Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. O B. Connolly, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής, άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του ρωτοδικείου της 19ης Μα_ου 1999 , με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή του ακυρώσεως κατά της από 27 Σεπτεμβρίου 1995 αποφάσεως της Επιτροπής να θέσει σε αργία τον προσφεύγοντα και να προβεί στην παρακράτηση του ημίσεος του βασικού μισθού του.
Ι - Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς
2. Τα αναγνωρισθέντα ως αποδεδειγμένα, με την πρωτόδικη απόφαση, πραγματικά περιστατικά είναι συνοπτικά τα ακόλουθα:
- Ο προσφεύγων διατέλεσε υπάλληλος του βαθμού Α 4 και προϊστάμενος της διοικητικής μονάδας 3 «ΕΝΣ, εθνικές και κοινοτικές νομισματικές πολιτικές» της διευθύνσεως Δ, υπεύθυνης για νομισματικά θέματα εντός της γενικής διευθύνσεως των οικονομικών και χρηματοδοτικών υποθέσεων.
- Στις 24 Απριλίου 1995 ο B. Connolly ζήτησε, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 40 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ) , άδεια άνευ αποδοχών διαρκείας τριών μηνών από τις 3 Ιουλίου 1995. Με πράξη της 2ας Ιουνίου, η Επιτροπή τού χορήγησε την άδεια ενώ με έτερη πράξη της 27ης Σεπτεμβρίου 1995, έκανε δεκτή την επανένταξή του από 4 Οκτωβρίου 1995.
- Κατά τη διάρκεια της ως άνω περιόδου αδείας του, ο B. Connolly δημοσίευσε βιβλίο με τίτλο The rotten heart of Europe. The dirty war for Europe's money, χωρίς να ζητήσει προηγουμένως άδεια, όπως προβλέπει το άρθρο 17, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Στις αρχές του Σεπτεμβρίου, συγκεκριμένα στις 4 και 10 του μηνός, δημοσιεύθηκαν στον βρετανικό Τύπο ορισμένα άρθρα αφορώντα το βιβλίο.
- Ο γενικός διευθυντής προσωπικού και διοικήσεως, υπό την ιδιότητά του ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ), απέστειλε στον προσφεύγοντα το από 6 Σεπτεμβρίου έγγραφο, με το οποίο τον πληροφορούσε για την απόφασή του να κινήσει πειθαρχική διαδικασία λόγω παραβάσεως των άρθρων 11, 12 και 17 του ΚΥΚ, και τον καλούσε σε ακρόαση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 87.
- Στις 12 Σεπτεμβρίου 1995, ημερομηνία κλήσεως του προσφεύγοντος σε πρώτη ακρόαση, ο B. Connolly υπέβαλε γραπτή δήλωση, σύμφωνα με την οποία δεν επρόκειτο να απαντήσει σε καμία ερώτηση αν προηγουμένως δεν ενημερωνόταν επί των συγκεκριμένων παραβάσεων που του προσάπτονταν. Την επομένη ημέρα του απεστάλη και νέα πρόσκληση με τη διευκρίνιση ότι τα προσαπτόμενα γεγονότα ενέκειντο στην έκδοση του βιβλίου, τη δημοσίευση αποσπασμάτων του περιεχομένου του στην εφημερίδα The Times και στις δηλώσεις του στα πλαίσια συνεντεύξεως στο ίδιο έντυπο, χωρίς ο ενδιαφερόμενος να έχει ζητήσει την προς τούτο απαιτούμενη άδεια.
- Στις 26 Σεπτεμβρίου 1995 στα πλαίσια νέας ακροάσεως, ο B. Connolly αρνήθηκε να απαντήσει στις υποβληθείσες ερωτήσεις και κατέθεσε γραπτή δήλωση με την οποία θεωρούσε θεμιτό το ότι δημοσίευσε έργο χωρίς να ζητήσει προηγουμένως άδεια, εφόσον, όταν το έπραξε, τελούσε σε κατάσταση αδείας άνευ αποδοχών. ρόσθεσε ότι η δημοσίευση στον Τύπο αποσπασμάτων του βιβλίου του ήταν έργο του εκδότη και ότι ορισμένες από τις δηλώσεις που περιελάμβανε η προαναφερθείσα συνέντευξη είχαν αποδοθεί εσφαλμένα στον ίδιο.
- Στις 27 Σεπτεμβρίου 1995 η ΑΔΑ αποφάσισε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 88 του ΚΥΚ, να θέσει σε αργία τον B. Connolly από 3ης Οκτωβρίου, με παρακράτηση του ημίσεος του βασικού μισθού του καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της καταστάσεως αυτής, ενώ στις 4 Οκτωβρίου αποφάσισε να ζητήσει από το πειθαρχικό συμβούλιο να επιληφθεί δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 1 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ.
- Ο B. Connolly υπέβαλε διοικητική ένσταση στις 27 Οκτωβρίου 1995, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, κατά των αποφάσεων βάσει των οποίων: α) κινήθηκε η εις βάρος του πειθαρχική διαδικασία και ζητήθηκε από το πειθαρχικό συμβούλιο να επιληφθεί και β) ο ίδιος τέθηκε σε αργία.
- Στις 27 Φεβρουαρίου 1996 η Επιτροπή του ανακοίνωσε ότι η ένστασή του απορρίφθηκε σιωπηρώς, αλλ' ο ενδιαφερόμενος είχε ήδη ασκήσει προσφυγή ενώπιον του ρωτοδικείου, πρωτοκολληθείσα ως υπόθεση T-203/95.
3. Με την προσφυγή του, ο B. Connolly ζητούσε, εκτός από την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα:
- την ακύρωση της αποφάσεως της 6ης Σεπτεμβρίου, στον βαθμό που κινήθηκε εις βάρος του πειθαρχική διαδικασία, την ακύρωση της αποφάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου, στον βαθμό που τέθηκε σε αργία, και την ακύρωση της αποφάσεως της 4 Οκτωβρίου δυνάμει της οποίας ζητήθηκε από το πειθαρχικό συμβούλιο να επιληφθεί·
- να υποχρεώσει την Επιτροπή να του καταβάλει το ποσό των 750 000 βελγικών φράγκων (BEF) ως αποκατάσταση της υλικής ζημίας που υπέστη συνεπεία της εις βάρος του εκστρατείας διά του Τύπου και της δυσφημήσεώς του·
- τη δημοσίευση του διατακτικού της καταδικαστικής εις βάρος της Επιτροπής αποφάσεως στις εφημερίδες The Times, The Daily Telegraph και The Financial Times.
4. Κατά την ενώπιον του ρωτοδικείου προφορική διαδικασία, ο B. Connolly δήλωσε ότι, μετά την έκδοση της αποφάσεως περί παύσεώς του, η οποία επρόκειτο να κριθεί στο πλαίσιο της υποθέσεως T-163/96 , το αντικείμενο της υποθέσεως T-203/95 περιορίστηκε στο ζήτημα του κύρους της αποφάσεως δυνάμει της οποίας τέθηκε σε αργία. Το ρωτοδικείο έλαβε υπό σημείωση την παραίτηση του προσφεύγοντος από τα αιτήματά του περί ακυρώσεως των αποφάσεων της ΑΔΑ να κινήσει πειθαρχική διαδικασία και να ζητήσει από το πειθαρχικό συμβούλιο να επιληφθεί, περί αποζημιώσεώς του για την προκληθείσα εις βάρος του ζημία και περί δημοσιεύσεως της αποφάσεως στον τύπο.
ΙΙ - Η θεμελίωση της πρωτόδικης αποφάσεως
5. Λόγω της μερικής παραιτήσεως του προσφεύγοντος, το ρωτοδικείο εξέτασε μόνον δύο από τους τέσσερις λόγους ακυρώσεως προς στήριξη των αιτημάτων του, και συγκεκριμένα την παράβαση των άρθρων 25 και 88 του ΚΥΚ και την παραβίαση της αρχής περί ίσης μεταχειρίσεως των υπαλλήλων που ήσαν και οι μόνες σχετιζόμενες με την ακύρωση της αποφάσεως περί θέσεώς του σε αργία.
6. Αντικρούοντας τις θέσεις του προσφεύγοντος, ο οποίος υποστήριξε ότι η απόφαση στερούνταν αιτιολογίας εφόσον δεν διευκρινίστηκαν οι λόγοι για τον χαρακτηρισμό των προσαπτομένων στον B. Connolly πράξεων ως βαρέος παραπτώματος, το ρωτοδικείο έκρινε ότι η προσβληθείσα απόφαση δεν περιοριζόταν απλώς στο να βεβαιώσει ότι το βιβλίο είχε γραφεί και εκδοθεί χωρίς προηγούμενη άδεια, όπως απαιτεί το άρθρο 17 του ΚΥΚ, αλλ' αιτιολογούσε, κατά τρόπο εμπεριστατωμένο, τη σοβαρότητα της προσαπτομένης παραβάσεως. Με την απόφαση της Επιτροπής προσδιορίζονταν ειδικότερα ο βαθμός και τα καθήκοντα του προσφεύγοντος εντός της γενικής διευθύνσεως των οικονομικών και χρηματοδοτικών υποθέσεων, γινόταν αναφορά στους εχθρικούς όρους του τίτλου του βιβλίου, με τη διευκρίνιση ότι η εφημερίδα The Times είχε δημοσιεύσει αποσπάσματά του, έτσι ώστε να τονίζεται η ιδιαίτερη δημοσιότητα και προώθηση που του επιφυλάχθηκε, και τονιζόταν ότι το βιβλίο εξέφραζε βασική διαφωνία με την πολιτική της Επιτροπής, την οποία ο προσφεύγων ήταν επιφορτισμένος να θέσει σε εφαρμογή.
7. Το ρωτοδικείο πρόσθεσε ότι, σε σχέση με τα ίδια πραγματικά περιστατικά, η ΑΔΑ θεώρησε ότι ο προσφεύγων είχε παραβεί και τα άρθρα 11 και 12 του ΚΥΚ, σύμφωνα με τα οποία ο υπάλληλος πρέπει να συμπεριφέρεται με αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον των Κοινοτήτων και να αποφεύγει οποιαδήποτε δημόσια έκφραση γνώμης που μπορεί να θίξει την αξιοπρέπεια του λειτουργήματός του. Επομένως, το ρωτοδικείο έκρινε ότι ήταν αβάσιμος ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος ότι η ΑΔΑ δεν είχε χαρακτηρίσει επαρκώς τα πραγματικά στοιχεία που στοιχειοθετούσαν ενδεχομένως παράβαση των ως άνω διατάξεων, υπογραμμίζοντας, επιπλέον, ότι το άρθρο 88 δεν επιβάλλει στην ΑΔΑ την υποχρέωση να λάβει οριστική θέση σχετικά με το υποστατό της παραβάσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον ΚΥΚ, αλλ' απλώς να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους προσάπτεται στον υπάλληλο βαρύ παράπτωμα.
8. Για τους λόγους αυτούς, οι οποίοι αναπτύσσονται στις σκέψεις 47 έως 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το ρωτοδικείο έκρινε ότι η απόφαση, σύμφωνα με την οποία η ΑΔΑ έθεσε τον B. Connolly σε αργία, εν αναμονή του αποτελέσματος της κινηθείσας πειθαρχικής διαδικασίας, ήταν επαρκώς θεμελιωμένη, οπότε απέρριψε τον πρώτο λόγο ακυρώσεως.
9. Την ίδια τύχη επιφύλαξε και στον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, δεδομένου ότι η παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των υπαλλήλων, ως γνωστόν, συντρέχει σε περίπτωση κατά την οποία επί δύο κατηγοριών προσώπων, η πραγματική και νομική κατάσταση των οποίων είναι παρεμφερής, τυγχάνουν εφαρμογής διαφορετικά κριτήρια, ή σε περίπτωση κατά την οποία τυγχάνουν ίσης μεταχειρίσεως διαφορετικές καταστάσεις.
Επ' αυτού, το ρωτοδικείο έκρινε ότι το θεμελιούμενο στην ύπαρξη γενικευμένης πρακτικής της Επιτροπής επιχείρημα, μολονότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει αποδειχθεί ότι συντρέχει, σύμφωνα με το οποίο η κατά το άρθρο 17 του ΚΥΚ απαιτούμενη προηγούμενη άδεια για τη δημοσίευση έργων των υπαλλήλων δεν ισχύει σε περίπτωση αδείας άνευ αποδοχών, δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο της παραβιάσεως της αρχής περί ίσης μεταχειρίσεως δεδομένου ότι αφορά κατάσταση διαφορετική από εκείνη του B. Connolly. ράγματι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ίσχυε όντως η εν λόγω πρακτική για κείμενα των οποίων το περιεχόμενο σχετίζεται με τη δραστηριότητα των Κοινοτήτων, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από την προσβληθείσα απόφαση, η σοβαρότητα του παραπτώματος που προσάπτεται στον προσφεύγοντα δεν οφειλόταν αποκλειστικά στη μη χορηγηθείσα προηγουμένως άδεια για τη δημοσίευση του βιβλίου αλλά σε ένα σύνολο περιστάσεων που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως είναι το περιεχόμενο του βιβλίου, η δημοσιότητα που του δόθηκε και το ενδεχόμενο η συμπεριφορά του B. Connolly να συνιστά παράβαση και των άρθρων 11 και 12 του ΚΥΚ.
Ούτε μπορεί να ευδοκιμήσει, λόγω ελλείψεως αποδείξεως, το επιχείρημα ότι η ΑΔΑ δεν έθεσε σε αργία άλλον υπάλληλο, ο οποίος είχε δημοσιεύσει, μολονότι βρισκόταν σε ενεργό υπηρεσία, υβριστικά κείμενα.
ΙΙΙ - Επί του παραδεκτού τμήματος της αιτήσεως αναιρέσεως
10. έραν του αιτήματός του περί εξαφανίσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, ο B. Connolly επαναλαμβάνει με την αίτησή του αναιρέσεως τα αιτήματα που είχε διατυπώσει και πρωτοδίκως, ήτοι: το Δικαστήριο να διατάξει την ακύρωση της αποφάσεως της 6ης Σεπτεμβρίου 1995, στον βαθμό που κινήθηκε εις βάρος του πειθαρχική διαδικασία, της αποφάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1995, στον βαθμό που τέθηκε σε αργία, και της αποφάσεως της 4 Οκτωβρίου 1995 δυνάμει της οποίας ζητήθηκε από το πειθαρχικό συμβούλιο να επιληφθεί· να υποχρεώσει την Επιτροπή να του καταβάλει το ποσό των 750 000 BEF ως αποκατάσταση της υλικής ζημίας που υπέστη συνεπεία της εις βάρος του εκστρατείας διά του Τύπου και της δυσφημήσεώς του· να διατάξει τη δημοσίευση του διατακτικού της καταδικαστικής εις βάρος της Επιτροπής αποφάσεως στις εφημερίδες The Times, The Daily Telegraph και The Financial Times.
11. Η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου όσον αφορά το αίτημα περί αποζημιώσεως και περί δημοσιεύσεως της αποφάσεως σε συγκεκριμένες εφημερίδες, ένσταση που δεν αντικρούστηκε από τον αναιρεσείοντα.
12. Με τις σκέψεις 29 και 30 της αποφάσεως του ρωτοδικείου, διαπιστώνεται η παραίτηση του B. Connolly τόσον όσον αφορά τα δύο αυτά αιτήματα, όσον και ως προς τα αρχικά αιτήματά του περί ακυρώσεως των αποφάσεων της 6ης Σεπτεμβρίου, στον βαθμό που κινήθηκε η εις βάρος του πειθαρχική διαδικασία, και της 4ης Οκτωβρίου, σύμφωνα με την οποία ζητήθηκε από το πειθαρχικό συμβούλιο να επιληφθεί. Για τον λόγο αυτό, το ρωτοδικείο περιορίστηκε στην εξέταση των λόγων ακυρώσεως της αποφάσεως περί θέσεώς του σε αργία, οι οποίοι απορρίφθηκαν στο σύνολό τους.
13. Όπως αναγνώρισε το Δικαστήριο, στα πλαίσια της αναιρετικής δίκης, ο αναιρεσείων δεν μπορεί παραδεκτώς να προβάλει λόγους από τους οποίους παραιτήθηκε ρητώς κατά τη διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου ή λόγους τους οποίους το ρωτοδικείο απέρριψε ως απαραδέκτους, καθόσον δεν αμφισβητείται η κήρυξή τους ως απαραδέκτων .
14. Σύμφωνα με το άρθρο 113, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να μεταβάλει το αντικείμενο της ενώπιον του ρωτοδικείου δίκης ούτε επιτρέπεται σε διάδικο να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό τον οποίο δεν είχε προβάλει ενώπιον του ρωτοδικείου, επειδή τούτο θα σήμαινε ότι ο διάδικος αυτός θα είχε τη δυνατότητα να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου διαφορά με περιεχόμενο ευρύτερο από εκείνο της διαφοράς που είχε εκδικαστεί πρωτοδίκως. Στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται, συνεπώς, στον έλεγχο της εκ μέρους του ρωτοδικείου εκτιμήσεως των ισχυρισμών που προβλήθηκαν και εξετάστηκαν ενώπιόν του .
Οι ίδιες συνέπειες πρέπει να ισχύουν και επί των λόγων για τους οποίους ο προσφεύγων παραιτήθηκε κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης δίκης. Θεωρώ, ως εκ τούτου, ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη στον βαθμό που επιδιώκει την ακύρωση των αποφάσεων της ΑΔΑ να κινήσει πειθαρχική διαδικασία και να ζητήσει από το πειθαρχικό συμβούλιο να επιληφθεί, καθώς και την αποζημίωση για την προκληθείσα ζημία και τη δημοσίευση αποφάσεως.
IV - Οι λόγοι αναιρέσεως
15. Η αίτηση αναιρέσεως στηρίζεται στους ακολούθους λόγους:
α) έλλειψη αιτιολογήσεως της αποφάσεως και εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 88, παράγραφος 1, του ΚΥΚ·
β) έλλειψη αιτιολογήσεως και παραβίαση της αρχής περί της οφειλόμενης στα έγγραφα πίστης·
γ) παράβαση των κανόνων που διέπουν τα του βάρους της αποδείξεως και της αρχής της ισοτιμίας των διαδίκων.
V - Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως
16. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η πρωτόδικη απόφαση, με τις σκέψεις 47, 48 και 49, στερείται αιτιολογίας επειδή αγνοεί την υποχρέωση που βαρύνει, σύμφωνα με τα άρθρα 25 και 88 του ΚΥΚ, την ΑΔΑ όχι μόνον να ισχυρίζεται ότι υπάλληλος διέπραξε βαρύ παράπτωμα αλλά και να αποδεικνύει τους λόγους που επιβάλλουν την άμεση θέση του σε αργία.
17. Φρονώ ότι η ερμηνεία των άρθρων αυτών, όπως προτείνεται από τον αναιρεσείοντα, στερείται θεμελίου. ράγματι, το άρθρο 25 ορίζει ότι η απόφαση εις βάρος υπαλλήλου πρέπει να είναι αιτιολογημένη, ενώ το άρθρο 88, πρώτο εδάφιο, ορίζει ότι, σε περίπτωση βαρέος παραπτώματος που αποδίδεται στον υπάλληλο από την ΑΔΑ, είτε πρόκειται για παράλειψη των επαγγελματικών υποχρεώσεών του είτε για παράβαση του κοινού δικαίου, η αρχή αυτή δύναται αμέσως να προβεί στη θέση του υπαλλήλου σε αργία.
Για τον σκοπό της ερμηνείας του άρθρου 88 πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, κατ' αρχάς, ότι ο ΚΥΚ δεν προβλέπει τη θέση σε αργία ως πειθαρχική ποινή αλλ' ως προσωρινό μέσο που θεσπίζεται εν αναμονή της περατώσεως της πειθαρχικής διαδικασίας και προηγείται της επιβολής κυρώσεων · δεύτερον, ότι μόνη απαιτούμενη προϋπόθεση, προκειμένου η ΑΔΑ να καταστεί δυνατόν να θεσπίσει το μέτρο, είναι το να προσάπτεται σε υπάλληλο βαρύ παράπτωμα είτε λόγω μη εκπληρώσεως των επαγγελματικών υποχρεώσεών του είτε λόγω φερομένης ποινικής παραβάσεως· τέλος, ότι η απόφαση περί θέσεως του υπαλλήλου σε αργία ενέχει, εξ ορισμού, προληπτικό και προσωρινό χαρακτήρα, ανεξαρτήτως του αν συνδυάζεται με παρακράτηση επί του μισθού, δυνάμενη να ανέρχεται κατ' ανώτατο όριο στο ήμισυ του βασικού μισθού του υπαλλήλου.
18. Έτσι λοιπόν, άπαξ και συντρέχουν λόγοι εφαρμογής του άρθρου 88, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ, η ΑΔΑ μπορεί αμέσως να θέσει τον ενδιαφερόμενο σε αργία, αιτιολογώντας λιγότερο εκτενώς και λεπτομερώς απ' ό,τι απαιτείται, επί παραδείγματι, για την επιβολή μιας από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 86, παράγραφος 2, του ΚΥΚ κυρώσεις, για τις οποίες είναι απαραίτητο να τηρηθεί η πειθαρχική διαδικασία του παραρτήματος IX.
Σύμφωνα με τη νομολογία του ρωτοδικείου, η απόφαση περί θέσεως του υπαλλήλου σε αργία είναι προσωρινό μέτρο, η λήψη του οποίου εξαρτάται από τον ισχυρισμό περί βαρέων παραπτωμάτων, ενώ δεν απαιτείται να συντρέχει δεόντως αποδεδειγμένο παράπτωμα .
19. Δοθέντος ότι τα άρθρα 25 και 88 του ΚΥΚ δεν απαιτούν η ΑΔΑ να δικαιολογεί την άμεση θέση του ενδιαφερομένου σε αργία, το ρωτοδικείο εκτίμησε ορθώς, στη σκέψη 48 της αποφάσεώς του, ότι η προσβληθείσα απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη όσον αφορά τη σοβαρότητα του προσαπτομένου στον ενδιαφερόμενο παραπτώματος.
20. Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
VI - Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως
21. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με την αίτησή του ακυρώσεως ότι η σκέψη 49 της πρωτόδικης αποφάσεως στερείται αιτιολογίας και αγνοεί την αρχή της οφειλόμενης στα έγγραφα πίστης. Υποστηρίζει ότι, προκειμένου να δικαιολογήσει την απόφασή της περί άμεσης θέσεως του B. Connolly σε αργία, η ΑΔΑ επικαλέστηκε την παράβαση του άρθρου 17 του ΚΥΚ λόγω της δημοσιεύσεως βιβλίου, γεγονός που συνιστούσε δημόσια και μη εγκεκριμένη έκφραση, επικουρικώς δε την παράβαση των υποχρεώσεων που επιβάλλουν στους υπαλλήλους τα άρθρα 11 και 12. Κατά την άποψή του, για τη στοιχειοθέτηση της τελευταίας αυτής παραβάσεως η διατύπωσή της στην ευκτική σημαίνει ότι τα φερόμενα ως αντίθετα προς τα άρθρα 11 και 12 του ΚΥΚ γεγονότα έπρεπε να είναι διακριτά από τα ήδη γνωστά και περιγραφέντα από την ΑΔΑ σε σχέση με την παράβαση του άρθρου 17.
Εξάλλου, με την προαναφερθείσα σκέψη της αποφάσεώς του, το ρωτοδικείο έκρινε ότι η ΑΔΑ είχε θεωρήσει ότι, σε σχέση με τα ίδια γεγονότα, ο B. Connolly είχε παραβεί ενδεχομένως και τα άρθρα 11 και 12 του ΚΥΚ.
22. Φρονώ ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως θεμελιώνεται σε εσφαλμένη ανάγνωση της πρωτόδικης αποφάσεως. ράγματι, στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως περί άμεσης θέσεως σε αργία περιγράφεται η συγκεκριμένη συμπεριφορά που συνιστά παράβαση του άρθρου 17 του ΚΥΚ, ήτοι η δημοσίευση βιβλίου του οποίου ορισμένα αποσπάσματα δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα The Times, χωρίς να έχει ζητηθεί ούτε ληφθεί προηγουμένως η άδεια της ΑΔΑ, ενώ στην τρίτη αιτιολογική σκέψη διευκρινίζεται ότι το βιβλίο αποτελεί δημόσια και μη εγκεκριμένη έκφραση βασικής διαφωνίας με την πολιτική που ακολουθεί η Επιτροπή και εναντιώσεως προς αυτήν που ο B. Connolly είχε ως αποστολή να εφαρμόσει. Ακολούθως, με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως, διευκρινίζεται ότι ο B. Connolly θα μπορούσε επίσης να έχει παραβεί τις υποχρεώσεις που υπείχε από τα άρθρα 11 και 12 του ΚΥΚ.
23. Ως γνωστόν, το άρθρο 17 του ΚΥΚ επιβάλλει στον υπάλληλο, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση να μη δημοσιεύει και να μη δίδει προς δημοσίευση οποιοδήποτε κείμενο, το αντικείμενο του οποίου συνδέεται με τη δραστηριότητα των Κοινοτήτων, χωρίς την άδεια της ΑΔΑ, ενώ τα άρθρα 11 και 12 της ίδιας κανονιστικής πράξεως ορίζουν ότι ο υπάλληλος οφείλει, μεταξύ άλλων, να ασκεί τα καθήκοντά του και να ρυθμίζει τη συμπεριφορά του με γνώμονα αποκλειστικά τα συμφέροντα των Κοινοτήτων, να απέχει δε από κάθε πράξη και ειδικότερα από κάθε δημόσια έκφραση γνώμης που θα μπορούσε να θίξει την αξιοπρέπεια του λειτουργήματός του.
Εξάλλου, με τις σκέψεις 47 έως 49 της αποφάσεώς του, το ρωτοδικείο, αφού διαπίστωσε ότι η προσβληθείσα απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη, εξέτασε χωριστά την παράβαση του άρθρου 17 του ΚΥΚ, ήτοι τη δημοσίευση βιβλίου, ορισμένα αποσπάσματα του οποίου δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα The Times, χωρίς να έχει ζητηθεί και ληφθεί προηγουμένως η άδεια της ΑΔΑ, και το ενδεχόμενο ο προσφεύγων να ενήργησε επίσης σε αντίθεση με τις υποχρώσεις που τα άρθρα 11 και 12 του ΚΥΚ επιβάλλουν στους υπαλλήλους των Κοινοτήτων, επισημαίνοντας, στην τελευταία περίοδο της σκέψεως 48, ότι η απόφαση της ΑΔΑ υπογραμμίζει ότι το βιβλίο εκφράζει βασική διαφωνία με την πολιτική της Επιτροπής που, όμως, ο προσφεύγων είχε ως αποστολή να εφαρμόσει.
Επιθυμώ να προσθέσω ότι η προσφυγή της ΑΔΑ στην ευκτική έγκλιση, όσον αφορά την παράβαση των άρθρων 11 και 12 του ΚΥΚ, ενώ χρησιμοποιεί την οριστική έγκλιση για την παράβαση του άρθρου 17, εξηγείται από διαφόρους λόγους. Ο πρώτος έγκειται στο ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 17 από το γεγονός απλώς και μόνο της δημοσιεύσεως έργου, το περιεχόμενο του οποίου συνδέεται με τη δραστηριότητα των Κοινοτήτων, χωρίς να έχει ληφθεί η άδεια της ΑΔΑ, στοιχείο που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μιας απλής υλικής διαπιστώσεως, ενώ η διαπίστωση αν συντρέχει παράβαση των άρθρων 11 και 12 απαιτεί αξιολογικές κρίσεις που είναι προτιμότερο να αποφεύγονται όταν εκδίδεται απόφαση όπως αυτή του άρθρου 88 του ΚΥΚ. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι, όπως κρίθηκε και με τη σκέψη 49 της πρωτόδικης αποφάσεως, το άρθρο 88 του ΚΥΚ δεν απαιτεί από την ΑΔΑ να λάβει οριστική θέση επί της συνδρομής των παραβάσεων των υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΥΚ, αλλ' απλώς να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους προσάπτεται σε υπάλληλο βαρύ παράπτωμα.
Θεωρώ, ως εκ τούτου, ότι το ρωτοδικείο δεν αλλοίωσε την περιεχόμενη στην προσβληθείσα απόφαση αιτιολογία και δεν παραβίασε την αρχή της οφειλόμενης στα έγγραφα πίστης. Επομένως, ο λόγος παρίσταται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
VII - Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως
24. Με τον λόγο αυτό, ο αναιρεσείων προσάπτει στο ρωτοδικείο ότι παρέβη τους κανόνες που αφορούν το βάρος της αποδείξεως και την αρχή της ισοτιμίας των διαδίκων, στον βαθμό που, με τη σκέψη 59 της αποφάσεώς του, απέρριψε, λόγω μη αποδείξεως, τον ισχυρισμό του ότι η ΑΔΑ δεν είχε θεσπίσει κανένα μέτρο θέσεως σε αργία υπαλλήλου ο οποίος βρισκόταν σε ενεργό υπηρεσία και είχε δημοσιεύσει υβριστικές λιβέλους.
Ισχυρίζεται ότι, με την αίτησή του αναιρέσεως, διευκρίνισε ότι στον ως άνω υπάλληλο είχε επιβληθεί απλώς η ποινή της επιπλήξεως, δεν διέθετε όμως περισσότερες λεπτομέρειες δεδομένου ότι δεν του επετράπη να λάβει άλλα στοιχεία σχετικά με τους υπαλλήλους στους οποίους η Επιτροπή επέβαλε κυρώσεις. Για τον λόγο αυτό, το καθού η αναίρεση όργανο θα όφειλε, στο όνομα της αρχής της ισοτιμίας των διαδίκων, να αποδείξει την πολιτική που ακολούθησε σε περίπτωση υπαλλήλου, ο οποίος ευρισκόμενος σε ενεργό υπηρεσία, δημοσίευσε κείμενο χωρίς να λάβει προηγουμένως την απαιτούμενη άδεια.
25. ιστεύω ότι και ο λόγος αυτός στερείται, όπως και οι προηγούμενοι, οποιουδήποτε ερείσματος, οπότε ορθώς το ρωτοδικείο εκτίμησε, στη σκέψη 59 της αποφάσεώς του, ότι δεν διέθετε στοιχεία ή ενδείξεις που θα του επέτρεπαν να εντοπίσει επακριβώς τη συγκεκριμένη περίπτωση στην οποία αναφερόταν ο B. Connolly. Συγκεκριμένα, στα πλαίσια του ελέγχου αν συντρέχει πραγματική συγκριτική έρευνα των προσόντων των υπαλλήλων, το ρωτοδικείο εκτιμά ότι μόνον ενόψει μιας δέσμης επαρκώς συγκλινουσών ενδείξεων, οι οποίες ενισχύουν την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος σχετικά με την έλλειψη πραγματικής συγκριτικής έρευνας των υποψηφιοτήτων, το καθού η προσφυγή όργανο είναι εκείνο που βαρύνεται με την απόδειξη, βάσει αντικειμενικών στοιχείων ικανών να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, ότι τήρησε τις εγγυήσεις που παρέχει το άρθρο 45 του ΚΥΚ στους υπαλλήλους που έχουν σειρά προαγωγής και ότι προέβη σε τέτοια συγκριτική έρευνα .
Τον Οκτώβριο του 1999, το Δικαστήριο εξαφάνισε απόφαση του ρωτοδικείου λόγω του ότι είχε υποπέσει σε νομική πλάνη, απαιτώντας από την προσφεύγουσα/αναιρεσείουσα να αποδείξει ότι οι ενέργειες των υπαλλήλων της Επιτροπής τής στέρησαν κάθε δυνατότητα να αρχίσει πραγματική συνεργασία με τους εταίρους της στο σχέδιο. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η προσφεύγουσα προσκόμισε στοιχεία σχετικά με αναμίξεις υπαλλήλων της Επιτροπής στην εκτέλεση του σχεδίου που θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις στην ομαλή εξέλιξή του και ότι, υπό παρόμοιες περιστάσεις, εναπέκειτο στην Επιτροπή να αποδείξει ότι η προσφεύγουσα εξακολουθούσε να είναι σε θέση, παρά τις επίμαχες ενέργειες, να εκτελέσει ικανοποιητικώς το σχέδιο .
26. άντως, όπως αναφέρθηκε στο προηγούμενο σημείο, ο B. Connolly, περιορισθείς να βεβαιώσει ότι «προσφάτως, σε υπάλληλο τελούντα σε ενεργό υπηρεσία, ο οποίος δημοσίευσε υβριστικές λιβέλους, επιβλήθηκε η ποινή της επιπλήξεως, χωρίς να τεθεί σε αργία», δεν προσκόμισε στοιχεία ούτε επαρκείς ενδείξεις που θα επέτρεπαν τον εντοπισμό συγκεκριμένης περιπτώσεως, ώστε να απαιτηθεί από την Επιτροπή να αποδείξει ότι, εκδίδοντας την προσβληθείσα απόφαση περί θέσεως σε αργία, υπερέβη τα όρια των εξουσιών της ή ότι παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υπαλλήλων.
27. ροτείνοντας το αβάσιμο και αυτού του λόγου, επιβάλλεται, πιστεύω, η απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της.
VIII - ρόταση
28. Εν όψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
«1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
2) να καταδικάσει τον B. Connolly στα δικαστικά έξοδα κατ' εφαρμογή του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.»
Full & Egal Universal Law Academy