Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I. Εισαγωγή
1. Η Ismeri Europa Srl (στο εξής: Ismeri) άσκησε ενώπιον του ρωτοδικείου, σύμφωνα με τα άρθρα 178 και 215 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρα 235 και 288 ΕΚ), αγωγή αποζημιώσεως προς αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω των επικρίσεων που διατύπωσε κατ' αυτής το Ελεγκτικό Συνέδριο στην ειδική έκθεση 1/96 σχετικά με τα προγράμματα MED.
2. Με την αγωγή της, διατύπωσε τρία αιτήματα:
1) να αναγνωριστεί «η παραβίαση της θεμελιώδους αρχής του δικαιώματος άμυνας και της προηγουμένης ακροάσεως και, ως εκ τούτου, το παράνομο της συμπεριφοράς του Ελεγκτικού Συνεδρίου»·
2) να αναγνωριστεί, κατά συνέπεια, η «εξωσυμβατική ευθύνη» του κοινοτικού αυτού οργάνου και
3) να υποχρεώσει το Ελεγκτικό Συνέδριο να «δημοσιεύσει τις παρατηρήσεις της εταιρίας στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και να τις κοινοποιήσει επισήμως και αμελλητί στο Κοινοβούλιο, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα της Ismeri να παράσχει εξηγήσεις όσον αφορά τα προγράμματα MED, όπως το δικαίωμα αυτό απονέμεται στα διάφορα κοινοτικά όργανα που υπάγονται στον έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 206, παράγραφος 1, της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας».
3. Το ρωτοδικείο, με απόφαση της 15ης Ιουνίου 1999 , απέρριψε την αγωγή, οπότε η Ismeri άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής, με δικόγραφο που κατέθεσε στις 24 Αυγούστου 1999, αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής.
ΙΙ. Τα πραγματικά περιστατικά
4. Για τις ανάγκες της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, επισημαίνω τα εξής πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από την απόφαση:
τα προγράμματα MED εντάσσονται στην πολιτική παροχής ενισχύσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση προς τις τρίτες μεσογειακές χώρες και ανταποκρίνονται στη βούληση της Κοινότητας να αναπτύξει την πολυμερή συνεργασία τόσο αυτής με τις εν λόγω χώρες όσο και μεταξύ των χωρών αυτών. Τα προγράμματα αυτά σχεδιάστηκαν για να παράσχουν δυνατότητα αναπτύξεως σε ορισμένους τομείς μέσω μιας αποκεντρωμένης συνεργασίας, η οποία συγκεκριμενοποιείται με την εκτέλεση σχεδίων στα οποία η Επιτροπή παρέχει την αναγκαία συμπληρωματική χρηματοδοτική συνδρομή και την αναγκαία τεχνική βοήθεια.
Η Επιτροπή ανέθεσε τη διοικητική και οικονομική διαχείριση των πόρων που προορίζονταν για τα προγράμματα MED σε μια βελγική ένωση μη κερδοσκοπικού σκοπού συσταθείσα προς τον σκοπό αυτόν, την Agence pour les Réseaux transméditerranéens (στο εξής: ARTM). Η τεχνική παρακολούθηση της εκτελέσεως των προγραμμάτων ανατέθηκε σε γραφεία τεχνικής βοήθειας που είναι κατά κανόνα γραφεία παροχής συμβουλών.
Τα σχέδια εγκρίνονται από μια επιτροπή, την επιτροπή επιλογής, η οποία συντίθεται από εκπροσώπους της ARTM και εκπροσώπους των γραφείων τεχνικής βοήθειας· οι τελευταίοι παρίστανται στις συζητήσεις για να διατυπώνουν τη γνώμη τους επί τεχνικών ζητημάτων και δεν διαθέτουν δικαίωμα ψήφου. ρόεδρος της επιτροπής είναι ο αρμόδιος υπάλληλος διοικήσεως της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Στην ειδική έκθεσή του 1/96 της 30ής Μα_ου 1996 , το Ελεγκτικό Συνέδριο διατύπωσε διάφορες επικρίσεις όσον αφορά τη διαχείριση των προγραμμάτων MED, επισημαίνοντας περιπτώσεις συγχύσεως συμφερόντων στο όλο σύστημα διαχειρίσεως. Επισήμανε ότι, έως τον Απρίλιο του 1995, δύο από τα τέσσερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ARTM διηύθυναν γραφεία τεχνικής βοήθειας επιφορτισμένα με την παρακολούθηση της εκτελέσεως των προγραμμάτων και επέκρινε το γεγονός ότι στις δύο αυτές επιχειρήσεις είχαν ανατεθεί συμβάσεις στην κατάρτιση των οποίων είχαν οι ίδιες συμβάλει στο πλαίσιο του διοικητικού συμβουλίου της ARTM. Ένα από τα δύο γραφεία παροχής συμβουλών που κατονομάζονται στην έκθεση είναι η Ismeri.
Στις 31 Ιανουαρίου 1997, η Ismeri ζήτησε από το Ελεγκτικό Συνέδριο να διορθώσει τις ανακρίβειες που περιείχε η εν λόγω έκθεση. Υποστήριξε εξάλλου ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο όφειλε να τη συμβουλευθεί προτού δημοσιεύσει την έκθεση. Το Ελεγκτικό Συνέδριο απέρριψε το αίτημα της Ismeri απαντώντας της ότι η διαδικασία που είχε ακολουθήσει ήταν η ορθή. Δύο φορές, και συγκεκριμένα στις 24 Απριλίου και στις 12 Ιουνίου 1997, η Ismeri επανέλαβε το αίτημά της το οποίο και πάλι απορρίφθηκε.
Κατά την περίοδο συνόδου της 17ης Ιουλίου 1997, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε ψήφισμα σχετικά με την ειδική έκθεση 1/96 του Ελεγκτικού Συνεδρίου , με το οποίο υιοθετεί τα πραγματικά περιστατικά όπως αυτά εκτίθενται από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Υπογραμμίζει ότι το 62 % του συνόλου των δαπανών τεχνικής βοήθειας απορροφήθηκαν από δύο γραφεία τεχνικής βοήθειας, ήτοι συγκεκριμένα τα γραφεία τα οποία εκπροσωπούνται στην ARTM με ένα μέλος το καθένα. Το Κοινοβούλιο συνήγαγε από τα ανωτέρω ότι υπήρχε «[σαφής] και μακροχρόνια σύγχυση συμφερόντων» και ότι τα εν λόγω μέλη του διοικητικού συμβουλίου «ενδέχεται να είναι υπόλογα ενώπιον της δικαιοσύνης σύμφωνα με τον ποινικό κώδικα των οικείων κρατών μελών» . Το Κοινοβούλιο κατέληξε επισημαίνοντας τον παραδειγματικό χαρακτήρα της υποθέσεως και κάλεσε την Επιτροπή, «της οποίας η αξιοπιστία [ετίθετο] υπό αμφισβήτηση», να πάρει δραστικά μέτρα για να αποφευχθεί η επανάληψη αναλόγων καταστάσεων στο πλαίσιο άλλων προγραμμάτων συνεργασίας .
Στις 20 Οκτωβρίου 1997, η Ismeri άσκησε ενώπιον του ρωτοδικείου αγωγή η οποία απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας απόφαση.
ΙΙΙ. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
5. Επί της ουσίας , η απόφαση του ρωτοδικείου περιλαμβάνει δύο σαφώς χωριστά μέση. Το πρώτο μέρος αφορά την παραβίαση της αρχής της προηγουμένης ακροάσεως και το δεύτερο τον δυσφημιστικό χαρακτήρα, έναντι της Ismeri, των επικρίσεων που περιέχει η ειδική έκθεση 1/96 του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
6. Όσον αφορά την παραβίαση της αρχής της προηγουμένης ακροάσεως, το ρωτοδικείο κατέληξε στα εξής :
Η εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας θεμελιώνεται μόνον αν ο ενάγων αποδεικνύει όχι μόνον το παράνομο της συμπεριφοράς που προσάπτεται στο εμπλεκόμενο κοινοτικό όργανο και το υποστατό της ζημίας, αλλά και την ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας.
Ακόμα και αν υποτεθεί ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο ήταν υποχρεωμένο να παράσχει στην ενάγουσα τη δυνατότητα να διατυπώσει την άποψή της πριν από την έγκριση και δημοσίευση της ειδικής εκθέσεως και, μη πράττοντάς το, συμπεριφέρθηκε παρανόμως, το περιεχόμενο της εκθέσεως δεν θα είχε τροποποιηθεί. Το ρωτοδικείο καταλήγει στο συμπέρασμα αυτό διότι το Ελεγκτικό Συνέδριο είχε απορρίψει όλες τις παρατηρήσεις που είχε διατυπώσει η Ismeri με την από 31 Ιανουαρίου 1997 επιστολή της. Από την απάντησή του στην επιστολή αυτή προκύπτει ότι δεν θα είχε τροποποιήσει το περιεχόμενο της ειδικής εκθέσεως ακόμα και αν είχε παράσχει στην Ismeri τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις της πριν από την έγκριση της εκθέσεως.
7. Όσον αφορά τον δυσφημιστικό χαρακτήρα των επικρίσεων που διατυπώνονται κατά της Ismeri στην έκθεση, το ρωτοδικείο αναφέρει τα εξής :
Η μέριμνα για την αποτελεσματική εκτέλεση της αποστολής του μπορεί να οδηγήσει το Ελεγκτικό Συνέδριο να καταγγείλει κατ' εξαίρεση τα διαπιστωθέντα γεγονότα κατά τρόπο πλήρη και, επομένως, να κατονομάσει τα τρίτα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Η κατονομασία αυτή επιβάλλεται ιδιαιτέρως όταν η ανωνυμία ενέχει τον κίνδυνο να δημιουργήσει σύγχυση ως προς την ταυτότητα των εμπλεκομένων προσώπων, πράγμα το οποίο μπορεί να βλάψει τα συμφέροντα των προσώπων τα οποία αφορά μεν η έρευνα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αλλά δεν τα αφορούν οι επικριτικές εκτιμήσεις του. Εν πάση περιπτώσει, οι εκτιμήσεις που διατυπώνονται υπό τις συνθήκες αυτές σχετικά με τρίτα πρόσωπα υπόκεινται στον πλήρη έλεγχο του ρωτοδικείου. Μπορούν να συνιστούν πταίσμα και, επομένως, να στοιχειοθετήσουν την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας .
Στο πλαίσιο της εκτελέσεως της αποστολής του, το Ελεγκτικό Συνέδριο ήταν υποχρεωμένο να καταγγείλει μια κατάσταση στην οποία μια δημόσια σύμβαση ανατέθηκε σε πρόσωπο το οποίο μετέσχε στην αξιολόγηση και επιλογή των προσφορών. Η εταιρία Ismeri ήταν σε θέση να επηρεάσει τη διαδικασία λήψεως της αποφάσεως και να ευνοήσει τα ιδιωτικά της συμφέροντα, καθόσον ένας από τους διευθύνοντές της μετείχε στην ARTM. Η Ismeri τελούσε, συνεπώς, σε κατάσταση συγχύσεως συμφερόντων .
Το Ελεγκτικό Συνέδριο αναφέρει στην ειδική του έκθεση ότι η Επιτροπή είχε ζητήσει από τους διευθυντές των δύο γραφείων τεχνικής βοήθειας να παραιτηθούν από το διοικητικό συμβούλιο της ARTM, αλλά ότι η Ismeri είχε δυσανασχετήσει. Οι ισχυρισμοί αυτοί στηρίζονται σε πραγματικά περιστατικά αποδεδειγμένα και προσηκόντως ερμηνευμένα. Ο διευθύνων της Ismeri που μετείχε στο διοικητικό συμβούλιο της ARTM παραιτήθηκε μόλις δύο έτη αφότου η Επιτροπή του είχε ζητήσει να το πράξει και αφού η τελευταία δέχθηκε τους όρους της παραιτήσεώς του, όρους σχετικούς με την εκλογή του αντικαταστάτη του και την ανάθεση συμβάσεως τεχνικής βοήθειας .
Η εκτίμηση της ποιότητας του έργου που πραγματοποίησε η Ismeri και των αποτελεσμάτων στα οποία συνέβαλε δεν αποτελεί κριτήριο ικανό να θέσει εν αμφιβόλω τη λυσιτέλεια των διαπιστώσεων στις οποίες προέβη το Ελεγκτικό Συνέδριο με την ειδική έκθεσή του 1/96 .
IV. Η αίτηση αναιρέσεως
8. Η αίτηση αναιρέσεως της Ismeri περιλαμβάνει έξι λόγους, τους οποίους θα εκθέσω συνοπτικά με τη σειρά, μαζί με την απάντηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου όσον αφορά κάθε έναν από αυτούς. Στη συνέχεια, θα τους αναλύσω στο μέρος V των παρουσών προτάσεων.
ρώτος λόγος αναιρέσεως: διαδικαστικές πλημμέλειες συνιστάμενες στο ότι το ρωτοδικείο δεν αποφάνθηκε επί της αιτήσεως εξετάσεως μαρτύρων και δεν διερεύνησε επαρκώς την υπόθεση
9. Κατά την Ismeri, το γεγονός ότι το ρωτοδικείο δεν απάντησε στο αίτημά της περί εξετάσεως μαρτύρων συνιστά διαδικαστική πλημμέλεια, καθόσον τα δικαιοδοτικά όργανα υποχρεούνται, δυνάμει των γενικών αρχών του δικαίου, να αποφαίνονται επί όλων των ζητημάτων που υποβάλλονται στην κρίση τους. Η σιωπηρή αυτή απόρριψη της προταθείσας αποδείξεως συνεπάγεται ανεπαρκή διερεύνηση, στο μέτρο που το ρωτοδικείο εξέφρασε αμφιβολίες ως προς το αξιόπιστο ορισμένων εγγράφων και προτίμησε να στηριχθεί στην εκδοχή των πραγματικών περιστατικών που εκτίθεται στην ειδική έκθεση 1/96 του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
10. Το Ελεγκτικό Συνέδριο απαντά ότι ο λόγος αυτός είναι απράδεκτος καθόσον αποσκοπεί να ωθήσει το Δικαστήριο να ασχοληθεί με θέματα εκφεύγοντα της αρμοδιότητάς του, δεδομένου ότι η εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων εμπίπτει στην κυριαρχική εκτίμηση του ρωτοδικείου, εκτός αν υποστηριχθεί ότι το ρωτοδικείο, προβαίνοντας στην εκτίμησή τους, τα διαστρέβλωσε, πράγμα το οποίο δεν υποστηρίχθηκε εν προκειμένω. Επικουρικώς, το Ελεγκτικό Συνέδριο υποστηρίζει ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι η απόδειξη υπήρξε επαρκής και διότι ο δικαστής δεν υποχρεούται να εξηγεί με την απόφασή του τους προφανείς εξάλλου στην υπό κρίση περίπτωση λόγους για τους οποίους δεν δέχεται πρόταση εξετάσεως μαρτύρων.
Δεύτερος λόγος αναιρέσεως: παραβίαση του κοινοτικού δικαίου και ανεπάρκεια του σκεπτικού όσον αφορά την «αρχή της προηγουμένης ακροάσεως»
11. Η Ismeri προσάπτει στο ρωτοδικείο ότι δεν αποφάνθηκε, με την απόφασή του, επί της εφαρμογής της αρχής της προηγουμένης ακροάσεως στη αντιδικία της αναιρεσείουσας με το Ελεγκτικό Συνέδριο και δέχθηκε, ως ουσιώδες επιχείρημα, ότι η εκτίμηση του οργάνου αυτού δεν θα μετέβαλλε το περιεχόμενο της εκθέσεώς του ακόμα και αν είχε αποφασίσει να ακούσει την Ismeri προτού τη δημοσιεύσει. Κατά την αναιρεσείουσα εταιρία, η τήρηση της αρχής της προηγουμένης ακροάσεως, η οποία υποχρεώνει τις δημόσιες αρχές να ακούν τους ενδιαφερομένους προτούν λάβουν απόφαση που τους αφορά, αποτελεί θεμελιώδη όρο της ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειάς τους. Το άρθρο 206 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 276 ΕΚ) απονέμει το δικαίωμα ακροάσεως όχι μόνο στα κοινοτικά όργανα που υπάγονται στον έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αλλά και στα άλλα υποκείμενα δικαίου τα οποία αφορά η ελεγκτική του δραστηριότητα. Η προηγούμενη ακρόαση αποτελεί, εξάλλου, απαραίτητο στοιχείο της διαδικασίας απαλλαγής του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
12. Το Ελεγκτικό Συνέδριο υπενθυμίζει ότι η διαφορά έχει ως αντικείμενο την αναγνώριση της εξωσυμβατικής ευθύνης και όχι του παράνομου χαρακτήρα μιας πράξεώς του. Δεδομένου ότι η αναγνώριση αυτή απαιτεί τη συνδρομή τριών προϋποθέσεων (παράνομη πράξη, ζημία και αιτιώδης συνάφεια), η έλλειψη μιας από τις προϋποθέσεις αυτές (ήτοι της αιτιώδους συναφείας) αποκλείει κάθε ευθύνη χωρίς να είναι αναγκαία η εξέταση των άλλων δύο προϋποθέσεων (ήτοι του παρανόμου της προσαπτομένης πράξεως και της ζημίας την οποία η πράξη αυτή προξένησε). Επιπλέον, το Ελεγκτικό Συνέδριο θεωρεί ότι η αναιρεσείουσα περιορίστηκε να επαναλάβει τα επιχειρήματα τα οποία είχε ήδη διατυπώσει πρωτοδίκως και δεν διατύπωσε ιδιαίτερες αιτιάσεις κατά των ερεισμάτων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, πράγμα που καθιστά αυτόν τον λόγο αναιρέσεως απαράδεκτο.
Τρίτος λόγος αναιρέσεως: το ρωτοδικείο δεν αποφάνθηκε επί του λόγου που αντλείται από τη θεμελιώδη αρχή του δικαιώματος άμυνας και από την αρχή της κατ' αντιμωλία συζητήσεως
13. Η Ismeri διατείνεται ότι το ρωτοδικείο δεν αποφάνθηκε επί ενός καθοριστικού ζητήματος της διαφοράς το οποίο έθεσε με την αγωγή της, ήτοι του δικαιώματος άμυνας και του δικαιώματος σε κατ' αντιμωλία συζήτηση στη διαδικασία ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
14. Το αναιρεσίβλητο απαντά ότι το ρωτοδικείο δεν ήταν υποχρεωμένο να εξετάσει το ζήτημα αυτό, καθόσον έκρινε ότι, ακόμα και αν είχε τηρηθεί η αρχή της προηγουμένης ακροάσεως, το περιεχόμενο της ειδικής εκθέσεως θα ήταν το ίδιο. Κατά το Ελεγκτικό Συνέδριο, αυτός ο λόγος αναιρέσεως στερείται ερείσματος.
Τέταρτος λόγος αναιρέσεως: παραβίαση του κοινοτικού δικαίου και ανεπάρκεια του σκεπτικού όσον αφορά τη «δυσφήμιση»
15. Η Ismeri υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο δεν εξέθεσε το σκεπτικό που το οδήγησε στο συμπέρασμα σχετικά με την έννοια της δυσφημίσεως και ότι το συμπέρασμα αυτό στερείται ερείσματος. Υποστηρίζει ότι η κατονομασία των δύο γραφείων τεχνικής βοήθειας στην ειδική έκθεση και η αναφορά σε τυχόν ποινικές ευθύνες είναι ασυμβίβαστες με τις αρχές της εμπιστευτικότητας και της αναλογικότητας.
16. Κατά το Ελεγκτικό Συνέδριο, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος στο μέτρο που δεν βάλλει άμεσα κατά της συλλογιστικής την οποία ακολούθησε το ρωτοδικείο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αλλ' απλώς επαναλαμβάνει τα επιχειρήματα που διατυπώθηκαν με την αγωγή. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και καθόσον εισάγει στη συζήτηση στοιχεία τα οποία είναι απαράδεκτα, καθόσον νέα (όπως το γεγονός ότι τα δύο άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ARTM δεν ανήκαν σε κανένα γραφείο τεχνικής βοήθειας επιφορτισμένο με την παρακολούθηση της εκτελέσεως των προγραμμάτων MED, η υποχρέωση διακριτικότητας και η αρχή της αναλογικότητας).
έμπτος λόγος αναιρέσεως: διαστρέβλωση των πραγματικών περιστατικών όσον αφορά τη «σύγχυση συμφερόντων», ανεπάρκεια του σκεπτικού και εσφαλμένος νομικός χαρακτηρισμός
17. Η Ismeri θεωρεί ότι η κρίση που διατύπωσε το ρωτοδικείο σχετικά με τον αποφασιστικό ρόλο του διοικητικού συμβουλίου της ARTM όσον αφορά την ανάθεση των συμβάσεων στα γραφεία τεχνικής βοήθειας, οι εκτιμήσεις του σχετικά με τις δύο συμβάσεις που της ανατέθηκαν καθώς και σχετικά με τη λεγόμενη «πειραματική φάση» αποτελούν καρπό πρόδηλης διαστρεβλώσεως των πραγματικών περιστατικών. Η Ismeri προσθέτει ότι οι εν λόγω κρίση και εκτιμήσεις στερούνται εξάλλου οιασδήποτε αιτιολογίας. Κατά την αναιρεσείουσα, η έννοια της «συγχύσεως συμφερόντων» που εφάρμοσε το ρωτοδικείο είναι εσφαλμένη και αναιτιολόγητη.
18. Το Ελεγκτικό Συνέδριο υποστηρίζει ότι ο αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος καθόσον επιχειρεί να θέσει εν αμφιβόλω την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του ρωτοδικείου, ενώ δεν υφίσταται ούτε ανακρίβεια των διαπιστώσεων ούτε διαστρέβλωση των αποδεικτικών στοιχείων. Όσον αφορά το ζήτημα της έννοιας της «συγχύσεως συμφερόντων», το Ελεγκτικό Συνέδριο υποστηρίζει ότι αυτό το σκέλος του λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο, καθόσον η Ismeri περιορίζεται να επαναλάβει τον λόγο που είχε ήδη προβάλει πρωτοδίκως χωρίς καμία κριτική ανάλυση της αποφάσεως προς στήριξη των ισχυρισμών της. Το Ελεγκτικό Συνέδριο θεωρεί, εξάλλου, ότι ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος καθόσον το ρωτοδικείο έδωσε στην έννοια της συγχύσεως συμφερόντων έναν ορισμό που ανταποκρίνεται στην υπό κρίση υπόθεση.
Έκτος λόγος αναιρέσεως: διαστρέβλωση των πραγματικών περιστατικών και ανεπάρκεια του σκεπτικού όσον αφορά την αντίσταση εκ μέρους του εκπροσώπου της Ismeri στα αιτήματα της Επιτροπής με τα οποία του ζητήθηκε να παραιτηθεί από το διοικητικό συμβούλιο της ARTM
19. Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι το ρωτοδικείο δεν μπορούσε να περιοριστεί να εκφράσει αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία ενός εγγράφου το οποίο αποδείκνυε ότι η Επιτροπή είχε αποφασίσει να μη ζητήσει την παραίτηση του εκπροσώπου της στο διοικητικό συμβούλιο της ARTM και δεν δέχεται ότι η παραίτηση αυτή έλαβε χώρα μόνον κατόπιν της αποδοχής, μετά από μακρά διαπραγμάτευση, ορισμένων όρων.
20. Κατά το Ελεγκτικό Συνέδριο, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι το ρωτοδικείο, καταλήγοντας στα ως άνω συμπεράσματα, διαστρέβλωσε τα αποδεικτικά στοιχεία που διέθετε για να στηρίξει την απόφασή του.
V. Ανάλυση της αιτήσεως αναιρέσεως
21. Οι έξι λόγοι επί των οποίων η Ismeri στηρίζει την αίτηση αναιρέσεως είναι στην πραγματικότητα πολύ περισσότεροι, καθόσον ορισμένοι περιλαμβάνουν διάφορα επιχειρήματα. Μπορούν, ωστόσο, να καταταγούν σε τρεις ομάδες:
λόγοι αναιρέσεως που αφορούν την τυπική κανονικότητα της διαδικασίας ή της αποφάσεως: πρόκειται για τον πρώτο και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως·
λόγοι αναιρέσεως που βάλλουν κατά των συμπερασμάτων επί των πραγματικών περιστατικών, στα οποία κατέληξε το ρωτοδικείο με την απόφασή του: στην ομάδα αυτή εμπίπτουν ένα σκέλος του πέμπτου λόγου και ο έκτος λόγος αναιρέσεως·
τέλος, λόγοι αναιρέσεως επί της ουσίας που βάλλουν κατά της νομικής ερμηνείας στην οποία προέβη το ρωτοδικείο: πρόκειται για τον δεύτερο και τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, καθώς και για το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως.
22. Η ως άνω κατάταξη χρησιμεύει απλώς να προσδώσει κάποια σαφήνεια στη συζήτηση, αλλά μπορεί να αποδειχθεί τεχνητή δεδομένου ότι ορισμένα επιχειρήματα που αναπτύσσονται σχετικά με ορισμένους λόγους αναπτύσσονται και όσον αφορά άλλους λόγους αναιρέσεως. Όλοι οι λόγοι αναιρέσεως έχουν κοινά σημεία, γεγονός που θα με υποχρεώσει επανειλημμένως να γυρίσω πίσω για να ξαναβρω τον ειρμό ενός επιχειρήματος το οποίο θα έχω προσωρινά αφήσει κατά μέρος.
1. Οι τυπικοί λόγοι αναιρέσεως
Α. Η παράλειψη απαντήσεως στην πρόταση εξετάσεως μαρτύρων (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
23. Το δικαίωμα σε δίκαιη και επιεική δίκη αποτελεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου εμπνεόμενη από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, της 4ης Νοεμβρίου 1950 . Το δικαίωμα προσκομίσεως της αποδείξεως και χρησιμοποιήσεως των αναγκαίων μέσων προς απόδειξη των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων στηρίζεται το έννομο συμφέρον που επικαλείται κάθε διάδικος αποτελεί μέρος του συνόλου των δυνατοτήτων που απαρτίζουν την εγγύηση της δίκαιης δίκης. Είναι μεν αληθές ότι το δικαίωμα αυτό δεν εμποδίζει το επιληφθέν δικαστήριο να εκτιμά το πρόσφορο των προτεινομένων αποδεικτικών μέσων και να απορρίπτει εκείνα τα οποία του φαίνονται άσχετα με τη διαφορά, είναι όμως εξίσου αληθές ότι η απόρριψη αυτή πρέπει να αιτιολογείται και ότι δεν υφίσταται μεγαλύτερη πλημμέλεια του σκεπτικού από τη σιωπή.
24. Οι τυπικοί κανόνες, συμπεριλαμβανομένων των δικονομικών, αποτελούν ένα μέσο, ποτέ αυτοσκοπό. Για να μπορεί ένας τέτοιος λόγος να ευδοκιμήσει στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, δεν αρκεί να σημειώθηκε τυπικώς διαδικαστική πλημμέλεια, αλλά απαιτείται και να έχει παραγάγει αποτελέσματα, η δε ύπαρξή της να έχει περιορίσει πραγματικά τα μέσα άμυνας του διαδίκου που την επικαλείται. Επιπλέον, ο καταγγέλλων μια κατάσταση προσβάλλουσα τα δικαιώματα άμυνάς του λόγω διαδικαστικής πλημμέλειας πρέπει να την έχει αντιληφθεί ως τοιαύτη όταν αυτή σημειώθηκε και να την έχει καταγγείλει στην πρώτη ευκαιρία.
25. Η Ismeri υποστηρίζει ότι πρότεινε την εξέταση εννέα μαρτύρων με το δικόγραφο της αγωγής και ότι το ρωτοδικείο δεν απάντησε ρητώς στο αίτημα αυτό. Οι δύο αυτοί ισχυρισμοί, καίτοι ευσταθούν, δεν αντιπροσωπεύουν όλη την αλήθεια. Η Ismeri παραλείπει να αναφέρει ότι επανέλαβε την πρότασή της για εξέταση μαρτύρων με το υπόμνημα απαντήσεως, μόνον όμως «για την περίπτωση που το ρωτοδικείο θα θεωρούσε ότι τα έγγραφα που προσκόμισαν η ενάγουσα και το εναγόμενο δεν επαρκούν προς ανασύσταση των πραγματικών περιστατικών και τη διαπίστωση του αβασίμου των παρατηρήσεων τις οποίες διατύπωσε το Ελεγκτικό Συνέδριο όσον αφορά τη συμπεριφορά της Ismeri». Η αναιρεσείουσα αποσιωπά επίσης το γεγονός ότι από τότε ουδέποτε υπενθύμισε στο ρωτοδικείο ότι ήταν υποχρεωμένο να αποφανθεί επί της προτάσεως διεξαγωγής αποδείξεων.
26. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως στερείται ερείσματος. ρώτον, διότι η ίδια η Ismeri, στο υπόμνημα απαντήσεως, εξάρτησε την εξέταση μαρτύρων από την προϋπόθεση ότι το ρωτοδικείο θα έκρινε ανεπαρκή τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι. Από την απόφαση προκύπτει ότι το ρωτοδικείο έκρινε άλλως (ειδικότερα στις σκέψεις 95 έως 147). Επιπλέον, η αναιρεσείουσα φαίνεται ότι η ίδια δεν θεώρησε ότι η απόδειξη αυτή ήταν πράγματι αναγκαία, καθόσον κατά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας και προτού το ρωτοδικείο αποφανθεί επί της διαφοράς, δεν θεώρησε αναγκαίο να του υπενθυμίσει ότι έπρεπε να διεξαχθεί η απόδειξη την οποία είχε ζητήσει αρχικά, ακόμα δε λιγότερο να επιστήσει την προσοχή του ρωτοδικείου στην προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας την οποία θα συνιστούσε η μη διεξαγωγή αποδείξεων. Φρονώ ότι ο διάδικος ο οποίος, με την αδράνεια ή την αμέλειά του, συμβάλλει στη δημιουργία καταστάσεως προσβάλλουσας τα δικαιώματα άμυνάς του δεν μπορεί να επικαλεστεί προσβολή των δικαιωμάτων αυτών. Η διατύπωση αυτού του λόγου αναιρέσεως εμφανίζεται ως βεβιασμένη αντίδραση της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της, με την προβολή, ως προσχήματος, μιας τυπικής πλημμέλειας την οποία η ενδιαφερομένη είχε κρίνει άνευ σημασίας όταν αυτή σημειώθηκε.
27. Αυτός ο λόγος αναιρέσεως ενέχει ένα επιχείρημα το οποίο επαναλαμβάνει συχνά η Ismeri: το ρωτοδικείο επέλεξε να υιοθετήσει την εκδοχή των πραγματικών περιστατικών που παρέσχε το Ελεγκτικό Συνέδριο και δεν θέλησε να διατάξει τη διεξαγωγή αποδείξεων με τα αποδεικτικά μέσα που είχε προτείνει η Ismeri. ροβαλλόμενος στο πλαίσιο αυτό, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι προδήλως απαράδεκτος. Στο ρωτοδικείο και μόνον εναπέκειτο να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς εκτιμώντας τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία διέθετε. Το Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο αιτήσεως αναιρέσεως, δεν μπορεί να ασχοληθεί με το ζήτημα αυτό παρά μόνον αν τα αποδεικτικά στοιχεία αυτά συγκεντρώθηκαν κατά παράβαση διατάξεως ή αρχής του κοινοτικού δικαίου ή αν το ρωτοδικείο παρέβη τους κανόνες διεξαγωγής και εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων, προβαίνοντας σε παράλογη ή αυθαίρετη ερμηνεία η οποία τα διαστρεβλώνει. Υπό την επιφύλαξη του ελέγχου του νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών, το Δικαστήριο δεν μπορεί ποτέ να αποφανθεί επί των πραγματικών περιστατικών, αλλά μόνο να αναιρέσει την απόφαση θεραπεύοντας ένα νομικό σφάλμα του ρωτοδικείου .
Β. αράβαση της αρχής του μη αφήναι αίτημα αδίκαστον (τρίτος λόγος αναιρέσεως)
α) αράλειψη του ρωτοδικείου να αποφανθεί επί του αιτήματος της Ismeri να αναγνωριστεί η προσβολή του δικαιώματός της να ακουσθεί από το Ελεγκτικό Συνέδριο
28. Η μη απάντηση σε επιχείρημα διαδίκου αποτελεί αρνησιδικία η οποία προσβάλλει άμεσα την ίδια την ουσία του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Αν κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα να εξεταστεί η υπόθεσή του, η τήρηση σιωπής εκ μέρους του δικαστηρίου αποτελεί τη σοβαρότερη προσβολή αυτού του δικαιώματος.
29. Η Ismeri είχε διατυπώσει τρία αιτήματα ενώπιον του ρωτοδικείου. Με το πρώτο, του οποίου το περιεχόμενο είναι πολύπλοκο, ζήτησε από το ρωτοδικείο να αναγνωρίσει ότι είχε δικαίωμα να ακουσθεί από το Ελεγκτικό Συνέδριο πριν από τη δημοσίευση της εκθέσεως που την έθιγε άμεσα και ότι το εν λόγω όργανο είχε προσβάλει το δικαίωμα αυτό. Το δεύτερο αίτημα αποσκοπούσε στην αποκατάσταση των ζημιών που η ενάγουσα ισχυριζόταν ότι υπέστη εξ αιτίας του ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο είχε προσβάλει το δικαίωμα ακροάσεώς της. Με το τρίτο αίτημα, τέλος, η ενάγουσα επεδίωκε να υποχρεωθεί το Ελεγκτικό Συνέδριο να δημοσιεύσει τις παρατηρήσεις τις οποίες η Ismeri είχε διατυπώσει σχετικά με την ειδική έκθεση 1/96. Θα εξετάσω καταρχάς το πρώτο αίτημα. Τα υπόλοιπα δύο αιτήματα θα τα εξετάσω αργότερα.
30. Η Ismeri προσάπτει στο ρωτοδικείο ότι δεν αποφάνθηκε επί του πρώτου αιτήματος . Είναι ακριβές ότι το ρωτοδικείο, στην απόφασή του, σιωπά ως προς το πρώτο αυτό αίτημα και εξετάζει κατευθείαν το δεύτερο το οποίο και απορρίπτει με την αιτιολογία ότι, ακόμα και αν το Ελεγκτικό Συνέδριο είχε ακούσε την Ismeri προτού δημοσιεύσει την έκθεσή του και, μη πράττοντάς το, διέπραξε παράβαση, η εξωσυμβατική του ευθύνη δεν στοιχειοθετείται καθόσον δεν υφίσταται καμία αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της καθ' υπόθεση παράνομης αυτής συμπεριφοράς και της ζημίας την οποία η εταιρία ισχυρίζεται ότι υπέστη.
31. Όμως, για να μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση της αρχής του μη αφήναι αίτημα αδίκαστον πρέπει απαραιτήτως το αίτημα που αγνοήθηκε να είναι πρόσφορο και να αξίζει, συνεπώς, να εξεταστεί και να κριθεί. Αν τούτο δεν συμβαίνει, η σιωπή του δικαστηρίου είναι άνευ σημασίας. Μόνον αυτός που έχει δικαίωμα να ακουσθεί μπορεί να παραπονεθεί διότι δεν ακούσθηκε.
32. Η Ismeri, στην αρχή του δικογράφου της αγωγής, ανέφερε ότι ασκούσε αγωγή αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης στηριζόμενη στα άρθρα 215, δεύτερο εδάφιο, και 178 της Συνθήκης. Κατά τη διατύπωση των αιτημάτων της αγωγής, ωστόσο, η Ismeri προχώρησε περισσότερο και ζήτησε από το ρωτοδικείο όχι μόνο να αναγνωρίσει την ευθύνη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αλλά και να αναγνωρίσει το δικαίωμά της να ακουσθεί από το όργανο αυτό, να κρίνει ότι το εναγόμενο όργανο προσέβαλε το δικαίωμα αυτό και να το υποχρεώσει να δημοσιεύσει τις παρατηρήσεις της επί της ειδικής εκθέσεως 1/96. Τα αιτήματα αυτά δεν διατυπώθηκαν μόνον ως προϋπόθεση και αποτέλεσμα της αναγνωρίσεως της ευθύνης, αλλά και ως αυτοτελή αιτήματα.
33. Τίποτε δεν εμπόδιζε την ενάγουσα να υιοθετήσει αυτή τη συμπεριφορά. Η σώρευση χωριστών αγωγών σε μία και την αυτή δίκη είναι απολύτως θεμιτή , υπό την προϋπόθεση ότι οι αγωγές αυτές είναι συναφείς και συμβιβάζονται μεταξύ τους. Η πρακτική αυτή υπαγορεύεται από τον μετανομικό κανόνα της οικονομίας της δίκης. Η σώρευση των αγωγών υποκρίπτει ωστόσο λόγους νομικής φύσεως: αποφυγή του κερματισμού της υποθέσεως και πρόληψη του κινδύνου αντιφάσεως.
β) Η προσφυγή ακυρώσεως και το Ελεγκτικό Συνέδριο
34. Ανακύπτει τώρα το ζήτημα αν η αναγνωριστική αγωγή την οποία η Ismeri άσκησε ήταν δυνατή, δηλαδή αν μπορούσε να ζητήσει από το ρωτοδικείο να αναγνωρίσει ότι είχε δικαίωμα να ακουσθεί σχετικά με την ειδική έκθεση 1/96 του Ελεγκτικού Συνεδρίου και ότι, εν προκειμένω, το δικαίωμα αυτό είχε προσβληθεί. Αυτό που ζήτησε η Ismeri από το ρωτοδικείο συνιστά έλεγχο της νομιμότητας της διαδικασίας κατά το πέρας της οποίας το Ελεγκτικό Συνέδριο ενέκρινε την ειδική έκθεσή του και διαπίστωση του ότι η διαδικασία αυτή εμφανίζει ουσιώδη τυπικά ελαττώματα.
35. Μια πρώτη προσέγγιση του ζητήματος φαίνεται να οδηγεί σε αρνητική απάντηση. Οι προσφυγές που ασκούνται βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230 ΕΚ) δεν μπορούν να έχουν ως αντικείμενο άλλο από την ακύρωση της πράξεως κατά της οποίας βάλλουν . Δεν μπορούν να αποσκοπούν σε απλή διαπίστωση πραγματικών ή νομικών περιστατικών . Αυτό που ζητεί η Ismeri είναι η ακύρωση της ειδικής εκθέσεως 1/96 (το κατά πόσον μια τέτοια πράξη μπορεί να ακυρωθεί είναι άλλο ζήτημα, στο οποίο θα επανέλθω αργότερα). ράγματι, η αναγνώριση του ότι προσβλήθηκαν τα δικαιώματα άμυνας και προηγουμένης ακροάσεως στη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την έγκριση της εκθέσως 1/96 θα καθιστούσε την πράξη ανίσχυρη και θα επέβαλλε την ακύρωσή της.
i) Η δυνατότητα ασκήσεως προσφυγών ακυρώσεως κατά των πράξεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου
36. Το άρθρο 173 της Συνθήκης αναφέρεται μόνο στις πράξεις που εκδίδονται από κοινού από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, στις πράξεις του Συμβουλίου, της Επιτροπής και της ΕΚΤ, πλην των συστάσεων και των γνωμών, και στις πράξεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων. Το άρθρο αυτό δεν μνημονεύει το Ελεγκτικό Συνέδριο. Συνεπώς, σύμφωνα με το γράμμα της διατάξεως αυτής, η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου και η διαδικασία που το όργανο αυτό ακολούθησε για την έγκρισή της δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο, οπότε προσφυγή της Ismeri θα ήταν απαράδεκτη ως προς το σημείο αυτό. Επομένως, η σιωπή του ρωτοδικείου στερείται σημασίας και ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
37. Φρονώ, ωστόσο, ότι η συλλογιστική δεν μπορεί να περιοριστεί στα ανωτέρω αλλά πρέπει να επεκταθεί. ρέπει να εξεταστεί ο λόγος υπάρξεως αυτής της διατάξεως της Συνθήκης ώστε να καθοριστεί αν, πράγματι, οι πράξεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως. Αν αναλυθεί ορθώς το άρθρο 173 της Συνθήκης, θα διαπιστωθεί ότι η προσφυγή ακυρώσεως αποβλέπει σε διττό στόχο: αφενός, στον έλεγχο του κατά πόσον τα κοινοτικά όργανα τηρούν το κοινοτικό δίκαιο και, αφετέρου, στην προστασία των δικαιωμάτων των προσφευγόντων (άλλων κοινοτικών οργάνων, κρατών μελών ή ιδιωτών) έναντι των πράξεων των οργάνων, οπότε δεν είναι νοητό να εκφεύγει του ελέγχου αυτού ένα από τα κοινοτικά όργανα, ήτοι το Ελεγκτικό Συνέδριο . Ο χαρακτήρας του ως κοινοτικού οργάνου είναι αναμφισβήτητος, καθόσον η ιδιότητα αυτή του αναγνωρίζεται από τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση , η οποία το μνημονεύει στο άρθρο 4 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 7 ΕΚ), καίτοι η αναγνώριση της τάξεως αυτής είναι παράδοξη , καθόσον το Ελεγκτικό Συνέδριο, αντίθετα προς τα λοιπά όργανα, δεν συμμετέχει στην άσκηση καμίας από τις ουσιώδεις εξουσίες της Κοινότητας. Αντιθέτως, διαθέτει αυτονομία διαχειρίσεως, νομική ικανότητα και την εξουσία να θεσπίζει ελεύθερα τον δικό του εσωτερικό κανονισμό.
38. Δεν είναι η πρώτη φορά που το Δικαστήριο αντιμετωπίζει το ζήτημα αν το άρθρο 173 της Συνθήκης εφαρμόζεται στις πράξεις των οργάνων που δεν μνημονεύονται στο κείμενο της διατάξεως αυτής. Εξέτασε το ζήτημα αυτό για πρώτη φορά με την απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1983, Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου , κράτησε ωστόσο ασαφή στάση και απέφυγε να διευκρινίσει αν το άρθρο 173 της Συνθήκης μπορούσε να τύχει διασταλτικής ερμηνείας ώστε να επιτραπεί η άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατά των πράξεων του Κοινοβουλίου . Μόνον αργότερα, με την απόφαση της 23ης Απριλίου 1986, Les Verts κατά Κοινοβουλίου , δέχθηκε το Δικαστήριο ότι ήταν αρμόδιο να επιληφθεί προσφυγής ακυρώσεως που είχε ασκηθεί σύμφωνα με το άρθρο 173 της Συνθήκης κατά πράξεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου παράγουσας έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων. Έκτοτε, το Δικαστήριο εμμένει σταθερά στη νομολογία αυτή .
39. Στην προμνησθείσα απόφαση Les Verts κατά Κοινοβουλίου, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα είναι κοινότητα δικαίου καθόσον ούτε τα κράτη μέλη της ούτε τα όργανά της εκφεύγουν του ελέγχου της συμφωνίας των πράξεών τους προς τον βασικό καταστατικό χάρτη που αποτελεί η Συνθήκη. Με τα άρθρα 173 και 164 (νυν άρθρο 220 ΕΚ), αφενός, και με το άρθρο 177 (νυν άρθρο 234 ΕΚ), αφετέρου, η Συνθήκη καθιερώνει ένα πλήρες σύστημα ενδίκων μέσων και διαδικασιών, το οποίο αποσκοπεί να αναθέσει στο Δικαστήριο τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων των θεσμικών οργάνων. Το σύστημα αυτό συνίσταται στην παροχή της δυνατότητας ασκήσεως ευθείας προσφυγής καθ' «οιουδήποτε μέτρου που λαμβάνουν τα θεσμικά όργανα και συνεπάγ[ε]ται έννομο αποτέλεσμα» .
40. Το Δικαστήριο έλυσε το ζήτημα της σιωπής του άρθρου 173 όσον αφορά το Κοινοβούλιο κρίνοντας ότι η σιωπή αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι η Συνθήκη, στην αρχική της διατύπωση, αναγνώριζε στο Κοινοβούλιο μόνον εξουσίες γνωμοδοτικού χαρακτήρα και πολιτικού ελέγχου και όχι εξουσία θεσπίσεως πράξεως συνεπαγομένων έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων. Όταν το Κοινοβούλιο είχε τη δυνατότητα θεσπίσεως μέτρων αυτής της φύσεως, τα μέτρα αυτά μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως. Αυτό συνέβαινε στην περίπτωση του άρθρου 38 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Κατά συνέπεια, όταν το Κοινοβούλιο απέκτησε εξουσία θεσπίσεως, στα πλαίσια της Συνθήκης ΕΟΚ, πράξεων και μέτρων ικανών να παραγάγουν εξωτερικά έννομα αποτελέσματα, θεωρήθηκε αναγκαστικά ότι η δραστηριότητά του έπρεπε να υπαχθεί στον έλεγχο του Δικαστηρίου κατ' εφαρμογήν του άρθρου 173. Μια ερμηνεία της διατάξεως αυτής η οποία «[θα εξαιρούσε τις] πράξεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από εκείνες κατά των οποίων μπορεί να ασκηθεί προσφυγή θα κατέληγε σε αποτέλεσμα αντίθετο τόσο προς το πνεύμα της Συνθήκης, όπως εκφράζεται με το άρθρο 164, όσο και προς το σύστημά της» .
41. Η νομολογία αυτή ενσωματώθηκε στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 173 με το άρθρο Ζ, σημείο 53, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και αποτελεί πλέον μέρος του νυν ισχύοντος άρθρου 230 ΕΚ. Σύμφωνα με το νέο αυτό κείμενο, το Δικαστήριο ελέγχει και τις «[πράξεις] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που παράγουν νομικά αποτελέσματα έναντι τρίτων».
42. αρατηρείται ότι, στον τομέα της προσφυγής ακυρώσεως, η σημερινή κατάσταση του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι ίδια με την κατάσταση του Κοινοβουλίου το 1986 και ότι οι λόγοι τους οποίους εξέθεσε το Δικαστήριο στην προμνησθείσα απόφαση Les Verts κατά Κοινοβουλίου ισχύουν σήμερα και για το Ελεγκτικό Συνέδριο.
43. Τα κοινοτικά όργανα, καθένα στον τομέα αρμοδιότητας που του καθορίζει η Συνθήκη, είναι επιφορτισμένα με την υλοποίηση των στόχων της Κοινότητας (άρθρο 4 της Συνθήκης). Η υλοποίηση αυτών των στόχων, που απαριθμούνται στο άρθρο 2, συνεπάγεται την εφαρμογή πολιτικών και δραστηριοτήτων οι οποίες, όπως και αυτές που προβλέπει το άρθρο 3, είναι ικανές να θίξουν την έννομη σφαίρα των υποκειμένων δικαίου στα διάφορα κράτη μέλη. Η Ευρώπη των πολιτών, που προβλέπουν τα άρθρα 8 έως 8 Ε της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 17 ΕΚ έως 22 ΕΚ) δεν θα μπορούσε να είναι πραγματικότητα αν αυτοί στους οποίους τελικά απευθύνεται (άρθρο 8, παράγραφος 2) δεν διέθεταν τα κατάλληλα μέσα ένδικης προστασίας έναντι των πράξεων των οργάνων. Αυτό, εξάλλου, επιβάλλει το θεμελιώδες δικαίωμα που αναγνωρίζει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση δεσμεύθηκε να τηρεί .
44. Ο κοινοτικός συνταγματικός νομοθέτης θέλησε την υπαγωγή των πράξεων όλων των κοινοτικών οργάνων στον δικαστικό έλεγχο του Δικαστηρίου, στο μέτρο που οι πράξεις αυτές μπορούν να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων. Εφόσον το Ελεγκτικό Συνέδριο είναι κοινοτικό όργανο, τίποτε δεν εμποδίζει την άσκηση προσφυγών ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου κατά των πράξεών του . Αλλά τί πρέπει να νοείται υπό τον όρο «πράξεις παράγουσες έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων»;
ii) Η έννοια των πράξεων που παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων
45. Για τη διευκρίνιση της εννοίας αυτής, δεν θα ήταν περιττό να ανατρέξουμε στη νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία μας διδάσκει ότι η ονομασία ή ο τύπος της πράξεως δεν έχουν σημασία. Καθοριστική σημασία έχουν το περιεχόμενο και η έκταση εφαρμογής της . Υπόκεινται σε προσφυγή όλες οι πράξεις που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα του ενάγοντος μεταβάλλοντας τη νομική του κατάσταση. ιστό στη νομολογία αυτή, το Δικαστήριο έκρινε παραδεκτή μια προσφυγή ακυρώσεως κινηθείσα κατά αποφάσεως του Συμβουλίου με την οποία τα κράτη μέλη κλήθηκαν να συνάψουν μια διεθνή συμφωνία για λογαριασμό της Κοινότητας , καθώς και μια προσφυγή ασκηθείσα κατά ανακοινώσεως της Επιτροπής η οποία, υπό την κάλυψη ερμηνείας διατάξεως μιας οδηγίας, επέβαλλε νέες υποχρεώσεις στα κράτη μέλη .
46. Ο τύπος της πράξεως δεν έχει σημασία. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο θεώρησε παραδεκτές μια προσφυγή κατά επιστολής ή, ακόμα, μια προσφυγή κατά προφορικής αποφάσεως .
47. Αντιθέτως, είναι απαράδεκτες οι προσφυγές που κινούνται κατά πράξεων που δεν έχουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν, αυτές καθαυτές, δικαιώματα και υποχρεώσεις σε τρίτους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές που ασκήθηκαν κατά μέτρων εσωτερικής φύσεως που δεν παράγουν κανένα αποτέλεσμα εκτός της εσωτερικής σφαίρας του οργάνου που εξέδωσε τη σχετική πράξη . Ομοίως, είναι απαράδεκτες οι προσφυγές κατά πράξεων οι οποίες προηγούνται ή έπονται οριστικής αποφάσεως σε σύνθετη διαδικασία. Τα ελαττώματα των προπαρασκευαστικών πράξεων μιας μεταγενέστερης πράξεως περιέχουσας την απόφαση του οργάνου πρέπει να προσβάλλονται στο πλαίσιο προσφυγής ασκουμένης κατά της ίδιας της αποφάσεως αυτής , πράγμα το οποίο δεν σημαίνει ότι οι προπαρασκευαστικές πράξεις δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτοτελούς προσφυγής στο μέτρο που παράγουν έννομα αποτελέσματα ρυθμίζοντα οριστικώς μια πτυχή της κύριας διαδικασίας. Για τον ίδιο λόγο, δεν υπόκεινται σε προσφυγή οι πράξεις που απλώς επαναλαμβάνουν ή επικυρώνουν προηγούμενες πράξεις και οι καθαρά εκτελεστικές πράξεις .
48. Αφού διευκρινίστηκε ότι όλα ανεξαιρέτως τα κοινοτικά όργανα υπόκεινται στον δικαστικό έλεγχο του Δικαστηρίου και του ρωτοδικείου μέσω της ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως, όταν τα όργανα αυτά εκδίδουν πράξεις που παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων, το ζήτημα στο οποίο πρέπει τώρα να απαντήσω είναι το κατά πόσον το Ελεγκτικό Συνέδριο μπορεί να εκδίδει αποφάσεις εμφανίζουσες το χαρακτηριστικό αυτό. Ή, πιο συγκεκριμένα, θα πρέπει να καθοριστεί κατά πόσον οι εκθέσεις που καταρτίζει αποτελούν πράξεις ικανές να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα ad extra. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, θα πρέπει να αναλυθεί η φύση της δραστηριότητας του οργάνου αυτού.
ii.a) Η φύση της δραστηριότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου
49. To Ελεγκτικό Συνέδριο έχει διπλή αποστολή: εξελεγκτική και συμβουλευτική. Κατά την εκπλήρωση της πρώτης αποστολής, το Ελεγκτικό Συνέδριο ελέγχει τους λογαριασμούς της Κοινότητας, εξετάζοντας επισταμένως το σύνολο των εσόδων και των εξόδων της. Ο έλεγχος συνίσταται στην εξακρίβωση τόσο της νομιμότητας και κανονικότητας των εσόδων και εξόδων όσο και της χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως. Ειδικότερα, το Ελεγκτικό Συνέδριο οφείλει να επισημαίνει κάθε ανωμαλία που διαπιστώνει. Για να συγκεντρώσει τα στοιχεία τα οποία χρειάζεται προς εκπλήρωση της αποστολής του, το Ελεγκτικό Συνέδριο μπορεί να διενεργεί τους απαραίτητους επιτόπιους λογιστικούς ελέγχους στα εμπλεκόμενα όργανα, στα γραφεία κάθε οργανισμού επιφορτισμένου με τη διαχείριση εσόδων ή δαπανών της Κοινότητας, καθώς και στα γραφεία κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου που εισπράττει ποσά προερχόμενα από τον προϋπολογισμό· εξάλλου, οι ελεγχόμενοι οφείλουν να κοινοποιούν στο Ελεγκτικό Συνέδριο κάθε έγγραφο ή άλλο στοιχείο χρήσιμο για τον έλεγχο αυτόν. Η δραστηριότητα αυτή καταλήγει στην εκπόνηση εκθέσεων και διατύπωση παρατηρήσεων. Στο πλαίσιο της δεύτερης, συμβουλευτικής φύσεως, αποστολής, το Ελεγκτικό Συνέδριο εκδίδει γνώμες .
50. Οι (ετήσιες ή ειδικές) εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου περιέχουν τις γνώμες και τις παρατηρήσεις του επί της ελεγχθείσας δημοσιονομικής διαχειρίσεως. Αποτελούν την κατάληξη μιας διαδικασίας στη διάρκεια της οποίας το Ελεγκτικό Συνέδριο, αφού διενεργήσει συγκεκριμένους ελέγχους, αξιολογεί τα αποτελέσματα, έχοντας προηγουμένως παράσχει στο ελεγχόμενο όργανο τη δυνατότητα να διατυπώσει την άποψή του επί των σχολίων του Ελεγκτικού Συμβουλίου, γεγονός που εγγυάται την ακρίβεια και ορθότητα των διαπιστώσεών του . Όμως, από την ίδια τους τη φύση, οι εκθέσεις δεν μπορούν να παραγάγουν απευθείας δικαιώματα και υποχρεώσεις για τα ελεγχόμενα κοινοτικά όργανα ή τους λοιπούς ελεγχόμενους οργανισμούς. Δεν περιέχουν απόφαση αλλ' απλώς εκφράζουν μια γνώμη.
ii.b) Η αποστολή ελέγχου και επιβλέψεως της εκτελέσεως του κοινοτικού προϋπολογισμού.
51. Η ελεγκτική αυτή αποστολή του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης διαδικασίας, που συνίσταται στην εκτέλεση του προϋπολογισμού της Κοινότητας από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο έλεγχος της εκτελέσεως αυτής περιλαμβάνει και διαδικασία αποδόσεως λογαριασμών ή «απαλλαγής» στο πλαίσιο της οποίας, με τις εκθέσεις και τις πληροφορίες του, το Ελεγκτικό Συνέδριο διαδραματίζει έναν απαραίτητο μεν, αλλά επικουρικό ρόλο, καθόσον οφείλει να επικουρεί τα δύο αυτά όργανα διατυπώνοντας την άποψή του επί της εκτελέσεως του προϋπολογισμού . Η τελική απόφαση εγκρίσεως της διαχειρίσεως ανήκει στο Κοινοβούλιο, το οποίο αποφασίζει κατόπιν προτάσεως του Συμβουλίου .
52. Γι' αυτόν τον λόγο, μια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, πράξη ικανή να παραγάγει έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων και δεν μπορεί, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, να αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι το ρωτοδικείο δεν απάντησε στο αίτημα της Ismeri στερείται σημασίας, καθόσον εν πάση περιπτώσει ήταν απαράδεκτο, ο δε λόγος αναιρέσεως στερείται και εν προκειμένω ερείσματος.
iii) Η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως
53. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η νομολογία του Δικαστηρίου δεν απαιτεί να επηρεάζει η πράξη του οργάνου άμεσα την έννομη κατάσταση του αποδέκτη και να είναι ικανή να τη μεταβάλει και ότι αρκεί η πράξη αυτή να ασκεί απλώς επιρροή, έστω και έμμεση , στην κατάσταση αυτή, όπως θα μπορούσε να έχει η καθόλου κολακευτική μνεία ενός προσώπου σε έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου δημοσιευθείσα στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
54. Όμως, ακόμα και αν ίσχυε αυτό, το πρώτο αίτημα της Ismeri θα ήταν απαράδεκτο καθότι εκπρόθεσμο. ράγματι, σύμφωνα με το πέμπτο εδάφιο του άρθρου 230 ΕΚ, η Ismeri όφειλε να ασκήσει την προσφυγή της εντός δύο μηνών από της δημοσιεύσεως της εκθέσεως στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Η ειδική έκθεση 1/96 δημοσιεύθηκε στις 19 Αυγούστου 1996 και η Ismeri προσέφυγε ενώπιον του ρωτοδικείου στις 20 Οκτωβρίου 1997 . Η αγωγή της Ismeri ήταν ήδη εκπρόθεσμη κατά τη δεύτερη αυτή ημερομηνία και ήταν, συνεπώς, απαράδεκτη, οπότε, εξεταζόμενη από την οπτική αυτή γωνία, η έκθεση είχε καταστεί πράξη απρόσβλητη.
55. Όπως επισήμανα με άλλη ευκαιρία , ο γενικός κανόνας που εμποδίζει να προσβληθούν οριστικές πράξεις δεν εφαρμόζεται στις πράξεις που είναι αυτοδικαίως άκυρες, δηλαδή στις πράξεις που πάσχουν ελάττωμα μη δυνάμενο να θεραπευθεί, το οποίο ούτε ο χρόνος ούτε η σιωπηρή συναίνεση του θιγομένου μπορεί να εξαλείψει. Ως κλασικά παραδείγματα αυτοδικαίως ακύρων πράξεων, μνημόνευσα τότε τις πράξεις που εκδίδονται από όργανο προδήλως αναρμόδιο ή εκείνες που εκδίδονται κατά πλήρη και απόλυτη παράβαση της νόμιμης διαδικασίας. Υπενθύμισα επίσης ότι το Δικαστήριο είχε χρησιμοποιήσει την έννοια της ανυπόστατης πράξεως προς χαρακτηρισμό, έστω και περιοριστικό, αυτής της νομικής κατηγορίας και των αποτελεσμάτων της .
56. Κατά τη γνώμη μου, το τυπικό ελάττωμα το οποίο, κατά την Ismeri, καθιστά πλημμελή τη διαδικασία την οποία ακολούθησε το Ελεγκτικό Συνέδριο για να εγκρίνει την ειδική του έκθεση 1/96 δεν μπορεί να καταστήσει την πράξη ουσιαστικώς ανυπόστατη. Το πολύ, θα μπορούσε να γίνει λόγος για ακυρώσιμη πράξη, στο μέτρο που, επειδή η Ismeri δεν ακούσθηκε προτού εγκριθεί η έκθεση, μειώθηκαν οι δυνατότητες άμυνας της αναιρεσείουσας εταιρίας. Η τελευταία όφειλε, ωστόσο, να αντιδράσει εντός της προθεσμίας που προβλέπει η Συνθήκη, πράγμα το οποίο, όπως ανέφερα, δεν έγινε.
57. Τελικά, κανένα στοιχείο δεν επιτρέπει να συναχθεί ότι το πρώτο αίτημα της Ismeri είναι παραδεκτό και ότι, ως εκ τούτου, η σιωπή του ρωτοδικείου μπορεί να θεωρηθεί ως αρνησιδικία οφειλόμενη σε παράλειψή του να αποφανθεί επί αιτήματος.
2. Η αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που διαπίστωσε το ρωτοδικείο (έκτος λόγος αναιρέσεως και πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως)
58. Στο σημείο 27 των παρουσών προτάσεων, υπενθύμισα ότι το Δικαστήριο, όταν επιλαμβάνεται αιτήσεως αναιρέσεως, δεν επιτρέπεται να ασχοληθεί με τα πραγματικά περιστατικά. Θα εξετάσω, στη συνέχεια, τους λόγους για τους οποίους η Ismeri αμφισβητεί την περιγραφή των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το ρωτοδικείο με την απόφασή του, ώστε να κριθεί μήπως οι λόγοι αυτοί προσφέρουν ένα κλειδί που επιτρέπει στο Δικαστήριο να ανοίξει μια πόρτα η οποία, άλλως, θα έπρεπε να παραμείνει κλειστή.
59. Η Ismeri υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο πλανάται όταν αναφέρει ότι η ARTM διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο στην ανάθεση των συμβάσεων τεχνικής βοήθειας , όταν σχολιάζει τις συμβάσεις που της ανατέθηκαν και όταν αναφέρεται στην πειραματική φάση, στη διάρκεια της οποίας οι συμβάσεις συνάπτονταν με απευθείας ανάθεση .
60. Όσον αφορά τον αποφασιστικό ρόλο της ARTM κατά την ανάθεση των συμβάσεων, αρκεί η ανάγνωση της αιτήσεως αναιρέσεως (σημεία 91 έως 98) προς διαπίστωση του ότι η αναιρεσείουσα εταιρία περιορίζεται απλώς να αντικρούσει τις πραγματικές διαπιστώσεις στις οποίες κατέληξε το ρωτοδικείο. Για να καταλήξει ότι η ARTM επενέβαινε κατά καθοριστικό τρόπο στην ανάθεση των συμβάσεων, το ρωτοδικείο στηρίχθηκε σε πραγματικά περιστατικά τα οποία η Ismeri δεν αμφισβητεί, ήτοι στη σύνθεση της ARTM, στις αρμοδιότητές της και στη λειτουργία της. Εφόσον το συμπέρασμα του ρωτοδικείου δεν φαίνεται αυθαίρετο, μη αληθοφανές ή παράδοξο, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
61. Η Ismeri υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο δεν περιγράφει ορθώς το τέλος της πειραματικής φάσεως, κατά τη διάρκεια της οποίας οι συμβάσεις συνάπτονταν με απευθείας ανάθεση , και ότι πλανήθηκε όσον αφορά τις δύο συμβάσεις τεχνικής βοήθειας που ανατέθηκαν στην Ismeri πράγμα το οποίο δεν αμφισβητείται μετά τη σύσταση της ARTM. Τα σφάλματα στα οποία αναφέρεται δεν είναι, ωστόσο, καθοριστικής σημασίας.
62. Για να εκτιμηθεί ορθώς η σημασία των υποτιθεμένων σφαλμάτων, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το όλο πλαίσιο της συλλογιστικής του ρωτοδικείου. Το ρωτοδικείο διατύπωσε τις κρίσεις που αμφισβητεί η Ismeri στο πλαίσιο της συλλογιστικής που αναπτύσσει σχετικά με την ύπαρξη της συγκρούσεως συμφερόντων που καταγγέλλει το Ελεγκτικό Συνέδριο με την ειδική έκθεση 1/96. Θεώρησε ότι όντως υπήρχε σύγκρουση, στηριχθέν σε πραγματικά στοιχεία τα οποία δεν αμφισβητούνταν, ήτοι τα καθήκοντα της ARTM, τη σύνθεσή της, την παρουσία ενός διευθύνοντος της Ismeri στο διοικητικό της συμβούλιο και το γεγονός ότι διάφορες συμβάσεις τεχνικής βοήθειας είχαν ανατεθεί στην εταιρία αυτή. ραγματικά περιστατικά όπως η ημερομηνία κατά την οποία έληξε η πειραματική φάση ή το κατά πόσον μία από τις συμβάσεις ανατέθηκε κατόπιν προτάσεως της ARTM ή κατόπιν απευθείας εντολής της Επιτροπής στερούνται, συνεπώς, σημασίας.
63. Ακόμα και αν υποτεθεί ότι το ρωτοδικείο πλανήθηκε επ' αυτού, η πλάνη του είναι άνευ σημασίας για την επίλυση της διαφοράς. Συνεπώς, αυτός ο λόγος αναιρέσεως στερείται ερείσματος.
64. Οι περιπτώσεις διαστάσεως απόψεων μεταξύ της Ismeri και του ρωτοδικείου όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά δεν σταματούν εδώ. Η αναιρεσείουσα εταιρία αμφισβητεί, με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως, ότι ο εκπρόσωπός της στο διοικητικό συμβούλιο της ARTM αρνήθηκε να παραιτηθεί. Η επιχειρηματολογία που αναπτύσσει συναφώς (σημεία 122 επ.) καταδεικνύει ότι, τελικά, η Ismeri αμφισβητεί την εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του ρωτοδικείου και την αξιοπιστία που απέδωσε στα έγγραφα που είχε στη διάθεσή του προκειμένου να στηρίξει την απόφασή του . Επιχειρήματα αυτής της φύσεως δεν έχουν θέση σε μια αίτηση αναιρέσεως. Ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο, και αυτός ο λόγος αναιρέσεως ο έκτος πρέπει να κριθεί απαράδεκτος.
3. Τα ζητήματα ουσίας (δεύτερος και τέταρτος λόγος αναιρέσεως και δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως)
Α. Η έννοια της «συγχύσεως συμφερόντων»
65. Θα αρχίσω την εξέταση των λόγων αναιρέσεως που αφορούν τη νομική ερμηνεία την οποία έδωσε το ρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση από το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο η Ismeri αμφισβητεί την έννοια της «συγχύσεως συμφερόντων» .
66. Ο όρος «σύγχυση» υποδηλώνει έλλειψη σαφήνειας και πρόκληση αταξίας. Όταν ένα υποκείμενο δικαίου κατέχει μια νομική θέση μέσω της οποίας καλείται να υπερασπίσει συμφέροντα δημόσια ή ιδιωτικά ανταγωνιστικά των ιδίων του συμφερόντων, προκύπτει αυτή η έλλειψη σαφήνειας που χαρακτηρίζει τις συγκεχυμένες καταστάσεις. Ουδείς, ούτε καν η Ismeri, θα μπορούσε να αμφισβητήσει ότι υπάρχει όντως σύγκρουση συμφερόντων στην περίπτωση, π.χ., ενός μέλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου που είναι συγχρόνως ιδιοκτήτης επιχειρήσεως εισπράττουσας κοινοτικούς πόρους ελεγχόμενους από το όργανο αυτό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει ούτε καν η Ismeri ότι υφίσταται επίσης σύγκρουση συμφερόντων όταν αυτός ο οποίος καλείται να διατυπώσει συστάσεις (ή μετέχει σε οργανισμό του οποίου η αποστολή συνίσταται στη διατύπωση συστάσεων) για την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων είναι ο ίδιος διευθυντικό στέλεχος μιας από τις επιχειρήσεις που συμμετέχουν στον διαγωνισμό. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, ο ατομικό συμφέρον εκείνου ο οποίος καλείται να διαχειριστεί το δημόσιο συμφέρον, το οποίο οφείλει να εμπνέει τις δραστηριότητες οικονομικού ελέγχου ή τις συμβουλευτικές δραστηριότητές του, τον εμποδίζει να υπηρετήσει προσηκόντως αυτό το δημόσιο συμφέρον.
67. Τίποτε, επομένως, δεν μπορεί να προσαφθεί στις κρίσεις στις οποίες προέβη το ρωτοδικείο επί του σημείου αυτού με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και ιδίως στις κρίσεις που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 112 και 119 . Διαφορετικό είναι το ζήτημα των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων το ρωτοδικείο στήριξε τις κρίσεις αυτές. Ωστόσο, όπως ήδη εξέθεσα ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν πρέπει να εξετάσει το ζήτημα αυτό, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν διατύπωσε τους λόγους που θα δικαιολογούσαν με τέτοια εξέταση, η οποία καταρχήν του απαγορεύεται.
Β. Οι εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι ονομαστικές αναφορές και η διαδικασία ακροάσεως
68. Οι δύο άλλοι λόγοι αναιρέσεως επί τους ουσίας μπορούν να εξεταστούν μαζί, ώστε να δοθεί ενιαία απάντηση. Η Ismeri αμφισβητεί τις εκτιμήσεις του ρωτοδικείου
σχετικά με το ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν άκουσε την αναιρεσείουσα προτού δημοσιεύσει την έκθεσή του· η Ismeri θεωρεί ότι, απορρίπτοντας τον λόγο αυτόν ως στερούμενο ερείσματος στο πλαίσιο της αποφάσεως επί της αγωγής, το ρωτοδικείο αγνόησε την ουσία της αρχής της προηγουμένης ακροάσεως και της υποχρεώσεως εφαρμογής της στις διαδικασίες ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)·
σχετικά με την κατονομασία προσώπων στις εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου (τέταρτος λόγος αναιρέσεως).
Αν εξεταστεί προσεκτικότερα, το ζήτημα που θέτουν οι δύο αυτοί λόγοι αναιρέσεως συνίσταται στο κατά πόσον το Ελεγκτικό Συνέδριο μπορεί να κατονομάζει στις εκθέσεις του άτομα ή επιχειρήσεις και στο κατά πόσον οφείλει να τους παρέχει τη δυνατότητα να ακουσθούν.
69. αρατηρώ, καταρχάς, ότι με τον έμμεσο αυτό τρόπο αναβιώνει μια συζήτηση που θεωρούσαμε ότι είχε εξαντληθεί και την οποία επαναφέρει στο προσκήνιο η Ismeri με την αίτηση αναιρέσεώς της, της οποίας αποτελεί το πρώτο αίτημα. Το θεωρώ άτοπο, ιδίως αν θεωρηθεί ότι η απάντηση που έδωσε το ρωτοδικείο στο αίτημα αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης είναι νομικώς ορθή, ακόμα και αν η σκοπιμότητά της είναι συζητήσιμη, δεδομένου ότι παρακάμπτει τον πυρήνα του ζητήματος.
70. Ωστόσο, έχοντας επίγνωση της αποστολής μου που συνίσταται στο να συνδράμω το Δικαστήριο κατά την εκπλήρωση του έργου του (άρθρο 222, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ), θα διατυπώσω τη γνώμη μου επί του θέματος.
α) Οι ονομαστικές αναφορές
71. ροκειμένου να κριθεί κατά πόσον το Ελεγκτικό Συνέδριο, στις εκθέσεις του, μπορεί να κατονομάζει τα πρόσωπα που ευθύνονται για τις ανωμαλίες που διαπιστώνει, θα πρέπει να υπομνησθεί ακριβώς η αποστολή του οργάνου αυτού, την οποία είχα την ευκαιρία να περιγράψω προηγουμένως, και ειδικότερα ο λόγος υπάρξεως των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων του. Το Ελεγκτικό Συνέδριο εξετάζει και αναλύει όλα τα έσοδα και τα έξοδα της Κοινότητας, και τούτο προς εξασφάλιση της χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως. ρος τον σκοπό αυτόν, συνεργάζεται με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Μία από τις εκδηλώσεις αυτής της συνεργασίας είναι η υποχρέωση που υπέχει να επισημαίνει τις ανωμαλίες που ανακαλύπτει. Οφείλει να εφιστά την προσοχή στις περιπτώσεις δυσλειτουργίας που διαπιστώνει, ούτως ώστε να μπορέσουν να διορθωθούν από τους αρμόδιους και να μην επαναληφθούν στο μέλλον. Η αποστολή του είναι επικουρική: πληροφορεί και, ενδεχομένως, συμβουλεύει, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αποφασίζει, ούτε απειλεί ή επιβάλλει κυρώσεις.
72. Για να μπορέσει να εκπληρώσει την αποστολή που του έχει ανατεθεί, πρέπει, συνεπώς, να καθιστά γνωστά τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την ανωμαλία ή την επιλήψιμη πρακτική. Αντιθέτως, δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζει τους υπευθύνους. Αρκεί να περιγράφει αντικειμενικά την κατάσταση ούτως ώστε οι αρμόδιοι να είναι σε θέση να λάβουν τα μέτρα που θα επιτρέψουν την εξάλειψη της ανωμαλίας.
73. Κατά κανόνα, συνεπώς, το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν μπορεί να προσδιορίζει, στις εκθέσεις που δημοσιεύει, τα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, που ευθύνονται για τις κακές δημοσιονομικές πρακτικές και τις ανωμαλίες που ανακαλύπτει. Ο κανόνας αυτός επιβάλλεται από την αρχή της εμπιστευτικότητας και έχει καθιερωθεί στο κοινοτικό δίκαιο τόσο από τον νομοθέτη όσο και από τη νομολογία , αρχή που αντικατοπτρίζει το θεμελιώδες δικαίωμα που προβλέπει το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών. Όπως σε οποιονδήποτε γενικό κανόνα, υπάρχουν ορισμένες εξαιρέσεις.
74. Η πρώτη εξαίρεση επιβάλλεται από λόγους της ιδίας φύσεως με εκείνους που απαγορεύουν στο Ελεγκτικό Συνέδριο να προβαίνει σε ονομαστικές αναφορές στις εκθέσεις του. Το Ελεγκτικό Συνέδριο, όταν είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός της ταυτότητας του ενόχου για να επιτευχθεί ο σκοπός της καταγγελίας των ανωμαλιών που διαπιστώνει, όχι μόνον μπορεί να κατονομάσει τον ένοχο, αλλά είναι και υποχρεωμένο να το πράξει. ράγματι, το δημόσιο συμφέρον επί του οποίου ερείδονται οι αρμοδιότητες του οργάνου αυτού τού επιβάλλει, στις περιπτώσεις αυτές, να κατονομάσει τον ή τους υπευθύνους.
75. Η υπόθεση την οποία καλείται το Δικαστήριο να κρίνει σήμερα είναι μία από αυτές που εμπίπτουν στην εν λόγω εξαίρεση. Ως γνωστόν, η ανωμαλία που κατήγγειλε το Ελεγκτικό Συνέδριο συνίσταται στο ότι δύο γραφεία τεχνικής βοήθειας, στα οποία είχαν ανατεθεί δύο συμβάσεις παρακολουθήσεως των προγραμμάτων MED, εκπροσωπούνταν με ένα από τα διευθυντικά τους στελέχη στο διοικητικό συμβούλιο της ARTM, πράγμα το οποίο, τουλάχιστον, δημιουργούσε κατάσταση συγχύσεως συμφερόντων. Για να θεραπευθεί η ανωμαλία αυτή, έπρεπε όχι μόνον οι δύο αυτοί διευθύνοντες να υποβάλουν την παραίτησή τους, πράγμα το οποίο και έγινε, έστω και με δυσκολία, πριν από τη δημοσίευση της εκθέσεως, αλλά έπρεπε και να επανεξεταστεί ο σχεδιασμός, η διαχείριση και η εφαρμογή των προγραμμάτων MED . Ενόψει της καταστάσεως αυτής, ήταν απαραίτητο να κατονομασθούν τα δύο εμπλεκόμενα γραφεία, ούτως ώστε να μπορεί να ληφθεί υπόψη η προηγούμενη κατάστασή τους στο μέλλον, κατά την οργάνωση των προγραμμάτων.
76. Στη δεύτερη εξαίρεση από τον γενικό κανόνα αναφέρεται το ρωτοδικείο με τη σκέψη 109 της αποφάσεώς του. Η εξαίρεση αυτή στηρίζεται ακριβώς στην ίδια αξία η οποία επιβάλλει, κατά κανόνα, την τήρηση της ανωνυμίας όσον αφορά τους υπενθύνους ανωμαλιών στη δημοσιονομική διαχείριση. Όταν η σιωπή μπορεί να αποτελέσει πηγή αμφιβολιών και να δημιουργήσει υπόνοιες ότι για τις παράτυπες δημοσιονομικές πρακτικές ευθύνονται και πρόσωπα εντελώς ξένα προς αυτές, η αρχή της εμπιστευτικότητας πρέπει να εφαρμόζεται ελαστικότερα, ώστε να φωτίζονται τα σημεία στα οποία το σκοτάδι μπορεί να βλάψει τα νόμιμα συμφέροντα των προσώπων που δεν έχουν καμία ευθύνη για την καταγγελλόμενη κατάσταση.
77. Μόνον δύο από τα τέσσερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ARTM βρίσκονταν σε κατάσταση συγχύσεως συμφερόντων την οποία επέκρινε το Ελεγκτικό Συνέδριο. Αν το όργανο αυτό περιοριζόταν να περιγράψει αντικειμενικά τα πραγματικά περιστατικά χωρίς να προσδιορίσει τα μέλη του διοκητικού συμβουλίου τα οποία αφορούσε η παρατήρηση, θα είχε δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς τη συμπεριφορά εκείνων που δεν ευθύνονταν για τη διαπιστωθείσα ανωμαλία.
78. Οι δύο εξαιρέσεις που μόλις περιέγραψα αφορούν τόσο τους μονίμους και λοιπούς υπαλλήλους των ελεγχομένων κοινοτικών οργάνων, όσο και εκείνους οι οποίοι, χωρίς να έχουν την ιδιότητα αυτή, διαχειρίζονται τον προϋπολογισμό ή ακόμα εκείνους στους οποίους χορηγούνται κοινοτικοί δημόσιοι πόροι. Το Ελεγκτικό Συνέδριο είναι αρμόδιο να εξετάζει όλα τα έσοδα και τα έξοδα της Κοινότητας και μπορεί, για να εκπληρώσει την αποστολή του, να ζητεί τη συνεργασία εκείνων που διαχειρίζονται πόρους του προϋπολογισμού και να απαιτεί πρόσβαση στα γραφεία τους . Εκείνοι που διαχειρίζονται τέτοιους πόρους και, ενδεχομένως, εκείνοι που εισπράττουν τους πόρους αυτούς το πράττουν με σκοπό την επίτευξη των στόχων της Κοινότητας. Στον βαθμό που ενεργούν κατόπιν εντολής των κοινοτικών οργάνων, υπόκεινται στον έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου .
79. Ο γενικός κανόνας είναι το απόρρητο, υπάρχουν όμως εξαιρέσεις. Συνεπώς, όταν επιβάλλεται ο προσδιορισμός των υπευθύνων των ανωμαλιών σχετικά με τις οποίες το Ελεγκτικό Συνέδριο διατυπώνει επικριτικές εκτιμήσεις, θα πρέπει να τηρείται και η αρχή της αναλογικότητας, σύμφωνα με την οποία οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα όρια του προσφόρου και του αναγκαίου για την επίτευξη των νομίμων στόχων που επιδιώκει η επίμαχη ρύθμιση, εξυπακουομένου ότι, όταν υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ διαφόρων καταλλήλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές . Η αρχή αυτή επιβάλλει, επομένως, να μη βαίνουν τα στοιχεία που επιτρέπουν τον προσδιορισμό των υπευθύνων καθώς και την έκταση και το περιεχόμενο των αξιολογικών κρίσεων που εκφράζονται στην έκθεση πέραν του απολύτως αναγκαίου για την προάσπιση των αξιών που δικαιολογούν την εφαρμογή εξαιρέσεως από τον γενικό κανόνα της εμπιστευτικότητας.
80. Στην υπό κρίση υπόθεση, στόχος ήταν η εξάλειψη και η αποφυγή της δημιουργίας στο μέλλον της καταστάσεως συγχύσεως συμφερόντων στην οποία βρίσκονταν δύο από τα γραφεία τεχνικής βοήθειας λόγω του ότι εκπροσωπούνταν, με ένα διευθυντικό στέλεχος κάθε ένα, στο διοικητικό συμβούλιο της ARTM. Όπως ήδη ανέφερα, προς τούτο ήταν απαραίτητος ο προσδιορισμός της ταυτότητάς τους στην έκθεση, προσδιορισμός ο οποίος συνιστούσε δίκαιο μέτρο, ώστε να μην υπάρξουν υπόνοιες για τη συμπεριφορά των δύο άλλων μελών του διοικητικού συμβουλίου. Το Ελεγκτικό Συνέδριο το έπραξε κατά τον λιγότερο επιζήμιο για όλους τρόπο: προσδιόρισε τα δύο αυτά μέλη του διοικητικού συμβουλίου κατονομάζοντας τα γραφεία τεχνικής βοήθειας των οποίων αποτελούσαν διευθυντικά στελέχη, επιτυγχάνοντας έτσι αμφότερους τους στόχους. Θεωρώ ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο τήρησε απολύτως την αρχή της αναλογικότητας και την αρχή της ήσσονος ζημίας.
81. Η Ismeri υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, το Ελεγκτικό Συνέδριο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον, στην έκθεσή του, έκανε λόγο για τυχόν ποινικές ευθύνες τις οποίες ενδέχεται να συνεπάγονται τα πραγματικά περιστατικά που περιγράφει. Ωστόσο, μεταξύ των κυριοτέρων γλωσσικών αποδόσεων της εκθέσεως, η μόνη που χρησιμοποιεί έναν όρο που αναφέρεται ευθέως σε ποινικές ευθύνες είναι η ιταλική . Οι άλλες γλωσσικές αποδόσεις περιέχουν λιγότερο ακριβείς εκφράσεις, οι οποίες μπορεί να αναφέρονται σε ευθύνες πάσης φύσεως, αστικές ή ποινικές ή απλώς διοικητικές .
82. Οπωσδήποτε, το Ελεγκτικό Συνέδριο περιορίστηκε να αναφέρει ότι, ενόψει της σοβαρότητας των πραγματικών περιστατικών, ενημέρωσε αμέσως την Επιτροπή ούτως ώστε αυτή να μπορέσει να λάβει τα αναγκαία μέτρα και να εξετάσει την ανάγκη να ασκηθεί ενδεχομένως «ποινική δίωξη» κατά των υπευθύνων. Η Επιτροπή τού απάντησε ότι είχε την πρόθεση να διεξαγάγει έρευνα και, ενδεχομένως, να «κινήσει ποινική διαδικασία» . Δεν υφίσταται εν προκειμένω καμία αξιολογική κρίση που να μην είναι απαραίτητη και να μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογη. Το Ελεγκτικό Συνέδριο εξέθεσε τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η διαχείριση των προγραμμάτων MED, τον τρόπο με τον οποίο διεξήγαγε την έρευνά του όσον αφορά το σύστημα, ιδίως ως προς τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων, και εξήγησε πώς, στη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, έκρινε ότι ήταν υποχρεωμένο να ενημερώσει την Επιτροπή σχετικά με τη σοβαρότητα των ανωμαλιών που είχε διαπιστώσει και με την ανάγκη να αναζητήσει ευθύνες. Η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν περιέχει καμία κρίση τέτοιας φύσεως, ούτε την ελάχιστη αναφορά σε ποινικές ευθύνες όσον αφορά τους διευθύνοντες της Ismeri, ούτε στο μέρος των συμπερασμάτων ούτε στο μέρος των συστάσεων, στα οποία το Ελεγκτικό Συνέδριο εκφράζει τη βούλησή του και διατυπώνει την άποψή του .
β) Η διαδικασία ακροάσεως
83. Εντελώς διαφορετικό είναι το ζήτημα κατά πόσον το Ελεγκτικό Συνέδριο, όταν διατυπώνει, στις εκθέσεις του, επικρίσεις σχετικά με ενέργειες φυσικών ή νομικών προσώπων που κατονομάζει, οφείλει να τους παρέχει την ευκαιρία να διατυπώνουν τις απόψεις τους και να αμυνθούν κατά των κατηγοριών που διατυπώνει εναντίον τους.
84. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί να αντληθεί μόνον από τα αναφερόμενα σχετικά με τη διαδικασία ακροάσεως στην παράγραφο 4 του άρθρου 248 ΕΚ και στην παράγραφο 1 του άρθρου 276 ΕΚ, ούτε από τις διευκρινίσεις που παρέχουν συναφώς το άρθρο 88 του δημοσιονομικού κανονισμού και το άρθρο 32 του εσωτερικού κανονισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα ελεγχόμενα όργανα μπορούν να διατυπώσουν την άποψή τους επί των παρατηρήσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου σε δύο διαφορετικές στιγμές:
1) καταρχάς, μπορούν να το πράξουν όταν η έκθεση βρίσκεται ακόμα στο στάδιο του σχεδίου και προτού το Ελεγκτικό Συνέδριο την καταστήσει οριστική (άρθρο 32 του προμνησθέντος εσωτερικού κανονισμού)·
2) κατόπιν, μπορούν να το πράξουν αφού η έκθεση εγκριθεί από το Ελεγκτικό Συνέδριο, το οποίο υποβάλλει τις παρατηρήσεις του στα όργανα ώστε αυτά να μπορέσουν να διατυπώσουν τις απαντήσεις που κρίνουν ενδεδειγμένες και οι οποίες μπορούν να δημοσιευθούν στη συνέχεια της εκθέσεως (παράγραφος 4 του άρθρου 248 ΕΚ και άρθρα 88, παράγραφοι 1 και 3, και 90 του δημοσιονομικού κανονισμού) .
85. Οι ακροάσεις αυτές δεν αποτελούν μέσα προς εξασφάλιση των δικαιωμάτων άμυνας των θεσμικών οργάνων και λοιπών οργανισμών που ελέγχονται από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Αποσκοπούν στο να βοηθήσουν το τελευταίο να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του εν πλήρη γνώσει της καταστάσεως και στην κατάλληλη στιγμή, καθώς και να βοηθήσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να λάβει αργότερα απόφαση σχετικά με τη διαχείριση του προϋπολογισμού.
86. Φρονώ ότι η Ismeri πλανάται όταν υποστηρίζει ότι έπρεπε να είχε ακουσθεί, διότι η δυνατότητα αυτή προβλέπεται μόνον υπέρ των οργάνων. Η ελεγχόμενη αρχή, στην ειδική έκθεση 1/96, είναι η Επιτροπή και, αν μνημονεύεται η Ismeri, αυτό συμβαίνει διότι, μέσω ενός των διευθυντικών της στελεχών, επενέβαινε στην εκτέλεση του προϋπολογισμού και, επιπλέον, ήταν και αποδέκτρια κοινοτικών πόρων.
87. Αυτό, ωστόσο, δεν επιτρέπει να υποστηριχθεί ότι η Ismeri δεν είχε δικαίωμα να τύχει ακροάσεως κατά τη διάρκεια εκπονήσεως και εγκρίσεως της εκθέσεως, αλλά ότι το δικαίωμα αυτό στηρίζεται σε λόγους διαφορετικούς από εκείνους που υπαγορεύουν την ακρόαση των οργάνων. Συνεπώς, το δικαίωμα αυτό έχει όλως διαφορετικό περιεχόμενο.
88. Τα δικαιώματα άμυνας, τα οποία στηρίζονται σε μια γενική αρχή της κοινοτικής έννομης τάξεως , συνεπάγονται ότι σε κάθε υποκείμενο δικαίου πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα να ακουσθεί πριν από την έκδοση αποφάσεως η οποία πρόκειται να το επηρεάσει αρνητικά, κατά τρόπο άμεσο και ατομικά , όχι μόνον στις ένδικες αλλά και στις διοικητικές διαδικασίες, ούτως ώστε να μπορεί να εκφράσει την άποψή του προτού εκδοθεί η βλαπτική γι' αυτό πράξη, και τούτο έστω και εν απουσία συναφούς διαδικαστικού κανόνα .
89. Ο όρος «επηρεάζει» έχει εν προκειμένω πολύ ευρύτερη έννοια από εκείνον που ήδη χρησιμοποίησα όταν εξήγησα ότι μια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως . «Επηρεάζει» σημαίνει ότι έχει αρνητική επίπτωση στη νομική κατάσταση του αποδέκτη, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν το Ελεγκτικό Συνέδριο διατυπώνει δυσμενή κρίση για ένα πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, σε έκθεση προοριζόμενη να δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ώστε να γίνει κοινώς γνωστή ή η οποία πρόκειται να γίνει αντικείμενο «ευρείας» διανομής . Όπως ήδη επισήμανα, είναι αναμφισβήτητο ότι η έκθεση δεν επιβάλλει απευθείας ούτε υποχρεώσεις ούτε καθήκοντα στην Ismeri· είναι, ωστόσο, αληθές ότι το γεγονός ότι η Ismeri κατονομάζεται στην έκθεση αυτή είναι ικανό να βλάψει την αξιοπιστία της και να προξενήσει σοβαρή ζημία στα νόμιμα συμφέροντά της.
90. Θεωρώ, κατά συνέπεια, ότι, όταν συντρέχουν οι περιστάσεις οι οποίες, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δικαιολογούν την κατονομασία του φυσικού ή νομικού προσώπου που ευθύνεται για δημοσιονομικές πλημμέλειες σε έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, πρέπει να παρέχεται στο πρόσωπο αυτό η δυνατότητα να αμυνθεί, εφόσον η έκθεση προορίζεται να δημοσιευθεί ή να τύχει ευρείας διανομής. Το Ελεγκτικό Συνέδριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη του το στοιχείο αυτό και να οργανώνει, ενδεχομένως, ακρόαση.
91. Στην υπό κρίση περίπτωση, το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν έδωσε επισήμως στην Ismeri τη δυνατότητα να εκφράσει την άποψή της προτού εγκρίνει και δώσει στη δημοσιότητα την ειδική έκθεση 1/96. Συνεπώς, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να εξετάσει τους παρόντες λόγους αναιρέσεως , θα πρέπει να τους δεχθεί και να αναγνωρίσει ότι υπήρξε προσβολή του δικαιώματος σε κατ' αντιμωλία ακρόαση.
Γ. Η απόρριψη του αιτήματος αποζημιώσεως και του αιτήματος δημοσιεύσεως των παρατηρήσεων της ενάγουσας επί της εκθέσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου
92. Αν γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως για τους λόγους που μόλις εξέθεσα, αυτή θα έχει ως συνέπεια να δεχθεί το Δικαστήριο την αιτίαση που διατυπώνει η Ismeri με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως. Το Δικαστήριο θα πρέπει τότε, αφού αναγνωρίσει το δικαίωμα που επικαλείται η Ismeri, να κρίνει ότι το δικαίωμα αυτό προσβλήθηκε από το ρωτοδικείο. Θεωρώ, ωστόσο, ότι η δεύτερη και η τρίτη αιτίαση πρέπει να απορριφθούν.
93. Η τελευταία αυτή αιτίαση δεν μπορεί να γίνει δεκτή καθόσον, αν η ακρόαση που έπρεπε να παραχωρηθεί στην Ismeri στηρίζεται στην υποχρέωση εγγυήσεως των δικαιωμάτων άμυνας, η παρέμβαση των οργάνων αποσκοπεί στο να βοηθήσει το Ελεγκτικό Συνέδριο να συντάξει την έκθεσή του εν πλήρη γνώσει της καταστάσεως και την κατάλληλη στιγμή, για την καλύτερη δυνατή εξασφάλιση των γενικών κοινοτικών συμφερόντων. Συνεπώς, δεν είναι ίδιοι οι λόγοι, τίποτε δε δεν δικαιολογεί τη δημοσίευση των παρατηρήσεων της Ismeri στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και τη γνωστοποίησή τους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Τα δικαιώματα άμυνας της αναιρεσείουσας εταιρίας επέβαλλαν να τύχει ακροάσεως από το Ελεγκτικό Συνέδριο, αλλά δεν επέβαλλαν τη δημοσίευση των παρατηρήσεών της ή τη γνωστοποίησή τους στο όργανο που είναι αρμόδιο για την έγκριση της εκτελέσεως του προϋπολογισμού της Κοινότητας.
94. Η δεύτερη αιτίαση, η οποία άπτεται της εξωσυμβατικής ευθύνης, πρέπει να απορριφθεί καθόσον δεν υφίσταται, μεταξύ της καθ' υπόθεση παράνομης συμπεριφοράς του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη η Ismeri, ο απαραίτητος αιτιώδης σύνδεσμος. Δεν υφίσταται ο σύνδεσμος αυτός όχι για τους λόγους που εκθέτει το ρωτοδικείο , αλλά διότι, αν η Ismeri υπέστη κάποια ζημία, ευθύνεται γι' αυτήν η ίδια.
95. Η βλάβη την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη η Ismeri οφείλεται στις διαπιστώσεις που περιέχονται στην ειδική έκθεση 1/96 του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Οι διαπιστώσεις αυτές είναι, ωστόσο, βάσιμες, εν πάση περιπτώσει από πλευράς διαδικασίας. Η ARTM, οι αρμοδιότητές της, η συμμετοχή ενός των διευθυντικών στελεχών της Ismeri στο διοικητικό της συμβούλιο, η ανάθεση διαφόρων συμβάσεων και η μικρή προθυμία που έδειξε το εν λόγω διευθυντικό στέλεχος να παραιτηθεί αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία είτε δεν αμφισβητεί η αναιρεσείουσα είτε κρίθηκαν αποδεδειγμένα από το ρωτοδικείο, το οποίο έκανε ορθώς χρήση της εξουσίας εκτιμήσεως του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων τα οποία διέθετε. Εξάλλου, οι αναφορές και αξιολογικές κρίσεις που διατυπώνονται στην έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν υπερβαίνουν, όπως ανέφερα, τα όρια εντός των οποίων έπρεπε να παραμείνουν. Η ζημία της οποίας την αποκατάσταση ζητεί η Ismeri δεν οφείλεται στο ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο παρέλειψε να της παραχωρήσει ακρόαση: η αφορμή της ζημίας αυτής ανατρέχει σε προγενέστερο χρόνο και εντοπίζεται στην ίδια τη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας. Κατά τη γνώμη μου, θα αποτελούσε στρέβλωση του μηχανισμού της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας αν, υπό την κάλυψη μιας τυπικής πλημμέλειας, αναγνωριζόταν σε ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαίωμα αποζημιώσεως διότι, κατά την εκτέλεση της αποστολή του, ένα όργανο ανέφερε τις πράξεις του εν λόγω προσώπου.
96. Επιπλέον, η Ismeri, καίτοι δεν έτυχε ακροάσεως, δεν υπέστη, στην πραγματικότητα, κανέναν περιορισμό των δικαιωμάτων άμυνάς της για τον οποίο να μην ευθύνεται η ίδια. Κατά τη διάρκεια των προπαρασκευαστικών εργασιών και την εκπόνηση της ειδικής εκθέσεως 1/96, είχε τουλάχιστον άπαξ τη δυνατότητα να εκθέσει την άποψή της. Στην ARTM απεστάλη αντίγραφο του σχεδίου της ειδικής εκθέσεως μέσω της Επιτροπής . Συνεπώς, μπόρεσε να λάβει γνώση του περιεχομένου της και των επικρίσεων που διατυπώνονταν εναντίον της, καθόσον, ως ιδρυτικό μέλος της ARTM, μετείχε στη γενική της συνέλευση. Εφόσον δεν αντέδρασε τότε, θα πρέπει να δεχθεί τις συνέπειες της αδράνειάς της.
97. Η συλλογιστική που θα εκθέσω στο τέλος των προτάσεων αυτών είναι η ίδια την οποία ανέπτυξα στην αρχή. Το Ελεγκτικό Συνέδριο ευθύνεται για μια τυπική πλημμέλεια η οποία στερείται σημασίας και της οποίας οι επιζήμιες για την αναιρεσείουσα συνέπειες οφείλονται στην ίδια τη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, γεγονός το οποίο λύει την αιτιώδη συνάφεια που πρέπει να υφίσταται μεταξύ της προβαλλομένης παράνομης συμπεριφοράς του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της ζημίας που υπέστη η Ismeri ώστε να υποχρεωθεί η Κοινότητα να την αποζημιώσει .
VI. Τα δικαστικά έξοδα
98. Σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 122 και του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζονται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Συνεπώς, αν το Δικαστήριο απορρίψει, όπως προτείνω, τους λόγους αναιρέσεως που επικαλείται η αναιρεσείουσα ή, ενδεχομένως, τους ισχυρισμούς που προκύπτουν από το δικόγραφο της αγωγής της, θα πρέπει να καταδικάσει την Ismeri στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας και, ενδεχομένως, και στα έξοδα της ενώπιον του ρωτοδικείου δίκης.
VII. ρόταση
99. Για τους λόγους που εξέθεσα, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει την αίτηση αναιρέσεως εν μέρει απαράδεκτη και εν μέρει αβάσιμη. Αν το Δικαστήριο κρίνει οριστικώς επί της διαφοράς δεχόμενο κάποιο λόγο αναιρέσεως, προτείνω να απορρίψει τα αιτήματα της αγωγής και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τόσο της αναιρετικής όσο και της ενώπιον του ρωτοδικείου διαδικασίας.
Full & Egal Universal Law Academy