Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Οι παρούσες υποθέσεις αφορούν αιτήσεις αναιρέσεως της Moccia Irme SpA (στο εξής: Moccia), της Ferriera Lamifer SpA (στο εξής: Lamifer) και της Ferriera Acciaieria Casilina SpA (στο εξής: Casilina). Οι αναιρεσείουσες ζητούν να αναιρεθεί η απόφαση του ρωτοδικείου της 12ης Μα_ου 1999 , με την οποία απορρίφθηκαν οι προσφυγές τους ακυρώσεως των αποφάσεων 96/678/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 30ής Ιουλίου 1996, και 97/258/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 1996 , σχετικά με ορισμένα σχέδια ενισχύσεων της Ιταλίας στο πλαίσιο του προγράμματος αναδιάρθρωσης του ιταλικού ιδιωτικού χαλυβουργικού τομέα (στο εξής: απόφαση 96/678 και απόφαση 97/258).
Ι - Το κοινοτικό κανονιστικό πλαίσιο
2. Κατωτέρω παραθέτω το κοινοτικό κανονιστικό πλαίσιο, όπως περιγράφεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
3. Το άρθρο 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ ορίζει:
«Θεωρούνται ότι δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά άνθρακος και χάλυβος, και κατά συνέπεια καταργούνται ή απαγορεύονται εντός της Κοινότητος, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στην παρούσα Συνθήκη:
[...]
γ) οι επιδοτήσεις ή ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη ή οι ειδικές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται από αυτά υπό οποιαδήποτε μορφή·
[...]».
4. Η Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, εξέδωσε την 1η Φεβρουαρίου 1980 την απόφαση 257/80/ΕΚΑΧ για τη θέσπιση κοινοτικών κανόνων για την ενίσχυση της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα . Η απόφαση αυτή είναι γνωστή ως ο «πρώτος κώδικας ενισχύσεων». Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του μέρους Ι των αιτιολογικών σκέψεων της αποφάσεως, η απαγόρευση χορηγήσεως επιδοτήσεων ή ενισχύσεων κατά την έννοια της Συνθήκης αφορά αποκλειστικώς μέτρα τα οποία αποτελούν το εργαλείο μιας καθαρώς εθνικής πολιτικής στον τομέα σιδήρου και χάλυβα και δεν ισχύει επί των ενισχύσεων που σκοπούν στη θέσπιση κοινοτικής πολιτικής, όπως η πολιτική αναδιαρθρώσεως της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, η οποία αποτελούσε τον σκοπό της αποφάσεως 257/80.
5. Στη συνέχεια, ο πρώτος κώδικας ενισχύσεων αντικαταστάθηκε από διαδοχικούς κώδικες που θέσπιζαν κάθε φορά το καθεστώς που ίσχυε στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα και καθόριζαν τα κριτήρια βάσει των οποίων οι ενισχύσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα που χρηματοδοτούνται από κράτος μέλος, υπό οποιαδήποτε μορφή, μπορούν να θεωρούνται ως κοινοτικές ενισχύσεις και, κατά συνέπεια, ως συμβατές με την καλή λειτουργία της κοινής αγοράς.
6. Με την απόφαση 3855/91/ΕΚΑΧ, της 27ης Νοεμβρίου 1991 , η Επιτροπή θέσπισε νέες διατάξεις οι οποίες είχαν εφαρμογή στη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων στην οικεία βιομηχανία (στο εξής: πέμπτος κώδικας ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα ή πέμπτος κώδικας), από την 1η Ιανουαρίου 1992 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1996.
7. Οι εν προκειμένω σχετικές διατάξεις του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα έχουν ως εξής:
- άρθρο 4, παράγραφος 2:
«Οι ενισχύσεις στις επιχειρήσεις που παύουν οριστικά τις δραστηριότητές τους παραγωγής προϊόντων σιδήρου και χάλυβα στον τομέα ΕΚΑΧ μπορούν να θεωρηθούν συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις:
- [...]
- λειτουργούσαν κανονικά για την παραγωγή προϊόντων σιδήρου και χάλυβα ΕΚΑΧ μέχρι την ημερομηνία κοινοποίσης των ενισχύσεων αυτών [...]»·
- άρθρο 6, παράγραφος 1:
«Η Επιτροπή ενημερώνεται έγκαιρα ώστε να υποβάλλει τις παρατηρήσεις της σχετικά με τα προγράμματα που αποβλέπουν στη χορήγηση ή την τροποποίηση των ενισχύσεων που αναφέρονται στα άρθρα 2 έως 5 [...]»·
- άρθρο 6, παράγραφος 4:
«Αν η Επιτροπή, αφού τάξει προηγουμένως στους ενδιαφερομένους προθεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, διαπιστώσει ότι μια ενίσχυση δεν είναι συμβιβάσιμη με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης, πληροφορεί το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος σχετικά με την απόφασή της [...]»·
- άρθρο 6, παράγραφος 6:
«_Ολες οι συγκεκριμένες περιπτώσεις εφαρμογής των ενισχύσεων που προβλέπονται στα άρθρα 4 και 5 κοινοποιούνται στην Επιτροπή [...]».
ΙΙ - Το εθνικό νομικό πλαίσιο
8. Στις αρχές του 1994, η Ιταλική Κυβέρνηση θέσπισε, με το νομοθετικό διάταγμα 103 της 14ης Φεβρουαρίου 1994, επείγοντα μέτρα εκτελέσεως του σχεδίου αναδιαρθρώσεως του τομέα σιδήρου και χάλυβα. Ενημέρωσε σχετικώς την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ήδη τον Φεβρουάριο του 1994.
9. Η ισχύς αυτού του νομοθετικού διατάγματος παρατάθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 234 της 14ης Απριλίου 1994, στη συνέχεια δε ακόμη μία φορά με το νομοθετικό διάταγμα 396 της 20ής Ιουνίου 1994. Το τελευταίο αυτό νομοθετικό διάταγμα μετατράπηκε οριστικά στον νόμο 481/94, της 3ης Αυγούστου 1994, περί αναδιαρθρώσεως του ιδιωτικού ιταλικού τομέα σιδήρου και χάλυβα (GURI 183, της 6ης Αυγούστου 1994, σ. 12, στο εξής: νόμος 481/94).
10. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου 481/94 προβλέπει τη χορήγηση ενισχύσεων κατά το κλείσιμο βιομηχανικών εγκαταστάσεων σιδήρου και χάλυβα, υπό τον όρο ότι αυτές θα παύσουν να υφίστανται εντός προκαθορισμένης προθεσμίας. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 3, οι αιτήσεις ενισχύσεων πρέπει να κατατίθενται πριν από τις 30 Ιουλίου 1994, ενώ η εξάλειψη των εγκαταστάσεων πρέπει να πραγματοποιηθεί πριν από τις 31 Μαρτίου 1995. Η πλήρης καταβολή θα πρέπει να πραγματοποιηθεί πριν από την 31η Δεκεμβρίου 1996. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 4, οι τεχνικοί όροι εφαρμογής πρέπει να καθορισθούν με απόφαση του Ιταλού Υπουργού Βιομηχανίας, Εμπορίου και Βιοτεχνίας.
11. Η υπουργική απόφαση 683 της 12ης Οκτωβρίου 1994 (στο εξής: απόφαση 683/94), με την οποία το σχέδιο κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή τον Αύγουστο του 1994, ορίζει στο άρθρο 1, παράγραφος 1, ότι οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, για να μπορούν να επωφεληθούν των ενισχύσεων που προβλέπονται στο άρθρο 1 του νόμου 481/94, πρέπει, μεταξύ άλλων, να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
«e) να έχουν πραγματοποιήσει, πριν από την ημερομηνία εκδόσεως του νομοθετικού διατάγματος 103 της 14ης Φεβρουαρίου 1994 [...], κανονική παραγωγή πιστοποιούμενη με κατά νόμο πραγματογνωμοσύνη στην οποία έχει προβεί ο ορκωτός πραγματογνώμων, ειδικός του εν λόγω τομέα, εγγεγραμμένος στο μητρώο πραγματογνωμόνων και ορισμένος από το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έδρα της εταιρίας».
12. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 4, της εν λόγω αποφάσεως, ο Υπουργός Βιομηχανίας, Εμπορίου και Βιοτεχνίας «[...] κοινοποίησε στην Επιτροπή τα διάφορα μέτρα ενισχύσεως προς τον σκοπό προηγουμένης εγκρίσεως».
ΙΙΙ - Η περί εγκρίσεως απόφαση της Επιτροπής
13. Με απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1994, η Επιτροπή ενέκρινε κατ' αρχήν το εν λόγω καθεστώς ενισχύσεων , θέττοντας εντούτοις ως προϋπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 6, του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, ότι όλες οι συγκεκριμένες περιπτώσεις εφαρμογής των ενισχύσεων πρέπει προηγουμένως να κοινοποιηθούν.
14. Η Επιτροπή ανακοίνωσε περαιτέρω ότι θα εξαρτούσε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση την έγκρισή της από την τήρηση ορισμένων όρων. _Οσον αφορά την κανονική παραγωγή, που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα ως προϋπόθεση για την ενίσχυση, για να μπορεί να λάβει την ενίσχυση, η επιχείρηση πρέπει να έχει διατηρήσει καθ' όλη τη διάρκεια του έτους 1993 και μέχρι τον Φεβρουάριο του 1994, ημερομηνία κοινοποιήσεως στην Επιτροπή του νομοθετικού διατάγματος 103, μέση παραγωγική δραστηριότητα τουλάχιστον μιας βάρδιας ημερησίως, δηλαδή τουλάχιστον οκτώ ωρών ημερησίως επί πέντε ημέρες την εβδομάδα.
15. εραιτέρω, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι οι ιταλικές αρχές μπορούσαν εντούτοις βάσει αντικειμενικών κριτηρίων να αποδείξουν ότι μια επιχείρηση που δεν πληρούσε αυτή την προϋπόθεση είχε εντούτοις κανονική δραστηριότητα παραγωγής προϊόντων σιδήρου και χάλυβα ΕΚΑΧ.
IV - Τα πραγματικά περιστατικά
16. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1995 και στις 11 Μαρτίου 1996, η Ιταλική Κυβέρνηση κοινοποίησε στην Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 6, του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, ενισχύσεις για το οριστικό κλείσιμο εγκαταστάσεων, δυνάμει του νόμου 481/94 υπέρ ιδίως, των επιχειρήσεων Moccia, Casilina και Lamifer, τριών επιχειρήσεων που ειδικεύονται στην παραγωγή χάλυβα και/ή προϊόντων θερμής ελάσεως.
17. Οι επιχειρήσεις ανέφεραν για το 1993 τα ακόλουθα στοιχεία:
- ως προς την Moccia, παραγωγική ικανότητα 288 000 τόνων ετησίως ακατέργαστου χάλυβα και 165 000 τόνων ετησίως προϊόντων θερμής ελάσεως και πραγματική παραγωγή ίση προς το μηδέν·
- ως προς την Lamifer, παραγωγική ικανότητα 154 560 τόνων ετησίως προϊόντων θερμής ελάσεως και πραγματική παραγωγή 23 542 τόνων (15,2 % της παραγωγικής ικανότητας)·
- ως προς την Casilina, παραγωγική ικανότητα 80 000 τόνων ετησίως προϊόντων θερμής ελάσεως και πραγματική παραγωγή 11 356 τόνων (14,2 % της παραγωγικής ικανότητας).
18. Συνολικώς, 43 επιχειρήσεις ΕΚΑΧ εγκατεστημένες στην Ιταλία υπέβαλαν βάσει του νόμου 481/94 αίτηση ενισχύσεως.
19. Με έγγραφα της 15ης Σεπτεμβρίου 1995 και της 12ης Ιουνίου 1996, η Επιτροπή ενημέρωσε την Ιταλική Κυβέρνηση για την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 4, του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, σχετικά με τις σχεδιαζόμενες ενισχύσεις υπέρ ιδίως των προσφευγουσών επιχειρήσεων.
20. Η Επιτροπή διευκρίνιζε με τα έγγραφα αυτά ότι από τα στοιχεία που διέθετε προέκυπτε ότι καμία από τις οικείες επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων οι προσφεύγουσες, δεν είχε διατηρήσει παραγωγική δραστηριότητα μιας βάρδιας ημερησίως κατά μέσον όρο, πράγμα που αντιστοιχεί σε οκτώ τουλάχιστον ώρες εργασίας ημερησίως επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, καθ' όλη τη διάρκεια του έτους 1993 και μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 1994. Κατά συνέπεια, οι οικείες επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να ισχυριστούν ότι λειτούργησαν κανονικά για την παραγωγή προϊόντων σιδήρου και χάλυβα κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα.
21. Με την απόφαση 96/678, η Επιτροπή κήρυξε ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 4, στοιχείο γ_ της Συνθήκης ΕΚΑΧ τις ενισχύσεις που η Ιταλία σχεδίαζε να χορηγήσει, μεταξύ άλλων, στην Moccia και στην Casilina.
22. Με την απόφαση 97/258, η Επιτροπή προέβη σε παρόμοια δήλωση ως προς την, μεταξύ άλλων, Lamifer.
V - Η διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου
23. Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 19 Οκτωβρίου 1996, η Moccia και η Casilina άσκησαν αντίστοιχα τις προσφυγές που πρωτοκολλήθηκαν με τους αριθμούς T-164/96 και T-166/96. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 18 Απριλίου 1997, η Lamifer άσκησε προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό T-122/97.
24. Με διάταξη του ροέδρου του τρίτου (πενταμελούς) τμήματος του ρωτοδικείου της 18ης Δεκεμβρίου 1998, αποφασίσθηκε η ένωση και συνεκδίκαση των υποθέσεων προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
25. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το ρωτοδικείο απέρριψε όλες τις προσφυγές ως αβάσιμες και καταδίκασε τις προσφεύγουσες στα δικαστικά τους έξοδα καθώς και, εις ολόκληρον, στα έξοδα της Επιτροπής.
VI - Οι λόγοι αναιρέσεως
26. Κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Moccia προβάλλει τους ακόλουθους τρείς λόγους:
- παράβαση και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ - ανεπαρκής και ουσιαστικώς αντιφατική αιτιολογία - κατάχρηση εξουσίας·
- παράβαση και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα·
- παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
27. Η Casilina και η Lamifer προβάλλουν κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τους ακόλουθους τέσσερις λόγους:
- παράβαση του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, καθώς και παράβαση του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά τη μη εφαρμογή αυτού του άρθρου·
- παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα·
- παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα·
- παράβαση, εσφαλμένη και αναιτιολόγητη εφαρμογή της εγκριτικής αποφάσεως της 12ης Δεκεμβρίου 1994·
- κατάχρηση εξουσίας.
VII - Η εκτίμηση των λόγων αναιρέσεως
28. Οι λόγοι που προβάλλουν, αφενός, η Moccia και, αφετέρου, η Casilina και η Lamifer, αναφέρονται ως επί το πλείστον σε διάφορα χωρία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Καθόσον οι λόγοι αυτοί βάλλουν κατά των ιδίων χωρίων της αποφάσεως, στηρίζονται σε διαφορετική επιχειρηματολογία. Επομένως, θα εξετάσω τους λόγους με τη σειρά που εκτίθενται συνοπτικώς ανωτέρω.
A - Μoccia, πρώτος λόγος αναιρέσεως: παράβαση και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ
29. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου, η Moccia προέβαλε από κοινού με ορισμένες άλλες προσφεύγουσες στην εν λόγω διαδικασία αυτόν τον λόγο κατά της αποφάσεως 96/678. Στο πλαίσιο της διαδικασία αυτής, υποστήριξε ότι ένα μέτρο ενισχύσεως που σκοπεί στο οριστικό κλείσιμο μιας επιχειρήσεως δεν μπορεί από τη φύση του να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και, επομένως, διαφεύγει της αυστηρής απαγορεύσεως χορηγήσεως ενισχύσεων του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
30. Επομένως, δεν υφίσταται κανένας λόγος εφαρμογής στην ενίσχυση για το κλείσιμο εγκαταστάσεων των διατάξεων του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα. ράγματι, ο κώδικας περιέχει απλώς μια παρέκκλιση, βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, από την γενική απαγόρευση του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης. Αν θεωρηθεί ότι η απαγόρευση αυτή δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση ενίσχυση για το κλείσιμο, δεν μπορεί να έχουν εφαρμογή σ' αυτήν ούτε οι θεσπισθείσες βάσει του άρθρου 95 διατάξεις, εν προκειμένω ο πέμπτος κώδικας ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα. Το πολύ, θα έπρεπε οι διατάξεις αυτές, αν είχαν και εν προκειμένω εφαρμογή, να εφαρμοσθούν με ευκαμψία όσον αφορά την ενίσχυση για το κλείσιμο.
31. Η αιτιολογία με την οποία το ρωτοδικείο απέρριψε τον λόγο αυτόν στις σκέψεις 75 έως 91 της αποφάσεώς του είναι, κατά τη Moccia, αντιφατική, διότι, αφενός, κρίνεται ότι το άρθρο 4 της Συνθήκης έχει ως σκοπό την εξασφάλιση κανονικών όρων ανταγωνισμού, ενώ, αφετέρου, η κρίση αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία της απαγορεύσεως της χορηγήσεως ενισχύσεων κατά την έννοια του στοιχείου γ_ αυτού του άρθρου. Επί πλέον, το ρωτοδικείο κακώς παρέλειψε να διευκρινίσει τον λόγο για τον οποίο εμμένει σε μια τέτοια αυστηρή ερμηνεία η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις θα καθιστούσε τη διάταξη κενή οποιουδήποτε αποδεκτού περιεχομένου.
32. Ο ισχυρισμός αυτός που βάλλει ιδίως κατά της συλλογιστικής του ρωτοδικείου στις σκέψεις 82 έως 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να ευσταθεί. ρος στήριξη της απόψεώς μου, θα παραθέσω πρώτα αυτές τις σκέψεις της αποφάσεως στη συνέχεια δε θα συνοψίσω τα επιχειρήματα που συνηγορούν υπέρ της ορθότητας της εν προκειμένω νομικής κρίσεως του ρωτοδικείου.
«82 Το ρωτοδικείο τονίζει ότι σκοπός του άρθρου 4 της Συνθήκης είναι αυτός που υπομνήσθηκε ανωτέρω, δηλαδή να εξασφαλιστεί "η θέσπιση, η διατήρηση και η τήρηση κανονικών όρων ανταγωνισμού" (απόφαση De Gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg κατά Ανωτάτης Αρχής, που αναφέρθηκε ανωτέρω στη σκέψη 81, σ. 560). Η διάταξη αυτή, στο στοιχείο γ_, απαγορεύει τις επιδοτήσεις ή ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη "υπό οποιαδήποτε μορφή". Η διατύπωση αυτή δεν περιλαμβάνεται στο άρθρο 4, στοιχεία α_, β_και δ_, της Συνθήκης και προσδίδει ασυνήθη γενικότητα στην απαγόρευση που θεσπίζει ( προαναφερθείσα απόφαση, σ. 560). Η κατ' αυτόν τον τρόπο εκφραζόμενη απαγόρευση είναι διατυπωμένη με εξαιρετική αυστηρότητα διότι έχει ως στόχο στις παρεμβάσεις τη λειτουργία της κοινής αγοράς άνθρακα και χάλυβα, που θεωρούνται καθ' εαυτές ως αντίθετες προς τους ίδιους τους όρους εγκαθιδρύσεως αυτής της κοινής αγοράς. Για τον λόγο αυτό, οι ενισχύσεις θεωρούνται ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά, χωρίς να απαιτείται να αποδειχθεί ούτε καν να εξετασθεί αν, στην πραγματικότητα, η προσβολή των όρων του ανταγωνισμού υφίσταται ή υπάρχει κίνδυνος να υπάρξει (βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Μ. Lagrange στην προαναφερθείσα απόφαση De Gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg, σ. 576, ιδίως σ. 578).
83 Το καθεστώς του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ διακρίνεται επομένως από το καθεστώς του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ). Το πρώτο απαγορεύει κατά τρόπο γενικό και ανεπιφύλακτο κάθε ενίσχυση, δεδομένου ότι αυτή είναι εκ φύσεως αντίθετη προς τους ίδιους του όρους της εγκαθιδρύσεως της κοινής αγοράς άνθρακα και χάλυβα. Απεναντίας, το δεύτερο απαγορεύει μια ενίσχυση μόνον εφόσον αυτή νοθεύει ή απειλεί να νοθέψει τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής.
84 Κατά συνέπεια, μια ενίσχυση για το κλείσιμο εγκαταστάσεων που χορηγείται από κράτος μέλος σε επιχείρηση προϊόντων σιδηρουργίας ΕΚΑΧ εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ χωρίς να απαιτείται να αποδειχθεί στην πραγματικότητα προσβολή των όρων του ανταγωνισμού. Ο πέμπτος κώδικας, που έχει ως αντικείμενο να παρεκκλίνει από αυτή την απαγόρευση, μπορεί επομένως να εφαρμοσθεί σε μια τέτοια ενίσχυση.»
33. Για την ορθή κατανόηση της οικονομίας της Συνθήκης ΕΚΑΧ και της αμοιβαίας σχέσεως μεταξύ των άρθρων 4, στοιχείο γ_, 67 και 95 της Συνθήκης, είναι χρήσιμο να υπομνησθεί ότι η Συνθήκη ΕΚΑΧ σκοπούσε στην δημιουργία μιας εν μέρει κοινής αγοράς, που περιοριζόταν στον τομέα των ανθρακωρυχείων και στον τομέα του σιδήρου και χάλυβα. Σε μια τέτοια εν μέρει κοινή αγορά παραμένουν ευπρόσβλητοι οι αμοιβαίοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των δραστηριοποιουμένων σ' αυτήν επιχειρήσεων υπό τριπλή άποψη. ρώτον, είναι ευπρόσβλητοι έναντι διαταραχών που απορρέουν από διαφορές στις μακροοικονομικές εξελίξεις των οικείων εθνικών οικονομιών οι οποίες, π.χ., μπορούν να εκδηλωθούν με αποκλίνουσες πληθωριστικές διακυμάνσεις λόγω των τιμών και των μισθών. Δεύτερον, είναι ευαίσθητοι έναντι γενικών μέτρων των κρατών μελών τα οποία δεν αφορούν μεν αποκλειστικά τους τομείς του άνθρακα και του χάλυβα, όπως π.χ. μια μεταβολή των γενικών επιβαρύνσεων που υφίστανται επιχειρήσεις, αγγίζουν όμως πράγματι αυτούς τους τομείς. Τρίτον, είναι ευπρόσβλητοι έναντι μέτρων των κρατών μελών που αφορούν ειδικά και αποκλειστικά τον τομέα του άνθρακα και του χάλυβα, είτε υπό τη μορφή ειδικών ελαφρύνσεων των επιβαρύνσεων (επιδοτήσεων και άλλων μορφών κρατικής ενισχύσεως) είτε υπό τη μορφή ειδικών αυξήσεων των επιβαρύνσεων.
34. Η Συνθήκη ΕΚΑΧ προβλέπει δύο σαφώς συγκεκριμένες μορφές δράσεως κατά των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού που μπορούν να απορρέουν, αφενός, από διαφορές στη μακροοικονομική και γενική πολιτική των κρατών μελών και, αφετέρου, από διαφορές στις ειδικά αφορώσες στον τομέα του άνθρακα, σιδήρου και χάλυβα παρεμβάσεις των κρατών μελών. Για αμφότερες τις προαναφερθείσες κατηγορίες στρεβλώσεων, οι οποίες προκύπτουν από μέτρα εθνικής πολιτικής ως προς τα οποία τα κράτη μέλη έχουν κατ' αρχήν διατηρήσει τις αρμοδιότητές τους, το άρθρο 67 της Συνθήκης ΕΚΑΧ προβλέπει δυνατότητα συντονισμού προκειμένου να επιτρέπονται στα οικεία κράτη μέλη, μέσω συστάσεων, αντισταθμιστικά μέτρα για τον τομέα «τους» άνθρακα και χάλυβα. Τα αντισταθμιστικά αυτά μέτρα μπορούν να αφορούν τη βιομηχανία άνθρακα και χάλυβα του κράτους που λαμβάνει τα εν λόγω μέτρα, ή τη βιομηχανία άνθρακα και χάλυβα άλλων κρατών μελών, ανεξαρτήτως του περιεχομένου και των συνεπειών αυτών των μέτρων. Για τη δεύτερη αυτή κατηγορία στρεβλώσεων που προκύπτει από ειδικά μέτρα αφορώντα αποκλειστικώς τη βιομηχανία άνθρακα και χάλυβα εθνικά, η Συνθήκη ΕΚΑΧ περιέχει την κατά το άρθρο 4, στοιχείο γ_, απόλυτη απαγόρευση.
35. Η ratio αυτής της διαφοράς μεταχειρίσεως στην οποία προέβησαν οι συντάκτες της Συνθήκης ΕΚΑΧ είναι ότι ειδικές, αφορώσες αποκλειστικά τη βιομηχανία άνθρακα και χάλυβα, εθνικές παρεμβάσεις είναι κατ' εξοχήν πρόσφορες να επηρεάσουν τη λειτουργία της κοινής αγοράς άνθρακα και χάλυβα και να νοθεύσουν τους όρους ανταγωνισμού στην αγορά αυτή. Η ύπαρξη και μόνο τέτοιων μέτρων κρίνεται από τους συντάκτες της Συνθήκης επαρκής για να μπορεί να θεωρηθεί ότι θίγονται οι όροι ανταγωνισμού. Επί πλέον, τα κράτη μέλη εγκατέλειψαν με τη Συνθήκη ΕΚΑΧ τις αρμόδιότητές τους που αφορούν την ίδρυση και λειτουργία της κοινής αγοράς άνθρακα και χάλυβα. Οι αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνουν επίσης τις ειδικές παρεμβάσεις στην αγορά άνθρακα και χάλυβα υπό τη μορφή κρατικών ενισχύσεων σε επιχειρήσεις.
36. Αντιστρόφως, τα κράτη μέλη διατήρησαν σε άλλο πεδία τις αρμοδιότητές τους, όπως στον φορολογικό τομέα, την κοινωνική ασφάλιση και τη γενική οικονομική πολιτική. ροκειμένου να περιορισθούν οι συνέπειες από τις προκύπτουσες συναφώς διαφορές στην πολιτική των κρατών μελών, απαιτείται μια συντονιστική πολιτική που εκτείνεται επί της πολιτικής στα πεδία όπου τα κράτη μέλη δεν έχουν εγκαταλείψει τις αρμοδιότητές τους, από τα οποία όμως μπορούν κάλλιστα να επέλθουν συνέπειες υπό τη μορφή διαταραχών του ανταγωνισμού στην κοινή αγορά.
37. Ως προς τα μέτρα που υπόκεινται στην κατά το άρθρο 4, στοιχείο γ_, απόλυτη απαγόρευση, μόνον το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚΑΧ προβλέπει τη δυνατότητα να επιτρέπονται αυτά κατ' εξαίρεση υπό τις περιγραφόμενες σ' αυτό αυστηρές ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις.
38. Δεν εκπλήσσει το ότι νομικά ζητήματα ως προς το περιεχόμενο και τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 4, στοιχείο γ_, καθώς και την αμοιβαία οριοθέτηση μεταξύ των προπαρατεθέντων άρθρων 4 και 67 της Συνθήκης ΕΚΑΧ αποτέλεσαν αντικείμενο της πρώιμης νομολογίας του Δικαστηρίου. Ο κατά το άρθρο 4, στοιχείο γ_, έντονος περιορισμός των δυνατοτήτων δράσεως των κρατών μελών προκαλούσε εξαιρετικά διιστάμενες απόψεις ως προς την εφαρμογή του.
39. Με την απόφασή τους στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Groupement des industries sidérurgiques luxembourgeoises κατά Ανωτάτης Αρχής , το Δικαστήριο διαπίστωσε, όσον αφορά μια επιβάρυνση που έπληττε στερεά καύσιμα μη οικιακής χρήσεως, ότι η επιβάρυνση αυτή εφαρμόζεται εξίσου σε όλους τους βιομηχανικούς χρήστες και, επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιβάρυνση που εφαρμόζεται ειδικά και αποκλειστικά στον τομέα του άνθρακα και του χάλυβα. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι εφαρμογή εν προκειμένω έχει όχι το άρθρο 4, στοιχείο γ_, αλλά το άρθρο 67 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
40. Στην κατά μερικά έτη μεταγενέστερη απόφαση De Gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg κατά Ανωτάτης Αρχής , το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί επί μιας γερμανικής πριμοδοτήσεως για τους ανθρακωρύχους που χρηματοδοτούνταν από δημόσιους πόρους υπέρ των γερμανικών ανθρακωρυχείων. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι μια τέτοια πριμοδότηση πρέπει να θεωρείται ως ειδική επιδότηση κατά την έννοια του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης και, ως εκ τούτου, απαγορευόταν. Η απόφαση αυτή εξακολουθεί να έχει στο πλαίσιο της ήδη υπό κρίση υποθέσεως μεγάλη σημασία, διότι συνιστά την αφετηρία αναπτύξεως της ευρείας ουσιαστικής εννοίας της επιδοτήσεως η οποία διαμορφώθηκε με τη μεταγενέστερη νομολογία του Δικαστηρίου , και διότι οριοθέτησε και διευκρίνισε σαφέστερα τα αμοιβαία πλαίσια λειτουργίας των άρθρων 4, στοιχείο γ_, και 67 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Δικαστήριο απέρριψε ρητώς τον ισχυρισμό της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι το άρθρο 67 εξειδικεύει συγκεκριμένα την εφαρμογή της απαγορεύσεως του άρθρου 4, στοιχείο γ_. Εδώ πρόκειται για δύο διακεκριμένες ως προς το πεδίο τους εφαρμογής διατάξεις.
41. Από την προπαρατεθείσα νομολογία προκύπτει περαιτέρω ότι η απαγόρευση χορηγήσεως ενισχύσεων κατά το άρθρο 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ υπόκειται μόνο σε δύο περιορισμούς:
- το μέτρο πρέπει να μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εμπίπτον στις «επιδοτήσεις και ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη»·
- το μέτρο πρέπει να αφορά ειδικά τον τομέα του άνθρακα και του χάλυβα και να περιορίζεται σ' αυτόν.
42. οιά είναι η σημασία της ανωτέρω αναλύσεως ως προς τον λόγο που προβάλλει η Moccia;
43. Κατ' αρχάς, προκύπτει σαφέστατα ότι και η επίμαχη ενίσχυση για το κλείσιμο εγκαταστάσεων εμπίπτει στην απόλυτη απαγόρευση χορηγήσεως ενισχύσεως του άρθρου 4, στοιχείο γ_. Είναι απολύτως βέβαιο ότι πρόκειται για εθνικό μέτρο ενισχύσεως και το γεγονός ότι το μέτρο προορίζεται για τη βιομηχανία ΕΚΑΧ σιδήρου και χάλυβα, στην οποία και περιορίζεται, αναφέρεται ρητώς στον ιταλικό νόμο 481/94. Επομένως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έχει εν προκειμένω εφαρμογή στην επίδικη ενίσχυση το άρθρο 4, στοιχείο γ_.
44. Δεύτερον, δεν χρειάζεται για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 4, στοιχείο γ_, να αποδειχθεί ότι τα απαγορευόμενα μέτρα ενισχύσεων επηρεάζουν τη λειτουργία της κοινής αγοράς. Με γνώμονα τη βούληση του νομοθέτη που εκφράζεται στη Συνθήκη θεωρούνται ότι έχουν το αποτέλεσμα αυτό.
45. Τρίτον, το ουσιαστικό περιεχόμενο μιας αποφάσεως που εκδίδεται βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης, όπως ο εν προκειμένω πέμπτος κώδικας ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, πρέπει να καλύπτει όλες τις μορφές κρατικών ενισχύσεων που εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, ανεξαρτήτως της φύσεως ή του περιεχομένου τους. _Ο,τι απαγορεύεται από το άρθρο 4, στοιχείο γ_, μπορεί να επιτραπεί μόνο δυνάμει ρητής αποφάσεως κατά το άρθρο 95. Αυτό δεν επιδέχεται καμία εξαίρεση ως προς την ενίσχυση για το κλείσιμο εγκαταστάσεων.
46. Οι διαπιστώσεις αυτές αρκούν ήδη καθεαυτές για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η αιτιολογία που περιέχεται στις σκέψεις 82 έως 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι ορθή ενόψει του γράμματος και της οικονομίας της Συνθήκης ΕΚΑΧ και ότι, επομένως, ο προβαλλόμενος κατ' αυτής λόγος δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.
47. Θέλω σ' αυτό να προσθέσω ακόμη κάτι. Η Moccia, τόσο πρωτοδίκως όσο και τώρα κατ' αναίρεση, υποστήριξε την άποψη ότι η απαγόρευση του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, μέσω λιγότερο άκαμπτης και «περισσότερο προσαρμοσμένης στην οικονομική πρακτική» ερμηνείας, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή σε ενισχύσεις για το κλείσιμο επιχειρήσεως, διότι μια τέτοια μορφή χορηγήσεως ενισχύσεως οιονεί εξ ορισμού δεν μπορεί να επηρεάσει τους όρους ανταγωνισμού.
48. Δεν νομίζω ότι η άποψη αυτή ευσταθεί. αραβλέπει ότι ο σκοπός της επιτρεπόμενης με τον πέμπτο κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα ενισχύσεως για το κλείσιμο εγκαταστάσεων έγκειται στην αποκατάσταση ισορροπίας στη διάρθρωση μεταξύ ζητήσεως και προσφοράς στην κοινή αγορά σιδήρου και χάλυβα. Ένα τέτοιο μέτρο μπορεί να υποστηριχθεί ανεπιφύλακτα ότι επηρεάζει τη λειτουργία αυτής της κοινής αγοράς κατά την έννοια του άρθρου 4, στοιχείο γ_. Αν δεν επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, τότε είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη σε αποτυχία η αποτελεσματικότητα της ενισχύσεως για το κλείσιμο εγκαταστάσεων ως μέσου ασκήσεως πολιτικής.
49. Εξάλλου, σε σχετικώς ομογενείς αγορές παραγωγής, όπως αυτή του ακατέργαστου χάλυβα και των προϊόντων χάλυβα θερμής ελάσεως, κάθε μέτρο που σκοπεί στον περιορισμό της ικανότητας παραγωγής από την πλευρά της προσφοράς προσφέρεται κατ' εξοχήν να επηρεάσει τους όρους που υφίστανται στην αγορά αυτή και, επομένως, τη λειτουργία της. Από απόψεως οικονομικών αποτελεσμάτων, τέτοια μέτρα είναι παρόμοια προς αφορώσες στον ανταγωνισμό συμφωνίες για τον περιορισμό της παραγωγής. Οι συνέπειές τους δεν έχουν επιπτώσεις μόνο στους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των παραγωγών που απομένουν, αλλά και στη σχέση μεταξύ της προσφοράς και της ζητήσεως στην αγορά αυτή. Ως εκ τούτου, η ενίσχυση για το κλείσιμο εγκαταστάσεων ή για την αποεπένδυση εμπίπτει, όπως ακριβώς και η αντίστοιχη προς αυτήν ενίσχυση ιδρύσεως επιχειρήσεων ή επενδύσεων, συνεπεία των αποτελεσμάτων της, στην απαγόρευση του άρθρου 4, στοιχείο γ_. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός της Moccia έστω κι αν αποδεικνυόταν ενδεχομένως λυσιτελής, στερείται κάθε ουσιαστικού ερείσματος.
50. Καταλήγω στην απόρριψη του λόγου αυτού ως αβασίμου.
B - Μoccia, δεύτερος λόγος αναιρέσεως: παράβαση και πλημμελής εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα
51. Ο λόγος αυτός αφορά ειδικότερα τις σκέψεις 153 έως 158 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Με τις σκέψεις αυτές δεν γίνεται δεκτός ο ισχυρισμός ότι η Επιτροπή κακώς εφάρμοσε την προϋπόθεση που αφορά την κανονική παραγωγή που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα κατά τρόπο ώστε να αποκλείονται από αυτόν οι επιχειρήσεις οι οποίες δεν είχαν μεν κατά την περίοδο αναφοράς επαρκή πραγματική παραγωγή, πλην όμως ήταν σε θέση να παράγουν.
52. Τα σημαντικότερα στοιχεία του σκεπτικού του ρωτοδικείου είναι τα ακόλουθα:
- το άρθρο 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης απαγορεύει κρατικές ενισχύσεις·
- αυτή η απαγόρευση ενισχύσεων είναι ο κανόνας και ο πέμπτος κώδικας ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα αποτελεί την εξαίρεση η οποία, επομένως, πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά·
- απ' αυτό προκύπτει ότι και το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κώδικα πρέπει να ερμηνεύεται «κατά μείζονα λόγο αυστηρά» (σκέψη 153)·
- από την προϋπόθεση αυτή, κατά την οποία η επιχείρηση η οποία ζητεί αυτή την ενίσχυση για το κλείσιμο οφείλει να έχει κανονική παραγωγή προϊόντων σιδήρου και χάλυβα ΕΚΑΧ, προκύπτει ότι ο πέμπτος κώδικας δεν σκοπεί στην ενθάρρυνση του κλεισίματος «οποιωνδήποτε επιχειρήσεων» και, επομένως, να επιτευχθεί κάποια μείωση της παραγωγικής ικανότητας·
- με την προϋπόθεση αυτή επιδιώκεται η χορήγηση ενισχύσεως μόνο σε επιχειρήσεις που έχουν σημαντική παρουσία στην αγορά και των οποίων το κλείσιμο θα έχει ως συνέπεια σημαντική μείωση της «πραγματικής παραγωγής προϊόντων σιδήρου και χάλυβα» (σκέψη 154)·
- με την προϋπόθεση της κανονικής παραγωγής ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να ενισχύσει την πρακτική αποτελεσματικότητα των ενισχύσεων για το κλείσιμο εγκαταστάσεων·
- με την προϋπόθεση αυτή διασφαλίζεται ότι τα ως εκ τούτου αποτελέσματα είναι επαρκώς σημαντικά, όχι μόνο όσον αφορά την καταστροφή εγκαταστάσεων, αλλά και από την άποψη της μειώσεως του υφισταμένου επιπέδου παραγωγής (σκέψη 155)·
- ο στόχος αυτός επιτεύχθηκε, εφόσον η χορηγηθείσα ενίσχυση για το κλείσιμο εγκαταστάσεων συνεπάγεται μείωση της παραγωγής προϊόντων θερμής ελάσεως υπερβαίνουσα τους 5 000 000 τόνους (σκέψη 156)·
- η προταθείσα εναλλακτικώς από τις προσφεύγουσες παράμετρος αναφοράς, δηλαδή η ικανότητα απλώς παραγωγής, βρίσκεται προφανώς σε αντίθεση με την προαναφερθείσα προϋπόθεση, διότι ουδόλως λαμβάνει υπόψη τον όρο της κανονικής - και πραγματικής - παραγωγής·
- επομένως, η εφαρμογή αυτού του κριτηρίου αντιβαίνει προς την επιδιωκόμενη πρακτική αποτελεσματικότητα, δηλαδή τη μείωση της πραγματικής παραγωγής (σκέψη 157)·
- ως εκ τούτου, η Επιτροπή, απορρίπτοντας το κριτήριο της «ικανότητας παραγωγής», δεν αγνόησε κατά έκδηλο τρόπο τις διατάξεις της Συνθήκης ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή της, ούτε διέπραξε κατάχρηση εξουσίας (σκέψη 158).
53. Η Moccia ισχυρίζεται ότι το προπαρατεθέν σκεπτικό του ρωτοδικείου μαρτυρεί μια εσφαλμένη νομική άποψη συνεπεία της άνευ λόγου συσταλτικής ερμηνείας του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα. Η διάταξη αυτή σκοπεί, κατά τη Moccia, στο να αποτραπεί πεπαλαιωμένες εγκαταστάσεις, οι οποίες βρίσκονται από πολλού χρόνου εκτός λειτουργίας και, επομένως, δεν μπορούσαν να έχουν καμία σημασία ως προς την επίτευξη του περιορισμού της παραγωγής επί κοινοτικού επιπέδου, να μπορούν παρά ταύτα να ληφθούν υπόψη για τη χορήγηση ενισχύσεως για το κλείσιμο εγκαταστάσεων. Η διάταξη αυτή θα έπρεπε, κατά ορθή και σαφή ερμηνεία, να συνεπάγεται ότι και επιχειρήσεις όπως η Moccia, οι οποίες έχουν πρόσφατα εκσυγχρονίσει τις εγκαταστάσεις τους παραγωγής και οι οποίες, δεδομένου ότι προέβαιναν σε περαιτέρω εκσυγχρονισμό, δεν είχαν παραγάγει κατά την περίοδο αναφοράς, εντούτοις μπορούσαν να ληφθούν υπόψη για τη χορήγηση ενισχύσεως για το κλείσιμο εγκαταστάσεων.
54. Στο υπόμνημά της αντικρούσεως, η Επιτροπή στηρίζεται σε όλα τα προπαρατεθέντα χωρία του σκεπτικού της αποφάσεως του ρωτοδικείου.
55. Από όσα ήδη παρατήρησα ανωτέρω κατά την εξέταση του πρώτου λόγου αναιρέσεως της Moccia ως προς τη σχέση του άρθρου 4, στοιχείο γ_, με το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προκύπτει περαιτέρω ότι αποφάσεις εκδιδόμενες βάσει του άρθρου 95, όπου πραγματοποιείται εξαίρεση από τη γενική απαγόρευση χορηγήσεως ενισχύσεων κατά το άρθρο 4, στοιχείο γ_, πρέπει ως εκ της φύσεώς τους να ερμηνεύονται αυστηρά.
56. Στο σκεπτικό του, το ρωτοδικείο ορθώς επίσης θέτει, αναφερόμενο στη σχετική του πρόσφατη νομολογία , ως προϋπόθεση τη συσταλτική ερμηνεία αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του άρθρου 95, όπως του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα.
57. Το ευκταίο μιας τέτοιας αυστηρής ερμηνείας επιβεβαιώνεται ακόμη μια φορά από τον ίδιο τον κοινοτικό νομοθέτη στο μέρος Ι των αιτιολογικών σκέψεων του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων: «Η αυστηρή πειθαρχία που επιτεύχθηκε με τον τρόπο αυτό και η οποία εφαρμόζεται στο εξής και στα 12 κράτη μέλη σε ολόκληρη την επικράτειά τους, διασφάλισε [...]».
58. Επομένως, η ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα πρέπει να διαμορφωθεί και υπό το φως της γενικής αρχής που επιβάλλει την αυστηρή ερμηνεία των οριζομένων δυνάμει του άρθρου 95 εξαιρέσεων από τη γενική απαγόρευση χορηγήσεως ενισχύσεων κατά το άρθρο 4, στοιχείο γ_, και υπό το φως των αιτιολογικών σκέψεων του ίδιου του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα ο οποίος προσδιορίζει συσταλτικά τα επιτρεπόμενα με τον κώδικα μέτρα ενισχύσεως.
59. Κατά συνέπεια, η Moccia πρέπει να διαθέτει πολύ σοβαρά ουσιαστικά επιχειρήματα που θα μπορούσαν να στηρίξουν μια ευρύτερη, διασταλτικότερη ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση.
60. Το ίδιο το κείμενο αυτής της διατάξεως λειτούργησαν κανονικά για την παραγωγή προϊόντων σιδήρου και χάλυβα ΕΚΑΧ μέχρι την ημερομηνία κοινοποίησης των ενισχύσεων αυτών - αφήνει ελάχιστο περιθώριο ασάφειας ως προς το προσωπικό πεδίο της εφαρμογής: αφορά επιχειρήσεις οι οποίες συμμετείχαν ενεργώς και σε σημαντική έκταση στη διαδικασία παραγωγής μέχρι την ημερομηνία κοινοποιήσεως.
61. Επίσης, οι αιτιολογικές σκέψεις, στο μέρος Ι του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα είναι σαφείς: «[...] καθώς και τις ενισχύσεις για τη χρηματοδότηση της οριστικής παύσης κάθε δραστηριότητος στον τομέα του άνθρακα και χάλυβα των λιγότερο ανταγωνιστικών επιχειρήσεων ». Η χρήση του όρου «ανταγωνιστικές επιχειρήσεις» δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει άλλο νόημα εκτός από την επιβεβαίωση του υποθετικού δεδομένου ότι οι επιτρεπόμενες κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κώδικα ενισχύσεις για το κλείσιμο εγκαταστάσεων δεν μπορούν να αφορούν παρά μόνο επιχειρήσεις που έχουν κανονική παραγωγή. ράγματι, επιχειρήσεις που έχουν πάψει την παραγωγή ή παράγουν χρησιμοποιώντας ένα μικρό μέρος της ικανότητάς τους δύσκολα μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «ανταγωνιστικές».
62. Ο σκοπός της εν προκειμένω εξαιρέσεως από τη γενική απαγόρευση χορηγήσεως ενισχύσεων, δηλαδή η μείωση της υφιστάμενης πλεονάζουσας ικανότητας στον χώρο της ΕΚΑΧ, παρέχει επίσης μια από λειτουργικής απόψεως δικαιολόγηση του περιορισμού αυτού του μέτρου στις επιχειρήσεις οι οποίες παράγουν «κανονικά». Αν οι επιχειρήσεις αυτές εξαφανισθούν από την αγορά, αυτό θα έχει άμεσες συνέπειες για τη συνολική προσφορά προϊόντων, ο δε επιδιωκόμενος σκοπός θα γίνει αμέσως αισθητός στις συνθήκες αγοράς. Αυτή η άμεση και πρακτική αποτελεσματικότητα της επιτραπείσας εξαιρέσεως δεν θα επιτευχθεί, ή θα επιτευχθεί σε πολύ μικρότερη έκταση, αν η εξαίρεση εφαρμοζόταν επίσης σε επιχειρήσεις που δεν παράγουν ή παράγουν σε περιορισμένο μόνο βαθμό. Υπ' αυτή την άποψη, το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, εμπεριέχει έναν πρόσφορο και σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας περιορισμό στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της ενισχύσεως για το κλείσιμο εγκαταστάσεων. Το μνημονευόμενο στη σκέψη 156 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αποτέλεσμα της ενισχύσεως για το κλείσιμο εγκαταστάσεως στην Ιταλία μείωση παραγωγής κατά περίπου πέντε εκατομμύρια τόνων ετησίως επιρρωννύει αυτή την άποψη.
63. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Γ - Moccia, τρίτος λόγος αναιρέσεως: παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και κατάχρηση εξουσίας
64. Ο τρίτος αυτός λόγος της Moccia αφορά τις σκέψεις 227 έως 233 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Με τις σκέψεις αυτές κρίθηκε αβάσιμος ο ισχυρισμός της Moccia ότι κατά την εφαρμογή της ενισχύσεως για το κλείσιμο εγκαταστάσεων οι επιχειρήσεις με μία μόνο εγκατάσταση υπέστησαν δυσμενή διάκριση έναντι επιχειρήσεων με πολλαπλές εγκαταστάσεις.
65. Η Moccia εξέθεσε ενώπιον του ρωτοδικείου ότι η Επιτροπή, όταν εξέφερε την κρίση της επί του ιταλικού καθεστώτος ενισχύσεων που της είχε υποβληθεί, ενέκρινε επίσης σιωπηρώς το άρθρο 1, παράγραφος 2, της υπουργικής αποφάσεως περί εφαρμογής του νόμου 481/94. Η διάταξη αυτή ορίζει την «εγκατάσταση παραγωγής» ως μια «παραγωγική μονάδα ικανή να παράγει». Από αυτό συνάγεται, κατά τη Moccia, ότι στην περίπτωση κλεισίματος εγκαταστάσεως μιας επιχειρήσεως με περισσότερες εγκαταστάσεις, ενίσχυση για το κλείσιμο εγκαταστάσεων μπορεί να χορηγηθεί υπέρ μιας συγκεκριμένης εγκαταστάσεως, εφόσον όμως αυτή μπορεί να παράγει, ενώ μια επιχείρηση που έχει μία και μόνο εγκατάσταση μπορεί να λάβει ενίσχυση μόνο αν αποδείξει ότι μέχρι την ημερομηνία κοινοποιήσεως της ρυθμίσεως περί ενισχύσεων παρήγε κανονικώς προϊόντα ΕΚΑΧ. Η Moccia συνάγει συναφώς ότι η προϋπόθεση που αφορά την κανονική παραγωγή δεν ισχύει για τις επιχειρήσεις που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία, ενώ σαφώς ισχύει για τη δεύτερη κατηγορία. Κατά συνέπεια, μεταξύ των δύο αυτών ειδών επιχειρήσεων υφίσταται δυσμενής διάκριση.
66. Ο ισχυρισμός αυτός εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως εξής:
- αφού παρέθεσε ως επί το πλείστον κατά γράμμα το κείμενο του άρθρου 1, παράγραφοι 1 και 2, της υπουργικής αποφάσεως, το ρωτοδικείο διαπιστώνει ότι στο άρθρο 1, παράγραφος 1, περιγράφονται οι προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληροί μια επιχείρηση σιδηρουργίας που επιθυμεί να ληφθεί υπόψη για τη χορήγηση ενισχύσεως για το κλείσιμο εγκαταστάσεων. Μια απ' αυτές τις προϋποθέσεις είναι ο όρος της κανονικής παραγωγής (σκέψεις 228 και 229)·
- στο άρθρο 1, παράγραφος 2, ορίζεται η έννοια της εγκαταστάσεως παραγωγής, η οποία επαναλαμβάνεται στο άρθρο 4 της αποφάσεως, η οποία περιέχει διατάξεις για τη νομική αναδιοργάνωση στην οποία υποχρεούται να προβεί η επιχείρηση που εκμεταλλεύεται διάφορες εγκαταστάσεις παραγωγής, από τις οποίες μία ή περισσότερες παύουν να υφίστανται μετά τη χορήγηση ενισχύσεως για το κλείσιμο εγκαταστάσεων (σκέψη 230)·
- το ρωτοδικείο καταλήγει ότι και οι δύο διατάξεις έχουν επομένως διαφορετικό σκοπό. «Ειδικότερα, η παράγραφος 2 του άρθρου 1 της αποφάσεως δεν αποσκοπεί ρητά στο να εισαγάγει εξαίρεση από τους όρους που τίθενται στην παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου, τους οποίους πρέπει να πληρούν οι επιχειρήσεις σιδηρουργίας οι οποίες επιθυμούν να λάβουν ενίσχυση για το κλείσιμο εγκαταστάσεων. Δεν προκύπτει ειδικότερα από τη διατύπωση του άρθρου 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως ότι μια επιχείρηση που προτίθεται να κλείσει μία από τις εγκαταστάσεις παραγωγής δεν πρέπει να πληροί τον όρο της κανονικής παραγωγής που τίθεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο e, της αποφάσεως» (σκέψη 231)·
- το ρωτοδικείο αναλύει τη σκέψη του ως εξής: «Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων [...] προκύπτει [...] ότι μια ενίσχυση για το κλείσιμο εγκαταστάσεων μπορεί να χορηγείται όχι μόνον στην περίπτωση πλήρους κλεισίματος μιας επιχειρήσεως, αλλά ακόμη και σε επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται περισσότερες εγκαταστάσεις παραγωγής, στην περίπτωση μεμονωμένου κλεισίματος μιας από τις εγκαταστάσεις αυτές. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η ενίσχυση δεν μπορεί πάντως να χορηγηθεί στην επιχείρηση αυτή παρά μόνον αν, αφενός, η εν λόγω εγκατάσταση, λαμβανόμενη μεμονωμένα, πραγματοποίησε κανονική παραγωγή και αν, αφετέρου, η παραγωγή αυτή πραγματοποιήθηκε κατά τρόπο ανεξάρτητο και πλήρη από την εν λόγω εγκατάσταση, πράγμα που προϋποθέτει ότι η τελευταία είναι σε θέση να πραγματοποιήσει πλήρη κύκλο ελάσεως ή πλήρη κύκλο παραγωγής ακατέργαστου χάλυβα» (σκέψη 232).
- το ρωτοδικείο ολοκληρώνει ως ακολούθως: «Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως, μακράν του να παρεκκλίνει από τον όρο της κανονικής παραγωγής κατά την εκτίμηση των ενισχύσεων που ζητεί επιχείρηση κατά το κλείσιμο μιας από τις εγκαταστάσεις της, αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει ότι η παραγωγή, καθ' υπόθεση κανονική, της εγκατάστασης αυτής δεν περιορίζεται σ' ένα μέρος μόνο ενός πλήρους κύκλου ελάσεως ή παραγωγής ακατέργαστου χάλυβα» (σκέψη 233).
67. Η Moccia ισχυρίζεται ότι οι σκέψεις αυτές είναι ανεπαρκείς, διότι εμπεριέχουν εμμέσως, αλλά αδικαιολογήτως, άρνηση να θεωρηθεί ότι η περιγραφή της «εγκαταστάσεως παραγωγής» συνιστά ιδιαίτερη ρύθμιση. Επί πλέον, η συλλογιστική του ρωτοδικείου εμπεριέχει μια petitio principii [λήψη του ζητουμένου]. ράγματι, κατά την απόφαση, στην περίπτωση κλεισίματος μιας εγκαταστάσεως παραγωγής, η εγκατάσταση αυτή πρέπει, εκτός από το κριτήριο της κανονικής παραγωγής, να πληροί και τον όρο της δυνατότητας να παράγει. Από το γεγονός ότι πληρούται ο όρος της κανονικής παραγωγής προκύπτει ήδη ότι πληρούται η προϋπόθεση της δυνατότητας παραγωγής. Ως εκ τούτου, η συλλογιστική του ρωτοδικείου στερείται, κατά τη Moccia, λογικής.
68. Ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή ότι ο λόγος αυτός εμπεριέχει κατ' ουσίαν την προβολή ελλείψεως αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Γι' αυτό εξάλλου, παρέθεσα εν εκτάσει ανωτέρω, στο σημείο 68, τις επικρινόμενες σκέψεις του ρωτοδικείου.
69. Κατά την εκτίμηση αυτού του λόγου, μπορώ να είμαι σύντομος.
Είναι αυτονόητο ότι η επίμαχη υπουργική απόφαση έπρεπε να περιέχει μια χωριστή ρύθμιση για επιχειρήσεις με περισσότερες από μία εγκαταστάσεις παραγωγής, οι οποίες επιθυμούσαν να ληφθούν υπόψη κατά το κλείσιμο μιας εγκαταστάσεως παραγωγής.
ροκειμένου να αποφευχθεί η εφαρμογή της ρυθμίσεως στο κλείσιμο εγκαταστάσεων, στις οποίες πραγματοποιούνταν μόνο δευτερεύουσες ή βοηθητικές δραστηριότητες, η υπουργική απόφαση έπρεπε να δώσει ορισμό των «πλήρων» εγκαταστάσεων παραγωγής που μπορούσαν να ληφθούν υπόψη για χορήγηση ενισχύσεως για το κλείσιμο εγκαταστάσεων. Ο ορισμός που περιέχεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της υπουργικής αποφάσεως από καμία απολύτως άποψη δεν επιδρά στον περιεχόμενο στην παράγραφο 1 αυτού του άρθρου όρο της κανονικής παραγωγής. Οι προπαρατεθείσες σκέψεις του ρωτοδικείου, με τις οποίες ο ισχυρισμός της Moccia κρίθηκε αβάσιμος, συνάδουν προς αυτή την ανάλυση και συνάγουν συναφώς το ορθό συμπέρασμα. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται έλλειψη αιτιολογίας.
70. Η διατυπούμενη στην αρχή αυτού του λόγου αιτίαση για κατάχρηση εξουσίας δεν διευκρινίζεται ούτε αιτιολογείται στην αίτηση αναιρέσεως. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, το στοιχείο αυτό είναι απαράδεκτο. Αναφέρομαι εξάλλλου στις σχετικές παρατηρήσεις μου αναφορικά με τον τέταρτο λόγο της Casilina και της Lamifer.
71. Καταλήγω στην απόρριψη αυτού του λόγου ως προδήλως αβάσιμου.
Δ - Casilina και Lamifer, πρώτος λόγος αναιρέσεως: παράβαση του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και έλλειψη αιτιολογίας ως προς τον φερόμενο παράνομο χαρακτήρα του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα· παράβαση του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως όσον αφορά την μη εφαρμογή από την Επιτροπή της προβλεπόμενης από τη διάταξη αυτή δυνατότητας εξαιρέσεως
72. Με το πρώτο σκέλος αυτού του λόγου, η Casilina και η Lamifer ισχυρίζονται, όπως συνοψίζεται με συντομία, ότι το ρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, διότι κακώς θεώρησε ότι η επίμαχη ενίσχυση για το κλείσιμο εγκαταστάσεων συνιστά απαγορευόμενη από το άρθρο αυτό επιδότηση και παρέλειψε να εξετάσει την έλλειψη νομιμότητας αυτού του τμήματος του κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, το οποίο επιτρέπει ενισχύσεις για το κλείσιμο εγκαταστάσεων. Κατά την άποψη της Επιτροπής, αυτό το σκέλος του λόγου είναι απαράδεκτο. Οι εν λόγω αναιρεσείουσες δεν προέβαλαν πρωτοδίκως ενώπιον του ρωτοδικείου ότι ενισχύσεις για το κλείσιμο εγκαταστάσεων δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 4, στοιχείο γ_, πολλώ δε μάλλον δεν προέβαλαν τη φερόμενη έλλειψη νομιμότητας του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα. Τέτοιου είδους επιχειρήματα διατυπώθηκαν αποκλειστικά, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 75 έως 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, από τη Moccia στην υπόθεση T-164/96 και από τη Sidercamuna στην υπόθεση T-130/97.
73. Η άποψη αυτή ενισχύεται περαιτέρω, κατά την Επιτροπή, από τη σκέψη 41 της αποφάσεως, από την οποία προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες δεν προέβαλαν ευθέως κανένα επιχείρημα κατά του πέμπτου κώδικα. Εξάλλου, οι αναιρεσείουσες δεν αναφέρθηκαν στο σημείο αυτό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στο πλαίσιο της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας.
74. Αναφερόμενη στην εν προκειμένω πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι αποκλείεται η προβολή στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας ισχυρισμού ο οποίος δεν διατυπώθηκε πρωτοδίκως. Επίσης, στην περίπτωση συνεκδικάσεως ορισμένων υποθέσεων για την έκδοση κοινής αποφάσεως, ο διάδικος στην αναιρετική διαδικασία δεν μπορεί να προβάλει ισχυρισμό που προβλήθηκε πρωτοδίκως όχι από αυτόν, αλλά από άλλους διαδίκους στις εν λόγω συνεκδικασθείσες υποθέσεις.
75. Τα επιχειρήματα υπέρ αυτής της ενστάσεως απαραδέκτου είναι ισχυρά. ράγματι, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε με μια σειρά αποφάσεων, εσχάτως με την απόφαση ετρίδης κατά Επιτροπής , ότι απαγορεύεται, δυνάμει του άρθρου 113, παράγραφος 2, και του άρθρου 116, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, η προβολή στο στάδιο της αναιρέσεως λόγων που δεν διατυπώθηκαν πρωτοδίκως.
76. Η κρίση αυτή δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να είναι διαφορετική, όταν ένας διάδικος σε μια συνεκδικασθείσα πρωτοδίκως υπόθεση διατυπώνει κατ' αναίρεση έναν ισχυρισμό ο οποίος πρωτοδίκως δεν διατυπώθηκε απ' αυτόν, αλλά από άλλους διαδίκους στο πλαίσιο αυτής της υποθέσεως. Στην περίπτωση συνεκδικάσεως υποθέσεων για την έκδοση κοινής αποφάσεως, κάθε διάδικος έχει στα πλαίσια της διαδικασίας την ευθύνη για τους επιθετικούς και τους αμυντικούς του ισχυρισμούς. Αυτό αληθεύει σε μια διαδικασία που εξελίσσεται σε ένα μόνο βαθμό δικαιοδοσίας, όπως το ρωτοδικείο εξέθεσε στην υπόθεση Buchmann κατά Επιτροπής , πολλώ δε μάλλον αληθεύει στο πλαίσιο αναιρέσεως, όπου η φύση της διαδικασίας δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να κρίνει διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο από τη διαφορά που εκδίκασε το ρωτοδικείο ως προς τον διάδικο αυτόν . Κατ' αυτόν τον τρόπο, αποτρέπεται το να χρησιμοποιούν οι διάδικοι, σαν να έκαναν auto-stop, ο ένας τους ισχυρισμούς του άλλου και επομένως να δυσχεραίνεται η με μεγαλύτερη σαφήνεια διεξαγωγή της δίκης.
77. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Casilina και η Lamifer προέβαλαν, αμυνόμενες κατά της προταθείσας από την Επιτροπή ενστάσεως απαραδέκτου, το επιχείρημα ότι το πρωτοδίκως διατυπωθέν αίτημά τους αφορούσε την ακύρωση της αποφάσεως 96/678, της αποφάσεως της 12ης Δεκεμβρίου 1994 και «κάθε άλλης προηγούμενης, συναφούς ή παρεπόμενης πράξεως». Για τον λόγο αυτο, η αίτηση αναιρέσεώς τους στρέφεται και κατά του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα - ή ορισμένων τμημάτων του - κατά της νομιμότητας του οποίου βάλλουν με τον επίδικο λόγο. Κατ' αυτή τη θεώρηση, ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι «νέος», αλλά ανάπτυξη αυτού που ήδη προβλήθηκε πρωτοδίκως.
78. Κατά τη γνώμη μου, η επιχειρηματολογία αυτή δεν ευσταθεί. Βεβαίως, το αίτημα των αναιρεσειουσών μπορεί να εκληφθεί υπό την έννοια ότι αφορά την έλλειψη νομιμότητας του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, πλην όμως δεν προέβαλαν πρωτοδίκως ισχυρισμό που αφορά ειδικά αυτό το σημείο. Το ρωτοδικείο διαπιστώνει στη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τα ακόλουθα: «Αληθεύει βέβαια ότι, στις υποθέσεις αυτές, κανένα επιχείρημα δεν στρέφεται ευθέως κατά του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων, ο οποίος αποτελεί αντίθετα το κριτήριο βάσει του οποίου αμφισβητείται η νομιμότητα της αποφάσεως της 12ης Δεκεμβρίου 1994 και των αποφάσεων 96/678 και 97/258». Καθ' όσον οι αναιρεσείουσες αφήνουν αναπάντητη αυτή τη διαπίστωση του ρωτοδικείου - δεν προέβαλαν κανένα ισχυρισμό κατ' αυτής - δύσκολα μπορούν να υποστηρίξουν ότι σαφώς προέβαλαν πρωτοδίκως αντιρρήσεις κατά της νομιμότητας του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα.
79. Επομένως, καταλήγω ότι το πρώτο σκέλος αυτού του λόγου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
80. Για την κρίση, όλως επικουρικώς, του περιεχομένου του σκέλους αυτού, αναφέρομαι στις παρατηρήσεις μου επί του πρώτου λόγου της Moccia. Μολονότι η Casilina και η Lamifer τονίζουν στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας τους ορισμένα άλλα σημεία, τα επιχειρήματά τους επικεντρώνονται πάντως στον ισχυρισμό ότι μια ενίσχυση για το κλείσιμο εγκαταστάσεων δεν επηρεάζει εξ ορισμού τη λειτουργία της κοινής αγοράς σιδήρου και χάλυβα και επομένως βρίσκεται εκτός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Θεωρούν περαιτέρω ότι ο ισχυρισμός αυτός συνεπάγεται ότι για την επίμαχη ενίσχυση για το κλείσιμο εγκαταστάσεων δεν απαιτείται καμία έγκριση από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και ότι, επομένως, τα τμήματα του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, τα οποία αφορούν την ενίσχυση για το κλείσιμο εγκαταστάσεων, στερούνται νομιμότητας.
81. ρος στήριξη της απόψεώς τους, αναφέρονται ιδίως στην ήδη παρατεθείσα απόφαση του Δικαστηρίου επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων Groupement des industries sidérurgiques luxembourgeoises κατά Ανωτάτης Αρχής ειδικότερα στις εν προκειμένω προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Roemer. Από την απόφαση αυτή συνάγουν ότι η έκταση της κατά το άρθρο 4, στοιχείο γ_, απαγορεύσεως περιορίζεται σε ενισχύσεις που σκοπούν στην παροχή τεχνητών πλεονεκτημάτων στο πλαίσιο του ανταγωνισμού.
82. Κατά τη γνώμη μου - και θεωρώ ότι μπορώ εν προκειμένω να στηριχθώ στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lagrange στην ήδη παρατεθείσα απόφαση De Gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg κατά Ανωτάτης Αρχής - στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Groupement des industries sidérurgiques luxembourgeoises κατά Ανωτάτης Αρχής επρόκειτο πρωτίστως για το ζήτημα αν μια ειδική επιβάρυνση που επιβαλλόταν χωρίς διάκριση στο σύνολο της λουξεμβουργιανής βιομηχανίας μπορούσε να θεωρηθεί ως ειδική επιβάρυνση κατά την έννοια του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν επρόκειτο για ειδική επιβάρυνση κατά την έννοια του άρθρου 4, στοιχείο γ_, οπότε το άρθρο 67 της Συνθήκης ΕΚΑΧ είχε εφαρμογή σ' αυτήν. Για τους σκοπούς της παρούσας υποθέσεως, όπου πρόκειται για μια επιδότηση που αφορά αποκλειστικά τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, δεν μπορεί από την απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Groupement des industries sidérurgiques luxembourgeoises κατά Ανωτάτης Αρχής να συναχθεί κανένα επιχείρημα υπέρ της μη εφαρμογής του άρθρου 4, στοιχείο γ_.
83. Τον ισχυρισμό ότι η επίδικη ενίσχυση για το κλείσιμο εγκαταστάσεων δεν μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία της κοινής αγοράς τον απέρριψα ήδη ανωτέρω ως απολύτως αβάσιμο.
84. Το συμπέρασμα που συνάγω επικουρικώς επί αυτού του σκέλους του πρώτου λόγου είναι ότι το σκέλος αυτό είναι αβάσιμο.
85. Η Επιτροπή προτείνει επίσης ένσταση απαραδέκτου και κατά του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου, όπου προβάλλεται ότι υφίσταται παράβαση του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά την αδυναμία εφαρμογής αυτής της διατάξεως.
86. Ο λόγος αυτός αφορά τις σκέψεις 259 και 260 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Με τις σκέψεις αυτές, το ρωτοδικείο δεν δέχθηκε τον λόγο που προέβαλε η Sindercamuna στην υπόθεση T-130/97, ότι η Επιτροπή προέβη σε δυσμενή διάκριση σε βάρος της αντιμετωπίζοντας την περίπτωσή της διαφορετικά από παρόμοιες άλλες περιπτώσεις στο παρελθόν.
Από την απόφαση δεν προκύπτει ότι η Casilina και η Lamifer προέβαλαν πρωτοδίκως τον ίδιο ή ένα παρόμοιο λόγο.
87. Ως προς την κρίση αυτής της ενστάσεως, αναφέρομαι στην ανάλυσή μου ανωτέρω στα σημεία 79 έως 83 και καταλήγω στο συμπέρασμα ότι και αυτό το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου είναι απαράδεκτο.
88. Και πάλι όλως επικουρικώς, πρέπει επίσης να καταλήξω στο ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
89. Η Sidercamuna, προσφεύγουσα πρωτοδίκως, εξέθεσε προς στήριξη του λόγου της ότι η Επιτροπή κακώς δεν έκανε χρήση της βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΧ αρμοδιότητάς της για να προβεί με ειδική απόφαση σε παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες του κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε όντως πράξει αυτό στο παρελθόν, αντιμετώπισε παρόμοιες καταστάσεις με διαφορετικό τρόπο σε βάρος της Sidercamuna.
90. Το ρωτοδικείο απέρριψε τον λόγο αυτόν με την αιτιολογία κατ' ουσίαν ότι στην περίπτωση της Sindercamuna δεν αποδείχθηκε πάντως ότι στην περίπτωσή της υφίσταντο ιδιαίτερες περιστάσεις οι οποίες, ενόψει των σκοπών των άρθρων 2 έως 4 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, θα έπρεπε να αναγκάσουν την Επιτροπή να εκδώσει ειδική απόφαση ως προς αυτήν.
91. Η Casilina και η Lamifer προβάλλουν κατ' ουσίαν με το δεύτερο αυτό σκέλος του πρώτου λόγου ότι το ρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένως το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, μη εξετάζοντας αν η Επιτροπή όφειλε να ερευνήσει αν η ιταλική ενίσχυση για το κλείσιμο εγκαταστάσεων δεν θα μπορούσε παρά ταύτα να χορηγηθεί στις αναιρεσείουσες επί ατομικής βάσεως.
92. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί. Κατά την πρόσφατη νομολογία για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 95 , όταν η Επιτροπή διαπιστώνει ότι ένα εθνικό μέτρο ενισχύσεως δεν πληροί τις προϋποθέσεις του κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, μπορεί παρά ταύτα να αφήσει επί ατομικής βάσεως ορισμένες επιχειρήσεις να ωφεληθούν από αυτό το μέτρο, υπό τον όρον ότι αυτό επιβάλλει η επίτευξη των στόχων που καθορίζονται στα άρθρα 2, 3 και 4 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Αυτό επιβεβαιώθηκε και πάλι με τη σκέψη 258 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Εντούτοις, ορθώς το ρωτοδικείο θέτει συναφώς με τη σκέψη 259 την προϋπόθεση ότι οι επιχειρήσεις οι οποίες επικαλούνται αυτή την παρέκκλιση πρέπει τουλάχιστον να μπορούν να αποδείξουν πειστικά ότι συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις που να μπορούν να αποτελούν λόγο για να αναγνωρίσει η Επιτροπή ότι υφίσταται ανάγκη εκδόσεως μιας τέτοιας ειδικής αποφάσεως.
93. Η διαπίστωση στη σκέψη 259 ότι η Sidercamuna δεν απέδειξε τις ειδικές αυτές περιστάσεις αποτελεί διαπίστωση πραγματικού γεγονότος. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί κατ' αναίρεση. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι τα επίδικα μέτρα ενισχύσεως πληρούν ως προς αυτήν τις προϋποθέσεις για ειδική εφαρμογή του άρθρου 95 αποτελεί επίσης πραγματικό ισχυρισμό. Το γεγονός ότι προβάλλεται για πρώτη φορά στα πλαίσια της αναιρετικής διαδικασίας τον καθιστά επίσης για τους λόγους αυτούς απαράδεκτο.
94. Αν και καθ' όσον το δεύτερο αυτό σκέλος του πρώτου λόγου μπορεί να θεωρηθεί ήδη παραδεκτό, είναι αβάσιμο.
E - Casilina και Lamifer, δεύτερος λόγος αναιρέσεως: παράβαση και πλημμελής εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα
95. Με τον δεύτερο αυτό λόγο, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν, όπως εκτίθεται συνοπτικά, στο ρωτοδικείο ότι κακώς έκρινε ορθή την εφαρμογή του κριτηρίου της ανώτατης δυνατής παραγωγής (στο εξής: ΑΔ) από την Επιτροπή κατά την εκτίμηση του ζητήματος αν υφίστατο κανονική παραγωγή κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα (σκέψεις 136 έως 139 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). αράλληλα, παραπονούνται για το ότι το ρωτοδικείο δέχθηκε ότι μόνο το έτος 1993 έπρεπε να ληφθεί υπόψη ως περιόδος αναφοράς προκειμένου να εκτιμήσει τη σημασία της παρουσίας μιας επιχειρήσεως στην αγορά (σκέψεις 118 έως 127 και 128 έως 133).
96. Φρονούν ότι το ρωτοδικείο έπρεπε να δεχθεί την άποψή τους και να συναγάγει την απαιτούμενη από τον πέμπτο κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα «κανονική παραγωγή» από την πραγματική τους παραγωγή, εκτιμούμενη βάσει μεγαλύτερης περιόδου αναφοράς, όχι από την 1η Ιανουαρίου 1993, αλλά από την 1η Ιανουαρίου 1991.
97. Η Επιτροπή παρατηρεί ως προς τον λόγο αυτόν ότι οι αναιρεσείουσες επαναλαμβάνουν εν προκειμένω κατ' ουσίαν τα πραγματικά τους επιχειρήματα που είχαν εκθέσει ενώπιον του ρωτοδικείου κατά της Επιτροπής και τα οποία το ρωτοδικείο απέρριψε. _Εχει τη γνώμη ότι ο λόγος αυτός βρίσκεται σε αντίθεση προς το άρθρο 32δ της Συνθήκης ΕΚΑΧ και το άρθρο 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΚΑΧ διότι επιδιώκει στο πλαίσιο της αναιρέσεως την εκ νέου κρίση πραγματικών περιστατικών . Επί πλέον, ο λόγος αυτός στερείται της αναγκαίας ακριβείας, όπως απαιτείται από το άρθρο 51, πρώτο εδάφιο, του προπαρατεθέντος Οργανισμού και από το άρθρο 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου . Η Επιτροπή συνάγει συναφώς ότι και αυτός ο λόγος είναι απαράδεκτος.
98. ράγματι, τόσο η διατύπωση όσο και η θεμελίωση αυτού του λόγου παρουσιάζουν κενά, διότι αυτός, αφενός, φαίνεται κατ' εξοχήν να στρέφεται κατά της εκ μέρους του ρωτοδικείου κρίσεως περιστατικών όπως της πραγματικής εξελίξεως της παραγωγής των αναιρεσειουσών κατά τα έτη 1991 έως 1993 και διότι, αφετέρου, δεν βάλλει ρητώς, αλλά το πολύ μόνο εμμέσως, κατά των νομικών κρίσεων του ρωτοδικείου.
99. Η Επιτροπή έχει κατά τούτο δίκαιο ότι τα επιχειρήματα προς στήριξη αυτού του λόγου εμπεριέχουν σε σημαντικό βαθμό επανάλειψη της εκθέσεως των περιστατικών βάσει των οποίων οι αναιρεσείουσες προσέβαλαν πρωτοδίκως τις αποφάσεις 96/678 και 97/258. Είναι επίσης αληθές ότι η επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών είναι ανακριβής, κατά την έννοια ότι δεν εκθέτει επακριβώς σε ποια σημεία η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση συνιστά παράβαση του κοινοτικού δικαίου. Αν αγνοήσουμε τους πραγματικούς ισχυρισμούς ως απαραδέκτως προβαλλόμενους και εξετάσουμε τα προβαλλόμενα επιχειρήματα στην αλληλουχία τους, τότε δεν απομένει παρά η ακόλουθη πρόταση:
«Το ρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένως το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, κρίνοντας ότι η Επιτροπή, εφαρμόζοντας τον προβλεπόμενο στη διάταξη αυτή όρο της "κανονικής" παραγωγής, μπορούσε να χρησιμοποιήσει ως κριτήριο την ανώτατη δυνατή παραγωγή και ως περίοδο αναφοράς το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 1993 μέχρι το χρονικό σημείο της κοινοποιήσεως»·
επικουρικώς:
«Η εν προκειμένω κρίση του ρωτοδικείου στηρίζεται σε πλημμελές σκεπτικό».
Με αυτή τη διατύπωση, ο υπό κρίση λόγος είναι, κατά τη γνώμη μου, παραδεκτός.
100. ροκειμένου να κριθεί το βάσιμό του, πρέπει κατ' αρχάς να αναφερθούμε στον ίδιο τον πέμπτο κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα. Υπενθυμίζω ότι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις αυτού του κώδικα, η ενίσχυση για το κλείσιμο εγκαταστάσεων προορίζεται για ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, δηλαδή για επιχειρήσεις οι οποίες, παρά τα διαρθρωτικά προβλήματα στην αγορά του χάλυβα, κατόρθωσαν να διατηρήσουν σε λειτουργία ένα σημαντικό μέρος της ικανότητάς τους παραγωγής. ροκειμένου να καθορισθεί τι μπορεί να αποτελεί σημαντικό τμήμα αυτής της ικανότητας παραγωγής, πρέπει εν πάση περιπτώσει να ληφθεί ως σημείο εκκινήσεως ένας πιο συγκεκριμένος ορισμός της ικανότητας παραγωγής. Στη συνέχεια, θα πρέπει να εξετασθεί τι μπορεί να θεωρηθεί ως σημαντικό τμήμα.
101. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το ρωτοδικείο, αναγνωρίζοντας ότι η Επιτροπή έχει ασφαλώς διακριτική ευχέρεια για τον καθορισμό των σχετικών κριτηρίων, έκρινε ότι η ΑΔ παρέχει αποδεκτό κριτήριο κατά την εξέταση του ζητήματος αν πληρούται ο όρος της κανονικής παραγωγής. _Ενα τέτοιο κριτήριο, όπως παρατηρεί το ρωτοδικείο στη σκέψη 138 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αποτρέπει το ότι «οι ενισχύσεις θα κατέληγαν να χορηγούνται ακόμη και στις επιχειρήσεις οι οποίες, αν και βρίσκονται σε κατάσταση μη ανατρέψιμης κρίσης, πέτυχαν εντούτοις να επιβιώσουν επί ορισμένα έτη στην αγορά με επίπεδο παραγωγής εντελώς περιθωριακό».
102. Ενόψει του γράμματος και του σκοπού του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, όπου δεν πρόκειται πρωτίστως για την εξάλειψη της ικανότητας παραγωγής, αλλά για την απόσυρση από την αγορά της υφιστάμενης ικανότητας παραγωγής, κατέστη δυνατόν να καταλήξει το ρωτοδικείο στην κρίση αυτή. Επομένως, ο προβαλλόμενος κατά της κρίσεως αυτής λόγος των αναιρεσειουσών, καθόσον είναι παραδεκτός, είναι αβάσιμος.
103. Οι αιτιάσεις των αναιρεσειουσών κατά του εκ μέρους της Επιτροπής καθορισμού της περιόδου αναφοράς αποτελούνται από δύο σκέλη. ρώτον, η Επιτροπή, όπως υποστηρίζουν, έπρεπε εν προκειμένω να αναζητήσει ένα συνδετικό στοιχείο αναφερόμενη στην ημερομηνία της 1ης Ιανουαρίου 1991 η οποία μνημονεύεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα. Δεύτερον, η ανεπαρκής διάρκεια της περιόδου αναφοράς καθιστά αδύνατον να κριθεί αν έχει χαρακτηριστική σημασία η παρουσία μιας επιχειρήσεως στην αγορά. Στο πλαίσιο της αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες επαναλαμβάνουν αυτές τις αιτιάσεις, αυτή τη φορά κατά των σκέψεων του ρωτοδικείου με τις οποίες απορρίφθηκαν πρωτοδίκως ως αβάσιμες.
104. Και εδώ επίσης ισχύει το ότι η επιλογή στην οποία προέβη η Επιτροπή κατά την οριοθέτηση της περιόδου αναφοράς πρέπει να κριθεί υπό το φως του γράμματος και του σκοπού του κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα. Το ρωτοδικείο εξέθεσε στη σκέψη 120 έως 127 γιατί η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να ορίσει ως σημείο ενάρξεως της περιόδου αναφοράς την 1η Ιανουαρίου 1991:
- από το κείμενο του άρθρου 4, παράγραφος 2, όπου εκτίθενται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση ενισχύσεως για το κλείσιμο εγκαταστάσεων, προκύπτει για κάθε μία από τις εν λόγω τρεις προϋποθέσεις διαφορετικό χρονικό όριο:
- πρώτη περίπτωση: η επιχείρηση πρέπει να έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα πριν από την 1η Ιανουαρίου 1991·
- δεύτερη περίπτωση: «μέχρι την ημερομηνία κοινοποίησης των ενισχύσεων αυτών» πρέπει να υπάρχει κανονική παραγωγή·
- τρίτη περίπτωση: οι οικείες επιχειρήσεις να μην έχουν μεταβάλει τη διάρθρωση της παραγωγής τους και των εγκαταστάσεών τους «μετά την 1η Ιανουαρίου 1991» (σκέψεις 121 και 122)·
- αν ο κοινοτικός νομοθέτης είχε την πρόθεση να ορίσει με την δεύτερη περίπτωση την 1η Ιανουαρίου 1991 ως αφετηρία για την περίοδο αναφοράς, θα το είχε αναφέρει (σκέψη 123)·
- ο στόχος της πρώτης και της τρίτης περιπτώσεως διαφέρει από αυτόν της δεύτερης περιπτώσεως. Στις δύο πρώτες περιπτώσεις πρόκειται σαφώς για την πρόληψη απατών (της συστάσεως εταιριών ή της επεκτάσεως της παραγωγής ή μιας εγκαταστάσεως απλώς και μόνον προς τον σκοπό να τύχουν ενισχύσεων). Στη δεύτερη περίπτωση ο επιδιωκόμενος σκοπός έγκειται στο να «εξασφαλισθεί ότι η χορήγηση ενισχύσεων για το κλείσιμο εγκαταστάσεων προκαλεί σημαντική μείωση της παραγωγής, πράγμα που προϋποθέτει τη χορήγηση των ενισχύσεων αυτών μόνο σε επιχειρήσεις που είχαν κατά τη στιγμή του κλεισίματος των εγκαταστάσεών τους ένα αρκετά σημαντικό επίπεδο παραγωγής» (σκέψη 124)·
- επομένως, δεν συντρέχει επιτακτικός λόγος για να γίνει δεκτό ότι η απαιτούμενη κανονική παραγωγή θα έπρεπε να εκτιμηθεί με αφετηρία την 1η Ιανουαρίου 1991 (σκέψη 126).
105. Οι εδώ εκτεθείσες συνοπτικά σκέψεις του επίμαχου χωρίου της αποφάσεως συνάδουν τόσο προς την προϋπόθεση ότι πρέπει να συμφωνούν με το γράμμα και τον σκοπό του άρθρου 4, παράγραφος 2, του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα όσο και προς τις απαιτήσεις της αιτιολογίας. Τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειουσών δεν μπορούν επομένως να ευδοκιμήσουν.
106. Η σημαντικότερη αιτίαση των αναιρεσειουσών κατά του χωρίου της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως όπου απορρίφθηκε ο ισχυρισμός τους ότι η εφαρμοσθείσα από την Επιτροπή περίοδος αναφοράς, η οποία άρχισε την 1η Ιανουαρίου 1999, ήταν υπερβολικά σύντομη συνίσταται στο ότι το ρωτοδικείο παραβλέπει ότι η προϋπόθεση της «κανονικής παραγωγής» αναφέρεται σε ένα συνεχές, επί πολλά έτη, επίπεδο παραγωγής. Επί πλέον, το ρωτοδικείο κακώς δεν συνεκτίμησε με την απόφασή του ότι το έτος 1993 είναι ακατάλληλο ως έτος αναφοράς, διότι στην Ιταλία υφίστατο τότε περίοδος χαμηλής συγκυρίας, η οποία συμπίεζε την παραγωγή. Τέλος, οι αναιρεσείουσες φρονούν ότι το ρωτοδικείο κακώς έκρινε αλυσιτελή, με τη σκέψη 132 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την αναφορά τους στην απόφαση 89/467/ΕΟΚ της Επιτροπής. Θέλησαν κατ' αυτόν τον τρόπο να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους ότι οι διακυμάνσεις στο μερίδιο αγοράς επιχειρήσεων από το ένα έτος στο άλλο δεν σημαίνουν κατ' ανάγκη μεταβολές στην οικονομική τους παρουσία στην αγορά, η οποία πρέπει να κρίνεται υπό το πρίσμα μιας δυναμικής προοπτικής. Μια τέτοια δυναμική θεώρηση επιβάλλει μακρότερη περίοδο αναφοράς από αυτή που εφάρμοσε εν προκειμένω η Επιτροπή.
107. _Εκανε η Επιτροπή κατά νομικώς παραδεκτό τρόπο χρήση της διακριτικής ευχέρειας που είχε βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα κατά τον καθορισμό της περιόδου αναφοράς; Αυτό είναι το ερώτημα στο οποίο το ρωτοδικείο απάντησε καταφατικά στις σκέψεις 127 έως 133. Συναφώς, έκρινε ως αποφασιστικής σημασίας τα ακόλουθα στοιχεία:
- προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι οι ενισχύσεις για το κλείσιμο εγκαταστάσεων θα είχε τις επιδιωκόμενες με αυτές σημαντικές συνέπειες στην αγορά, έπρεπε να ληφθεί υπόψη περίοδος κατά το δυνατόν πλησιέστερη προς την κοινοποίηση του γενικού καθεστώτος, κατά τρόπο ώστε οι ενισχύσεις να χορηγούνταν μόνο σε επιχειρήσεις που ασκούσαν πράγματι παραγωγική δραστηριότητα κατά το χρονικό αυτό σημείο (σκέψη 129)·
- πάντως, η περίοδος αναφοράς έπρεπε να είναι αρκετά μακρά ώστε να μπορεί να εξετασθεί αν η παρουσία των οικείων επιχειρήσεων μπορούσε να θεωρηθεί ως αρκετά σημαντική (σκέψη 129)·
- το κλείσιμο επιχειρήσεων που είχαν μεν πραγματοποιήσει το 1991 και 1992 παραγωγή, αλλά καθόλου πλέον ή σε πολύ μικρότερη έκταση από το 1993 μέχρι την ημερομηνία της ανακοινώσεως, ουδόλως θα συνέβαλλε ή θα συνέβαλλε ελάχιστα στην επιδιωκόμενη μείωση της παραγωγής (σκέψη 130)·
- αντιστρόφως, η εφαρμογή μακρότερης περιόδου αναφοράς μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα ότι επιχειρήσεις με μικρή παραγωγή το 1991 και 1992, αλλά με σημαντική παραγωγή το 1993, θα αποκλείονταν από την ενίσχυση (σκέψη 130)·
- αναφερόμενο στο αποτέλεσμα των ενισχύσεων για το κλείσιμο εγκαταστάσεων (μείωση παραγωγής περίπου 5 εκατομμυρίων τόνων), το ρωτοδικείο διαπιστώνει ότι η επιλεγείσα από την Επιτροπή περίοδος αναφοράς προκειμένου να εκτιμηθεί η κανονικότητα της παραγωγής, όχι μόνον κατέστησε δυνατόν να εκτιμηθεί ορθά η παρουσία στην αγορά της επιχειρήσεως που επρόκειτο να κλείσει, αλλά επίσης να επιτευχθούν συγκεκριμένα οι στόχοι μειώσεως της παραγωγής που είχε θέσει η Ιταλική Κυβέρνηση (σκέψη 131)·
- το ρωτοδικείο καταλήγει ότι «δεν απεδείχθη [...] ότι η Επιτροπή, καθορίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία πρέπει να εκτιμηθεί ο κανονικός χαρακτήρας παραγωγής, αγνόησε κατά έκδηλο τρόπο τις διατάξεις της Συνθήκης ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή της ή διέπραξε κατάχρηση εξουσίας» (σκέψη 133).
108. Οι συνοψιζόμενες ανωτέρω σκέψεις του ρωτοδικείου καθιστούν σαφές ότι η Επιτροπή κατά τον καθορισμό της περιόδου αναφοράς έπρεπε να συνδυάσει δύο στόχους: μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πραγματική επίπτωση των ενισχύσεων για το κλείσιμο εγκαταστάσεων επί της υφιστάμενης παραγωγής προϊόντων σιδήρου και χάλυβα και μια υπεύθυνη εκτίμηση της σημασίας της παρουσίας στην αγορά των οικείων επιχειρήσεων. Η επακόλουθη επιλογή για τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς κρίθηκε τελικά νομικώς αποδεκτή από το ρωτοδικείο, ενόψει του γράμματος και του σκοπού του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κώδικα.
109. Οι αναιρεσείουσες δεν εκθέτουν με τον λόγο τους κανένα επιχείρημα που μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση το βάσιμο αυτής της κρίσεως.
110. Το επιχείρημα που συνάγουν από την κακή οικονομική συγκυρία στην Ιταλία το 1993 ανάγεται σε πραγματικά περιστατικά και πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτο. Αν υποτεθεί ότι είναι παραδεκτό, είναι αβάσιμο. Τα μέτρα που προβλέπονται στον πέμπτο κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα σκοπούν στην αντιμετώπιση της διαρθρωτικής κρίσεως με την οποία αντιπαλεύει ο τομέας της σιδηρουργίας ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '70. Η κατάρτιση και η εφαρμογή αυτών των μέτρων δεν μπορεί να εξαρτάται από συγκυριακές διακυμάνσεις που εμφανίζονται σε πολύ συντομότερα χρονικά διαστήματα. Μια τέτοια εξάρτηση θα είχε εν προκειμένω ως αποτέλεσμα ότι ακόμη και επιχειρήσεις που εμφανίζονταν τρωτές υπό λιγότερο καλή συγκυρία και, επομένως, ήταν λιγότερο ανταγωνιστικές θα λαμβάνονταν υπόψη για τη χορήγηση ενισχύσεων για το κλείσιμο επιχειρήσεων. Σ' αυτό ρητώς αντιτίθενται οι αιτιολογικές σκέψεις του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα.
111. Δεν μπορώ να συμμεριστώ ούτε την άποψη των αναιρεσειουσών ότι το ρωτοδικείο κακώς απέρριψε το επιχείρημά τους που αντλείται από την απόφαση 89/467 (σκέψη 132 της αποφάσεως). _Οπως παρατηρεί το ρωτοδικείο, η απόφαση αυτή είχε σχέση με τον τομέα της κινηματογραφικής διανομής και αφορούσε την αξιολόγηση των οικονομικών σχέσεων ισχύος στην οικεία αγορά. Για την εκτίμηση της εν προκειμένω επιλεγείσας από την Επιτροπή περιόδου αναφοράς για τις ενισχύσεις για το κλείσιμο εγκαταστάσεων στον τομέα της χαλυβουργίας δεν μπορεί να συναχθεί κανένα επιχείρημα από την απόφαση αυτή: τα χαρακτηριστικά των αγορών των προϊόντων, οι διαρθρώσεις της αγοράς και οι πολιτικοί στόχοι αποκλίνουν σημαντικά μεταξύ τους.
112. Το συμπέρασμά μου είναι ότι ο δεύτερος λόγος της Casilina και της Lamifer, καθόσον είναι παραδεκτός, είναι αβάσιμος.
ΣΤ - Casilina και Lamifer, τρίτος λόγος αναιρέσεως: παράβαση και πλημμελής εφαρμογή της αποφάσεως της Επιτροπής 12ης Δεκεμβρίου 1994
113. Με τον λόγο αυτόν, η Casilina και η Lamifer προσάπτουν στο ρωτοδικείο παράβαση και πλημμελή, δηλαδή αναιτιολόγητη, εφαρμογή της αποφάσεως της Επιτροπής της 12ης Δεκεμβρίου 1994. Υπενθυμίζουν ότι η Επιτροπή, με την απόφαση αυτή, είχε δεχθεί να εξετάσει τις προτάσεις για τη χορήγηση ενισχύσεων, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις στις οποίες βρίσκονταν οι επιχειρήσεις που μπορούν να ληφθούν υπόψη για τις ενισχύσεις αυτές. Ενόψει αυτού, οι αναιρεσείουσες εξέθεσαν την εξέλιξη της παραγωγής τους κατά τα έτη 1991, 1992 και 1993, καθώς και τα ειδικότερα προβλήματα που αντιμετώπιζαν κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα. Εντούτοις, η Επιτροπή, με τις αποφάσεις 96/678 και 97/258, απέρριψε τα κριτήρια εκτιμήσεως που είχε προτείνει η Ιταλική Κυβέρνηση έχοντας επίσης υπόψη την ιδιαίτερη κατάσταση των αναιρεσειουσών. Η Επιτροπή έκρινε ότι τα κριτήρια αυτά δεν ήταν πρόσφορα για να αποδειχθεί η ύπαρξη κανονικής παραγωγής κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα. Με τα κριτήρια αυτά θα ήταν το πολύ δυνατό να θεωρηθεί ότι είχε επιτευχθεί ένα συγκεκριμένο ελάχιστο επίπεδο παραγωγής. ρωτοδίκως, το ρωτοδικείο απέρριψε τους λόγους που προέβαλαν οι αναιρεσείουσες κατά της αποφάσεως αυτής (σκέψη 272 έως 283).
114. Οι αναιρεσείουσες φρονούν ότι δεν μπορούσαν παρά να διατυπώσουν εκ νέου την ίδια αιτίαση, με την οποία προσάπτουν στην Επιτροπή ότι αιτιολόγησε τις αποφάσεις ανεπαρκώς και με υπερβολικά γενική διατύπωση. Το γεγονός αυτό τους προκάλεσε σοβαρές δυσχέρειες στην προάσπιση των συμφερόντων τους, διότι κατ' αυτόν τον τρόπο τους αφαιρέθηκε η δυνατότητα να ασκήσουν συγκεκριμένη κριτική κατά των εν λόγω αποφάσεων. Επί πλέον, προσάπτουν στο ρωτοδικείο ότι, με ακατάλληλη αιτιολογία, δεν δέχθηκε τις ιδιαίτερες περιστάσεις που η Lamifer, ιδίως, ήταν αναγκασμένη να αντιμετωπίσει (σκέψεις 180 έως 182) και ότι κακώς έκρινε ότι τα ελασματουργεία λειτουργούν συνήθως συνεχώς με τρεις βάρδιες επί οκτώ ώρες ημερησίως (σκέψεις 140 έως 145).
115. Το πρώτο σκέλος αυτού του λόγου που αφορά τα σημεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως όπου απορρίπτονται οι αιτιάσεις των αναιρεσειουσών κατά της αιτιολογήσεως των αποφάσεων 96/678 και 97/258 μου προκαλεί, λόγω της ασάφειάς του, κάποια αμηχανία. Αν αντιλαμβάνομαι ορθώς, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή κατά την αιτιολόγηση των αποφάσεων αυτών έπρεπε να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στις απόψεις και τα επιχειρήματα που είχαν θέσει υπόψη της. Επειδή αυτό δεν έγινε, παρεμποδίστηκαν σοβαρά να κάνουν χρήση των δυνατοτήτων τους προκειμένου να προασπίσουν νομικώς τα συμφέροντά τους. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το ρωτοδικείο έλαβε ανεπαρκώς υπόψη το γεγονός αυτό. Οι αναιρεσείουσες παραλείπουν εντούτοις να εκθέσουν επακριβώς κατά τί είναι ανεπαρκή τα σχετικά χωρία της αποφάσεως. Αυτό μπορεί, καθεαυτό, να αποτελεί λόγο για να θεωρηθεί απαράδεκτο το εν λόγω σκέλος. ράγματι, κατά πάγια νομολογία , δεν αρκεί ούτε η απλή επανάλειψη των πρωτοδίκως προβληθέντων λόγων ούτε ένας κατ' ουσίαν αόριστος ισχυρισμός ότι υφίσταται παραβίαση του δικαίου. Μόνο με κάποιο κόπο αναμορφώσεως της επιχειρηματολογίας στην οποία στηρίζεται μπορεί αυτό το σκέλος να θεωρηθεί ως αιτίαση που διατυπώνεται κατά της αιτιολογήσεως των σκέψεων 272 έως 280 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, θα το εξετάσω κατωτέρω υπ' αυτό το πρίσμα.
116. Κατά την πάγια νομολογία, το καθήκον αιτιολογήσεως βάσει των άρθρων 5, δεύτερο εδάφιο, τέταρτη περίπτωση, και 15, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ συνεπάγεται ότι η αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της σχετικής πράξεως και να διαφαίνεται από αυτήν, κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο, η συλλογιστική της εκδούσας την προσβαλλόμενη πράξη αρχής κατά τρόπο που να καθίσταται δυνατόν στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και στον κοινοτικό δικαστή να ασκεί τον έλεγχό του. Η αιτιολογία δεν απαιτείται να διασαφηνίζει όλα τα ασκούντα επιρροή πραγματικά και νομικά στοιχεία. Κατά την εκτίμηση της αιτιολογίας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το κείμενο της πράξεως, αλλά και τα συμφραζόμενα καθώς και το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα . _Οσον αφορά τις πράξεις που προορίζονται για γενική εφαρμογή, η Επιτροπή οφείλει να αναφέρει στην αιτιολογία της αποφάσεώς της τη γενική κατάσταση που είχε ως αποτέλεσμα την έκδοσή της και τους γενικούς στόχους που επιδιώκει .
117. Νομίζω ότι είναι χρήσιμο να εξετασθεί σε ποιο πραγματικό κοινωνικό πλαίσιο εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις και ποιοι ήταν οι εν προκειμένω προέχοντες γενικοί πολιτικοί στόχοι. Επ' αυτής της βάσεως η αιτιολόγηση μπορεί να ελεγχθεί ενόψει των προϋποθέσεων κατά τις οποίες οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να γνωρίζουν τους λόγους εκδόσεως των αποφάσεων και ο κοινοτικός δικαστής να μπορεί να ασκεί τον έλεγχό του.
118. _Οταν η Ιταλική Κυβέρνηση, στις 8 Σεπτεμβρίου 1995 και στις 11 Μαρτίου 1996, παρουσίασε στην Επιτροπή τις διάφορες περιπτώσεις στις οποίες είχε την πρόθεση να εφαρμόσει την, με απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1994, κατ' αρχήν εγκριθείσα νομοθεσία για τη χορήγηση ενισχύσεων για το κλείσιμο εγκαταστάσεων, στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνονταν και ορισμένες άλλες, μεταξύ των οποίων της Casilina και της Lamifer, οι οποίες δεν πληρούσαν το διαμορφωθέν με την εν λόγω απόφαση κριτήριο όσον αφορά το ζήτημα αν υφίστατο ο όρος της κανονικής παραγωγής. Η Ιταλική Κυβέρνηση περιέλαβε στην έκθεσή της άλλα «αντικειμενικά κριτήρια» από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει ότι οι οικείες επιχειρήσεις πληρούσαν τον προβλεπόμενο στον πέμπτο κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα όρο της κανονικής παραγωγής.
119. Η Επιτροπή θεώρησε ότι αυτό αποτελούσε λόγο για να κινήσει με έγγραφα της 15ης Δεκεμβρίου 1995 και της 2ας Φεβρουαρίου 1996, τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 4, του κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα. Σ' αυτό το πλαίσιο, η Επιτροπή ζήτησε από την Ιταλική Κυβέρνηση να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της, ενώ ενημέρωσε τα άλλα κράτη μέλη και τους λοιπούς ενδιαφερομένους μέσω δημοσιεύσεως της αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας. Οι ενδιαφερόμενοι, μεταξύ των οποίων η Casilina και η Lamifer, γνωστοποίησαν τις παρατηρήσεις τους στις ιταλικές αρχές και στην Επιτροπή.
120. Η Ιταλική Κυβέρνηση, αντιδρώντας στην κίνηση της διαδικασίας, ανέφερε και πάλι, όπως προκύπτει από το μέρος ΙΙ των αιτιολογικών σκέψεων των προσβαλλομένων αποφάσεων, τα υποστηριζόμενα από αυτή «αντικειμενικά κριτήρια» τα οποία, κατά την άποψή της, καθιστούσαν δυνατό ακόμη και σε επιχειρήσεις που είχαν κατά την περίοδο αναφοράς μικρή ή και καθόλου παραγωγή να πληρούν εντούτοις τον όρο της κανονικής παραγωγής κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα.
121. Με τα προτεινόμενα αντικειμενικά κριτήρια επιδιωκόταν να ληφθεί υπόψη ότι η ελάχιστη ή και ανύπαρκτη παραγωγή ορισμένων επιχειρήσεων κατά την περίοδο αναφοράς δεν έπρεπε να αποδοθεί στη βούλησή τους να εγκαταλείψουν την αγορά του σιδήρου και χάλυβα ή στην παλαίωση ή την μη ανταγωνιστικότητα των εγκαταστάσεων παραγωγής, αλλά κυρίως στις δυσμενείς περιστάσεις της συγκυρίας που συνοδεύονταν με την ύπαρξη κρίσεως στην αγορά του χάλυβα και με οικονομικές δυσχέρειες των οικείων επιχειρήσεων.
Οι επιχειρήσεις αυτές, μέσω, μεταξύ άλλων, διατηρήσεως του προσωπικού τους, διοργανώσεως μαθημάτων επιμορφώσεως και αιτήσεων αρωγής από τις αρχές προς τον σκοπό αναδιαρθρώσεως, κατέστησαν φανερό ότι ήθελαν να αντιμετωπίσουν την κατάσταση κρίσεως στην οποία βρίσκονταν. Από άλλα επίσης δεδομένα, όπως τη διατήρηση συμβάσεων παροχής ενεργείας, προκύπτει ότι η περιορισμένη παραγωγή ή η έλλειψη παραγωγής κατά την περίοδο αναφοράς έπρεπε να αποδοθεί στη δυσμενή συγκυρία και ότι οι επιχειρήσεις, οι οποίες διέθεταν καλές εγκαταστάσεις παραγωγής, είχαν σαφώς την πρόθεση να αρχίσουν εκ νέου την κανονική τους παραγωγή προκειμένου να ανακτήσουν τη θέση τους στην αγορά.
122. Για να το πω ωμά, η Ιταλική Κυβέρνηση επεδίωκε με τα κριτήρια αυτά μια ερμηνεία του όρου της κανονικής παραγωγής η οποία ισοδυναμεί με το ότι πληρούνταν ο όρος αυτός αν αποδεικνυόταν ότι υφίστατο η δυνατότητα κανονικής παραγωγής. Το διατυπωθέν με την απόφαση της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1994, κριτήριο της μέσης παραγωγικής δραστηριότητας τουλάχιστον μιας βάρδιας ημερησίως (οκτώ ωρών) επί πέντε ημέρες την εβδομάδα συνεπάγεται αντιθέτως ότι υπήρχε πραγματική κανονική παραγωγή κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς.
Στο μέρος ΙΙΙ των αιτιολογικών σκέψεων και των δύο αποφάσεων, η Επιτροπή απέρριψε τα προταθέντα από την Ιταλική Κυβέρνηση εναλλακτικά κριτήρια. Συναφώς, εξέθεσε κατ' αρχάς τους λόγους για τους οποίους οι διατάξεις του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, που επιτρέπουν ορισμένες μορφές χορηγήσεως ενισχύσεων, μεταξύ των οποίων ενισχύσεων για το κλείσιμο εγκαταστάσεων, έπρεπε να ερμηνεύονται αυστηρά. Στη συνέχεια, δήλωσε ότι βάσει της αποφάσεως της 12ης Δεκεμβρίου 1994 μπορούσαν ασφαλώς να εφαρμοστούν κριτήρια διαφορετικά από αυτά της Επιτροπής, τα οποία όμως θα έπρεπε να είναι κατάλληλα προκειμένου να αποδεικνύεται η ύπαρξη κανονικής παραγωγής κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς. _Ομως, τα προταθέντα από την Ιταλική Κυβέρνηση κριτήρια δεν προσφέρονταν για μια τέτοια απόδειξη ή το πολύ επέτρεπαν να αποδειχθεί ότι οι οικείες επιχειρήσεις ήταν τότε σε θέση να παράγουν προϊόντα ΕΚΑΧ. Εφόσον δεν επιτρεπόταν διασταλτική ερμηνεία του επιβαλλόμενου με τον κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα όρου της κανονικής παραγωγής μέχρι το χρονικό σημείο της κοινοποιήσεως, τα προταθέντα από την Ιταλική Κυβέρνηση εναλλακτικά κριτήρια δεν μπορούσαν επομένως να γίνουν δεκτά. Η Επιτροπή ολοκλήρωσε την αιτιολογία της εκθέτοντας τους λόγους για τους οποίους το προταθέν από την Ιταλική Κυβέρνηση επιχείρημα της κακής συγκυρίας ήταν αλυσιτελές· κατά την περίοδο αναφοράς, η συνολική παραγωγή των οικείων προϊόντων στην ιταλική και ευρωπαϊκή αγορά είχε μειωθεί μόνο ελαφρά ή πολύ ελαφρά. Επομένως, από αυτό και μόνο δεν μπορεί να εξηγηθεί η εξαιρετικά ελάχιστη παραγωγή των οικείων επιχειρήσεων.
123. Η παρατιθέμενη εδώ ως προς ορισμένα κύρια σημεία αιτιολογία αποτελεί τη βάση και των δύο προσβαλλομένων αποφάσεων με τις οποίες η Επιτροπή αποφάσισε ότι ορισμένες από τις εκτεθείσες από τις ιταλικές αρχές περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων της Lamifer και της Casilina, δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη για τη χορήγηση ενισχύσεων για το κλείσιμο εγκαταστάσεων.
124. Το ρωτοδικείο, ελέγχοντας την αιτιολογία των δύο αποφάσεων ενόψει των προεκτεθέντων επιταγών που αφορούν την αιτιολογία, κατέληξε στις σκέψεις 274 έως 280 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η αιτιολόγηση πληροί τις προϋποθέσεις της σαφήνειας και δυνατότητας ελέγχου και ότι το πραγματικό και νομικό πλαίσιο αποδίδεται με επαρκή σαφήνεια. Η αιτιολογία εκθέτει με σαφήνεια το πραγματικό πλαίσιο εντός του οποίου έπρεπε να πραγματοποιηθεί η ενίσχυση για το κλείσιμο εγκαταστάσεων, δηλαδή τα διαρθρωτικά προβλήματα διαθέσεως στην αγορά του χάλυβα, και εκθέτει πειστικά τον από την άποψη αυτή επιδιωκόμενο με τον πέμπτο κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα σκοπό. Το συμπέρασμα ότι βάσει αυτού του κώδικα μπορούσαν να επιτραπούν ενισχύσεις για το κλείσιμο εγκαταστάσεων μόνο αν κατ' αυτόν τον τρόπο απομακρύνονταν από την αγορά επιχειρήσεις με κανονική πραγματική παραγωγή κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς βρίσκει έρεισμα σ' αυτή την αιτιολογία. Κατά τον έλεγχο της αιτιολογίας των προσβαλλομένων αποφάσεων με τις σκέψεις 273 έως 280 της αποφάσεως, το ρωτοδικείο προέβη σε ορθή κρίση. Συντάσσομαι με την κρίση αυτή.
125. Το επιχείρημα ότι η Επιτροπή έπρεπε στις αποφάσεις της να εξετάσει τα ειδικά επιχειρήματα των αναιρεσειουσών είναι άστοχο. Ορθώς εκθέτει το ρωτοδικείο στις σκέψεις 274 έως 276 ότι η Επιτροπή, κατά τη διαδικασία ελέγχου που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 4, του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, έπρεπε μόνο να εξετάσει αν η Ιταλική Κυβέρνηση είχε επιτύχει να αποδείξει βάσει εναλλακτικών αντικειμενικών κριτηρίων ότι επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων οι αναιρεσείουσες, οι οποίες δεν πληρούσαν το κύριο κριτήριο, μπορούσαν εντούτοις να θεωρηθούν ότι είχαν κανονική παραγωγή προϊόντων σιδήρου και χάλυβα. Η απόφαση στις υποθέσεις Βέλγιο κατά Επιτροπής δεν αφήνει εν προκειμένω την παραμικρή αμφιβολία .
126. Το γεγονός ότι οι αναιρεσείουσες, ανταπροκρινόμενες στην πρόσκληση της Επιτροπής γνωστοποίησαν σύμφωνα με το παρατεθέν άρθρο 6, παράγραφος 4, τις παρατηρήσεις τους δεν θεμελιώνει καμία αξίωσή τους να διατυπώσει εν προκειμένω η Επιτροπή αιτιολογημένη άποψη. Οι παρατηρήσεις αυτές σκοπούσαν στην πληροφόρηση της Επιτροπής για την απόφαση που θα ελάμβανε. Επομένως, η εν προκειμένω κρίση του ρωτοδικείου είναι επίσης, κατά τη γνώμη μου, ορθή.
127. Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι αιτιάσεις που περιέχονται σ' αυτό το σκέλος του λόγου κατά της αιτιολογήσεως των προσβαλλομένων αποφάσεων και των σχετικών χωρίων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι αβάσιμες.
128. Με το δεύτερο σκέλος αυτού του λόγου, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι το ρωτοδικείο κακώς, στις σκέψεις 140 έως 146 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε ότι το κριτήριο της ανώτατης δυνατής παραγωγής, το οποίο στηρίζεται στην υποθετική περίπτωση συνεχούς παραγωγής με τρεις βάρδιες, μπορεί επίσης να έχει εφαρμογή στην παραγωγή χάλυβα θερμής ελάσεως. Οι αναιρεσείουσες επαναλαμβάνουν τους ήδη προβληθέντες πρωτοδίκως ισχυρισμούς τους και προσκομίζουν ως συμπληρωματική απόδειξη το ερωτηματολόγιο 2-20 ΕΚΑΧ της Στατιστικής Υπηρεσίας της Επιτροπής. Κατ' αυτές, προκύπτει συναφώς ότι ο ρυθμός παραγωγής των ελασματουργείων ήταν κατώτερος από αυτόν των χαλυβουργείων και ότι, επομένως, το εφαρμοσθέν από την Επιτροπή κριτήριο που σημαίνει παραγωγή τουλάχιστον 25 % της ανώτατης δυνατής παραγωγής είχε ως συνέπεια αδικαιολόγητα αποτελέσματα για τις επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται ελασματουργεία.
129. Αν το σκέλος αυτό θεωρηθεί ως απλή επανάλειψη των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν πρωτοδίκως, θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο. Από απόψεως επίσης περιεχομένου κλίνω να το θεωρήσω απαράδεκτο, διότι αφορά εξ ολοκλήρου πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά διαπιστώθηκαν πρωτοδίκως από το ρωτοδικείο.
130. Η παράθεση, στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, νέων στοιχείων από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει ότι το ρωτοδικείο έκρινε εσφαλμένως τα πραγματικά περιστατικά δεν μεταβάλλει την ανάλυση αυτή. ρώτον, το εν λόγω ερωτηματολόγιο προσκομίστηκε για πρώτη φορά στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας ως νέο αποδεικτικό μέσο. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό εν προκειμένω, διότι ο έλεγχος του Δικαστηρίου σ' αυτό το στάδιο περιορίζεται στις νομικές εκτιμήσεις. Δεύτερον, το ερωτηματολόγιο, ακόμη και αν θεωρούνταν στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας ότι αποτελεί νέο αποδεικτικό υλικό, δεν ρίχνει νέο φως στη φερόμενη διαφορά του ρυθμού παραγωγής μεταξύ των χαλυβουργείων και των ελασματουργείων. Τρίτον, η προσκόμιση αυτού του αποδεικτικού υλικού χαρακτηρίζει εντονότερα τον προβαλλόμενο ισχυρισμό ως αναφερόμενο στα πραγματικά περιστατικά.
131. Αν το υπό κρίση σκέλος αυτού του λόγου μπορεί με κάποια προσπάθεια να θεωρηθεί ότι αφορά έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τον θεωρώ, επικουρικώς, προδήλως αβάσιμο. Το ουσιώδες χωρίο του σκεπτικού του Δικαστηρίου ανευρίσκεται στη σκέψη 141. Στη σκέψη αυτή εκτίθεται ότι η παραγωγή ελασματουργείων με λιγότερες από τρεις βάρδιες δεν είναι, για λόγους αποτελεσματικότητας, η αρίστη. Ειδικότερα, το ρωτοδικείο αναφέρεται σε μια έκθεση πραγματογνωμοσύνης που προσκόμισε η Lamifer από την οποία επιβεβαιώνεται το ότι τα ελασματουργεία, κυρίως για λόγους αποτελεσματικότητας του θερμικού κύκλου, δηλαδή της ανάγκης να αποφευχθεί η τεράστια κατανάλωση του αναγκαίου αερίου για την ψύξη του κλιβάνου, λειτουργούν συνήθως με τρεις βάρδιες. Βάσει επίσης αυτής της διαπιστώσεως, το ρωτοδικείο ήταν σε θέση να συναγάγει ότι η Επιτροπή, αποφασίζοντας ότι πρέπει και για τα ελασματουργεία να ληφθούν ως βάση οι τρεις βάρδιες για τον υπολογισμό της ανώτατης δυνατής παραγωγής, δεν παρέβη προδήλως τις διατάξεις της Συνθήκης ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή της ούτε ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας.
132. Το τελευταίο στοιχείο του τρίτου λόγου αποτελεί καθαρή επανάλειψη του προβληθέντος πρωτοδίκως επιχειρήματος ότι η Επιτροπή κακώς δεν έλαβε υπόψη την ειδική κατάσταση της Lamifer κατά την περίοδο αναφοράς. Και αυτό το στοιχείο, το οποίο αφορά τις σκέψεις 179 ώς 181 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έχω τη γνώμη ότι είναι απαράδεκτο.
133. Το ρωτοδικείο διαπιστώνει σ' αυτές τις σκέψεις ότι το επιχείρημα της Lamifer ότι δεν είχε για περιβαλλοντικούς λόγους τη δυνατότητα να παράγει τη νύχτα είναι πράγματι ανακριβές. Τα μέτρα του δήμου στα οποία αναφέρεται η Lamifer συνεπάγονται, όπως έκρινε το ρωτοδικείο, για τη Lamifer απλώς και μόνον την υποχρέωση προσαρμογής των εγκαταστάσεών της ώστε το επίπεδο του θορύβου να διατηρείται σε ανεκτά όρια. Η διαπίστωση αυτή που αναφέρεται σε πραγματικά περιστατικά δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο αναιρέσεως.
134. Εξάλλου, οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο λόγος της Lamifer πρέπει να απορριφθεί διότι δεν επιβεβαιώνεται από τα πραγματικά περιστατικά, είναι ορθές. Επικουρικώς, θεωρώ ότι το σκέλος αυτό του τρίτου λόγου είναι επίσης προδήλως αβάσιμο.
Ζ - Casilina και Lamifer, τέταρτος λόγος αναιρέσεως: κατάχρηση εξουσίας από απόψεως άνισης μεταχειρίσεως
135. Η διατύπωση του τέταρτου λόγου της Casilina και της Lamifer μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να προκαλέσει σύγχυση. Αν ληφθεί κατά γράμμα, ο λόγος αυτός είναι προδήλως απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΚΑΧ, ως λόγοι αναιρέσεως επιτρέπεται να προβληθούν αναρμοδιότητα του ρωτοδικείου, πλημμέλειες κατά την ενώπιόν του διαδικασία που θίγουν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος και παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το ρωτοδικείο. Το ρωτοδικείο μπορεί να αποφανθεί επί προσφυγών με τις οποίες ζητείται λόγω «καταχρήσεως εξουσίας» η ακύρωση αποφάσεων της Επιτροπής κατά το άρθρο 33 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Ομοίως, αιτήσεις αναιρέσεως κατά αποφάσεως του ρωτοδικείου μπορούν επίσης να στηρίζονται σε έναν τέτοιο λόγο. Εντούτοις, δεν μπορεί να προσαφθεί στο ρωτοδικείο, αυτό καθαυτό, «κατάχρηση εξουσίας».
136. Μια πλέον λεπτομερής ανάλυση αυτού του λόγου αποδεικνύει εντούτοις ότι η πραγματική αιτίαση των αναιρεσειουσών αφορά το τμήμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο οποίο το ρωτοδικείο απέρριψε τους ισχυρισμούς με τους οποίους οι αναιρεσείουσες καταλόγιζαν στην Επιτροπή παράβαση της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Κατ' αυτές, το ρωτοδικείο, προβαίνοντας σε εσφαλμένο χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστάσεων τις οποίες εξέθεσαν οι αναιρεσείουσες πρωτοδίκως, παρέβη το κοινοτικό δίκαιο. Απ' αυτή την άποψη, ο εν προκειμένω λόγος μπορεί να θεωρηθεί παραδεκτός.
137. ρωτοδίκως, η Casilina και η Lamifer υποστήριξαν ότι η Επιτροπή έπρεπε να κάνει ως προς αυτές την ίδια εξαίρεση από τον όρο της κανονικής παραγωγής όπως και για τις δύο άλλες επιχειρήσεις, δηλαδή την OLS και την Diano. Η παραγωγή αυτών των επιχειρήσεων κατά την περίοδο αναφοράς ανήλθε σε 21 % της ΑΔ. Ως προς την OLS, η Επιτροπή παρατήρησε στο σημείο ΙΙΙ των αιτιολογικών σκέψεων της αποφάσεως 96/678 ότι η επιχείρηση αυτή κατά το πρώτο τρίμηνο του 1993 προέβη σε εργασίες ανακαινίσεων των ηλεκτρολογικών και ηλεκτρονικών τμημάτων του ελασματουργείου της για την παραγωγή ράβδων οπλισμού σκυροδέματος. Στη συνέχεια, επανέλαβε την παραγωγή της επί κανονικής βάσεως. Χωρίς την, για τεχνικούς λόγους, αναγκαία προσωρινή παύση, η παραγωγή θα έπρεπε να ανέλθει σε τουλάχιστον 28 % της ΑΔ της. Για τον λόγο αυτόν, η Επιτροπή έκρινε ότι ο OLS είχε κανονική παραγωγή κατά το χρονικό σημείο του κλεισίματός της.
138. Η Diano, έτσι πρέπει να ερμηνευθεί το μέρος ΙΙΙ των αιτιολογικών σκέψεων της αποφάσεως 97/258, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς αναγκάστηκε κατ' επανάληψη να διακόψει τη λειτουργία του ελασματουργείου της για λόγους συντηρήσεως. Αν δεν είχε υπάρξει αυτή η αντικειμενική τεχνική αναγκαιότητα για προσωρινή διακοπή της παραγωγής, τότε η Diano θα είχε επιτύχει όχι το 21 %, αλλά το 31 % της ΑΔ της. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεώρησε ότι η Diano κατά το χρονικό σημείο του κλεισίματός της είχε κανονική παραγωγή.
139. Ως προς την Casilina, η πραγματική παραγωγή κατά την περιοδο αναφοράς βρισκόταν στο 14,2 % της ΑΔ. Επικαλείται το γεγονός ότι επί επτά μήνες κατά το χρονικό αυτό διάστημα είχε παύσει τις δραστηριότητές της, διότι δεν υπήρχε η δυνατότητα διαθέσεως ράβδων ελάσεως σε τιμή ευλόγως ανάλογη του κόστους του τελικού προϊόντος. Η παραγωγή της Lamifer βρισκόταν κατά την περίοδο αναφοράς σε επίπεδο 15,2 % της ΑΔ της. Επικαλέστηκε τα, ανωτέρω εκτεθέντα, μέτρα των τοπικών αρχών, τα οποία την εμπόδιζαν να παράγει τη νύκτα.
140. Το ρωτοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό της Casilina και της Lamifer ότι με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις υπέστησαν δυσμενή διάκριση έναντι της OLS και της Diano με το ακόλουθο σκεπτικό:
- H Casilina και η Lamifer πέτυχαν κατά την περίοδο αναφοράς μόνο παραγωγή αντιστοίχως 14,2 και 15,2 % της ΑΔ τους (σκέψη 207)·
- σε συνάρτηση με το γεγονός ότι στο πλαίσιο της αυστηρής πειθαρχίας που επιβάλλει ο πέμπτος κώδικας ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα ο όρος της κανονικής παραγωγής σκοπεί στο να εξασφαλισθεί ότι οι ενισχύσεις για το κλείσιμο εγκαταστάσεων έχουν τη μέγιστη πρακτική αποτελεσματικότητα στην αγορά ενόψει μιας κατά το δυνατόν πραγματικής μειώσεως της παραγωγής σιδήρου και χάλυβα είναι απόλυτα δικαιολογημένος ο αποκλεισμός της Casilina και της Lamifer, των οποίων η παραγωγή βρισκόταν αντιστοίχως στο 10,8 και στο 9,8 % κάτω από το ελάχιστο όριο του 25 %, από το ευεργέτημα των ενισχύσεων (σκέψη 208)·
- κατά συνέπεια, η διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ των επιχειρήσεων OLS και Diano των οποίων η παραγωγή ήταν 4 % κάτω από το ελάχιστο όριο, αφενός, και των αναιρεσειουσών, αφετέρου, στηρίζεται σε πραγματικά κριτήρια αντικειμενικά και σύμφωνα προς τους στόχους που η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να επιδιώκει στα πλαίσια της πολιτικής της (σκέψη 209)·
- επί πλέον, η μη πλήρωση του κριτηρίου του 25 % από την OLS και την Diano δικαιολογείται στις προσβαλλόμενες αποφάσεις από τις αναγκαίες εργασίες συντηρήσεως (σκέψη 210)·
- κατά συνέπεια, οι λόγοι διακοπής της παραγωγής της OLS και της Diano έχουν αποδειχθεί δεόντως, απορρέουν από αντικειμενική αιτία, είναι περιορισμένοι χρονικά και δικαιολογούνται από την απαίτηση συνεχίσεως της παραγωγής και από τη βούληση παραμονής στην αγορά (σκέψη 212)·
- αντιθέτως, ο προβαλλόμενος λόγος διακοπής της παραγωγής της Lamifer δεν έχει δεόντως αποδειχθεί. Εξάλλου, ο λόγος που προέβαλε η Lamifer δεν δικαιολογείται από τη βούληση συνεχίσεως της παραγωγής ή τη βελτίωση της αποτελεσματικότητάς της (σκέψη 213)·
- ως προς την προβληθείσα από τη Lamifer δικαιολόγηση, το ρωτοδικείο αναφέρεται στη σκέψη 181 της αποφάσεώς του, όπου διαπιστώθηκε ότι ο προβαλλόμενος λόγος είναι πράγματι ανύπαρκτος (σκέψη 211, τελευταίο εδάφιο)·
- το ρωτοδικείο διαπιστώνει βάσει των ανωτέρω στοιχείων ότι η διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ της OLS και της Diano, αφενός, και της Casilina και Lamifer, αφετέρου, δικαιολογείται επομένως και αντικειμενικώς όσον αφορά τον λόγο της διακοπής της παραγωγής.
141. Η Casilina και η Lamifer υποστηρίζουν με τον υπό κρίση λόγο ότι στην περίπτωσή τους η δυσμενής συγκυρία αποτελούσε παρόμοιο αντικειμενικό κώλυμα για να επιτύχουν το απαιτούμενο όριο παραγωγής όπως ακριβώς και τα τεχνικής φύσεως εμπόδια για την OLS και την Diano. Χωρίς την αντίθετη αυτή συγκυρία θα είχαν εύκολα και οι δύο επιχειρήσεις υπερβεί το όριο του 25 % της ΑΔ. Η Lamifer επικαλείται και πάλι την έλλειψη δυνατότητας να παράγει τη νύχτα, πράγμα που επηρέασε δυσμενώς τη συνολική της παραγωγή.
Τέλος, η Lamifer τονίζει το παράλογο του γεγονότος ότι η Diano με πραγματική παραγωγή 16 807 τόνων το 1993 έλαβε ενίσχυση για το κλείσιμο εγκαταστάσεων, ενώ αυτή με πραγματική παραγωγή 23 542 τόνων κατά το ίδιο έτος αποκλείστηκε από την ενίσχυση.
142. Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καταδεικνύεται, κατά την άποψή μου, πειστικώς ότι η διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ, αφενός, της OLS και της Diano και, αφετέρου, της Casilina και της Lamifer στηρίζεται στην ύπαρξη αντικειμενικών διαφορών με σημαίνουσα βαρύτητα, οι οποίες συνδέονται με τους στόχους που όφειλε να επιδιώξει η Επιτροπή με τον πέμπτο κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα . Οι διαφορές αυτές συνίστανται στην πολύ μικρότερη απόκλιση από το λαμβανόμενο ως κριτήριο για την ενίσχυση για το κλείσιμο εγκαταστάσεων 25 % της ΑΔ όσον αφορά την OLS και την Diano (4 %) παρά όσον αφορά την Casilina και την Lamifer (αντιστοίχως 10,8 και 9,8 %) καθώς και στη φύση της δικαιολογήσεως αυτών των διαφορών. Στις δύο πρώτες περιπτώσεις, πρόκειται για αντικειμενικώς διαπιστούμενες αιτίες τεχνικής φύσεως, περιορισμένης χρονικής διάρκειας, που φανερώνουν τη θέληση συνεχίσεως της παραγωγής και παραμονής στην αγορά. Στις δύο άλλες περιπτώσεις, οι προβληθείσες δικαιολογίες είναι πράγματι ανακριβείς (η περίπτωση της φερόμενης παρεμποδίσεως της νυχτερινής παραγωγής σε εγκαταστάσεις της Lamifer) ή συνδέονται με την οικονομική αδυναμία συνεχίσεως της παραγωγής με δεδομένη τιμή αγοράς πρώτων υλών (η περίπτωση της Casilina).
143. Στην περίπτωση της Lamifer, το ρωτοδικείο ήταν σε θέση να θεωρήσει άνευ ετέρου ότι η προβληθείσα δικαιολογία για την μη επίτευξη του ορίου παραγωγής ήταν ανεπαρκής, διότι δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Στην περίπτωση της Casilina, η παρασχεθείσα δικαιολογία ήταν από τη φύση της ανεπαρκής. ράγματι, το γεγονός ότι σε δεδομένη κατάσταση της αγοράς μια επιχείρηση δεν μπορεί πλέον να παράγει, ενώ άλλες, παρόμοιες, επιχειρήσεις μπορούν κάλλιστα να το πράξουν αυτό, αποδεικνύει ότι υφίσταται εμπόδιο υποκειμενικής φύσεως το οποίο εξάλλου είναι αποκαλυπτικό της ελλείψεως δυνατότητας ανταγωνισμού της Casilina. Το ρωτοδικείο ευλόγως έκρινε επομένως ότι η προβληθείσα από την Casilina δικαιολογία ήταν ανεπαρκής και, επί πλέον, ουδόλως υποδήλωνε τη θέληση συνεχίσεως της παραγωγής και της παραμονής στην αγορά.
144. Το προβληθέν και από τις δύο αναιρεσείουσες επιχείρημα ότι η δυσμενής συγκυρία συνιστά έναντι αυτών εξίσου αντικειμενική δικαιολόγηση όπως η «ανάγκη τεχνικών επεμβάσεων» στις περιπτώσεις της OLS και της Diano είναι άνευ ετέρου εσφαλμένο. ράγματι, η δυσμενής συγκυρία αποτελούσε αντικειμενικό δεδομένο για όλες τις επιχειρήσεις που μπορούσαν να ληφθούν υπόψη για τη χορήγηση ενισχύσεων για το κλείσιμο εγκαταστάσεων. Εντούτοις, το γεγονός ότι αυτό αποτελούσε για τις αναιρεσείουσες, σε αντίθεση προς την πλειονότητα των άλλων ενδιαφερομένων για τη χορήγηση ενισχύσεων για το κλείσιμο εγκαταστάσεων, εμπόδιο προκειμένου να πληρούν το κριτήριο του ορίου της κανονικής παραγωγής αποδεικνύει υποκειμενική έλλειψη ανταγωνιστικότητας. Καθόσον ο πέμπτος κώδικας ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα προβλέπει στο μέρος ΙΙ των αιτιολογικών του σκέψεων ότι μόνο ανταγωνιστικές επιχειρήσεις μπορούν να ληφθούν υπόψη για τη χορήγηση ενισχύσεων για το κλείσιμο εγκαταστάσεων, το επιχείρημα των αναιρεσειουσών μάλλον επιβεβαιώνει παρά αποδυναμώνει την ορθότητα της κρίσεως του ρωτοδικείου.
145. Ούτε το προβαλλόμενο από την Lamifer επιχείρημα ότι η πραγματική της παραγωγή κατά το έτος αναφοράς ήταν μεγαλύτερη από αυτή της Diano μπορεί να γίνει δεκτό. Το κριτήριο του ορίου του 25 % της ΑΔ σκοπούσε στο να διασφαλισθεί ότι μόνο επιχειρήσεις που κατά την περίοδο αναφοράς διατηρούσαν με την παραγωγική τους ικανότητα κανονική παραγωγή μπορούσαν να ληφθούν υπόψη για τη χορήγηση ενισχύσεων για το κλείσιμο εγκαταστάσεων. Το γεγονός ότι η μικρότερη επιχείρηση Diano ανταποκρίθηκε καλύτερα προς το κριτήριο αυτό παρά η σημαντικά μεγαλύτερη επιχείρηση Lamifer είναι χαρακτηριστικό της διαφοράς δυνατότητας στη συνέχιση της παραγωγής υπό δύσκολες συνθήκες αγοράς. Συναφώς, η διαφορά σε απόλυτα μεγέθη της πραγματικής παραγωγής μεταξύ των δύο επιχειρήσεων δεν παρέχει καμία ένδειξη.
146. Επομένως, διαπιστώνω ομοίως ότι ο τέταρτος λόγος της Casilina και της Lamifer είναι αβάσιμος.
VIII - Δικαστικά έξοδα
147. Κατά το άρθρο 122 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη, αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Δεδομένου ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, οι αναιρεσείουσες πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα, εξυπακοουμένου ότι θα πρέπει να φέρουν εις ολόκληρον τα έξοδα της Επιτροπής.
IX - ρόταση
148. Βάσει των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο:
α) να απορρίψει τις αιτήσεις αναιρέσεως στο σύνολό τους·
β) να καταδικάσει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά τους έξοδα, καθώς και, εις ολόκληρον, στα έξοδα της Επιτροπής.
Full & Egal Universal Law Academy