Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Η Γαλλική Δημοκρατία (υπόθεση C-308/99 P) και η Επιτροπή (υπόθεση C-302/99 P), υποστηριζόμενες από το Βασίλειο της Ισπανίας, ζητούν από το Δικαστήριο τη μερική αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου στην υπόθεση TF1 κατά Επιτροπής (1), με την οποία κρίθηκε παραδεκτή η προσφυγή κατά παραλείψεως που άσκησε η TF1, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της παραλείψεως της Επιτροπής να ενεργήσει βάσει του άρθρου 90 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 86 ΕΚ).
2 Η Γαλλική Δημοκρατία βάλλει, επιπλέον, κατά της υποχρεώσεως που της επέβαλε το Πρωτοδικείο να φέρει τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα πρωτοδίκως λόγω της παρεμβάσεώς της.
Τα πραγματικά περιστατικά και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
3 Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, στις 10 Μαρτίου 1993, η προσφεύγουσα πρωτοδίκως, Tιlιvision franηaise 1 SA (στο εξής: TF1), ιδιωτικός τηλεοπτικός σταθμός, υπέβαλε ενώπιον της Επιτροπής καταγγελία κατά των τρόπων χρηματοδοτήσεως και εκμεταλλεύσεως των δημόσιων τηλεοπτικών σταθμών της France-Tιlιvision. Συνομολογείται ότι, με την καταγγελία αυτή, καταγγέλθηκαν ρητώς συγκεκριμένες παραβάσεις των άρθρων 85 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 81 ΕΚ), 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 86, παράγραφος 1, ΕΚ) και 92 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 87 ΕΚ).
4 H TF1, επειδή δεν έλαβε ικανοποιητική απάντηση, με έγγραφο της 3ης Οκτωβρίου 1995 ζήτησε ρητά από την Επιτροπή και, καθόσον ήταν αναγκαίο, την όχλησε να λάβει θέση και να ενεργήσει περαιτέρω σε σχέση με τα επιχειρήματα που προέβαλε με την καταγγελία της 10ης Μαρτίου 1993.
5 Με έγγραφο της 11ης Δεκεμβρίου 1995, η Επιτροπή πληροφόρησε την TF1 ότι η έρευνα σχετικά με την εν λόγω καταγγελία βρισκόταν σε εξέλιξη.
6 Στις 2 Φεβρουαρίου 1996, η TF1 άσκησε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου, με αντικείμενο, κυρίως, αίτημα στηριζόμενο στο άρθρο 175 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 232 ΕΚ) να αναγνωριστεί ότι η Επιτροπή, παραλείποντας να λάβει θέση επί της καταγγελίας που η TF1 κατέθεσε ενώπιόν της, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω Συνθήκη και, επικουρικώς, αίτημα στηριζόμενο στο άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 230 ΕΚ) να ακυρωθεί η απόφαση περί απορρίψεως της εν λόγω καταγγελίας, την οποία απόφαση φέρεται να περιέχει το από 11 Δεκεμβρίου 1995 έγγραφο της Επιτροπής. Η Γαλλική Δημοκρατία παρενέβη υπέρ της Επιτροπής.
7 Κατά τη διαδικασία, η Επιτροπή κατέθεσε στον φάκελο της υποθέσεως αντίγραφο επιστολής της 15ης Μαου 1997 που απέστειλε στην TF1 βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού 99/63/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1963, περί των ακροάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 19, παράγραφοι 1 και 2 (2), του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (3), και με την οποία την πληροφόρησε ότι, λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριακών στοιχείων που διέθετε, φρονούσε ότι δεν μπορούσε να δώσει ευνοϋκή συνέχεια στην καταγγελία της, καθόσον κατήγγειλε παραβάσεις των άρθρων 85 της Συνθήκης και 86 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 82 ΕΚ). Κάλεσε την TF1 να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών υπολογιζομένης από τις 15 Μαου 1997. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι, από την εξέταση των αιτιάσεων σχετικά με την παράβαση του άρθρου 90 της Συνθήκης, δεν αποδείχθηκε ότι τα καταγγελθέντα πραγματικά περιστατικά μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν παράβαση.
8 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο, μεταξύ άλλων:
- έκρινε την προσφυγή κατά παραλείψεως παραδεκτή, καθόσον στρεφόταν κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να ενεργήσει βάσει του άρθρου 90 της Συνθήκης (σκέψη 57)·
- διαπίστωσε ότι η Επιτροπή, απευθύνοντας στην καταγγέλλουσα το έγγραφο της 15ης Μαου 1997, έλαβε θέση υπό την έννοια του άρθρου 175, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης και ότι παρείλκε η εξέταση των αιτημάτων κατά της παραλείψεως, καθόσον σκοπούσε στη διαπίστωση ότι η Επιτροπή παρέλειψε παρανόμως να ενεργήσει βάσει του άρθρου 90 της Συνθήκης (σκέψη 103 του αιτιολογικού· σημείο 2 του διατακτικού)·
- αποφάσισε ότι, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 87, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, η Γαλλική Δημοκρατία έπρεπε να φέρει τα δικαστικά της έξοδα, καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα λόγω της παρεμβάσεώς της (σκέψη 110 του αιτιολογικού· σημείο 6 του διατακτικού).
9 Το Πρωτοδικείο προέβη στην ακόλουθη ανάλυση:
«Επί του παραδεκτού της προσφυγής, καθόσον στρέφεται κατά της παραλείψεως της Επιτροπής να ενεργήσει βάσει του άρθρου 90 της Συνθήκης
- Λόγοι και επιχειρήματα των διαδίκων
45 Κατ' αρχάς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι αυτό το μέρος της προσφυγής είναι απαράδεκτο για τον λόγο ότι το έγγραφο της 3ης Οκτωβρίου 1995 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόσκληση προς ενέργεια υπό την έννοια του άρθρου 175 της Συνθήκης, καθόσον αφορά το μέρος της προσφυγής της 10ης Μαρτίου 1993 που είναι σχετικό με το άρθρο 90 της Συνθήκης.
46 Στη συνέχεια, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι αυτό το μέρος της προσφυγής είναι, εν πάση περιπτώσει, απαράδεκτο, διότι η ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει κατά τη θέση σε εφαρμογή του άρθρου 90 της Συνθήκης αποκλείει κάθε υποχρέωση επεμβάσεώς της. Επομένως, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που της ζητούν να επέμβει βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης δεν απολαύουν του δικαιώματος ασκήσεως προσφυγής κατά της αποφάσεως της Επιτροπής να μην κάνει χρήση των προνομιών που διαθέτει ή κατά της παραλείψεως να κάνει χρήση του προνομίου αυτού (απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Οκτωβρίου 1994, Τ-32/93, Ladbroke Racing κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. II-1015· διάταξη του Πρωτοδικείου της 23ης Ιανουαρίου 1995, Τ-84/94, Bilanzbuchhalter κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-101).
47 Η προσφεύγουσα δέχεται ότι η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική εξουσία κατά τη θέση σε εφαρμογή του άρθρου 90 της Συνθήκης, επισημαίνει όμως ότι το άρθρο 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης τής επιβάλλει να μεριμνά για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού και να απευθύνει, καθόσον χρειάζεται, τις κατάλληλες οδηγίες ή αποφάσεις στα κράτη μέλη. Οι διατάξεις αυτές προϋποθέτουν ότι η Επιτροπή ενεργεί εντός ευλόγου χρόνου, ειδάλλως μπορεί να ασκηθεί εναντίον της προσφυγή κατά παραλείψεως.
- Κρίση του Πρωτοδικείου
48 Πρώτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, το έγγραφο της 3ης Οκτωβρίου 1995, στο μέτρο που η προσφεύγουσα της ζητά τυπικώς να ενεργήσει "ως προς τους προβληθέντες με την καταγγελία ισχυρισμούς" της 10ης Μαρτίου 1993, πρέπει να θεωρηθεί ότι περιέχει νομότυπη πρόσκληση προς ενέργεια, υπό την έννοια του άρθρου 175, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, βάσει του άρθρου 90 της Συνθήκης.
49 Συνεπώς, επιβάλλεται να εξεταστεί, δεύτερον, το ζήτημα σε ποιο μέτρο προσφυγή κατά παραλείψεως μπορεί να σκοπεί την παράλειψη της Επιτροπής να ενεργήσει βάσει του άρθρου 90 της Συνθήκης. Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί, κατ' αρχάς, ότι το άρθρο 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης επιφορτίζει την Επιτροπή να μεριμνά για την τήρηση, από τα κράτη μέλη, των επιβαλλομένων σ' αυτά υποχρεώσεων, όσον αφορά τις αναφερόμενες στο άρθρο 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης επιχειρήσεις, και της απονέμει ρητώς την αρμοδιότητα να επεμβαίνει προς τον σκοπό αυτό, εκδίδοντας οδηγίες και αποφάσεις. Η Επιτροπή έχει, μεταξύ άλλων, την εξουσία να διαπιστώνει, μέσω αποφάσεως που λαμβάνεται βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης, ότι ορισμένο κρατικό μέτρο δεν συμβιβάζεται προς τους κανόνες της Συνθήκης, μεταξύ άλλων, προς τους κανόνες των άρθρων 85 έως 94 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 89 ΕΚ), και να επισημαίνει τα μέτρα που το κράτος αποδέκτης πρέπει να θεσπίσει για να συμμορφωθεί προς τις απορρέουσες από το κοινοτικό δίκαιο υποχρεώσεις (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Φεβρουαρίου 1992, C-48/90 και C-66/90, Κάτω Ξώρες κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι-565, σκέψεις 22 έως 30).
50 Στη συνέχεια, παρατηρείται ότι το άρθρο 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης, ως εκ της θέσεώς του στην οικονομία της Συνθήκης και της σκοπιμότητάς του, εντάσσεται μεταξύ των κανόνων με αντικείμενο τη διασφάλιση του ελεύθερου ανταγωνισμού και, συνεπώς, σκοπεί την προστασία των επιχειρηματιών κατά των μέτρων με τα οποία κράτος μέλος μπορεί να αναιρεί τις θεμελιώδεις οικονομικές ελευθερίες που θεσπίζονται με τη Συνθήκη. Επομένως, τόσο από τη θέση των διατάξεων αυτών στη Συνθήκη όσο και από τη σκοπιμότητά τους προκύπτει ότι ένας ιδιώτης δεν μπορεί, όταν κράτος μέλος θεσπίζει ή εξακολουθεί να διατηρεί σε ισχύ, ως προς τις δημόσιες επιχειρήσεις ή τις επιχειρήσεις που απολαύουν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα, μέτρα που δημιουργούν αντίθετα προς τον ανταγωνισμό αποτελέσματα ισοδύναμα με τα αποτελέσματα των αντιθέτων προς τον ανταγωνισμό τρόπων συμπεριφοράς όλων των άλλων επιχειρήσεων, να στερείται της προστασίας των εννόμων συμφερόντων του. Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, περαιτέρω, δυνάμει της νομολογίας, μεταξύ των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου περιλαμβάνεται το δικαίωμα βάσει του οποίου κάθε πρόσωπο μπορεί απολαύει αποτελεσματική δικαστική προστασία κατά των αποφάσεων που θίγουν δικαίωμα αναγνωρισμένο από τις συνθήκες (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 15ης Μαου 1986, 222/84, Johnston, Συλλογή 1986, σ. 1651, σκέη 18, και της 19ης Μαρτίου 1991, C-249/88, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1991, σ. I-1275, σκέψη 25· απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Ιουνίου 1995, T-186/94, Guιrin automobiles κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II-1753, σκέψη 23).
51 Η ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή κατά τη θέση σε εφαρμογή του άρθρου 90 της Συνθήκης δεν μπορεί να αναιρεί την προστασία αυτή, καθόσον το Δικαστήριο έχει εξάλλου διαπιστώσει, με την απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1997, C-107/95 P, Bundesverband der Bilanzbuchalter κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I-947, σκέψη 25), ότι δεν μπορεί a priori να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να υφίστανται εξαιρετικές καταστάσεις στις οποίες ένας ιδιώτης έχει το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να εκδώσει απόφαση στο πλαίσιο της αποστολής εποπτείας που της αναθέτει το άρθρο 90, παράγραφοι 1 και 3, της Συνθήκης.
52 Επομένως, επιβάλλεται να εξεταστεί αν, εν προκειμένω, η προσφεύγουσα βρίσκεται σε τέτοια εξαιρετική κατάσταση που της δίνει το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να εκδώσει απόφαση βάσει του άρθρου 90 της Συνθήκης.
53 Συναφώς, δεν αμφισβητείται ότι η προσφεύγουσα είναι ο σημαντικότερος ιδιωτικός τηλεοπτικός σταθμός στη Γαλλία, κατέχοντας το 42 % του επιπέδου ακροαματικότητας το 1992 και το 55 % των μεριδίων της διαφημιστικής αγοράς. Εξάλλου, λόγω των προγραμμάτων γενικού χαρακτήρα (ειδήσεις, αθλητισμός, κινηματογραφικά έργα, τηλεοπτικά μυθιστορήματα, ψυχαγωγικά προγράμματα, τηλεοπτικά περιοδικά, πληροφοριακές εκπομπές), βρίσκεται σε άμεσο ανταγωνισμό ως προς το ίδιο κοινό με τους τηλεοπτικούς σταθμούς της France-Tιlιvision. Ομοίως, δεν αμφισβητείται ότι η προσφεύγουσα και οι δύο τηλεοπτικοί σταθμοί της France-Tιlιvision βρίσκονται σε άμεσο ανταγωνισμό τόσο όσον αφορά την κτήση των δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως των κινηματογραφικών και οπτικοακουστικών έργων και των δικαιωμάτων μεταδόσεως των αθλητικών γεγονότων όσο και όσον αφορά την πώληση των διαφημιστικών τους χώρων στους διαφημιζόμενους.
54 Πρέπει επίσης να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με την προσφεύγουσα, οι διάφορες χορηγίες, πλεονεκτήματα, πρακτικές, συμφωνίες και κανονιστικές ρυθμίσεις που καταγγέλλονται (με την καταγγελία) συνδέονται και αποτελούν ένα σύνολο μέτρων που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τη νόθευση του ανταγωνισμού μεταξύ της προσφεύγουσας και των δύο τηλεοπτικών σταθμών της France-Tιlιvision.
55 Η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε επίσης, χωρίς να αντικρουστεί από την καθής, ότι τα διάφορα μέτρα που έχει λάβει το γαλλικό Δημόσιο υπέρ της France-Tιlιvision θίγουν ουσιωδώς την οικονομική της κατάσταση.
56 Τέλος, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι, αντίθετα με την καταγγέλλουσα στην υπόθεση που οδήγησε στην απόφαση Bundesverband der Bilanzbuchhalter κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 51, η οποία σκοπούσε, με την προσφυγή της κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να λάβει απόφαση, βάσει του άρθρου 90, παράγραφοι και 1 και 3, της Συνθήκης, ως προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, να επιβάλει έμμεσα σ' αυτό το κράτος μέλος να εκδώσει νομοθετική πράξη γενικού περιεχομένου, η προσφεύγουσα, εν προκειμένω, σκοπεί τη λήψη θέσεως της Επιτροπής, βάσει του άρθρου 90 της Συνθήκης, επί των διαφόρων καταγγελθέντων κρατικών μέσων που ευνοούν, σύμφωνα με την προσφεύγουσα, δύο συγκεκριμένους επιχειρηματίες, σαφώς προσδιοριζομένους, με τους οποίους βρίσκεται σε άμεσο ανταγωνισμό.
57 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η προσφυγή, καθόσον στρέφεται κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να ενεργήσει βάσει του άρθρου 90 της Συνθήκης, είναι παραδεκτή.»
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
10 Προς στήριξη της απόψεώς τους, ήτοι ότι το Πρωτοδικείο έπρεπε να απορρίψει ως απαράδεκτη την προσφυγή κατά παραλείψεως, στο μέτρο που αφορούσε το άρθρο 90 της Συνθήκης, η Επιτροπή και η Γαλλική Δημοκρατία επικρίνουν διττώς τη συλλογιστική του Πρωτοδικείου. Συγκεκριμένα, προβάλλουν κατ' αρχάς διάφορα επιχειρήματα για να αποδείξουν ότι το Πρωτοδικείου υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή των άρθρων 90, παράγραφος 3, και 175 της Συνθήκης. Ακολούθως, ισχυρίζονται ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένα την προπαρατεθείσα απόφαση Bundesverband der Bilanzbuchhalter κατά Επιτροπής.
11 Η Επιτροπή προβάλλει, πρώτον, την ευρεία διακριτική ευχέρεια που διαθέτει κατά την εφαρμογή του άρθρου 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης, η οποία αποκλείει την περίπτωση να οφείλει να ενεργήσει βάσει καταγγελίας ιδιώτη.
12 Αυτό προκύπτει από την ίδια τη διατύπωση της διατάξεως αυτής, καθότι ουδόλως αναφέρει τους καταγγέλλοντες και ορίζει ότι η Επιτροπή ενεργεί «εφόσον είναι ανάγκη», η οποία διάταξη όμως πρέπει, επιπλέον, να συγκριθεί με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 226 ΕΚ), σχετικά με το οποίο το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή «διαθέτει διακριτική ευχέρεια που αποκλείει το δικαίωμα των ιδιωτών να απαιτήσουν από το όργανο αυτό να λάβει συγκεκριμένη θέση» (4).
13 Αντιθέτως, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ του άρθρου 90, παράγραφος 3, και του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 88 ΕΚ), το οποίο επιφυλάσσει ειδική θέση στους τρίτους ενδιαφερομένους, την οποία επιβεβαίωσε το Συμβούλιο με κανονιστική του ρύθμιση (5).
14 Η Επιτροπή εκθέτει, δεύτερον, ότι η έκταση της διακριτικής της ευχέρειας επιβεβαιώνεται από πάγια νομολογία. Παραθέτει, ειδικότερα, εκτενώς την προπαρατεθείσα απόφαση Ladbroke Racing κατά Επιτροπής, με την οποία το Πρωτοδικείο έκρινε ότι «η άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως της συμφωνίας των κρατικών μέτρων με τους κανόνες της Συνθήκης, την οποία παρέχει το άρθρο 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης, δεν συνδυάζεται με την υποχρέωση παρεμβάσεως εκ μέρους της Επιτροπής, της οποίας μπορεί να γίνει η επίκληση με σκοπό να αναγνωριστεί ενδεχόμενη παράλειψη της Επιτροπής» (σκέψη 38).
15 Η Επιτροπή τονίζει επίσης ότι το Πρωτοδικείο, με την απόφαση αυτή, προσέθεσε ότι η πράξη που η Επιτροπή παρέλειψε να απευθύνει στην προσφεύγουσα δεν την αφορούσε άμεσα και ατομικά, προϋπόθεση που παρέλειψε να λάβει υπόψη του στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
16 Τέλος, η Επιτροπή επιμένει στο ότι το Πρωτοδικείο, με την απόφαση αυτή, έκρινε ότι «οι ιδιώτες δεν μπορούν να ζητούν από την Επιτροπή να ενεργήσει βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης, καθόσον η παρέμβαση αυτή μπορεί να εκδηλώνεται, κατά περίπτωση, με την έκδοση αποφάσεως ή οδηγίας, κανονιστικής πράξεως γενικού χαρακτήρα απευθυνομένης στα κράτη μέλη, την έκδοση της οποίας δεν μπορούν να απαιτήσουν οι ιδιώτες».
17 Σύμφωνα με την Επιτροπή, η μεταγενέστερη νομολογία, ήτοι η προπαρατεθείσα διάταξη του Πρωτοδικείου Bilanzbuchhalter κατά Επιτροπής, οι αποφάσεις του ΙΤΤ Promιdia κατά Επιτροπής (6) και Vlaamse Televisie Maatschappij κατά Επιτροπής (7), η προπαρατεθείσα απόφαση του Δικαστηρίου Bundesverband der Bilanzbuchhalter κατά Επιτροπής, καθώς και η διάταξη Koelman κατά Επιτροπής (8) επιβεβαίωσε το γεγονός ότι οι ιδιώτες δεν μπορούν να ασκήσουν προσφυγή κατά παραλείψεως στην περίπτωση που δεν δίδεται συνέχεια σε καταγγελία στηριζόμενη στο άρθρο 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης, καθώς και τον παραλληλισμό μεταξύ της διατάξεως αυτής και του άρθρου 169 της Συνθήκης.
18 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί την ερμηνεία, κρίνοντας, με την προπαρατεθείσα σκέψη 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το άρθρο 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης σκοπεί στην προστασία των επιχειρηματιών.
19 Σύμφωνα με την Επιτροπή, η ερμηνεία του Πρωτοδικείου ήταν εσφαλμένη και για ένα δεύτερο λόγο. Το Πρωτοδικείο άφησε να εννοηθεί ότι η άσκηση προσφυγής κατά παραλείψεως πρέπει να είναι δυνατή ώστε να τηρείται η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, αλλά από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το άρθρο 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης έχει άμεσο αποτέλεσμα. Συνεπώς, οι ιδιώτες μπορούν να εξασφαλίσουν την προστασία των δικαιωμάτων τους από τα εθνικά δικαστήρια.
20 Η Γαλλική Δημοκρατία καταλήγει στα ίδια συμπεράσματα με την Επιτροπή, στηριζόμενη σε επιχειρήματα που μερικώς μόνο συμπίπτουν με αυτά της Επιτροπής.
21 Με μια ανάλυσή της, την οποία διατύπωσε ακολούθως λιγότερο κατηγορηματικά κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Γαλλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η υποχρέωση του καθού θεσμικού οργάνου να ενεργήσει συνιστά προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής κατά παραλείψεως και όχι ουσιαστική προϋπόθεση του επιτρεπτού της. Τόσο το κείμενο της Συνθήκης όσο και η νομολογία αποδεικνύουν σαφώς ότι η Επιτροπή ουδεμία υποχρέωση είχε να ενεργήσει βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
22 Στη συνέχεια της επιχειρηματολογίας της, η Γαλλική Δημοκρατία ισχυρίζεται, επικουρικώς, ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, θεωρώντας ότι υφίστατο «εξαιρετική κατάσταση» υπό την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπόψη του το κατ' ανάγκη πολύ περιορισμένο περιεχόμενο της έννοιας αυτής. Τα επιχειρήματα που προσπάθησε να αντλήσει, αφενός, από τη φύση του επίδικου κρατικού μέτρου, και, αφετέρου, από την από απόψεως ανταγωνισμού κατάσταση της προσφεύγουσας αποδεικνύουν αντιθέτως τον συνηθισμένο χαρακτήρα της υπό κρίση καταστάσεως.
23 Το Βασίλειο της Ισπανίας συμφωνεί με την επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών σχετικά με το άρθρο 90 της Συνθήκης και την ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που απορρέει από αυτό για την Επιτροπή.
24 Επιμένει επίσης στο γεγονός ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης πρέπει να είναι ο αποδέκτης της πράξεως που δεν εκδόθηκε ή, τουλάχιστον, η πράξη αυτή πρέπει να την αφορά άμεσα και ατομικά.
25 Επιπλέον, συμμερίζεται την άποψη ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν υφίστατο εν προκειμένω «εξαιρετική κατάσταση» υπό την έννοια της προπαρατεθείσας αποφάσεως Bundesverband der Bilanzbuchhalter κατά Επιτροπής.
26 Η TF1 απαντά ότι η Επιτροπή, ως «θεματοφύλακας των Συνθηκών», υπέχει ορισμένες υποχρεώσεις από το άρθρο 90 της Συνθήκης, ήτοι μεταξύ άλλων, να απαντά στις υποβαλλόμενες καταγγελίες. Η διάταξη αυτή γεννά δικαιώματα για τους καταγγέλλοντες, ως επιστέγασμα της υποχρεώσεως εποπτείας που υπέχει η Επιτροπή, και δεν πρέπει να συγκρίνεται με το άρθρο 169 της Συνθήκης.
27 Σύμφωνα με την TF1, την άποψη αυτή επιβεβαιώνει η προπαρατεθείσα απόφαση Bundesverband der Bilanzbuchhalter κατά Επιτροπής. Η έννοια των «εξαιρετικών καταστάσεων» που περιέχει η απόφαση αυτή δεν πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά, προς την έννοια του αμέσου και ατομικού συμφέροντος, αλλά αυτόνομα, ανάλογα τόσο με την πραγματική όσο και με τη νομική κατάσταση της κάθε περιπτώσεως.
Εκτίμηση
Ι - Προτάσεις διατυπούμενες κυρίως
28 Πρέπει, κατ' αρχάς, να εξεταστεί το αντικείμενο των αιτήσεων αναιρέσεως επί των οποίων το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί.
29 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι αναιρεσείουσες ζητούν την εξαφάνιση του σημείου 2 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με το οποίο «παρέλκει η απόφανση επί των αιτημάτων κατά της παραλείψεως, καθόσον στρέφονται κατά της παραλείψεως της Επιτροπής να ενεργήσει βάσει των άρθρων 85 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 81 ΕΚ) και 90 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 86 ΕΚ)».
30 Συγκεκριμένα, θεωρούν ότι το Πρωτοδικείο, με το εν λόγω σημείο της αποφάσεως, έκρινε, εμμέσως πλην σαφώς, παραδεκτή την προσφυγή κατά παραλείψεως, καθόσον στρεφόταν κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να ενεργήσει βάσει του άρθρου 90 της Συνθήκης.
31 Δεν συμφωνώ με την ανάλυση αυτή.
32 Συγκεκριμένα, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (9) προκύπτει ρητώς ότι, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπάρχει λόγος να αποφανθεί επί προσφυγής το αντικείμενο της οποίας έχει παύσει να υφίσταται, δεν χρειάζεται να εξεταστεί το παραδεκτό της προσφυγής αυτής.
33 Συνεπώς, με το σημείο του διατακτικού του οποίου ζητείται η εξαφάνιση, δεν κρίνεται, σιωπηρώς ή ρητώς, το ζήτημα του παραδεκτού.
34 Πάντως, το Πρωτοδικείο εξέτασε ρητώς το ζήτημα αυτό στις προπαρατεθείσες σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά των οποίων βάλλουν οι αναιρεσείουσες.
35 Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν αυτές έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την εξαφάνιση της εν λόγω αποφάσεως, λόγω του περιεχομένου των εν λόγω σκέψεων.
36 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 113 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, «τα αιτήματα της αναιρέσεως έχουν ως αντικείμενο την ολική ή μερική αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου». Ως εκ τούτου, πρέπει να στρέφονται κατά του διατακτικού και όχι κατά του αιτιολογικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
37 Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο εν προκειμένω, διότι το προσβαλλόμενο αιτιολογικό δεν αποτελεί, όπως διαπιστώθηκε, αναγκαίο στήριγμα του διατακτικού.
38 Ως προς το σημείο αυτό, η κατάσταση διακρίνεται ουσιωδώς από εκείνη της αποφάσεως Γαλλία κατά Comafrica κ.λπ. (10), στην οποία στηρίζεται η Γαλλική Δημοκρατία.
39 Από την απόφαση αυτή του Πρωτοδικείου (11) προκύπτει ότι η απόφασή του να απορρίψει την προσφυγή κατόπιν εξετάσεως επί της ουσίας παρά να την κρίνει απαράδεκτη συνεπάγεται κατ' ανάγκη ότι την έκρινε παραδεκτή. Αυτό εξάλλου επιβεβαιώθηκε στην απόφαση αυτή με την απόρριψη της ενστάσεως απαραδέκτου.
40 Εντούτοις, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι η εκ μέρους τους ερμηνεία του περιεχομένου του διατακτικού επιβεβαιώνεται από τις προπαρατεθείσες σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Το διατακτικό πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως των σκέψεων αυτών.
41 Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι το Πρωτοδικείο διαπίστωσε επίσης, με τις σκέψεις κατά των οποίων δεν βάλλουν οι αναιρεσείουσες, ότι η Επιτροπή, με έγγραφο της 15ης Μαου 1997, αφενός, ενημέρωσε την προσφεύγουσα ότι από την εξέταση του βασίμου των αιτιάσεών της σχετικά με το άρθρο 90 της Συνθήκης δεν αποδεικνυόταν ότι τα καταγγελθέντα πραγματικά περιστατικά μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν παράβαση και, αφετέρου, εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους δεν είχε την πρόθεση να κινήσει διαδικασία βάσει του άρθρου 90 της Συνθήκης.
42 Το Πρωτοδικείο προσέθεσε ορθώς ότι από το περιεχόμενο του εγγράφου της Επιτροπής προέκυπτε ότι, με αυτό, η Επιτροπή γνωστοποίησε το αποτέλεσμα της εξετάσεώς της επί των αιτιάσεων που διατύπωσε η προσφεύγουσα σχετικά με το άρθρο 90 της Συνθήκης, αποτέλεσμα στο οποίο στηρίχθηκε για να μη δώσει συνέχεια στην καταγγελία.
43 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο απέδειξε, χωρίς αυτό να αμφισβητείται κατ' αναίρεση, ότι, επ' αυτής της πτυχής της καταγγελίας, η Επιτροπή έλαβε θέση υπό την έννοια του άρθρου 175, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, μετά την άσκηση της προσφυγής και πριν από την έκδοση της αποφάσεως.
44 Συνεπώς, βάσει της προμνησθείσας πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου, παρείλκε η απόφανση, καθότι η προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου.
45 Επομένως, το σημείο 2 του διατακτικού είναι επαρκώς αιτιολογημένο κατά νόμο.
46 Πρόκειται για περίπτωση εφαρμογής της πάγιας νομολογίας βάσει της οποίας, αν ένας από τους λόγους που δέχθηκε το Πρωτοδικείο αρκεί για να αιτιολογήσει την απόφασή του, πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς οι ισχυρισμοί που προβάλλονται κατά του λοιπού αιτιολογικού της αποφάσεως αυτής (12).
47 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, καθόσον στρέφονται κατά της αποφάνσεως του Πρωτοδικείου επί της προσφυγής κατά της παραλείψεως της Επιτροπής να ενεργήσει βάσει του άρθρου 90 της Συνθήκης.
48 Η αναίρεση που άσκησε η Γαλλική Δημοκρατία έχει επίσης ως αντικείμενο την εξαφάνιση του σημείου 6 του διατακτικού της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, βάσει του οποίου πρέπει να φέρει τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η TF1 λόγω της παρεμβάσεώς της.
49 Η τύχη αυτού του λόγου αναιρέσεως συνδέεται με την τύχη του υπολοίπου της αναιρέσεως, διότι άλλως θα συνέτρεχε παράβαση του άρθρου 51, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το οποίο απαγορεύει τις αναιρέσεις που αφορούν αποκλειστικά τη νομιμότητα της αποφάσεως του Πρωτοδικείου σχετικά με τα δικαστικά έξοδα.
50 Αυτό επιβεβαιώνεται από τη νομολογία (13), καθότι το Δικαστήριο έκρινε επανειλημμένως ότι, εφόσον όλοι οι άλλοι λόγοι μιας αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως του Πρωτοδικείου απορρίφθηκαν, το αίτημα σχετικά με την παρανομία της αποφάσεως του Πρωτοδικείου ως προς τα δικαστικά έξοδα πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτο.
51 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι δύο αιτήσεις αναιρέσεως είναι απαράδεκτες στο σύνολό τους.
52 Επικουρικώς και μόνον, για την περίπτωση που το Δικαστήριο εκτιμήσει διαφορετικά το αντικείμενο των εν λόγω αναιρέσεων σε σχέση με το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και θεωρήσει ότι το διατακτικό αυτό συνιστά σιωπηρή απόφαση επί του παραδεκτού της προσφυγής κατά παραλείψεως, θα διατυπώσω τις ακόλουθες παρατηρήσεις.
ΙΙ - Προτάσεις διατυπούμενες επικουρικώς
53 Όπως διαπιστώθηκε, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Πρωτοδικείο ότι έκρινε παραδεκτή, ως προς την εφαρμογή του άρθρου 90 της Συνθήκης, την προσφυγή κατά παραλείψεως που άσκησε η TF1, μολονότι δεν πληρούνταν όλες οι σχετικές προϋποθέσεις.
54 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί το άρθρο 175, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, δυνάμει του οποίου
«κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, υπό τις προϋποθέσεις των προηγουμένων παραγράφων, δύναται να προσφεύγει στο Δικαστήριο κατά οργάνου της Κοινότητας το οποίο παρέλειψε να του απευθύνει πράξη εκτός συστάσεως ή γνώμης».
55 Συνεπώς, όπως προκύπτει επίσης από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η προσφυγή κατά παραλείψεως υπόκειται σε ένα σύνολο προϋποθέσεων σχετικά, αφενός, με το παραδεκτό της και, αφετέρου, με την ουσία της διαφοράς.
56 Οι πρώτες αφορούν, αφενός, την εφαρμοζόμενη διαδικασία και, αφετέρου, την ιδιότητα του προσφεύγοντος. Η υπό κρίση διαφορά δεν αφορά τις δικονομικές επιταγές του άρθρου 175, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, καθόσον δεν αμφισβητείται ότι υπήρξε νομότυπη όχληση και ότι η προθεσμία που διέθετε το καθού θεσμικό όργανο για να απαντήσει παρήλθε χωρίς να έχει παύσει η προβαλλόμενη παράλειψη.
57 Όσον αφορά την ενεργητική νομιμοποίηση του προσφεύγοντος, από το κείμενο του άρθρου 175 της Συνθήκης, όπως το έχει ερμηνεύσει το Δικαστήριο, προκύπτει ότι η προσφυγή κατά παραλείψεως που ασκεί ιδιώτης είναι παραδεκτή μόνον αν «ο ενδιφερόμενος επιχειρηματίας [...] ήταν ο αποδέκτης της πράξεως την οποία η Επιτροπή παρέλειψε να εκδώσει ή, τουλάχιστον, τον οποίο η πράξη αυτή [...] αφορούσε άμεσα και ατομικά» (14), όπως υπενθυμίζει εξάλλου το Βασίλειο της Ισπανίας.
58 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο δέχθηκε ότι προσφυγή κατά παραλείψεως μπορούσε να ασκηθεί από ιδιώτη όσον αφορά πράξη που έπρεπε να απευθυνθεί σε διαφορετική από αυτόν οντότητα (υπό την προϋπόθεση ότι τον αφορά άμεσα και ατομικά), επρόκειτο για αποφάσεις που έπρεπε να έχουν άμεσο όφελος για τον προσφεύγοντα.
59 Στην υπόθεση ENU κατά Επιτροπής (15), η προσφεύγουσα ήταν μια εταιρία παραγωγής εμπλουτισμένου ουρανίου που ζήτησε από την Επιτροπή να υποχρεώσει τον οργανισμό εφοδιασμού της Eυρατόμ να αγοράσει από αυτήν ορισμένη ποσότητα του εν λόγω προϋόντος. Στην προπαρατεθείσα υπόθεση Τ. Port, μια εταιρία εισαγωγής μπανανών, είχε ζητήσει πρόσθετη δασμολογική ποσόστωση.
60 Όσον αφορά την ουσία της διαφοράς, εναπόκειται στον προσφεύγοντα να αποδείξει τον παράνομο χαρακτήρα της παραλείψεως που προσάπτει στο καθού, ήτοι την ύπαρξη υποχρεώσεώς του να ενεργήσει. Θα επανέλθω στο σημείο αυτό κατά την εξέταση του σχετικού ισχυρισμού της Γαλλικής Δημοκρατίας.
61 Οι επικρίσεις των αναιρεσειουσών κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να εξεταστούν υπό το φως των προεκτεθέντων.
62 Συναφώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο, αντίθετα προς την προπαρατεθείσα απόφαση Ladbroke Racing κατά Επιτροπής, δεν απαίτησε συγκεκριμένα από την καταγγέλλουσα να την αφορά άμεσα και ατομικά η πράξη που ζητούσε από την Επιτροπή να εκδώσει.
63 Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Επιτροπή, το Πρωτοδικείο έθεσε ως μοναδικές προϋποθέσεις του παραδεκτού της προσφυγής να είναι ο καταγγέλλων ανταγωνιστής στην εν λόγω αγορά, να επικαλείται άλλες διατάξεις στην καταγγελία του, να προβάλλει παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού ή να αναφέρει δύο ανταγωνίστριες επιχειρήσεις που να επωφελούνται από τη νομοθεσία κατά της οποίας βάλλει.
64 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο ουδόλως επιδίδεται σε σαφή εξέταση της ενεργητικής νομιμοποιήσεως της προσφεύγουσας, όπως την όρισε το Δικαστήριο με τη νομολογία του και όπως περιγράφεται ανωτέρω. Συγκεκριμένα, ουδόλως χρησιμοποιεί τη διατύπωση «αφορά άμεσα και ατομικά».
65 Αντιθέτως, προέβη στην ανάλυση της καταστάσεως της προσφεύγουσας κατά παραλείψεως σε ένα εκ πρώτης όψεως διαφορετικό πλαίσιο. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε, εξέτασε αν υφίστατο «εξαιρετική κατάσταση» υπό την έννοια της προπαρατεθείσας αποφάσεως Bundesverband der Bilanzbuchhalter κατά Επιτροπής.
66 Η σκέψη 25 της αποφάσεως αυτής έχει ως εξής:
«Δεν μπορεί a priori να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να υφίστανται εξαιρετικές καταστάσεις στις οποίες ένας ιδιώτης ή, κατά περίπτωση, μια ένωση συσταθείσα για την προάσπιση των συλλογικών συμφερόντων μιας κατηγορίας πολιτών έχει το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να εκδώσει απόφαση στο πλαίσιο της αποστολής εποπτείας που της αναθέτει το άρθρο 90, παράγραφοι 1 και 3.»
67 Θεωρώ ότι, με αυτό το obiter dictum, το Δικαστήριο δεν θέλησε και δεν μπορούσε εξάλλου να προβεί σε αναθεώρηση των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 175 της Συνθήκης.
68 Κατά την άποψή μου, η συλλογιστική του Δικαστηρίου πρέπει να ερμηνευθεί με τον ακόλουθο τρόπο.
69 Με τη σκέψη 24 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Bundesverband der Bilanzbuchhalter κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι από την προπαρατεθείσα απόφαση Κάτω Ξώρες κ.λπ. κατά Επιτροπής προκύπτει ότι ένας ιδιώτης μπορεί, ενδεχομένως, να έχει το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως, δυνάμει του άρθρου 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης, κατ' αποφάσεως της Επιτροπής εκδοθείσας βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Αυτό είναι απολύτως κατανοητό, διότι η υπόθεση αυτή αφορούσε απόφαση που απηύθυνε η Επιτροπή στο Βασίλειο των Κάτω Ξωρών, με την οποία αμφισβητούσε το σύστημα αποκλειστικής εκμεταλλεύσεως που χορηγήθηκε με νόμο στην εταιρία PTT Nederland NV για τη μεταφορά επιστολών βάρους μέχρι 500 g. Επομένως, η απόφαση αυτή αφορούσε άμεσα και ατομικά τα ολλανδικά ΡΤΤ, εφόσον είχε ως σκοπό να μεταβάλει την κατάσταση υπό την οποία η δημόσια αυτή επιχείρηση μπορούσε να ασκήσει τα καθήκοντά της. Ως εκ τούτου, το παραδεκτό αυτής της προσφυγής ακυρώσεως δεν δημιουργούσε κανένα πρόβλημα.
70 Ακολούθως, με τη σκέψη 25 της προπαρατεθείσας αποφάσεως, το Δικαστήριο θέλησε μόνο να τονίσει ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να υπάρξει στο μέλλον εξαιρετική κατάσταση στην περίπτωση που ο ιδιώτης θα πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 175 της Συνθήκης σε σχέση με πράξη που ένα θεσμικό όργανο θα είχε παραλείψει να απευθύνει, βάσει του άρθρου 90 της Συνθήκης, σε κράτος μέλος.
71 Πάντως, το τμήμα αυτό της αποφάσεως δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι στο εξής, εκτός από ορισμένες εξαιρετικές περιστάσεις, μια επιχείρηση μπορεί να ασκεί προσφυγή κατά παραλείψεως, λόγω της αρνήσεως ενός θεσμικού οργάνου να εκδώσει πράξη η οποία ουδόλως την αφορά άμεσα και ατομικά.
72 Εξάλλου, όπως και οι αναιρεσείουσες, θεωρώ ότι τα στοιχεία που έλαβε υπόψη του το Πρωτοδικείο δεν έχουν εξαιρετικό χαρακτήρα.
73 Συγκεκριμένα, φαίνεται ότι το Πρωτοδικείο προσπάθησε, πρώτον, να αποδείξει την ύπαρξη ιδιαίτερου συμφέροντος της προσφεύγουσας για την άσκηση της προσφυγής κατά παραλείψεως.
74 Για τον σκοπό αυτό τόνισε ότι η προσφεύγουσα πρωτοδίκως είναι ο σημαντικότερος ιδιωτικός τηλεοπτικός σταθμός στη Γαλλία, ότι βρίσκεται, λόγω των προγραμμάτων γενικού χαρακτήρα που παρουσιάζει, σε άμεσο ανταγωνισμό, ως προς το ίδιο κοινό, με τους τηλεοπτικούς σταθμούς της France-Tιlιvision και ότι το ίδιο ισχύει και όσον αφορά την κτήση των δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως των κινηματογραφικών έργων και των δικαιωμάτων μεταδόσεως των αθλητικών γεγονότων, καθώς και όσον αφορά την πώληση των διαφημιστικών τους χώρων στους διαφημιζόμενους.
75 Όπως όμως απέδειξαν οι αναιρεσείουσες, ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως της προσφεύγουσας δεν απορρέει από τα στοιχεία που αναφέρει το Πρωτοδικείο. Αυτά αποδεικνύουν βεβαίως ότι η απόψεως ανταγωνισμού κατάσταση της προσφεύγουσας μπορεί να βελτιωθεί από τα ενδεχόμενα μέτρα της Επιτροπής, αλλά δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάσταση που περιγράφει το Πρωτοδικείο είναι τόσο σπάνια ώστε να χαρακτηριστεί εξαιρετική.
76 Η κατάσταση αυτή μου φαίνεται μάλλον φυσιολογική σε μια αγορά στην οποία κινείται περιορισμένος αριθμός ανταγωνιστών, μεταξύ των οποίων οι επιχειρήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 90 της Συνθήκης, οι οποίες φέρεται ότι επωφελούνται από κρατικά μέτρα αντίθετα προς το άρθρο αυτό.
77 Το ίδιο ισχύει και για τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι οι διάφορες χορηγίες, πλεονεκτήματα, πρακτικές, συμφωνίες και κανονιστικές ρυθμίσεις που καταγγέλλονται με την καταγγελία συνδέονται μεταξύ τους, έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τη νόθευση του ανταγωνισμού μεταξύ της προσφεύγουσας και των τηλεοπτικών σταθμών της France-Tιlιvision και θίγουν ουσιωδώς την οικονομική της κατάσταση.
78 Δεύτερον, το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι ασκούσε επιρροή το γεγονός ότι η προσφυγή σκοπούσε στη λήψη θέσεως από την Επιτροπή σχετικά με κρατικά μέτρα που αφορούσαν σαφώς προσδιοριζόμενους επιχειρηματίες και όχι στην έκδοση πράξεως γενικού περιεχομένου.
79 Όπως ορθώς τόνισε η Γαλλική Δημοκρατία, η οποία επικαλέστηκε συναφώς ορισμένα παραδείγματα αντλούμενα από την τακτική λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής, μια τέτοια κατάσταση δεν μπορεί να θεωρηθεί εξαιρετική ως προς την εφαρμογή του άρθρου 90 της Συνθήκης, το οποίο αφορά συχνά ένα σύνολο μέτρων που φέρεται ότι ωφελούν μία ή αρκετές ρητώς κατονομαζόμενες επιχειρήσεις.
80 Επομένως, θεωρώ ότι το Πρωτοδικείο έκρινε εσφαλμένα ότι η διαφορά επί της οποίας κλήθηκε να αποφανθεί συνιστούσε «εξαιρετική κατάσταση» υπό την έννοια της προπαρατεθείσας αποφάσεως Bundesverband der Bilanzbuchhalter κατά Επιτροπής.
81 Εντούτοις, αυτό δεν αρκεί για να συναχθεί ότι το Πρωτοδικείο παρέβη την υποχρέωσή του να αποδείξει ότι η αιτηθείσα πράξη αφορούσε την προσφεύγουσα άμεσα και ατομικά. Συγκεκριμένα, τα χαρακτηριστικά της καταστάσεως της προσφεύγουσας τα οποία αναφέρει το Πρωτοδικείο μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι υφίστατο άμεσο και ατομικό συμφέρον, μολονότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν κάνει, όπως αναφέρθηκε, ρητή σχετική αναφορά.
82 Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από τα προεκτεθέντα προκύπτει ήδη ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε.
83 Συγκεκριμένα, από τη συλλογιστική του Πρωτοδικείου που μόλις εξέτασα προκύπτει με βεβαιότητα ότι η προσφεύγουσα κατά παραλείψεως είχε άμεσο συμφέρον από τα μέτρα που θα ελάμβανε ενδεχομένως η Επιτροπή κατόπιν της καταγγελίας της.
84 Αντιθέτως, η κατάσταση είναι διαφορετική όσον αφορά την απαίτηση ατομικού συμφέροντος.
85 Συγκεκριμένα, αν εξαιρεθεί η αναφορά στον «σημαντικότερο» σταθμό, τα λοιπά προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά μπορούν a priori να εφαρμοστούν σε κάθε ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό που εκπέμπει σε κοινό που κατοικεί στη Γαλλία. Θα ήταν μάταιη η προσπάθεια να βρεθεί ένα στοιχείο που να διακρίνει την προσφεύγουσα κατά παραλείψεως από κάθε άλλη ιδιωτική επιχείρηση παρούσα στην εν λόγω αγορά ή ικανή να διεισδύσει σ' αυτήν.
86 Όσον αφορά το γεγονός ότι πρόκειται για τον «σημαντικότερο» ανταγωνιστή των εν λόγω δημόσιων τηλεοπτικών σταθμών, δεν αρκεί για να θέσει, έναντι των μέτρων που θα ελάμβανε ενδεχομένως η Επιτροπή, την προσφεύγουσα σε κατάσταση ποιοτικώς διαφορετική από αυτή κάθε άλλης επιχειρήσεως παρούσας στην εν λόγω αγορά ή ικανής να διεισδύσει σ' αυτήν.
87 Από πάγια νομολογία όμως προκύπτει ότι, όσον αφορά πρόσωπα που δεν είναι αποδέκτες της πράξεως, η απόφαση τους αφορά ατομικά μόνον αν «τους βλάπτει λόγω ορισμένων ιδιοτήτων που προσιδιάζουν σε αυτούς ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως που τους χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και για τον λόγο αυτό τους εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο με τον αποδέκτη» (16).
88 Συνεπώς, το Πρωτοδικείο έκρινε παραδεκτή την προσφυγή κατά παραλείψεως επί της οποίας κλήθηκε να αποφανθεί, χωρίς να αποδείξει ότι η προσβαλλόμενη πράξη αφορούσε την προσφεύγουσα άμεσα και ατομικά.
89 Επομένως, πρέπει, επικουρικώς, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως επί του σημείου αυτού και να εξαφανιστεί η απόφαση του Πρωτοδικείου, καθόσον με αυτή κρίθηκε παραδεκτή η προσφυγή κατά παραλείψεως στο μέτρο που στρεφόταν κατά της παραλείψεως της Επιτροπής να ενεργήσει βάσει του άρθρου 90 της Συνθήκης.
90 Συνεπώς, δεν χρειάζεται να εξεταστεί η λοιπή προεκτεθείσα επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών. Επομένως μόνον επικουρικότερα θα αναφέρω συναφώς τα εξής.
91 Η υπόλοιπη επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών αφορά, κυρίως, την επίδραση που ασκεί η εξουσία εκτιμήσεως που η νομολογία αναγνωρίζει στην Επιτροπή σε ζητήματα εφαρμογής του άρθρου 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
92 Πρέπει, εκ προοιμίου, να επισημανθεί ότι η έκταση της εξουσίας αυτής, η οποία, κατά τις αναιρεσείουσες, απορρέει τόσο από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής όσο και από την αντιπαραβολή της με τα άρθρα 169, 85, 86 και 93 της Συνθήκης, καθώς και από πάγια νομολογία, δεν αμφισβητείται.
93 Επομένως, το ζήτημα του κατά πόσον το άρθρο 90 της Συνθήκης αποβλέπει στην προστασία των συμφερόντων ιδιωτών δεν είναι καθοριστικό, εφόσον, εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο επανειλημμένως δέχθηκε την έκταση της εξουσίας εκτιμήσεως της Επιτροπής (17). Αυτό όμως προϋποθέτει κατ' ανάγκη ότι η Επιτροπή δεν έχει υποχρέωση να ενεργήσει.
94 Επομένως, κατά την άποψή μου, το Πρωτοδικείο κακώς θεώρησε, με τις σκέψεις 50 και 51 της αποφάσεώς του, ότι η αρχή σύμφωνα με την οποία κάθε πρόσωπο πρέπει να μπορεί να απολαύει αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας έπρεπε να υπερισχύσει της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή κατά την εφαρμογή του άρθρου 90 της Συνθήκης. Οι συντάκτες της Συνθήκης καθόρισαν ποια είναι τα αποτελεσματικά ένδικα μέσα που διαθέτουν οι ιδιώτες και αποφάσισαν ότι μια προσφυγή κατά παραλείψεως δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, αν δεν υπάρχει υποχρέωση ενέργειας. Τα κοινοτικά δικαστικά όργανα δεν μπορούν να υποκαταστήσουν, με την ανάλυσή τους περί των επιταγών αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων των ιδιωτών, αυτήν των συντακτών της Συνθήκης.
95 Πάντως, πρέπει να τονιστεί ότι από την ύπαρξη ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως της Επιτροπής και μόνον δεν μπορεί να συναχθεί το απαράδεκτο της προσφυγής.
96 Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, για την εφαρμογή του άρθρου 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης, η Επιτροπή δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για την απόφασή της να ασκήσει ή να μην ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης, περίπτωση που αποτελούσε το αντικείμενο της προπαρατεθείσας αποφάσεως Star Fruit κατά Επιτροπής, στην οποία στηρίζεται η Γαλλική Δημοκρατία.
97 Συνεπάγεται κατ' ανάγκη ότι η εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής, ανεξάρτητα από την έκτασή της, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, έστω και αν αυτός αφορά τα ακραία όριά της. Η νομολογία παρέχει εξάλλου πολλά σχετικά παραδείγματα (18).
98 Αυτό σημαίνει ότι η ύπαρξη ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως, αλλά όχι διακριτικής ευχέρειας δεν αντίκειται, αφενός, στη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως, όταν έχει εκδοθεί απόφαση, ούτε, αφετέρου, στη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατά παραλείψεως, όταν δεν έχει εκδοθεί απόφαση.
99 Επιπλέον, θεωρώ ότι, εν πάση περιπτώσει, είναι σφάλμα να στηριχθεί κανείς στο εύρος του περιθωρίου χειρισμών της Επιτροπής για να εξαγάγει συμπεράσματα ως προς το παραδεκτό προσφυγής κατά των αποφάσεων ή των παραλείψεών της.
100 Συγκεκριμένα, κατά την άποψή μου, μια συνεκτική και συστηματική αντιμετώπιση θα οδηγούσε στην άποψη ότι το ζήτημα του εύρους των υποχρεώσεων του καθού θεσμικού οργάνου δεν σχετίζεται με το παραδεκτό αλλά με την ουσία της διαφοράς.
101 Η σχετική νομολογία για τις προσφυγές ακυρώσεως ουδεμία αμφιβολία αφήνει. Συγκεκριμένα, από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι, όταν ασκείται προσφυγή ακυρώσεως κατά του Συμβουλίου ή της Επιτροπής σε ζήτημα που το Δικαστήριο τους αναγνώρισε ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, η προσφυγή αυτή ουδόλως είναι απαράδεκτη. Ωστόσο, έχει λίγες ελπίδες να ευδοκιμήσει επί της ουσίας.
102 Το ίδιο ισχύει στο πλαίσιο της προσφυγής κατά παραβάσεως: προσφυγή της Επιτροπής σε τομέα στον οποίο το κοινοτικό δίκαιο αφήνει στα κράτη μέλη ευρεία εξουσία εκτιμήσεως δεν είναι απαράδεκτη, αλλά δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτή επί της ουσίας.
103 Εφαρμοζόμενη στην προσφυγή κατά παραλείψεως, η ανάλυση αυτή συνεπάγεται ότι η ύπαρξη υποχρεώσεως ενέργειας της Επιτροπής, η οποία συνιστά το επιστέγασμα της εξουσίας της εκτιμήσεως, είναι ζήτημα ουσίας και όχι παραδεκτού της προσφυγής.
104 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί, επιπλέον, ότι, με διάφορες αποφάσεις (19), το Δικαστήριο, μερικές φορές με μεγάλη σαφήνεια, έκρινε ότι, στο πλαίσιο προσφυγής κατά παραλείψεως, το αν το καθού θεσμικό όργανο είχε ή δεν είχε υποχρέωση να ενεργήσει πρέπει να καθορίζεται κατά την εξέταση της ουσίας της διαφοράς.
105 Έτσι, με τη σκέψη 26 της αποφάσεως Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (20) σχετικά με την κοινή πολιτική μεταφορών, το Δικαστήριο έκρινε «ότι, στην προκειμένη περίπτωση, οι παρατηρήσεις του Συμβουλίου σχετικά με τη διακριτική εξουσία που διαθέτει για την εφαρμογή της κοινής πολιτικής μεταφορών δεν αφορούν το ζήτημα αν συνέτρεχαν οι ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 175, αλλά εντάσσονται στο γενικότερο πρόβλημα αν η απουσία κοινής πολιτικής στον τομέα των μεταφορών μπορεί να αποτελεί παράλειψη κατά την έννοια αυτής της διάταξης, πρόβλημα που εξετάζεται πιο κάτω στην παρούσα απόφαση».
106 Η προσέγγιση αυτή τυγχάνει, εξάλλου, ευρείας αποδοχής στη θεωρία (21).
107 Συνεπώς, η επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών σχετικά με την έκταση της εξουσίας εκτιμήσως της Επιτροπής μπορεί αποκλειστικά να οδηγήσει σε συμπεράσματα σχετικά με την ουσία της διαφοράς. Αντιθέτως, δεν μπορεί να συμβάλει στην επίλυση του ζητήματος του παραδεκτού της προσφυγής, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της αναιρέσεως και πρέπει να εξεταστεί πρώτο.
108 Οι αναιρεσείουσες προσάπτουν επίσης στο Πρωτοδικείο ότι προέβαλε εσφαλμένα την ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων των ιδιωτών, ενώ αυτά, εν πάση περιπτώσει, προστατεύονται από τη δυνατότητα επικλήσεως του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 90 της Συνθήκης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου. Επιβάλλεται, ωστόσο, η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο δεν έκρινε ότι η προσφυγή κατά παραλείψεως ήταν ο μοναδικός τρόπος προστασίας των δικαιωμάτων των ιδιωτών.
Συνέπειες
109 Εφόσον συνήχθη, στο πλαίσιο των επικουρικώς διατυπούμενων προτάσεων, ότι πρέπει να εξαφανιστεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθόσον με αυτήν κρίθηκε σιωπηρά παραδεκτή η προσφυγή κατά παραλείψεως, επιβάλλεται τώρα η εξέταση των συνεπειών που πρέπει να αντληθούν εντεύθεν.
110 Επισημαίνω εκ προοιμίου ότι, κατά την άποψή μου, η διαφορά είναι, στην περίπτωση αυτή, ώριμη προς εκδίκαση.
111 Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε ήδη ότι το Πρωτοδικείο απέδειξε επαρκώς κατά νόμο ότι η Επιτροπή εξέδωσε την πράξη, κατά της παραλείψεως της οποίας στρεφόταν η προσφυγή, μετά την άσκηση της προσφυγής, αλλά πριν από την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως. Συνεπώς, σύμφωνα με τη νομολογία, το αντικείμενο της προσφυγής κατά παραλείψεως έπαυσε να υπάρχει. Επομένως, ακόμη και αν το Δικαστήριο δεχθεί την επικουρική μου θέση, παρέλκει η απόφανση επί της προσφυγής.
112 Ως εκ τούτου, οδηγούμαστε, εν πάση περιπτώσει, στο διατακτικό της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, γεγονός που επιβεβαιώνει την κυρίως διατυπωθείσα άποψή μου, εκτός αν έρθουμε σε αντίθεση με την πάγια νομολογία, σύμφωνα με την οποία η προσφυγή καθίσταται άνευ αντικειμένου και το παραδεκτό της δεν πρέπει να εξεταστεί, όταν το καθού θεσμικό όργανο εκδίδει την επίδικη πράξη μετά την άσκηση της προσφυγής και πριν από την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως.
113 Πρέπει, επιπλέον, να τονιστεί ότι, στην περίπτωση αυτή, ακόμη και αν η υπόθεση αναπεμφθεί στο Πρωτοδικείο, αυτό δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να καταλήξει σε διατακτικό διατυπωμένο διαφορετικά.
Επί των δικαστικών εξόδων που βαρύνουν τη Γαλλική Δημοκρατία
114 Η Γαλλική Δημοκρατία, υποστηριζόμενη στο σημείο αυτό από την Επιτροπή και το Βασίλειο της Ισπανίας, ζητεί επίσης από το Δικαστήριο να εξαφανίσει την απόφαση του Πρωτοδικείου, στο μέτρο που την υποχρεώνει όχι μόνο να φέρει τα δικαστικά της έξοδα, δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, αλλά και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα πρωτοδίκως λόγω της παρεμβάσεώς της.
115 Συναφώς ισχυρίζεται ότι δεν είναι δυνατό να συναχθεί με ακρίβεια από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η διάταξη στην οποία στηρίχθηκε το Πρωτοδικείο για να λάβει την απόφαση αυτή. Κατά την άποψή της, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για την παράγραφο 4, 2 ή 6 του άρθρου 87 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, αυτό, εν πάση περιπτώσει, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
116 Οι διατάξεις αυτές έχουν ως εξής:
«Άρθρο 87
[...]
2. Ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Όταν οι ηττηθέντες διάδικοι είναι περισσότεροι του ενός, το Πρωτοδικείο αποφασίζει για την κατανομή των εξόδων.
4. Τα κράτη μέλη και τα όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
[...]
6. Σε περίπτωση καταργήσεως της δίκης, το Πρωτοδικείο κανονίζει τα έξοδα κατά την κρίση του.»
117 Όσον αφορά το άρθρο 87, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, η Γαλλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να εξουδετερώσει, ως προς τα δικαστικά έξοδα, τα αποτελέσματα της παρεμβάσεως ενός κράτους μέλους ή ενός θεσμικού οργάνου. Συνεπώς, τα έξοδα στα οποία υποβάλλονται οι εν λόγω παρεμβαίνοντες δεν συνδέονται πλέον με την τύχη των αιτημάτων του υποστηριζομένου διαδίκου. Κατά την άποψή της, από τη συμμετρική και δίκαιη εφαρμογή της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος, παρεμβαίνον προς στήριξη του καθού, δεν μπορεί να καταδικαστεί στα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο προσφεύγων λόγω της παρεμβάσεώς του.
118 Επιπλέον, μια διαφορετική λύση θα μπορούσε, λόγω των δημοσιονομικών της επιπτώσεων για τα κράτη μέλη, να περιορίσει τις δυνατότητες παρεμβάσεώς τους στις διαφορές στις οποίες έχουν ωστόσο πράγματι συμφέρον να παρέμβουν.
119 Όσον αφορά το άρθρο 87, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, η αναιρεσείουσα παρατηρεί ότι η κατάργηση της δίκης αφορά εν προκειμένω μέρος μόνον των λόγων που προβλήθηκαν πρωτοδίκως, ενώ το Πρωτοδικείο την υποχρέωσε να φέρει το σύνολο των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα λόγω της παρεμβάσεώς της, περιλαμβανομένων των σχετικών με τους λόγους που έκρινε βάσιμους ή απαράδεκτους.
120 Αναφορικά με το άρθρο 87, παράγραφος 2, του εν λόγω Κανονισμού, η Γαλλική Δημοκρατία τονίζει ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στους διαδίκους της κύριας δίκης και όχι στους παρεμβαίνοντες.
121 Τέλος, ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ultra petita, εφόσον η προσφεύγουσα δεν είχε υποβάλει σχετικό αίτημα.
122 Πάντως, από το υπόμνημα παρεμβάσεως της Γαλλικής Κυβερνήσεως προκύπτει ότι η TF1 είχε ζητήσει από το Πρωτοδικείο να αποφανθεί «κατά νόμο» όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα.
123 Εν πάση περιπτώσει, συμμερίζομαι την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως ως προς την απόφαση του Πρωτοδικείου σχετικά με τα δικαστικά έξοδα.
124 Το 1990, το Δικαστήριο πρότεινε στο Συμβούλιο την προσθήκη, στον Κανονισμό Διαδικασίας, του άρθρου 69, παράγραφος 4, με την ακόλουθη διατύπωση:
«Τα κράτη μέλη και τα όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι ο παρεμβαίνων, εκτός αυτών που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο, θα φέρει τα δικαστικά του έξοδα.»
125 Το Συμβούλιο υιοθέτησε την τροποποίηση αυτή, η οποία, ακολούθως, εισήχθη επίσης στον Κανονισμό Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ως άρθρο 87, παράγραφος 4.
126 Στην αιτιολογική έκθεση της προτάσεώς του, η οποία αποτελεί δημόσιο έγγραφο, το Δικαστήριο εξήγησε την ανάγκη της τροποποιήσεως αυτής ως εξής:
«Όσον αφορά τη νέα παράγραφο 4, επισημαίνεται ότι, ελλείψει ειδικών διατάξεων, το θέμα των δικαστικών εξόδων σε περίπτωση παρεμβάσεως διέπεται από το άρθρο 69, παράγραφος 2. Συνεπώς, σε περίπτωση νίκης του υποστηριζομένου από τον παρεμβαίνοντα διαδίκου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα όχι μόνο του νικήσαντος διαδίκου αλλά και του παρεμβαίνοντος.
Η λύση αυτή ενέχει τον κίνδυνο να καταστεί η επιβάρυνση, την οποία συνεπάγεται για τον κύριο διάδικο η καταδίκη του στα δικαστικά έξοδα, δυσανάλογα επαχθής λόγω της ασκήσεως παρεμβάσεως εκ μέρους κρατών μελών ή οργάνων τα οποία δεν έχουν κανένα άμεσο συμφέρον για την επίλυση της διαφοράς. Αυτό αντιβαίνει στην αρχή της δίκαιης κατανομής του βάρους των δικαστικών εξόδων. Ως εκ τούτου, το πρώτο εδάφιο ορίζει ότι τα κράτη μέλη και τα όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Δεδομένου ότι οι ιδιώτες παρεμβαίνοντες οφείλουν να δικαιολογήσουν έννομο συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς, ο κανόνας του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί, καταρχήν, να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση αυτή. Ωστόσο, ενόψει της ποικιλίας των συμφερόντων που μπορούν να δικαιολογήσουν την άσκηση παρεμβάσεως και των καταστάσεων που μπορούν να προκύψουν, κρίνεται απαραίτητο να δοθεί στο Δικαστήριο η δυνατότητα να αποκλίνει από τον κανόνα αυτό, όταν τούτο απαιτείται από λόγους επιεικείας, και να αποφασίσει ότι ο ιδιώτης παρεμβαίνων θα φέρει τα δικαστικά του έξοδα.»
127 Aπό το κείμενο αυτό προκύπτει ότι μόνον για τους ιδιώτες παρεμβαίνοντες εξακολουθεί, εκτός εξαιρέσεως, να τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 69, παράγραφος 2 (για το Πρωτοδικείο, το άρθρο 87, παράγραφος 2).
128 Κατόπιν της τροποποιήσεως αυτής, η κατάσταση των μη ιδιωτών παρεμβαινόντων, ήτοι των κρατών μελών και θεσμικών οργάνων, διέπεται αποκλειστικά από την παράγραφο 4.
129 Σκοπός της διατάξεως αυτής είναι η προστασία των ηττηθέντων ιδιωτών έναντι του κινδύνου να επιβαρυνθούν με τα δικαστικά έξοδα των κρατών μελών που παρενέβησαν στη «διαφορά τους» προς υποστήριξη του αντιδίκου. Αλλά, κατ' αναλογία, ούτε ένα κράτος μέλος, όταν παρεμβαίνει προς στήριξη των αιτημάτων του ηττηθέντος διαδίκου, οφείλει να φέρει μέρος των εξόδων του νικήσαντος διαδίκου.
130 Αντικείμενο της παραγράφου 4 δεν είναι να αποφευχθεί για τον νικήσαντα διάδικο ο σαφώς μικρότερος κίνδυνος να υποβληθεί σε πρόσθετα έξοδα λόγω της παρεμβάσεως κράτους μέλους. Συγκεκριμένα, σε μια τέτοια περίπτωση, ο Κανονισμός Διαδικασίας εφαρμόζεται πάντοτε εις βάρος των παρεμβαινόντων κρατών μελών και θεσμικών οργάνων, εφόσον, αφενός, αυτά ουδέποτε ωφελούνται από την ενδεχόμενη νίκη του διαδίκου που υποστηρίζουν και, αφετέρου, εκτίθενται πάντοτε στον κίνδυνο να πρέπει να καταβάλουν μέρος των δικαστικών εξόδων του αντιδίκου.
131 Μια τέτοια λύση δεν είναι ισόρροπη και δίκαιη.
132 Ο κίνδυνος που εξακολουθεί να υφίσταται για τον ιδιώτη, ήτοι να πρέπει να υποβληθεί σε πρόσθετα έξοδα λόγω της παρεμβάσεως κράτους μέλους, περιορίζεται ούτως ή άλλως, εφόσον, εξ ορισμού, ο παρεμβαίνων μπορεί να προβάλλει επιχειρήματα προς στήριξη μόνον ενός από τους διαδίκους της κύριας δίκης.
133 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως της Γαλλικής Δημοκρατίας και να εξαφανιστεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο μέτρο που με αυτή κρίθηκε ότι η Γαλλική Δημοκρατία όφειλε να φέρει τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα πρωτοδίκως λόγω της παρεμβάσεώς της.
134 Επομένως, προτείνω, και πάλι όλως επικουρικώς, να εξαφανιστούν τα σημεία 5 και 6 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκειμένου να ληφθεί υπόψη, αφενός, η επίδραση της μερικής εξαφανίσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου κατόπιν της παρούσας αναιρέσεως, και, αφετέρου, το σχετικό αίτημα της Γαλλικής Δημοκρατίας.
135 Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα που η Επιτροπή ζητεί να ληφθεί υπόψη, θεωρώ ότι πρέπει η Επιτροπή πράγματι να φέρει τα δικαστικά της έξοδα καθώς και τα έξοδα της προσφεύγουσας πρωτοδίκως. Συγκεκριμένα, ακόμη και αν γίνει δεκτή η παρούσα αίτηση αναιρέσεως, ουδόλως μεταβάλλει τα συμπεράσματα του Πρωτοδικείου ως προς την παράλειψη της Επιτροπής κατά την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις.
136 Αντιθέτως, για τους προαναφερθέντες λόγους, η Γαλλική Δημοκρατία πρέπει να φέρει μόνον τα δικά της δικαστικά έξοδα.
137 Όσον αφορά τα έξοδα της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εν πάση περιπτώσει, μόνον ένα μέρος της επιχειρηματολογίας των αναιρεσειουσών έγινε δεκτό. Επομένως, προτείνω, και στις δύο υποθέσεις, να φέρει κάθε διάδικος της κύριας δίκης τα δικαστικά του έξοδα και να ισχύσει το ίδιο για τους παρεμβαίνοντες, δυνάμει, αντιστοίχως, των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 69 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
138 Κατόπιν τούτου, υπενθυμίζω ότι τα ανωτέρω αποτελούν επικουρικές προτάσεις και ότι πρέπει, κατά την άποψή μου, οι αιτήσεις αναιρέσεως να κριθούν απαράδεκτες για τους λόγους που εκτίθενται στα σημεία 28 έως 51.
Πρόταση
139 Κατόπιν των προεκτεθέντων στο πλαίσιο της κυρίας προτάσεώς μου, προτείνω στο Δικαστήριο:
- να κηρύξει απαράδεκτες τις αιτήσεις αναιρέσεως της Γαλλικής Δημοκρατίας και της Επιτροπής·
- να υποχρεώσει τις αναιρεσείουσες να φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα με εξαίρεση τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι παρεμβαίνοντες·
- να υποχρεώσει τους παρεμβαίνοντες να φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
(1) - Απόφαση της 3ης Ιουνίου 1999, Τ-17/96 (Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-1757).
(2) - EE ειδ. έκδ. 08/001, σ. 37.
(3) - ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25.
(4) - Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1989, 247/87, Star Fruit κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 291, σκέψη 11).
(5) - Κανονισμός (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1).
(6) - Απόφαση της 17ης Ιουλίου 1998, Τ-111/96 (Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-2937).
(7) - Απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, Τ-266/97 (Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-2329).
(8) - Διάταξη της 16ης Σεπτεμβρίου 1997, C-59/96 P (Συλλογή 1997, σ. Ι-4809).
(9) - Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1992, C-15/91 και C-108/91, Buckl κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-6061, σκέψεις 14 έως 17), καθώς και διάταξη της 10ης Ιουνίου 1993, C-41/92, The Liberal Democrats κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1993, σ. Ι-3153, σκέψη 4).
(10) - Απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1999, C-73/97 Ρ (Συλλογή 1999, σ. Ι-185).
(11) - Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1996, Τ-70/94, Comafrica και Dole Fresh Fruit Europe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-1741).
(12) - Βλ., ως δείγμα άφθονης νομολογίας, απόφαση της 18ης Μαρτίου 1993, C-35/92 P, Κοινοβούλιο κατά Frederiksen (Συλλογή 1993, σ. Ι-991).
(13) - Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 14ης Σεπτεμβρίου 1995, C-396/93 P, Henrichs κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. Ι-2611), καθώς και της 18ης Μαρτίου 1999, C-2/98 P, De Compte κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1999, σ. Ι-1787).
(14) - Βλ. απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1996, C-68/95, T. Port (Συλλογή 1996, σ. Ι-6065, σκέψεις 58 και 59).
(15) - Απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1993, C-107/91, ENU κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-599).
(16) - Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983, 231/82, Spijker κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 2559).
(17) - Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Bundesverband der Bilanzbuchhalter κατά Επιτροπής.
(18) - Βλ., ως παράδειγμα πάγιας νομολογίας, αποφάσεις της 29ης Οκτωβρίου 1980, 138/79, Roquette Frθres κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1980, σ. 3333), καθώς και της 15ης Ιουνίου 1993, C-225/91, Matra κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-3203, σκέψεις 23 και 25).
(19) - Αποφάσεις της 4ης Μαρτίου 1982, 182/80, Gauff κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 799), και της 15ης Μαρτίου 1984, 64/82, Tradax κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 1359).
(20) - Απόφαση της 22ας Μαου 1985, 13/83 (Συλλογή 1985, σ. 1513).
(21) - Βλ., για παράδειγμα, Lιger, P.: «Commentaire article par article des traitιs UE et CE», Helbing & Lichtenhahn, Dalloz, Bruylant, 2000, σ. 1658· Lenz, C.O.: «EG-Vertrag Kommentar», Bundesanzeiger, Helbing & Lichtenhan, Ueberreuter, 1994, σ. 1154; Von der Groeben-Thiesing-Ehlermann, Kommentar zum EU-/EG-Vertrag, Nomos, 5η έκδοση, 1997, τόμος 4, σ. 593, καθώς και Jurisclasseur Europe, τόμος 2, τεύχος 340.
Full & Egal Universal Law Academy