήματα, σύμφωνα με το άρθρο 225 ΕΚ και με το άρθρο 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Μολονότι το Δικαστήριο μπορεί να παρέμβει αν το ρωτοδικείο εφάρμοσε κακώς το κοινοτικό δίκαιο, εφαρμόζοντας επί παραδείγματι εσφαλμένο νομικό κριτήριο επί ενός ζητήματος ή στηρίζοντας τα νομικά του συμπεράσματα σε ανεπαρκή αιτιολογία , δεν μπορεί να ελέγξει τις διαπιστώσεις του ρωτοδικείου περί των πραγματικών περιστατικών. Ωστόσο, το Δικαστήριο μπορεί να ελέγξει τη νομική αξιολόγηση ή τον νομικό χαρακτηρισμό των πρωτογενών πραγματικών περιστατικών στα οποία βασίζεται μια απόφαση του ρωτοδικείου . Εφόσον το ρωτοδικείο κρίνει ότι - υπό το φως των διαφόρων μέτρων που έλαβε το Κοινοβούλιο κατά την πειθαρχική διαδικασία που κατέληξε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως - οι προϋποθέσεις ακυρώσεως που τίθενται με τη νομολογία του δεν πληρούνται, η κρίση του αυτή αποτελεί, κατά την άποψή μου, νομική αξιολόγηση η οποία υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου.
Επί της ουσίας
30. Οι αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα κρίνοντας ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν ήταν άκυρη μολονότι η απόφαση αυτή, πρώτον, ελήφθη μετά την παρέλευση των προθεσμιών του άρθρου 7 του παραρτήματος ΙΧ του ΚΥΚ, δεύτερον, εκδόθηκε κατά παραβίαση των αρχών της επιμελείας και της χρηστής διοικήσεως που επιβάλλουν να διεξάγεται η πειθαρχική διαδικασία εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και, τρίτον, εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ.
31. Είναι σκόπιμο να εξεταστεί καθένα από τα επιχειρήματα αυτά χωριστά.
Το άρθρο 7 του παραρτήματος ΙΧ του ΚΥΚ
32. Το άρθρο 7 του παραρτήματος ΙΧ του ΚΥΚ παρέχει στο πειθαρχικό συμβούλιο προθεσμία ενός μήνα (παρατεινόμενη σε τρεις μήνες οσάκις διεξάγεται έρευνα) εντός της οποίας πρέπει να εκδώσει την αιτιολογημένη γνώμη του και παρέχει στην ΑΔΑ επιπλέον προθεσμία ενός μήνα για να λάβει την απόφασή της. Ο ΚΥΚ δεν προβλέπει ρητώς τις έννομες συνέπειες της υπερβάσεως των προθεσμιών αυτών και απόκειται στον κοινοτικό δικαστή να επιλύσει το ζήτημα.
33. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου και του ρωτοδικείου προκύπτει σαφώς ότι οι προθεσμίες του άρθρου 7 του παραρτήματος ΙΧ του ΚΥΚ δεν είναι ανατρεπτικές. Επομένως, το γεγονός ότι μια απόφαση εκδίδεται καθ' υπέρβαση μιας από τις προθεσμίες αυτές ή αμφοτέρων των προθεσμιών δεν επαρκεί αφ' εαυτού για να θίξει το κύρος της αποφάσεως αυτής .
34. Συμφωνώ απολύτως με τη νομολογία αυτή.
35. Οι πειθαρχικές διαδικασίες πρέπει, προς όφελος των θιγομένων υπαλλήλων και της κοινοτικής διοικήσεως, να ολοκληρώνονται το συντομότερο δυνατόν. Ωστόσο, η ταχύτητα δεν είναι το παν. Οι αποφάσεις επί πειθαρχικών ζητημάτων συχνά έχουν σοβαρές επιπτώσεις στο προσωπικό. Συνεπώς, είναι σημαντικό να βασίζονται οι αποφάσεις αυτές σε ορθά και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και να παρέχονται στα θιγόμενα άτομα όλες οι διαδικαστικές εγγυήσεις στην παροχή των οποίων σκοπεί ο ΚΥΚ. Δεν θα ήταν δυνατή η πλήρης συμμόρφωση προς όλες αυτές τις επιταγές αν δεν μπορούσε ποτέ να ληφθεί απόφαση μετά την εκπνοή των προθεσμιών του άρθρου 7 του παραρτήματος ΙΧ του ΚΥΚ. Μια πειθαρχική διαδικασία μπορεί να διαρκέσει περισσότερο, ιδίως οσάκις η διοίκηση πρέπει να εξετάσει πολύπλοκες και πολυάριθμες αιτιάσεις, οσάκις είναι αναγκαία η εξέταση πλειόνων μαρτύρων προκειμένου να διαπιστωθούν τα πραγματικά περιστατικά ή οσάκις ο υπάλληλος δεν ήταν σε θέση να παραστεί στις συνεδριάσεις λόγω ασθενείας.
36. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η άποψη αυτή αντιβαίνει στη νομολογία του Δικαστηρίου επί άλλων τομέων , κατά την οποία οι προθεσμίες πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά για λόγους ασφαλείας δικαίου και ίσης μεταχειρίσεως.
37. Δεν μπορώ να δεχθώ το επιχείρημα αυτό. Η νομολογία που παραθέτει ο αναιρεσείων αφορά την έναρξη των ενδίκων διαδικασιών ενώπιον του Δικαστηρίου και του ρωτοδικείου. Όπως επισημαίνει το Κοινοβούλιο, η νομολογία αυτή δεν μπορεί να εφαρμόζεται κατ' αναλογία στις προθεσμίες των πειθαρχικών διαδικασιών. Είναι αληθές ότι η αυστηρή τήρηση των προθεσμιών του άρθρου 7 του παραρτήματος ΙΧ θα παρείχε στο προσωπικό τη δυνατότητα να προβλέπουν το ανώτατο διάστημα κατά το οποίο θα έπρεπε να αναμένουν την έκδοση αποφάσεως. Ωστόσο, τούτο δεν θα προωθούσε την ασφάλεια δικαίου ή την ίση μεταχείριση, δεδομένου ότι οι χρονικοί περιορισμοί που θα επιβάλλονταν στη διοίκηση θα αύξαναν τον κίνδυνο εκδόσεως πλημμελών νομικώς αποφάσεων.
38. Συνεπώς, φρονώ ότι το πρώτο επιχείρημα του αναιρεσείοντος πρέπει ν' απορριφθεί. Το ρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε νομικό σφάλμα κρίνοντας ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν ήταν άκυρη απλώς και μόνο διότι ελήφθη μετά την εκπνοή της προθεσμίας του άρθρου 7 του παραρτήματος ΙΧ του ΚΥΚ.
Οι αρχές της χρηστής διοικήσεως και το καθήκον διεξαγωγής της διαδικασίας εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος
39. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα διότι δεν ακύρωσε την προσβαλλομένη απόφαση λόγω του ότι το Κοινοβούλιο δεν διεξήγαγε την εις βάρος του πειθαρχική διαδικασία εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος όπως επιτάσσουν οι αρχές της επιμέλειας και της χρηστής διοικήσεως.
40. Αναγνωρίζεται ως αφετηρία της εξετάσεως του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι η αργή διοίκηση είναι κακή διοίκηση. Είναι αναμφίβολο ότι οι αρχές της χρηστής διοικήσεως επιβάλλουν στην κοινοτική διοίκηση την υποχρέωση, σε όλες τις διαδικασίες που μπορεί να καταλήξουν στη λήψη μέτρου που θίγει τα συμφέροντα ενός ή περισσοτέρων ατόμων, να αποφεύγει τις αδικαιολόγητες καθυστερήσεις και να εξασφαλίζει τη διεξαγωγή εκάστου σταδίου της διαδικασίας εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος μετά το προηγούμενο στάδιο . Επισημαίνεται συναφώς ότι η επιτροπή των υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης αναγνώρισε ότι η υποχρέωση λήψεως διοικητικών αποφάσεων εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος αποτελεί μια από τις βασικές αρχές που πρέπει να διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της διοικήσεως και ότι ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής επεσήμανε ότι η δυνάμενη να αποφευχθεί καθυστέρηση αντιβαίνει στις αρχές της χρηστής διοικήσεως . Επιπλέον, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης , ενώ δεν είναι από μόνος του νομικώς δεσμευτικός, περιέχει μια γενικώς αναγνωρισμένη αρχή στο άρθρο του 41, παράγραφος 1, όπου προβλέπει ότι «κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης».
41. Επιπλέον, η υποχρέωση διεξαγωγής διαδικασιών εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος έχει ιδιάζουσα σπουδαιότητα στις πειθαρχικές διαδικασίες, δεδομένου ότι οι υποβαλλόμενοι στις διαδικασίες αυτές μπορούν να απολέσουν όλο το εισόδημά τους ή μέρος αυτού κατά τη διάρκεια της θέσεώς τους σε διαθεσιμότητα και θα βρίσκονται σε κατάσταση αβεβαιότητας ως προς τη συνέχιση της απασχολήσεώς τους στη διοίκηση ενώ εκκρεμεί η διαδικασία.
42. Επομένως, δεν εκπλήσσει το ότι το ρωτοδικείο έχει δεχθεί ότι υπάρχει υποχρέωση διεξαγωγής πειθαρχικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Έτσι, στην υπόθεση De Compte κατά Κοινοβουλίου ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι μια πειθαρχική κύρωση έπρεπε να ακυρωθεί διότι η απόφαση που την επέβαλε είχε ληφθεί μετά την εκπνοή των προθεσμιών του άρθρου 7, πρώτο και τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΧ του ΚΥΚ. Το ρωτοδικείο δέχθηκε ότι, «καίτοι αληθεύει ότι οι προθεσμίες αυτές δεν είναι αποκλειστικές, [...] από το ενδιαφέρον του κοινοτικού νομοθέτη για χρηστή διοίκηση συνάγεται ότι οι πειθαρχικές αρχές υποχρεούνται να διεξάγουν με επιμέλεια την πειθαρχική διαδικασία και να ενεργούν κατά τρόπο ώστε κάθε διωκτική πράξη να συντελείται εντός εύλογης προθεσμίας σε σχέση με την προηγούμενη πράξη» .
43. Η ύπαρξη υποχρεώσεως διεξαγωγής πειθαρχικών διαδικασιών εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος ενισχύεται και από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Κατά της αποφάσεως του ρωτοδικείου στην υπόθεση De Compte ασκήθηκε αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου . Αντιθέτως προς το ρωτοδικείο, το Δικαστήριο δεν έκρινε ρητώς ότι υπήρχε υποχρέωση διεξαγωγής πειθαρχικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Ωστόσο, επισήμανε, χωρίς αποδοκιμασία, ότι το ρωτοδικείο είχε αναγνωρίσει «την αρχή ότι κάθε διωκτική πράξη πρέπει να συντελείται εντός εύλογης προθεσμίας σε σχέση με την προηγηθείσα πράξη» και βάσει αυτού έκρινε ότι το ρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε νομικό σφάλμα κρίνοντας ότι η διεξαχθείσα εις βάρος του αναιρεσείοντος διαδικασία είχε ακολουθήσει, κατ' αρχήν, τη συνήθη πορεία .
44. Δεδομένου ότι υφίσταται καθήκον διεξαγωγής της διοικητικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, ανακύπτει επομένως το ζήτημα ποια ένδικα βοηθήματα πρέπει να παρέχονται στις περιπτώσεις που η διοίκηση δεν εκπληρώνει το καθήκον αυτό.
45. Ο κοινοτικός δικαστής έχει ήδη εξετάσει το ζήτημα αυτό σε ορισμένους τομείς του κοινοτικού δικαίου. Στους περισσότερους από τους τομείς αυτούς, τα κοινοτικά δικαστήρια έχουν κρίνει ότι, ενώ η καθυστέρηση σε πειθαρχικές διαδικασίες μπορεί να ασκεί επιρροή για να καθοριστεί αν η κοινοτική διοίκηση έχει παραβιάσει τις αρχές της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ή έχει προσβάλει τα δικαιώματα άμυνας του ενδιαφερομένου, δεν μπορεί από μόνη της να δικαιολογήσει την ακύρωση διοικητικών αποφάσεων.
46. Έτσι, με την απόφαση Picciolo κατά Επιτροπής , το Δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι η παράλειψη της κοινοτικής διοικήσεως να καταρτίζει περιοδικώς έκθεση βαθμολογίας εντός των προθεσμιών που καθορίζει ο ΚΥΚ «μπορεί μεν να θεμελιώσει δικαίωμα αποζημιώσεως του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου, δεν μπορεί όμως να θίξει το κύρος της εκθέσεως κρίσεως» . Κατά την εξέταση μιας αιτιάσεως περί του ότι η Επιτροπή παρέβη το καθήκον της να ενεργήσει εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος σε διοικητική διαδικασία σχετική με την πολιτική ανταγωνισμού, το ρωτοδικείο αποφάνθηκε στην υπόθεση Limburgse Vinyl Maatschappij κατά Επιτροπής ότι, «όταν δεν αποδεικνύεται ότι η παρέλευση υπερβολικού χρόνου επηρέασε την ικανότητα των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων να αμυνθούν αποτελεσματικά, η μη τήρηση της αρχής της εύλογης προθεσμίας δεν ασκεί επιρροή επί του κύρους της διοικητικής διαδικασίας και, συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η αιτία της προκλήσεως ζημίας δυναμένης να προβληθεί ενώπιον του κοινοτικού δικαστή στο πλαίσιο αγωγής ασκουμένης δυνάμει των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης» . Η υπόθεση Oliveira κατά Επιτροπής αφορούσε ισχυρισμό ότι η Επιτροπή είχε παραλείψει να εκτελέσει απόφαση του κοινοτικού δικαστή εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Αφού διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε αδικαιολόγητη καθυστέρηση, το ρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι, «εν πάση περιπτώσει, προκειμένου περί προσφυγής ακυρώσεως, ακόμη και αν ο χρόνος υπερβαίνει τα εύλογα όρια, το γεγονός αυτό δεν αρκεί για να καταστήσει την απόφαση πλημμελή, ώστε να δικαιολογηθεί η ακύρωσή της λόγω προσβολής της αρχής της ασφάλειας δικαίου. Μια καθυστέρηση της διαδικασίας εκτελέσεως δικαστικής αποφάσεως δεν αρκεί για να θίξει το κύρος της πράξεως στην οποία καταλήγει. Και τούτο διότι, αν επρόκειτο να ακυρωθεί η πράξη αυτή μόνον και μόνον διότι είχε εκδοθεί καθυστερημένα, θα καθίστατο αδύνατη η έκδοση έγκυρης πράξεως, δεδομένου ότι η πράξη που θα εκδιδόταν εις αντικατάσταση της ακυρωθείσας δεν θα μπορούσε να είναι λιγότερο καθυστερημένη απ' αυτήν» .
47. Ωστόσο, το ρωτοδικείο αποφάνθηκε διαφορετικά επί υποθέσεων σχετικών με πειθαρχικές διαδικασίες κατά τον ΚΥΚ. Με την απόφαση De Compte κατά Κοινοβουλίου, έκρινε ότι «από το ενδιαφέρον του κοινοτικού νομοθέτη για χρηστή διοίκηση συνάγεται ότι οι πειθαρχικές αρχές υποχρεούνται να διεξάγουν με επιμέλεια την πειθαρχική διαδικασία και να ενεργούν κατά τρόπο ώστε κάθε διωκτική πράξη να συντελείται εντός εύλογης προθεσμίας σε σχέση με την προηγούμενη πράξη. Η μη τήρηση της εν λόγω προθεσμίας - που μπορεί να εκτιμηθεί μόνο σε σχέση με τις ειδικές περιστάσεις της υποθέσεως - μπορεί όχι μόνο να συνεπάγεται την ευθύνη του οργάνου, αλλά και να επισύρει εξίσου την ακυρότητα της πράξεως που εκδόθηκε εκπροθέσμως» . Το ρωτοδικείο επιβεβαίωσε τη νομολογία αυτή με τις αποφάσεις του D. κατά Επιτροπής και Daffix κατά Επιτροπής . Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και, ομοίως, με την απόφαση Irving κατά Επιτροπής, το ρωτοδικείο διευκρίνισε την κρίση του, αποφαινόμενο ότι η νομολογία του «[δεν έχει την έννοια ότι] κάθε υπέρβαση της προθεσμίας [...] συνεπάγεται αυτομάτως ακυρότητα» και ότι «η συνδρομή ιδιαιτέρων συνθηκών και μόνον μπορεί να επηρεάσει, σε ειδικές περιπτώσεις, την εγκυρότητα πειθαρχικής ποινής που επιβλήθηκε εκπροθέσμως» .
48. Η νομολογία αυτή του ρωτοδικείου δεν αντιβαίνει, όπως ισχυρίστηκε το Κοινοβούλιο, στην νομολογία του Δικαστηρίου. Με την απόφαση Van Eick κατά Επιτροπής το Δικαστήριο εξέτασε τον ισχυρισμό ότι ένα πειθαρχικό μέτρο ληφθέν μετά την εκπνοή των προθεσμιών του άρθρου 7 του παραρτήματος ΙΧ του ΚΥΚ πρέπει να ακυρωθεί. Απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι «η προβλεπόμενη από το [άρθρο 7 του παραρτήματος ΙΧ] προθεσμία δεν μπορεί να θεωρηθεί αποκλειστική προθεσμία που επιφέρει την ακυρότητα των πράξεων που εκδόθηκαν μετά τη λήξη της» . Η κρίση αυτή επιβεβαιώθηκε με τις αποφάσεις F. κατά Επιτροπής και Μ. κατά Συμβουλίου . Με τη δεύτερη αυτή απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι «η υπέρβαση της προθεσμίας του ενός μήνα [που προβλέπει το άρθρο 7 του παραρτήματος ΙΧ του ΚΥΚ] ουδόλως επηρέασε το κύρος της επίδικης απόφασης [...]» . Το Δικαστήριο, με τις διαπιστώσεις αυτές δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ότι οι αρχές της επιμελείας και της χρηστής διοικήσεως, στις οποίες βασίζεται η νομολογία του ρωτοδικείου, μπορούν να συνεπάγονται την ακύρωση μιας αποφάσεως ανεξαρτήτως υπερβάσεως των προθεσμιών του άρθρου 7 του παραρτήματος ΙΧ. ράγματι, προφανώς το ενδεχόμενο αυτό δεν εξετάσθηκε από το Δικαστήριο και ούτε καν προβλήθηκε ενώπιόν του στις υποθέσεις εκείνες.
49. Κατά τη γνώμη μου, το Δικαστήριο δεν πρέπει να δεχθεί ότι η παράβαση του καθήκοντος διεξαγωγής των διαδικασιών εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, το οποίο βασίζεται στις αρχές της χρηστής διοικήσεως, μπορεί από μόνη της να θίξει το κύρος πειθαρχικού μέτρου ληφθέντος σύμφωνα με τον ΚΥΚ.
50. Όπως εξήγησα ανωτέρω , υπάρχει μιας σαφώς διαυγής λογική στη νομολογία του κοινοτικού δικαστή, από την οποία προκύπτει ότι η καθυστέρηση καθαυτή δεν μπορεί να συνεπάγεται την ακύρωση διοικητικών αποφάσεων. Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει επιτακτικός λόγος για να υιοθετηθεί διαφορετική προσέγγιση στο πλαίσιο των πειθαρχικών διαδικασιών.
51. Η άποψή μου αυτή ενισχύεται από τις νομοθεσίες των κρατών μελών. Ενώ σε ορισμένα νομοθετικά συστήματα, όπως είναι το βελγικό , το ολλανδικό και το ισπανικό , οι πειθαρχικές κυρώσεις που επιβάλλονται σε δημοσίους υπαλλήλους μπορούν να ακυρωθούν αποκλειστικώς και μόνον λόγω της καθυστερήσεως, η κρατούσα άποψη είναι ότι η καθυστέρηση δεν αποτελεί αυτοτελή λόγο ακυρότητας.
52. Επιπλέον, τα θύματα των καθυστερήσεων της διοικήσεως προστατεύονται αποτελεσματικά, κατά τη γνώμη μου, με άλλα ένδικα βοηθήματα του κοινοτικού δικαίου πλην της προσφυγής ακυρώσεως .
53. Το κοινοτικό όργανο το οποίο δεν διεξάγει την πειθαρχική διαδικασία εντός των προθεσμιών του άρθρου 7 του παραρτήματος ΙΧ ή το οποίο δεν προβαίνει σε πράξεις της πειθαρχικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος μπορεί, κατά παγία νομολογία, να ευθύνεται για κάθε ζημία που έχει προκληθεί στους ενδιαφερομένους . Συνεπώς, το άτομο που έχει υποβληθεί σε μακρά πειθαρχική διαδικασία μπορεί, αναλόγως των συνθηκών, να δικαιούται αποζημίωση λόγω απωλείας εισοδήματος, απωλείας ευκαιριών για προαγωγή και, ενδεχομένως, να δικαιούται αποκατάσταση της μη υλικής ζημίας του, όπως είναι η αβεβαιότητα και η ανησυχία που του προκάλεσε η καθυστέρηση. Ωστόσο, στην υπό κρίση υπόθεση δεν ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δεδομένου ότι δεν προβλήθηκε αξίωση λόγω ζημιών.
54. Επιπλέον, αποτελεί γενικό κανόνα στο δίκαιο της ευρωπαϊκής δημοσιοϋπαλληλίας ότι, οσάκις ένα κοινοτικό όργανο «αποφασίζει σχετικά με την κατάσταση ενός υπαλλήλου, λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων που μπορούν να καθορίσουν την απόφασή [του] και ότι, ενεργώντας έτσι, λαμβάνει υπόψη το συμφέρον όχι μόνον της υπηρεσίας αλλά και του οικείου υπαλλήλου» . Το αν σημειώθηκε αδικαιολόγητη καθυστέρηση κατά τη διεξαγωγή πειθαρχικής διαδικασίας αποτελεί, κατά την άποψή μου, έναν από τους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνει υπόψη η ΑΔΑ όταν αποφασίζει ποια πειθαρχική κύρωση να επιβάλει.
55. Για τους λόγους αυτούς, φρονώ ότι η μη διεξαγωγή πειθαρχικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος - όπως επιβάλλουν οι αρχές της χρηστής διοικήσεως - δεν μπορεί από μόνη της να επισύρει την ακυρότητα της αποφάσεως. Ωστόσο, η καθυστέρηση μπορεί να θίξει το κύρος μιας αποφάσεως αν, επί παραδείγματι, εμπόδισε τον ενδιαφερόμενο να υπερασπίσει αποτελεσματικά τον εαυτό του ή δημιούργησε στον ενδιαφερόμενο τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι δεν θα του επιβληθεί πειθαρχική κύρωση ή ότι θα του επιβληθεί μειωμένη κύρωση. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα κοινοτικά δικαστήρια μπορούν να ακυρώσουν την απόφαση λόγω παραβιάσεως της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας ή της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
56. Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν υπάρχει λόγος να θεωρηθεί ότι η καθυστέρηση έθιξε την ικανότητα του αναιρεσείοντος να ασκήσει το δικαίωμά του άμυνας ή ότι του δημιούργησε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη.
57. Ας προστεθεί ότι ο αναιρεσείων δεν υπέστη, εν πάση περιπτώσει, σημαντική ζημία ως αποτέλεσμα της καθυστερήσεως. Εισέπραττε πλήρεις αποδοχές καθ' όλο το διάστημα της θέσεώς του σε αργία και, συνεπώς, δεν υπέστη απώλεια εισοδήματος· η κύρωση την οποία του επέβαλε η ΑΔΑ του Κοινοβουλίου ήταν πολύ λιγότερο αυστηρή από την κύρωση που συνέστησε το πειθαρχικό συμβούλιο με την από 3 Σεπτεμβρίου 1996 αιτιολογημένη γνώμη του και μετατέθηκε, πράγμα που του παρέσχε τη δυνατότητα να αρχίσει νέα σταδιοδρομία σε διαφορετική υπηρεσία.
58. Για τους λόγους αυτούς, φρονώ ότι το δεύτερο επιχείρημα του αναιρεσείοντος πρέπει ν' απορριφθεί.
Άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ
59. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ ορίζει, καθόσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, τα εξής:
«αν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως.»
60. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Κοινοβούλιο δεν εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και, έτσι, παρέβη το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ. Επομένως, το ρωτοδικείο, μη ακυρώνοντας την προσβαλλομένη απόφαση, υπέπεσε σε νομικό σφάλμα.
61. Από την πρόσφατη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ιδίως δε από τις αποφάσεις Pellegrin κατά Γαλλίας, Launikari κατά Φινλανδίας και Kepka κατά ολωνίας , προκύπτει ότι οι διαφορές που αφορούν πειθαρχικά μέτρα που επιβάλλονται σε δημοσίους υπαλλήλους δεν εκφεύγουν παντελώς του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ. Συνεπώς, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς του Κοινοβουλίου, φρονώ ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να απορρίψει το επιχείρημα του αναιρεσείοντος με την αιτιολογία ότι «το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ δεν έχει εφαρμογή επί των αυστηρώς πειθαρχικών ζητημάτων εντός της δημοσιοϋπαλληλίας» .
62. Ωστόσο, τόσον από το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, όσον και από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προκύπτει σαφώς ότι η διάταξη αυτή αφορά την καθυστέρηση στις ένδικες διαδικασίες. Οι πειθαρχικές διαδικασίες κατά τον ΚΥΚ είναι μάλλον διοικητικές παρά ένδικες . Συνεπώς, η καθυστέρηση στις διαδικασίες αυτές δεν μπορεί να αποτελεί παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ.
63. Συνεπώς, φρονώ ότι το τρίτο επιχείρημα του αναιρεσείοντος πρέπει ν' απορριφθεί.
ρόταση
64. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω παρατηρήσεων φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει:
1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
2) να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy