Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Με την παρούσα προσφυγή λόγω παραβιάσεως της Συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη διάφορες υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία περί αναγνωρίσεως των διπλωμάτων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και, όσον αφορά ορισμένες εθνικές ρυθμίσεις που αφορούν τον τομέα αυτό, παραβίασε επίσης τις αρχές της ελευθερίας εγκαταστάσεως ή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
ΙΙ - Το νομικό πλαίσιο
A - Η οδηγία 85/384/ΕΟΚ
2. Η οδηγία 85/384 ρυθμίζει την αμοιβαία αναγνώριση των τίτλων στον τομέα της αρχιτεκτονικής στο πλαίσιο της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Για το σκοπό αυτό θεσπίζει ελάχιστες απαιτήσεις για την εκπαίδευση των αρχιτεκτόνων. έραν αυτού, καθορίζει ορισμένους περαιτέρω τίτλους, που πρέπει να αναγνωρίζουν τα κράτη μέλη. Τέλος, η οδηγία 85/384 περιέχει ορισμένες ρυθμίσεις, που στοχεύουν στη διευκόλυνση της πραγματικής άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 1, η οδηγία 85/384 έπρεπε να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο εντός δύο ετών από την κοινοποίηση της, δηλαδή το αργότερο στις 5 Αυγούστου 1987. Όσον αφορά το άρθρο 22, που περιέχει διατάξεις σχετικές με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, η προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο ορίστηκε σε τρία έτη.
3. Οι κρίσιμες διατάξεις εκτίθενται λεπτομερώς στο πλαίσιο των επιμέρους αιτιάσεων.
B - Οι διατάξεις του ιταλικού δικαίου
4. Η Ιταλική Δημοκρατία μετέφερε εν μέρει την οδηγία 85/384 στο εσωτερικό δίκαιο το πρώτον μετά τη διαπίστωση παραβιάσεως της Συνθήκης με την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1991 στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας , με το προεδρικό διάταγμα 129 της 27ης Ιανουαρίου 1992 (στο εξής: διάταγμα 129/92). Το άρθρο 12 του διατάγματος προέβλεπε τη λήψη περαιτέρω μέτρων για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο εντός χρονικού διαστήματος έξι μηνών. Τα μέτρα αυτά ελήφθησαν στις 10 Ιουνίου 1994 με την υπ' αριθ. 776 απόφαση του Υπουργείου ανεπιστημίων, Επιστημονικής και Τεχνολογικής Έρευνας (στο εξής: απόφαση 776/94).
5. Οι επιμέρους διατάξεις των πιο πάνω διατάγματος και αποφάσεως εκτίθενται, στο μέτρο που είναι απαραίτητο προς το σκοπό γενικής επισκοπήσεως, στο πλαίσιο των επιμέρους αιτιάσεων της προσφυγής.
ΙΙΙ - Η διαδικασία και τα αιτήματα
6. Στις 24 Σεπτεμβρίου 1996, Η Επιτροπή επισήμανε με έγγραφο οχλήσεως στην Ιταλική Κυβέρνηση ότι η οδηγία 85/384 μεταφέρθηκε, κατά την άποψή της, στο εσωτερικό δίκαιο εν μέρει εσφαλμένα ή ελλιπώς και της έθεσε προθεσμία δύο μηνών για να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της. Η Ιταλική Kυβέρνηση δεν απάντησε σ' αυτό το έγγραφο οχλήσεως. Με την αιτιολογημένη γνώμη της 23ης Μαρτίου 1998, η Επιτροπή απαίτησε από την Ιταλία να θέσει τέλος στις υφιστάμενες, κατά την άποψή της, παραβιάσεις εντός προθεσμίας δύο μηνών. Η προθεσμία αυτή παρήλθε άπρακτη στις 23 Μα_ου 1998.
7. Με προσφυγή που ασκήθηκε στις 9 Αυγούστου 1999, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί:
Ι. να διαπιστωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία,
1) παραλείποντας να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη μεταφορά του άρθρου 4, παράγραφος 1, εδάφιο 2, του άρθρου 4, παράγραφος 2 καθώς και των άρθρων 7, 11 και 14 της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ στο εσωτερικό δίκαιο,
2) θεσπίζοντας
- το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο a, του νομοθετικού διατάγματος 129 της 27ης Ιανουαρίου 1992 και το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο a, της αποφάσεως 776 του Υπουργείου ανεπιστημίων, Επιστημονικής και Τεχνολογικής Έρευνας της 10ης Ιουνίου 1994, που απαιτούν γενικώς την προσκομιδή του διπλώματος σε πρωτότυπο ή επικυρωμένη φωτοτυπία,
- το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο c, του διατάγματος 129/92 και το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο c, της αποφάσεως 776/94, που γενικώς απαιτούν πιστοποιητικό ιθαγένειας,
- το άρθρο 4, παράγραφος 3, του διατάγματος 129/92 και το άρθρο 10 της αποφάσεως 776/94, που απαιτούν σε κάθε περίπτωση την επίσημη μετάφραση των εγγράφων,
- το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχεία c και d, του διατάγματος 129/92, που επεκτείνει την ισχύ των πιστοποιητικών πέραν της 5ης Αυγούστου 1987,
3) απαγορεύοντας στους αρχιτέκτονες, που παρέχουν υπηρεσίες στην Ιταλία, να διατηρούν εκεί εγκατάσταση (άρθρο 9, παράγραφος 1, του διατάγματος 129/92),
4) υποχρεώνοντας τους παρέχοντες υπηρεσίες αρχιτέκτονες να εγγράφονται στο τοπικά αρμόδιο περιφερειακό αρχιτεκτονικό επιμελητήριο (άρθρο 9, παράγραφος 3, του διατάγματος 129/92 και άρθρα 7 και 8 της αποφάσεως 776/94), στο μέτρο που η υποχρέωση αυτή παρεκκλίνει από το άρθρο 22 της οδηγίας, και
5) εφαρμόζοντας το άρθρο 4, παράγραφοι 6 έως 8, του διατάγματος 129/92 με τρόπο που αντιβαίνει στο άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 12, 20, 22, 27 και 31 της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985, για την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και τη θέσπιση μέτρων για τη διευκόλυνση της πραγματικής άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, όπως τροποποιήθηκε, και, όσον αφορά το σημείο 3 ανωτέρω, από το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 49 ΕΚ)·
ΙΙ. να καταδικαστεί η Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
8. Η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί να απορριφθεί η προσφυγή.
IV - Εκτίμηση
9. Κατ' αρχάς πρέπει να επισημανθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία σε γραπτή απάντηση που έδωσε σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου και κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας επικαλέστηκε νεότερες διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας, οι οποίες, όπως ισχυρίστηκε, θέτουν τους αρχιτέκτονες που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη σε καλύτερη θέση απ' ό,τι οι εξεταζόμενες εδώ ιταλικές διατάξεις. Ακόμη και αν αυτό ευσταθούσε, δεν θα ήταν κρίσιμο για την προκείμενη διαφορά. Οι διατάξεις αυτές θεσπίστηκαν μετά την άσκηση της προσφυγής και μετά την πάροδο της προθεσμίας που τέθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη. Δεδομένου ότι κρίσιμη για τη διαφορά που αποτελεί το αντικείμενο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως είναι μόνον η πραγματική και νομική κατάσταση κατά το χρονικό σημείο εκπνοής της προθεσμίας αυτής , τα νεότερα αυτά μέτρα δεν επηρεάζουν την έκβαση της παρούσας διαδικασίας.
A - Επί της αιτιάσεως περί μη μεταφοράς των άρθρων 4, παράγραφοι 1 και 2, 11 και 14 της οδηγίας 85/384 στο εσωτερικό δίκαιο
10. Η Επιτροπή προβάλλει κατ' αρχάς την αιτίαση ότι ορισμένες διατάξεις δεν μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο.
11. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 85/384 απαριθμεί, στο δεύτερο εδάφιο, που διαφέρει εν προκειμένω, την αναγνώριση τίτλων που αποκτήθηκαν σε γερμανικές «Fachhochschulen». To άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 85/384 προβλέπει υπό ποιες προϋποθέσεις πρέπει να αναγνωρίζεται η εκπαίδευση στο πλαίσιο της κοινωνικής αναβάθμισης ή των προγραμμάτων πανεπιστημιακών σπουδών με μερική απασχόληση.
12. Το άρθρο 11 εντάσσεται στο κεφάλαιο ΙΙΙ της οδηγίας 85/384, που περιέχει μεταβατικές διατάξεις για την προστασία κεκτημένων δικαιωμάτων. Το άρθρο αυτό περιέχει έναν κατάλογο τίτλων από διάφορα κράτη μέλη, οι οποίοι, σύμφωνα με το άρθρο 10, οδηγούν σε αυτόματη αναγνώριση, ανεξάρτητα από τις απαιτήσεις του άρθρου 3, εφόσον ο ενδιαφερόμενος ήταν ήδη κάτοχος των τίτλων αυτών κατά την ημερομηνία κοινοποίησης της οδηγίας 85/384 ή είχε αρχίσει σπουδές που οδηγούν σ' αυτούς τους τίτλους το αργότερο κατά το τρίτο ακαδημαϊκό έτος μετά την κοινοποίηση της οδηγίας. Το αρχικό κείμενο του άρθρου 11 της οδηγίας 85/384 συμπληρώθηκε μετά την προσχώρηση της Ισπανίας και της ορτογαλίας. Στις 2 Απριλίου 1986 δημοσιεύθηκε ένα διορθωτικό , που αφορούσε ένα νέο τίτλο. Η Επιτροπή προβάλλει την αιτίαση ότι το διορθωτικό αυτό δεν ελήφθη υπόψη κατά τη μεταφορά της οδηγίας 85/384 στο εσωτερικό δίκαιο.
13. Το άρθρο 14 της οδηγίας 85/384 περιέχει διατάξεις για την αναγνώριση τίτλων που χορηγήθηκαν από την πρώην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Οι διατάξεις αυτές δεν μεταφέρθηκαν στο ιταλικό δίκαιο.
Ισχυρισμοί των διαδίκων
14. Η Ιταλική Δημοκρατία επικαλείται ότι οι διατάξεις της οδηγίας τυγχάνουν αμέσου εφαρμογής, διότι είναι επαρκώς σαφείς, ορισμένες και μη εξαρτώμενες από όρους. Το άμεσο αποτέλεσμα αποκλείει την ύπαρξη παραβιάσεως της Συνθήκης. Επί μεταγενεστέρων τροποποιήσεων έλαβαν χώρα οι απαραίτητες συμπληρώσεις. Το άμεσο αποτέλεσμα δεν δημιουργεί πρόβλημα ασφαλείας δικαίου, δεδομένου ότι η ιταλική νομοθεσία δεν περιέχει διατάξεις που δεν συμβιβάζονται με την οδηγία.
15. εραιτέρω, η Ιταλική Δημοκρατία διακρίνει μεταξύ της τυπικής υποχρεώσεως μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο και της υποχρεώσεως επιτεύξεως των σκοπών της οδηγίας. Η πρώτη υποχρέωση δεν εκπληρώνεται με την επίκληση της άμεσης εφαρμογής των διατάξεων, αλλά μόνο με τη θέσπιση νομοθετικών διατάξεων. Αυτό έγινε με την έκδοση του διατάγματος 129/92 και της αποφάσεως 776/94. Δεν απομένει παρά να εξετασθεί κατά πόσον η Ιταλία πέτυχε τους σκοπούς της οδηγίας. Κατά την εξέταση αυτή μπορούν να ληφθούν υπόψη οι άμεσα εφαρμοστέες διατάξεις της οδηγίας. ρωτίστως, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η Ιταλία δεν πέτυχε τους σκοπούς των διατάξεων της οδηγίας.
16. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άμεσο αποτέλεσμα μιας οδηγίας δεν μπορεί να αντικαταστήσει την άμεση μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να διασφαλίζουν πλήρως και επακριβώς την εφαρμογή των διατάξεων των οδηγιών .
17. Το άμεσο αποτέλεσμα αποτελεί απλώς μια ελάχιστη εξασφάλιση για τον ιδιώτη. Αυτή η ελάχιστη εξασφάλιση, που επιβάλλεται στα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 189, παράγραφος 3, της Συνθήκης EK (νυν άρθρο 249, παράγραφος 3, ΕΚ), δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μη έγκαιρη λήψη, εκ μέρους του κράτους μέλους, των απαραίτητων μέτρων εφαρμογής για την επίτευξη του σκοπού της εκάστοτε οδηγίας .
18. Τέλος δεν αποτελεί δικαιολογία η απλή υπόσχεση μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
Η γνώμη μου επί του ζητήματος αυτού
19. Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 10, παράγραφος 1, ΕΚ) σε συνδυασμό με το άρθρο 189, παράγραφος 3, της Συνθήκης, τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να μεταφέρουν πλήρως και επακριβώς τις οδηγίες στο εσωτερικό τους δίκαιο . Η Ιταλική Δημοκρατία μετέφερε βέβαια την οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο με ένα διάταγμα και μια υπουργική απόφαση, δεν εξέδωσε όμως διατάξεις όσον αφορά τα άρθρα 4, παράγραφοι 1 και 2, και 14 της οδηγίας 85/384. Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο ότι η Ιταλική Δημοκρατία αναφέρει μεν ρητώς, σ' ένα παράρτημα του διατάγματος 129/92, όλους τους λοιπούς τίτλους του άρθρου 11 της οδηγίας 85/384 και όσον αφορά την ορτογαλία και την Ισπανία, δεν έλαβε όμως υπόψη το προαναφερθέν διορθωτικό. Η μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν ήταν, συνεπώς, πλήρης.
20. Κατά πάγια νομολογία, αποκλείεται ένα κράτος μέλος να επικαλεστεί την άμεση ισχύ των οδηγιών για να αμυνθεί κατά της αιτιάσεως περί μη πλήρους μεταφοράς μιας οδηγίας στο εσωτερικό του δίκαιο .
21. Η νομολογία αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι μόνον η πλήρης μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο επιτυγχάνει σαφήνεια και ασφάλεια δικαίου για τους πολίτες. Για όσο χρόνο μια οδηγία δεν έχει μεταφερθεί ορθώς στο εθνικό δίκαιο, οι πολίτες δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν πλήρως τα δικαιώματά τους. Έστω και αν το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι μία από τις διατάξεις της οδηγίας είναι αρκούντως ακριβής και απαλλαγμένη αιρέσεων ώστε να μπορεί να προβάλλεται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, αυτό, τουλάχιστον για όποιον δεν έχει νομική παιδεία, δεν συνεπάγεται ασφαλή γνώση των δικαιωμάτων του .
22. Αντίθετα, η Ιταλική Δημοκρατία δεν μπορεί να απαλλαγεί ούτε από το γεγονός ότι στην πράξη οι σκοποί των επιδίκων διατάξεων έχουν πραγματοποιηθεί. Κατά πάγια νομολογία, μια απλή διοικητική πρακτική δεν αρκεί για να εξασφαλίσει τη μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο . Η νομολογία αυτή εξηγείται από την άποψη της σαφήνειας και της ασφάλειας δικαίου. Μια τέτοια πρακτική ευνοεί μόνον τους πολίτες της Ενώσεως που ζητούν την αναγνώρισή τους ως αρχιτεκτόνων στην Ιταλία, παρόλον ότι η αναγνώριση των τίτλων τους δεν έχει ρυθμιστεί επαρκώς στο ιταλικό δίκαιο. Εκείνοι που λόγω της ελλείψεως της ρυθμίσεως θεωρούν ότι δεν έχουν ελπίδες να επιτύχουν την αναγνώριση ή λαμβάνουν, στη βάση αυτή, εσφαλμένες πληροφορίες σχετικά με τις πράγματι υφιστάμενες δυνατότητες και συνεπώς δεν επιδιώκουν καν την αναγνώρισή τους, δεν λαμβάνονται υπόψη. Αυτή όμως ακριβώς η ομάδα προσώπων πρέπει να προστατευθεί με την υποχρέωση για πλήρη μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
23. Το ενδεχομένως υφιστάμενο άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων της οδηγίας δεν μπορεί, συνεπώς, να δικαιολογήσει την έλλειψη μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
24. Όσον αφορά το διορθωτικό του καταλόγου των τίτλων σχετικά με έναν πορτογαλικό τίτλο, η ιταλική ρύθμιση είναι μάλιστα ιδιαίτερα ικανή να δημιουργήσει ασάφεια στους δικαιούχους σχετικά με τα δικαιώματά τους, δεδομένου ότι, λόγω της κατά τα λοιπά πληρότητας του καταλόγου, δεν οδηγείται κανείς στη σκέψη ότι μπορεί να πρόκειται για σφάλμα κατά τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Η Ιταλική Δημοκρατία μπορούσε και όφειλε να λάβει υπόψη το διορθωτικό κατά τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, δεδομένου ότι η μεταφορά αυτή έλαβε χώρα πολλά έτη μετά το διορθωτικό.
25. Κατά συνέπεια, οι αιτιάσεις αυτές είναι βάσιμες.
B - Επί της αιτιάσεως περί μη μεταφοράς του άρθρου 7 της οδηγίας 85/384 στο εσωτερικό δίκαιο
26. Το άρθρο 7 της οδηγίας 85/384 έχει ως εξής:
«1. Κάθε κράτος μέλος γνωστοποιεί, το ταχύτερο δυνατόν, ταυτόχρονα στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή, τον πίνακα των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων εκπαίδευσης που χορηγούνται στην επικράτειά του και πληρούν τα κριτήρια των άρθρων 3 και 4, καθώς, επίσης, και τον πίνακα των ιδρυμάτων ή αρχών που τα χορηγούν.
Η πρώτη γνωστοποίηση γίνεται στους 12 μήνες που ακολουθούν την κοινοποίηση της παρούσας οδηγίας.
Κάθε κράτος μέλος γνωστοποιεί με τον ίδιο τρόπο τις αλλαγές που γίνονται, όσον αφορά τα πτυχία, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους εκπαίδευσης που χορηγούνται στην επικράτειά του και, κυρίως, όσα δεν ανταποκρίνονται πλέον στις απαιτήσεις των άρθρων 3 και 4.
2. Οι πίνακες και οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις τους δημοσιεύονται από την Επιτροπή για ενημέρωση των ενδιαφερομένων στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατά τη λήξη προθεσμίας τριών μηνών από τη γνωστοποίησή τους. άντως, η δημοσίευση πτυχίου, πιστοποιητικού ή άλλου τίτλου αναβάλλεται, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 8. Ενημερωμένοι οριστικοί πίνακες δημοσιεύονται περιοδικά από την Επιτροπή.»
27. Η Ιταλική Δημοκρατία δεν ανέφερε, ούτε στα υπομνήματά της ούτε κατά την προφορική διαδικασία, διατάξεις που να παραπέμπουν ρητά και αναμφισβήτητα στη ρύθμιση αυτή ή στους εκεί αναφερόμενους πίνακες και γνωστοποιήσεις.
Ισχυρισμοί των διαδίκων
28. Οι δύο διάδικοι παραπέμπουν εν μέρει στους ισχυρισμούς τους που αναφέρθηκαν πιο πάνω υπό A.
29. Η Επιτροπή κατηγορεί την Ιταλική Δημοκρατία ιδίως διότι μετέφερε μόνον εν μέρει το άρθρο 7 της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Μόνον τα αναφερόμενα στο άρθρο 11 της οδηγίας πτυχία αναφέρονται στο παράρτημα του διατάγματος 129/92. Ελλείπει οποιαδήποτε αναφορά στις γνωστοποιήσεις της Επιτροπής που περιέχουν τους προς αναγνώριση τίτλους. εραιτέρω, δεν επισημάνθηκε ότι τα αναφερόμενα στις γνωστοποιήσεις αυτές πτυχία αποτελούν αντικείμενο αυτόματης αναγνώρισης.
30. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται δυσχέρειες της εσωτερικής έννομης τάξης τους προκειμένου να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο . Η Ιταλική Δημοκρατία όφειλε να διατηρεί, με υπουργικές αποφάσεις, ενημερωμένο έναν τέτοιο πίνακα.
31. Ούτε η επίκληση της εφαρμογής των γνωστοποιήσεων της Επιτροπής απαλλάσσει την Ιταλική Δημοκρατία. Η μη τήρηση υποχρεώσεως η οποία επιβάλλεται από κανόνα του κοινοτικού δικαίου συνιστά αφεαυτής παραβίαση της Συνθήκης, η δε παρατήρηση ότι η μη τήρηση της υποχρεώσεως δεν είχε αρνητικές συνέπειες δεν ασκεί επιρροή .
32. Κατά την άποψη της Ιταλικής Δημοκρατίας, δεν χρειάζεται ρητή απαρίθμηση στο εθνικό δίκαιο των τίτλων που αναγνωρίζονται αυτομάτως. Είναι αρκετό να εφαρμόζονται στην πράξη οι εκάστοτε γνωστοποιήσεις της Επιτροπής. Λόγω του μεγάλου αριθμού των γνωστοποιήσεων σχετικά με την αναγνώριση τίτλων σπουδών, είναι πολύ δύσκολο να διατηρείται συνεχώς ενημερωμένος ένας τέτοιος κατάλογος και να αποφεύγονται οι παρεξηγήσεις εις βάρος των ενδιαφερομένων.
Η γνώμη μου επί του ζητήματος αυτού
33. Η Επιτροπή, όπως προκύπτει, προβάλλει ιδίως την αιτίαση ότι η ιταλική νομοθεσία δεν περιέχει ούτε πίνακα των προς αναγνώριση τίτλων, ούτε ρητή παραπομπή στους αντίστοιχους πίνακες που δημοσιεύει η Επιτροπή στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
34. ρέπει κατ' αρχάς να επισημανθεί ότι το άρθρο 7 της οδηγίας δεν αναφέρει ρητώς την υποχρέωση αυτόματης μνείας των πτυχίων που αναφέρονται στις εκάστοτε γνωστοποιήσεις και τους πίνακες της Επιτροπής σ' έναν εθνικό πίνακα των προς αναγνώριση πτυχίων ή την υποχρέωση παραπομπής στις γνωστοποιήσεις αυτές. Ούτε από τις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας προκύπτει μια τέτοια υποχρέωση.
35. Μια τέτοια υποχρέωση θα μπορούσε όμως να προκύπτει από τον συνδυασμό της ρυθμίσεως του άρθρου 7 με άλλες διατάξεις της οδηγίας 85/384. Το άρθρο 2 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τους τίτλους που αποκτήθηκαν μετά από εκπαίδευση πληρούσα τις απαιτήσεις του άρθρου 3. Το άρθρο 7 όμως ορίζει ποιος κρίνει ποια εκπαίδευση πληροί τις απαιτήσεις αυτές. Στην ουσία, τη σχετική απόφαση λαμβάνει το κράτος μέλος στην επικράτεια του οποίου χορηγείται ο αντίστοιχος τίτλος εκπαίδευσης. Το εν λόγω κράτος μέλος γνωστοποιεί στη συνέχεια τους αντίστοιχους τίτλους στην Επιτροπή, η οποία τους δημοσιεύει κατά κανόνα στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Τέλος, τα άρθρα 8 και 9 ρυθμίζουν τη διαδικασία με την οποία επιλύονται διαφωνίες σχετικά με την ποιότητα των τίτλων εκπαίδευσης.
36. Οι γνωστοποιήσεις που δημοσιεύονται από την Επιτροπή στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι συνεπώς κεφαλαιώδους σημασίας για την πρακτική αποτελεσματικότητα της αμοιβαίας αναγνώρισης τίτλων εκπαίδευσης στον τομέα της αρχιτεκτονικής. Οι τίτλοι εκπαίδευσης που αναφέρονται στις γνωστοποιήσεις αυτές οδηγούν σε αυτόματη αναγνώριση. Η πλήρης και ακριβής μεταφορά της διαδικασίας αναγνώρισης της οδηγίας 85/384, όπως προβλέπεται στα άρθρα 2, 3, 7, 8 και 9, στο εσωτερικό δίκαιο απαιτεί συνεπώς είτε την επανάληψη του πίνακα όλων των προς αναγνώριση τίτλων είτε τουλάχιστον τη ρητή αναφορά στις γνωστοποιήσεις της Επιτροπής. Η μεγαλύτερη πρακτική αποτελεσματικότητα θα μπορούσε να επιτευχθεί αν το εθνικό δίκαιο παρέπεμπε ρητά στις γνωστοποιήσεις της Επιτροπής, συγχρόνως όμως απαριθμούσε - ενδεικτικώς - όλους τους προς αναγνώριση τίτλους.
37. Αντίθετα, η ιταλική νομοθεσία δεν περιέχει επαρκείς διατάξεις σχετικά με το ποιοι τίτλοι πρέπει να αναγνωρίζονται. Οι υπάρχοντες πίνακες αφορούν μόνον τους κατά μεταβατικό τρόπο προς αναγνώριση τίτλους (άρθρο 11 της οδηγίας 85/384, βλ. πιο πάνω). Το άρθρο 2 του διατάγματος 129/92 φαίνεται να προβλέπει ότι αναγνωρίζονται τίτλοι που πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 3 της οδηγίας 85/384. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο a, του διατάγματος 129/92 επιτρέπει την εγκατάσταση όταν ο ενδιαφερόμενος είναι κάτοχος αναγνωρισμένου τίτλου, το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο a, περιέχει αντίστοιχη διάταξη για την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Η κεντρική ρύθμιση όμως, σχετικά με το ποιοι τίτλοι αναγνωρίζονται αυτομάτως, δεν περιέχεται στην ιταλική νομοθεσία. Μπορεί βέβαια στην πράξη να εφαρμόζονται οι γνωστοποιήσεις της Επιτροπής, ο κάτοχος όμως ενός τέτοιου τίτλου δεν μπορεί να αντλήσει την αξίωσή του για αυτόματη αναγνώριση ούτε άμεσα ούτε έμμεσα από την ιταλική νομοθεσία. Σε καμία περίπτωση δεν αρκεί το γεγονός ότι οι προς αναγνώριση τίτλοι προκύπτουν από τις δημοσιεύσεις στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η δημοσίευση αυτή, χωρίς αντίστοιχη υποχρέωση στην ιταλική νομοθεσία, δεν εξασφαλίζει στον ιδιώτη ότι οι ιταλικές αρχές την εφαρμόζουν.
38. Κατά συνέπεια, η Ιταλική Δημοκρατία δεν μετέφερε με πληρότητα και ακρίβεια στο εσωτερικό της δίκαιο τη διαδικασία της αμοιβαίας αναγνώρισης των τίτλων εκπαίδευσης, όπως αυτή προβλέπεται στα άρθρα 2, 3, 7, 8 και 9 της οδηγίας 85/384. Επομένως, η αιτίαση αυτή της Επιτροπής είναι επίσης βάσιμη.
Γ- Επί της απαιτήσεως να προσκομίζονται οι τίτλοι σε πρωτότυπο ή σε επικυρωμένη φωτοτυπία
39. Το άρθρο 27 της οδηγίας 85/384 προβλέπει ότι το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί, σε περίπτωση δικαιολογημένων αμφιβολιών σχετικά με τη γνησιότητα ενός τίτλου, να απαιτήσει από το κράτος μέλος προελεύσεως βεβαίωση της γνησιότητας. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο a, του διατάγματος 129/92 προβλέπει, αντίθετα, ότι στην αίτηση για αναγνώριση ενός τίτλου πρέπει να επισυνάπτεται ο τίτλος αυτός στο πρωτότυπο ή σε επικυρωμένη φωτοτυπία.
Ισχυρισμοί των διαδίκων
40. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο a, του διατάγματος 129/92 επιτρέπονται μόνο σε περίπτωση αμφιβολιών σχετικά με τη γνησιότητα του τίτλου. Η διάταξη προσκρούει στο άρθρο 27 της οδηγίας 85/384, διότι θέτει γενικά μία πρόσθετη προϋπόθεση η οποία, σε σχέση με την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης εγκατάστασης, δεν είναι ούτε εύλογη ούτε δικαιολογημένη.
41. Η περιεχόμενη στην ιταλική νομοθεσία υπόνοια καταχρήσεως δικαιώματος αποτελεί εμπόδιο για την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και ελεύθερης εγκαταστάσεως, πράγμα που είναι αντίθετο προς τη φιλοσοφία της οδηγίας. Από την απόφαση Centros προκύπτει ότι η κρίση κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον υφίσταται απατηλή συμπεριφορά πρέπει να γίνεται κατά περίπτωση.
42. Η υποχρέωση προσκόμισης του πρωτοτύπου πτυχίου ή επικυρωμένης φωτοτυπίας θα προκαλούσε ακόμη πρόσθετα έξοδα. Θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο κίνδυνος απώλειας του πτυχίου και η πιθανότητα καθυστέρησης της διαδικασίας.
43. Ο σκοπός της υποχρεώσεως αυτής - ο έλεγχος των ικανοτήτων που αποκτήθηκαν - μπορεί να επιτευχθεί και με τη βοήθεια απλής βεβαιώσεως ή φωτοτυπίας. Η ιταλική νομοθεσία υπερβαίνει, συνεπώς, το μέτρο που είναι απαραίτητο για την επίτευξη ενός πιθανού σκοπού δημοσίου συμφέροντος.
44. Το άρθρο 27 της οδηγίας δεν μπορεί να δικαιολογήσει αυτή την απαίτηση, άλλα είναι αντίθετο προς αυτή. Η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται στενά και προβλέπει τον έλεγχο της γνησιότητας των τίτλων μόνο στην περίπτωση που υπάρχει υπόνοια απατηλής συμπεριφοράς. Από αυτό συνάγεται, κατ' αντιδιαστολή, ότι αν δεν υπάρχουν δικαιολογημένες αμφιβολίες δεν χρειάζεται να αποδειχθεί η γνησιότητα των τίτλων.
45. Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι δεν εμποδίζεται η άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών. Η ιταλική ρύθμιση δεν αποτελεί σύμπτωμα γενικής δυσπιστίας, αλλά εγγύηση για την ορθή εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων και για την ασφάλεια δικαίου.
46. Το άρθρο 27 της οδηγίας 85/384 δεν ρυθμίζει το ζήτημα αυτό, αλλά αφορά μόνον τη βεβαίωση της γνησιότητας απαιτώντας τη βεβαίωση από το κράτος προελεύσεως του αρχιτέκτονα.
47. Τα εμπόδια που ανακύπτουν, κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν είναι, κατά την άποψη της Ιταλικής Δημοκρατίας, υπέρμετρα και δυσανάλογα.
Η γνώμη μου επί του ζητήματος αυτού
48. Η οδηγία δεν ρυθμίζει ρητά το ζήτημα του κατά πόσον τα κράτη μέλη μπορούν, κατά τη διαδικασία αναγνωρίσεως των τίτλων, να απαιτήσουν να προσκομίζονται οι τίτλοι σε πρωτότυπο ή σε επικυρωμένη φωτοτυπία. Αν πάντως το άρθρο 27 της οδηγίας 85/384 έχει την έννοια ότι ρυθμίζει τη μόνη διαδικασία ελέγχου της γνησιότητας ενός τίτλου, τότε το άρθρο αυτό θα ήταν αντίθετο προς την πιο πάνω απαίτηση.
49. Σύμφωνα με το γράμμα του, το άρθρο 27 της οδηγίας 85/384 ρυθμίζει μόνον την ειδική περίπτωση στην οποία, λόγω δικαιολογημένων αμφιβολιών, το κράτος μέλος υποδοχής απαιτεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους προελεύσεως τη βεβαίωση της γνησιότητας ενός τίτλου. Στην περίπτωση αυτή, οι αρχές του κράτους προελεύσεως πρέπει να συνεργαστούν με τις αρχές του κράτους υποδοχής και ενδεχομένως να εκδώσουν βεβαίωση της γνησιότητας.
50. Η ρυθμιζόμενη στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο a, του διατάγματος 129/92 περίπτωση, ότι δηλαδή ο αιτών πρέπει να επισυνάψει κατά την υποβολή της αιτήσεως το πρωτότυπο πτυχίο ή επικυρωμένη φωτοτυπία του, δεν αποτελεί, αντίθετα, αντικείμενο του άρθρου 27 της οδηγίας 85/384, σύμφωνα με το γράμμα του τελευταίου αυτού άρθρου.
51. Η συστηματική θέση του άρθρου 27 στις τελικές διατάξεις της οδηγίας 85/384 δεν αποτελεί ένδειξη για το αν πρόκειται για γενική απαγόρευση να απαιτείται, εκτός από την περίπτωση των δικαιολογημένων αμφιβολιών, από πιθανούς αιτούντες το πρωτότυπο πτυχίο ή επικυρωμένη φωτοτυπία. Σύμφωνα με τη θέση αυτή, φαίνεται να πρόκειται για μια εφαρμοζόμενη σε όλα τα άλλα κεφάλαια - κατά κάποιον τρόπο γενική - διάταξη. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται ότι το πεδίο εφαρμογής της εκτείνεται πέρα από το γράμμα της.
52. Ούτε το ιστορικό της θεσπίσεως ούτε ο σκοπός και η έννοια της διατάξεως περιέχουν ενδείξεις ότι είναι αντίθετα προς μονομερή κρατικά μέτρα για την εξασφάλιση της γνησιότητας των προς αναγνώριση τίτλων.
53. Αν ληφθεί υπόψη ο σκοπός της οδηγίας 85/384, δηλαδή η διευκόλυνση της ασκήσεως του δικαιώματος ελεύθερης εγκατάστασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, καθίσταται προφανές ότι δεν μπορούν καταρχήν να αποκλεισθούν άλλες μέθοδοι αποδείξεως της γνησιότητας. Αν κάποιος αιτών υπέβαλε μόνο φωτοτυπία και οι ιταλικές αρχές είχαν δικαιολογημένες αμφιβολίες ότι ο αιτών διαθέτει πράγματι τον αντίστοιχο τίτλο, δεν θα ήταν προφανώς απαραίτητο να αποταθούν, δαπανώντας πολύ χρόνο, στις αρχές του κράτους προελεύσεως. Αντίθετα, θα ήταν επιβεβλημένο να ζητήσουν κατ' αρχάς από τον αιτούντα να υποβάλει το πρωτότυπο.
54. Από αυτό συνάγεται ότι το άρθρο 27 της οδηγίας 85/384 δεν ρυθμίζει, σε κάθε περίπτωση, τη μοναδική μέθοδο ελέγχου των τίτλων εκπαίδευσης. Αυτή η διάταξη της οδηγίας δεν μπορεί, συνεπώς, να είναι αντίθετη προς το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο a, του διατάγματος 129/92.
55. Εντούτοις το μη σύννομο απαράδεκτο της ρυθμίσεως αυτής θα μπορούσε να προκύπτει άμεσα από τις θεμελιώδεις ελευθερίες. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για έμμεση διάκριση, δεδομένου ότι εκείνοι που επιδιώκουν την αναγνώριση τίτλων εκπαίδευσης από άλλα κράτη μέλη είναι κατά κύριο λόγο μη Ιταλοί. Κατά συνέπεια, υφίσταται τουλάχιστον ενδεχόμενη προσβολή της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και της ελευθερίας εγκαταστάσεως. ρέπει συνεπώς να εξεταστεί κατά πόσον η απαίτηση να προσκομίζονται πρωτότυπα ή επικυρωμένες φωτοτυπίες δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος.
56. Το δημόσιο συμφέρον συνίσταται εν προκειμένω στην απόδειξη του υποστατού του επικαλούμενου τίτλου. ρόκειται δηλαδή για ένα αναγνωριζόμενο και από την οδηγία 85/384 συμφέρον, να ασκείται η δραστηριότητα του αρχιτέκτονα μόνον από εκείνους που μπορούν να αποδείξουν την απόκτηση συγκεκριμένων προσόντων με αναγνωρισμένους τίτλους. Η αναγνώριση μη γνήσιων τίτλων θα έθιγε το δημόσιο αυτό συμφέρον.
57. Οι φωτοτυπίες είναι μόνον σε περιορισμένο βαθμό κατάλληλες να αποδείξουν την ύπαρξη πρωτοτύπου εγγράφου, διότι η διαδικασία της φωτοτύπησης αφήνει σημαντικά περιθώρια για απάτες σχετικά με τις φωτοτυπίες. Η υποβολή του πρωτοτύπου ή επικυρωμένης φωτοτυπίας δυσχεραίνει σημαντικά την εξαπάτηση των αρμοδίων αρχών. Μια τέτοια απαίτηση είναι συνεπώς ικανή να εξασφαλίσει τη γνησιότητα του επικαλούμενου τίτλου καλύτερα απ' ό,τι η δυνατότητα υποβολής φωτοτυπιών.
58. εραιτέρω, φαίνεται επίσης να αποκλείεται η δυνατότητα εξίσου αποτελεσματικής εξασφαλίσεως της υπάρξεως πρωτοτύπου εγγράφου με ηπιότερο μέσο από την υποβολή του εγγράφου αυτού ή επικυρωμένης φωτοτυπίας. Το τελευταίο ιδίως αποτελεί μία δυνάμενη να αξιωθεί εναλλακτική λύση, όταν υπάρχει φόβος απώλειας του πρωτοτύπου.
59. Τέλος, η απαίτηση αυτή δεν φαίνεται ούτε δυσανάλογη. Τα έξοδα και οι διαδικασίες υποβολής του πρωτοτύπου ή επικυρωμένης φωτοτυπίας είναι σχετικά ασήμαντα. Εξάλλου, αποτελεί τρέχουσα πρακτική να απαιτούν αρχές των κρατών μελών, αλλά και οι υπηρεσίες της Κοινότητας, τίτλους στο πρωτότυπο ή σε επικυρωμένη φωτοτυπία.
60. Κατά συνέπεια, το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο a, του διατάγματος 129/92 δεν είναι αντίθετο ούτε με τις θεμελιώδεις ελευθερίες.
61. Η αιτίαση αυτή της Επιτροπής είναι, συνεπώς, αβάσιμη.
Δ - Επί της απαιτήσεως υποβολής όλων των εγγράφων σε ιταλική μετάφραση και υποβολής πιστοποιητικού ιθαγενείας
62. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο c, του διατάγματος 129/92 και του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο c, της αποφάσεως 776/94 προβλέπουν ότι στην αίτηση για αναγνώριση τίτλου εκπαίδευσης πρέπει να επισυνάπτεται πιστοποιητικό ιθαγενείας. Το άρθρο 4, παράγραφος 3, του διατάγματος 129/92 και το άρθρο 10 της αποφάσεως 776/94 προβλέπουν ότι με όλα τα έγγραφα που δεν έχουν συνταχθεί σε ιταλική γλώσσα πρέπει να συνυποβάλλεται μετάφραση στην ιταλική γλώσσα. Η συμφωνία των μεταφράσεων αυτών με το πρωτότυπο πρέπει να βεβαιώνεται από τις διπλωματικές ή προξενικές αρχές της χώρας όπου έχουν συνταχθεί τα έγγρφα ή από επίσημο μεταφραστή.
63. Η οδηγία 85/384 δεν περιέχει σχετική ρητή ρύθμιση.
Ισχυρισμοί των διαδίκων
1) Επί του πιστοποιητικού ιθαγενείας
64. Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει εμπόδιο όσον αφορά την εγκατάσταση των αρχιτεκτόνων. Το πιστοποιητικό ιθαγενείας μπορεί να ληφθεί απλά και γρήγορα στα κράτη μέλη. Δεν υπάρχει περιορισμός των δικαιωμάτων που προβλέπει η οδηγία.
65. Εκτός αυτού, σύμφωνα με τη διοικητική πρακτική, αντί του πιστοποιητικού ιθαγενείας αρκούν φωτοτυπίες των εθνικών εγγράφων ταυτότητας που βρίσκονται σε ισχύ. Αυτή η αναφορά στη διοικητική πρακτική δεν αποτελεί ομολογία της παραβάσεως. ρόκειται μόνο για προσαρμογή στα γεγονότα.
66. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απαίτηση πιστοποιητικού ιθαγενείας αποτελεί δυσανάλογη και αδικαιολόγητη παραβίαση της ελευθερίας εγκαταστάσεως - του άρθρου 52 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 43 ΕΚ) - διότι το διαβατήριο θα μπορούσε να θεωρηθεί επαρκής βεβαίωση του ότι ο κάτοχός του είναι υπήκοος άλλου κράτους μέλους.
67. Η διοικητική πρακτική αποδεικνύει την αναγνώριση, εκ μέρους των ιταλικών αρχών, του δυσανάλογου χαρακτήρα της υποχρεώσεως αυτής. Επιτακτικοί λόγοι ασφαλείας δικαίου θα απαιτούσαν, όσον αφορά τους κινδύνους αυθαίρετης συμπεριφοράς της δημόσιας εξουσίας, την οριστική κατάργηση των αντίθετων διατάξεων προς αναγκαστικού χαρακτήρα διατάξεις εσωτερικού δικαίου.
2) Επί της μεταφράσεως των εγγράφων
68. Κατ' αρχάς, κατά την άποψη της Ιταλικής Δημοκρατίας, δεν έχει αποδειχθεί ότι η υποχρέωση προσκομίσεως των εγγράφων αποτελεί εμπόδιο και καθιστά δυσκολότερη την αναγνώριση των πτυχίων στην Ιταλική Δημοκρατία.
69. Η υποχρέωση προσκομίσεως επίσης μεταφράσεως είναι προσήκουσα, αν ληφθούν υπόψη το τεχνικό περιεχόμενο των εγγράφων και οι δυσκολίες που θα δημιουργούνταν για την ορθή κατανόηση των κειμένων. Το ζήτημα δεν είναι να υπάρχουν υπόνοιες για απατηλή συμπεριφορά, αλλά να ληφθούν υπόψη οι αντικειμενικές δυσκολίες στο γλωσσικό επίπεδο. Η υποχρέωση άμεσης προσκόμισης των μεταφράσεων αποσκοπεί στο να αποφεύγονται καθυστερήσεις που θα μπορούσαν να προκύψουν αν ζητούνταν ακριβέστερες πληροφορίες.
70. Τέλος, η ιταλική διοικητική πρακτική οδηγεί στο να μειώνεται η απαίτηση μεταφράσεων στο μέτρο που τα προσκομιζόμενα έγγραφα είναι ήδη γνωστά από προηγούμενες διαδικασίες. Αυτό δεν αποτελεί παράνομη διοικητική πρακτική, αλλά εύλογη εφαρμογή των διατάξεων ενόψει του επιδιωκομένου σκοπού και του γενικού σκοπού επιτεύξεως μιας οικονομικότερης διαδικασίας.
71. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η υποχρέωση εξοικονομήσεως των εγγράφων επιμηκύνει τη διαδικασία και προκαλεί περισσότερα έξοδα. Σε αντίθεση με την απλή μετάφραση, υποχρέωση επισυνάψεως απλής μεταφράσεως από τις διπλωματικές ή προξενικές αρχές ή από επίσημο μεταφραστή αποτελεί πρόσθετη υποχρέωση.
72. Ο κίνδυνος καθυστερήσεως της διαδικασίας δεν αντικαθιστά την ανάγκη υπάρξεως δικαιολογημένης αμφιβολίας.
73. Ο σκοπός του ελέγχου της συνδρομής των προϋποθέσεων για την αναγνώριση μπορεί να επιτευχθεί με τη βοήθεια ανεπίσημης μεταφράσεως. Εξαίρεση είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση που υπάρχει υπόνοια για απατηλή συμπεριφορά. Η δυνατότητα αυτή προβλέπεται ήδη και εξασφαλίζεται με τα άρθρα 17, παράγραφος 4, και 18, παράγραφος 2, της οδηγίας 85/384.
74. Η υποχρέωση επιβλήθηκε χωρίς διάκριση και επεκτείνεται σε όλους τους αρχιτέκτονες, ανεξάρτητα αν είναι κάτοχοι πτυχίου που έχει ήδη αναγνωριστεί από τις ιταλικές αρχές.
75. Το γεγονός ότι η διοικητική πρακτική δεν απαιτεί να προσκομίζεται επίσημη μετάφραση στο μέτρο που είναι εξοικειωμένοι με τα διάφορα πτυχία και υπάρχει δυνατότητα κατανοήσεως των εγγράφων δεν εξασφαλίζει την πλήρη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Ο ενδιαφερόμενος ενημερωνόταν στο παρελθόν για την έννομη κατάσταση και για το οικονομικό ενδιαφέρον ασκήσεως των εν λόγω δραστηριοτήτων. Οι ενδιαφερόμενοι αυτοί ακολουθούσαν τις ισχύουσες ρυθμίσεις και απαγορεύσεις.
76. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η παράβαση έχει περιορισμένο χαρακτήρα, αυτό δεν απαλλάσσει την Ιταλική Δημοκρατία από την υποχρέωση να μεταφέρει ορθά και πλήρως την οδηγία στο εσωτερικό της δίκαιο, διότι δεν υπάρχει κατώτατο όριο για την ύπαρξη παραβάσεως.
Η γνώμη μου επί του ζητήματος αυτού
77. Η Επιτροπή περιορίζει ρητώς τα εν λόγω αιτήματα της προσφυγής στη διαπίστωση ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τα άρθρα 12, 20, 22, 27 και 31 της οδηγίας 85/384. Δεν αναφέρεται ούτε σε θεμελιώδη ελευθερία ούτε γενικά στη Συνθήκη. Εντούτοις, στην αιτιολογία της δέχεται ότι υφίσταται παραβίαση της αρχής της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Κατά συνέπεια, αυτά τα αιτήματα της προσφυγής πρέπει, αντίθετα προς το γράμμα τους, να θεωρηθούν ως αναφερόμενα στη διαπίστωση της παραβάσεως των διατάξεων της οδηγίας που προαναφέρθηκαν και παραβιάσεως της αρχής της ελευθερίας εγκαταστάσεως.
78. Η απαίτηση υποβολής πιστοποιητικού ιθαγενείας και επίσημης μετάφρασης εγγράφων δεν φαίνεται να προσκρούει σε διάταξη της οδηγίας 85/384.
79. Θα μπορούσε όμως να υπάρχει παραβίαση της αρχής της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Οι ιταλικές απαιτήσεις δυσχεραίνουν τουλάχιστον την αναγνώριση των τίτλων εκπαίδευσης αρχιτεκτόνων που επιθυμούν να εγκατασταθούν στην Ιταλία. Από τη φύση τους δημιουργούν τουλάχιστον έμμεσες διακρίσεις, δεδομένου ότι η αναγνώριση αυτή επιδιώκεται κατά κύριο λόγο από μη Ιταλούς. Βέβαια, τόσο ο έλεγχος της ιθαγενείας του αιτούντος όσο και η γνώση του περιεχομένου των εγγράφων εμφανίζονται ως σκοποί δικαιολογημένου γενικού συμφέροντος. Ούτε όμως η υποβολή ενός ειδικού πιστοποιητικού ούτε των επισήμων μεταφράσεων είναι απαραίτητες, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ιταλίας, για την ικανοποίηση των σκοπών αυτών. Ακόμη και οι ιταλικές αρχές περιορίζονται, συνεπώς, κατά κανόνα σε φωτοτυπίες προσωπικών εγγράφων που βρίσκονται σε ισχύ και δεν απαιτούν μεταφράσεις όταν οι τίτλοι εκπαίδευσής τους είναι γνωστοί.
80. Όσον αφορά την υποβολή μεταφράσεως πρέπει να γίνει δεκτό ότι το κοινοτικό δικαίο επιτρέπει στις κρατικές αρχές να εργάζονται και να επικοινωνούν με τους πολίτες της Ενώσεως καταρχήν μόνον στις επίσημες γλώσσες τους. Δεν μπορεί συνεπώς να απαιτηθεί από τις κρατικές αρχές να δέχονται έγγραφα σε όλες τις γλώσσες των άλλων κρατών μελών χωρίς μετάφραση. Η οδηγία 85/384 αποσκοπεί πάντως στη διευκόλυνση της ασκήσεως του επαγγέλματος του αρχιτέκτονα για τους αρχιτέκτονες που έχουν εκπαιδευθεί σε άλλα κράτη μέλη. Ο σκοπός αυτός απαιτεί οι κρατικές υπηρεσίες να αξιοποιούν τις υπάρχουσες γνώσεις άλλων γλωσσών, αντί να επιμένουν ανελαστικά στην απαίτηση επισήμων μεταφράσεων. Η αρχή της ελευθερίας εγκαταστάσεως, που πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της οδηγίας 85/384, επιτρέπει συνεπώς την απαίτηση υποβολής επισήμων μεταφράσεων μόνον όταν η οικεία υπηρεσία δεν μπορεί, διαφορετικά, να λάβει γνώση του εγγράφου. Εφόσον ο αρμόδιος υπάλληλος ή μέλη του λοιπού προσωπικού της εκάστοτε υπηρεσίας, που μπορούν να κληθούν χωρίς δυσανάλογα έξοδα, έχουν τις απαραίτητες γνώσεις για να μπορούν να διαβάσουν τα έγγραφα στο πρωτότυπο ή με τη βοήθεια ανεπίσημης μεταφράσεως, δεν είναι απαραίτητη, και συνεπώς είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, η υποβολή επίσημης μεταφράσεως. Οι περαιτέρω απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 3, του διατάγματος 129/92 και του άρθρου 10 της αποφάσεως 776/94 δεν συμβιβάζονται, συνεπώς, με την αρχή της ελευθερίας εγκαταστάσεως.
81. Εξάλλου πρέπει να επισημανθεί ότι δεν υφίσταται κατώτατο όριο για την ύπαρξη παραβάσεως. Ακόμη και αν οι οικονομικές συνέπειες της παραβάσεως είναι περιορισμένες, στον τομέα της παραβάσεως της υποχρεώσεως των κρατών μελών για τη θέσπιση κανόνων δικαίου δεν ισχύει ο κανόνας de minimis .
82. Κατά συνέπεια, το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο c, του διατάγματος 129/92 και το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο c, της αποφάσεως 776/94 καθώς και τα άρθρα 4, παράγραφος 3, του διατάγματος 129/92 και 10 της αποφάσεως 776/94 δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 52 της Συνθήκης.
Ε - Επί της αιτιάσεως περί υπερβολικά ευρείας αναγνωρίσεως κεκτημένων δικαιωμάτων
83. Το άρθρο 12 της οδηγίας 85/384 προβλέπει μια εξαίρεση από τις ελάχιστες απαιτήσεις εκπαιδεύσεως των αρχιτεκτόνων σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τον επαγγελματικό τίτλο του αρχιτέκτονα και σε όσους είχαν σε άλλο κράτος μέλος, κατά το χρόνο μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο , την άδεια να φέρουν τον επαγγελματικό τίτλο του αρχιτέκτονα χωρίς να πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές.
84. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχεία c και d, του διατάγματος 129/92 αναγνωρίζει τον επαγγελματικό τίτλο του αρχιτέκτονα σε όσους είχαν σε άλλο κράτος μέλος την άδεια να φέρουν τον τίτλο αυτό πριν από τη θέση του διατάγματος σε ισχύ, δηλαδή πριν από τις 19 Φεβρουαρίου 1992.
Ισχυρισμοί των διαδίκων
85. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το τελευταίο χρονικό όριο ισχύος των βεβαιώσεων που μπορούν να χορηγηθούν στο πλαίσιο του άρθρου 12 της οδηγίας 85/384 συμπίπτει με την υποχρέωση μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, δηλαδή την 5η Αυγούστου 1987. Αυτό είναι το τελευταίο χρονικό όριο κατά το οποίο οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούσαν να έχουν αποκτήσει την άδεια να φέρουν τον επαγγελματικό τίτλο του αρχιτέκτονα και να πληρούν τις προϋποθέσεις ασκήσεως της δραστηριότητας.
86. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχεία c και d, του διατάγματος 129/92 παρέτεινε την προθεσμία αυτή μέχρι τη θέση του διατάγματος σε ισχύ στις αρχές 1992, δηλαδή για πέντε έτη μετά την πάροδο της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Το άρθρο 12 της οδηγίας αποτελεί όμως μεταβατική μόνο διάταξη και συνεπώς εξαίρεση από τους γενικούς κανόνες, η οποία, για τον λόγο αυτό, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά. Το Δικαστήριο, σε ένα παρόμοιο ζήτημα που αφορούσε την αναγνώριση οδοντιάτρων, απαίτησε επίσης τη στενή ερμηνεία . Ο «προσωρινός» χαρακτήρας αυτού του ελαττώματος κατά τη μεταφορά της οδηγίας δεν δικαιολογεί το ελάττωμα αυτό.
87. Εκτός αυτού, η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι πιθανοί πελάτες των αρχιτεκτόνων πρέπει να μπορούν να έχουν εμπιστοσύνη ότι οι αρχιτέκτονες αυτοί πληρούν τις απαιτήσεις της οδηγίας 85/384. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η κατάσταση του πελάτη ενός αδικαιολόγητα αναγνωρισμένου αρχιτέκτονα σε περίπτωση καταρρεύσεως του σπιτιού που αυτός έχτισε, δεν διαφέρει ουσιαστικά από την κατάσταση του ασθενούς σε περίπτωση ιατρικού σφάλματος.
88. Η Επιτροπή τέλος υποστηρίζει ότι η «ελευθεριότητα» της Ιταλικής Δημοκρατίας δημιουργεί μια πρόσθετη ανισότητα εις βάρος των κατόχων τίτλων που αναγνωρίζονται από την οδηγία, διότι τους εξισώνει με αρχιτέκτονες που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της οδηγίας.
89. Η Ιταλία υποστηρίζει ότι η μακρύτερη μεταβατική προθεσμία είναι απόρροια της καθυστερημένης μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Επιδιώχθηκε να χορηγηθεί στους ενδιαφερόμενους μια μεταβατική προθεσμία που να ανταποκρίνεται στην προθεσμία που είχε καθοριστεί για την περίπτωση έγκαιρης μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Ο κοινοτικός νομοθέτης, κατά τον καθορισμό του τελευταίου χρονικού ορίου, θεώρησε ότι η προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο έπρεπε να τηρηθεί και δεν προέβλεψε έννομες συνέπειες για την περίπτωση μη μεταφοράς εντός ορισμένων χρονικών ορίων.
90. Η Ιταλική Δημοκρατία επισημαίνει ότι ορισμένοι δικαιούχοι κεκτημένων δικαιωμάτων θα μπορούσαν να τύχουν της ειδικής αναγνωρίσεως που προβλέπει η οδηγία, ενώ άλλοι θα έπρεπε να υπαχθούν στον αυστηρό έλεγχο των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας. Αυτή είναι μια σημαντικότερη ανισότητα από αυτήν που προβάλλει η Επιτροπή, η οποία συνίσταται στην εξίσωση των κατόχων τίτλων που αναγνωρίζονται από την οδηγία με όσων οι τίτλοι δεν πρέπει να αναγνωριστούν.
91. Υπάρχει μια διαφορά σε σχέση με την παρατιθέμενη από την Επιτροπή απόφαση που αφορά τους οδοντιάτρους. Στον τομέα της Ιατρικής υπάρχουν απαιτήσεις προστασίας που είναι απόλυτες και καθιστούν απαράδεκτη τη γενική διεύρυνση της κατηγορίας των ασκούντων το επάγγελμα. Όταν η Επιτροπή αναφέρεται στη γενική ανάγκη να πληρούν οι αιτούντες τις ελάχιστες απαιτήσεις ως αναφορά την εκπαίδευση και την πείρα τους για να εξασφαλιστεί ένα συγκεκριμένο επίπεδο παροχής υπηρεσιών, η αναφορά αυτή πρέπει να ισχύει για όλα τα κεκτημένα δικαιώματα. Το κοινοτικό όμως δίκαιο θα επέτρεπε ρυθμίσεις όπως το άρθρο 12 της οδηγίας 85/384 σε μεγάλο αριθμό προσώπων, που κατά την άποψη της Επιτροπής δεν έχουν επαρκή προσόντα να ασκούν το επάγγελμα.
Η γνώμη μου επί του ζητήματος αυτού
92. Οι διάδικοι διαφωνούν εν προκειμένω σχετικά με τα χρονικά περιθώρια για την αναγνώριση των αρχιτεκτόνων. Εάν γίνει δεκτό ότι η προβλεπόμενη για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο προθεσμία - η 5η Αυγούστου 1987 - αποτελεί το τελευταίο χρονικό σημείο, κατά το οποίο μπορούσε να αποκτηθεί ο προς αναγνώριση τίτλος, η προσβαλλόμενη ιταλική ρύθμιση οδηγεί σε σημαντική παράταση της περιόδου, κατά την οποία υπάρχει αξίωση για αναγνώριση αρχιτέκτονα με μικρότερες προϋποθέσεις.
93. Σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 12 της οδηγίας 85/384, η διαδικασία της ευκολότερης αναγνωρίσεως εφαρμόζεται σε εκείνους που είχαν, πριν από τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, την άδεια να φέρουν τον επαγγελματικό τίτλο του «αρχιτέκτονα». Στο μέτρο αυτό, η παρούσα διαφορά διαφέρει από την απόφαση επί της οδηγίας των οδοντιάτρων . Στην υπόθεση εκείνη, η επίδικη διάταξη, ήτοι το άρθρο 19 της οδηγίας 78/686/ΕΟΚ , η προθεσμία αναγνωρίσεως των κεκτημένων δικαιωμάτων δεν αντιστοιχούσε στην ημερομηνία κοινοποιήσεως της οδηγίας και ούτε σ' αυτήν της μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο.
94. Δεδομένου ότι η Ιταλία προφανώς σκόπευε να μεταφέρει την οδηγία στο εσωτερικό της δίκαιο με το διάταγμα 129/92, φαίνεται λογικό το πέρας αυτής της μεταβατικής περιόδου να συμπίπτει, στο ιταλικό δίκαιο, με το χρονικό σημείο θέσεως του διατάγματος αυτού σε ισχύ. ρέπει όμως να εξεταστεί κατά πόσον το αναφερόμενο στο άρθρο 12 της οδηγίας 85/384 χρονικό σημείο της μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο αναφέρεται πράγματι στη θέση σε ισχύ της εσωτερικής πράξεως μεταφοράς. Εναλλακτικά, θα έπρεπε να γίνει αναφορά στο άρθρο 31, παράγραφος 1, της οδηγίας 85/384, σύμφωνα με το οποίο η οδηγία έπρεπε να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο εντός δύο ετών.
95. Εν προκειμένω, υπερτερούν τα επιχειρήματα υπέρ της τελευταίας λύσεως. Η αναγνώριση των τίτλων σύμφωνα με την οδηγία 85/384 αποσκοπεί καταρχήν στην προστασία ιδιωτικών και δημοσίων συμφερόντων, δηλαδή στην εξασφάλιση των ελάχιστων απαιτήσεων για τους αρχιτέκτονες που αναφέρονται στο κεφάλαιο ΙΙ της οδηγίας. Το άρθρο 12 της οδηγίας 85/384 αποτελεί εξαίρεση από αυτόν τον γενικό κανόνα. Εντάσσεται στο κεφάλαιο ΙΙΙ της οδηγίας 85/384, που ρυθμίζει για λόγους προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και των κεκτημένων δικαιωμάτων τη διατήρηση κεκτημένων δικαιωμάτων σε ισχύ. Για να εξυπηρετηθεί ο σκοπός της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, γίνεται δεκτό ότι οι σύμφωνα με το κεφάλαιο αυτό αναγνωριζόμενοι αρχιτέκτονες δεν θα ανταποκρίνονται αναγκαστικά στις απαιτήσεις του κεφαλαίου ΙΙ της οδηγίας 85/384. Η εμπιστοσύνη σε κεκτημένα δικαιώματα δεν πρέπει όμως να προστατεύεται πλέον όταν οι ενδιαφερόμενοι, πριν αποκτήσουν την οικεία έννομη θέση, μπορούν να διαγνώσουν ότι η θέση αυτή θα απολέσει την αξία της λόγω επικείμενης νομοθετικής μεταβολής. Κατά συνέπεια, θα ήταν λογικό το άρθρο 12, όπως το άρθρο 10 της οδηγίας 85/384 και το άρθρο 19 της οδηγίας 78/686, να θεωρήσει κρίσιμο το χρονικό σημείο της κοινοποιήσεως της οδηγίας. Η περαιτέρω επέκταση της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης μέχρι το χρονικό σημείο της μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν πρέπει, εν αμφιβολία, να έχει την έννοια ότι αυτή η εξαίρεση από τους γενικούς κανόνες για την αναγνώριση των τίτλων εκπαίδευσης επεκτείνεται υπέρμετρα.
96. Εκτός αυτού, η ασφάλεια δικαίου απαιτεί το πέρας της μεταβατικής περιόδου να μπορεί να οριστεί με ακρίβεια. Αυτό είναι δυνατό, αν θεωρηθεί κρίσιμο το πέρας της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 1, της οδηγίας 85/384. Αντίθετα, δεν είναι προβλέψιμο το πότε ένα κράτος μέλος θα μεταφέρει την οδηγία στο εσωτερικό του δίκαιο. Αυτό μπορεί να συμβεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας για τη μεταφορά ή - όπως στην προκειμένη περίπτωση - και πολύ αργότερα. Ακόμη πιο περίπλοκη γίνεται η κατάσταση όταν το κράτος μέλος μεταφέρει την οδηγία στο εσωτερικό του δίκαιο ανεπαρκώς ή εσφαλμένα. Η μεταφορά έχει αντικειμενικά περατωθεί μόνον όταν έχουν μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο όλες οι επιταγές της οδηγίας, το αν όμως αυτό έχει συμβεί μπορεί, σε τελευταία ανάλυση, να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, μόνον ο προβλεπόμενος στην οδηγία χρόνος μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο είναι επαρκώς ορισμένος, ώστε να μπορέσει να θεωρηθεί ως χρόνος μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο κατά την έννοια του άρθρου 12 της οδηγίας 85/384. Κατά συνέπεια, η αναφορά του άρθρου 12 της οδηγίας 85/384 στη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο έχει την έννοια της παρόδου της προθεσμίας για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 1, της οδηγίας 85/384.
97. Δευτερεύουσα μόνο σημασία έχει, αντίθετα, το ζήτημα του κατά πόσον η οδηγία ρυθμίζει την αναγνώριση των τίτλων εκπαίδευσης για το επάγγελμα του αρχιτέκτονα αποκλειστικά ή κατά πόσον είναι παράλληλα δυνατός ή ακόμη και επιβεβλημένος ο ατομικός έλεγχος των προσόντων σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου επί των θεμελιωδών ελευθεριών . Δεδομένου ότι η επίδικη ιταλική ρύθμιση δεν προβλέπει τέτοιον έλεγχο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο μιας τέτοιου είδους υποχρεώσεως που απορρέει από το πρωτογενές δίκαιο.
98. Κατά συνέπεια, το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο c και d, του διατάγματος 129/92 προσκρούει στο άρθρο 12 της οδηγίας 85/384.
ΣΤ - Επί της απαγορεύσεως σταθερής εγκαταστάσεως
99. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του διατάγματος 129/92 ρυθμίζει την παροχή υπηρεσιών αρχιτέκτονα, όταν αυτές έχουν μόνον προσωρινό χαρακτήρα και οι αρχιτέκτονες που παρέχουν τις υπηρεσίες δεν διατηρούν κύρια ή δευτερεύουσα εγκατάσταση στην Ιταλία.
Ισχυρισμοί των διαδίκων
100. Η Επιτροπή υποστηρίζει την άποψη ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, του διατάγματος 129/92 απαγορεύει στους αρχιτέκτονες, που παρέχουν υπηρεσίες στην Ιταλία, να ιδρύσουν εκεί σταθερή εγκατάσταση. Μια τέτοια γενική και αδιακρίτως επιβαλλόμενη απαγόρευση δεν μπορεί δικαιολογηθεί από καμία διάταξη της οδηγίας σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών.
101. έραν αυτού, η εν λόγω απαγόρευση είναι αντίθετη προς το άρθρο 59 της Συνθήκης. Η δραστηριότητα του αρχιτέκτονα καθιστά απαραίτητη μια παραμονή μεγαλύτερης ή μικρότερης διάρκειας. Κατά συνέπεια, είναι απολύτως αναγκαία μια εγκατάσταση στο κράτος υποδοχής. Το Δικαστήριο, στην απόφαση Gebhard, έκρινε ότι «ο προσωρινός χαρακτήρας της παροχής δεν αποκλείει τη δυνατότητα του παρέχοντος τις υπηρεσίες, κατά την έννοια της Συνθήκης, να διαθέτει στο κράτος μέλος υποδοχής ορισμένη υποδομή [...] στο μέτρο που η υποδομή αυτή είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση της εν λόγω παροχής» .
102. Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει στην οδηγία διάταξη, σύμφωνα με την οποία η εν λόγω απαγόρευση προσκρούει στη ρύθμιση της αναγνωρίσεως των πτυχίων. Σκοπός του Ιταλού νομοθέτη ήταν να υπογραμμίσει τον χρονικά περιορισμένο, δηλαδή προσωρινό, χαρακτήρα των παρεχομένων υπηρεσιών. Αυτός ο προσωρινός χαρακτήρας δηλώνεται από την έλλειψη οργανωμένης δομής.
103. Η Ιταλική Δημοκρατία θεωρεί ότι το διάταγμα 129/92 δεν αποκλείει τη χρησιμοποίηση μιας σταθερής βάσεως («appogio stablile») κατά την παροχή των υπηρεσιών.
104. Δεν υπάρχει η δυνατότητα να καταδικαστεί η Ιταλική Δημοκρατία λόγω μιας διατάξεως η οποία χαρακτηρίζει τον προσωρινό χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας με την έλλειψη κύριας ή δευτερεύουσας εγκαταστάσεως αρχιτεκτονικού γραφείου. Η διαφορά συνίσταται στον μόνιμο και προσωρινό χαρακτήρα της δραστηριότητας που επιθυμεί να αναπτύξει στην Ιταλία ένας αρχιτέκτονας από άλλο κράτος μέλος.
105. Εάν ο αρχιτέκτονας επιθυμεί να εγκατασταθεί για κάποιο χρονικό διάστημα στην ιταλική επικράτεια, εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ελευθερίας εγκαταστάσεως.
106. Εάν ο αρχιτέκτονας επιθυμεί να ασκήσει προσωρινά μόνον τη δραστηριότητά του, εφαρμόζονται οι ελαστικότερες διατάξεις περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Οι διατάξεις περί ελεύθερης παροχής εφαρμόζονται υπό τον όρον ότι - εάν η δραστηριότητα απαιτεί μόνιμη υποδομή - αυτό είναι δυνατό στο μέτρο που η υποδομή δεν μετατρέπεται σε κύρια ή δευτερεύουσα εγκατάσταση αρχιτεκτονικού γραφείου.
Η γνώμη μου επί του ζητήματος αυτού
107. Την αιτίαση αυτή η Επιτροπή δεν τη στηρίζει στις διατάξεις της οδηγίας 85/384, αλλά στην αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Αυτή, ως γνωστόν, είναι, σύμφωνα με το άρθρο 60 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 50 ΕΚ), επικουρική έναντι της αρχής της ελευθερίας εγκαταστάσεως «στο μέτρο που, κατά πρώτον, η διατύπωση του άρθρου 59, πρώτο εδάφιο, προϋποθέτει ότι ο παρέχων την υπηρεσία και ο αποδέκτης της εν λόγω υπηρεσίας "εγκατεστημένοι" σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη και όπου, κατά δεύτερον, το άρθρο 60, πρώτο εδάφιο, διευκρινίζει ότι οι διατάξεις που αφορούν τις υπηρεσίες εφαρμόζονται μόνον εάν δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις που αφορούν το δικαίωμα εγκαταστάσεως» . Κατά συνέπεια, η εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στους αρχιτέκτονες άλλων κρατών μελών που δραστηριοποιούνται στην Ιταλία αποκλείεται, εφόσον αυτοί είναι ήδη εγκατεστημένοι στην Ιταλία. Η Ιταλική Δημοκρατία δεν είναι συνεπώς υποχρεωμένη να επιτρέπει την παροχή υπηρεσιών στο λιγότερο απαιτητικό πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών όταν υπάρχει εγκατάσταση.
108. Ορθά η Επιτροπή επισημαίνει ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση Gebhard επί απλής παροχής υπηρεσιών, που αναγκαστικά είναι προσωρινή, επέτρεψε να διαθέτει ο παρέχων υπηρεσίες μόνιμη υποδομή, συμπεριλαμβανομένου γραφείου, στο μέτρο που η υποδομή αυτή είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση της εν λόγω παροχής. Εάν η ιταλική ρύθμιση απαγορεύει, επί παροχής υπηρεσιών, την ύπαρξη τέτοιας υποδομής, αυτό θα μπορούσε να αποτελεί παραβίαση της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
109. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του διατάγματος 129/92 προβλέπει όμως μόνον ότι ο αρχιτέκτονας δεν μπορεί να έχει ούτε την κύρια ούτε τη δευτερεύουσα εγκατάστασή του στην Ιταλία, εάν επιθυμεί να επικαλεστεί το ρυθμιστικό πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών. Ο χρησιμοποιούμενος όρος «stabilimento» (εγκατάσταση) χαρακτηρίζει στο ιταλικό κείμενο της Συνθήκης την εγκατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 52 της Συνθήκης. Αυτό συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, του διατάγματος 129/92 απλώς οριοθετεί την εγκατάσταση και την παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια της Συνθήκης.
110. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η ερμηνεία και η εφαρμογή της διατάξεως αυτής στην Ιταλία δυσχεραίνει ή παρεμποδίζει τη δραστηριότητα των αρχιτεκτόνων στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, και αν ακόμη η χρησιμοποίηση επιτρεπτών εγκαταστάσεων υποδομής οδηγεί στην εφαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου που ισχύει για τους εγκατεστημένους αρχιτέκτονες. Η Επιτροπή όμως θα έπρεπε να έχει ισχυριστεί και ενδεχομένως και αποδείξει μια τέτοια, αντίθετη προς τη Συνθήκη, εφαρμογή διατάξεων του ιταλικού δικαίου που είναι, κατά τα φαινόμενα, σύμφωνες προς τη Συνθήκη . Η Επιτροπή όμως δεν προέβαλε στοιχεία από τα οποία να μπορεί να συναχθεί κάτι τέτοιο. Αυτό θα ήταν όμως απαραίτητο, ενόψει της διατυπώσεως του άρθρου 9, παράγραφος 1, του διατάγματος 129/92, για να μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι υπάρχει παραβίαση της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
111. Κατά συνέπεια η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη.
Ζ - Επί της ανάγκης εγγραφής στο μητρώο του αρχιτεκτονικού επιμελητηρίου
112. Το άρθρο 22 της οδηγίας 85/384 περιέχει τις ακόλουθες διατάξεις:
«1. Όταν ένα κράτος μέλος απαιτεί από τους υπηκόους του την παροχή του δικαιώματος άσκησης μιας από τις δραστηριότητες του άρθρου 1 ή για την άσκηση της δραστηριότητας αυτής, είτε άδεια, είτε εγγραφή ή συμμετοχή σε επαγγελματική οργάνωση ή σύλλογο, το κράτος μέλος αυτό απαλλάσσει τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών από αυτήν την υποχρέωση σε περίπτωση παροχής υπηρεσιών.
Ο δικαιούχος παρέχει υπηρεσίες με τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις, όπως οι υπήκοοι του κράτους μέλους υποδοχής. Υπόκειται, ιδίως, στις πειθαρχικές διατάξεις επαγγελματικού ή διοικητικού χαρακτήρα που εφαρμόζεται στο κράτος μέλος αυτό.
Για το σκοπό αυτό και σε συμπλήρωση της δήλωσης της παραγράφου 2, σχετικά με την παροχή υπηρεσιών, τα κράτη μέλη, προκειμένου να επιτρέψουν την εφαρμογή των πειθαρχικών διατάξεων που ισχύουν στην επικράτειά τους, μπορούν να προβλέψουν προσωρινή εγγραφή, η οποία γίνεται αυτόματα ή μία τυπική (pro forma) συμμετοχή σε μία επαγγελματική οργάνωση ή σύλλογο ή μητρώο, με την προϋπόθεση ότι η εγγραφή αυτή δεν καθυστερεί ούτε περιπλέκει, με κανένα τρόπο, την παροχή υπηρεσιών ούτε συνεπάγεται πρόσθετα έξοδα για τον παρέχονται τις υπηρεσίες.
[...]
2. Το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να επιβάλλει στους δικαιούχους την υποχρέωση υποβολής στις αρμόδιες αρχές προηγούμενης δήλωσης, σχετικά με την παροχή των υπηρεσιών τους σε περίπτωση που η εκτέλεση αυτής της παροχής συνεπάγεται την πραγματοποίηση μελέτης στην επικράτειά του.
3. Κατ' εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να απαιτήσει από τον δικαιούχο ένα ή περισσσότερα έγγραφα, που να περιέχουν τις παρακάτω ενδείξεις:
- τη δήλωση που αναφέρεται στην παράγραφο 2,
- βεβαίωση που πιστοποιεί ότι ο δικαιούχος ασκεί νόμιμα τις σχετικές δραστηριότητες στο κράτος μέλος, όπου είναι εγκατεστημένος,
- βεβαίωση ότι ο δικαιούχος διαθέτει το ή τα πτυχία, πιστοποιητικά ή άλλους τίτλους, που απαιτούνται για την παροχή των σχετικών υπηρεσιών, και ανταποκρίνονται στα κριτήρια του κεφαλαίου ΙΙ ή ΙΙΙ της παρούσας οδηγίας,
- ενδεχομένως, τη βεβαίωση του άρθρου 23, παράγραφος 2.
4. Το ή τα έγγραφα που προβλέπονται στην παράγραφο 3 δεν μπορούν να υποβληθούν μετά την πάροδο δώδεκα μηνών από την ημερομηνία της έκδοσής τους.
5. [...]»
113. Το άρθρο 9, παράγραφος 3, του διατάγματος 129/92 προβλέπει ότι οι αρχιτέκτονες πρέπει, ακόμη και σε περίπτωση παροχής υπηρεσιών, να εγγράφονται σε μητρώα που τηρούνται από και στα επαρχιακά συμβούλια και στο εθνικό συμβούλιο των αρχιτεκτόνων. Αυτό γίνεται με έξοδα του αρχιτεκτονικού επιμελητηρίου.
114. Η διαδικασία εγγραφής προκύπτει από τα άρθρα 7 και 8 της αποφάσεως 776/94. Η Ιταλική Κυβέρνηση, αφού της ζητήθηκε από το Δικαστήριο, έδωσε διευκρινίσεις για τη διαδικασία αυτή. Σύμφωνα με τις διευκρινίσεις αυτές, η πρώτη εγγραφή λαμβάνει χώρα εντός προθεσμίας 30 ημερών. Στην αίτηση πρέπει να επισυνάπτονται αποδεικτικά στοιχεία για το δικαίωμα ασκήσεως του επαγγέλματος του αρχιτέκτονα και για την πραγματική νόμιμη άσκησή του στο κράτος προελεύσεως και κοινοποίηση των υπηρεσιών που πρόκειται να παρασχεθούν. Μεταγενέστερες παροχές υπηρεσιών πρέπει να δηλώνονται. Η άδεια χορηγείται τότε αυτομάτως. Εντούτοις, κάθε εγγραφή ισχύει μόνο για την περιφέρεια του εκάστοτε επαγγελματικού επιμελητηρίου. Οι υπηρεσίες μπορούν να παρασχεθούν μετά την απόφαση του επαγγελματικού επιμελητηρίου περί εγγραφής.
Ισχυρισμοί των διαδίκων
115. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 22, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 85/384 ορίζει ότι τα κράτη μέλη προβλέπουν μόνον μία προσωρινή εγγραφή, η οποία γίνεται αυτόματα ή μια τυπική (pro forma) συμμετοχή σε μια επαγγελματική οργάνωση ή σύλλογο ή μητρώο, στο μέτρο που η εγγραφή αυτή δεν καθυστερεί ούτε περιπλέκει, με κανέναν τρόπο, την παροχή υπηρεσιών ούτε συνεπάγεται πρόσθετα έξοδα για τον παρέχοντα τις υπηρεσίες.
116. Το άρθρο 9, παράγραφος 3, του διατάγματος 129/92, που επιβάλλει στον παρέχοντα υπηρεσίες την εγγραφή σε αντίστοιχο μητρώο του τοπικού αρχιτεκτονικού επιμελητηρίου, τηρούμενο από τα τοπικά συμβούλια και τα εθνικά συμβούλια αρχιτεκτόνων, υπερβαίνει τους περιορισμούς που συμβιβάζονται με την οδηγία 85/384.
117. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η απόφαση 776/94 δεν έθεσε τέρμα στην παράβαση όπως προκύπτει από τα άρθρα 7 και 8. Το άρθρο 7 της αποφάσεως 776/94 προβλέπει, όσον αφορά την πρώτη παρεχόμενη υπηρεσία, την εγγραφή στο αρχιτεκτονικό επιμελητήριο της περιφέρειας όπου πρόκειται να παρασχεθεί η υπηρεσία. ροϋπόθεση αποτελεί η υποβολή αιτήσεως συντεταγμένης στα ιταλικά.
118. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι προϋποθέσεις που έθεσε η Ιταλική Δημοκρατία δεν συμβιβάζονται με τη νομολογία του Δικαστηρίου επί του άρθρου 59 της Συνθήκης και αποτελούν περιορισμό αντίθετο προς την αρχή της αναλογικότητας. Στο πλαίσιο της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών είναι απαράδεκτο να θέτει το κράτος υποδοχής απαιτήσεις, στο μέτρο που το εξυπηρετούμενο με αυτές γενικό συμφέρον προστατεύεται ήδη επαρκώς, με παρόμοιες ρυθμίσεις, στο κράτος προελεύσεως . Η ιταλική ρύθμιση δεν λαμβάνει υπόψη τις αντίστοιχες προϋποθέσεις που προβλέπονται ήδη από το κράτος προελεύσεως. Δεν λαμβάνει υπόψη ότι μπορεί άλλα κράτη μέλη να έχουν θεσπίσει παρόμοιες διατάξεις όπως η Ιταλία. Θα μπορούσε συνεπώς να υπάρχει διπλή υποχρέωση τόσο στο κράτος προελεύσεως όσο και στην Ιταλία.
119. εραιτέρω, η ρύθμιση είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας. Ως ηπιότερο μέσο θα μπορούσε να απαιτηθεί από τον παρέχοντα υπηρεσίες να προσκομίσει βεβαιώσεις σχετικά με την εγγραφή στο επαγγελματικό μητρώο του κράτους προελεύσεως. Ένα ηπιότερο μέσο προβλέπεται επίσης στο άρθρο 22, παράγραφος 1, της οδηγίας - μια προσωρινή εγγραφή, η οποία γίνεται αυτόματα ή μια τυπική (pro forma) συμμετοχή σε μια επαγγελματική οργάνωση ή σύλλογο ή μητρώο.
120. Τέλος, ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της απαιτήσεως αυτής, που προβλέπει πραγματική υποχρέωση εγγραφής και δεν αρκείται σε μια δήλωση αναλήψεως δραστηριοτήτων, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι τα έξοδα βαρύνουν τον επαγγελματικό σύλλογο.
121. Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το άρθρο 22 της οδηγίας επιτρέπει την προσωρινή εγγραφή η οποία γίνεται αυτόματα ή την τυπική (pro forma) συμμετοχή σε μια επαγγελματική οργάνωση ή σύλλογο ή μητρώο.
122. Δεν υπάρχει πραγματική προσβολή, αλλά απλώς ένα μέτρο το οποίο προβλέπει τους απαραίτητους ελέγχους σχετικά με τις επαγγελματικές δραστηριότητες πολιτών των κρατών μελών, οι οποίοι ασκούν έστω ευκαιριακά ή προσωρινά δραστηριότητα στην επικράτεια ενός κράτους μέλους.
123. Η εγγραφή σε ένα ad hoc μητρώο από τις επαγγελματικές οργανώσεις δεν αποτελεί εμπόδιο. Η εγγραφή αυτή έχει τον χαρακτήρα μιας δεσμίας πράξεως, που διενεργείται συνεπεία της κατοχής ενός αναγνωρισμένου πτυχίου και της συνδρομής των λοιπών προϋποθέσεων του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχεία a και b, του διατάγματος 129/92. Τα έξοδα, που θα προέκυπταν από την εγγραφή στο μητρώο βαρύνουν, σύμφωνα με τη διάταξη, τον σύλλογο ή την οργάνωση.
124. Η Ιταλία θεωρεί ότι δεν πρόκειται για πραγματική υποχρέωση εγγραφής, αλλά μόνο για μία προηγούμενη δήλωση στο αρχιτεκτονικό επιμελητήριο. Αυτή συνεπάγεται την αυτόματη εγγραφή στο προβλεπόμενο μητρώο. Το άρθρο 9, παράγραφος 3, του διατάγματος 129/92 αντιστοιχεί στο άρθρο 22, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας. ρόκειται για προσωρινή εγγραφή, δεδομένου ότι η παροχή υπηρεσιών είναι, από τη φύση της, μόνον προσωρινή. Η εγγραφή είναι επίσης αυτόματη, διότι διενεργείται χωρίς περαιτέρω έλεγχο, μόνον βάσει της αιτήσεως εγγραφής.
125. Τέλος, η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή συγχέει, λόγω μιας τεχνητής αιτιάσεως, την εγγραφή στο οικείο μητρώο του άρθρου 9 του διατάγματος με την εγγραφή στο επαγγελματικό μητρώο που προβλέπεται στο άρθρο 5 του διατάγματος 129/92. Όσον αφορά την κρίση αυτή, στο άρθρο 7 του διατάγματος 129/92 υπάρχει ένας μηχανισμός συντονισμού με τις αντίστοιχες εγγραφές στα άλλα κράτη μέλη. Έναν τέτοιο μηχανισμό πρότεινε η ίδια η Επιτροπή.
Η γνώμη μου επί του ζητήματος αυτού
126. Από το άρθρο 22 της οδηγίας 85/384 προκύπτει ότι η παροχή αρχιτεκτονικών υπηρεσιών απλώς δηλώνεται στο κράτος υποδοχής. Το κράτος υποδοχής μπορεί να απαιτήσει κατά τη δήλωση ορισμένα αποδεικτικά έγγραφα και να εγγράψει τον αρχιτέκτονα σ' ένα μητρώο ή να προβλέπει μια προσωρινή, τυπική (pro forma) συμμετοχή σε μια επαγγελματική οργάνωση. Τα μέτρα αυτά δεν πρέπει να καθυστερούν ή να δυσχεραίνουν την παροχή υπηρεσιών. Οι ρυθμίσεις αυτές έχουν την έννοια ότι οι αρχιτέκτονες από άλλα κράτη μέλη μπορούν αμέσως μετά την αναγνώριση των τίτλων τους στο κράτος υποδοχής, να παρέχουν υπηρεσίες και οι υπηρεσίες αυτές πρέπει, το πολύ, να δηλώνονται προηγουμένως. Συνάγεται, συνεπώς, κατ' αντιδιαστολή, ότι η παροχή υπηρεσιών δεν μπορεί να εξαρτάται από προηγούμενη άδεια. Ακόμη και οι άδειες που χορηγούνται αυτόματα και εντός σύντομης χρονικής προθεσμίας είναι, συνεπώς, μη σύννομες.
127. Η ίδια η Ιταλική Δημοκρατία παραδέχεται ότι τουλάχιστον η πρώτη παροχή υπηρεσίας καθυστερεί λόγω της διαδικασίας εγγραφής. Ο ενδιαφερόμενος αρχιτέκτονας πρέπει, πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 4, της αποφάσεως 776/94, μετά τη δήλωση περί παροχής της υπηρεσίας και την υποβολή αιτήσεως, να περιμένει μέχρις ότου ο επαγγελματικός σύλλογος αποφασίσει περί της εγγραφής του. Αυτό μπορεί να διαρκέσει μέχρι 30 μέρες. Μόνον η παροχή των επομένων υπηρεσιών φαίνεται να επιτρέπεται αυτόματα με τη δήλωση. Αν ο αρχιτέκτονας θελήσει να δραστηριοποιηθεί στην περιφέρεια άλλου συλλόγου, επαναλαμβάνεται η καθυστέρηση αυτή .
128. Μια τέτοια καθυστέρηση είναι ιδιαίτερα σημαντική διότι θίγει την πρόσβαση των αρχιτεκτόνων άλλων κρατών μελών στην ιταλική αγορά. Κατά κανόνα, ακριβώς η ανάληψη της πρώτης εντολής, πριν τη δημιουργία τοπικής φήμης, συνδέεται με δυσκολίες. Αν στις δυσκολίες αυτές προστεθούν και διοικητικές καθυστερήσεις, πριν ο αρχιτέκτονας μπορέσει να αρχίσει την δραστηριότητά του, η επιβάρυνση αυτή μπορεί να οδηγήσει τον πελάτη στο να προτιμήσει ημεδαπό αρχιτέκτονα, ο οποίος μπορεί να ξεκινήσει αμέσως .
129. Κατά συνέπεια, η διαδικασία εγγραφής στο μητρώο του επαγγελματικού συλλόγου, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 3, του διατάγματος 129/92 και τα άρθρα 7 και 8 της αποφάσεως 776/94, δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 22 της οδηγίας 85/384, στο μέτρο που καθυστερεί την παροχή της πρώτης υπηρεσίας ενός αρχιτέκτονα στην περιφέρεια ορισμένου επαγγελματικού συλλόγου πέραν του χρονικού σημείου της δηλώσεως.
H - Επί της αιτιάσεως περί μη εμπρόθεσμης αναγνωρίσεως των τίτλων
130. Σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας 85/384, η διαδικασία παροχής του δικαιώματος ανάληψης δραστηριότητας αρχιτέκτονα σε αρχιτέκτονα από άλλο κράτος μέλος πρέπει να ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατό, το αργότερο δε τρεις μήνες μετά την υποβολή όλων των δικαιολογητικών από τον ενδιαφερόμενο.
131. Το άρθρο 4, παράγραφος 6, του διατάγματος 129/92 προβλέπει, πριν την αναγνώριση, τη λήψη γνωμοδοτήσεων του εθνικού πανεπιστημιακού συμβουλίου και του συμβουλίου της επαγγελματικής ενώσεως των αρχιτεκτόνων που πρέπει να υποβληθούν εντός 30 ημερών. Συνολικά, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 7, του διατάγματος 129/92, η διαδικασία πρέπει να ολοκληρωθεί εντός τριών μηνών από της υποβολής της αιτήσεως και όλων των δικαιολογητικών σχετικών με την αναγνώριση ή την άρνηση αναγνωρίσεως. ρόσθετα ερωτήματα, απευθυνόμενα σε υπηρεσίες του κράτους προελεύσεως, διακόπτουν την προθεσμία για διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες. Η απόφαση που περατώνει τη διαδικασία λαμβάνεται, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 8, του διατάγματος 129/92, από τον Υπουργό ανεπιστημίων, Επιστημονικής και Τεχνολογικής Έρευνας, με σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Εξωτερικών και του Υπουργού Δικαιοσύνης.
Ισχυρισμοί των διαδίκων
132. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι στη διαδικασία, όπως αυτή πρέπει να εξελίσσεται σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφοι 6 έως 8, του διατάγματος 129/92, δεν είναι δυνατόν να τηρηθεί η προθεσμία των τριών μηνών. αραβιάζεται έτσι το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας. Η Επιτροπή αναφέρει ως παράδειγμα έναν Αυστριακό αρχιτέκτονα, ο οποίος περιμένει από τις 17 Μαρτίου 1994 μια απόφαση των ιταλικών αρχών σχετικά με την αίτησή του. Έχουν υποβληθεί στην Επιτροπή και άλλες σχετικές καταγγελίες. Δεν έχει σημασία αν πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις, διότι κάθε παράβαση του κοινοτικού δικαίου πρέπει να μπορεί να διωχθεί.
133. Η Ιταλική Δημοκρατία επισημαίνει ότι στη θεωρία υποστηρίζεται ότι η μεμονωμένη και σύντομης χρονικής διάρκειας παράβαση διατάξεων του κοινοτικού δικαίου δεν επιτρέπει την καταδίκη στη διαδικασία λόγω παραβάσεως της Συνθήκης.
134. Υποστηρίζει ότι οι περισσότερες περιπτώσεις διευθετούνται εντός της προθεσμίας. Η υπέρβαση της προθεσμίας σε άλλες περιπτώσεις δικαιολογείται λόγω των εξαιρέσεων που προβλέπονται στην οδηγία. ιθανές υπερβάσεις της προθεσμίας δεν οφείλονται στο ιταλικό κράτος, αλλά περισσότερο στην ολιγωρία των προσώπων που ζητούν την αναγνώριση. Αυτό ισχύει ιδίως στη συγκεκριμένη περίπτωση που επικαλείται η Επιτροπή.
Η γνώμη μου επί του ζητήματος αυτού
135. Η εν λόγω αιτίαση δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένες διατάξεις του ιταλικού δικαίου, από τις οποίες να προκύπτει υπέρβαση της προθεσμίας του άρθρου 20, παράγραφος 1, της οδηγίας 85/384, που επαναλαμβάνεται ρητώς στο άρθρο 4, παράγραφος 7, του διατάγματος 129/92. Αντίθετα η Επιτροπή επικαλείται αφηρημένως τα ήδη προβληθέντα ελαττώματα της διαδικασίας αναγνωρίσεως στην Ιταλία και μεμονωμένες περιπτώσεις από τις οποίες όμως αναφέρει ρητώς μόνο μία. Από τις λοιπές αιτιάσεις κατά της διαδικασίας αυτής δεν προκύπτει όμως αναγκαστικά ότι δεν είναι τηρητέα η τρίμηνη προθεσμία.
136. Στο μέτρο που η Επιτροπή αιτιάται την παράβαση της οδηγίας 85/384 σε μεμονωμένες περιπτώσεις, δεν είναι κρίσιμο κατά πόσον οι μεμονωμένες αυτές περιπτώσεις είναι ικανές να δικαιλογήσουν τη διαπίστωση παραβιάσεως της Συνθήκης. Εν προκειμένω, η Επιτροπή περιορίστηκε να αναφέρει το όνομα και το κράτος προελεύσεως ενός αιτούντος καθώς και την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως. Η Ιταλική Δημοκρατία αντέταξε στον ισχυρισμό αυτό το μη αμφισβητούμενο επιχείρημα ότι ο συγκεκριμένος αιτών δεν υπέβαλε με πληρότητα τα απαραίτητα έγγραφα. Στην περίπτωση όμως υποβολής μη πλήρους αιτήσεως δεν ξεκινά, σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας 85/384, η προθεσμία για την αναγνώριση. Κατά συνέπεια, από τα υπάρχοντα στοιχεία, δεν μπορεί να συναχθεί ότι οι ιταλικές αρχές παρέβησαν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας 85/384.
137. Και η αιτίαση αυτή πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί.
V - Επί των δικαστικών εξόδων
138. Τα δικαστικά έξοδα ρυθμίζονται από το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας. Τρεις αιτιάσεις βέβαια της Επιτροπής δεν ευδοκίμησαν, ενώ άλλες εν μέρει μόνον, οι παραβάσεις όμως, εκ μέρους της Ιταλικής Δημοκρατίας, της οδηγίας 85/384 και της αρχής ελευθερίας εγκαταστάσεως που διαπιστώθηκαν βαρύνουν πολύ περισσότερο. ρακτικά, οι ελλείψεις αυτές φαίνονται τόσο σημαντικές, ώστε να τίθεται εν αμφιβόλω η επίτευξη του σκοπού της οδηγίας 85/384 στην Ιταλία. Κατά συνέπεια, η Ιταλική Δημοκρατία πρέπει να φέρει το σύνολο των δικαστικών εξόδων.
VI - ρόταση
139. Κατά συνέπεια προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει την ακόλουθη απόφαση:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία
- παραλείποντας να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 4, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 4, παράγραφος 2, καθώς και τα άρθρα 11 και 14 της οδηγίας 85/384,
- παραλείποντας να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να ρυθμίσει την αυτόματη αναγνώριση πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων σύμφωνα με τα άρθρα 2, 3, 7, 8 και 9 της οδηγίας 85/384,
- θεσπίζοντας το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχεία c και d, του διατάγματος 129/92, που προβλέπει, κατά παράβαση του άρθρου 12 της οδηγίας 85/384, ισχύ ορισμένων τίτλων που αποκτήθηκαν μετά τις 5 Αυγούστου 1987 και
- υποχρεώνοντας τους αρχιτέκτονες άλλων κρατών μελών, που επιθυμούν να παράσχουν υπηρεσίες, να εγγραφούν στο τοπικά αρμόδιο περιφερειακό αρχιτεκτονικό επιμελητήριο (άρθρο 9, παράγραφος 3, του διατάγματος 129/92 και άρθρα 7 και 8 της αποφάσεως 776/94), στο μέτρο που η υποχρέωση αυτή καθυστερεί, κατά παράβαση του άρθρου 22 της οδηγίας 85/384, την παροχή της πρώτης υπηρεσίας ενός αρχιτέκτονα στην περιφέρεια συγκεκριμένου αρχιτεκτονικού επιμελητηρίου πέραν του χρονικού σημείου της δηλώσεώς της παροχής,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 31 της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985, για την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και τη θέσπιση μέτρων για τη διευκόλυνση της πραγματικής άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, όπως τροποποιήθηκε, καθώς και από τα άρθρα 5 και 189 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρα 10 ΕΚ και 249 ΕΚ).
2) Η Ιταλική Δημοκρατία,
θεσπίζοντας:
- το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο c, του διατάγματος 129/92 και το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο c, της αποφάσεως 776/94, που απαιτούν γενικώς την υποβολή πιστοποιητικού ιθαγενείας, και
- το άρθρο 4, παράγραφος 3, του διατάγματος 129/92 και το άρθρο 10 της αποφάσεως 776/94, που απαιτούν σε κάθε περίπτωση την επίσημη μετάφραση των εγγράφων,
παρέβη το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 43 ΕΚ).
3) Κατά τα λοιπά, απορρίπτει την προσφυγή.
4) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy