Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Εισαγωγή
1. Το Verwaltungsgerichtshof (Αυστρία) υπέβαλε στο Δικαστήριο ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν, αφενός, τη δυνατότητα εφαρμογής της διμερούς συμβάσεως μεταξύ της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, σχετικά με τα επιδόματα ανεργίας που χορηγούνται στους πολίτες των δύο αυτών κρατών, αντί των συναφών διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992 , και, αφετέρου, την ερμηνεία των άρθρων 39 ΕΚ και 42 ΕΚ.
Ι - Νομικό πλαίσιο
Α - Κανονισμός 1408/71
2. Ο κανονισμός 1408/71 άρχισε να ισχύει στη Δημοκρατία της Αυστρίας από της προσχωρήσεώς της στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, ήτοι από 1ης Ιανουαρίου 1994. Ο κανονισμός αυτός περιλαμβάνει τις ακόλουθες διατάξεις:
«Άρθρο 6
Στο πλαίσιο του προσωπικού και του καθ' ύλη πεδίου εφαρμογής του ο παρών κανονισμός αντικαθιστά, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 7, 8 και 46, παράγραφος 4, οποιαδήποτε σύμβαση κοινωνικής ασφαλίσεως που συνδέει:
α) είτε αποκλειστικά δύο ή περισσότερα κράτη μέλη·
[...]
Άρθρο 67
Συνυπολογισμός των περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως
1. Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου εξαρτά την κτήση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών από τη συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως, λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό την ιδιότητα μισθωτού υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, ως να επρόκειτο για περιόδους ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός, υπό τον όρο πάντως ότι οι περίοδοι απασχολήσεως θα είχαν θεωρηθεί ως περίοδοι ασφαλίσεως αν είχαν πραγματοποιηθεί υπό τη νομοθεσία αυτή.
2. Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου εξαρτά την κτήση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών από την πραγματοποίηση περιόδων απασχολήσεως, λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό την ιδιότητα μισθωτού υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, ως να επρόκειτο για περιόδους απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον φορέα αυτόν.
3. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 71, παράγραφος 1, περίπτωση α), εδάφιο i), και β), εδάφιο ii), η εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 τελεί υπό τον όρο ότι ο ενδιαφερόμενος έχει πραγματοποιήσει τελευταία:
- στην περίπτωση της παραγράφου 1, περιόδους ασφαλίσεως,
- στην περίπτωση της παραγράφου 2, περιόδους απασχολήσεως,
κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας δυνάμει της οποίας ζητούνται οι παροχές.
4. Όταν η διάρκεια χορηγήσεως των παροχών εξαρτάται από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 1 ή της παραγράφου 2, κατά περίπτωση.
[...]
Άρθρο 71
1. Ο σε ανεργία μισθωτός που κατοικούσε κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεώς του στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος λαμβάνει παροχές κατά τις ακόλουθες διατάξεις:
[...]
ii) ο μισθωτός, πλην του μεθοριακού εργαζομένου, ο οποίος ευρίσκεται σε πλήρη ανεργία και ο οποίος τίθεται στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως στο έδαφος του κράτους μέλους όπου κατοικεί ή επιστρέφει στο έδαφος αυτό, λαμβάνει παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού, σαν να είχε ασκήσει εκεί την τελευταία του απασχόληση· οι παροχές αυτές καταβάλλονται από τον φορέα του τόπου κατοικίας και εις βάρος του. Αν όμως στον μισθωτό αυτό είχε αναγνωριστεί το δικαίωμα παροχών εις βάρος του αρμοδίου φορέα του κράτους μέλους, στη νομοθεσία του οποίου υπήχθη τελευταία, λαμβάνει τις παροχές σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69. Το δικαίωμα των παροχών σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους της κατοικίας του αναστέλλεται για την περίοδο κατά την οποία ο άνεργος δύναται, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 69, να διεκδικήσει παροχές κατά τη νομοθεσία στην οποία είχε υπαχθεί τελευταία.»
Β - Εθνικό δίκαιο - Arbeitslosenversicherungsgesetz 1977
3. Για την εφαρμογή του άρθρου 67, παράγραφοι 1 και 2, του προαναφερθέντος κανονισμού, το άρθρο 14 του Arbeitslosenversicherungsgesetz (εθνικού νόμου για την ασφάλιση ανεργίας, στο εξής: AlVG) προβλέπει ότι:
«Κτήση του δικαιώματος
1. Το δικαίωμα για την ασφάλιση ανεργίας αποκτάται το πρώτον όταν ο άνεργος απησχολείτο, υπαγόμενος στην υποχρεωτική ασφάλιση ανεργίας, στην ημεδαπή 52 συνολικώς εβδομάδες κατά τους τελευταίους 24 μήνες πριν από την προβολή του δικαιώματός του (περίοδος αναφοράς).
[...]
5. Οι περίοδοι ασφαλίσεως ή απασχολήσεως που συμπληρώθηκαν στην αλλοδαπή πρέπει να συνυπολογίζονται για την απόκτηση του δικαιώματος στον βαθμό που το ζήτημα αυτό ρυθμίζεται από διακρατικές συμβάσεις ή διεθνείς συνθήκες. Για τον υπολογισμό των περιόδων απασχολήσεως ή ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν στην αλλοδαπή δεν απαιτείται η συμπλήρωση ενός ελάχιστου χρόνου απασχολήσεως στην ημεδαπή πριν από την προβολή του δικαιώματος για την καταβολή επιδόματος ανεργίας
1. εφόσον ο άνεργος πριν από την τελευταία του απασχόληση στην αλλοδαπή είχε επί τουλάχιστον δεκαπέντε συνολικώς έτη την κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του στην Αυστρία, ή
2. εφόσον ο άνεργος μετακόμισε στην Αυστρία ενόψει οικογενειακής επανενώσεως και ο ενταύθα διαβιών σύζυγος είχε επί τουλάχιστον δεκαπέντε συνολικώς έτη την κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του στην Αυστρία, και
εφόσον, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δηλώνεται ως άνεργος στην Αυστρία εντός τριών μηνών από το πέρας της απασχολήσεώς του ή της υποχρεώσεως ασφαλίσεως στην αλλοδαπή.
6. ροκειμένου να καθοριστεί εάν υπήρξε κτήση του δικαιώματος, οι περίοδοι που αναφέρονται στα άρθρα 4 και 5 συνυπολογίζονται άπαξ μόνον.»
Γ - Σύμβαση σχετικά με τα ζητήματα ανεργίας που συνήφθη μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Δημοκρατίας της Αυστρίας
4. Η Δημοκρατία της Αυστρίας και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας συνήψαν σύμβαση για τα ζητήματα που αφορούν την ασφάλιση ανεργίας η οποία άρχισε να ισχύει από 1ης Οκτωβρίου 1979 και η οποία εξακολουθεί να ισχύει. Η σύμβαση περιλαμβάνει την ακόλουθη διάταξη:
«Άρθρο 7
Συνυπολογισμός περιόδων απασχολήσεως κατά τις οποίες υπήρχε η υποχρέωση καταβολής εισφορών και οι οποίες συμπληρώθηκαν βάσει της νομοθεσίας του ετέρου συμβαλλομένου κράτους
1) ροκειμένου να διαπιστωθεί εάν έχει συμπληρωθεί η απαιτούμενη διάρκεια για την απόκτηση του δικαιώματος και προκειμένου να καθοριστεί η διάρκεια του δικαιώματος για τη χορήγηση επιδομάτων, υπολογίζονται οι περίοδοι απασχόλησης κατά τις οποίες υπήρχε η υποχρέωση καταβολής εισφορών και οι οποίες συμπληρώθηκαν σύμφωνα με τη νομοθεσία του ετέρου συμβαλλομένου κράτους εφόσον ο αιτών έχει την ιθαγένεια του συμβαλλομένου κράτους εντός του οποίου προβάλλεται το δικαίωμα και εφόσον έχει τη συνήθη διαμονή του στο κράτος αυτό. Το αυτό ισχύει οσάκις ο αιτών εγκαθίσταται, ενόψει οικογενειακής επανενώσεως, στο συμβαλλόμενο κράτος εντός του οποίου προβάλλεται το δικαίωμα και εφόσον ο ήδη διαβιών στο κράτος αυτό σύζυγος έχει την ιθαγένεια του κράτους αυτού.
2) Όσον αφορά τους λοιπούς ανέργους, οι περίοδοι απασχολήσεως κατά τις οποίες υπήρχε η υποχρέωση καταβολής εισφορών και οι οποίες συμπληρώθηκαν βάσει της νομοθεσίας του ετέρου συμβαλλομένου κράτους δεν συνυπολογίζονται παρά μόνον εάν, μετά από την τελευταία είσοδό του στο έδαφος του συμβαλλομένου κράτους εντός του οποίου προβάλλει το δικαίωμα για τη χορήγηση επιδομάτων, ο ενδιαφερόμενος είχε στο κράτος αυτό έμμισθη απασχόληση τουλάχιστον επί τέσσερις εβδομάδες χωρίς να παραβιάσει τις διατάξεις σχετικά με την απασχόληση των αλλοδαπών.»
ΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και τα προδικαστικά ερωτήματα
5. Η D. Kaske, που γεννήθηκε στη Γερμανία, έχει την αυστριακή ιθαγένεια από το 1968. Από το 1972 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1982, εργαζόταν στην Αυστρία ως μισθωτή και υπαγόταν στο υποχρεωτικό σύστημα ασφαλίσεως γήρατος, ασθενείας, ατυχημάτων και ανεργίας. Το 1983 εγκαταστάθηκε στη Γερμανία όπου εργάστηκε ως μισθωτή έως τον Απρίλιο του 1995 καταβάλλοντας εισφορές, μεταξύ άλλων, στο υποχρεωτικό σύστημα ασφαλίσεως ανεργίας και από το οποίο έλαβε επίδομα ανεργίας από 1ης Μα_ου 1995 έως 14 Φεβρουαρίου 1996. Από 15 Φεβρουαρίου 1996 έως 31 Μα_ου 1996, η D. Kaske εργάστηκε εκ νέου υπαγόμενη σε σύστημα ασφαλίσεως ανεργίας. Ακολούθως, επέστρεψε στην Αυστρία και στις 12 Ιουνίου 1996 υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση επιδόματος ανεργίας στο τοπικό γραφείο του Arbeitsmarktservice (οργανισμού απασχολήσεως εργατικού δυναμικού, στο εξής: οργανισμός).
6. Ο οργανισμός απέρριψε την αίτηση της ενδιαφερομένης με απόφαση της 8ης Αυγούστου 1996. Ο οργανισμός αιτιολόγησε την απόφασή του με το γεγονός ότι η D. Kaske δεν είχε εργαστεί στην Αυστρία αμέσως πριν από την υποβολή της αιτήσεώς της για τη χορήγηση επιδόματος ανεργίας, όπως προβλέπει το άρθρο 67, παράγραφος 3, του κανονισμού. Κατά συνέπεια, βάσει του κανονισμού αυτού, ήταν αδύνατο να συνυπολογιστούν οι περίοδοι ασφαλίσεως και/ή απασχολήσεως που είχε πραγματοποιήσει στην αλλοδαπή. Ως εκ τούτου, δεν είχε συμπληρωθεί ο απαιτούμενος χρόνος προκειμένου να έχει το δικαίωμα να ζητήσει την καταβολή επιδομάτων ανεργίας.
7. Η D. Kaske άσκησε ιεραρχική προσφυγή κατά της προαναφερθείσας αποφάσεως η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη από την καθής διοικητική αρχή με απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1996 και η οποία αποτελεί το αντικείμενο της υποθέσεως στην κύρια δίκη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στην αιτιολογία της αποφάσεώς της, η διοικητική αρχή έκρινε ότι η ενδιαφερόμενη δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 14, παράγραφος 1, του AlVG, το οποίο εκδόθηκε προς εκτέλεση του άρθρου 67 του κανονισμού 1408/71, δεδομένου ότι δεν ήταν σε θέση να δικαιολογήσει ότι είχε πραγματοποιήσει στην Αυστρία, πριν από την υποβολή της αιτήσεώς της, περιόδους απασχολήσεως υποκείμενες στην ασφάλιση ανεργίας εντός των 24 μηνών που προηγήθηκαν της αιτήσεώς της· η διοικητική αρχή δεν δέχθηκε εξάλλου τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 14, παράγραφος 5, του AlVG, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν είχε τη διαμονή της επί δεκαπέντε έτη στην Αυστρία πριν από την πραγματοποίηση περιόδων ασφαλίσεως στη Γερμανία ούτε είχε μετακομίσει στην Αυστρία ενόψει οικογενειακής επανενώσεως. Ως εκ τούτου, οι περίοδοι απασχολήσεως που πραγματοποίησε στην αλλοδαπή δεν μπορούσαν να συνυπολογιστούν για την απόκτηση του δικαιώματος.
8. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η D. Kaske ήταν πιθανό να δικαιούται επιδόματος ανεργίας εάν οι περίοδοι απασχολήσεως που πραγματοποίησε στη Γερμανία συνυπολογίζονταν για την απόκτηση του δικαιώματος στην ανωτέρω παροχή και του γεγονότος ότι, εξάλλου, ήταν πιθανό να έχει το δικαίωμα αυτό εφόσον οι προαναφερθείσες διατάξεις της γερμανοαυστριακής συμβάσεως εφαρμόζονταν στην περίπτωσή της, το Verwaltungsgerichtshof αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Εφαρμόζεται η νομολογία Rönfeldt του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία μια διακινούμενη εργαζόμενη κάνει χρήση του δικαιώματος "ελεύθερης κυκλοφορίας" (κατ' ακρίβειαν: προκαταβολικώς) και μάλιστα όχι μόνο πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 αλλά και της Συνθήκης ΕΚ στη χώρα καταγωγής της, ήτοι καθ' ον χρόνον δεν μπορούσε ακόμη να επικαλεστεί στο κράτος απασχολήσεώς της τα άρθρα 39 ΕΚ επ. (παλαιά άρθρα 48 επ.);
2) Στην περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Σημαίνει η εφαρμογή της νομολογίας Rönfeldt στην περίπτωση ασφαλίσεως ανεργίας ότι διακινούμενη εργαζόμενη μπορεί να επικαλεστεί μια ευνοϊκότερη διάταξη σε σχέση με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/71, η οποία απορρέει από μια διμερή συμφωνία μεταξύ δύο κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (εν προκειμένω από τη γερμανοαυστριακή σύμβαση περί ασφαλίσεως ανεργίας), εκάστοτε για την περαιτέρω διάρκεια της ασκήσεως του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας κατά την έννοια των άρθρων 39 ΕΚ επ. (παλαιά άρθρα 48 επ.) και ειδικότερα στην περίπτωση δικαιωμάτων τα οποία προβάλλονται μετά την επιστροφή από τη χώρα απασχολήσεως στη χώρα καταγωγής;
3) Στην περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα:
ρέπει παρόμοια δικαιώματα να κρίνονται σύμφωνα με την - ευνοϊκότερη - σύμβαση μόνο καθόσον στηρίζονται σε περιόδους υποχρεωτικής ασφαλίσεως ανεργίας οι οποίες συμπληρώθηκαν έως την έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (εν προκειμένω έως την 1η Ιανουαρίου 1994) στο κράτος απασχολήσεως;
4) Στην περίπτωση αρνητικής απαντήσεως σε ένα εκ των δύο πρώτων ερωτημάτων και καταφατικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα:
Επιτρέπεται, υπό το πρίσμα της απαγόρευσης των διακρίσεων του άρθρου 39 ΕΚ (παλαιό άρθρο 48) σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, ένα κράτος μέλος, το οποίο προβλέπει στην εσωτερική του έννομη τάξη ευνοϊκότερη ρύθμιση σε σχέση με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/71 [εν προκειμένω: δεν απαιτεί αμέσως προηγούμενη ασφάλιση κατά την έννοια του άρθρου 67, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71], να εξαρτά την εφαρμογή της - πλην της περιπτώσεως οικογενειακής επανενώσεως - από δεκαπενταετή παραμονή στην επικράτειά του πριν από την κτήση περιόδων ασφαλίσεως στο έτερο κράτος μέλος, προκειμένου να λάβει υπόψη του τον χρόνο αυτό;»
Ανάλυση
9. Ευθύς εξ αρχής, θα πρέπει να γίνουν οι ακόλουθες παρατηρήσεις.
10. Τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου αφορούν κατ' ουσίαν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της νομολογίας Rönfeldt . Υπενθυμίζω ότι, στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι η υποκατάσταση του κανονισμού 1408/71 στις διατάξεις των κοινωνικασφαλιστικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί μεταξύ κρατών μελών έχει επιτακτικό χαρακτήρα, ωστόσο, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια κοινωνικοασφαλιστικών πλεονεκτημάτων για τους εργαζομένους που άσκησαν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας λόγω της μη εφαρμογής των συμβάσεων αυτών. ράγματι, στην περίπτωση αυτή δεν θα εκπληρωνόταν ο σκοπός των άρθρων 48, παράγραφος 2, και 51 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρων 39 ΕΚ και 42 ΕΚ).
11. Τόσο η Επιτροπή όσο και η Αυστριακή Κυβέρνηση προβάλλουν επιχειρήματα που δύνανται να κλονίσουν την αναγκαιότητα των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο.
12. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β_, σημείο ii, του κανονισμού 1408/71 είναι δυνατό να εφαρμοστεί στη διαφορά της κύριας δίκης. Μολονότι το εθνικό δικαστήριο δεν ανέφερε στα προδικαστικά ερωτήματα τη δυνατότητα, για την προσφεύγουσα της κύριας δίκης, να στηρίξει το αίτημά της στη διάταξη αυτή, η Επιτροπή φρονεί ότι η διάταξη αυτή μπορεί να προσφέρει μια λύση στη διαφορά.
13. Συναφώς, η Επιτροπή τονίζει ότι από την υπόθεση Bergmann προκύπτει ότι υπάρχει αρμοδιότητα του κράτους διαμονής να καταβάλει επίδομα ανεργίας οσάκις η μεταφορά της κατοικίας πραγματοποιήθηκε λίγο πριν την επέλευση της ανεργίας και για οικογενειακούς λόγους. Κατά την Επιτροπή, οι δύο αυτές προϋποθέσεις φαίνεται ότι συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης επέστρεψε στην Αυστρία, το κράτος διαμονής της, προκειμένου να ακολουθήσει τον σύζυγό της και τέθηκε στη διάθεση των αυστριακών υπηρεσιών απασχολήσεως εργατικού δυναμικού δώδεκα ημέρες μόνο μετά την απώλεια της τελευταίας της θέσεως εργασίας.
14. Το μόνο μέρος που θίγει το ζήτημα αυτό είναι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης η οποία απλώς αναφέρει, ως προς το σημείο αυτό, ότι η περίπτωσή της δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 71, χωρίς ωστόσο να εξηγεί τον λόγο.
15. Είναι αναμφισβήτητο ότι, εάν τα εν προκειμένω πραγματικά περιστατικά ήσαν παρεμφερή με αυτά της προαναφερθείσας υποθέσεως Bergemann, η D. Kaske θα μπορούσε, σύμφωνα με τη λύση που δέχθηκε το Δικαστήριο στην υπόθεση εκείνη, να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο β_, σημείο ii.
16. Ωστόσο, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, αντιθέτως με τα πραγματικά περιστατικά της προαναφερθείσας υποθέσεως Bergemann, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης εγκατέλειψε τη Γερμανία για να κατοικήσει στην Αυστρία μόνο μετά το πέρας της εργασιακής σχέσεως.
17. Κατά συνέπεια, δεν βλέπω με ποιο τρόπο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως «σε ανεργία μισθωτός που κατοικούσε κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεώς του στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος» και να υπαχθεί έτσι στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο β_, σημείο ii.
18. Ωστόσο, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι θα έπρεπε η διάταξη αυτή να εφαρμοστεί έμμεσα. Η Επιτροπή τονίζει ότι, στην υπόθεση Miethe , το Δικαστήριο έκρινε ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να προσδιορίσει εάν ένας εργαζόμενος, που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο β_, και ο οποίος διατήρησε στο κράτος απασχολήσεώς του περισσότερες πιθανότητες επαγγελματικής επανεντάξεως, μπορεί να επιλέξει στη συνέχεια το κράτος από το οποίο θα ζητήσει να λάβει το επίδομα ανεργίας.
19. Επιπλέον, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, στην προαναφερθείσα υπόθεση Bergemann, το Δικαστήριο δέχθηκε την ύπαρξη ευχέρειας επιλογής των υπηρεσιών απασχολήσεως είτε του κράτους διαμονής είτε του κράτους απασχολήσεως, στηριζόμενο, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, ο ενδιαφερόμενος ενδέχεται να έχει μεγαλύτερες πιθανότητες για την εξεύρεση νέας εργασίας.
20. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή προβάλλει ότι εναπόκειται εξίσου και στο εθνικό δικαστήριο να αποφασίσει, εν προκειμένω, εάν η προσφεύγουσα έχει στο νυν κράτος διαμονής της μεγαλύτερες πιθανότητες επαγγελματικής επανεντάξεως.
21. Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η νομολογία που παραθέτει η Επιτροπή αφορούσε εργαζομένους οι οποίοι, αντίθετα με την παρούσα υπόθεση, είχαν πράγματι διαμείνει, κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεώς τους, σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος απασχολήσεως και, ως εκ τούτου, είχαν το δικαίωμα επιλογής που αναγνωρίζει η σχετική με το άρθρο 71 νομολογία.
22. Ωστόσο, δεν είναι δυνατό να προβάλλεται η νομολογία αυτή προκειμένου να μην τηρείται το γράμμα της διατάξεως αυτής, και ιδίως η απαίτηση να κατοικούσε ο άνεργος μισθωτός, κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεώς του, σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο κράτος.
23. Κατά συνέπεια, από την επιχειρηματολογία της Επιτροπής δεν προκύπτει ότι η επίκληση του άρθρου 71 παρέχει τη δυνατότητα μη εξετάσεως των ερωτημάτων που υπέβαλε το Verwaltungsgerichtshof της Αυστρίας.
24. Η Αυστριακή Κυβέρνηση προβάλλει δύο επιχειρήματα από τα οποία προκύπτει ότι η απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το Verwaltungsgerichtshof σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής της προαναφερθείσας νομολογίας Rönfeldt δεν ασκούν επιρροή επί της διαφοράς στην κύρια δίκη.
25. ρώτον, η Αυστριακή Κυβέρνηση αμφισβητεί την εκτίμηση του αιτούντος δικαστηρίου ότι η D. Kaske θα είχε ενδεχομένως δικαίωμα σε επίδομα ανεργίας στην Αυστρία εάν οι περίοδοι απασχολήσεως που πραγματοποίησε στη Γερμανία συνυπολογίζονταν για την απόκτηση του δικαιώματος.
26. Συναφώς, υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, αφού εργάστηκε στη Γερμανία από το 1983 έως τον Απρίλιο του 1995, έλαβε από το γερμανικό κράτος επίδομα ανεργίας από την 1η Μα_ου 1995 έως τις 14 Φεβρουαρίου 1996 και επομένως «χρησιμοποίησε» αυτή την περίοδο απασχολήσεως προκειμένου να προβάλει τα δικαιώματά της για τη χορήγηση επιδόματος ανεργίας.
27. Κατά συνέπεια, το δικαίωμα για χορήγηση νέου επιδόματος στην Αυστρία δεν ήταν δυνατό να θεμελιωθεί παρά μόνο στην πραγματοποιηθείσα περίοδο απασχολήσεως από 15 Φεβρουαρίου 1996 και εφεξής. Η περίοδος αυτή ολοκληρώθηκε στις 31 Μα_ου 1996. Η διάρκεια δεκαπέντε εβδομάδων της περιόδου αυτής ήταν κατά πολύ μικρότερη από τις πενήντα δύο εβδομάδες που απαιτούνται στην Αυστρία.
28. Ωστόσο, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει τόσο την αναγκαιότητα όσο και την λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο.
29. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι το κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται ο καθού οργανισμός της κύριας δίκης ερμηνεύει διαφοροτρόπως τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις απ' ό,τι το αιτούν δικαστήριο με συνέπεια να καταλήγει, εμμέσως πλήν σαφώς, στο συμπέρασμα ότι, κατά την άποψή του, δεν συνέτρεχε λόγος υποβολής ερωτημάτων στο Δικαστήριο, δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά.
30. Ωστόσο, η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει, δεύτερον, ότι, δεδομένου ότι η D. Kaske είχε ήδη ωφεληθεί από τα ευεργετικά αποτελέσματα της εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, δεν μπορεί πλέον, εξαιτίας αυτού και μόνον του γεγονότος, να ωφεληθεί από τα ευεργετικά αποτελέσματα της προαναφερθείσας νομολογίας Rönfeldt.
31. Συναφώς, η Αυστριακή Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι η προσφεύγουσα έλαβε επίδομα ανεργίας στη Γερμανία καθ' ον χρόνο το κοινοτικό δίκαιο είχε ήδη αρχίσει να ισχύει και σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω κανονισμού. Κατά συνέπεια, αποκλείεται η εφαρμογή της προαναφερθείσας νομολογίας Rönfeldt.
32. Συγκεκριμένα, σε αντίθετη περίπτωση, όλοι οι διακινούμενοι εργαζόμενοι που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με την προσφεύγουσα θα είχαν τη δυνατότητα ανά πάσα στιγμή να ζητήσουν την εφαρμογή είτε του συστήματος του κανονισμού είτε του συστήματος των διακρατικών συμβάσεων ανάλογα με το ποιο τους ευνοεί κατ' αποτέλεσμα περισσότερο. Ωστόσο, μια τέτοιου είδους σύγκριση πλεονεκτημάτων, που θα έπρεπε να γίνεται καθόλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας ενός εργαζομένου κάθε φορά που είναι άνεργος θα προκαλούσε, επιπλέον, μεγάλες διαχειριστικές δυσχέρειες στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, ενώ δεν βρίσκει οποιοδήποτε έρεισμα στον κανονισμό.
33. Η Αυστριακή Κυβέρνηση προβάλλει προς στήριξη της απόψεώς της την απόφαση Gómez Rodríguez . Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η υπόθεση εκείνη δεν ήταν παρεμφερής με την υπό κρίση υπόθεση. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε στην υπόθεση εκείνη την εφαρμογή της προαναφερθείσας νομολογίας Rönfeldt λόγω του ότι, δυνάμει του άρθρου 118, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 , είχε γίνει σύγκριση μεταξύ των πλεονεκτημάτων που απέρρεαν από τη σύμβαση και των πλεονεκτημάτων που απέρρεαν από τον κανονισμό με αποτέλεσμα το σύστημα του κανονισμού να είναι ευνοϊκότερο για τους προσφεύγοντες.
34. Ωστόσο, η διάταξη αυτή, η οποία εξάλλου δεν εφαρμόζεται παρά μόνον εάν, αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, ο κίνδυνος επήλθε πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού, επιγράφεται «Μεταβατικές διατάξεις για θέματα συντάξεως των μισθωτών». Επομένως, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στα επιδόματα ανεργίας.
35. Επιπλέον, δεν αντιλαμβάνομαι για ποιο λόγο το γεγονός και μόνον ότι η D. Kaske άντλησε, σε μια δεδομένη στιγμή, οφέλη από την εφαρμογή του κανονισμού, θα πρέπει αυτομάτως να της στερήσει τα δικαιώματα που απορρέουν γι' αυτήν από τη Συνθήκη. ράγματι, η προαναφερθείσα νομολογία Rönfeldt αποσκοπεί αντιθέτως στην προστασία των δικαιωμάτων αυτών, εφόσον ο εργαζόμενος άσκησε το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού και, ως εκ τούτου, μπορούσε δικαιολογημένα να αναμένει ότι η κατάστασή του θα είναι διασφαλισμένη και ότι δεν θα μεταβληθεί λόγω του ότι άρχισε να ισχύει ο κανονισμός αυτός.
36. Το καθοριστικό κριτήριο για την εφαρμογή της προαναφερθείσας νομολογίας Rönfeldt είναι επομένως η ύπαρξη δικαιωμάτων υπέρ του εργαζομένου τα οποία θα εξακολουθούσε να έχει βάσει της συμβάσεως, αλλά τα οποία του στερεί η εφαρμογή του κανονισμού. Επομένως, μόνο μετά την εξάντληση όλων των δικαιωμάτων που απορρέουν για τον εργαζόμενο από τη σύμβαση αποκλείεται οριστικώς οποιαδήποτε δυνατότητα να υποκαταστήσει η σύμβαση αυτή τις διατάξεις του κανονισμού.
37. Ωστόσο, από τη δικογραφία δεν προκύπτει ότι αυτό συμβαίνει εν προκειμένω.
38. Τέλος, τονίζω ότι οι κυβερνήσεις που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας εξετάζουν στο πλαίσιο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος το ζήτημα της εφαρμογής της προαναφερθείσας νομολογίας Rönfeldt στα επιδόματα ανεργίας.
39. Ωστόσο, η διατύπωση του εν λόγω ερωτήματος αφορά μόνον την κατά χρόνον εφαρμογή της νομολογίας αυτής και όχι την καθ' ύλην εφαρμογή της. Κατά συνέπεια, όπως πράττει και η Επιτροπή, θα εξετάσω το ζήτημα του κατά πόσον είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερθείσας νομολογίας Rönfeldt στην περίπτωση της ανεργίας στο πλαίσιο του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος.
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
40. Το αιτούν δικαστήριο διαλαμβάνει ότι, από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως Thévenon , η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την εφαρμογή των διμερών συμβάσεων που είναι προγενέστερες της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 1408/71 πρέπει να νοηθεί ως αποσκοπούσα στην προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης η οποία συνάγεται από τα άρθρα 39 ΕΚ επ. Ο εργαζόμενος ο οποίος, βασιζόμενος στη νομική κατάσταση που δημιουργεί μια διμερής σύμβαση, μετέβη σε κράτος μέλος που είχε υπογράψει τη σύμβαση αυτή πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 1408/71 και άσκησε σε αυτό το κράτος μέλος τα δικαιώματα που του παρέχουν τα άρθρα 39 ΕΚ επ. δεν πρέπει να δει διαψευδόμενη την εμπιστοσύνη αυτή από το γεγονός ότι άρχισε να ισχύει ο κανονισμός λόγω του ότι ο κανονισμός αυτός εξαρτά το δικαίωμα για λήψη παροχών από αυστηρότερες προϋποθέσεις ή συνεπάγεται στην πράξη μικρότερες παροχές σε σχέση με τη σύμβαση.
41. Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι τίθεται το ερώτημα αν η νομολογία αυτή ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποία ένας εργαζόμενος εγκατέλειψε, πριν από την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης, και κατά συνέπεια των άρθρων της 39 ΕΚ επ., τη χώρα καταγωγής του προκειμένου να μεταβεί σε άλλο κράτος μέλος.
42. Το Verwaltungsgerichtshof σημειώνει ωστόσο ότι έτσι είχαν τα πράγματα στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Grajera Rodríguez και ότι αυτό δεν εμπόδισε το Δικαστήριο να εφαρμόσει την προαναφερθείσα νομολογία Rönfeldt.
43. Συναφώς, ας σημειωθεί ότι η απόφαση αυτή αποτελεί παράδειγμα μιας πάγιας νομολογιακής γραμμής του Δικαστηρίου δεδομένου ότι, σε άλλες υποθέσεις όπου ο εργαζόμενος είχε εγκαταλείψει το κράτος καταγωγής του, πριν από την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης σε αυτό, προκειμένου να μεταβεί σε ένα κράτος μέλος, το Δικαστήριο εφάρμοσε επίσης την προαναφερθείσα νομολογία Rönfeldt .
44. Κατά συνέπεια, η νομολογία του Δικαστηρίου δεν παρέχει τη δυνατότητα να συναχθεί ότι η εφαρμογή της προϋποθέτει την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης στο κράτος καταγωγής του ενδιαφερομένου εργαζομένου.
45. Συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι τούτο εξηγείται από το γεγονός ότι η εν λόγω νομολογία δεν στηρίζεται ουσιαστικά στη νομική βάση της ασκήσεως ενός «δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας», αλλά κυρίως στην ανάγκη, που συνδέεται με την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να στερηθεί ο εργαζόμενος τα υφιστάμενα δικαιώματα και πλεονεκτήματα λόγω της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 1408/71.
46. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από την πρόσφατη απόφαση Thelen , στην οποία το Δικαστήριο τόνισε ότι βάσει της νομολογίας του η υποκατάσταση της συμβάσεως από τον κανονισμό δεν μπορεί να στερήσει τον εργαζόμενο από τα δικαιώματα και τα πλεονεκτήματα που απορρέουν γι' αυτόν από τη σύμβαση. Το Δικαστήριο προσέθεσε, στη σκέψη 22 της ίδιας αποφάσεως, ότι ο εργαζόμενος θεμιτώς μπορούσε να προσδοκεί ότι εξακολουθεί να έχει το δικαίωμα που απορρέει γι' αυτόν από τη σύμβαση.
47. Συνεπώς, προτείνω, όπως και η Επιτροπή, να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο πρώτο ερώτημα:
«Η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τη διατήρηση του κύρους των συμβάσεων κοινωνικής ασφαλίσεως τις οποίες υποκατέστησε ο κανονισμός 1408/71 εφαρμόζεται και στην περίπτωση κατά την οποία ένας διακινούμενος εργαζόμενος άσκησε το "δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας" (ή, ακριβέστερα, το άσκησε εκ των προτέρων) πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 1408/71, αλλά επίσης πριν αρχίσει να ισχύει η Συνθήκη ΕΚ στο κράτος καταγωγής του, ήτοι σε χρονικό σημείο που δεν μπορούσε ακόμη να επικαλεστεί τα άρθρα 39 ΕΚ επ. στο κράτος απασχολήσεως.»
48. Δεδομένου ότι τα επόμενα ερωτήματα υποβλήθηκαν σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, πρέπει να εξεταστούν και αυτά.
Επί του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
49. Τόσο το δεύτερο όσο και το τρίτο ερώτημα αφορούν το ίδιο ζήτημα, ήτοι τις συνέπειες που έχει εν προκειμένω η εφαρμογή της προαναφερθείσας νομολογίας Rönfeldt στα επιδόματα ανεργίας. Κατά συνέπεια, δεν είναι παράδοξο το γεγονός ότι οι παρεμβαίνοντες που μετείχαν στη διαδικασία εξέτασαν από κοινού τα ερωτήματα αυτά, πράγμα που προτίθεμαι επίσης να πράξω.
50. ρος τούτο πρέπει να εξεταστεί προηγουμένως το αν είναι δυνατή η καθ' ύλην εφαρμογή της στα επιδόματα ανεργίας.
51. Στο πλαίσιο αυτό, η Αυστριακή και η Ισπανική Κυβέρνηση υποστήριξαν ότι, λόγω της ίδιας της φύσεως των εν λόγω επιδομάτων, δεν είναι δυνατή εν προκειμένω η εφαρμογή της προαναφερθείσας νομολογίας Rönfeldt.
52. Η Αυστριακή Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι η νομολογία αυτή αναπτύχθηκε στο πλαίσιο συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων τα οποία παρουσιάζουν έντονες διαφορές σε σχέση με τις ασφαλιστικές παροχές ανεργίας. Η Αυστριακή Κυβέρνηση τονίζει ότι, όσον αφορά την ασφάλιση γήρατος, οι ασφαλιστικές περίοδοι, άπαξ πραγματοποιηθούν, εξακολουθούν να υπάρχουν μέχρι συνταξιοδοτήσεως ενώ, όσον αφορά την ασφάλιση ανεργίας, μόνον οι περίοδοι που πραγματοποιήθηκαν ευθύς πριν την επέλευση του κινδύνου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
53. Ειδικότερα, η Αυστριακή Κυβέρνηση φρονεί ότι, εάν η ενδιαφερόμενη έλαβε επίδομα ανεργίας, η μέχρι τότε πραγματοποιηθείσα περίοδος απασχολήσεως και όλες οι άλλες συναφείς περίοδοι χρησιμοποιούνται και δεν είναι δυνατό να αποκτηθεί νέο δικαίωμα για τη χορήγηση επιδομάτων ανεργίας παρά μόνο μετά από μια νέα περίοδο απασχολήσεως αρκούντως μεγάλης διαρκείας.
54. Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το δικαίωμα για τη χορήγηση επιδομάτων ανεργίας αποκτάται μόνο στην τελευταία χώρα απασχολήσεως, ακόμη και όταν ο μισθωτός αναζητεί εργασία σε ένα άλλο κράτος.
55. Τέλος, η Αυστριακή Κυβέρνηση φρονεί ότι η γερμανοαυστριακή σύμβαση εφαρμόζεται μόνο για τις περιόδους που είναι προγενέστερες της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού μέχρι της επελεύσεως της πρώτης περιόδου ανεργίας.
56. Η Ισπανική Κυβέρνηση τονίζει ότι, αντίθετα με τις συντάξεις και τις παροχές λόγω αναπηρίας, το δικαίωμα για τη χορήγηση των οποίων αποκτάται ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία επήλθε το γενεσιουργό γεγονός, ο ισχύων εν προκειμένω κανονισμός εξαρτά το δικαίωμα για τη χορήγηση επιδόματος ανεργίας από την προϋπόθεση ότι η τελευταία περίοδος ασφαλίσεως ή απασχολήσεως πραγματοποιήθηκε στη χώρα στην οποία ζητείται το επίδομα.
57. Η Ισπανική Κυβέρνηση εξηγεί τη διαφορά αυτή βάσει της ίδιας της φύσεως των επιδομάτων ανεργίας. Συναφώς, επισημαίνει ότι το δικαίωμα για τη χορήγησή τους δεν είναι ένα ολοκληρωμένο ή πλήρες δικαίωμα, όπως συμβαίνει με τη σύνταξη ή τις παροχές λόγω αναπηρίας. Αντιθέτως, το δικαίωμα για τη χορήγηση των παροχών αυτών είναι ένα δυνητικό δικαίωμα, υπό διαμόρφωση, το οποίο μεταβάλλεται αμέσως και άνευ ενός μεταβατικού σταδίου σε πραγματικό δικαίωμα εάν ο εργαζόμενος χάσει την εργασία του και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η παροχή. Συναφώς, η Ισπανική Κυβέρνηση συνάγει ότι η προαναφερθείσα νομολογία Rönfeldt δεν εφαρμόζεται στα υπό διαμόρφωση δικαιώματα για τη χορήγηση παροχών τα οποία, λόγω της φύσεώς τους, ουδέποτε είναι τετελεσμένα, όπως λόγου χάρη συμβαίνει με τα επιδόματα ανεργίας.
58. Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, με την προαναφερθείσα απόφασή του Thelen, το Δικαστήριο έκρινε ότι η υποκατάσταση της συμβάσεως από τον κανονισμό δεν μπορεί να στερήσει τον εργαζόμενο από τα δικαιώματα και τα πλεονεκτήματα που του παρέχει η σύμβαση αυτή, ακόμη και στην περίπτωση που η διαφορά της κύριας δίκης αφορά σύστημα ασφαλίσεως ανεργίας, το οποίο παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά όσον αφορά τη διάρκεια υπαγωγής, και όχι, όπως στην προγενέστερη νομολογία του, σύστημα συντάξεων γήρατος ή αναπηρίας .
59. Κατά συνέπεια, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής, της ορτογαλικής Κυβερνήσεως και της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, οι οποίες προέβαλαν ότι ουδέν αντιτίθεται στην εφαρμογή της προαναφερθείσας νομολογίας Rönfeldt στα επιδόματα ανεργίας.
60. Ως προς τις συνέπειες της νομολογίας αυτής στην εν προκειμένω υπόθεση, προβάλλονται δύο αντιτιθέμενες απόψεις.
61. Όπως είδαμε, η Αυστριακή Κυβέρνηση φρονεί ότι η διμερής σύμβαση εφαρμόζεται για τις περιόδους που είναι προγενέστερες της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού μέχρις της επελεύσεως της πρώτης περιόδου ανεργίας.
62. Αντιθέτως, τόσο η Επιτροπή όσο και η ορτογαλική Κυβέρνηση και η προσφεύγουσα της κύριας δίκης φρονούν ότι ο περιορισμός αυτός είναι αντίθετος με τη νομολογία του Δικαστηρίου.
63. Συμμερίζομαι την άποψη αυτή.
64. ράγματι, όπως έχει ήδη τονιστεί, ο λόγος υπάρξεως αυτής της νομολογίας του Δικαστηρίου είναι να εμποδίσει να στερηθεί ο εργαζόμενος που άσκησε το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού, λόγω του γεγονότος ότι άρχισε να ισχύει ο κανονισμός αυτός, τα πλεονεκτήματα που θεμιτώς μπορούσε να προσδοκά ότι έχει διότι απέρρεαν από την ισχύουσα κατά τον χρόνο της διακινήσεώς του συμβάσεως.
65. Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί το χωρίο της προαναφερθείσας αποφάσεως Rönfeldt όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι θα παραβιαζόταν η Συνθήκη «εάν, λόγω της ασκήσεως του δικαιώματός τους να κυκλοφορούν ελεύθερα, οι εργαζόμενοι στερούνταν πλεονεκτημάτων στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως που τους παρέχει, εν πάση περιπτώσει, και μόνη η νομοθεσία κράτους μέλους» , συμπεριλαμβανομένων των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από διατάξεις διμερών συμβάσεων οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στην εθνική τους νομοθεσία.
66. Είναι πάντως αδιαμφισβήτητο ότι, εάν γινόταν δεκτό ότι μόνον η περίοδος της ασκήσεως του δικαιώματος που είναι προγενέστερη της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού μπορεί να εκτιμηθεί βάσει της συμβάσεως, που είναι οπωσδήποτε ευνοϊκότερη, θα καταλήγαμε ακριβώς στο αποτέλεσμα που απορρίπτει το Δικαστήριο, ήτοι την απώλεια πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τη σύμβαση, και τούτο όσον αφορά την περίοδο της ασκήσεως του δικαιώματος που είναι μεταγενέστερη της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού.
67. Άλλως θα είχαν τα πράγματα μόνο στην πολύ διαφορετική περίπτωση της εκ νέου ασκήσεως του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, κατόπιν εξαντλήσεως των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη σύμβαση. Στην περίπτωση αυτή, μόνον ο κανονισμός 1408/71 θα μπορούσε να ρυθμίσει την κατάσταση του εν λόγω εργαζομένου.
68. Ο ίδιος συλλογισμός ισχύει για το τρίτο προδικαστικό ερώτημα.
69. ράγματι, το να θεωρηθεί ότι τα δικαιώματα του εργαζομένου πρέπει να κρίνονται, βάσει των ευνοϊκότερων όρων της διμερούς συμβάσεως, μόνο στον βαθμό που θεμελιώνονται στις περιόδους υποχρεωτικής ασφαλίσεως ανεργίας που πραγματοποιήθηκαν στο κράτος απασχολήσεως πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 1408/71 θα ισοδυναμούσε επίσης με στέρηση του εργαζομένου από τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τη σύμβαση πράγμα που δεν επιτρέπεται βάσει της προαναφερθείσας νομολογίας Rönfeldt.
70. Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω την ακόλουθη απάντηση στο δεύτερο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα:
«Οι διατάξεις συμβάσεως που συνήφθη μεταξύ δύο κρατών μελών, που είναι ευνοϊκότερες του συστήματος που απορρέει από την εφαρμογή του κανονισμού 1408/71, ισχύουν για το σύνολο της περιόδου ασκήσεως του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας κατά την έννοια των άρθρων 39 ΕΚ επ., έστω και αν πρόκειται κυρίως για δικαιώματα τα οποία ο ενδιαφερόμενος προβάλλει μετά την επάνοδό του από το κράτος απασχολήσεως στο κράτος καταγωγής. Τα δικαιώματα που θεμελιώνονται σε περιόδους ασφαλίσεως που αποκτήθηκαν κατόπιν της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού πρέπει επίσης να κρίνονται βάσει της ευνοϊκότερης διμερούς συμβάσεως.»
Ως προς το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα
71. Υπενθυμίζω ότι το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε το ερώτημα αυτό μόνο σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως σε ένα από τα δύο πρώτα ερωτήματα ή σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα.
72. Λαμβανομένων υπόψη των απαντήσεων στα ανωτέρω ερωτήματα, παρέλκει ως εκ τούτου η απάντηση στο ερώτημα αυτό.
73. Κατά συνέπεια, επικουρικώς και μόνο θα διατυπώσω τις ακόλουθες παρατηρήσεις.
74. Ο εν λόγω κανονισμός παρέχει τη δυνατότητα στον εργαζόμενο ο οποίος, αφού άσκησε το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας, επιστρέφει για να κατοικήσει στην Αυστρία, να λάβει επίδομα ανεργίας έστω και αν δεν εργάστηκε, όπως απαιτεί το άρθρο 67, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71, στο κράτος στο οποίο υποβάλλει αίτηση για τη χορήγηση επιδόματος ανεργίας.
75. Κατά συνέπεια, ο κανόνας αυτός παρέχει τη δυνατότητα στον εν λόγω εργαζόμενο να τύχει ευνοϊκότερης μεταχειρίσεως από αυτή που προβλέπει ο κανονισμός, αλλά εξαρτά το πλεονέκτημα αυτό από δύο προϋποθέσεις: διαμονή επί δεκαπέντε έτη στην Αυστρία πριν από την τελευταία εργασία στην αλλοδαπή ή την ύπαρξη σκοπού οικογενειακής επανενώσεως.
76. Η Αυστριακή Κυβέρνηση φρονεί ότι η διάταξη αυτή είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο δεδομένου ότι δεν εμποδίζει την ελεύθερη κυκλοφορία και δεν εφαρμόζεται μόνο σε Αυστριακούς πολίτες. Η Αυστριακή Κυβέρνηση προσθέτει ότι η διάταξη αυτή παρέχει τη δυνατότητα ανετότερης επανεντάξεως των ανέργων αυτών στην αγορά εργασίας της Αυστρίας.
77. Είναι αναμφισβήτητο ότι τίποτε δεν εμποδίζει ένα κράτος μέλος να θεσπίσει μια ρύθμιση ευνοϊκότερη από αυτή που προβλέπει ο κανονισμός 1408/71.
78. Εντούτοις, το περί ου ο λόγος πλεονέκτημα εξαρτάται από την προϋπόθεση της δεκαπενταετούς διαμονής ή από την ύπαρξη σκοπού οικογενειακής επανενώσεως.
79. Όπως όμως παρατηρούν τόσο η Επιτροπή όσο και το αιτούν δικαστήριο, είναι ευχερέστερο για τους Αυστριακούς πολίτες απ' ό,τι για τους πολίτες των λοιπών κρατών μελών να ανταποκριθούν στην απαίτηση της διαμονής και, ως εκ τούτου, υφίσταται έμμεση δυσμενής διάκριση. Ουδείς αντικειμενικός λόγος προβλήθηκε προκειμένου να δικαιολογηθεί η εν λόγω απαίτηση.
80. Δεδομένου ότι οι ανωτέρω παρατηρήσεις διατυπώθηκαν επικουρικώς και μόνον, προτείνω να δοθεί στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα η ακόλουθη απάντηση:
«αρέλκει η απάντηση στο ερώτημα.»
ρόταση
81. Για τους ανωτέρω λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα του Verwaltungsgerichtshof:
ρώτο ερώτημα:
«Η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τη διατήρηση του κύρους των συμβάσεων κοινωνικής ασφαλίσεως τις οποίες υποκατέστησε ο κανονισμός 1408/71 εφαρμόζεται και στην περίπτωση κατά την οποία ένας διακινούμενος εργαζόμενος άσκησε το "δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας" (ή, ακριβέστερα, το άσκησε εκ των προτέρων) πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 1408/71, αλλά επίσης πριν αρχίσει να ισχύει η Συνθήκη ΕΚ στο κράτος καταγωγής του, ήτοι σε χρονικό σημείο που δεν μπορούσε ακόμη να επικαλεστεί τα άρθρα 39 ΕΚ επ. στο κράτος απασχολήσεως.»
Δεύτερο και τρίτο ερώτημα:
«Οι διατάξεις συμβάσεως που συνήφθη μεταξύ δύο κρατών μελών, που είναι ευνοϊκότερες του συστήματος που απορρέει από την εφαρμογή του κανονισμού 1408/71, ισχύουν για το σύνολο της περιόδου ασκήσεως του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας κατά την έννοια των άρθρων 39 ΕΚ επ., έστω και αν πρόκειται κυρίως για δικαιώματα τα οποία ο ενδιαφερόμενος προβάλλει μετά την επάνοδό του από το κράτος απασχολήσεως στο κράτος καταγωγής. Τα δικαιώματα που θεμελιώνονται σε περιόδους ασφαλίσεως που αποκτήθηκαν κατόπιν της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού πρέπει επίσης να κρίνονται βάσει της ευνοϊκότερης διμερούς συμβάσεως.»
Τέταρτο ερώτημα:
«αρέλκει η απάντηση στο τέταρτο ερώτημα.»
Full & Egal Universal Law Academy